ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
18 Ιουνίου,2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
B.W.Z.,
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόρος για Αιτήτρια: Α. Πλιάκα (κα) για Δ. Κυριάκου (κα)
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Χ. Καστανάς (κος) για Κ. Χρυσοστόμου (κα)
Ο Αιτητής παρών
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 20.06.2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη και ως «ΛΔΚ»), την οποίαν εγκατέλειψε στις 03.10.2021 και αφίχθηκε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές στις 30.10.2021. Την 01.12.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 20.05.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 05.06.2024 συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση, εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Στις 20.06.2024, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 17.07.2024, μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας. Εναντίον της απόφασης αυτής ο Αιτητής καταχώρησε την υπό κρίση προσφυγή στο παρόν Δικαστήριο.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας, στο πλαίσιο της γραπτής της αγόρευσης, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, η συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε καθ' υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας καθώς δεν επεξηγήθηκαν στον Αιτητή τα βασικά δικαιώματά του, ήτοι η διεξαγωγή συνέντευξης στην παρουσία δικηγόρου. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η απόφαση λήφθηκε υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα και το νόμο, και χωρίς τη δέουσα έρευνα, καθότι οι Καθ΄ ων η αίτηση αγνόησαν ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή, ήτοι η ΛΔΚ δεν ανήκε στην ομάδα χωρών που έχουν χαρακτηριστεί ως ασφαλείς χώρες σύμφωνα με το Κ.Π.Δ. 191/2024. Τέλος, εγείρεται ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να πάσχει νομικά.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Καταρχάς, μελετώντας τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, εύκολα διαπιστώνεται ότι πλην του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας ο οποίος προωθείται επί τη βάση σχετικής επιχειρηματολογίας, οι υπόλοιποι προωθούνται με γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων, χωρίς ωστόσο να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ή επιχειρήματα, που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του αυτούς. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962.[1]
Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[2] ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.[3] Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344, Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344, όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποίαν παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.
Στην εξεταζόμενη λοιπόν υπόθεση δεν ήταν αρκετό να τεθεί στα νομικά σημεία της αιτήσεως ακυρώσεως αλλά και της μετέπειτα καταχωρισθείσας γραπτής αγόρευσης, με γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία, η παραβίαση κανόνων δικαίου κάτω από τη γενικότερη σφαίρα παραβίασης των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου με τον οποίον οι αρχές αυτές παραβιάζονται. Στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθούνται οι λόγοι ακυρώσεως περί του αναιτιολόγητου, πλάνης κ.τ.λ. ουδόλως εξηγείται με τη γραπτή αγόρευση, που είναι και το μέσο για ανάπτυξη μίας τέτοιας επιχειρηματολογίας.
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, αυτό που επίσης παρατηρείται είναι πως πέραν από γενικόλογους λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής δεν προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Υπενθυμίζεται ότι, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας το οποίο εξετάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc), κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή). Συνεπώς η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών, αφού ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως είναι βάσιμοι, καμία επίδραση δεν θα έχει, μία τέτοια κρίση, στο νομικό αποτέλεσμα που επήλθε με την προσβαλλόμενη απόφαση αφού ο Αιτητής δεν προβάλλει, ως οφείλει, ειδικούς και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς που να δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, που είναι και το κρίσιμο στα πλαίσια της έκτασης του ελέγχου του παρόντος δικαστηρίου.[4]
Όλοι λοιπόν οι λόγοι ακυρώσεως, πλην αυτών που αφορούν στην έλλειψη δέουσας έρευνας, είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης ως γενικοί, αόριστοι αλλά και αλυσιτελείς και κατά τούτο απορρίπτονται στο σύνολό τους. Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5] θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση και με το λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν στη διάθεση τους.
Κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω οικογενειακών συγκρούσεων (βλ. ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 12 δ.φ.).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε άγαμος, αναφέροντας ωστόσο, ότι είναι σε σχέση, με την σύντροφο του να περιμένει παιδί. Ως προς την πατρική του οικογένεια, δήλωσε ότι δεν γνώρισε τον πατέρα του, και η μητέρα του απεβίωσε το 2019. Όσον αφορά το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς εργασιακή πείρα, στηριζόμενος οικονομικά από τον θείο του (βλ. ερυθρά 35-33 δ.φ.).
Αναφορικά με την ουσία του αιτήματός του, Ο Αιτητής ανέφερε ότι η μητέρα του απεβίωσε το 2019, όταν ο ίδιος ήταν 17 ετών. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο πατέρας του εγκατέλειψε τη μητέρα του κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της και, ως εκ τούτου, ο ίδιος μεγάλωσε μαζί με τη μητέρα του στην οικία του θείου του και της συζύγου αυτού. Όπως ανέφερε, όταν ο θείος του άρχισε να του δείχνει ιδιαίτερη στοργή και ενδιαφέρον, η σύζυγος του θείου του άρχισε να τον κακομεταχειρίζεται συστηματικά, υποβάλλοντάς τον σε σωματική βία και στερώντας του τροφή. Ισχυρίστηκε ότι, ενώ παρουσία του θείου του η συμπεριφορά της ήταν καλή, κατά τις περιόδους που εκείνος απουσίαζε λόγω εργασίας ή ανάπαυσης, τον κλείδωνε εκτός της οικίας. Παρά τα περιστατικά αυτά, απέφευγε να ενημερώσει τον θείο του, προκειμένου να μη διαταράξει τη σχέση του ζεύγους. Ωστόσο, λόγω της συνεχούς κακομεταχείρισης, ο Αιτητής ανέφερε ότι προειδοποίησε τη σύζυγο του θείου του πως θα αποκάλυπτε τη συμπεριφορά της στον τελευταίο, με εκείνη να τον απειλεί ότι θα τον σκότωνε εάν προέβαινε σε οποιαδήποτε αποκάλυψη. Περαιτέρω, δήλωσε ότι, σε μία περίπτωση κατά την οποία βρισκόταν μόνος με τον θείο του στην οικία τους, ενώ η σύζυγος αυτού απουσίαζε, ο θείος του τον ενημέρωσε για την πρόθεσή του να τον αποστείλει στο εξωτερικό προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του και προέβη στις απαραίτητες ενέργειες για τη διευθέτηση του ταξιδιού του.
Τέλος, ο Αιτητής ανέφερε ότι, κατά την αναχώρησή του, ο θείος του αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και ότι, μία εβδομάδα μετά την άφιξή του στην Κύπρο, δέχθηκε τηλεφώνημα από τη σύζυγο του θείου του, η οποία τον κατηγόρησε για τον θάνατο του τελευταίου και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει σε περίπτωση που επέστρεφε ποτέ στη ΛΔΚ (βλ. ερυθρό 31/1Χ και 2Χ δ.φ.).
Σε σχετικές ερωτήσεις του Λειτουργού, ο Αιτητής ανέφερε ότι η στάση της συζύγου του θείου άλλαξε όταν ο θείος του άρχισε να του δίνει ευθύνες, με αποτέλεσμα να δέχεται κακομεταχείριση και ξυλοδαρμούς (βλ. ερυθρό 30/1Χ δ.φ.). Ως υποστήριξε, δεν αποκάλυψε σε κάποιο την κακομεταχείριση που δεχόταν λόγω φόβου και απειλών (βλ. ερυθρό 30/2Χ δ.φ.). Για να προστατεύσει τον εαυτό του απέφευγε να βρίσκεται στο σπίτι όταν απουσίαζε ο θείος του, και επέστρεφε όταν γνώριζε ότι ο θείος του βρισκόταν στο σπίτι (βλ. ερυθρό 30/3Χ δ.φ.). Ερωτηθείς αν αναζήτησε τη συνδρομή της αστυνομίας, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά (βλ. ερυθρό 30/4Χ δ.φ.), προβάλλοντας ως λόγο την περιορισμένη δικαιοδοσία των αρχών σε θέματα όπως το συγκεκριμένο (βλ. ερυθρό 29/1Χ δ.φ.). Σε ερωτήσεις αναφορικά με τον θάνατο του θείου του και τις απειλές που δέχθηκε από την σύζυγό του, ο Αιτητής ανέφερε ότι έλαβε κλήση από την συγκεκριμένη γυναίκα η οποία τον κατηγόρησε για τον θάνατο του θείου μέσω μαγείας, απειλώντας να τον σκοτώσει αν επιστρέψει στη ΛΔΚ (βλ. ερυθρό 29/3Χ και 4Χ δ.φ.). Ως προς τον λόγο της συγκεκριμένης απειλής, ο Αιτητής πρόβαλε την περιουσία του θείου του της οποίας τον έλεγχο έχει η σύζυγός του (βλ. ερυθρά 29/4Χ και 28/1Χ δ.φ.).
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ, και την χώρα καταγωγής του Αιτητή, και ο δεύτερος αναφορικά με την κακομεταχείριση και απειλές που δέχθηκε από τη σύζυγο του θείου του από τον Νοέμβριο του 2020. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός ενώ ο δεύτερος απορρίφθηκε.
Πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με την κακομεταχείριση που δέχθηκε από την σύζυγό του θείου του η οποία τον οδήγησε να εγκαταλείψει την χώρα του. Κληθείς να αναπτύξει την εξέλιξη της σχέσης με τον θείο του, η οποία οδήγησε σε αλλαγή της στάσης της συζύγου του, ο Αιτητής δήλωσε με γενικότητα ότι ξεκίνησε όταν ο θείος του έδωσε κάποιες ευθύνες, χωρίς να εξειδικεύει περαιτέρω τις δηλώσεις του. Ομοίως γενικές και αόριστες κρίθηκαν και οι αναφορές του στην κακομεταχείριση, όπου περιορίστηκε στη γενική δήλωση ότι τον χτυπούσε και δεν του έδινε φαγητό. Παράλληλα, ανεπαρκείς κρίθηκαν και οι δηλώσεις του που αφορούσαν απειλές που δέχθηκε μετά τον θάνατο του θείου, και ενόσω ο ίδιος βρισκόταν στη Δημοκρατία, όπου κατηγορήθηκε ως υπεύθυνος για τον θάνατο του θείου του μέσω μαγείας. Το αφήγημα του κρίθηκε ανεπαρκές και αόριστο, ενώ δεν πρόβαλε εύλογο λόγο που δεν αναζήτησε προστασία από τις αρχές της χώρας του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο Λειτουργός κατέγραψε ότι δεν κατέστη δυνατή η συλλογή πληροφοριών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, και ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω μη τεκμηρίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή (ενήλικος, νεαρός άντρας, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, ικανός προς εργασίας) και την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, κατέληξε ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στον τόπο συνήθους διαμονής του, ήτοι την πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ.
Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του ιδίου νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στην ΛΔΚ δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, εφόσον η χώρα καταγωγής του δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι την κακομεταχείριση και τις απειλές που δέχθηκε από την σύζυγο του θείου του, επίσης, συντάσσομαι με τα ευρήματα εσωτερικής αναξιοπιστίας ως αυτά εντοπίστηκαν στην Έκθεση/Εισήγηση των Καθ’ ων η αίτηση. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός καταγράφηκε, διερευνήθηκε και αξιολογήθηκε από τον λειτουργό επαρκώς και επισταμένως. Είναι και η δική μου κρίση ότι ο Αιτητής αναφέρεται σε κακομεταχείριση και απειλές, χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά, ενέργειες ή στοιχεία που να καταδεικνύουν εξατομικευμένο και άμεσο κίνδυνο. Επιπλέον, ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι δεν προέβη σε καταγγελία στις αρμόδιες αρχές, προβάλλοντας περιορισμούς στη δικαιοδοσία των αρχών να ασχοληθούν με τέτοιας φύσης θέματα, χωρίς όμως να τεκμηριώνει την αδυναμία ή απροθυμία των αρχών της ΛΔΚ να παράσχουν προστασία.
Υπό το φως των ανωτέρω, ακόμη και αν γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Αιτητή περί οικογενειακών αντιπαραθέσεων και προβλημάτων με την σύζυγο του θείου του, αυτός δεν επαρκεί για να στοιχειοθετήσει βάσιμο φόβο δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του ιδίου Νόμου.
Κατά συνέπεια, συμφωνώ και συντάσσομαι με την συνολική αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την εξέταση και αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, καθώς και ως προς το συμπέρασμα ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του δεν θεμελιώνουν δικαίωμα διεθνούς προστασίας υπέρ του, καθότι δεν αφορούν φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης κατά την έννοια των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής του στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκόμενων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[6]).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmi[7] αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji,NoorElgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[8] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[9] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Kinshasa της ΛΔΚ από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα:
· Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας σύμφωνα με το διαδραστικό χάρτη του War Watch [πρώην Rule of Law in Armed Conflicts project (RULAC)] της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ακαδημίας της Γενεύης, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε διεθνείς και μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον αριθμού ενόπλων ομάδων.[10]
· Στις 2 Φεβρουαρίου του 2026, η κυβέρνηση της ΛΔΚ και η οργάνωση M23 υπέγραψαν στη Ντόχα τους όρους αναφοράς για την εφαρμογή εκεχειρίας. Παρά την συμφωνία στη Ντόχα, η κυβέρνηση του Κονγκό και η M23 συνέχισαν να ανταλλάσσουν κατηγορίες για παραβιάσεις. Στις 2 Φεβρουαρίου, οι αρχές του Κονγκό κατηγόρησαν την M23 ότι εξαπέλυσε επίθεση με drone κατά του αεροδρομίου Kisangani στο βορειοανατολικό μέρος της ΛΔΚ το οποίο επαληθεύθηκε την επόμενη ημέρα από την οργάνωση, η οποία ισχυρίστηκε ότι η επίθεση έλαβε χώρα διότι η κυβέρνηση του Κονγκό χρησιμοποιούσε το αεροδρόμιο ως βάση για αεροπορικές επιχειρήσεις κατά των θέσεών της. Η εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ στις 18 Φεβρουαρίου κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και των δύο μερών. Παρά την συμφωνία, αμφότερα μέλη αλληλοκατηγορήθηκαν για παραβίαση της συμφωνίας∙ στην πόλη Uvira πολίτες αναζήτησαν καταφύγιο σε ένα πρόχειρο στρατόπεδο ώστε να αποφύγουν τις εχθροπραξίες.[11] Σύμφωνα με ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, δυνάμεις Wazalendo που υποστηρίζουν το Κονγκό συγκρούστηκαν με μαχητές Twirwaneho που υποστηρίζονται από το M23 στο ανατολικό τμήμα της χώρας.[12] Άρθρο τοπικού τύπου, δημοσιευθέν στις 26 Φεβρουαρίου 2026, αναφέρει ότι οι μαχητές της M23 ανακατέλαβαν δύο χωριά στο North Kivu, μία ημέρα αφότου είχαν απωλέσει τον έλεγχό τους.[13]
· Ως αναφέρεται σε έκθεση του φορέα Centre for Documentation and Research (Cedoca) σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, δημοσιευθείσα τον Οκτώβριο του 2025, που κάνει επίκληση σε έτερες πηγές, τον Ιανουάριο του 2025, μετά την κατάληψη της Goma από την M23, διαδηλωτές επιχείρησαν να επιτεθούν σε αρκετές πρεσβείες στην πρωτεύουσα, μεταξύ άλλων της Γαλλίας, του Βελγίου και των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και σε γραφεία του ΟΗΕ.[14] Περαιτέρω, ως αναφέρεται στην ίδια έκθεση, το United Nations Joint Human Rights Office (UNJHRO) κατατάσσει την επαρχία της Kinshasa μεταξύ αυτών που δεν επηρεάζονται από ένοπλες συγκρούσεις.[15] Σύμφωνα με τα μηνιαία δελτία παρακολούθησης συγκρούσεων του International Crisis Group, δεν διαφαίνεται να έχουν σημειωθεί περιστατικά στην Kinshasa από τον Ιανουάριο του 2025.[16]
· Οι πιο πρόσφατες εκθέσεις της Human Rights Watch και της Διεθνούς Αμνηστίας δεν κάνουν λόγο για προβλήματα ασφαλείας στην Κinshasa.[17] Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για τα γεγονότα του 2024 σημειώνει ότι καταγράφηκαν διαδηλώσεις σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων στην πρωτεύουσα Kinshasa για την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των M23 και των κυβερνητικών δυνάμεων της ΛΔΚ και των συμμάχων.[18]
· Ως προς τα πιο πρόσφατα ποσοτικά στοιχεία, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 03.06.2026), καταγράφηκαν 56 περιστατικά πολιτικής βίας[19] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 49 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[20] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 21,852,144 (2026) κατοίκους.[21]
Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω δεδομένα δε διακρίνω την ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην πόλη Kinshasa, ή έστω αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία να εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής λόγω της παρουσίας του και μόνο στο έδαφος της περιοχής αυτής να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά το άρθρο 19 στοιχείο (2)(γ). Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άρρεν, νεαρής ηλικίας, υγιής, ικανός προς εργασία. Επισημαίνω τέλος, ότι δεν έχουν εγερθεί ή/και αναδειχθεί ατομικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία του Αιτητή που να υποδηλώνουν και να δείχνουν ειδικώς ότι θα τεθεί σε κατάσταση που αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης και δυνατόν να μπορούσε να αντισταθμίσει το επίπεδο αδιάκριτης βίας βάσει της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας.
Ενόψει των όσων έχουν εκτενώς αναλυθεί ανωτέρω, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Συνακόλουθα, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[2] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.
[4] «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 247 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα Έκτη Έκδοση, 2014, Π. Δ. Δαγτόγλου, σ. 552.
[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[6] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[8] Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[9] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[10] War Watch, Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Reporting period: July 2023 - June 2025, τελευταία ενημέρωση 28 Ιανουαρίου 2026, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-cong. [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16.06.2026]
[11] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16.06.2026]
[12] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16.06.2026]
[13] Actualite.cd, Masisi : les rebelles de l'AFC/M23 reprennent le contrôle de Kasenyi et Luke après de violents combats, 26 Φεβρουαρίου 2026, https://actualite.cd/2026/02/26/masisi-les-rebelles-de-lafcm23-reprennent-le-controle-de-kasenyi-et-luke-apres-de [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16.06.2026]
[14] Cedoca, COI Focus Republique Democratique Du Congo Situation sécuritaire à Kinshasa, 14 Οκτωβρίου 2025, σελ. 7, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_a_kinshasa_20251015.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16.06.2026]; Le Monde, En RDC, plusieurs ambassades, dont celles de la France et du Rwanda, attaquées par des manifestants pour dénoncer la guerre dans l'Est, 29 Ιανουαρίου 2025, https://www.lemonde.fr/afrique/article/2025/01/28/en-rdc-la-ville-de-goma-toujours-sous-les-tirs-plusieurs-ambassades-attaquees-a-kinshasa_6519926_3212.html [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16.06.2026]
[15] Cedoca, COI Focus Republique Democratique Du Congo Situation sécuritaire à Kinshasa, 14 Οκτωβρίου 2025, σελ. 8, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_a_kinshasa_20251015.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16.06.2026]
[16] International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?location%5B%5D=7&crisis_state=&created=-12+months&from_month=1&from_year=2025&to_month=1&to_year=2025 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16.06.2026]
[17] Human Rights Watch, World Report 2025, Democratic Republic of Congo Events of 2024, https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/democratic-republic-congo [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16.06.2026]; Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16.06.2026]
[18] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ [Ημερομηνία Πρόσβασης : 16.06.2026]
[19] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[20] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16.06.2026]
[21] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16.06.2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο