ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
18 Ιουνίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. H.A.
2. A.B. (Σύζυγος)
3. P.A. (υιός), διά του πατέρα του, Αιτητή 1
4. S.A. (υιός), διά του πατέρα του, Αιτητή 1
από Ιράν
Αιτητές
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Οι Αιτητές εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Ν. Κουρσάρης (κος)
Οι Αιτητές παρόντες
[Διερμηνείς: Ευστράτιος Θεοδοσίου, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα, Lima Wahedi, για διερμηνεία από Farsi στην αγγλική) και αντίστροφα]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, οι Αιτητές προσβάλλουν την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 03.04.2022 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα τους για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση των Αιτητών, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, αλλά και από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων που κατατέθηκαν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ. 1» ή «διοικητικός φάκελος 1») και Τεκμήριο 2 (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ. 2» ή «διοικητικός φάκελος 2»).
Οι Αιτητές είναι υπήκοοι της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν (στο εξής αναφερόμενη ως «Ιράν»). Ο Αιτητής 1 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 08.03.2019 και αφίχθη παράτυπα στην Δημοκρατία μέσω των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών, υποβάλλοντας αίτημα διεθνούς προστασίας στις 28.03.2019. Η Αιτήτρια 2 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 03.07.2019 μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα της, Αιτητής 3 και Αιτητής 4 στην παρούσα προσφυγή, και αφίχθησαν παράτυπα στην Δημοκρατία μέσω των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών όπου και υπέβαλαν αίτημα διεθνούς προστασίας στις 12.07.2019.
Στις 16.11.2021 και 19.11.2021, διεξήχθησαν συνεντεύξεις με τον Αιτητή 1, και στις 03.12.2021 με την Αιτήτρια 2 από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο EUAA( στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»). Στις 11.02.2022, ο Λειτουργός υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη των υποβληθέντων αιτήσεων. Στις 03.04.2022, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη των αιτήσεων ασύλου των Αιτητών, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτούς στις 19.05.2022, μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 13.05.2022. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής, η οποία καταχωρίστηκε από τους Αιτητές στις 07.06.2022. Επισημαίνεται ότι στις 17.05.2021 γεννήθηκε στη Δημοκρατία το τρίτο ανήλικο τέκνο των Αιτητών με καταγραφή αιτήματος διεθνούς προστασίας ιδίας ημερομηνίας.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Οι Αιτητές, οι οποίοι εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως, στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας δεν παραθέτουν έκθεση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση τους, ούτε εξειδικεύουν οποιονδήποτε λόγο ακυρώσεως της επίδικης απόφασης. Καταγράφουν δε, στο χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ. 1[1], την ένσταση τους εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα τους, λόγω μεταστροφής στον χριστιανισμό, και σε περίπτωση επιστροφής τους κινδυνεύουν με φυλάκιση. Ως περαιτέρω κατεγράφη, προκύπτει κίνδυνος λόγω της εθνοτικής τους καταγωγής ως Κούρδοι.
Επισημαίνεται ότι καταχωρίστηκε γραπτή αγόρευση εκ μέρους των Αιτητών, η οποία ωστόσο είχε ζητήματα μετάφρασης. Ως εκ τούτου, κατά την δικάσιμο της 5ης Νοεμβρίου 2024, ο Αιτητής 1 ανέγνωσε την γραπτή του αγόρευση και έγινε διερμηνεία εντός της αίθουσας του Δικαστήριου. Σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ανέγνωσε, το 2018 μαζί με τη σύζυγό του πήγανε για ψώνια για τα γενέθλιά της. Φαινόντουσαν 2-3 τρίχες από τα μαλλιά της συζύγου του και η αστυνομία την έπιασε και την έβρισε, ενώ έριξαν σπρέι στα μάτια του Αιτητή 1. Συνέλαβαν τον Αιτητή 1, αλλά όχι την Αιτήτρια 2 καθώς δεν είχαν γυναίκα αστυνομικό, οπότε η Αιτήτρια 2 χάθηκε μέσα στο πλήθος. Ο Αιτητής 1 οδηγήθηκε στο αστυνομικό τμήμα όπου κρατήθηκε για μερικές μέρες και βασανίστηκε επανειλημμένως. Επειδή ο Αιτητής 1 είχε και άλλες υποθέσεις στην αστυνομία λόγω συνεργασίας με τους κούρδους (αυτοί είναι άνθρωποι στα σύνορα). Μετά από δύο χρόνια και ενόσω βρισκόταν στην Δημοκρατία, εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση για τον Αιτητή 1, η οποία, σύμφωνα με τον κουνιάδο του, προέβλεπε ποινή φυλάκισης 25 ετών.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.
Το Δικαστήριο έδωσε στους Αιτητές την ευκαιρία να απαντήσουν σε πρόσθετα ερωτήματα, με σκοπό την περαιτέρω διερεύνηση των ισχυρισμών που προέβαλαν προς υποστήριξη του αιτήματός τους. Κατά τη δικάσιμο της 15.12.2022, οι Αιτητές επανέλαβαν ότι τον Οκτώβριο του 2017, ενώ είχαν εξέλθει από την οικία τους για την αγορά ειδών πρώτης ανάγκης, ανακόπηκαν από μέλη της αστυνομίας ηθών λόγω του ότι μέρος των μαλλιών της Αιτήτριας 2 ήταν εκτεθειμένο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, ακολούθησε λεκτική αντιπαράθεση με τους αστυνομικούς, οι οποίοι έκαναν χρήση σπρέι πιπεριού εναντίον τους. Ο Αιτητής 1 συνελήφθη και μεταφέρθηκε σε αστυνομικό σταθμό, όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη ψυχολογική και σωματική κακομεταχείριση, η οποία συνδεόταν τόσο με το περιστατικό της σύλληψής του όσο και με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες και τις μετακινήσεις του στα δυτικά σύνορα του Ιράν.
Περαιτέρω, ο Αιτητής 1 υποστήριξε ότι οδηγήθηκε στη φυλακή κατόπιν καταδίκης του για διατάραξη της δημόσιας τάξης και συνεργασία με πολιτικές ομάδες. Ισχυρίστηκε ότι αποφυλακίστηκε μετά την καταβολή εγγύησης και εγκατέλειψε τη χώρα πριν από την εκδίκαση της υπόθεσής του, ενώ έκτοτε πληροφορήθηκε ότι καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε (25) ετών. Ως προς την Αιτήτρια 2, προβλήθηκε ότι κατόρθωσε να εγκαταλείψει το Ιράν πριν από την έκδοση εντάλματος σύλληψης εις βάρος της.
Με τη γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση υπογραμμίζουν ότι οι Αιτητές είχαν κάθε ευκαιρία να προβάλουν και να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους, όμως η αφήγησή τους ήταν αδύναμη, μη λεπτομερείς και δεν κατέβαλαν πραγματική και γνήσια προσπάθεια να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς τους. Όπως αναφέρουν οι Καθ’ ων η αίτηση, η φυγοδικία δε δύναται να εντάξει από μόνη της τους Αιτητές στις πρόνοιες του Περί Προσφύγων Νόμου. Υποστηρίζουν ακόμη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν το αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης των στοιχείων και ορθής εφαρμογής του νόμου. Περαιτέρω, όπως αναφέρουν οι Καθ’ ων η αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν δεόντως αιτιολογημένη και δεν υπήρχε οποιαδήποτε νομική ή πραγματική πλάνη από παρερμηνεία ή λανθασμένη εκτίμηση των στοιχείων που οι Αιτητές είχαν θέσει ενώπιον των αρμοδίων αρχών της Διοίκησης.
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ο Αιτητής 1 αποσαφήνισε ότι οι κατηγορίες σχετικά με τη συνεργασία του με ένοπλη ομάδα κούρδων μαχητών ονόματι Panjak αποσύρθηκαν καθώς δε στοιχειοθετήθηκαν, αλλά παρέμειναν οι κατηγορίες περί αντίστασης κατά της αρχής και προσβολής των ηθών και αξιών του Ισλάμ. Ωστόσο ανέφερε παράλληλα ότι η καταδικαστική απόφαση αφορούσε τη δουλειά του και το θέμα προσβολής των ηθών, ότι τα έχουν σημειώσει στον φάκελο και ότι ο ίδιος επιθυμούσε να μάθει τι ακριβώς είχαν γράψει. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή 1 τα δικαστήρια στο Ιράν παίρνουν 2, 3 χρόνια, και το δικό του δικαστήριο ξεκίνησε το 2019. Ο Αιτητής ανέφερε ότι τον ενημέρωσαν για την απόφαση, αλλά δεν μπορεί να πάρει άλλος το χαρτί της απόφασης από τον Δικαστή, καθώς πρέπει αν είναι ο ίδιος. Ανέφερε επιπροσθέτως ότι κατά την παραμονή του στη Δημοκρατία, έχει επισκεφθεί την Πρεσβεία του Ιράν λόγω των εγγράφων σχετικά με τη γέννηση της κόρης του, Αιτήτριας 5. Σχετικά με τη δυνατότητα έφεσης της απόφασης, ο Αιτητής δήλωσε ότι στο Ιράν δεν υπάρχει περίπτωση να τον εκπροσωπήσει δικηγόρος γιατί θα έχει μετά ο ίδιος προβλήματα με τον νόμο.
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με την μεταστροφή στο χριστιανισμό, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι αγαπά τον Χριστιανισμό και είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτόν να υπάρχει στη ζωή του. Όπως δήλωσε, η βοήθεια που έχει από τον χριστιανισμό είναι πολύ σημαντική. Δεν παρακολουθεί λειτουργίες πολύ συχνά, αλλά πηγαίνει κάποιες Κυριακές με την οικογένειά του στην εκκλησία, της οποίας το όνομα δε γνωρίζει. Ανέφερε ότι γνωρίζει για τα Χριστούγεννα και έχει καταλάβει ότι με τον χριστιανισμό έχει την ελευθερία να πάει όπου αυτός αισθάνεται καλά. Το πιο σημαντικό για τον Αιτητή 1 είναι η αγάπη και η ελευθερία, και παρόλο που παραδέχθηκε ότι δε γνωρίζει πολλά για τον χριστιανισμό, τον ενδιαφέρει μόνο να είναι χριστιανός. Με τον πατέρα του αντιμετωπίζει προβλήματα και δεν έχει επαφή από τότε που ήρθε στην Κύπρο, ενώ με την μητέρα του επικοινωνεί και την έχει ενημερώσει για τη μεταστροφή του. Κάποιοι συγγενείς στο Ιράν γνωρίζουν επίσης για την αλλαγή της θρησκείας του, και δεν είχαν κάποια αντίδραση. Ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι όταν θα επιστρέψει στη χώρα του και μάθουν εκεί πως έχει αλλάξει θρησκεία θα τον κρεμάσουν. Αναφορικά με την βάπτιση των τέκνων του, ο Αιτητής 1 απάντησε ότι αναμένουν ακόμα τα έγγραφά τους, ότι πηγαίνουν στο σχολείο και δεν έχουν βαπτιστεί.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Ως έχω ήδη παρατηρήσει και ανωτέρω, κανένας συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης δεν προβάλλεται και κατά μείζονα λόγο δεν αιτιολογείται από τον Αιτητή στο πλαίσιο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας. Δεδομένου ωστόσο του γεγονότος ότι ο Αιτητής εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου προσωπικά, ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Διαδικαστικός Κανονισμός») τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καθορισμού των νομικών σημείων, εφόσον δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο.
Ανάλογη, όμως, χαλάρωση δεν προβλέπεται αναφορικά με την υποχρέωση για συμμόρφωση με την πρόνοια του Κανονισμού 4 του Διαδικαστικού Κανονισμού, ο οποίος διέπει τον καταρτισμό και καταχώριση της αίτησης ακυρώσεως, καθώς είναι ο Αιτητής που έχει ιδιάζουσα γνώση τόσο των γεγονότων της υπόθεσής του όσο και των λόγων για τους οποίους η προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση θίγει τα συμφέροντα του. Δεν θα ήταν άλλωστε παραδεκτό για το Δικαστήριο να παρέμβει στην ανίχνευση του παραπόνου του προσφεύγοντος, προσδιορίζοντας και το επίδικο θέμα της δίκης.[2]
Ενόψει της μη συμπερίληψης οιουδήποτε νομικού ισχυρισμού, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της παρούσας αιτήσεως αφού η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατόπιν αίτησης η οποία υποβλήθηκε στην αρμόδια διοικητική αρχή μετά την 20ή Ιουλίου 2015[3] και συνεπώς το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να εξετάσει και επί της ορθότητάς της την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν στη διάθεση τους.
Στην υποβληθείσα αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής 1 υποστήριξε ότι στις 30.09.2018, ενώ είχε βγει για ψώνια με την σύζυγό του, δέχθηκαν επίπληξη από τις αρχές της χώρας για την ενδυμασία της συζύγου του, η οποία εξελίχθηκε σε διαπληκτισμό. Τους μετέφεραν στον αστυνομικό σταθμό όπου κατέγραψαν το περιστατικό, και σχηματίστηκαν κατηγορίες εναντίον του για ανυπακοή προς την αστυνομία και τους Basij, καθώς και παράβαση του ισλαμικού νόμου λόγω απρεπούς ενδυμασίας της συζύγου του. Στη βάση των ανωτέρω, ο Αιτητής 1 καταδικάστηκε με δικαστική απόφαση σε φυλάκιση πέντε μηνών, ωστόσο λίγο αργότερα αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση. Στις 08.03.2019 αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα λόγω αυτού. Τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του έφυγαν παράνομα και με την βοήθεια διακινητή μετέβησαν στην Τουρκία (βλ. ερ. 21, 22 δ.φ. 1).
Κατά την υποβολή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια 2 υποστήριξε ότι στις 30.09.2018 ενώ είχε βγει για ψώνια συνοδευόμενη από τον σύζυγό της, τους σταμάτησε η αστυνομία λόγω του ότι η hijab που φορούσε δεν κάλυπτε επαρκώς τα μαλλιά της. Ο σύζυγός της διαπληκτίστηκε με τους αστυνομικούς με αποτέλεσμα να ανοίξουν φάκελο εναντίον του. Αυτό τους δημιούργησε πολλά προβλήματα καθώς μετά από το περιστατικό αυτό, οι αρχές ήταν πολύ σκληρές απέναντί τους. Υπήρχαν απειλές, σκληρή συμπεριφορά και κακομεταχείριση. Παρ’ όλο που τελικά αφέθηκε ελεύθερη με νόμιμες διαδικασίες, δεν μπορούσε να αποδεχθεί την κατάσταση. Υπήρξαν επίσης, όπως καταγράφει, κάποια περιστατικά με τους Basij. Λόγω αυτών που συνέβηκε, αποφάσισαν να φύγουν από την χώρα (βλ. ερ. 45 δ.φ. 2).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ημερομηνίας 16.11.2021, ο Αιτητής 1 επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος του Ιράν, κουρδικής καταγωγής, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πόλη Kermanshah. Ως προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, δήλωσε ότι στο παρελθόν, ως Κούρδος, ήταν ακόλουθος του Yarsanism (Ahl-e Haqq) (αν και ήταν καταγεγραμμένος ως σιίτης μουσουλμάνος στη χώρα καταγωγής του καθότι το Ισλάμ δεν αναγνωρίζει την συγκεκριμένη θρησκευτική μειονότητα, βλ. ερ. 103 δ.φ.1), ωστόσο, ως ισχυρίστηκε μεταστράφηκε στον χριστιανισμό κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Δημοκρατία. Όσον αφορά το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι ολοκλήρωσε 12 έτη φοίτησης (πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια). Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι οι γονείς του και δύο από τα αδέρφια του ζουν στην Kermanshah, ενώ ένας αδερφός του διαμένει στην Τεχεράνη (βλ. ερ. 25, 53, 92, 93, 94, δ.φ. 1). Ο πατέρας του διέκοψε την επικοινωνία με τον Αιτητή 1 εξαιτίας της μεταστροφής του τελευταίου στον χριστιανισμό, για την οποία ενημερώθηκε από τα αδέρφια του Αιτητή 1, με τα οποία διατηρεί επικοινωνία (βλ. ερ. 51 δ.φ. 1). Ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής 1 δήλωσε πως εργαζόταν ως πωλητής του δρόμου, κυρίως φρούτων, ενώ κάποιες φορές μετέβαινε στο Ιρακινό Κουρδιστάν και προμηθευόταν αγαθά όπως ενδύματα, τα οποία πωλούσε στην συνέχεια στο Ιράν (βλ. ερ. 50 δ.φ. 1). Εξαιτίας αυτού μάλιστα, κατά τον έλεγχο στα σύνορα μεταξύ Ιράν και Ιράκ, του επιβλήθηκε πρόστιμο δύο φορές, ενώ την τρίτη φορά καταδικάστηκε σε φυλάκιση 5-6 μηνών (βλ. ερ. 54 δ.φ. 1).
Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής 1 δήλωσε πως είναι παντρεμένος με την Αιτήτρια 2. Παντρευτήκαν το 2004 και έκτοτε απέκτησαν τρία τέκνα, εκ των οποίων τα δύο γεννήθηκαν στο Ιράν (Αιτητές 3 και 4) και το ένα στην Λεμεσό (βλ. ερ. 83, 92 δ.φ. 1).
Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής 1, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, ανέφερε ότι αντιμετώπιζε προβλήματα με τους Basij, τα οποία τους ανάγκασαν να μετακομίσουν 5-6 φορές. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η σύζυγός του και τα παιδιά τους κυκλοφορούσαν με ποδήλατα, παρότι αυτό δεν επιτρεπόταν. Σε μία από τις κατοικίες όπου διέμεναν, η διάταξη της εισόδου επέτρεπε την ορατότητα προς την εσωτερική αυλή, όπου βρίσκονταν τα ποδήλατα, με συνέπεια αυτά να γίνουν αντιληπτά από μέλη των Basij, τα οποία στη συνέχεια τα έκαψαν. Ο Αιτητής 1 προέβη σε καταγγελία του συγκεκριμένου περιστατικού, χωρίς ωστόσο να λάβει καμία ενημέρωση για την εξέλιξη της υπόθεσης. Στις 30.09.2018, ημέρα των γενεθλίων του Αιτητή 1, αυτός και η σύζυγός του μετέβησαν για αγορές προκειμένου να προμηθευτούν τούρτα και γλυκά για τον εορτασμό. Κατά τον χρόνο εκείνο, η σύζυγός του φορούσε μαντήλι, χωρίς ωστόσο να είναι καλυμμένη με την παραδοσιακή hijab. Καθώς μετέφεραν τα ψώνια τους, το μαντήλι της γλιστρούσε προς τα πίσω, με αποτέλεσμα να γίνει αντιληπτή από την αστυνομία ηθών, η οποία τους σταμάτησε. Σύμφωνα με τον Αιτητή 1, οι αστυνομικοί απευθύνθηκαν στη σύζυγό του με προσβλητικό τρόπο και της ζήτησαν να καλύψει πλήρως τα μαλλιά της. Ο Αιτητής 1 επενέβη εξηγώντας πως η σύζυγος του μετέφερε ψώνια, με τον αστυνομικό να απαντά ότι «εάν ήταν σωστός άνδρας δεν θα επέτρεπε στη σύζυγό του να κυκλοφορεί με αυτό τον τρόπο». Η συζήτηση κλιμακώθηκε, με αποτέλεσμα ο αστυνομικός να χτυπήσει το κουτί με την τούρτα, ο Αιτητής 1 να κινηθεί προς το μέρος του, ο αστυνομικός να τον ψεκάσει με σπρέι στα μάτια και να τον συλλάβουν, ενώ προέτρεψε την σύζυγό του να εγκαταλείψει το σημείο.
Κατά τη μεταφορά του σε κεντρικό αστυνομικό σταθμό και συγκεκριμένα στην υπηρεσία ασφάλειας, οι αστυνομικοί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, απηύθυναν υβριστικούς χαρακτηρισμούς προς τη σύζυγό του. Καθώς δεν κατέστη δυνατό να του αποδοθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη κατηγορία, συντάχθηκε σχετική έκθεση, την οποία ο Αιτητής 1 αρνήθηκε να υπογράψει, ισχυριζόμενος ότι αδυνατούσε να διαβάσει το περιεχόμενό της λόγω των προβλημάτων όρασης που αντιμετώπιζε εξαιτίας της χρήσης σπρέι εναντίον του. Ακολούθως, οδηγήθηκε ενώπιον δικαστή. Κατά τη διαδικασία λήψης των δακτυλικών του αποτυπωμάτων, εμφανίστηκε το ποινικό του μητρώο, από το οποίο προέκυπταν προηγούμενες καταδίκες του για παράνομη εισαγωγή αγαθών από το Ιράκ. Ο δικαστής τον κατηγόρησε για παροχή πληροφοριών σε μια ομάδα ονόματι Pajak στο Κουρδικό τμήμα του Ιράκ.
Ο αστυνομικός συνέταξε σχετική έκθεση και ο Αιτητής παρέμεινε υπό κράτηση για πέντε (5) ημέρες. Κατά τους ισχυρισμούς του, κατά το διάστημα αυτό υπέστη σωματική και ψυχολογική πίεση με σκοπό να ομολογήσει. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι οι αρχές τον τοποθετούσαν σε μεταλλικά κλουβιά διαφορετικών μεγεθών για χρονικά διαστήματα μίας έως δύο ωρών, μέχρι του σημείου να αρχίζει να φωνάζει, οπότε ενίοτε τον απομάκρυναν από αυτά. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, όταν οι αρχές διαπίστωσαν ότι δεν επρόκειτο να αποσπάσουν οποιαδήποτε πληροφορία από τον ίδιο, τον οδήγησαν εκ νέου ενώπιον του ίδιου δικαστή, με βάση την ίδια αναφορά. Ο δικαστής όρισε αρχικά το ποσό της εγγύησης για την αποφυλάκισή του, εν αναμονή της δίκης, στις 300.000.000 Toman. Κατόπιν παρέμβασης του πατέρα του, ο οποίος απηύθυνε έκκληση προς τον δικαστή, το ποσό μειώθηκε στα 150.000.000 Toman.
Καθότι ο Αιτητής αδυνατούσε να καταβάλει το εν λόγω ποσό, μεταφέρθηκε στη φυλακή Dizel Abad, όπου παρέμεινε για περίπου πέντε (5) μήνες. Τελικώς, τα αδέλφια του και τα αδέλφια της συζύγου του συγκέντρωσαν το απαιτούμενο ποσό της εγγύησης, με αποτέλεσμα την αποφυλάκισή του. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του και της παραμονής του στη φυλακή, η σύζυγός του έλαβε δικαστική κλήτευση. Ο ίδιος την συμβούλευσε να εγκαταλείψει την κατοικία όπου διέμεναν. Ως εκ τούτου, εκείνη μετακινήθηκε μαζί με τα παιδιά τους στην ευρύτερη περιοχή του Isfahan, όπου παρέμειναν μέχρι την αποφυλάκισή του, διατηρώντας επικοινωνία μαζί του αποκλειστικά μέσω τηλεφωνικών κλήσεων. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, εξαιτίας των συνθηκών αυτών ο γιος τους έχασε ένα σχολικό έτος. Μετά την αποφυλάκισή του, εξασφάλισε οικονομικούς πόρους και εγκατέλειψε τη χώρα (βλ. ερ. 48 και 47, δ.φ. 1).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του τέθηκαν, ο Αιτητής 1 έδωσε πληροφορίες αναφορικά με τα διαφορετικά τμήματα των αρχών ασφαλείας, προβάλλοντας ότι αναγνώρισαν τους αστυνομικούς που τους σταμάτησαν ως μέλη της αστυνομίας ηθών από διακριτικό που υπήρχε στις στολές τους, με έμβλημα στο μανίκι όπου αναγραφόταν «αστυνομία ηθών» (moral police) (βλ. ερ. 46 δ.φ.1). Ως προς τον ρόλο τους ανέφερε ότι ασκούν έλεγχο σε θέματα ενδυμασίας και συμμόρφωσης τους σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο (βλ. ερ. 46 δ.φ.1). Ήταν η πρώτη φόρα που αντιμετώπισαν τέτοιου είδους έλεγχο, από δύο αστυνομικούς (βλ. ερ. 46 δ.φ.1). Συνήθως η ομάδα ελέγχου αποτελείται από 6 αστυνομικούς εκ των οποίων οι 2 είναι γυναίκες. Εκείνη την μέρα δεν υπήρχε γυναίκα μαζί τους, και καθώς ο ισλαμικός νόμος απαγορεύει την επαφή (άντρα) με γυναίκα δεν συνέλαβαν την σύζυγό του καθώς θα παραβίαζαν τον νόμο (βλ. ερ. 46 δ.φ.1).
Σε ερωτήσεις αναφορικά με την κράτησή του, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι κρατήθηκε σε χώρο της ασφάλειας ηθών της πόλης Kermanshah, με υπόγειο χώρο κράτησης και η μεταχείριση των κρατουμένων εξαρτάται από το άτομο υπηρεσίας (βλ. ερ. 46 δ.φ.1). Ο ίδιος κρατήθηκε μόνος του σε κελί, υπήρχαν λαμπτήρες φθορισμού στο ταβάνι που δυσχέραιναν τον ύπνο και συνήθιζαν να τους ρίχνουν νερό (βλ. ερ. 45 δ.φ.1). Επιπρόσθετα, υπήρχε χώρος ανακρίσεων, όπου τα άτομα που προέβαιναν σε ανακρίσεις δεν ήταν ένστολοι (βλ. ερ. 45 δ.φ.1). Αρχικά, μιλούσαν ευγενικά, και ξαφνικά σε χαστούκιζαν. Επίσης έκαναν χρήση κλουβιών, όπου τοποθετούσαν ανθρώπους σε αυτά, και σύμφωνα με τις δηλώσεις του ο ίδιος υπεβλήθη στην εν λόγω πρακτική δύο φορές (βλ. ερ. 45 δ.φ.1).
Κληθείς, στη συνέχεια, να δώσει περαιτέρω πληροφορίες αναφορικά με την κατηγορία περί παροχής πληροφοριών στην ομάδα Pajak, ο Αιτητής 1 επανέλαβε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την κράτηση του, ήτοι την λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων, και καταχώρησης τους στο σύστημα, την εμφάνιση προηγούμενων κατηγοριών και εμφάνισης του ενώπιον του δικαστή. Ερωτηθείς ως προς τον λόγο που του υπεβλήθη η συγκεκριμένη κατηγορία, ο Αιτητής δήλωσε άγνοια (βλ. ερ. 44 δ.φ.1).
Ως προς την μεταφορά του στην φυλακή Dizel Abad, ο Αιτητής 1 πρόβαλε ότι καθότι δεν είχε τα χρήματα να πληρώσει την εγγύηση μεταφέρθηκε στην φυλακή με όχημα μεταφοράς κρατουμένων, ένα μπλε μικρό λεωφορείο (minibus) τα τζάμια του οποίου δεν επέτρεπαν ορατότητα ούτε από μέσα ούτε από έξω (βλ. ερ. 44 δ.φ.1). Ως προς τον λόγο της κράτησής του, ο Αιτητής 1 πρόβαλε την εμπλοκή του σε διένεξη με αστυνομικούς. Όταν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστή, καθώς δεν κατέστη δυνατή η σύνδεση του με την ομάδα Pajak, κατηγορήθηκε για προσβολή των ιερών αρχών του Ισλάμ και διένεξη με όργανα της τάξης (βλ. ερ. 44 δ.φ.1). Ερωτηθείς αν υπέγραψε κάποιο κατηγορητήριο έγγραφο, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας ότι η δικαστική απόφαση φυλάκισης αποστέλνεται ηλεκτρονικά και δεν επιδίδεται κάποιο έγγραφο στους κρατούμενους (βλ. ερ. 44 δ.φ.1).
Σε ερωτήσεις σχετικά με τον χώρο και τις συνθήκες κράτησής του στη φυλακή, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι η πρόσβαση στις εγκαταστάσεις γινόταν με όχημα, καθώς εξωτερικά ήταν ορατοί μόνο ψηλοί περιμετρικοί τοίχοι, φράκτες ασφαλείας και πύργοι ελέγχου. Κατά την άφιξή τους, στην είσοδο βρισκόταν άτομο αρμόδιο για τον έλεγχο των στοιχείων των κρατουμένων. Σύμφωνα με τον ίδιο, μεταφέρθηκε μαζί με άλλους έξι κρατούμενους, όλοι δεμένοι με χειροπέδες.
Αρχικά οδηγήθηκαν σε χώρο όπου πραγματοποιήθηκε ονομαστικός έλεγχος και στη συνέχεια λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων. Ακολούθως μεταφέρθηκαν στην αυλή της φυλακής και, αφού διήλθαν από μία βαριά μεταλλική πόρτα, έναν διάδρομο και μία διπλή θύρα ασφαλείας, ενημερώθηκε ότι θα παρέμενε στον συγκεκριμένο χώρο για χρονικό διάστημα 72 ωρών. Μετά την παρέλευση των 72 ωρών, μεταφέρθηκε στην Πτέρυγα 6, η οποία, σύμφωνα με την περιγραφή του, αποτελούνταν από δεκαέξι (16) δωμάτια, με δυναμικότητα φιλοξενίας δεκαέξι έως είκοσι (16-20) κρατουμένων ανά δωμάτιο (βλ. ερ. 43, δ.φ. 1). Ο ίδιος ανέφερε ότι κατά την αρχική του τοποθέτηση το κελί του φιλοξενούσε είκοσι τέσσερις (24) κρατούμενους, γεγονός που τον υποχρέωνε να κοιμάται στο πάτωμα, ενώ κατά το τέλος της παραμονής του ο αριθμός των συγκρατουμένων του είχε μειωθεί σε είκοσι (20).
Όσον αφορά την καθημερινή ρουτίνα, ανέφερε ότι η έγερση πραγματοποιείτο στις 06:00 π.μ., ακολουθούμενη από τη διανομή προγεύματος, το οποίο συνήθως αποτελούνταν από τυρί ή αυγά, και στη συνέχεια επιτρεπόταν η έξοδος στον προαύλιο χώρο. Το μεσημεριανό γεύμα σερβιριζόταν στις 12:00 μ.μ., ενώ κατά το χρονικό διάστημα από τις 13:00 έως τις 16:00 οι κρατούμενοι παρέμεναν εντός των θαλάμων τους. Από τις 16:00 έως τις 19:00 επιτρεπόταν εκ νέου η χρήση του προαυλίου χώρου, ενώ η δυνατότητα λήψης ντους παρεχόταν δύο φορές εβδομαδιαίως (βλ. ερ. 43, δ.φ. 1).
Ερωτηθείς κατά πόσο αντιμετώπισε στη φυλακή συνθήκες παρόμοιες με εκείνες που, κατά τους ισχυρισμούς του, βίωσε κατά την προηγούμενη κράτησή του, απάντησε αρνητικά. Πρόσθεσε δε ότι το προσωπικό ασφαλείας παρενέβαινε μόνο σε περιπτώσεις παραβίασης των κανονισμών της φυλακής (βλ. ερ. 43, δ.φ. 1).
Αναφορικά με την αποφυλάκισή του κατόπιν καταβολής εγγύησης, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι καταβλήθηκε το ποσό των 150.000.000 Toman και ότι η σχετική εντολή αποφυλάκισης διαβιβάστηκε ηλεκτρονικά στη φυλακή. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, περί τις 12:00 μ.μ. η εντολή κοινοποιήθηκε στην πτέρυγα όπου κρατείτο και του ζητήθηκε να συγκεντρώσει τα προσωπικά του αντικείμενα και να αποχωρήσει, αφού προηγουμένως υπέγραψε σχετικό εσωτερικό έγγραφο. Παράλληλα, ο κουνιάδος του έλαβε από το Δικαστήριο έγγραφο επιβεβαίωσης της αποδοχής της εγγύησης (βλ. ερ. 43, δ.φ. 1).
Ερωτηθείς κατά πόσο εκκρεμεί ποινική διαδικασία εις βάρος του, απάντησε καταφατικά, υποστηρίζοντας ότι η εγγύηση αφορούσε αποκλειστικά την προσωρινή αποφυλάκισή του μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Ωστόσο, δήλωσε ότι αγνοεί την τελική έκβαση της εν λόγω διαδικασίας (βλ. ερ. 42, δ.φ. 1).
Αναφορικά με τη δικαστική κλήτευση της συζύγου του, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι εκείνη έλαβε μήνυμα μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του Υπουργείου Δικαιοσύνης με οδηγίες να παρουσιαστεί σε αστυνομικό σταθμό. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι την παρότρυνε να μετακινηθεί σε άλλη περιοχή, καθώς δεν γνώριζε τον λόγο για τον οποίο είχε κλητευθεί. Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει εάν υπήρξαν οποιεσδήποτε μεταγενέστερες εξελίξεις σε σχέση με την υπόθεση, καθότι της συνέστησε να καταστρέψει την κάρτα SIM που χρησιμοποιούσε και ακολούθως η οικογένεια μετακινήθηκε στην περιοχή του Isfahan (βλ. ερ. 42, δ.φ. 1).
Σε ερωτήσεις σχετικά με τη δυνατότητα νομικής εκπροσώπησής του, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι δεν διέθετε τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για να αποταθεί σε δικηγόρο. Πρόσθεσε ότι, παρότι υφίσταται δυνατότητα άσκησης έφεσης, κατά την άποψή του δεν τηρούνται οι αρχές της δίκαιης δίκης και για τον λόγο αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα (βλ. ερ. 41, δ.φ. 1).
Ως προς τη δυνατότητα εντοπισμού του από τις αρχές, δεδομένης της εκκρεμούσας υπόθεσης εις βάρος του, υποστήριξε ότι είχε εγκαταλείψει την οικία του, ενώ τα αδέλφια του μετακινούνταν συχνά από τόπο σε τόπο, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς του, δυσχέραινε τον εντοπισμό του (βλ. ερ. 40, δ.φ. 1).
Αναφορικά με τη μεταστροφή του στον χριστιανισμό, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι βαπτίστηκε δύο χρόνια πριν από την ημερομηνία της συνέντευξης, ήτοι το 2019, σε παραλία της Λεμεσού, παρουσία δεκαεπτά έως δεκαοκτώ ατόμων. Περιγράφοντας τη βάπτισή του, ανέφερε ότι προηγήθηκε προσευχή και ακολούθως καταδύθηκε στο νερό ενώ ψαλλόταν η φράση «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Μετά την τελετή φόρεσε λευκά ενδύματα και σταυρό (βλ. ερ. 38, δ.φ. 1).
Περαιτέρω, δήλωσε ότι τα παιδιά του επρόκειτο να βαπτιστούν χριστιανοί μία εβδομάδα μετά την ημερομηνία διεξαγωγής της συνέντευξης (βλ. ερ. 40, δ.φ. 1).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ημερομηνίας 19.11.2021, ο Αιτητής 1 σε ερωτήσεις αναφορικά με την βάπτιση του ανέφερε ότι δεν υπεβλήθη σε κάποια διαδικασία προετοιμασίας για το μυστήριο της βάπτισης, επισκεπτόταν μόνο την εκκλησία με την οικογένεια του για 6-7 μήνες, ενώ παράλληλα κάθε Τετάρτη παρακολουθούσε μάθημα όπου έβλεπαν βίντεο με άτομα από όλο τον κόσμο που ασπάστηκαν την πίστη. Στα συγκεκριμένα μαθήματα συμμετείχαν 12-25 άτομα από το Ιράν, τις Φιλιππίνες, ένα ζευγάρι από την Σουηδία, και ένας Άγγλος με την σύζυγό του από την Ουκρανία (βλ. ερ. 106 δ.φ.1). Ως προς τον συμβολισμό του μυστηρίου της βάπτισης, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι συμβολίζει την αναγέννηση και τον εξαγνισμό από τις αμαρτίες (βλ. ερ. 106 δ.φ.1).
Ως προς την εισαγωγή και ένταξη του στον χριστιανισμό, ο Αιτητής 1 πρόβαλε ότι τον προσέγγισε ενώ βρισκόταν στην παραλία το άτομο που παρέχει υπηρεσίες διερμηνείας στην εκκλησία, και καθότι η εκκλησία ήταν σε κοντινή απόσταση τον ακολούθησε. Την πρώτη φορά που πήγε στην εκκλησία, γνώρισε μία οικογένεια από το Ιράν, και ο σύζυγος αφηγήθηκε τις δυσκολίες εξεύρεσης κατοικίας, και πως ένας άνθρωπος τους παρείχε στέγη, θεωρώντας ότι ήταν ένδειξη βοήθειας από τον Ιησού. Καθώς ο ίδιος ήταν μόνος στη Δημοκρατία, και η οικογένεια του εξακολουθούσε να βρίσκεται στο Ιράν, εναπόθεσε τις ελπίδες του στη βοήθεια του Ιησού για βοήθεια και ασφαλή μετάβαση της οικογένειάς του στη Δημοκρατία (βλ. ερ. 105 δ.φ.1). Ερωτηθείς αν η οικογένεια του στο Ιράν γνωρίζει για την επιλογή του να ασπασθεί τον χριστιανισμό, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι ενημέρωσε την αδερφή του ότι επισκέπτεται την εκκλησία και νιώθει ωραία, και έναν από τους αδερφούς του, ο οποίος ενημέρωσε τον πατέρα του περί αυτού και σταμάτησε η επικοινωνία μαζί του. Ως πρόσθεσε, η σύζυγός του ασπάσθηκε επίσης τον χριστιανισμό, και ο αδερφός της και κάποιοι φίλοι τους γνωρίζουν για αυτή τους την επιλογή (βλ. ερ. 102 δ.φ.1).
Σε ερωτήσεις αναφορικά με την έκφραση της θρησκείας και πίστης στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν ακολουθούσε το Ισλάμ, και ουδέποτε αντιμετώπισε οποιαδήποτε προβλήματα λόγω αυτού (βλ. ερ. 102 δ.φ.1). Ως πρόσθεσε, στο Ιράν ο χριστιανισμός αναγνωρίζεται ως θρησκεία∙ ωστόσο, αν θελήσεις να αλλάξεις το πλαίσιο το οποίο σου επιβλήθηκε θεωρείσαι αποστάτης (βλ. ερ. 101 δ.φ.1). Στο Ιράν οι χριστιανοί και άλλες μειονότητες δεν κατέχουν κυβερνητικές θέσεις, μόνο κάποιοι σουνίτες (μουσουλμάνοι) κατέχουν θέσεις σε χαμηλές κλίμακες, και ως υποστήριξε τα άτομα που μεταστρέφονται στον χριστιανισμό εκτελούνται (βλ. ερ. 101 δ.φ.1).
Αναφορικά με την Αιτήτρια 2, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής της, η ίδια επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος του Ιράν, κουρδικής καταγωγής, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πόλη Kermanshah. Αναφορικά με το θρήσκευμά της, δήλωσε ότι ήταν μουσουλμάνα αλλά μεταστράφηκε στον χριστιανισμό όταν έφτασε στην Δημοκρατία και βαπτίστηκε. Ερωτηθείσα ποιο δόγμα του χριστιανισμού ακολουθεί, απάντησε ότι αρχικά πήγαινε με την οικογένειά της σε αγγλικανική εκκλησία (αναφέρεται σε αυτήν ως English church), ωστόσο, τα παιδιά τους που πηγαίνουν σχολείο, επιθυμούν να βαπτιστούν στην Ορθόδοξη εκκλησία. Αναφορικά με την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η μητέρα της απεβίωσε πριν από περίπου 30 χρόνια, και ο πατέρας της με τα τρία από τα τέσσερα αδέρφια της εξακολουθούν να ζουν στην πόλη Kermanshah. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε παντρεμένη με τον Αιτητή 1 με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά, δύο εκ των οποίων γεννήθηκαν στο Ιράν και ένα στη Δημοκρατία στις 17.05.2021 (Πιστοποιητικό Γέννησης, βλ. ερ. 122 δ.φ.2). Όσον αφορά το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ολοκλήρωσε 12 έτη φοίτησης, χωρίς ωστόσο να λάβει το δίπλωμα (diploma) λόγω του θανάτου της μητέρας της και την ανάληψη της φροντίδας των 4 αδερφιών της. Δεν έχει ποτέ εργαστεί και υποστηριζόταν οικονομικά από τον πατέρα της και το σύζυγό της (βλ. ερ. 44, 47, 82, 83, 84 δ.φ. 2).
Αναφορικά με την ουσία του αιτήματός της, η Αιτήτρια 2 αναφέρθηκε στα προβλήματα που αντιμετώπισε ο σύζυγός της, προβάλλοντας το περιστατικό σύλληψης και φυλάκισής του από την αστυνομία λόγω έκθεσης των μαλλιών της κατά τη διάρκεια αγοράς γλυκών για τα γενέθλιά του. Ως περαιτέρω πρόσθεσε, κατηγόρησαν τον σύζυγό της για λαθρεμπορία και πρόβαλαν σύνδεση του με την ομάδα Pajak. Τέλος, αναφέρθηκε στα προβλήματα παρενόχλησης λόγω hijab και της καταστροφής των ποδηλάτων τους από την ομάδα Basij (βλ. ερ. 80 δ.φ.2).
Σε σχετικές ερωτήσεις του Λειτουργού, η Αιτήτρια 2 επανέλαβε τους ισχυρισμούς του συζύγου της, προβάλλοντας ότι τους προσέγγισαν δύο αστυνομικοί, οι οποίοι την παρενόχλησαν λόγω της hijab. Ακολούθησε διένεξη μεταξύ των αστυνομικών και του συζύγου της, με αποτέλεσμα τη σύλληψη του συζύγου της. Η ίδια διέφυγε κατόπιν παρότρυνσης του τελευταίου, καθώς δεν υπήρχε γυναίκα αστυνομικός παρούσα, και επέστρεψε στο σπίτι. Μετά από μερικές μέρες έλαβε τηλεφώνημα από τον σύζυγό της, όπου ενημερώθηκε ότι βρισκόταν στην φυλακή και θα απελευθερωνόταν με εγγύηση. Παρέμεινε στη φυλακή Dizel Abad για 5-6 μήνες, ωστόσο η ίδια δεν τον επισκέφθηκε ποτέ στη φυλακή λόγω φόβου και έφυγε για Isfahan όπου βρισκόταν η αδερφή της (βλ. ερ. 79 δ.φ.2). Ο σύζυγός της απελευθερώθηκε με την καταβολή 150,000,000 Toman ως εγγύηση, ποσό το οποίο πλήρωσε ο αδερφός της∙ τους επισκέφθηκε για μερικές μέρες και στη συνέχεια εγκατέλειψε τη χώρα (βλ. ερ. 78 δ.φ.2). Ως περαιτέρω δήλωσε δεν γνωρίζει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο σύζυγός της, ούτε έχει ενημέρωση για οποιεσδήποτε εξελίξεις αναφορικά με την υπόθεσή του. Ως υποστήριξε, η ίδια έλαβε μήνυμα SMS, ωστόσο ο σύζυγός της την συμβούλευσε να το αγνοήσει και να πετάξει την κάρτα SIM (βλ. ερ. 78 δ.φ.2).
Σε ερωτήσεις αναφορικά με την μεταστροφή της στον χριστιανισμό, η Αιτήτρια 2 ανέφερε ότι ήρθε σε επαφή με την θρησκεία μέσα από επισκέψεις σε εκκλησία και συναναστροφή με τα άτομα εκεί (βλ. ερ. 77 δ.φ.2). Αναφορικά με την τελετή βάπτισής της, αυτή έλαβε χώρα στις 02.08.2019, στην παραλία, όπου αυτή και ο σύζυγός της πήγαν ντυμένοι στα λευκά, παρουσία 18-20 ατόμων. Ως προς τη σημασία του μυστηρίου της βάπτισης, ανέφερε ότι συμβολίζει την αναγέννηση και την κάθαρση από τις αμαρτίες (βλ. ερ. 75 δ.φ.2). Ως προς το έναυσμα για μεταστροφή πρόβαλε την καλοσύνη και ειλικρίνεια των ανθρώπων (χριστιανών). Ως περαιτέρω δήλωσε ενημέρωσε την οικογένεια της, προβάλλοντας ότι είναι χαρούμενοι για την επιλογή της (βλ. ερ. 73 δ.φ.2).
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών των Αιτητών από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς:
Ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ και την χώρα καταγωγής των Αιτητών. Ο δεύτερος αναφορικά με την σύλληψη και κράτηση του Αιτητή 1 από τις Ιρανικές αρχές, και την ποινική διαδικασία εναντίον του λόγω διένεξης με την αστυνομία και προσβολής των αρχών του Ισλάμ. Ο τρίτος αναφορικά με την μεταστροφή των Αιτητών 1 και 2 στον Χριστιανισμό. Ο πρώτος και ο δεύτερος ισχυρισμός έγιναν αποδεκτοί ενώ ο τρίτος απορρίφθηκε.
Πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με τον τρίτο ισχυρισμό, ο Λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις των Αιτητών στερούντο επάρκειας πληροφοριών και εξειδίκευσης. Ειδικότερα, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν και να παρουσιάσουν τους λόγους που τους ώθησαν στην μεταστροφή, προβάλλοντας σε σχετικές ερωτήσεις τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν με την άφιξη τους στην Δημοκρατία. Επιπρόσθετα, δεν ήταν σε θέση να περιγράψουν την εσωτερική διεργασία που βίωσαν μέχρι το μυστήριο της βάπτισης, ενώ δεν κατάφεραν να παραθέσουν επαρκείς πληροφορίες και περιγραφές των κύριων χαρακτηριστικών της χριστιανικής θρησκείας. Ομοίως ανεπαρκείς κρίθηκαν και οι δηλώσεις τους αναφορικά με την εξάσκηση της πίστης και της ακολουθίας των θρησκευτικών διδαχών, όπου ανέφεραν ότι συμμετείχαν σε λειτουργίες και τελετές, χωρίς ωστόσο, να είναι σε θέση να δώσουν τα ονόματα των εκκλησιών που επισκέπτονταν. Καταληκτικά, ο Λειτουργός επεσήμανε ότι οι Αιτητές δεν κατάφεραν να παρουσιάσουν τους λόγους και το κίνητρο που τους ώθησε στην μεταστροφή, ούτε έδωσαν ικανοποιητικές πληροφορίες και επαρκείς περιγραφές της προετοιμασίας για το μυστήριο της βάπτισης, δηλώνοντας ότι δεν υπεβλήθησαν σε κάποιου είδους προετοιμασία απλά ρωτήθηκαν ως προς την επιθυμία τους να βαπτιστούν.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, οι Αιτητές προσκόμισαν πιστοποιητικά βάπτισης (βλ. ερ. 66 και 67 δ.φ.2), με ημερομηνία έκδοσης 02.08.2019 από την εκκλησία Church of Greater Grace Cyprus. Ωστόσο, ο Λειτουργός λόγω μη τεκμηρίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας των Αιτητών, έκρινε ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν επαρκούν για να τεκμηριώσουν την ειλικρινή προθυμία και επιθυμία τους για μεταστροφή στον χριστιανισμό. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία. Ακολούθως, ο Λειτουργός προέβη σε έρευνα αναφορικά με την μεταχείριση των προσηλυτισμένων χριστιανών στο Ιράν, καθώς και την πρόσβασή τους σε εκκλησίες της χώρας, όπου σύμφωνα με εξωτερικές πηγές οι αποστάτες τιμωρούνται. Λόγω, όμως, της μη στοιχειοθέτησης πραγματικού προσωπικού βιώματος μεταστροφής στη χριστιανική θρησκεία, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, και λαμβάνοντας υπόψη τους δύο αποδεκτούς ισχυρισμούς, ο Λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσουν δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής τους στον τόπο συνήθους διαμονής τους, ήτοι την πόλη Kermanshah του Ιράν. Ειδικότερα, ως προς τον αποδεκτό, δεύτερο, ουσιώδη ισχυρισμό, ο Λειτουργός προέβη σε έρευνα αναφορικά με το δικαίωμα σε έφεση, τις προθεσμίες, και την ετυμηγορία εν απουσία του κατηγορουμένου και κατέληξε στα ακόλουθα:
· Δεν είναι εις γνώσιν του Αιτητή 1 η έκδοση οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης αναφορικά με την υπόθεσή του, ούτε γνωρίζει ο ίδιος ή κάποιος άλλος οποιαδήποτε εξέλιξη περί αυτού.
· Ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι δεν του υπεβλήθη οποιοσδήποτε περιορισμός, συμπεριλαμβανομένου ταξιδιωτικού απαγορευτικού, με την απελευθέρωση του μέσω εγγύησης.
· Δήλωσε ότι έχει τη δυνατότητα έφεσης εναντίον της δικαστικής απόφασης.
· Δήλωσε ότι όποιος έχει τα οικονομικά μέσα, έχει νομική υποστήριξη κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.
· Κανένα από τα μέλη της οικογένειάς του δεν έλαβε οποιαδήποτε επικοινωνία ή ειδοποίηση αναφορικά με την εκκρεμούσα ποινική διαδικασία, από την στιγμή που εγκατέλειψε τη χώρα, συμπεριλαμβανομένου του κουνιάδου του, ο οποίος πλήρωσε την εγγύηση.
Συνεπώς, ως κατέληξε ο Λειτουργός, δεν προκύπτει καμία ένδειξη ότι συνεχίζει να εκκρεμεί ποινική διαδικασία, και η τελική απόφαση εκδόθηκε με την καταδίκη του Αιτητή 1 η οποία θεωρείται ως η μόνη πιθανή έκβαση. Επιπρόσθετα, ακόμα και αν εκκρεμεί η ποινική διαδικασία, ο Αιτητής 1 έχει τη δυνατότητα έφεσης εναντίον της απόφασης. Συνεπώς, κατέληξε, ότι δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα, ο Αιτητής 1, να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στον τόπο συνήθους διαμονής του, ήτοι την πόλη Kermanshah του Ιράν.
Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του ιδίου νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως οι Αιτητές κατά την επιστροφή τους στο Ιράν δεν θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Αιτητές δεν θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, εφόσον η χώρα καταγωγής τους δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των νομοθετημένων προνοιών, της σχετικής νομολογίας και του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μου, και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του Λειτουργού όσο και τις δηλώσεις και ισχυρισμούς των Αιτητών, όπως αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία αλλά και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καταλήγω στα ακόλουθα.
Αρχικά, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι της ταυτότητας, ιθαγένειας, κουρδικής εθνοτικής καταγωγής και τόπου συνήθους διαμονής των Αιτητών. Οι σχετικές δηλώσεις τους υπήρξαν σαφείς, συνεπείς και αλληλοσυμπληρούμενες, δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να τις κλονίζει, ενώ τα εν λόγω στοιχεία επιβεβαιώνονται και από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων.
Ωστόσο, αναφορικά με τους λοιπούς ουσιώδεις ισχυρισμούς, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η απομόνωση στην οποία προέβησαν οι Καθ’ ων η αίτηση δεν υπήρξε πλήρως ορθή ούτε επαρκώς εξειδικευμένη, με αποτέλεσμα να μην αποτυπώνεται με πληρότητα το πραγματικό περιεχόμενο των προβαλλόμενων λόγων φόβου των Αιτητών.
Ειδικότερα, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, όπως αυτός διαμορφώθηκε από τον Λειτουργό, περιέλαβε ενιαία και αδιακρίτως σειρά διαφορετικών πραγματικών περιστατικών, ήτοι τη σύλληψη και κράτηση του Αιτητή 1, την ισχυριζόμενη κακομεταχείρισή του κατά την κράτηση, την ποινική διαδικασία που κινήθηκε εις βάρος του, τις κατηγορίες περί συνεργασίας με την οργάνωση PJAK, τις κατηγορίες περί προσβολής των αρχών του Ισλάμ και αντίστασης κατά της αρχής, καθώς και τον προβαλλόμενο φόβο φυλάκισης σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν. Πρόκειται, όμως, για διακριτά πραγματικά και νομικά ζητήματα, τα οποία χρήζουν αυτοτελούς αξιολόγησης τόσο ως προς την αξιοπιστία τους όσο και ως προς τη συνάφειά τους με τους λόγους διεθνούς προστασίας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι δεν απομονώθηκε ως αυτοτελής ουσιώδης ισχυρισμός ο φόβος που οι Αιτητές προβάλλουν λόγω της κουρδικής τους καταγωγής και της αποδιδόμενης στον Αιτητή 1 σύνδεσής του με κουρδικές πολιτικές ή ένοπλες οργανώσεις. Τούτο παρά το γεγονός ότι σημαντικό μέρος του αφηγήματος του Αιτητή 1 αφορά τις επαγγελματικές του μετακινήσεις στην παραμεθόρια περιοχή Ιράν – Ιράκ, τις υποψίες των αρχών περί συνεργασίας του με την οργάνωση PJAK και τις σχετικές ανακρίσεις στις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, υπεβλήθη. Το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί απλό τμήμα του προσωπικού του ιστορικού αλλά συνδέεται άμεσα με τον πυρήνα του προβαλλόμενου φόβου δίωξης.
Ομοίως, διαπιστώνεται ότι η ποινική διαδικασία που φέρεται να κινήθηκε εις βάρος του Αιτητή 1 και ο ισχυρισμός περί μεταγενέστερης ερήμην καταδίκης του σε πολυετή ποινή φυλάκισης δεν εξετάστηκαν ως αυτοτελής ουσιώδης ισχυρισμός. Αντιθέτως, συγχωνεύθηκαν με το ιστορικό της αρχικής σύλληψης και κράτησής του, παρά το γεγονός ότι ο προβαλλόμενος κίνδυνος που συνδέεται με τυχόν εκκρεμή ποινική διαδικασία ή υφιστάμενη καταδικαστική απόφαση αφορά πρωτίστως την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Αντιθέτως, το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθώς απομονώθηκε και εξετάστηκε ως αυτοτελής ουσιώδης ισχυρισμός η προβαλλόμενη μεταστροφή των Αιτητών στον χριστιανισμό, καθότι πρόκειται για ισχυρισμό που δύναται αφ’ εαυτού να θεμελιώσει αξίωση διεθνούς προστασίας και, ως εκ τούτου, απαιτεί διακριτή αξιολόγηση της αξιοπιστίας και των συνεπειών του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το παρόν Δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης ως δικαστήριο ουσίας με αρμοδιότητα πλήρους και επικαιροποιημένου (ex nunc) ελέγχου, κρίνεται αναγκαίο να προβεί το ίδιο σε ορθή απομόνωση των λοιπών ουσιωδών ισχυρισμών των Αιτητών, κατά τρόπο που να επιτρέπει την πληρέστερη και εξατομικευμένη αξιολόγησή τους.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, οι ουσιώδεις ισχυρισμοί των Αιτητών οριοθετούνται ως ακολούθως:
Ως δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απομονώνεται ο ισχυρισμός περί σύλληψης, κράτησης και κακομεταχείρισης του Αιτητή 1 από τις ιρανικές αρχές κατόπιν του περιστατικού της 30.09.2018, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών κράτησης και των πράξεων που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη κατά τη διάρκεια αυτής.
Ως τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απομονώνεται ο ισχυρισμός περί αποδιδόμενης σύνδεσης του Αιτητή 1 με κουρδικές οργανώσεις, περιλαμβανομένων των κατηγοριών περί συνεργασίας με την οργάνωση PJAK, καθώς και ο συναφής φόβος δίωξης λόγω της κουρδικής του καταγωγής και του προφίλ που του αποδίδεται από τις αρχές της χώρας καταγωγής του.
Ως τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός απομονώνεται ο ισχυρισμός περί εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας ή μεταγενέστερης καταδικαστικής απόφασης εις βάρος του Αιτητή 1 και ο φόβος σύλληψης, φυλάκισης ή άλλων δυσμενών συνεπειών σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν.
Ως πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός απομονώνεται ο ισχυρισμός περί μεταστροφής των Αιτητών στον χριστιανισμό και ο συνακόλουθος φόβος δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω της θρησκευτικής τους ταυτότητας σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους.
Προχωρώ ακολούθως στην εξέταση εκάστου των ανωτέρω ισχυρισμών.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυρισμό περί σύλληψης, κράτησης και κακομεταχείρισης του Αιτητή 1 από τις ιρανικές αρχές κατόπιν του περιστατικού της 30.09.2018, διαπιστώνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν τον εν λόγω ισχυρισμό ως αξιόπιστο και τον αποδέχθηκαν.
Έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο των συνεντεύξεων των Αιτητών και τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στους διοικητικούς φακέλους, δεν εντοπίζω λόγους που να δικαιολογούν απόκλιση από την πιο πάνω κρίση της Διοίκησης. Αντιθέτως, κρίνω ότι η αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού είναι ορθή.
Ειδικότερα, ο Αιτητής 1 παρέθεσε ένα αφήγημα το οποίο διατηρεί σταθερό τον βασικό του πυρήνα καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής και δικαστικής διαδικασίας, ενώ οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από επαρκή συνοχή, λογική αλληλουχία και ικανοποιητικό βαθμό λεπτομέρειας. Παράλληλα, ουσιώδεις πτυχές του αφηγήματός του επιβεβαιώνονται από τις δηλώσεις της Αιτήτριας 2, χωρίς να εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ τους.
Ως εκ τούτου, συμφωνώ με την αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση και αποδέχομαι τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό ως εσωτερικά αξιόπιστο.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυρισμό περί αποδιδόμενης σύνδεσης του Αιτητή 1 με κουρδικές οργανώσεις και περί φόβου δίωξης λόγω της κουρδικής του καταγωγής, διαπιστώνω καταρχάς ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν απομονώθηκε και δεν αξιολογήθηκε αυτοτελώς από τους Καθ’ ων η αίτηση, αλλά εξετάστηκε αποσπασματικά στο πλαίσιο του ευρύτερου ισχυρισμού που αφορούσε τη σύλληψη, κράτηση και ποινική διαδικασία εις βάρος του Αιτητή 1.
Προβαίνοντας σε ανεξάρτητη αξιολόγηση των δηλώσεων των Αιτητών, παρατηρώ ότι ο Αιτητής 1 πράγματι αναφέρθηκε επανειλημμένα σε κατηγορίες περί συνεργασίας του με την οργάνωση PJAK, οι οποίες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, διατυπώθηκαν από τις αρχές κατά τη διάρκεια της κράτησής του. Παράλληλα, δήλωσε ότι οι εν λόγω κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν και τελικώς δεν αποτέλεσαν τη βάση της μεταγενέστερης ποινικής διαδικασίας εις βάρος του.
Εντούτοις, οι δηλώσεις του Αιτητή 1 ως προς το συγκεκριμένο σκέλος του αιτήματός του παραμένουν γενικές και στερούνται ουσιωδών λεπτομερειών. Ο ίδιος επανειλημμένα δήλωσε ότι δεν γνωρίζει για ποιο λόγο οι αρχές τον συνέδεσαν με την PJAK, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ποιο τρόπο θεωρήθηκε ύποπτος συνεργασίας με την εν λόγω οργάνωση, ούτε προέβαλε οποιαδήποτε προσωπική, πολιτική ή άλλη δραστηριότητα που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τέτοια υποψία εκ μέρους των αρχών.
Περαιτέρω, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι οι σχετικές κατηγορίες εγκαταλείφθηκαν, ενώ κατά τις μεταγενέστερες δηλώσεις του υποστήριξε ότι οι κατηγορίες που τελικώς παρέμειναν αφορούσαν αντίσταση κατά της αρχής και προσβολή των ηθών ή των αξιών του Ισλάμ. Ως εκ τούτου, από τα ίδια τα λεγόμενά του δεν προκύπτει ότι υφίσταται σήμερα οποιαδήποτε εκκρεμής κατηγορία ή δίωξη εις βάρος του που να συνδέεται με συμμετοχή ή υποστήριξη κουρδικής πολιτικής ή ένοπλης οργάνωσης.
Ομοίως, μολονότι οι Αιτητές είναι κουρδικής καταγωγής, δεν προέβαλαν οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό δίωξης το οποίο να συνδέεται άμεσα και αποκλειστικά με την εθνοτική τους ταυτότητα. Αντιθέτως, τα περιστατικά που περιέγραψαν αφορούν κυρίως το επεισόδιο με την αστυνομία ηθών, τη μεταγενέστερη κράτηση του Αιτητή 1 και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτήν.
Ωστόσο, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι, σύμφωνα με το αποδεκτό μέρος του αφηγήματός του, ο Αιτητής 1 πράγματι ανακρίθηκε και αντιμετώπισε υποψίες εκ μέρους των αρχών περί διασύνδεσής του με την PJAK κατά τη διάρκεια της κράτησής του. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι οι σχετικές υποψίες διατυπώθηκαν από τις αρχές σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας. Πλην όμως, από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει με επάρκεια ότι οι εν λόγω υποψίες διατηρήθηκαν, ότι μετεξελίχθηκαν σε επίσημη κατηγορία ή ότι εξακολουθούν να επηρεάζουν τη θέση του Αιτητή 1 έναντι των αρχών κατά τον παρόντα χρόνο.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνω ότι, παρά το γεγονός ότι οι αναφορές του Αιτητή 1 στις κατηγορίες περί PJAK δεν μπορούν να αγνοηθούν, οι δηλώσεις του δεν παρουσιάζουν τον απαιτούμενο βαθμό σαφήνειας, εξειδίκευσης και συνοχής ώστε να τεκμηριωθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, η ύπαρξη υφιστάμενου και διακριτού προφίλ κινδύνου λόγω πραγματικής ή αποδιδόμενης σύνδεσης με κουρδικές οργανώσεις.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα αναφορικά με τη θέση των Κούρδων στο Ιράν και τη μεταχείριση προσώπων που θεωρούνται συνδεδεμένα με κουρδικές πολιτικές ή ένοπλες οργανώσεις.
Σύμφωνα με πληροφορίες από την ιστοσελίδα Minority Rights Group, οι Κούρδοι αποτελούν περίπου το 10% του πληθυσμού του Ιράν και κατοικούν κυρίως στις βορειοδυτικές και δυτικές επαρχίες της χώρας, περιλαμβανομένης της επαρχίας Kermanshah. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι κουρδικές περιοχές υπόκεινται διαχρονικά σε αυξημένη παρουσία και έλεγχο από τις δυνάμεις ασφαλείας, ενώ οι τοπικοί πληθυσμοί αντιμετωπίζουν συχνά πρόσθετες μορφές κρατικής επιτήρησης και ελέγχου[4] .
Περαιτέρω, σύμφωνα με το Home Office του Ηνωμένου Βασιλείου, παρά τις συνταγματικές εγγυήσεις περί ισότητας, οι Κούρδοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν διακρίσεις και περιορισμούς στην πράξη. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι πρόσωπα τα οποία θεωρούνται μέλη, υποστηρικτές ή συνδεδεμένα με κουρδικά πολιτικά κινήματα ή οργανώσεις ενδέχεται να παρακολουθούνται, να συλλαμβάνονται, να κρατούνται και να διώκονται για αδικήματα που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια, με αποτέλεσμα την επιβολή αυστηρών ποινών[5].
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με δημοσίευμα του Washington Institute, η επαρχία Kermanshah και γενικότερα οι κουρδικές περιοχές του δυτικού Ιράν κατέχουν ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για τον μηχανισμό ασφαλείας της χώρας, γεγονός που δικαιολογεί την αυξημένη παρουσία και δραστηριοποίηση των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας στην περιοχή[6].
Οι ανωτέρω πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή 1 περί αυξημένης παρουσίας και δραστηριοποίησης των δυνάμεων ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής του, καθώς και περί ιδιαίτερης ευαισθησίας των αρχών έναντι προσώπων που θεωρούνται συνδεδεμένα με κουρδικές οργανώσεις, εντάσσονται στο γενικότερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που επικρατεί στις κουρδικές περιοχές του Ιράν.
Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, διαπιστώνω ότι οι πληροφορίες που αντλήθηκαν από έγκυρες και επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν ουσιώδεις πτυχές του προβαλλόμενου προφίλ των Αιτητών. Ειδικότερα, επιβεβαιώνεται ότι οι Κούρδοι αποτελούν διακριτή εθνοτική ομάδα στο Ιράν, ότι οι κουρδικές περιοχές, περιλαμβανομένης της επαρχίας Kermanshah, τελούν υπό αυξημένη επιτήρηση από τις δυνάμεις ασφαλείας και ότι πρόσωπα τα οποία θεωρούνται συνδεδεμένα με κουρδικές πολιτικές ή ένοπλες οργανώσεις ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αυξημένο κρατικό έλεγχο και σοβαρές συνέπειες από τις αρχές.
Ως εκ τούτου, γίνεται αποδεκτό ότι οι Αιτητές διαθέτουν το προβαλλόμενο προφίλ Κούρδων υπηκόων του Ιράν, προερχόμενων από περιοχή ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις αρχές ασφαλείας της χώρας.
Εντούτοις, οι ανωτέρω πληροφορίες δεν επιβεβαιώνουν ότι ο Αιτητής 1 υπήρξε πράγματι μέλος, υποστηρικτής ή συνεργάτης της οργάνωσης PJAK ή οποιασδήποτε άλλης κουρδικής οργάνωσης. Αντιθέτως, από τις ίδιες τις δηλώσεις του προκύπτει ότι αγνοεί τον λόγο για τον οποίο οι αρχές τον συνέδεσαν με την εν λόγω οργάνωση, ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι οι σχετικές κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν και τελικώς εγκαταλείφθηκαν.
Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται μερικώς αποδεκτός κατά το μέρος που αφορά την κουρδική εθνοτική ταυτότητα των Αιτητών και το συναφές προφίλ τους ως Κούρδων υπηκόων του Ιράν. Αντιθέτως, δεν κατέστη δυνατό να τεκμηριωθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ο ισχυρισμός περί πραγματικής ή αποδιδόμενης σύνδεσης του Αιτητή 1 με την οργάνωση PJAK ή άλλη κουρδική πολιτική ή ένοπλη οργάνωση, ούτε ότι λόγω τέτοιας σύνδεσης αντιμετωπίζει σήμερα εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης.
Ως προς τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυρισμό περί εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας ή μεταγενέστερης καταδικαστικής απόφασης εις βάρος του Αιτητή 1 και τον συναφή φόβο σύλληψης, φυλάκισης ή άλλων δυσμενών συνεπειών σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν, διαπιστώνω καταρχάς ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν τον απομόνωσαν ως αυτοτελή ουσιώδη ισχυρισμό, αλλά τον εξέτασαν στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου που ακολούθησε την αποδοχή του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο προβαίνει σε ανεξάρτητη αξιολόγηση της αξιοπιστίας του.
Από τις δηλώσεις του Αιτητή 1 προκύπτει ότι ο ίδιος υπήρξε σταθερός ως προς το γεγονός ότι συνελήφθη, κρατήθηκε, παραπέμφθηκε ενώπιον δικαστικής αρχής και εν συνεχεία αποφυλακίστηκε κατόπιν καταβολής εγγύησης, ενώ κατά τον χρόνο αναχώρησής του από το Ιράν θεωρούσε ότι η ποινική διαδικασία εις βάρος του δεν είχε ολοκληρωθεί. Η εκδοχή αυτή παρουσιάζεται με συνέπεια τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και συνάδει με τα ήδη αποδεκτά πραγματικά περιστατικά του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού.
Εντούτοις, ως προς την περαιτέρω πορεία της ποινικής υπόθεσης, οι δηλώσεις του Αιτητή 1 χαρακτηρίζονται από ασάφεια και έλλειψη συγκεκριμένων πληροφοριών. Ειδικότερα, κατά τη συνέντευξή του δήλωσε ότι δεν γνώριζε την τελική έκβαση της διαδικασίας ούτε ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει εάν είχε εκδοθεί οριστική δικαστική απόφαση εις βάρος του. Μεταγενέστερα, ενώπιον του Δικαστηρίου, προέβαλε ότι πληροφορήθηκε μέσω συγγενικού του προσώπου ότι καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε ετών. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες αναφορικά με την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, το δικαστήριο που την εξέδωσε, τις κατηγορίες επί των οποίων αυτή στηρίχθηκε ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που θα επέτρεπε την επαλήθευση του σχετικού ισχυρισμού.
Συναφώς, παρατηρώ ότι οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι ο Αιτητής 1 δήλωσε πως δεν γνώριζε την τελική έκβαση της υπόθεσής του, ότι δεν είχε στη διάθεσή του οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλη απόδειξη αναφορικά με την πορεία της ποινικής διαδικασίας και ότι κανένα μέλος της οικογένειάς του δεν είχε λάβει μεταγενέστερη επικοινωνία ή ειδοποίηση από τις ιρανικές αρχές. Οι παρατηρήσεις αυτές βρίσκουν έρεισμα στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και πράγματι επηρεάζουν την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του επιμέρους ισχυρισμού περί μεταγενέστερης καταδίκης.
Περαιτέρω, οι αναφορές του Αιτητή 1 ως προς τη φύση των κατηγοριών που αποτέλεσαν τη βάση της φερόμενης καταδίκης δεν υπήρξαν απολύτως συνεπείς. Ενώ σε ορισμένα σημεία ανέφερε ότι οι κατηγορίες περί σύνδεσής του με την PJAK εγκαταλείφθηκαν και παρέμειναν μόνο οι κατηγορίες περί αντίστασης κατά της αρχής και προσβολής των αξιών του Ισλάμ, σε άλλα σημεία συνέδεσε τη φερόμενη καταδίκη με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες και τις μετακινήσεις του στις παραμεθόριες περιοχές. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δημιουργούν αβεβαιότητα ως προς τις τελικές κατηγορίες επί των οποίων ενδεχομένως στηρίχθηκε η διαδικασία και ως προς την τελική έκβασή της.
Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω ότι ο ισχυρισμός περί ύπαρξης ποινικής διαδικασίας εις βάρος του Αιτητή 1 κατά τον χρόνο αναχώρησής του από το Ιράν παρουσιάζει επαρκή εσωτερική αξιοπιστία και γίνεται αποδεκτός. Αντιθέτως, συμφωνώ με την εκτίμηση των Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν προκύπτουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία ικανά να τεκμηριώσουν την ύπαρξη μεταγενέστερης καταδικαστικής απόφασης εις βάρος του Αιτητή 1 και δη ποινής φυλάκισης είκοσι πέντε ετών. Ως εκ τούτου, ο επιμέρους αυτός ισχυρισμός δεν κατέστη δυνατό να τεκμηριωθεί στον απαιτούμενο βαθμό και δεν γίνεται αποδεκτός.
Το γεγονός, ωστόσο, ότι δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί η ύπαρξη μεταγενέστερης καταδικαστικής απόφασης δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στο συμπέρασμα ότι η ποινική υπόθεση περατώθηκε ή ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε εκκρεμότητα ενώπιον των αρμόδιων αρχών. Από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι ο Αιτητής 1 αναχώρησε από το Ιράν ενώ η διαδικασία, κατά τους ισχυρισμούς του, βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. Πλην όμως, δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκή και αξιόπιστα στοιχεία που να επιτρέπουν τη διαπίστωση της μεταγενέστερης πορείας της υπόθεσης, της τυχόν έκδοσης εντάλματος σύλληψης, της ύπαρξης εκκρεμούς δίωξης ή οποιασδήποτε άλλης δικαστικής ή διοικητικής ενέργειας εις βάρος του.
Ως εκ τούτου, γίνεται αποδεκτό ότι κατά τον χρόνο αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής εκκρεμούσε ποινική διαδικασία εις βάρος του Αιτητή 1. Αντιθέτως, δεν κατέστη δυνατό να τεκμηριωθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ούτε ο ισχυρισμός περί ερήμην καταδίκης σε ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε ετών ούτε οποιοσδήποτε ειδικότερος ισχυρισμός αναφορικά με την περαιτέρω εξέλιξη ή την παρούσα κατάσταση της εν λόγω διαδικασίας.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού, παρατηρώ καταρχάς ότι οι Καθ’ ων η αίτηση έκαναν αποδεκτό το έγγραφο που προσκόμισε ο Αιτητής 1 και το οποίο αφορά την καταβολή εγγύησης. Από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου προκύπτει ότι αυτό εκδόθηκε από το Revolutionary Public Court της Kermanshah και φέρει ημερομηνία 08.02.2019 (11.18.1397). Το εν λόγω έγγραφο παρέχει εξωτερική στήριξη στους ισχυρισμούς του Αιτητή 1 περί σύλληψης, παραπομπής ενώπιον δικαστικής αρχής και μεταγενέστερης αποφυλάκισής του κατόπιν καταβολής εγγύησης.
Περαιτέρω, προς αξιολόγηση του ισχυρισμού περί εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας και των ισχυρισμών των Αιτητών αναφορικά με τη λήψη ηλεκτρονικής ειδοποίησης από τις δικαστικές αρχές, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την ποινική διαδικασία στο Ιράν.
Σύμφωνα με κοινή έκθεση των φορέων Landinfo, Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (CGRS) και State Secretariat for Migration σχετικά με την ποινική διαδικασία και τα δικαστικά έγγραφα στο Ιράν, οι διαδικασίες κλήτευσης κατηγορουμένων ή μαρτύρων διαφέρουν ανάλογα με την εκδιδούσα αρχή και τον τύπο της κλήτευσης. Τα τελευταία χρόνια, η δικαστική εξουσία έχει αρχίσει να αντικαθιστά τις έντυπες κλητεύσεις με ηλεκτρονικές. Ενώ οι πρώτες επιδίδονται από τους γραμματείς των δικαστηρίων, οι ηλεκτρονικές αποστέλλονται μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος βάσης δεδομένων Adliran και οι ενδιαφερόμενοι έχουν συνήθως πρόσβαση σε αυτές μέσω του προσωπικού τους προφίλ στην πλατφόρμα Adliran [7].
Ως προς τις συνέπειες μη εμφάνισης κατόπιν κλήτευσης, η ίδια έκθεση αναφέρει ότι σύμφωνα με το άρθρο 179 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο ανακριτής οφείλει να διατάξει τη σύλληψη κατηγορουμένου που, αφού έχει κληθεί, δεν παρουσιάζεται και δεν επικαλείται εύλογη δικαιολογία για την απουσία του. Οι κλητεύσεις συχνά περιλαμβάνουν ρητή αναφορά ότι σε περίπτωση μη εμφάνισης θα εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, ενώ μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να δοθεί δεύτερη ευκαιρία εμφάνισης[8].
Περαιτέρω, ως προς τη δυνατότητα έκδοσης δικαστικής απόφασης ερήμην, η προαναφερθείσα έκθεση αναφέρει ότι σύμφωνα με το άρθρο 406 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δικαστήριο δύναται να εκδώσει ερήμην ετυμηγορία όταν ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του δεν εμφανιστούν στις ακροαματικές διαδικασίες ή δεν προβάλουν υπεράσπιση. Η ίδια πηγή επισημαίνει ότι οι ερήμην αποφάσεις πρέπει να επιδίδονται στα ενδιαφερόμενα μέρη ώστε να μπορούν να ασκήσουν τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα[9].
Οι ανωτέρω πληροφορίες συνάδουν με τις δηλώσεις των Αιτητών ότι η Αιτήτρια 2 έλαβε ηλεκτρονική ειδοποίηση μέσω του συστήματος των δικαστικών αρχών, καθώς και με τους ισχυρισμούς του Αιτητή 1 ότι η ποινική διαδικασία εναντίον του δεν είχε ολοκληρωθεί κατά τον χρόνο αναχώρησής του από το Ιράν. Παράλληλα, επιβεβαιώνουν ότι, στο πλαίσιο του ιρανικού νομικού συστήματος, η μη εμφάνιση κατηγορουμένου δύναται να επιφέρει έκδοση εντάλματος σύλληψης ή ακόμη και ερήμην απόφασης.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι τα διαθέσιμα εξωτερικά στοιχεία παρέχουν ουσιαστική στήριξη στον ισχυρισμό περί ύπαρξης ποινικής διαδικασίας εις βάρος του Αιτητή 1 και περί αποφυλάκισής του με εγγύηση. Περαιτέρω, τα ίδια στοιχεία καθιστούν εύλογο το ενδεχόμενο να υπήρξαν μεταγενέστερες δικονομικές εξελίξεις μετά την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής. Ωστόσο, δεν επαρκούν ώστε να επιβεβαιώσουν τον ειδικότερο ισχυρισμό περί έκδοσης ερήμην καταδικαστικής απόφασης και επιβολής ποινής φυλάκισης είκοσι πέντε ετών, ούτε επιτρέπουν τη διαπίστωση της ακριβούς παρούσας κατάστασης της ποινικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, ο ειδικότερος αυτός ισχυρισμός παραμένει ατεκμηρίωτος.
Ως προς τον πέμπτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυρισμό περί μεταστροφής των Αιτητών 1 και 2 στον χριστιανισμό κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Δημοκρατία, παρατηρώ καταρχάς ότι οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν τον εν λόγω ισχυρισμό κρίνοντας ότι οι δηλώσεις των Αιτητών δεν παρουσίαζαν επαρκή εξειδίκευση ως προς τα κίνητρα της μεταστροφής τους, την προσωπική πνευματική τους πορεία και τη σημασία που απέκτησε η νέα θρησκεία στη ζωή τους.
Έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο των συνεντεύξεων και των μεταγενέστερων δηλώσεών τους ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνω λόγους που να δικαιολογούν απόκλιση από την εν λόγω αξιολόγηση.
Ειδικότερα, οι Αιτητές δεν κατόρθωσαν να περιγράψουν με επαρκή σαφήνεια και εξατομίκευση την εσωτερική διεργασία που οδήγησε στη μεταστροφή τους ούτε να εξηγήσουν πειστικά για ποιο λόγο εγκατέλειψαν τις προηγούμενες θρησκευτικές τους πεποιθήσεις προς υιοθέτηση του χριστιανισμού. Οι εξηγήσεις που παρείχαν επικεντρώθηκαν κυρίως στη θετική εμπειρία που αποκόμισαν από την επαφή τους με πρόσωπα της χριστιανικής κοινότητας, στην υποστήριξη που έλαβαν κατά την παραμονή τους στη Δημοκρατία και στα συναισθήματα αποδοχής που βίωσαν στο πλαίσιο αυτό. Ωστόσο, οι δηλώσεις τους δεν ανέδειξαν με επαρκή τρόπο τη σύνδεση των εμπειριών αυτών με την ανάπτυξη μιας σταθερής και εδραιωμένης θρησκευτικής πεποίθησης.
Περαιτέρω, παρότι αμφότεροι ανέφεραν ότι βαπτίστηκαν και συμμετείχαν σε εκκλησιαστικές δραστηριότητες, δεν κατόρθωσαν να εξηγήσουν με επαρκή σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο η νέα πίστη επηρέασε ουσιωδώς τις αντιλήψεις, τις αξίες ή την καθημερινότητά τους. Οι σχετικές απαντήσεις παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό γενικές και περιγραφικές, χωρίς να προκύπτει επαρκώς η ύπαρξη προσωπικής και εσωτερικευμένης θρησκευτικής δέσμευσης. Ιδίως ο Αιτητής 1 παραδέχθηκε ότι οι γνώσεις του γύρω από τον χριστιανισμό ήταν περιορισμένες και δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τη δική του προσωπική σχέση με τη νέα θρησκεία. Το στοιχείο αυτό δεν αξιολογείται αυτοτελώς ούτε θεωρείται καθοριστικό, συνεκτιμάται όμως με το σύνολο των λοιπών δηλώσεών του κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας του ισχυρισμού.
Αναγνωρίζω ότι οι Αιτητές προσκόμισαν στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν ότι ανέπτυξαν επαφή με χριστιανική εκκλησιαστική κοινότητα κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένης της συμμετοχής τους σε θρησκευτικές συναθροίσεις και της τέλεσης της βάπτισής τους. Τα στοιχεία αυτά γίνονται αποδεκτά ως πραγματικά περιστατικά και συνεκτιμώνται υπέρ των Αιτητών. Ωστόσο, δεν αρκούν αφ’ εαυτών ώστε να αποδείξουν ότι η επικαλούμενη μεταστροφή αντανακλά ειλικρινή, ουσιαστική και εδραιωμένη θρησκευτική πεποίθηση.
Περαιτέρω, εξετάζω κατά πόσον, ανεξαρτήτως της γνησιότητας της επικαλούμενης μεταστροφής τους, οι Αιτητές ενδέχεται να αντιμετωπίσουν κίνδυνο λόγω αποδιδόμενης θρησκευτικής ταυτότητας σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράν. Συναφώς, παρατηρώ ότι οι Αιτητές ισχυρίστηκαν ότι βαπτίστηκαν και συμμετείχαν σε εκκλησιαστικές δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Δημοκρατία. Ωστόσο, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι οι ιρανικές αρχές έχουν λάβει γνώση των εν λόγω ενεργειών ούτε ότι οι Αιτητές έχουν αναπτύξει δημόσιο ή προβεβλημένο χριστιανικό προφίλ το οποίο θα μπορούσε ευλόγως να περιέλθει σε γνώση των αρχών της χώρας καταγωγής τους. Περαιτέρω, δεν προέκυψαν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι οι ίδιοι προέβησαν σε δημόσια έκφραση ή διάδοση χριστιανικών πεποιθήσεων ή σε άλλη δραστηριότητα ικανή να τους καταστήσει αντιληπτούς ως χριστιανούς ή ως αποστάτες από το Ισλάμ. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν προκύπτει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι οι Αιτητές διατρέχουν κίνδυνο λόγω πραγματικής ή αποδιδόμενης θρησκευτικής μεταστροφής.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του πέμπτου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο προσέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη θρησκευτική ελευθερία και τη μεταχείριση των χριστιανών στο Ιράν.
Ως προκύπτει από τις διαθέσιμες πληροφορίες, οι χριστιανοί αποτελούν μία από τις τρεις αναγνωρισμένες θρησκευτικές μειονότητες στο Ιράν, μαζί με τους Ζωροαστριστές και τους Εβραίους, ενώ το άρθρο 13 του Συντάγματος αναγνωρίζει το δικαίωμά τους στη θρησκευτική λατρεία[10]. Παρά ταύτα, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση (2025) της USCIRF, οι συνθήκες θρησκευτικής ελευθερίας στο Ιράν παρέμειναν ιδιαίτερα δυσμενείς, με καταγραφές αυθαίρετων συλλήψεων, κρατήσεων, περιουσιακών κατασχέσεων και άλλων περιοριστικών μέτρων σε βάρος θρησκευτικών μειονοτήτων και θρησκευτικών διαφωνούντων. Οι αρχές συνέχισαν να στοχοποιούν μέλη θρησκευτικών μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων χριστιανών και ειδικότερα προσώπων που είχαν μεταστραφεί από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό[11].
Παρόμοια ευρήματα καταγράφονται και στο ψήφισμα του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (Απρίλιος 2025), στο οποίο γίνεται αναφορά σε συστηματικές διακρίσεις, αυθαίρετες κρατήσεις και περιορισμούς της θρησκευτικής ελευθερίας στο Ιράν[12].
Περαιτέρω, σύμφωνα με έκθεση της USCIRF (2026), κατά το 2024 συνελήφθησαν τουλάχιστον 139 χριστιανοί λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων ή δραστηριοτήτων, ενώ οι συλλήψεις και οι ποινικές διώξεις χριστιανών συνεχίστηκαν και κατά το 2025. Τέλος, σύμφωνα με σχετική έκθεση της EUAA (2024), ενεργοί προσηλυτισμένοι χριστιανοί ενδέχεται να αντιμετωπίσουν κίνδυνο δίωξης, κράτησης ή άλλης σοβαρής μεταχείρισης κατά την επιστροφή τους στο Ιράν[13].
Οι ανωτέρω πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι η προβαλλόμενη από τους Αιτητές βάση φόβου είναι συμβατή με τις επικρατούσες συνθήκες στη χώρα καταγωγής τους και ότι πρόσωπα τα οποία πράγματι έχουν μεταστραφεί από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σοβαρές δυσμενείς συνέπειες από τις ιρανικές αρχές.
Πλην όμως, η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την αποδοχή του υπό εξέταση ισχυρισμού. Η εξωτερική αξιοπιστία δύναται να επιβεβαιώσει τη συμβατότητα ενός αφηγήματος με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής, δεν δύναται όμως να υποκαταστήσει την απαιτούμενη τεκμηρίωση της προσωπικής και ειλικρινούς μεταστροφής των Αιτητών.
Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι οι Αιτητές έχουν πράγματι μεταστραφεί στον χριστιανισμό κατά τρόπο που να συνιστά εδραιωμένη θρησκευτική πεποίθηση. Η διαπίστωση αυτή δεν προδικάζει, ωστόσο, την αυτοτελή αξιολόγηση τυχόν κινδύνου που ενδέχεται να απορρέει από την εικόνα ή την ταυτότητα που ενδέχεται να τους αποδώσουν οι αρχές της χώρας καταγωγής, ζήτημα το οποίο εξετάζεται στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου που ακολουθεί.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΙΝΔυΝΙυ
Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου με βάση τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από το αφήγημα των Αιτητών, κρίνω δέον όπως αυτά αξιολογηθούν υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και παραμέτρων που τα συνοδεύουν.
Καταρχάς, λαμβάνω υπόψη ότι έχει γίνει αποδεκτό πως ο Αιτητής 1 συνελήφθη από τις ιρανικές αρχές κατόπιν επεισοδίου με μέλη της αστυνομίας ηθών, τέθηκε υπό κράτηση, κρατήθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα και ακολούθως αποφυλακίστηκε με την καταβολή εγγύησης εν αναμονή της περαιτέρω εξέλιξης της ποινικής διαδικασίας εις βάρος του. Έχει επίσης γίνει αποδεκτό ότι κατά τον χρόνο αναχώρησής του από το Ιράν θεωρούσε ότι η εν λόγω διαδικασία δεν είχε ολοκληρωθεί.
Παρά ταύτα, δεν έχει καταστεί δυνατό να τεκμηριωθεί ότι ο Αιτητής 1 καταδικάστηκε μεταγενέστερα ερήμην σε ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε ετών ή ότι εξακολουθεί να καταζητείται από τις ιρανικές αρχές. Ομοίως, δεν έχει τεκμηριωθεί ότι οι κατηγορίες περί διασύνδεσής του με την οργάνωση PJAK ή με οποιαδήποτε άλλη κουρδική πολιτική ή ένοπλη οργάνωση διατηρήθηκαν ή αποτέλεσαν τη βάση οποιασδήποτε μεταγενέστερης ποινικής δίωξης.
Περαιτέρω, παρότι έγινε αποδεκτό ότι οι Αιτητές είναι κουρδικής καταγωγής και προέρχονται από την επαρχία Kermanshah, δεν προέκυψε ότι αυτοί υπήρξαν πολιτικά ενεργοί, μέλη ή υποστηρικτές κουρδικών οργανώσεων ή πρόσωπα τα οποία προσέλκυσαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον των αρχών ασφαλείας λόγω της εθνοτικής τους καταγωγής. Οι σχετικές πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν μεν ότι οι Κούρδοι ενδέχεται να αντιμετωπίζουν αυξημένη επιτήρηση και διακρίσεις, δεν προκύπτει όμως ότι κάθε πρόσωπο κουρδικής καταγωγής αντιμετωπίζει, άνευ ετέρου, πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός περί μεταστροφής των Αιτητών στον χριστιανισμό δεν έγινε αποδεκτός. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένο στοιχείο του προφίλ τους κατά την αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής.
Υπό το φως των ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι οι Αιτητές, κατά τον χρόνο εξέτασης της παρούσας υπόθεσης, διαθέτουν τέτοιο ατομικό προφίλ ώστε να θεωρηθεί ότι αντιμετωπίζουν εύλογη πιθανότητα δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της εθνοτικής τους καταγωγής, των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων ή οποιασδήποτε αποδιδόμενης πολιτικής γνώμης.
Ωστόσο, παραμένει αναγκαία η περαιτέρω εξέταση του κατά πόσο τα αποδεκτά περιστατικά που αφορούν την προηγούμενη σύλληψη, κράτηση και ποινική διαδικασία εις βάρος του Αιτητή 1 δύνανται, υπό το φως των πληροφοριών χώρας καταγωγής και των συνθηκών λειτουργίας του ποινικού συστήματος στο Ιράν, να θεμελιώσουν κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την έννοια των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Έχοντας λοιπόν αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στη περαιτέρω αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσο αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς των Αιτητών.
Χρήσιμη είναι η επαναφορά στην μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου:
«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».
Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι Αιτητές σε περίπτωση επιστροφής τους στην επαρχία Kermanshah του Ιράν, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής τους και περιοχή στην οποία ευλόγως αναμένεται να επιστρέψουν.
Το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο υφίσταται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης των Αιτητών, ο οποίος προϋποθέτει αφενός το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου, ήτοι την ενδιάθετη κατάσταση και το επιτακτικό κίνητρο φυγής, και αφετέρου το αντικειμενικό στοιχείο, ήτοι την εύλογη πιθανότητα ο επικαλούμενος κίνδυνος να υλοποιηθεί σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής. Η εκτίμηση αυτή είναι κατ’ ανάγκην προληπτική και μελλοντοστραφής και δεν απαιτεί απόδειξη με βεβαιότητα, αλλά επαρκή πιθανολόγηση βάσει των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης.
Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, κρίνω ότι αυτό πληρούται. Οι Αιτητές εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής τους μετά τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψη, κράτηση και ποινική εμπλοκή του Αιτητή 1 και έκτοτε διατηρούν σταθερά τη θέση ότι δεν επιθυμούν να επιστρέψουν στο Ιράν, επικαλούμενοι φόβο δυσμενών συνεπειών από τις αρχές της χώρας τους.
Ως προς το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου, λαμβάνω καταρχάς υπόψη ότι έχει γίνει αποδεκτό πως ο Αιτητής 1 συνελήφθη, κρατήθηκε και παραπέμφθηκε σε ποινική διαδικασία κατόπιν επεισοδίου με μέλη της αστυνομίας ηθών, καθώς και ότι αποφυλακίστηκε με την καταβολή εγγύησης. Ωστόσο, δεν έχει τεκμηριωθεί ότι οι κατηγορίες περί σύνδεσής του με την οργάνωση PJAK ή οποιαδήποτε άλλη κουρδική οργάνωση διατηρήθηκαν ή αποτέλεσαν τη βάση της δίωξής του. Αντιθέτως, από τις ίδιες τις δηλώσεις του προκύπτει ότι οι σχετικές υποψίες δεν στοιχειοθετήθηκαν και ότι η ποινική διαδικασία αφορούσε τελικώς τη διένεξή του με τις αρχές και την προσβολή των ηθών και αξιών του Ισλάμ.
Περαιτέρω, δεν έχει αποδειχθεί ότι εκδόθηκε μεταγενέστερη καταδικαστική απόφαση εις βάρος του, ούτε ότι εξακολουθεί να εκκρεμεί εις βάρος του ενεργή διαδικασία ή να καταζητείται από τις ιρανικές αρχές λόγω πολιτικής δραστηριότητας ή αποδιδόμενης σχέσης με κουρδικές οργανώσεις. Ομοίως, δεν προέκυψε ότι οι Αιτητές είχαν οποιαδήποτε πολιτική δράση, συμμετοχή σε κουρδικές οργανώσεις ή άλλο χαρακτηριστικό που να τους καθιστά πρόσωπα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις αρχές ασφαλείας. Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι οι ιρανικές αρχές έχουν γνώση ή είναι πιθανό να αποκτήσουν γνώση των ισχυριζόμενων θρησκευτικών δραστηριοτήτων των Αιτητών στη Δημοκρατία, ώστε να τους αποδώσουν χριστιανική ή αποστατική θρησκευτική ταυτότητα.
Αναφορικά με την κουρδική καταγωγή των Αιτητών, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες χώρας καταγωγής σύμφωνα με τις οποίες οι Κούρδοι αποτελούν περίπου το 10% του πληθυσμού του Ιράν και σε αρκετές περιπτώσεις υφίστανται διακρίσεις, αυξημένη επιτήρηση και δυσανάλογη μεταχείριση από τις αρχές ασφαλείας. Εντούτοις, οι ίδιες πληροφορίες δεν καταδεικνύουν ότι κάθε πρόσωπο κουρδικής καταγωγής αντιμετωπίζει, άνευ ετέρου, πραγματικό κίνδυνο δίωξης. Αντιθέτως, απαιτούνται πρόσθετα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά ή δραστηριότητες που να προσελκύουν το ενδιαφέρον των αρχών, στοιχεία τα οποία δεν προκύπτουν στην περίπτωση των Αιτητών.
Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη τη γενικότερη θέση των γυναικών στο Ιράν. Σύμφωνα με την έκθεση (2024) της EUAA για το Ιράν, μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 επιβλήθηκαν σημαντικοί περιορισμοί στα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών, οι οποίοι εξακολουθούν να επηρεάζουν τη ζωή τους σε ζητήματα γάμου, διαζυγίου, επιμέλειας παιδιών, ταξιδιών, απασχόλησης και ενδυματολογικού κώδικα[14],[15],[16]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με έκθεση (2022) της Διεθνούς Αμνηστίας, οι γυναίκες συνεχίζουν να υφίστανται διακρίσεις και περιορισμούς, ενώ οι νόμοι περί υποχρεωτικής κάλυψης της κεφαλής οδηγούν συχνά σε παρενόχληση, αυθαίρετες κρατήσεις και άλλες μορφές κακομεταχείρισης. Περαιτέρω, σε δελτίο τύπου του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ημερομηνίας 27 Ιουνίου 2024, ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες εξέφρασαν ανησυχία για τις ακραίες διακρίσεις και τη βία εις βάρος των γυναικών και των κοριτσιών στο Ιράν [17] .
Οι ανωτέρω πληροφορίες επιβεβαιώνουν το κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου έλαβε χώρα το περιστατικό που περιέγραψαν οι Αιτητές, ήτοι η παρέμβαση της αστυνομίας ηθών λόγω της ενδυμασίας της Αιτήτριας 2 και της μερικής αποκάλυψης των μαλλιών της. Πλην όμως, από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια 2 συνελήφθη, κρατήθηκε, κακοποιήθηκε ή αποτέλεσε αντικείμενο αυτοτελούς ποινικής διαδικασίας λόγω του φύλου της. Ούτε προέκυψε ότι αναζητήθηκε μεταγενέστερα από τις αρχές ή ότι διαθέτει τέτοια εξατομικευμένα χαρακτηριστικά ώστε να θεωρηθεί ότι αντιμετωπίζει κίνδυνο δίωξης αποκλειστικά λόγω της ιδιότητάς της ως γυναίκα.
Τέλος, ο ισχυρισμός περί προσωπικής μεταστροφής των Αιτητών στον χριστιανισμό δεν έγινε αποδεκτός, ενώ δεν προέκυψε ούτε ότι οι ιρανικές αρχές τους αποδίδουν ή είναι πιθανό να τους αποδώσουν χριστιανική ή αποστατική θρησκευτική ταυτότητα. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως μέρος του προφίλ κινδύνου τους για σκοπούς αξιολόγησης του άρθρου 3.
Το Δικαστήριο έχει εξετάσει κατά πόσον η σύλληψη, κράτηση και ποινική εμπλοκή του Αιτητή 1 δύνανται να θεωρηθούν ότι συνδέονται με αποδιδόμενη πολιτική ή θρησκευτική γνώμη. Εντούτοις, από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι τα μέτρα που λήφθηκαν εις βάρος του αποτέλεσαν συνέπεια συγκεκριμένου περιστατικού αντιπαράθεσης με μέλη της αστυνομίας ηθών και της επακόλουθης εφαρμογής της ποινικής νομοθεσίας και όχι αντίδραση σε πραγματικές ή αποδιδόμενες πολιτικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις του ιδίου. Δεν προέκυψε ότι οι αρχές τού απέδωσαν αντικαθεστωτική δράση, πολιτική ταυτότητα ή θρησκευτική διαφοροποίηση ούτε ότι τον αντιμετώπισαν ως πρόσωπο φορέα συγκεκριμένης πολιτικής ή θρησκευτικής άποψης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει ότι οι Αιτητές αντιμετωπίζουν βάσιμο φόβο δίωξης συνδεόμενο με τη φυλή, τη θρησκεία, την εθνικότητα, τις πολιτικές τους αντιλήψεις ή την ιδιότητά τους ως μέλη συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Παρότι τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής 1 συνελήφθη, κρατήθηκε και αντιμετώπισε ποινική διαδικασία κατόπιν επεισοδίου με την αστυνομία ηθών, δεν προκύπτει ότι οι πράξεις αυτές συνδέονται με οποιονδήποτε από τους λόγους δίωξης που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Ούτε προκύπτει ότι οι Αιτητές αποτελούν πρόσωπα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις ιρανικές αρχές λόγω της κουρδικής τους καταγωγής, των πολιτικών τους πεποιθήσεων, της θρησκείας τους ή της ιδιότητάς τους ως μέλη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3.
Παραμένει, ωστόσο, αναγκαία η εξέταση κατά πόσο οι αποδεκτές περιστάσεις που αφορούν τη σύλληψη, κράτηση και ποινική διαδικασία εις βάρος του Αιτητή 1, σε συνδυασμό με τις συνθήκες λειτουργίας του ποινικού και δικαστικού συστήματος στο Ιράν, δύνανται να θεμελιώσουν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης για σκοπούς του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο οι Αιτητές πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας αναγνωρίζεται σε πρόσωπο το οποίο δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης ως πρόσφυγα, αλλά υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 19(2).
Ως προς την περίπτωση του άρθρου 19(2)(α), ήτοι τον κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, δεν προκύπτει από τα ενώπιόν μου στοιχεία ότι οι Αιτητές αντιμετωπίζουν τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράν. Ειδικότερα, δεν έχει γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός περί σύνδεσης του Αιτητή 1 με την οργάνωση PJAK ή άλλη κουρδική πολιτική ή ένοπλη οργάνωση, ούτε προέκυψε ότι εκκρεμεί εις βάρος του διαδικασία για αδικήματα τα οποία επισύρουν θανατική ποινή. Ομοίως, δεν έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός περί μεταστροφής των Αιτητών στον χριστιανισμό, στοιχείο το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να διαφοροποιήσει την αξιολόγηση του κινδύνου. Συνεπώς, δεν διαπιστώνεται πραγματικός κίνδυνος επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α).
Ως προς την περίπτωση του άρθρου 19(2)(β), η αξιολόγηση απαιτεί διαφορετική προσέγγιση. Από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο Αιτητής 1 συνελήφθη από τις ιρανικές αρχές, κρατήθηκε επί πέντε ημέρες σε εγκατάσταση ασφαλείας, υπέστη, κατά τους ισχυρισμούς του που κρίθηκαν γενικά αξιόπιστοι ως προς τον πυρήνα τους, σωματική και ψυχολογική κακομεταχείριση κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ακολούθως δε παρέμεινε για περίπου πέντε μήνες στη φυλακή Dizel Abad μέχρι την καταβολή εγγύησης.
Περαιτέρω, έχει γίνει αποδεκτό ότι εις βάρος του κινήθηκε ποινική διαδικασία και ότι καταβλήθηκε σημαντικό χρηματικό ποσό ως εγγύηση για την αποφυλάκισή του. Η ύπαρξη της διαδικασίας αυτής επιβεβαιώνεται και από το έγγραφο καταβολής εγγύησης που προσκομίστηκε και έγινε αποδεκτό από τους Καθ’ ων η αίτηση.
Επιπλέον, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύουν ότι εξακολουθούν να καταγράφονται σοβαρές παραβιάσεις των δικονομικών εγγυήσεων στο ιρανικό ποινικό σύστημα. Ειδικότερα, αναφέρονται περιπτώσεις αυθαίρετης κράτησης, περιορισμένης πρόσβασης σε νομική εκπροσώπηση, αποδοχής ομολογιών που φέρονται να έχουν ληφθεί υπό καθεστώς εξαναγκασμού, καθώς και σοβαρές ελλείψεις ως προς την εξασφάλιση δίκαιης δίκης. Παράλληλα, καταγράφονται περιστατικά κακομεταχείρισης κρατουμένων και θανάτων υπό κράτηση.
Εντούτοις, η ύπαρξη προβλημάτων στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης μιας χώρας δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση δικαιώματος σε συμπληρωματική προστασία. Απαιτείται η διαπίστωση πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου να υποστεί ο συγκεκριμένος αιτητής μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 19(2)(β).
Στην παρούσα περίπτωση, παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής 1 είχε πράγματι εμπλοκή με τις αρχές και υπέστη κράτηση στο παρελθόν, δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι εξακολουθεί να αναζητείται από τις αρχές, ότι εκκρεμεί ενεργή διαδικασία εις βάρος του ή ότι έχει εκδοθεί εις βάρος του καταδικαστική απόφαση η οποία θα οδηγούσε με εύλογη πιθανότητα σε νέα κράτηση ή κακομεταχείριση μετά την επιστροφή του. Αντιθέτως, οι σχετικοί ισχυρισμοί περί μεταγενέστερης καταδίκης σε ποινή φυλάκισης 25 ετών παρέμειναν ατεκμηρίωτοι.
Υπό τα δεδομένα αυτά, παρότι οι πληροφορίες χώρας καταγωγής δημιουργούν προβληματισμό ως προς τις συνθήκες λειτουργίας του ποινικού συστήματος στο Ιράν, δεν προκύπτουν επαρκή εξατομικευμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι οι Αιτητές αντιμετωπίζουν, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους.
Ως προς την περίπτωση του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι την ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί σήμερα στη χώρα καταγωγής των Αιτητών.
· Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας, σύμφωνα με το διαδραστικό χάρτη World Watch, στο Ιράν λαμβάνουν χώρα πολλαπλές διεθνείς ένοπλες συρράξεις.[18] Οι ακόλουθες ένοπλες συγκρούσεις είτε βρίσκονταν σε εξέλιξη από τα τέλη Φεβρουαρίου και τις αρχές Μαρτίου 2026 είτε είχαν τερματιστεί κατά τη στιγμή της σύνταξης της έκθεσης (9 Απριλίου 2026): Ιράν εναντίον Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Αζερμπαϊτζάν (από τις 5 Μαρτίου 2026, η σύγκρουση έληξε), Ιράν εναντίον Μπαχρέιν (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Ιράκ (από τις 6 Μαρτίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Ιορδανίας (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Κουβέιτ (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Ομάν (από την 1η Μαρτίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Κατάρ (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Σαουδικής Αραβίας (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Συρίας (από τις 4 Μαρτίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον ΗΑΕ (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), και Ιράν εναντίον Ηνωμένου Βασιλείου (από την 1η Μαρτίου 2026, αρχικά μέσω της Χεζμπολάχ, πιθανώς σε εξέλιξη). Οι συγκρούσεις στην οποία εμπλέκεται το Ιράν προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές σε αμάχους. Οι ιρανικές αρχές ανέφεραν χιλιάδες θανάτους και δεκάδες χιλιάδες τραυματισμούς από επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, ενώ οι ιρανικές επιθέσεις σε κατοικημένες περιοχές στο Ισραήλ προκάλεσαν επίσης θανάτους αμάχων. Σύμφωνα με πληροφορίες, το Ιράν χρησιμοποίησε ευρέως αδιάκριτους πυραύλους και πυρομαχικά διασποράς εναντίον κατοικημένων περιοχών.[19]
· Μέχρι την έναρξη ισχύος της εκεχειρίας στις 8 Απριλίου 2026, οι ιρανικές αρχές ανέφεραν περισσότερους από 2.000 θανάτους και 26.500 τραυματισμούς από επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν έπληξαν εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένου ενός σχολείου θηλέων κατά τη διάρκεια των μαθημάτων και πανεπιστημιακά κτίρια. Άλλες επιθέσεις αναφέρθηκε ότι έπληξαν κτίρια κατοικιών και ένα αθλητικό κέντρο και ένα άλλο σχολείο. Καταγράφηκαν επίσης επιθέσεις εναντίον εγκαταστάσεων αφαλάτωσης στο Ιράν και από το Ιράν εναντίον τέτοιων εγκαταστάσεων στο Μπαχρέιν. Το Ισραήλ έπληξε τις υποδομές φυσικού αερίου του South Pars σε μια μεγάλη επίθεση. Οι ιρανικές επιθέσεις επηρέασαν την εμπορική ναυτιλία στο Στενό του Ορμούζ και πολιτικές τοποθεσίες σε κράτη του Κόλπου, συμπεριλαμβανομένου ενός ξενοδοχείου στο Ντουμπάι και κέντρων δεδομένων, προκαλώντας σημαντική αναστάτωση στην πολιτική ζωή.[20]
· Στις 28 Φεβρουαρίου 2026, κατά τη διάρκεια των αρχικών αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων στο Ιράν, έως και τρεις πύραυλοι έπληξαν το σχολείο θηλέων Shajareh Tayyebeh στο Minab κατά τη διάρκεια του μαθήματος, με τις τοπικές αρχές να αναφέρουν 175 θανάτους, κυρίως μεταξύ κοριτσιών. Το σχολείο βρισκόταν κοντά σε μια ναυτική βάση του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), αλλά το ίδιο το σχολικό κτίριο είχε διαχωριστεί από τη βάση το 2016 και είχε μετατραπεί σε καθαρά πολιτική εκπαιδευτική χρήση. Οι αναφορές για επακόλουθες επιθέσεις αφού οι επιζώντες αναζήτησαν καταφύγιο έθεσαν πρόσθετες ανησυχίες για προφυλάξεις, συμπεριλαμβανομένων των καθηκόντων συνεχούς φροντίδας και επαλήθευσης ότι ο στόχος ήταν νόμιμος στρατιωτικός στόχος. Οι εσωτερικές έρευνες των ΗΠΑ φέρονται να υπέδειξαν ξεπερασμένες πληροφορίες και το περιστατικό έδειξε τουλάχιστον βαριά αμέλεια στην απόφαση στόχευσης.[21]
· Στις 28 Φεβρουαρίου 2026, ώρες μετά την επίθεση στο Μινάμπ, αμερικανικοί πύραυλοι έπληξαν οικιστικά κτίρια, καθώς και ένα γυμναστήριο και ένα παρακείμενο δημοτικό σχολείο στο Λαμέρντ του Ιράν, με αναφερόμενους θανάτους και μεγάλο αριθμό τραυματισμών, συμπεριλαμβανομένων και ατόμων μιας γυναικείας ομάδας βόλεϊ που χρησιμοποιούσε το γυμναστήριο. Ο επιδιωκόμενος στόχος μπορεί να ήταν ένα κοντινό συγκρότημα του IRGC, ωστόσο οι δορυφορικές εικόνες που εξέτασαν οι New York Times έδειξαν ότι το συγκρότημα φαινόταν άθικτο και αρχειακές εικόνες έδειξαν ότι τα χτυπημένα κτίρια ήταν περιτοιχισμένα από τη βάση του IRGC για πολλά χρόνια.[22]
· Οι επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ φέρεται να επηρέασαν ιρανικά πανεπιστήμια και κοιτώνες τον Μάρτιο του 2026, συμπεριλαμβανομένης μιας επίθεσης στο Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας του Ιράν στην Τεχεράνη στις 28 Μαρτίου που κατέστρεψε ένα κτίριο και προκάλεσε ζημιές σε αίθουσες διδασκαλίας. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα θεωρούνται πολιτικά αντικείμενα εκτός εάν χρησιμοποιούνται για στρατιωτικούς σκοπούς και μια σκόπιμη επίθεση σε μια τέτοια εγκατάσταση θα αποτελούσε σοβαρή παραβίαση του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου. Το IRGC δήλωσε ότι θα στοχοποιήσει πανεπιστήμια στη Μέση Ανατολή που συνδέονται με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ως απάντηση.[23]
· Στις 7 Μαρτίου 2026, ο Υπουργός Εξωτερικών του Ιράν κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι έπληξαν μια μονάδα αφαλάτωσης γλυκού νερού στο νησί Κεσμ, ισχυριζόμενος διακοπή της παροχής νερού σε πολλά χωριά, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ αρνήθηκαν την ευθύνη. Λίγες μέρες αργότερα, ο Πρόεδρος Τραμπ απείλησε δημόσια να στοχοποιήσει τις υποδομές ενέργειας, τα πετρελαιοπηγεία και ενδεχομένως τις μονάδες αφαλάτωσης του Ιράν. Το επεισόδιο συνέβη εν μέσω μιας κλιμακούμενης εθνικής κρίσης ύδατος που χαρακτηρίστηκε από παρατεταμένη έλλειψη βροχοπτώσεων και σοβαρή υπεράντληση επιφανειακών και υπόγειων πόρων. Υπήρξαν επίσης αναφορές σε δεκάδες επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και πολλαπλούς θανάτους πληρωμάτων μετά τις 28 Φεβρουαρίου 2026.[24]
· Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής των Αιτητών, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους και συγκεκριμένα κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 08.05.2026), όσον αφορά το Ιράν, έχουν καταγραφεί 3.822 περιστατικά πολιτικής βίας που είχαν ως αποτέλεσμα 7.825 θανάτους, ενώ 45 εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν εκτεθειμένοι ή επηρεάστηκαν άμεσα από την εγγύτητά τους σε αυτές τις ζώνες συγκρούσεων. Την ίδια περίοδο, στην περιοχή της Kermanshah καταγράφηκαν συνολικά 50 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 363 πολιτών, ενώ 465.860 άνθρωποι βρέθηκαν εκτεθειμένοι ή επηρεάστηκαν άμεσα από την εγγύτητά τους σε αυτές τις ζώνες συγκρούσεων.[25] Επιπλέον σημειώνεται ότι ο πληθυσμός του Ιράν σε πρόσφατη καταγραφή (2026) ανέρχεται στα 93,17 εκατομμύρια.[26]
Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά τον χρόνο εξέτασης της παρούσας υπόθεσης το Ιράν εμπλέκεται σε πολλαπλές διεθνείς ένοπλες συρράξεις, περιλαμβανομένων συγκρούσεων με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ καταγράφονται παράλληλα στρατιωτικές συγκρούσεις με σειρά άλλων κρατών της περιοχής. Οι συγκρούσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα χιλιάδες θανάτους και δεκάδες χιλιάδες τραυματισμούς αμάχων, ενώ καταγράφηκαν επανειλημμένα πλήγματα σε κατοικημένες περιοχές, σχολεία, πανεπιστήμια, αθλητικές εγκαταστάσεις και άλλες πολιτικές υποδομές.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω στο γεγονός ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν περιστατικά προσβολής αμιγώς πολιτικών στόχων, μεταξύ των οποίων σχολικές μονάδες κατά τη διάρκεια μαθημάτων, οικιστικά συγκροτήματα και εκπαιδευτικά ιδρύματα, με μεγάλο αριθμό θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού. Επιπρόσθετα, προκύπτουν αναφορές περί χρήσης αδιάκριτων πυραύλων και πυρομαχικών διασποράς, καθώς και περί επιθέσεων σε κρίσιμες υποδομές ύδρευσης και ενέργειας, γεγονότα που καταδεικνύουν ότι οι συνέπειες των εχθροπραξιών δεν περιορίζονται σε στρατιωτικούς στόχους αλλά επηρεάζουν άμεσα και εκτεταμένα τον άμαχο πληθυσμό.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της βάσης δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος καταγράφηκαν στο Ιράν 3.822 περιστατικά πολιτικής βίας με συνολικά 7.825 θανάτους, ενώ περίπου 45 εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν εκτεθειμένοι ή επηρεάστηκαν άμεσα από την εγγύτητά τους σε ζώνες συγκρούσεων. Ειδικότερα δε στην επαρχία Kermanshah, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής των Αιτητών, καταγράφηκαν 50 περιστατικά πολιτικής βίας με 363 θανάτους, ενώ σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι βρέθηκαν εκτεθειμένοι ή επηρεάστηκαν από τη γειτνίασή τους με περιοχές συγκρούσεων.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων, κρίνω ότι η ένταση των εχθροπραξιών και η έκταση των συνεπειών τους επί του άμαχου πληθυσμού υπερβαίνουν το επίπεδο της συνήθους ανασφάλειας που συνοδεύει κάθε ένοπλη σύρραξη. Αντιθέτως, προκύπτει κατάσταση εκτεταμένης και αδιάκριτης βίας, η οποία επηρεάζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού ανεξαρτήτως προσωπικών χαρακτηριστικών, ενώ οι επιθέσεις κατά πολιτικών στόχων καταδεικνύουν ότι ο κίνδυνος δεν περιορίζεται σε πρόσωπα με συγκεκριμένο προφίλ ή ιδιότητα.
Το επίπεδο της αδιάκριτης βίας που καταγράφεται στην υπό εξέταση περίπτωση είναι τέτοιο ώστε ο απαιτούμενος βαθμός εξατομίκευσης του κινδύνου περιορίζεται σημαντικά, καθότι ο κίνδυνος απορρέει πρωτίστως από την ίδια την παρουσία αμάχου στην επηρεαζόμενη περιοχή και όχι από ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αξιολόγηση του κινδύνου διενεργείται υπό το πρίσμα των αρχών που απορρέουν από τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι η ένταση της αδιάκριτης βίας έχει φθάσει σε τέτοιο επίπεδο ώστε η παρουσία των Αιτητών στην επαρχία Kermanshah, σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράν, να αρκεί αφ’ εαυτής για να τους εκθέσει σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω και επικουρικώς, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι πρόκειται για οικογένεια με ανήλικα τέκνα, τα οποία διαβιούν στη Δημοκρατία από το 2019, ενώ ένα εξ αυτών γεννήθηκε στη Δημοκρατία. Παρατηρώ δε ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και τα τρία τέκνα της οικογένειας ήταν ανήλικα, γεγονός που επέβαλλε την αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντός τους, η οποία δεν προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε από τη Διοίκηση. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10(1Α) του περί Προσφύγων Νόμου και το άρθρο 3(1) της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν τη διεθνή προστασία.
Υπό τις παρούσες συνθήκες, η επιστροφή της οικογένειας σε περιοχή που επηρεάζεται από τις συνέπειες της συνεχιζόμενης ένοπλης σύρραξης, όπου έχουν καταγραφεί επιθέσεις κατά σχολείων, πανεπιστημίων και λοιπών πολιτικών υποδομών, αποτελεί πρόσθετο παράγοντα ο οποίος επιβεβαιώνει την ανάγκη ιδιαίτερα προσεκτικής εκτίμησης του κινδύνου που θα αντιμετώπιζαν τα μέλη της οικογένειας σε περίπτωση επιστροφής.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο υφίσταται για τους Αιτητές εύλογη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης σε άλλη περιοχή του Ιράν. Ωστόσο, υπό το φως των επικαιροποιημένων πληροφοριών χώρας καταγωγής, διαπιστώνεται ότι οι συνεχιζόμενες διεθνείς ένοπλες συρράξεις επηρεάζουν ευρύ τμήμα της ιρανικής επικράτειας, ενώ περιστατικά πολιτικής βίας και επιθέσεων κατά πολιτικών υποδομών καταγράφονται σε πολλαπλές περιοχές της χώρας. Η κατάσταση ασφαλείας εμφανίζεται ρευστή και απρόβλεπτη. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν εντοπίζεται περιοχή της ιρανικής επικράτειας η οποία, με βάση τα διαθέσιμα και επικαιροποιημένα στοιχεία, να μπορεί να θεωρηθεί επαρκώς ασφαλής και προσβάσιμη για σκοπούς εσωτερικής μετεγκατάστασης. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται διαθέσιμη και εύλογη εναλλακτική δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης.
Ως εκ τούτου, παρότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισής τους ως προσφύγων δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου, πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των άρθρων 19(1) και 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι, παρά τις πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν κατά την απομόνωση και αξιολόγηση ορισμένων ουσιωδών ισχυρισμών, οι πλημμέλειες αυτές δεν επηρεάζουν το τελικό συμπέρασμα ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων αναγνώρισης των Αιτητών ως προσφύγων. Ειδικότερα, δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, κατά την έννοια του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης των Αιτητών ως προσφύγων.
Ωστόσο, κατά την ex nunc αξιολόγηση του κινδύνου που διενήργησε το παρόν Δικαστήριο, προέκυψαν ουσιώδη δεδομένα τα οποία διαφοροποιούν την τελική κρίση ως προς την ανάγκη διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, οι επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι κατά τον χρόνο εξέτασης της παρούσας υπόθεσης το Ιράν εμπλέκεται σε πολλαπλές διεθνείς ένοπλες συρράξεις, με αποτέλεσμα την πρόκληση εκτεταμένων απωλειών αμάχων, την προσβολή πολιτικών στόχων και τη δημιουργία συνθηκών γενικευμένης και αδιάκριτης βίας. Παράλληλα, από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι και η επαρχία Kermanshah, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής των Αιτητών, επηρεάζεται από τα φαινόμενα αυτά.
Το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη τις ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις της οικογένειας των Αιτητών, περιλαμβανομένης της παρουσίας ανήλικων τέκνων, της μακροχρόνιας παραμονής τους στη Δημοκρατία από το 2019, καθώς και της υποχρέωσης συνεκτίμησης του βέλτιστου συμφέροντος των παιδιών, σύμφωνα με το άρθρο 10(1Α) του περί Προσφύγων Νόμου και το άρθρο 3(1) της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Οι περιστάσεις αυτές δεν συνιστούν αυτοτελή βάση χορήγησης διεθνούς προστασίας, αποτελούν όμως παράγοντες που συνεκτιμώνται κατά την αξιολόγηση των συνεπειών που θα είχε η επιστροφή των Αιτητών στις επικρατούσες συνθήκες ασφαλείας.
Έπειτα από συνολική εκτίμηση των επικαιροποιημένων πληροφοριών χώρας καταγωγής, σε συνδυασμό με τις ατομικές περιστάσεις των Αιτητών στο μέτρο που αυτές είναι συναφείς, καταλήγω ότι η επιστροφή τους στο Ιράν και ειδικότερα στην επαρχία Kermanshah θα τους εξέθετε σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο διεθνούς ένοπλης σύρραξης, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Υπό το φως των πιο πάνω, η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται και τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου [Ν.73(Ι)/2018] και οι Αιτητές αναγνωρίζονται ως δικαιούχοι συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των άρθρων 19(1) και 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε ό,τι αφορά τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση. Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη ότι οι Αιτητές παρέστησαν και χειρίστηκαν την υπόθεση αυτοπροσώπως, η επιδίκαση περιορίζεται στα πραγματικά έξοδα που αποδεδειγμένα προέκυψαν από την καταχώριση και προώθηση της παρούσας προσφυγής.
Σε ότι αφορά τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη ότι οι Αιτητές παρέστησαν και χειρίστηκαν την υπόθεση αυτοπροσώπως, η επιδίκαση περιορίζεται στα πραγματικά έξοδα που αποδεδειγμένα προέκυψαν από την καταχώριση και προώθηση της παρούσας προσφυγή[27].
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Προβλεπόμενος τύπος στους Περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 (3/2019).
[3] Άρθ. 11(3)(β)(α) του Νόμου 73(I)/2018.
[4] Minority Rights Group, https://minorityrights.org/communities/kurds-4/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 09.06.2026]
[5] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Kurds and Kurdish Political Groups, Iran, October 2025, Updated: 1 June 2026, https://www.gov.uk/government/publications/iran-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-kurds-and-kurdish-political-groups-iran-october-2025-accessible [Ημερομηνία Πρόσβασης: 09.06.2026]
[6] Washington Institute, Iran’s Western Frontier: Iranian Kurds Navigate Risk and Opportunity, 23 March 2026, https://www.washingtoninstitute.org/policy-analysis/irans-western-frontier-iranian-kurds-navigate-risk-and-opportunity [Ημερομηνία Πρόσβασης: 09.06.2026]
[7] Landinfo - Norwegian Country of Origin Information Centre, CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner Geeral for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit, SEM - State Secretariat for Migration (formerly: Federal Office for Migration; Switzerland): Iran; Criminal procedures and documents, December 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2064888/joint_coi_report._criminal_procedures_and_documents_20211206.pdf, σελ.56-60, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 10.06.2026]
[8] Landinfo - Norwegian Country of Origin Information Centre, CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner Geeral for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit, SEM - State Secretariat for Migration (formerly: Federal Office for Migration; Switzerland): Iran; Criminal procedures and documents, December 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2064888/joint_coi_report._criminal_procedures_and_documents_20211206.pdf, σελ.56-60, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 10.06.2026]
[9] Landinfo - Norwegian Country of Origin Information Centre, CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner Geeral for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit, SEM - State Secretariat for Migration (formerly: Federal Office for Migration; Switzerland): Iran; Criminal procedures and documents, December 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2064888/joint_coi_report._criminal_procedures_and_documents_20211206.pdf, σελ.56-60, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 10.06.2026]
[10] Μεταφρασμένη έκδοση του Συντάγματος στα Αγγλικά από την Παγκόσμια Οργάνωση Πνευματικής Ιδιοκτησίας (WIPO) (https://wipolex.wipo.int/en/text/332330) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 08.06.2026]
[11] USCIRF, Annual Report 2026 - Iran chapter, March 2026, διαθέσιμο σε: https://www.uscirf.gov/resources/iran-annual-report-chapters-and-translations [Ημερομηνία Πρόσβασης: 08.06.2026]
[12] USCIRF, Iran Country Update, July 2025, διαθέσιμο σε: https://www.uscirf.gov/news-room/releases-statements/uscirf-releases-report-religious-freedom-iran-0 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 08.06.2026]
[13] USCIRF, Annual Report 2026 - Iran chapter, March 2026, διαθέσιμο σε: https://www.uscirf.gov/resources/iran-annual-report-chapters-and-translations [Ημερομηνία Πρόσβασης: 08.06.2026]
[14] EUAA, COI Report – Iran: Country Focus, June 2024, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 10.06.2026]
[15] Iran International, Hardliners in Iran promote polygamy, obedience of wives, 2 November 2023, www.iranintl.com/en/202311020236 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 10.06.2026]
[16] USIP, Part 3: Iran Laws on women, 13 August 2023, https://iranprimer.usip.org/blog/2020/dec/08/part-3-iranian-laws-women, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 10.06.2026]
[17] AI - Amnesty International: Amnesty International Report 2022/23; The State of the World's Human Rights; Iran 2022, 27 March 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2089406.html; UN Office of the High Commissioner on Human Rights, Iran: Women and girls treated as second class citizens, reforms urgently needed, says UN expert, 8 March 2021, https://www.ohchr.org/en/press-releases/2021/03/iran-women-and-girls-treated-second-class-citizens-reforms-urgently-needed [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.06.2026]
[18] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 21.05.2026)
[19] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 21.05.2026)
[20] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 21.05.2026)
[21] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 21.05.2026)
[22] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 21.05.2026)
[23] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 21.05.2026)
[24] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 21.05.2026)
[25] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest Perfecture, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 21.05.2026)
[26] Iran Population 2026, Iran Population 2026 (τελευταία πρόσβαση 17.05.2026)
[27] Βλ. Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου (1996) 1 ΑΑΑ 111, Βούρος κ.α. ν. Τεγγεράκη (2003) 1 Α.Α.Δ. 485).ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΙΤΛΟΥ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΚΥΣΑΤΣ), ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ.152/2013, ECLI:CY:AD:2020:C273, 28.07.2020.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο