D. S. D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4457/24, 19/6/2026
print
Τίτλος:
D. S. D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4457/24, 19/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.4457/24

 

19 Ιουνίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

D. S. D.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Δ. Κυριάκου, Δικηγόρος για Αιτητή

Κος Χ. Καστάνας, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή o αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία του κοινοποιήθηκε στις 23/10/24, με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, δια της οποίας απορρίφθηκε η εδώ επίδικη αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικά Α και Β) και «[έ]κδοση νέας εκτελεστής απόφασης […] επί του αιτήματος […] για διεθνή προστασία ως πολιτικού πρόσφυγα […] και/ή συμπληρωματικής προστασίας η οποία αντικαθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση» (Αιτητικό Γ).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 28/11/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 31/01/22 (ερ.1-4, 16-19, 41).

Στις 09/10/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή προς εξέταση του αιτήματός του, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.34-41). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 15/10/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.96-107).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 23/10/24 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.109, 3).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας του ότι ο πατέρας της συντρόφου του ήθελε να τον σκοτώσει μετά που αυτή έμεινε έγκυος, καθώς «δεν εκτίμησε ότι η κόρη του είχε αυτή την πρόωρη εγκυμοσύνη», την ενθάρρυνε να αποβάλει, κατά η αποβολή «παραλίγο να της κοστίσει τη ζωή της» και εξαιτίας τούτων ο αιτητής δεχόταν πολλές απειλές και διέφυγε, αναζητώντας προστασία.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο αιτητής ανέφερε ότι είναι υγιής, γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην Κινσάσα, οι γονείς και τα αδέλφια του (2 αδελφοί και 3 αδελφές) όλοι εκ των οποίων ζουν στο Brazzaville (Δημοκρατία του Κονγκό), πλην μιας από τις αδελφές του, η οποία είναι παντρεμένη και ζει στην Κινσάσα, όπου ζουν και αρκετοί θείοι/θείες και φίλοι του, ο ίδιος φοίτησε σε πανεπιστήμιο, όμως το 2020 σταμάτησε γιατί δεν τα πήγαινε καλά, ως ανέφερε, και άνοιξε επιχείρηση, εργαζόταν δε στις οικοδομές το 2012-2021.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι δεν ένιωθε ασφαλής, λάμβανε απειλές και όταν δέχθηκε επίθεση αποφάσισε να φύγει από τη ΛΔΚ. Ως ανέφερε, είχε δεσμό με μια κοπέλα, η οποία έμεινε έγκυος (στην οικογένεια του δεν υποστηρίζουν την αποβολή), η κοπέλα αυτή πήγε μόνη της να αποβάλει και υπήρχαν επιπλοκές, ο πατέρας της την ρώτησε για τον αιτητή και έκτοτε άρχισε να τον απειλεί ότι θα στείλει άτομα να του επιτεθούν, μια μέρα επιτέθηκε στο σπίτι του και τον τραυμάτισε, τότε ο αιτητής κρύφτηκε στο σπίτι ενός γείτονα, ο πατέρας του τον πήρε σε ένα χωριό και όταν έγιναν οι διευθετήσεις ο αιτητής έφυγε από τη ΛΔΚ. Κατά τον χρόνο που ο αιτητής βρισκόταν στη Δημοκρατία ο αδελφός του δέχθηκε επίθεση τον Αύγουστο του 2024 (ένα μήνα πριν τη συνέντευξη) από εγκληματίες (thugs), οι οποίοι είπαν ότι ακόμα αναζητούν τον αιτητή και τότε η οικογένεια του μετοίκησε στο Brazzaville, αφού φοβήθηκαν, καθώς, ως ανέφερε ο αιτητής, «αυτοί οι άνθρωποι συνεργάζονται με την αστυνομία».

Ερωτώμενος πότε έμαθε ότι η κοπέλα του ήταν έγκυος ο αιτητής ανέφερε τον Ιανουάριο 2021 και ότι έκανε αποβολή τον ίδιο μήνα, όντας – ως ανέφερε – τριών μηνών έγκυος, η επέμβαση δεν έγινε σωστά και αφέθηκαν «αντικείμενα μέσα» (particles left in the girl) και άρχισε να χάνει αίμα και τότε ενημέρωσαν τον πατέρα της. Τελικά, ως ανέφερε, η κοπέλα ανάρρωσε όμως ο ίδιος δεν επικοινώνησε μαζί της ξανά. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι δέχθηκε την 1η επίθεση από τον πατέρα της κοπέλας τον Απρίλιο 2021. Όταν του υποβλήθηκε ότι οι νοσοκόμες δεν διενεργούν αποβολές αλλά οι γιατροί ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν ένα μικρό ιατρικό κέντρο. Όταν του υποβλήθηκε ότι αρχικά ανέφερε ότι οι γονείς του πήγαν στο Brazzaville το 2021, ενώ ακολούθως ανέφερε ότι πήγαν το 2024, μετά την επίθεση που δέχθηκε ο αδελφός του, ο αιτητής ανέφερε ότι ο αδελφός του ήταν στο Brazzaville όταν δέχθηκε επίθεση και, όταν ρωτήθηκε τι φοβάται σε περίπτωση που επιστρέψει, ανέφερε ότι ο πατέρας της κοπέλας θα τον σκοτώσει.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Έφυγε από τη ΛΔΚ γιατί κινδυνεύει από τον πατέρα της πρώην συντρόφου του

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν δε τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, καθώς, ως κρίθηκε, στερούνταν εσωτερικής συνοχής.

Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν έδωσε ικανοποιητικές πληροφορίες και υπέπεσε σε αντιφάσεις, χρονικές ασυνέπειες και έλλειψη ευλογοφάνειας, αφού δεν ήταν σε θέση να αναφέρει σαφώς που έγινε η έκτρωση της κοπέλας και από ποιους, ποιος τηλεφώνησε του πατέρα της και τι του ανέφερε, πότε έφυγε ο ίδιος από την Κινσάσα και πότε έφυγε η οικογένεια του, που βρισκόταν ο αδελφός του όταν δέχθηκε επίθεση τον Αύγουστο 2024 και εντοπίστηκε αντίφαση και στο ότι, ενώ στην επίδικη αίτηση ανέφερε ότι ήταν ο πατέρας της κοπέλας που την ενθάρρυνε να προβεί σε έκτρωση, κατά τη συνέντευξη ανέφερε ότι αυτός το έμαθε όταν τον ενημέρωσαν από την κλινική, μετά την έκτρωση. Στα πλαίσια εκτίμησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού σχολιάστηκε ότι δεν είναι αναμενόμενο να γνωρίζει μια γυναίκα ότι είναι έγκυος στις 3 εβδομάδες. Συνεπεία των ως άνω ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, κατόπιν ανασκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Κινσάσα) και λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα, η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητά τους λοιπούς ισχυρισμούς, προωθώντας εν τέλει μόνο τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας.

Δεδομένου ότι ο μόνος προωθούμενος από τον αιτητή ισχυρισμός συμπλέκεται άρρηκτα και με την ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Σημειώνω ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98, αναφέρεται, «απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […] Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Διερχόμενος των ενώπιον μου στοιχείων παρατηρώ τα εξής.

Ο αιτητής, ως και οι καθ’ ων η αίτηση επισημαίνουν στην επίδικη έκθεση, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια για τα όσα εξιστόρησε και ούτε να εξηγήσει τελικά πως ακριβώς έγιναν τα συμβάντα που ανέφερε, υπήρξε επί παντός ασαφής, το δε αφήγημα του στερείται σε όλη του την έκταση βιωματικών στοιχείων ή και λεπτομερειών επί όλων των πτυχών των ισχυρισμών του και – ομοίως – παρέμεινε γενικόλογος και εν πολλοίς μονολεκτικός στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, με πλήθος αντιφάσεων να εντοπίζονται στο αφήγημα. Θα συμφωνήσω λοιπόν με τα ευρήματα και την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί της αξιοπιστίας του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, ως αυτά καταγράφονται και πιο πάνω στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία και υιοθετώ ως έχουν, χωρίς να είναι σκόπιμο να τα επαναλάβω εκ νέου εδώ, πέραν του να σημειώσω ότι είναι προφανές θεωρώ ότι το αφήγημα του αιτητή συνιστά επινόημα του ιδίου, προκειμένου να στηρίξει, εδώ ανεπιτυχώς, την επίδικη αίτηση. Δεδομένης δε της καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής, η αναζήτηση πληροφοριών (ΠΧΚ) δεν απαιτούνταν, ουδόλως, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να εξυπηρετήσει την εκτίμηση των λεγομένων του αιτητή, δεδομένης της αμιγώς προσωπικής φύσης των όσων ανέφερε, και συνεπώς ορθώς δεν έγινε. Σχετικώς, στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.132, αναφέρεται ότι η αναζήτηση ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής […].».

Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου, στην απουσία λοιπόν εδώ περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά, αντιφάσεις και ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα πολλά και καίρια σημεία εκ των οποίων διαβρώνεται μοιραία και η αξιοπιστία των λεγομένων του αιτητή παραμένουν και συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ουδείς εκ των ισχυρισμών του μπορεί να γίνει εν προκειμένω αποδεκτός, καθότι οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους. 

Απομένει εν προκειμένω μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα).

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 08/05/26) στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 42 περιστατικά πολιτικής βίας (όπου περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 48 θανάτους. [1] Ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [2] 

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση στον τόπο διαμονής του δεν είναι του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική προστασία, δεδομένου ότι δεν θεωρώ πως υφίστανται εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [3] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).

Λαμβάνω υπόψη ότι ο αιτητής είναι περί των 26 ετών σήμερα, υγιής, με ικανοποιητική μόρφωση, διαθέτει εργασιακή εμπειρία και διατηρεί υποστηρικτικό δίκτυο στην Κινσάσα (αδελφή/φίλους), στοιχεία που καταδεικνύουν ότι αναμένεται – ευλόγως – αυτός να λάβει στήριξη μέχρις ότου ορθοποδήσει και βιοποριστεί.

Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως ορίζεται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Περαιτέρω ουδέν εντοπίζω στη βάση του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιστροφή του αιτητή στη ΛΔΚ θα συνιστούσε επαναπροώθηση (βλ. αρ.3 ΕΣΔΑ).

Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[2] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[3] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο