ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή αρ. ΝΑ 181/25
3 Ιουνίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002,
Ν. 168(Ι)/2002 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΑΡ.1) ΤΟΥ 2003
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
T.L.
από Καμερούν
Αιτητής
Ο Αιτητής εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως
Για τους Καθ' ων η αίτηση: Ιωάννα Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας,
Σ. Θεοδοσίου- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
E. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την αίτησή του ημερομηνίας 9.10.2025, αιτείται την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, έτσι ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο, προκειμένου να χειριστεί την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρίσει εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποίαν απορρίπτεται η αίτησή του για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ως προκύπτει από το γραπτό σημείωμα που κατατέθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο
που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα, καθώς και από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτό, τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση σκιαγραφούνται ως ακολούθως:
Ο Αιτητής υπήκοος του Καμερούν, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία μέσω κατεχομένων. Συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 27.2.2020. Την ίδια μέρα, δηλαδή στις 27.2.2020, παρέλαβε τη Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας. Στις 18.12.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 18.12.2023 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, σχετικά με το αίτημα του Αιτητή. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την Εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή στις 18.12.2023. Στις 22.1.2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα του Αιτητή η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 22.1.2024. Στις 22.1.2024 ο Αιτητής καταχώρησε προσφυγή υπ΄ αριθμό 214/24 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Στη συνέχεια ήτοι στις 9.9.2025 ο Αιτητής συμπλήρωσε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του για παροχή διεθνούς προστασίας. Ακολούθως, αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε σχετική έκθεση/εισήγηση ημερομηνίας 26.9.2025 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγείτο την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτη. Στις 29.9.2025 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε το σημείωμα/ εισήγηση του λειτουργού σχετικά με την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή, όπου η μεταγενέστερη αίτηση κρίθηκε ως απαράδεκτη. Στις 6.10.2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 6.10.2025.
Εναντίον της απόφασης αυτής, ο Αιτητής καταχώρισε την υπ' αρ. Τ493/2025 προσφυγή για την προώθηση της οποίας, επιθυμεί να λάβει δωρεάν νομική αρωγή, μέσω της υπό εξέταση αίτησης.
Στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής, ο Αιτητής κατέγραψε ότι η γυναίκα του και το έξι (6) εβδομάδων παιδί του είναι εδώ στην Κύπρο. Πρόσθεσε πως δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του λόγω της κατάστασης που επικρατεί καθώς και επειδή η αστυνομία τον αναζητά και έχει εκδώσει ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Κατέγραψε πρόσθετα πως οι Αμπαζόνιοι τον αναζητούν για ένα όπλο που είχε ο πατέρας του και που ο ίδιος δεν γνωρίζει που βρίσκεται.
Η θέση των Καθ’ ων η αίτηση και η αξιολόγηση του Δικαστηρίου
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, δια του σημειώματός της, επισήμανε ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθώς ο Αιτητής δεν είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και ως εκ τούτου δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του περί Νομικής Αρωγής Νόμου. Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι, μετά την οριστική απόρριψη της αρχικής αίτησης ασύλου και της σχετικής προσφυγής του, παύει να έχει την ιδιότητα του αιτητή διεθνούς προστασίας. Κατά τη θέση της, η μεταγενέστερη αίτηση δεν συνιστά νέα αυτόνομη αίτηση ασύλου, αλλά αποτελεί απλώς περαιτέρω διάβημα στο πλαίσιο ήδη απορριφθείσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, μέχρι να κριθεί παραδεκτή η μεταγενέστερη αίτηση και να αποφασιστεί η επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης, ο αιτητής δεν ανακτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του αιτητή διεθνούς προστασίας ούτε απολαμβάνει τα συναφή δικαιώματα και ευεργετήματα, όπως η παροχή δωρεάν νομικής αρωγής. Η συνήγορος τονίζει ότι επανεξέταση μπορεί να υπάρξει μόνο εφόσον προσκομιστούν νέα ουσιώδη στοιχεία, τα οποία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας και τα οποία ο αιτητής δεν μπορούσε, χωρίς δική του υπαιτιότητα, να υποβάλει κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Προς υποστήριξη της θέσης αυτής γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία τόσο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και των κυπριακών δικαστηρίων. Ειδικότερα παραπέμπει στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-239/14 Abdoulaye Amadou Tall ημερομηνίας 17.12.2015, καθώς και στις αποφάσεις SOHEL MADBER ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 8/2022, ημερομηνίας 17.11.2022, Singh ν. Υπουργού Εσωτερικών κ.ά., Υπόθεση αρ. 672/2021, ημερομηνίας 27.07.2021, Α.ΚU ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, Υπ. Αρ. ΔΚ 24/21, ημερομηνίας 12.04.2021, καθώς και στις αποφάσεις ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ AKTER, Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 79/2021, ημερομηνίας 17.11.2021, και ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ REZA, Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 59/2021, ημερομηνίας 05.07.2021. Η επιχειρηματολογία της στηρίζεται κυρίως στην ερμηνεία του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και στη θέση ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν επαναφέρει αυτομάτως το καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας.
Έχω εξετάσει με προσοχή τις θέσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση, τη σχετική νομολογία, καθώς και το εφαρμοστέο εθνικό και ενωσιακό νομοθετικό πλαίσιο. Παρά τη βαρύτητα της επιχειρηματολογίας που προβάλλεται, δεν θεωρώ ότι η ερμηνεία αυτή μπορεί να γίνει αποδεκτή στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 6Β(2) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.
Πράγματι, από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου προκύπτει ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν θεωρείται «νέα αίτηση», αλλά περαιτέρω διάβημα στο πλαίσιο ήδη αποφασισθείσας αίτησης. Επίσης, ορθώς επισημαίνεται ότι ο νομοθέτης εισάγει μηχανισμό προκαταρκτικής εξέτασης προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η SOHEL MADBER ορθώς αναγνωρίζει ότι η υποβολή μεταγενέστερης αίτησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως αναβίωση όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιδιότητα του αιτητή διεθνούς προστασίας, ούτε αυτοδίκαιο δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία.
Πλην όμως, το κρίσιμο ζήτημα στην παρούσα διαδικασία δεν είναι εάν ο αιτητής απολαμβάνει αυτοδικαίως όλων των ουσιαστικών ή δικονομικών δικαιωμάτων που συνδέονται με εκκρεμούσα αρχική αίτηση διεθνούς προστασίας. Το ζήτημα που τίθεται είναι σαφώς στενότερο και αφορά το κατά πόσον πρόσωπο που προσβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου απόφαση του Προϊσταμένου εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου δύναται να αιτηθεί δωρεάν νομική αρωγή δυνάμει του άρθρου 6Β(2) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.
Κατά την άποψή μου, το ίδιο το κείμενο του άρθρου 6Β(2)(α) παρέχει σαφή απάντηση στο ζήτημα αυτό. Η διάταξη προβλέπει ρητώς ότι παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας ο οποίος ασκεί προσφυγή κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου η οποία λήφθηκε, μεταξύ άλλων, δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου. Η ρητή αυτή παραπομπή δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ νομοθετικού περιεχομένου.
Το άρθρο 12Βτετράκις ρυθμίζει ακριβώς τις περιπτώσεις απαραδέκτων αιτήσεων, περιλαμβανομένων των μεταγενέστερων αιτήσεων που απορρίπτονται λόγω έλλειψης νέων στοιχείων ή πορισμάτων. Επομένως, όταν ο ίδιος ο νομοθέτης εντάσσει ρητώς τις αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου αυτού στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6Β(2)(α), δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ότι πρόσωπα που προσβάλλουν τέτοιες αποφάσεις αποκλείονται εξ ορισμού από τη δυνατότητα αίτησης νομικής αρωγής.
Η αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε σε ανεπιεικές και κυκλικό αποτέλεσμα. Θα σήμαινε ότι η διοίκηση, χαρακτηρίζοντας τη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, θα μπορούσε ταυτόχρονα να αποκλείσει τον ενδιαφερόμενο από τη δυνατότητα λήψης νομικής αρωγής για να αμφισβητήσει ακριβώς τη νομιμότητα της κρίσης περί απαραδέκτου. Με άλλα λόγια, η επίδικη διοικητική κρίση θα λειτουργούσε εκ προοιμίου ως εμπόδιο στον αποτελεσματικό δικαστικό της έλεγχο. Τέτοια προσέγγιση δεν συνάδει με τον χαρακτήρα της προσφυγής ως πραγματικού και αποτελεσματικού ενδίκου βοηθήματος.
Πρόσθετα, αντίθετη ερμηνεία οδηγεί πρακτικά σε αδρανοποίηση της ρητής αναφοράς του άρθρου 12Βτετράκις στο άρθρο 6Β(2)(α). Αν γίνει δεκτό ότι ο αιτητής μεταγενέστερης αίτησης δεν θεωρείται, για σκοπούς του άρθρου 6Β, αιτητής διεθνούς προστασίας, τότε η νομοθετική πρόβλεψη περί αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις καθίσταται ουσιαστικά κενή περιεχομένου. Τέτοια ερμηνεία δεν συνάδει με τις αρχές της συστηματικής και τελολογικής ερμηνείας, κατά τις οποίες πρέπει να αποδίδεται ουσιαστικό κανονιστικό περιεχόμενο σε κάθε νομοθετική πρόβλεψη.
Επιπλέον, το άρθρο 6Β(2)(α) δεν περιορίζεται σε πρόσωπα των οποίων εκκρεμεί αρχική αίτηση διεθνούς προστασίας. Αντιθέτως, συνδέει το δικαίωμα νομικής αρωγής με τη φύση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης. Ο νομοθέτης αναγνωρίζει ρητώς ότι αποφάσεις απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις αποτελούν αποφάσεις οι οποίες μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή για την οποία δύναται να ζητηθεί νομική αρωγή. Δεν είναι συνεπώς επιτρεπτό να ερμηνεύεται η έννοια του «αιτητή διεθνούς προστασίας» με τρόπο που αποκλείει ακριβώς τα πρόσωπα στα οποία αφορά η συγκεκριμένη κατηγορία αποφάσεων.
Περαιτέρω, το άρθρο 6Β(2) δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκομμένα από το ενωσιακό δίκαιο. Το άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ κατοχυρώνει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και κατά αποφάσεων με τις οποίες αίτηση διεθνούς προστασίας κρίνεται απαράδεκτη. Στις αποφάσεις αυτές περιλαμβάνονται και αποφάσεις που αφορούν μεταγενέστερες αιτήσεις. Το άρθρο 20 της ίδιας Οδηγίας επιτρέπει περιορισμό της δωρεάν νομικής συνδρομής στο στάδιο της προσφυγής όταν το ένδικο μέσο δεν έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας. Δεν προβλέπει, όμως, αποκλεισμό της δυνατότητας υποβολής αιτήματος νομικής αρωγής λόγω του ότι η αίτηση είναι μεταγενέστερη ή επειδή η διοίκηση την έκρινε απαράδεκτη.
Η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Tall, στην οποία παραπέμπει η Δημοκρατία, δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα. Η απόφαση αυτή αναγνωρίζει ότι, σε περιπτώσεις μεταγενέστερων αιτήσεων χωρίς νέα στοιχεία, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν διαδικασίες που αποκλίνουν από τις πλήρεις εγγυήσεις της αρχικής εξέτασης. Δεν θεμελιώνει, όμως, γενικό αποκλεισμό της πρόσβασης σε ένδικο μέσο ή σε νομική συνδρομή όπου το ενωσιακό δίκαιο την προβλέπει υπό προϋποθέσεις. Η αποτροπή καταχρηστικών μεταγενέστερων αιτήσεων επιτυγχάνεται μέσω της διαδικασίας απαραδέκτου και, στο στάδιο της νομικής αρωγής, μέσω της εξέτασης των πραγματικών πιθανοτήτων επιτυχίας της προσφυγής. Δεν επιτυγχάνεται με προγενέστερο και απόλυτο αποκλεισμό του αιτητή από το πεδίο του άρθρου 6Β(2).
Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρώ ότι η SOHEL MADBER δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως δεσμευτική αυθεντία για το ειδικό ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 6Β(2) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε πρωτίστως το κατά πόσον πρόσωπο που υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση διατηρούσε αυτοδίκαιο δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία και κατά πόσον ήταν νόμιμη η έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Η αναφορά ότι ο αιτητής «δεν είναι αιτητής διεθνούς προστασίας» έγινε στο πλαίσιο εξέτασης του δικαιώματος παραμονής και της νομιμότητας διοικητικών μέτρων απομάκρυνσης και όχι στο ειδικό νομοθετικό πλαίσιο του άρθρου 6Β περί νομικής αρωγής.
Η διαφοροποίηση αυτή είναι ουσιώδης. Η έννοια του «αιτητή διεθνούς προστασίας» ερμηνεύεται πάντοτε υπό το φως του σκοπού και του αντικειμένου της συγκεκριμένης διάταξης. Στο πλαίσιο του άρθρου 6Β(2), ο σκοπός της διάταξης είναι η διασφάλιση αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη για πρόσωπα που αμφισβητούν αποφάσεις ασύλου, περιλαμβανομένων ρητώς αποφάσεων απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις.
Κατά συνέπεια, κρίνω ότι πρόσωπο το οποίο ασκεί προσφυγή κατά απόφασης του Προϊσταμένου εκδοθείσας δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου εμπίπτει, για τους σκοπούς του άρθρου 6Β(2) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου, στην έννοια του αιτητή διεθνούς προστασίας και δύναται να υποβάλει αίτηση νομικής αρωγής. Το κατά πόσον τελικώς δικαιούται τη χορήγηση της αρωγής εξαρτάται από τη συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, και ιδίως από την ύπαρξη πραγματικών πιθανοτήτων επιτυχίας της προσφυγής του.
Η προϋπόθεση της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής
Έχοντας λοιπόν αποφανθεί τα ανωτέρω, επισημαίνω ότι ο Αιτητής έχει καταχωρίσει
προσφυγή κατά της δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 και συνεπώς η εξεταζόμενη περίπτωση εμπίπτει στο άρθρο 6Β(2)(α) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά στην πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής και ότι συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση παραχώρησης δωρεάν νομικής αρωγής ως αυτή θεσπίζεται με το εδάφιο (αα) του άρθρου 6Β(2) (ανωτέρω), κρίσιμη καθίσταται η εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, θεσπιζόμενης διά του εδαφίου (ββ) της ίδιας διάταξης, την ύπαρξη δηλαδή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της σκοπούμενης προσφυγής.
Σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα νομολογία, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας[1].
Οι πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας θα πρέπει να εξετάζονται και υπό το φως της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου χωρίς να περιορίζεται αυθαίρετα η παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας[2].
Σημειώνεται δε, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει ήδη καταχωριστεί από τον Αιτητή, εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής[3].
Σημειώνεται εξάλλου ότι, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βασιμότητας της αίτησης παροχής νομικής αρωγής, στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του[4].
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Έχω μελετήσει προσεκτικά το Γραπτό Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα και τα επισυνημμένα σε αυτό έγγραφα, τη συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, την εισηγητική έκθεση και την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, τους ισχυρισμούς του Αιτητή ενώπιόν του Δικαστηρίου και γενικά το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου.
Από το ενώπιόν μου υλικό προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν και στην αρχική του αίτηση ασύλου ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της γενικότερης κρίσης και ανασφάλειας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Ανέφερε ότι ο πατέρας και ο αδελφός του σκοτώθηκαν από ένοπλους άνδρες και ότι ο ίδιος φοβήθηκε για τη ζωή του. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον μελών της οικογένειάς του λόγω ενεργειών του θείου του, ο οποίος αναζητούσε τους δολοφόνους του πατέρα του.
Κατά την αξιολόγηση της αίτησής του, οι Καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν την ταυτότητα και χώρα καταγωγής του Αιτητή, καθώς και τη γενική κατάσταση ανασφάλειας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Ωστόσο, απέρριψαν ως μη αξιόπιστους τους ισχυρισμούς του περί στοχοποίησης του ίδιου και της οικογένειάς του και περί έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης, κρίνοντας ότι οι αναφορές του παρουσίαζαν αντιφάσεις και έλλειψη επαρκούς τεκμηρίωσης. Ακολούθως, κρίθηκε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις ούτε για αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος ούτε για χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Στη μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής επανέλαβε ουσιαστικά ότι εξακολουθεί να αναζητείται από τις αρχές του Καμερούν και ότι υφίσταται ενδιαφέρον εναντίον του τόσο από την αστυνομία όσο και από τους Αμπαζόνιους σε σχέση με όπλο που φερόταν να ανήκε στον πατέρα του. Οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούσαν νέα στοιχεία αλλά επανάληψη όσων ήδη είχαν προβληθεί και εξεταστεί κατά την αρχική διαδικασία ασύλου και, ως εκ τούτου, απέρριψαν τη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.
Ωστόσο, παρατηρώ ότι στη μεταγενέστερη αίτησή του ο Αιτητής προέβαλε επίσης ότι έχει πλέον σύζυγο και τέκνο, το οποίο γεννήθηκε στην Δημοκρατία στις 16.08.2025, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο τόσο της απορριπτικής απόφασης επί της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας όσο και της απορριπτικής απόφασης του ΔΔΔΠ ημερομηνίας 05.04.2024. Τα στοιχεία αυτά, εκ της φύσεώς τους, δεν ήταν δυνατό να είχαν τεθεί ή εξεταστεί κατά την προηγούμενη διαδικασία ασύλου ή κατά την εκδίκαση της αρχικής προσφυγής, αφού αφορούν γεγονότα που επήλθαν μεταγενέστερα.
Δεν μου διαφεύγει ότι ο Αιτητής δεν φαίνεται να έχει προσκομίσει πιστοποιητικό γέννησης του ανήλικου τέκνου του και/ή πιστοποιητικό γάμου. Παρά ταύτα, από το ενώπιόν μου υλικό δεν προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε οποιαδήποτε διερεύνηση αλλά ούτε και ουσιαστική αξιολόγηση των νέων αυτών πραγματικών δεδομένων. Ούτε και εξέτασαν το κατά πόσον αυτά δύνανται να επηρεάζουν την κατάσταση του Αιτητή υπό το πρίσμα των υποχρεώσεων της Δημοκρατίας που απορρέουν τόσο από το εθνικό όσο και από το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο. Ιδίως, δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε αναφορά ή αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου, παρά το ότι τούτο αποτελεί πρωταρχική παράμετρο που οι διοικητικές αρχές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη σε κάθε απόφαση που δυνατόν να επηρεάζει ανήλικο παιδί[5].
Συναφώς, επισημαίνεται ότι η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού κατοχυρώνεται τόσο στο άρθρο 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, ενώ αποτελεί και γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου. Η υποχρέωση των διοικητικών αρχών να προβαίνουν σε ειδική και εξατομικευμένη αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού δεν αίρεται εκ του γεγονότος ότι η αίτηση κρίνεται στο στάδιο του παραδεκτού. Αντιθέτως, όταν προβάλλονται νέα οικογενειακά δεδομένα και ιδίως η ύπαρξη ανήλικου τέκνου, τα στοιχεία αυτά οφείλουν να εξετάζονται δεόντως ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον επηρεάζουν τη νομική και πραγματική κατάσταση του αιτητή ή κατά πόσον δημιουργούνται ζητήματα που άπτονται των υποχρεώσεων μη επαναπροώθησης ή του δικαιώματος οικογενειακής ζωής.
Περαιτέρω, παρατηρώ ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν φαίνεται να έχουν εξετάσει καθόλου το καθεστώς παραμονής της συζύγου και του τέκνου του Αιτητή στη Δημοκρατία, ούτε κατά πόσον τα πρόσωπα αυτά έχουν ήδη υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και, σε καταφατική περίπτωση, σε ποιο στάδιο βρίσκεται η εξέταση των σχετικών αιτημάτων τους. Τούτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το φως του γεγονότος ότι στη μεταγενέστερη αίτησή του ο ίδιος ο Αιτητής καταγράφει ρητώς τα ονοματεπώνυμα των μελών της οικογένειάς του στο πεδίο «Family members-dependants included in the application (accompanying the applicant)». Παρά την ύπαρξη των στοιχείων αυτών ενώπιον της διοίκησης, δεν προκύπτει οποιαδήποτε διερεύνηση της οικογενειακής κατάστασης του Αιτητή, της νομικής θέσης των εξαρτωμένων μελών της οικογένειάς του ή των πιθανών συνεπειών που θα μπορούσε να επιφέρει η απορριπτική απόφαση επί της οικογενειακής ενότητας και του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Εκ πρώτης όψεως, τα πιο πάνω στοιχεία φαίνεται να συνιστούν πραγματικά δεδομένα τα οποία δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο εξέτασης της αρχικής αίτησης και τα οποία δεν φαίνεται να έτυχαν οποιασδήποτε ουσιαστικής αξιολόγησης από τους Καθ’ ων. Υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να αποκλειστεί ότι η προσφυγή του Αιτητή εγείρει ζητήματα με πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας ως προς τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, ιδίως αναφορικά με την πληρότητα της έρευνας, την υποχρέωση συνεκτίμησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, καθώς και την εξέταση των οικογενειακών δεδομένων και του καθεστώτος παραμονής των εξαρτωμένων μελών της οικογένειας του Αιτητή.
Κατά συνέπεια, και χωρίς το Δικαστήριο να προδικάζει την τελική έκβαση της κυρίως προσφυγής, κρίνω ότι πληρούται το κριτήριο των πραγματικών πιθανοτήτων επιτυχίας που απαιτεί το άρθρο 6Β(2) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου και, ως εκ τούτου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση νομικής αρωγής στον Αιτητή.
Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τον περί Νομικής Αρωγής (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2024, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 31.12.2024[6], δεν απαιτείται πλέον η υποβολή κοινωνικοοικονομικής έκθεσης για αιτητές διεθνούς προστασίας, ως είναι και η παρούσα.
Ενόψει των ανωτέρω, έχοντας διαπιστώσει ότι υφίστανται εκ πρώτης όψεως πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής του Αιτητή αποφασίζω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση Νομικής Αρωγής και, συνεπώς, η αίτησή του εγκρίνεται. Εντέλλεται το αρμόδιο Πρωτοκολλητείο να προχωρήσει στις νενομισμένες διαδικασίες για διορισμό δικηγόρου σύμφωνα με τον Διαδικαστικό Κανονισμό, δυνάμει του σχετικού Νόμου. Τα έξοδα του Διερμηνέα όπως προέκυψαν κατά τη δικαστική διαδικασία να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Ε. Ρήγα Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1]Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερ. 14.10.2010
[2]ποφάσειςστηνΑίτησηΝομικήςΑρωγής αρ. 10/2010, Αlali Abdulhamid, ημερ. 06.05.2010 και στηνΑίτησηΝομικήςΑρωγής αρ. 25/2010, Antonia Adahor, ημερ. 13.12.2010
[3]Αποφάσεις στις Yπoθ. αρ. 278/09, Durgo Man v. Δημοκρατίας, ημερ. 15.07.2009, και Yπoθ. αρ. 7/11 και 8/11, NaciraBaghour και Roud Gad, ημερ. 28.03.2011
[4]Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 31/2013, Singh Khushwant, ημερ. 23.12.2013
[5] UNHCR, ' Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Εξέταση των Αιτημάτων Ασύλου των Παιδιών στο πλαίσιο των άρθρων 1 (Α) 2 και 1 (ΣΤ) της Σύμβασης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων' (2009), 6 διαθέσιμο σε https://www.unhcr.org/gr/wp-content/uploads/sites/10/2017/05/children-Asylum-Seekers-UNHCR-2009.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 29.07.2024)
[6] Δυνάμει του άρθρου 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, το οποίο προβλέπει ότι: «7. Κάθε Νόμος και κάθε δημόσιο έγγραφο, που γίνεται ή εκδίδεται με βάση το Νόμο αυτό ή άλλη νόμιμη εξουσία και που έχει νομοθετική ισχύ θα πρέπει να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και, εκτός αν προβλέπεται σε αυτόν διαφορετικά, θα ισχύει και θα τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της δημοσίευσης και θα είναι δικαστικά γνωστός (judicially noticed).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο