J. M. N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1287/24, 18/6/2026
print
Τίτλος:
J. M. N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1287/24, 18/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.1287/24

 

18 Ιουνίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

J. M. N.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Α. Λαζάρου, δικηγόρος για τον αιτητή

Κα Μ. Βασιλείου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.09/04/24, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ) που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 28/02/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 07/04/21 (ερ.1-3, 12-13, 52).

Στις 13/02/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.38-52). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 13/03/24 η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε (ερ.62-70). Ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του επιδόθηκε στις 09/04/24 (ερ.71, 2).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη ΛΔΚ «για διάφορους λόγους, απόπειρες δολοφονίας σε αρκετές περιπτώσεις, λόγω της θρησκείας [του]».

Στη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε γεννήθηκε και διέμενε στην Κινσάσα όλη του τη ζωή, εκεί διαμένουν και οι γονείς του, είναι άγαμος, άτεκνος, έχει ένα αδελφό και μια αδελφή, τους οποίους – ως ανέφερε – έχει να δει 20 χρόνια (τότε) και δεν γνωρίζει που διαμένουν, έχει ολοκληρώσει μόνο πρωτοβάθμια εκπαίδευση, λόγω οικογενειακού ζητήματος, και έχει εργαστεί ως μπάρμαν το 2017-2018.

Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι έφυγε από τη ΛΔΚ καθώς μεγάλωσε σε μουσουλμανική οικογένεια, είχε όμως φίλους χριστιανούς, συνειδητοποίησε ότι το ισλάμ δεν είναι η σωστή θρησκεία και ότι δεν υπάρχει Θεός και γι’ αυτό μετεστράφη στον Χριστιανισμό το 2015 και το 2016 άρχισε να πηγαίνει στην εκκλησία, τότε δε οι γονείς του δεν γνώριζαν γι’ αυτό, άρχισαν όμως να τον ρωτούν, γιατί δεν εξασκούσε τα θρησκευτικά του καθήκοντα ως μουσουλμάνος, μέχρι που έμαθαν για την μεταστροφή του και τότε άρχισαν να πιέζουν τον αιτητή να επιστρέψει στον μουσουλμανισμό, τον χτυπούσαν και τότε έφυγε από το σπίτι, επέστρεψε και τους παρακάλεσε να τον αφήσουν να μείνει στο σπίτι τους, καθώς, ως ανέφερε, πεινούσε. Του επέτρεψαν να μείνει το βράδυ όμως, όταν ο αιτητής πήγε ξανά εκκλησία είχε διαμάχη με τον πατέρα του, τον γρονθοκόπησε και έφυγε από το σπίτι και έμενε στον δρόμο. Κατόπιν, με την παρέμβαση ενός πάστορα, ο πατέρας του αιτητή δέχθηκε να τον στείλει στα ανατολικά της ΛΔΚ, για να μείνει με τον παππού του, ο ίδιος δεν δέχθηκε, ο πατέρας του άρχισε να επιτίθεται στην εκκλησία και τότε ο πάστορας (που τον βοήθησε πριν) συγκέντρωσε κάποια χρήματα, προκειμένου ο αιτητής να φύγει από τη ΛΔΚ, γιατί – ως ανέφερε – ο πατέρας του τον δίωκε. Ερωτώμενος για τις συνέπειες πιθανής επιστροφής του ο αιτητής ανέφερε ότι «θα είναι θάνατος αν [επιστρέψει]». Όταν ρωτήθηκε σχετικά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει χριστιανικά βιβλία, πέραν της βίβλου που του έσκισε ο πατέρας του.

Ερωτώμενος περαιτέρω ο αιτητής ανέφερε 3 περιστατικά που έλαβαν χώρα τα έτη 2019 και 2020, όπου αστυνομικοί τον αναζητούσαν, ισχυριζόμενος ότι την 1η φορά αστυνομικοί ζήτησαν έγγραφα στον δρόμο, γεγονός που τον οδήγησε να τραπεί σε φυγή, τη 2η φορά αστυνομικοί τον περίμεναν κοντά στην εκκλησία για περίπου 40 λεπτά και την 3η φορά αστυνομικοί με πολιτική ενδυμασία τον ακολούθησαν με μηχανές, κτύπησαν την πόρτα κατοικίας όπου είχε καταφύγει και δήλωσαν ότι τον αναζητούσαν. Επιπλέον, αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό το 2019 κατά το οποίο ο πατέρας του τον κτύπησε στο δρόμο και ακολούθως κάλεσε την αστυνομία και επίσης ότι έλαβε απειλές από συμμορίες Kuluna, αναφέροντας ότι το 2020 μέλη της ομάδας τον σταμάτησαν τη νύχτα, του δήλωσαν ότι είχαν πληρωθεί από τον πατέρα του, τον απείλησαν ότι θα τον παραδώσουν σε εκείνον και του «πήραν όλα όσα [είχε]». Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι η τελευταία φορά που τον ενόχλησε προσωπικά ο πατέρας του ήταν το 2019.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι δεν επιστρέψει στη ΛΔΚ και να διαμείνει με ασφάλεια σε άλλο μέρος, καθώς ο πατέρας του «είναι ικανός να κάνει τα πάντα», καθώς έχει τη δύναμη να πληρώσει την αστυνομία, γιατί είναι έμπορος διαμαντιών και ταξιδεύει παντού στη ΛΔΚ.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ο πατέρας του τον διώκει γιατί ο αιτητής μεταστράφηκε στον Χριστιανισμό το 2015

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, ως αναξιόπιστο.

Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως κρίθηκε, τα λεγόμενα του αιτητή στερούνταν σε πολλά σημεία λεπτομερειών αλλά και βιωματικών στοιχείων. Ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει βασικές και επαρκείς πληροφορίες για τον μουσουλμανισμό ή να περιγράψει μουσουλμανικές εκδηλώσεις, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει λεπτομέρειες για την εσωτερική διαδικασία που βίωσε κατά την κατ’ ισχυρισμό μεταστροφή του στον Χριστιανισμό, αναφέροντας αόριστα ότι  οι Χριστιανοί έχουν θεό, ενώ οι Μουσουλμάνοι δεν έχουν θεό. Κληθείς να αναφέρει τι τον προσέλκυσε στη φιλοσοφία του Χριστιανισμού, ο αιτητής απάντησε γενικόλογα ο Ιησούς Χριστός, ενώ όταν κλήθηκε να αναφέρει βασικές πληροφορίες για τον Χριστιανισμό, απάντησε με ασυνάρτητο τρόπο ότι τραγουδούν και παίζουν τύμπανα. Εκ των ως άνω κρίθηκε ότι θα αναμενόταν από τον αιτητή, πρώτον να δώσει βασικές πληροφορίες για τον Μουσουλμανισμό, θρησκεία της οικογένειάς του και του ιδίου μέχρι τα 22 έτη και δεύτερον να είναι σε θέση να αναπτύξει τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να μεταστραφεί στον Χριστιανισμό. Περαιτέρω κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκώς λεπτομερείς και συνεκτικές πληροφορίες σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι τον καταδίωκε η οικογένειά του λόγω της μεταστροφής του και ότι ο πατέρας του έστειλε την αστυνομία σε αρκετές περιπτώσεις, ωστόσο, κατά την εξέταση των ισχυρισμών αυτών, δεν μπόρεσε να τεκμηριώσει εύλογα ότι ο πατέρας του ήταν ο υπεύθυνος για τις έρευνες της αστυνομίας, αφού – σύμφωνα με τα λεγόμενα του αιτητή - δεν ήταν προσωπικά παρών και οι πληροφορίες του παρέχονταν από τρίτα πρόσωπα, όταν δε του υποβλήθηκε ότι η αστυνομία ουδέποτε τον αντιμετώπισε προσωπικά, ούτε του είχε προκαλέσει βλάβη, ο αιτητής απάντησε ότι άλλα άτομα είχαν συλληφθεί και μετά τον ενημέρωσαν ότι οι αρχές τον αναζητούσαν. Καλούμενος να εξηγήσει γιατί ισχυρίζεται ότι τον διώκει, αφού ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του τον παρενόχλησε για τελευταία φορά το 2019, 3 χρόνια προτού φύγει από τη ΛΔΚ το 2021, απάντησε ότι δεν τον καταδίωκε ο πατέρας του, αλλά χρησιμοποιούσε άλλα άτομα για να το πράξουν.

Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του ως άνω ουσιώδους ισχυρισμού, έγινε έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) όπου διαπιστώθηκε ότι το 95,8% του πληθυσμού της ΛΔΚ ήταν χριστιανοί, το δε 1,5% μουσουλμάνοι. Εκ των ως άνω οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός στερείται εσωτερικής συνοχής και απέρριψαν αυτόν ως αναξιόπιστο.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ του αιτητή, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής (Κινσάσα), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.  

Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Στις αγορεύσεις η συνήγορος του αιτητή, κατόπιν παράθεσης της σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας, αναφέρει ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν ανεπαρκούς έρευνας, χωρίς να γίνει εξατομικευμένη εξέταση και χωρίς να συλλεγούν και αξιολογηθούν σχετικές ΠΧΚ, με αποτέλεσμα να ληφθεί υπό καθεστώς πλάνης και δεν αιτιολογείται. Εισηγείται επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη αναρμοδίως, αφού, ως εξηγεί, δεν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο λειτουργός που ετοίμασε την επίδικη έκθεση (CW088) είναι λειτουργός ορισμένου χρόνου, «ως προνοεί η εξουσιοδότηση […] (ερ.61)» (σελ. 10 αγόρευσης) προς τον λειτουργό που έλαβε την απόφαση (ερ.70).

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η επίδικη απόφαση ελήφθη αρμοδίως, είναι προϊόν δέουσας έρευνας και εξέτασης και επαρκώς αιτιολογημένη, υπεραμύνονται του εύλογου και ορθότητας των ευρημάτων τους και σημειώνουν ότι ουδεμία πλημμέλεια εντοπίζεται.

Στις διευκρινήσεις οι καθ’ ων η αίτηση προσκόμισαν επιστολή ημ.17/07/24, η οποία, με τη σύμφωνη γνώμη του συνηγόρου του αιτητή, σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 και ανέφεραν ότι, ως καταγράφεται στον πίνακα πεπραγμένων/περιεχομένων (minute sheet) του ΔΦ, η λειτουργός, η οποία στο Τεκμήριο 1 βεβαιούται ότι είναι λειτουργός ορισμένου χρόνου, μελέτησε, υιοθέτησε και υπέβαλε προς τον λαμβάνοντα την επίδικη απόφαση λειτουργό την επίδικη έκθεση στις 13/03/24, εκ των οποίων και αποδεικνύεται, ως εισηγούνται, ότι η επίδικη απόφαση ελήφθη αρμοδίως, παραπέμποντας σχετικώς στην απόφαση στην προσφυγή 227/23, ημ.10/12/25, όπου εξετάζεται και απορρίπτεται πανομοιότυπος με τον εδώ ισχυρισμό. Επί τούτου ο συνήγορος του αιτητή ενέμεινε στη θέση του ότι το ερ.61, όπου περιέχεται η εξουσιοδότηση προς τον λαμβάνοντα την επίδικη απόφαση λειτουργό, δεν καλύπτει περιπτώσεις ως η παρούσα.

Προέχει βεβαίως η εξέταση των ισχυρισμών που άπτονται του κατά πόσο η επίδικη εδώ απόφαση λήφθηκε αρμοδίως. Σημειώνω, προτού προχωρήσω ότι, ως προκύπτει ευθέως από τον ΔΦ, ο/η λειτουργός CW088, που διενήργησε την επίδικη συνέντευξη και συνέταξε την επίδικη έκθεση είναι λειτουργός της EUAA και δεν πρόκειται για λειτουργό ορισμένου χρόνου (βλ. ερ.62, 69, 38, 52), ο δε λειτουργός που έλαβε την επίδικη απόφαση (ερ.70), ως είναι αποδεκτό εκατέρωθεν, ενεργούσε στη βάση της εξουσιοδότησης του ερ.61.

Επί του ως άνω ισχυρισμού αρκεί θεωρώ η υιοθέτηση των όσων, ως και οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν, λέχθηκαν στην απόφαση μου στην προσφυγή αρ.227/23, S. Κ. Μ. ν. Δημοκρατίας, ημ.10/12/25, απόσπασμα της οποίας παραθέτω αμέσως πιο κάτω, με τις απαραίτητες αλλαγές στις αναφορές σε ερυθρά, ημερομηνίες και ονόματα:

«Στρεφόμενος τώρα στο περιεχόμενο της εξουσιοδότησης (ερ.[61]) σημειώνω ότι αυτή ρητά ορίζει ότι η παρεχόμενη στον λαμβάνοντα την επίδικη εδώ απόφαση λειτουργό εξουσία αφορά λήψη αποφάσεων «επί εκθέσεων/εισηγήσεων που υποβάλλονται από λειτουργούς ορισμένου χρόνου». Η εν λόγω αναφορά συνιστά αναμφισβήτητα απαρέγκλιτο όρο της ισχύος και εμβέλειας της εν λόγω εξουσιοδότησης, αφού - με δεδομένο ότι η εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις ως η προσβαλλόμενη δίδεται μόνο «επί εκθέσεων/εισηγήσεων που υποβάλλονται από λειτουργούς ορισμένου χρόνου» - η αρμοδιότητα του λαμβάνοντος την απόφαση λειτουργού, ήτοι το κατά πόσον αυτός, λαμβάνοντας την απόφαση (ερ.[70]), ενήργησε εντός των πλαισίων της εξουσιοδότησης (ερ.[61]), συναρτάται και εξαρτάται από το καθεστώς εργοδότησης του λειτουργού που υπέβαλε την επίδικη έκθεση. Αυτή είναι η ρητώς εδώ εκπεφρασμένη βούληση του εξουσιοδοτούντος Υπουργού.

Με δεδομένο εδώ λοιπόν το ότι, ως ανωτέρω αναφέρω, η επίδικη έκθεση συνετάχθη από λειτουργό της EUAA (το καθεστώς εργοδότησης του οποίου δεν εμπίπτει στον ως άνω απαρέγκλιτο όρο της εξουσιοδότησης του ερ.[61]), απομένει λοιπόν να κριθεί κατά πόσο η παρεμβολή εδώ της λειτουργού [Β. Καποδίστρια], της οποίας η υπογραφή εντοπίζεται στον πίνακα περιεχομένων του ΔΦ, κάτω από τη σφραγίδα «ο φάκελος σας διαβιβάζεται αφού μελέτησα και υιοθετώ την εισήγηση επί της αίτησης και της δυνατότητας επιστροφής στη [ΛΔΚ]», η οποία, ως προκύπτει από το λεκτικό που εντοπίζεται αμέσως πιο κάτω, όπου αναγράφεται «κ. [Β. Καποδίστρια] η εισήγηση σας», ακολουθεί μονογραφή, αμέσως δίπλα «ημ.[13/03/24]» και από κάτω το όνομα του λαμβάνοντος την επίδικη απόφαση λειτουργού (βλ. και ερ.[70]) και η σφραγίδα «ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ», απευθύνεται στον λειτουργό αυτό, είναι αρκετή για να καταστήσει την επίδικη απόφαση ως ληφθείσα εντός των πλαισίων της εν λόγω εξουσιοδότησης. Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική, ως θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.

Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι η ως άνω πορεία είναι κάπως αδόκιμη και δεν παραβλέπω ότι, ως ορθώς αναφέρει ο συνήγορος του αιτητή, η επίδικη έκθεση έχει συνταχθεί από λειτουργό της EUAA, το δε λεκτικό στο ερ.[69] («I SUBMIT THE FOLLOWING […]») δεν μπορεί παρά να δεικνύει ότι αυτή συντάχθηκε ώστε να υποβληθεί, στη δε επόμενη σελίδα (ερ.[70]) εντοπίζεται το πρακτικό της επίδικης απόφασης, υπογεγραμμένο δεόντως από τον λειτουργό που την έλαβε, τον οποίο αφορά η εξουσιοδότηση του ερ.[61]. Όμως προτού ληφθεί η απόφαση παρεμβλήθηκε η λειτουργός [Β. Καποδίστρια], η οποία, ως προκύπτει σαφώς από τα αναγραφόμενα στα περιεχόμενα του ΔΦ, μελέτησε και υιοθέτησε (ως δική της) την εισήγηση του λειτουργού της EUAA. Οι καταχωρήσεις αυτές στα περιεχόμενα του ΔΦ φέρουν ημερομηνία, αφενός της [Β. Καποδίστρια] τις [13/03/24] (λίγες μέρες αφότου είχε συνταχθεί η επίδικη έκθεση – βλ. ερ.[63]), του δε λειτουργού που έλαβε την απόφαση τις [13/03/24] (που είναι η ίδια με του ερ.[70] – πρακτικό της επίδικης απόφασης) και τελούν σε χρονολογική σειρά με τις προηγούμενες και επόμενες καταχωρήσεις που εντοπίζονται στον ίδιο πίνακα.

Σχετικά με τα ως άνω είναι και όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δημοτικό Συμβούλιο Λάρνακας κ.ά. v. Mobil Oil (Cyprus) Ltd κ.ά. (1996) 3 A.A.Δ. 294, όπου λέχθηκε ότι «[το] γεγονός ότι ο Υπουργός απλώς ανέφερε ότι συμφωνεί με την εισήγηση του λειτουργού δεν σημαίνει ότι δεν ασχολήθηκε με την επίλυση του θέματος ούτε και αποτελεί  άρνηση άσκησης της εξουσίας που του παρέχει ο Νόμος.» Στη δε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπ. αρ.6447/2013, Χειμώνας ν. Δημοκρατίας, ημ.30/09/15, λέχθηκε ότι «[η] σύμφωνος γνώμη του Υπουργού δεν μειώνει την επάρκεια της αιτιολόγησης. Αντίθετα, ενσωματώνει ολόκληρη την έκθεση τους λειτουργού, την οποία υιοθέτησε χωρίς οποιαδήποτε διαφωνία, ή, διαφοροποίηση Η απλή συμφωνία δεν εξυπακούει ότι ο Υπουργός δεν ασχολήθηκε με την ουσία του θέματος ή ότι απεμπόλησε την εξουσία του ή ότι επισφράγισε άνευ ετέρου τη γνώμη ή εισήγηση τρίτου, (Καρλεττίδου ν. Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 3074 και Svetoslav Stoyanov v. Υπουργείου Εσωτερικών, ECLI:CY:AD:2014:D151, υποθ. αρ. 718/2012, ECLI:CY:AD:2014:D151, ημερ. 26.2.2014). Στο πλαίσιο της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων επί των οποίων υπάρχει μαχητό τεκμήριο, δεν νοείται ανατροπή του με τα όσα επιχειρηματολογεί ο αιτητής.». Το δε αρ.17 (8) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου διαλαμβάνει ότι «[δ]ε συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας η υιοθέτηση ενός σημειώματος ή μιας πρότασης που υποβάλλεται από υφιστάμενο υπάλληλο ή όργανο στο αρμόδιο διοικητικό όργανο, αν το σημείωμα ή η πρόταση περιέχει συγκεκριμένη εισήγηση και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο άσκησε ουσιαστικά την αποφασιστική του αρμοδιότητα.»

Δεν παραγνωρίζω ότι τα ως άνω αφορούν άλλη πτυχή του ζητήματος που, αφορά κατά πόσο η υιοθέτηση ενός σημειώματος συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας, όμως θεωρώ ότι μπορούν να τύχουν κατ’ αναλογία εφαρμογής και εν προκειμένω. Τούτο γιατί δια των ως άνω καταχωρήσεων που εντοπίζονται στα περιεχόμενα του ΔΦ προκύπτει με την απαιτούμενη σαφήνεια ότι η λειτουργός [Β. Καποδίστρια], μελετώντας και υιοθετώντας (αυτούσια) την επίδικη έκθεση (ερ.[62-69]), παρεμβλήθηκε ουσιαστικά και ενεργά (και όχι κατ’ όνομα) στη διαδικασία, καθιστώντας έτσι την εγκριθείσα έκθεση (ερ.[70]και πίνακας περιεχομένων ΔΦ) ως υποβληθείσα από την ίδια. Σ’ αυτό συνηγορεί και η χρονολογική συνέχεια των καταχωρήσεων στον πίνακα περιεχομένων του ΔΦ. Είναι δε επουσιώδες και – σε κάθε περίπτωση – δεν δύναται να διαφοροποιήσει την ουσιαστική εν προκειμένω συμμετοχή/παρεμβολή της [Β. Καποδίστρια] το κατά πόσο εδώ το λεκτικό «διαβιβάζεται» διαφέρει γραμματικά από το λεκτικό «υποβάλλονται». Σημαντικό είναι ότι, ως στην εξουσιοδότηση του ερ.[61] αναφέρεται, τελικώς, η επίδικη έκθεση δόθηκε (κατ’ απλούστερη λεκτική διατύπωση) προς έγκριση στον λαμβάνοντα την επίδικη απόφαση λειτουργό από «τα χέρια» της [Β. Καποδίστρια], που προηγουμένως μελέτησε και υιοθέτησε την επίδικη έκθεση. Τυχόν δε διαφορετική προσέγγιση θα συνιστούσε θεωρώ αχρείαστη τυπολατρική γραμματική προσέγγιση, η οποία στερείται ουσιαστικού περιεχομένου, του λεκτικού «επί εκθέσεων […] που υποβάλλονται από λειτουργούς ορισμένου χρόνου», στο ερ.[61].

Ενόψει των ως άνω, στη βάση του Τεκμηρίου 1, αποδέχομαι λοιπόν ότι, δεδομένου ότι η λειτουργός [Β. Καποδίστρια], η εμπλοκή της οποίας κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης εξηγείται λεπτομερώς ανωτέρω, είναι λειτουργός ορισμένου χρόνου, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε αρμοδίως (ερ.[70] και πίνακας περιεχομένων ΔΦ), εντός των πλαισίων της δοθείσας εξουσιοδότησης (ερ.[61]). Αξίζει βεβαίως εδώ να σημειωθεί ότι η αποδοχή προσαγωγής του Τεκμηρίου 1, ιδίως χωρίς την εκφορά ένστασης από τον συνήγορο εδώ του αιτητή, είναι συμβατή με την απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.26/20, Δημοκρατία ν. Singh, ημ.10/09/24, όπου λέχθηκε, επί όμοιου ζητήματος, ότι «οι εξουσίες του [Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας] σε θέματα διαδικασίας και απόδειξης, είναι ευρείες και ο ρόλος του ρυθμιστικός» και ότι, κατόπιν αποδοχής της κατάθεσης ενός τέτοιου τεκμηρίου, το περιεχόμενο του εγγράφου δεν μπορεί να αγνοηθεί, στην απουσία συγκεκριμένων λόγων για τούτο. Δεδομένου εδώ ότι το Τεκμήριο 1 υπογράφεται εκ μέρους του Προϊσταμένου των καθ’ ων η αίτηση δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω την αλήθεια των αναγραφόμενων σ’ αυτό, ούτε άλλωστε ετέθη κάτι σ’ αυτή την κατεύθυνση από τον συνήγορο του αιτητή.»

Δεδομένου ότι οι λοιποί προωθούμενοι από τον αιτητή ισχυρισμοί συμπλέκονται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ λοιπών με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Προχωρώ λοιπόν με αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και ισχυρισμών.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρονται σχετικώς τα εξής:

«Εάν ένας αιτών ισχυριστεί ότι συνελήφθη σε διαδήλωση για πρώτη φορά στη ζωή του, θα προξενούσε έκπληξη η αδυναμία του να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το πότε, πού και με ποιον τρόπο έλαβε χώρα η σύλληψή του, παρότι στην περίπτωση αυτή τίθεται το ζήτημα του βαθμού λεπτομέρειας που μπορεί εύλογα να αναμένεται. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»

Επιστρέφοντας στα ενώπιον μου στοιχεία, διερχόμενος του πρακτικού της συνέντευξης, θα συμφωνήσω με τα επιμέρους ευρήματα και τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως αυτά καταγράφονται στην επίδικη έκθεση (ερ.65-66), η οποία παρατίθεται πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, σημειώνοντας επιγραμματικά, καθότι ουδέν περαιτέρω θεωρώ ότι χρήζει να ειπωθεί εν προκειμένω, αφού, πολύ απλά, σε κανένα απολύτως σημείο των λεγομένων του δεν ήταν σε θέση ο αιτητής να αναφέρει το παραμικρό ψήγμα ευλογοφανούς, συνεκτικής, αρκούντως συγκεκριμένης αφήγησης και να τοποθετήσει χρονικά τα όσα ανέφερε, εκ των οποίων ελλείπουν καταφανώς και παντελώς βιωματικά στοιχεία. Επί των επιμέρους ελλείψεων της εσωτερικής συνοχής του αφηγήματος του αιτητή παραπέμπω στα όσα πιο πάνω καταγράφονται σχετικά με τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί τούτου, τα οποία υιοθετώ ως έχουν και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Είναι σαφές θεωρώ από ανάγνωση εδώ του πρακτικού της συνέντευξης ότι το σύνολο του αφηγήματος του αιτητή, τόσο επί της μεταστροφής του στον Χριστιανισμό όσο και της κατ’ ισχυρισμό μετέπειτα δίωξης του από τον πατέρα και την οικογένεια του, το οποίο στερείται παντελώς χρονικής συνοχής, αποτελεί επινόημα του ιδίου προκειμένου να στηρίξει, εδώ ανεπιτυχώς, την επίδικη αίτηση.

Σημειώνω εδώ ότι οι καθ’ ων η αίτηση, ως και ανωτέρω αναφέρω, παρότι, δεδομένης της καταφανούς ελλείψεως εσωτερικής συνοχής ενδεχομένως να μην ήταν απαραίτητο, είχαν κάνει και έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά (ΠΧΚ), εκ της οποίας προέκυψε ότι η συντριπτική πλειοψηφία της ΛΔΚ είναι χριστιανοί, το οποίο και συνηγορεί, παρόλο που τελικά δεν καταγράφεται σχετικό εύρημα στην επίδικη έκθεση, ότι θα ήταν απίθανο ένα άτομο να υφίσταται δίωξη σ’ αυτή τη βάση.

Καταλήγω ότι οποιαδήποτε άλλη κατάληξη επί των λεγομένων του αιτητή θα συνιστούσε θεωρώ αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ενός αφηγήματος στερούμενου παντελώς και σε όλη του την έκταση του παραμικρού ψήγματος συνοχής, αλλά και χρονικής συνέπειας.

Ενόψει της ως άνω κατάληξης μου απομένει εδώ μια αποτίμηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Κινσάσα), σε επικαιροποιημένη βάση.

Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές  Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[1]

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 08/05/26) στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 42 περιστατικά πολιτικής βίας (όπου περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 48 θανάτους. [2] Ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [3] 

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω [4] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Προς τα ως άνω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι υγιής, ενήλικας, 33 ετών σήμερα, έχει προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και διατηρεί οικογενειακό δίκτυο (γονείς/οικογένεια) στην Κινσάσα,  εκ της οποίας, δεδομένης της απόρριψης του συνόλου του αφηγήματος του περί δίωξης του από την οικογένεια του λόγω μεταστροφής του στον Χριστιανισμό, δεν μπορεί παρά να αναμένεται - ευλόγως - να μπορέσει να λάβει στήριξη, μέχρι να βιοποριστεί και εξασφαλίσει τα προς το ζην, παρά τις όποιες αντιξοότητες ήθελε αυτός αντιμετωπίσει.

Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» αλλά και ότι δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να δεικνύεται, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής είναι αντίθετη με την εκ του αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης.

Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[3] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο