B.B.D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1398/23, 22/6/2026
print
Τίτλος:
B.B.D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1398/23, 22/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ. 1398/23

 

22 Ιουνίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

B.B.D.

 

Αιτήτριας

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

Αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας

 

Αγγελική Πλιάκα για Διονυσία Κυριάκου Ζησιμοπούλου, Δικηγόρος για την αιτήτρια

 

Μελίνα Βασιλείου, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή η αιτήτρια ζητά την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 2/03/2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Εκκρεμούσης της παρούσας προσφυγής και αφού καταχωρήθηκε η Γραπτή Αγόρευση της αιτήτριας και η Γραπτή Αγόρευση των καθ’ων η αίτηση, η δικηγόρος της αιτήτριας προέβη στην καταχώρηση αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας,  Η δικηγόρος της αιτήτριας καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας με την οποία η αιτήτρια αιτείται άδειας και/ή διαταγής του Δικαστηρίου όπως της επιτραπεί η προσαγωγή της μαρτυρίας που παρατίθεται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας και τα επισυνημμένα σ' αυτήν τεκμήρια.

 

Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 1 Α, 146, 169 και 179 του Συντάγματος, στον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (73(Ι)/2018), στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 (3/2019) και ειδικότερα στον Κανονισμό 10, στον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμο του 2015 (131(Ι)/2015) και ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό στο άρθρο 11 (2) και 11 (3) στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό στους Κανονισμούς 10, 11, 12, 17, 18 και 19, στον περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο (158(Ι)/1999), στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στον περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμο, στην Οδηγία 2004/38/ΕΕ, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό στην Δ.36, Δ.38 (4), (5), Δ.39, Δ.48 Κ.Κ. 1,2,3 και 9, Δ.59 & Δ.64, στον περί Απόδειξης Νόμο Κεφ. 9 (όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα), στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Η υπό εξέταση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κύριου Ανδρέα Πλαστήρα συνεργάτη της συνηγόρου της αιτήτριας και σχετική ένορκη δήλωση της αιτήτριας στην αγγλική γλώσσα μαζί με την μετάφραση αυτής στην ελληνική γλώσσα, οι οποίες συνοδεύουν την αίτηση.  Ο κύριος Πλαστήρας με ένορκη δήλωσή του, η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, εισηγείται πως η επιδιωκόμενη προς προσαγωγή μαρτυρία είναι αναγκαία προκειμένου να θεμελιωθεί η αξιοπιστία της αιτήτριας και να της παραχωρηθεί προστασία.  Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται πως τα στοιχεία της παρούσας αίτησης αυξάνουν τις πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής.  Στην ένορκη δήλωσή της, αφού η αιτήτρια επεξηγεί τι αφορούν τα Τεκμήρια 3 μέχρι 7 που επισυνάπτονται σ’ αυτήν, αναφέρει πως κατά την κρίση της είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης να τα προσκομίσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα υπέβαλε ένσταση στην αίτηση της αιτήτριας, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κύριου Νικόλα Νικολάου, Δικηγόρου για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην οποία εξηγεί για ποιους λόγους, κατά τους ισχυρισμούς του, πρέπει η υπό εξέταση αίτηση να μην εγκριθεί και να προχωρήσει το Δικαστήριο στην απόρριψή της. Με την ένσταση στην αίτηση, ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα εισηγείται πως δεν θα πρέπει να δοθεί το αιτούμενο διάταγμα, γιατί κατά τον ισχυρισμό του η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά αβάσιμη ή/και απαράδεκτη, δεν πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για να επιτραπεί η προσαγωγή της σκοπούμενης μαρτυρίας, η οποία όπως αναφέρει δεν είναι αναγκαία και/ή ουσιώδης για να κριθεί η νομιμότητας της επίδικης απόφασης, δεν είναι ικανή να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας και ούτε είναι δυνατόν να αποτελέσει αποδεκτή μαρτυρία. 

 

Επιπρόσθετα, ο κύριος Νικολάου εισηγείται πως τα όσα ισχυρίζεται η αιτήτρια στην ένορκη δήλωσή της σε συνάρτηση με τα έγγραφα δεν αποδεικνύουν κανένα λόγο που να δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης.  Υποστηρίζει πως τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση είναι γενικά και αόριστα, χωρίς να αποκαλύπτεται οποιοδήποτε γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο στην αποδοχής της.  Πρόσθετα αναφέρει πως τα έγγραφα δεν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν, τους ισχυρισμούς της.  Τέλος, εισηγείται πως η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση.

 

Η συνήγορος της αιτήτριας στη γραπτή της αγόρευση αναφέρει ότι η αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας είναι απολύτως νόμιμη και στηρίζεται στις σχετικές συνταγματικές, νομοθετικές και δικονομικές διατάξεις, καθώς και στη σχετική νομολογία και πρακτική των Δικαστηρίων. Ανέφερε επίσης ότι καταχωρίστηκαν ως τεκμήρια φωτογραφίες και δημοσιεύματα που αφορούν τα γεγονότα στην Κινσάσα κατά την 28/01/2025, μεταξύ των οποίων φωτογραφίες από νεκρά σώματα από τις συγκρούσεις, φωτογραφία από περίθαλψη τραυματία από ιατρό στις 28/1/2025, εικόνες με νεκρούς και τραυματίες, δημοσίευμα του Al Jazeera σχετικά με επιθέσεις, καθώς και ανακοίνωση της Πρεσβείας των ΗΠΑ.

 

Η συνήγορος της αιτήτριας υποστήριξε ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί είναι άμεσα συναφής με τα επίδικα ζητήματα και με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, όπως αυτοί είχαν τεθεί κατά την εξέταση του αιτήματός της ενώπιον της διοικητικής διαδικασίας και του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα και γενικότερα στο Κονγκό δεν επιτρέπει την ασφαλή επιστροφή της αιτήτριας χωρίς κίνδυνο να υποστεί δίωξη ή εξευτελιστική μεταχείριση.

 

Περαιτέρω, η συνήγορος της αιτήτριας ανέφερε ότι στην Έκθεση – Εισήγηση γίνεται αναφορά σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σύμφωνα με τις οποίες επιβεβαιώνεται η ύπαρξη συμμοριών νέων ατόμων με την ονομασία Kuluna, οι οποίες δραστηριοποιούνται κυρίως σε φτωχές περιοχές της Κινσάσα, όπως το Yolo, το Limete και το Malete, όπου διέμενε και η αιτήτρια. Υποστήριξε ακόμη ότι, παρόλο που οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν ορισμένους ισχυρισμούς της αιτήτριας ως προς την εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία της, προχώρησαν σε λανθασμένη εκτίμηση αναφορικά με τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει, γεγονός που καθιστά αναγκαία την προσαγωγή της υπό εξέταση μαρτυρίας.

 

Η συνήγορος της αιτήτριας ανέφερε επίσης ότι τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τεκμήρια αποδεικνύουν την έλλειψη ασφάλειας στην Κινσάσα και ειδικότερα στην περιοχή διαμονής της αιτήτριας, στοιχείο που καταδεικνύει ότι η επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της ενέχει πραγματικό κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα, τόσο λόγω της δράσης της οργάνωσης Kuluna όσο και εξαιτίας της αδιάκριτης βίας που επικρατεί.

 

Επιπρόσθετα, η συνήγορος της αιτήτριας παραπέμποντας στα ερυθρά 58-60, του διοικητικού φακέλου) υποστήριξε ότι στην Έκθεση – Εισήγηση καταγράφονται περιστατικά αδιάκριτης βίας και σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Κονγκό, καθώς και η ύπαρξη ένοπλων συγκρούσεων.  Τέλος, η συνήγορος της αιτήτριας ανέφερε ότι στην ίδια Έκθεση – Εισήγηση γίνεται αναφορά στην ιδιαίτερα ευάλωτη θέση των γυναικών στο Κονγκό, ιδίως των γυναικών χωρίς ανδρική υποστήριξη και με ανήλικο παιδί, καθώς συχνά εκτίθενται σε σεξουαλική εκμετάλλευση, αυθαίρετες απαιτήσεις και κακομεταχείριση από τις αρχές ή άλλα πρόσωπα. Υποστήριξε ότι, παρά τα πιο πάνω δεδομένα, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν λανθασμένα στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια δεν διατρέχει φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

 

Η συνήγορος της αιτήτριας αναφέρθηκε επίσης στη σχετική νομολογία, υποστηρίζοντας ότι η προσαγωγή νέας μαρτυρίας επιτρέπεται όταν αυτή είναι ουσιώδης για την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, παραπέμποντας σε σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της νομολογίας που διέπει το ζήτημα της προσαγωγής μαρτυρίας.

 

Η συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση, με τη Γραπτή της Αγόρευση, παραθέτοντας τις βασικές αρχές που διέπουν το θέμα προσαγωγής μαρτυρίας ως αυτές απορρέουν από τη σχετική επί του ζητήματος νομολογία, εισηγείται πως στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ως εκ τούτου, η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, αναφέρει ότι τα έγγραφα των οποίων επιδιώκεται η προσαγωγή, δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας στην αιτήτρια, δεν επιτελούν κανένα σκοπό και δεν είναι αναγκαία για την εξακρίβωση των γεγονότων που είναι σχετικά με την υπόθεση.

 

Η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση, κατά την αγόρευσή της επί της αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής:  Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια επιδιώκει την προσαγωγή ένορκης δήλωσης ως Τεκμήριο 1, συνοδευόμενης από τα Τεκμήρια 3 έως 7, εκ των οποίων τα περισσότερα είναι στην αγγλική γλώσσα και ορισμένα αποτελούν φωτογραφίες. Κατά τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση, η προτεινόμενη μαρτυρία δεν πληροί τις αναγκαίες νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις ώστε να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο.

 

Αναφέρθηκε ότι η υπό κρίση προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 02/03/2023, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ασύλου της Αιτήτριας, η οποία είχε υποβληθεί στις 14/12/2021. Σύμφωνα με τα πρακτικά της συνέντευξης, η Αιτήτρια είχε αναφέρει ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω εξαναγκασμού της σε γάμο από τη θεία της και ότι ακολούθως διώχθηκε εξαιτίας της διάλυσης του γάμου.  Οι ισχυρισμοί αυτοί έγιναν αποδεκτοί από την Υπηρεσία Ασύλου.  Ωστόσο, ο ισχυρισμός περί κινδύνου εκ νέου εξαναγκασμού σε γάμο σε περίπτωση επιστροφής της δεν έγινε αποδεκτός, καθώς η ίδια είχε παραδεχθεί ότι δεν αντιμετωπίζει φόβο επιστροφής στον άνδρα που παντρεύτηκε.

 

Η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση με την εμπεριστατωμένη γραπτή της αγόρευση ισχυρίστηκε επίσης ότι το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης και των επισυναπτόμενων τεκμηρίων δεν σχετίζονται με όσα η ίδια η Αιτήτρια είχε αναφέρει κατά τη συνέντευξή της ούτε με τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης της γραπτής της αγόρευσης. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ουδέποτε έγινε αναφορά από την Αιτήτρια σε ισχυρισμό περί εγκατάλειψης της χώρας της λόγω της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας. Επιπλέον, υποστηρίχθηκε ότι κατά την αξιολόγηση της αίτησης είχε ήδη εξεταστεί εκτενώς η κατάσταση στη χώρα καταγωγής της, σε συνάρτηση με το προσωπικό της προφίλ και λαμβάνοντας υπόψη εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Κατά την ίδια θέση, τα Τεκμήρια 3 έως 7 δεν σχετίζονται ουσιωδώς με τα επίδικα ζητήματα και δεν μπορούν να στηρίξουν οποιοδήποτε λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης.  Αναφορικά με τα Τεκμήρια 3 έως 7, η συνήγορος των καθ’ων η αίτηση υποστήριξε ότι δεν εξηγείται στην Ένορκη Δήλωση πώς εντοπίστηκαν, πότε περιήλθαν στην κατοχή της Αιτήτριας ούτε γιατί δεν προσκομίστηκαν νωρίτερα ενώπιον της αρμόδιας αρχής ή κατά το στάδιο της συνέντευξης. Υποβλήθηκε δε η θέση ότι η μη έγκαιρη προσκόμιση των εγγράφων οφείλεται αποκλειστικά σε παράλειψη και υπαιτιότητα της ίδιας της Αιτήτριας.  Υποστήριξε επιπλέον ότι δεν αποδεικνύεται πως η Αιτήτρια αδυνατούσε να προσκομίσει τα έγγραφα σε προγενέστερο στάδιο χωρίς δική της υπαιτιότητα.  Επιπρόσθετα, η συνήγορος των καθ’ων η αίτηση παρατηρεί, ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας δεν σχετίζεται με τα όσα η ίδια ανέφερε κατά το στάδιο της συνέντευξης και τα όσα επιθυμεί να προσκομιστούν δεν είναι σχετικά με τον πυρήνα του αιτήματός της. 

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον μπορεί να γίνει αποδεκτή η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, λαμβάνοντας υπόψη το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και το οποίο μελέτησα, ειδικότερα την αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας την ένσταση που υπέβαλε η δικηγόρος που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση, όπως και τις γραπτές και προφορικές αγορεύσεις των διαδίκων, καθώς και τα όσα έχουν καθιερωθεί από τη σχετική επί του ζητήματος νομολογία του Ανωτάτου, του Διοικητικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

 

Είναι χρήσιμο να καταγραφεί το δικονομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεσες αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας, το οποίο προκύπτει από τους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί. Καταρχάς, ο Κανονισμός 3 αυτών, προβλέπει ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «(α) Κάθε προσφυγή καταχωρείται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο με έγγραφη αίτηση, ως το Έντυπο Αρ. 1 συνοδευόμενη από την προσβαλλομένη απόφαση και τα υποστηρικτικά αυτής στοιχεία που επιδόθηκαν στον αιτητή καθώς και οποιαδήποτε νέα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία ήθελε προσκομίσει ο αιτητής.

 

(β) Νέα έγγραφα ή στοιχεία ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία που προσκομίζονται κατά την καταχώριση της προσφυγής, παρατίθενται ή επισυνάπτονται ως τεκμήρια, ανάλογα, σε ένορκη δήλωση από τον Αιτητή. Ο ενόρκως δηλών εξηγεί το λόγο για τον οποίο δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία κατά την εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης καθώς και τη συνάφειά τους με τα επίδικα θέματα.».

 

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 8 των  περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί: «Το Δικαστήριο δύναται να καθορίζει τη διαδικασία και να εκδίδει οδηγίες κατά περίπτωση αναφορικά με τη λήψη γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας ή άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.».

 

Επιπρόσθετα, ο Κανονισμός 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί, προβλέπει ότι «(α) Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται-

(i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και

(ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.».

 

Συνεπώς, οι συναφείς διατάξεις των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί, παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να δεχτεί μαρτυρία, εφόσον βέβαια, τηρηθούν οι δικονομικοί κανόνες που καθορίζονται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς, όπως και οι κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθοριστεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να επιτρέπει στους διαδίκους να προσαγάγουν μαρτυρία, τηρουμένων των Διαδικαστικών Κανονισμών και την πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Το διάταγμα του Δικαστηρίου, για προσκόμιση μαρτυρίας, εκδίδεται πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και στην βάση τούτου ο Κανονισμός 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) του 1962 (οι οποίοι ακολουθούνται σύμφωνα με τον Κανονισμό 2, των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί), καθορίζει πως σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οδηγίες, οι οποίες απαιτούνται προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης.

 

Προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται μόνον όταν η απόδειξη των συγκεκριμένων γεγονότων τεκμηριώνει οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91, ημερ. 24.9.1992 και Lordos Hotels Holdings Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, Υποθ. Αρ. 71/97, ημερ. 18.11.1999). Ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έγκειται στο ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί πρέπει να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και με τους λόγους ακυρώσεως που προωθούνται (βλ. K.N.K. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 5787/13, ημερομηνίας 18/10/2019).

 

Επομένως, για να εξεταστεί και να κριθεί από το Δικαστήριο η σχετικότητα της μαρτυρίας, πρέπει η προτεινόμενη μαρτυρία να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση (βλ. Ιωσηφίδης ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, (2006) 3 ΑΑΔ 677). Εάν η μαρτυρία που ζητείται να προσκομιστεί δεν συγκεκριμενοποιείται, τότε δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να μπορεί να αξιολογηθεί η σχετικότητα της μαρτυρίας που επιδιώκεται να προσκομιστεί (βλ. υποθ. αρ. 1024/14, FBME Bank Ltd v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ημερομηνίας 18/12/2015).

 

Είναι πάγια και διαχρονική η θέση της νομολογίας πως τα γεγονότα που επιδιώκονται να προσκομιστούν με την μαρτυρία πρέπει να προσδιορίζονται με λεπτομέρεια (βλ. Sportsman Betting Co. Limited v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 591 σελ 595, υπόθεση αρ. 300/03, Χρίστος Ιωσηφιδης ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, ημερομηνίας 20/11/02). Όλες οι πιο πάνω κατευθυντήριες αρχές επιβεβαιώθηκαν και από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γρηγόριος Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αν. Έφεση αρ. 3420, (2003) 3 ΑΑΔ 507.

 

Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καθορίσει πως στα πλαίσια του αναθεωρητικού ελέγχου του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας, δεν είναι δυνατόν να προσκομιστεί μαρτυρία η οποία διαφοροποιεί, αλλοιώνει ή μεταβάλλει τα στοιχεία που η διοίκηση είχε ενώπιον της κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Α. 106, και Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335).

 

Η νομολογία είναι καθοριστική ως προς το ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί δεν θα πρέπει να διαφοροποιεί το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη από το αρμόδιο όργανο (Νικολαίδη v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA. 609, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA. 2188, Ακάμας v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA 2321, Κισσόποδα v. Δημοκρατίας (1994) 4 A.AA. 836, Ρούσος ν. Ιωαννίδης και άλλων (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335, Θαλασσινός ν.Δημοκρατίας (2003)3Α.Α.Δ. 507, Δημοκρατία ν. D. J. Karapatakis & Sons Ltd Consortium, ECLI:CY:AD:2015:C519, Α.Ε. 125/2014, ημερομηνίας 13.7.2015).

 

Ωστόσο, επισημαίνω ότι σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3), του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα πλήρους ελέγχου του αιτήματος που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Συνάγεται λοιπόν πως στα πλαίσια του πλήρους και ex nunc ελέγχου, το Δικαστήριο προβαίνει σε πλήρη εξέταση των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που τίθενται ενώπιον του. Σύμφωνα με την παράγραφο 111 της απόφασης C- 585/16, Serin Alheto vs. Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 25/7/2018, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): “111. Στο πλαίσιο αυτό, η έκφραση «ex nunc» αναδεικνύει την υποχρέωση του δικαστή, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιεί, να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής”. Επομένως, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα τηρουμένων των διαδικαστικών κανονισμών να εξετάζει νέα στοιχεία που προέκυψαν μετά την έκδοση της απόφασης, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη τις αρχές της νομολογίας που έχει καθιερώσει το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Αφού άκουσα τους διαδίκους και μελέτησα το ενώπιον μου υλικό, αλλά και τις γραπτές και προφορικές αγορεύσεις τους κατά την ακρόαση της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα έχουν καθιερωθεί από την νομολογία του Ανωτάτου, του Διοικητικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, διαπιστώνω πως η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί από την αιτήτρια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που αναλύονται αμέσως πιο κάτω.

 

Αναφορικά με το Τεκμήριο 3 αποτελεί φωτογραφία που ισχυρίζεται ότι απεικονίζει καπνούς από κτίριο της Γαλλικής πρεσβείας στην Κινσάσα που καίγεται στις 28/1/2025.  Το τεκμήριο 4 αποτελεί φωτογραφία της ίδιας ημέρας με νεκρά σώματα από τις συγκρούσεις και ως τεκμήριο 5 παρατίθεται επίσης φωτογραφία από περίθαλψη τραυματία στις 28/1/2025.  Αναφορικά με το τεκμήριο 6 αποτελεί άρθρο από την ιστοσελίδα της εφημερίδας Al Jazeera με τίτλο Protesters attack French, US,Rwandan, embassies in DRC το οποίο εισηγείται πως παρουσιάζει την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της.  Σε σχέση με το τεκμήριο 7, το οποίο αποτελεί ανακοίνωση της πρεσβείας των ΗΠΑ για τις 28/1/2025 το οποίο υποστηρίζει πως επίσης στη χώρα της υπάρχει ορατός κίνδυνος για τη ζωή της και απάνθρωπη μεταχείριση.

 

Αναφορικά με τα Τεκμήρια 3 έως 7, διαπιστώνεται ότι αυτά αποτελούν γενικής φύσεως δημοσιεύματα, φωτογραφικό υλικό και ανακοινώσεις που αφορούν την ευρύτερη κατάσταση ασφαλείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό κατά τον Ιανουάριο του 2025. Ειδικότερα, τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 αποτελούν φωτογραφικό υλικό που φέρεται να απεικονίζει επεισόδια βίας, συγκρούσεις και τραυματισμούς στην Κινσάσα στις 28.01.2025, το Τεκμήριο 6 αποτελεί δημοσίευμα της Al Jazeera αναφορικά με επιθέσεις διαδηλωτών σε πρεσβείες, ενώ το Τεκμήριο 7 αποτελεί ανακοίνωση της U.S. Embassy in the Democratic Republic of the Congo της ίδιας ημερομηνίας.

 

Ωστόσο, το εν λόγω υλικό δεν συνιστά προσωπική μαρτυρία της αιτήτριας ούτε συνδέεται άμεσα με τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων εδράζεται η αίτησή της. Η αιτήτρια δεν ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα ή αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που απεικονίζονται ή περιγράφονται στα πιο πάνω τεκμήρια. Αντιθέτως, κατά τον επίμαχο χρόνο, στις 28.01.2025, η αιτήτρια βρισκόταν ήδη στην Κυπριακή Δημοκρατία και συνεπώς δεν είχε προσωπική εμπλοκή ή άμεση έκθεση στα συγκεκριμένα γεγονότα.

 

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί που αποτέλεσαν τον πυρήνα της υπό εξέταση αίτησης αφορούσαν, αφενός, τον ισχυρισμό περί εξαναγκασμού της σε γάμο κατά την ανηλικότητά της και, αφετέρου, τον ισχυρισμό περί δίωξης εναντίον της ίδιας και του συντρόφου της από τη θεία της, λόγω της διάλυσης του εν λόγω γάμου. Αμφότεροι οι πιο πάνω ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί. Αντιθέτως, ο προβαλλόμενος φόβος ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της θα εξαναγκαζόταν εκ νέου σε γάμο δεν έγινε αποδεκτός.  Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί που προωθούνται μέσω των εγγράφων δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα θέματα.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, τα Τεκμήρια 3 έως 7 δεν παρέχουν ουσιώδη υποστήριξη στους προσωπικούς ισχυρισμούς της αιτήτριας ούτε τεκμηριώνουν σύνδεση μεταξύ των γενικών περιστατικών ασφαλείας που περιγράφουν και της ατομικής της περίπτωσης. Τα εν λόγω τεκμήρια αναφέρονται σε γενικές συνθήκες που επικρατούσαν σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο και δεν αποδεικνύουν ότι η αιτήτρια αντιμετώπισε ή θα αντιμετωπίσει προσωπικά κίνδυνο συνεπεία των γεγονότων αυτών.  Η συνήγορός της μάλιστα διευκρίνισε πως η αιτήτρια δεν συνδέεται με το περιστατικό ημερομηνίας 25/1/2025.  Ως εκ τούτου, η αποδεικτική τους αξία περιορίζεται στην περιγραφή του γενικού πλαισίου της χώρας καταγωγής και δεν δύναται να υποκαταστήσει την απαιτούμενη εξατομικευμένη σύνδεση μεταξύ των γεγονότων και του επικαλούμενου κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

 

Περαιτέρω, επισημαίνω ότι η κρίση του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται σε μια στατική αποτίμηση των συνθηκών που επικρατούσαν κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης. Αντιθέτως, στο πλαίσιο της εξέτασης της παρούσας προσφυγής, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε αξιολόγηση της ουσίας της υπόθεσης υπό το φως των πραγματικών και νομικών δεδομένων που υφίστανται κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης. Ως εκ τούτου, η κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας θα αξιολογηθεί με βάση τα πλέον πρόσφατα και επικαιροποιημένα στοιχεία που είναι διαθέσιμα κατά τον χρόνο της δικανικής κρίσης και όχι αποκλειστικά βάσει γεγονότων ή περιστατικών που έλαβαν χώρα σε προγενέστερο χρόνο.  Αυτό όμως είναι ζήτημα που αφορά την ουσία της προσφυγής και είναι ξεκάθαρο πως στα πλαίσια της παρούσας αίτησης εξετάζω την σχετικότητα της μαρτυρίας που προτίθεται να προσκομιστεί πάντοτε με το προσωπικό αίτημα και όχι με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη χώρα της αιτήτριας διεθνούς προστασίας.

 

Ενόψει των ανωτέρω, η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί από την αιτήτρια με την υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, για τους λόγους που εκτενώς αναλύονται πιο πάνω.  Για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται με €500 έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

Η προσφυγή ορίζεται για Οδηγίες στις 3/7/2026 και ώρα 9:00.

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο