V.F.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσία Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 8620/21, 9/6/2026
print
Τίτλος:
V.F.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσία Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 8620/21, 9/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

                                                                                           Υπόθεση Αρ. 8620/21

 

9 Ιουνίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

V.F.S.

 

Αιτήτριας

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Υπουργού Εσωτερικών,

Υπηρεσία Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

..................................................

 

Χλόη Λοιζίδου  για Άντη Γεωργίου, Δικηγόρος για την Αιτήτρια

 

Λουΐζα Γιάγκου, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 07/11/2021, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 24/10/2018, αφού εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 26/10/2018 παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).

 

Στις 27/09/2021 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (τότε ονομαζόταν «EASO» και τώρα «EUAA»). Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 29/10/2021 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας. Στις 07/11/2021, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης. Στις 26/11/2021 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα της αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε από την ίδια αυθημερόν. Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την υπό εξέταση προσφυγή αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, με τη γραπτή του αγόρευση, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα και το Νόμο, καθώς υπήρξαν πολλαπλές παραλείψεις τόσο κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης όσο και κατά τη σύνταξη της έκθεσης-εισήγησης και δεν λήφθηκαν επαρκώς υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας για τους λόγους που αναλύει εκτενέστερα στην Γραπτή του Αγόρευση.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της γραπτής της αγόρευσης, υποστηρίζει αφενός ότι οι προβληθέντες λόγοι ακύρωσης δεν εγείρονται εμπεριστατωμένα καθότι δεν αναπτύσσονται επαρκώς, και αφετέρου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα μετά από δέουσα έρευνα, χωρίς να εμφιλοχωρήσει ουδεμία πλάνη. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της που θεμελιώνουν το αίτημά της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να της αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να της χορηγηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται ότι η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Μετά από μελέτη της υπόθεσης, κρίθηκε αναγκαία η διερεύνηση επιμέρους ζητημάτων, τα οποία αφορούσαν αφενός την κατάσταση της υγείας της αιτήτριας, σε σχέση με τις δηλώσεις της ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή από ψυχίατρο και παρακολουθείται από ψυχολόγο και αφετέρου το περιεχόμενο των φυλλαδίων που ανέφερε ότι διένειμε, καθώς και τον τόπο της προηγούμενης διαμονής της στη χώρα καταγωγής της.

 

Επί των ανωτέρω ζητημάτων ζητήθηκε και η τοποθέτηση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία, κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και της παρουσίασης του διοικητικού φακέλου, ανέφερε ότι η γνώση του περιεχομένου των φυλλαδίων συνδέεται άμεσα με τον πυρήνα του αιτήματος της αιτήτριας, καθώς αφενός ο πατέρας της φέρεται να ήταν αρχηγός του Ambazonian Army και αφετέρου η ίδια πρόβαλε ότι βρίσκεται σε κίνδυνο εξαιτίας της βοήθειας που του παρείχε. Συνεπώς, συμπληρώνει η Υπηρεσία Ασύλου ότι λόγω του ενεργού ρόλου που ισχυρίστηκε ότι είχε ως διανομέας φυλλαδίων, αναμενόταν να γνωρίζει το περιεχόμενο τους.

 

Αναφορικά με τον τόπο συνήθους διαμονής, η Υπηρεσία Ασύλου ανέφερε ότι ως τέτοιος θεωρείται ο τόπος στον οποίο η αιτήτρια διέμενε για σημαντικό χρονικό διάστημα. Εν προκειμένω, επισημάνθηκε ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να ονομάσει περιοχές που γειτνιάζουν με την περιοχή Kwakwa στο αγγλόφωνο Καμερούν, παρά το γεγονός ότι δήλωσε ότι διέμενε εκεί για 16 χρόνια. Περαιτέρω, η Υπηρεσία Ασύλου πρόσθεσε ότι ως τόπος συνήθους διαμονής θεωρείται η τελευταία αποδεκτή περιοχή διαμονής για διάστημα άνω των έξι μηνών. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η διαμονή της αιτήτριας στο αγγλόφωνο Καμερούν δεν έγινε αποδεκτή, ως τόπος συνήθους διαμονής της θεωρήθηκε η περιοχή καταγωγής της.

 

Το ζήτημα της κατάστασης της υγείας της αιτήτριας σε σχέση με τις δηλώσεις της ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή από ψυχίατρο και παρακολουθείται από ψυχολόγο δεν σχολιάστηκε καθόλου από την Υπηρεσία Ασύλου παρόλο που τους δόθηκε αρκετός χρόνος για να τοποθετηθούν στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία.  Ούτε η συνήγορος των καθ’ων η αίτηση τοποθετήθηκε επί του ζητήματος αυτού, εφόσον το αρμόδιο όργανο δεν έθεσε γραπτός τις θέσεις του σε αυτήν παρόλο που του ζητήθηκε από το Δικαστήριο.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Η αιτήτρια, κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, καθώς έχασε τη μητέρα της το 2000 και τον πατέρα της το 2002. Επειδή δεν είχε άλλη οικογένεια, υιοθετήθηκε από μία οικογένεια στην Kumba, η οποία δεν είχε άλλα τέκνα. Πρόσθεσε ότι πήγαιναν μαζί στα χωράφια και ότι ο θετός της πατέρας ήταν μέλος των Ambazonia. Ανέφερε ότι η θετή της μητέρα απεβίωσε και ότι ο θετός της πατέρας την έπαιρνε μαζί του για να μοιράζει φυλλάδια στους ανθρώπους, προκειμένου να γίνουν μέλη των Ambazonia. Ακολούθως, δήλωσε ότι ένα βράδυ μέλη του στρατού ήρθαν στο σπίτι τους και σκότωσαν τον πατέρα της, ενώ η ίδια κατάφερε να διαφύγει και να κρυφτεί στους θάμνους. Το επόμενο πρωί, ανέφερε ότι μετά την κηδεία του πατέρα της πήρε το πιστοποιητικό γέννησης της και κάποια χρήματα και έφυγε, ενώ εν τέλει κοιμήθηκε μπροστά από ένα μπαρ. Εκεί την προσέγγισε η ιδιοκτήτρια του μπαρ, η οποία της είπε ότι δεν μπορούσε να τη φροντίσει και ότι θα τη βοηθούσε να μεταβεί στην Ευρώπη ώστε να εργαστεί. Η αιτήτρια πρόσθεσε ότι επιθυμούσε να φύγει, ώστε να μην την εντοπίσει ο στρατός.

 

Στη συνέχεια, ανέφερε ότι η γυναίκα αυτή της εξέδωσε διαβατήριο και ότι ταξίδεψε με τη βοήθεια ενός άνδρα μέσω της Κωνσταντινούπολης. Κατά την άφιξη της στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, τη μετέφεραν σε ένα μεγάλο σπίτι με ξεχωριστά δωμάτια και της ζήτησαν να συνευρίσκεται με άνδρες, κάτι το οποίο αρνήθηκε. Ακολούθως, ανέφερε ότι ο άνδρας της είπε ότι είχε πληρώσει για εκείνη 10 εκατομμύρια CFA, ενώ εκείνη του απάντησε ότι είχε ήδη πέσει θύμα το 2012 και τον παρακάλεσε να μην της κάνει το ίδιο. Ο άνδρας τότε κράτησε το διαβατήριο της. Πρόσθεσε ότι στη συνέχεια αναγκάστηκε να συνευρεθεί με διαφορετικούς άνδρες, ενώ κατάφερε να δραπετεύσει, αφού κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο όταν ο άνδρας είχε απομακρυνθεί για να πάρει κάποια πράγματα. Τέλος, ανέφερε ότι μετέβη στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές με τη βοήθεια άλλων ανθρώπων.

 

Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στην περιοχή Manjo, στην επαρχία Littoral, όπου και διέμεινε μέχρι το 2002. Στη συνέχεια μετέβη στο χωριό Kwakwa, πλησίον της πόλης Kumba της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, όπου και διέμεινε 2-3 μήνες πριν από την αναχώρησή της από τη χώρα, όταν μετέβη στη Yaoundé (ερυθρό 59 1x 4x του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε ότι είναι Χριστιανή Καθολική ως προς το θρήσκευμα της και Bamileke ως προς την εθνοτική της καταγωγή (ερυθρό 63 1x 2x 61 1x του διοικητικού φακέλου). Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι οι γονείς της απεβίωσαν όταν η ίδια βρισκόταν σε νεαρή ηλικία και ότι δεν έχει αδέλφια (ερυθρό 60 2x 55 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με το μορφωτικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη πρωτοβάθμια εκπαίδευση (ερυθρό 60 5x του διοικητικού φακέλου). Ως προς την εργασιακή της εμπειρία, ανέφερε ότι έχει εργαστεί σε φάρμα, ότι φρόντιζε παιδιά και ότι εργάστηκε επίσης σε εστιατόριο (ερυθρό 59 2x 59 του διοικητικού φακέλου).  Όσον αφορά το ταξίδι της προς τη Δημοκρατία, αξίζει να σημειωθεί ότι εγκατέλειψε τη χώρα της με τη βοήθεια ενός άνδρα, τον οποίο είχε γνωρίσει στο εστιατόριο όπου εργαζόταν και ο οποίος τη συνόδευσε και κάλυψε τα έξοδα του ταξιδιού (ερυθρό 58 1x 57 1x του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια ανέφερε, κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησης της, ότι η μητέρα της απεβίωσε σε τροχαίο ατύχημα και δύο χρόνια αργότερα απεβίωσε και ο πατέρας της λόγω ασθένειας. Κατά τη διάρκεια της κηδείας, μία φίλη της μητέρας της από την Kumba της πρότεινε να μεταβεί να μείνει μαζί τους, κάτι το οποίο η ίδια αποδέχθηκε, και έτσι μετέβη στο χωριό Kwakwa, όπου διέμεινε από το 2002 μέχρι και το 2018. Ανέφερε ότι όταν μετέβη εκεί ζήτησε να συνεχίσει το σχολείο, ωστόσο της είπαν ότι δεν διέθεταν τους οικονομικούς πόρους, με αποτέλεσμα να πηγαίνει στη φάρμα μαζί με τη φίλη της μητέρας της. Πρόσθεσε ότι το 2012 αντιμετώπιζε δυσκολίες λόγω των αναμνήσεων των γονιών της και αποφάσισε να πάρει ταξί και να μεταβεί στο πατρικό της σπίτι, όταν και υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από άγνωστα άτομα.

 

Ανέφερε ότι όταν επέστρεψε στο σπίτι όπου διέμενε, η φίλη της μητέρας της και ο σύζυγος της είχαν ανησυχήσει και καθώς αιμορραγούσε, τη μετέφεραν στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε για τρεις ημέρες. Ακολούθως, της είπαν ότι, εφόσον δεν υπήρχε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, δεν μπορούσαν να καταγγείλουν το περιστατικό στις αρχές. Το 2015, ανέφερε ότι η φίλη της μητέρας της απεβίωσε λόγω ασθένειας, ενώ ο σύζυγος της συμμετείχε σε συναντήσεις των Ambazonian και η ίδια βοηθούσε μοιράζοντας φυλλάδια, ενώ κάποιες φορές πήγαιναν μαζί και στη φάρμα. Πρόσθεσε ότι το 2018 μέλη του στρατού ήρθαν στο σπίτι τους και τον πυροβόλησαν, καθώς ήταν αρχηγός του στρατού των Ambazonia και στη συνέχεια έκαψαν το σπίτι του. Δήλωσε ότι κατά το εν λόγω περιστατικό κατάφερε να διαφύγει από την κουζίνα και πιστεύει ότι αναζητούσαν και την ίδια, καθώς βοηθούσε στη διανομή φυλλαδίων.

 

Ακολούθως ανέφερε ότι πραγματοποιήθηκε η κηδεία του και κατόπιν τούτου, πήρε ταξί προκειμένου να μεταβεί στην περιοχή Banga και από εκεί στη Douala και στη συνέχεια στη Yaoundé. Εκεί, ανέφερε ότι σταμάτησε σε ένα εστιατόριο για να φάει, ωστόσο ήταν κλειστό και την επόμενη ημέρα τη βρήκε η ιδιοκτήτρια του εστιατορίου, στην οποία εξήγησε την κατάσταση της. Εκείνη της πρότεινε να τη φιλοξενήσει και ως αντάλλαγμα, να εργάζεται για εκείνη στο εστιατόριο. Ανέφερε ότι μία ημέρα η ιδιοκτήτρια της είπε ότι δεν μπορούσε πλέον να τη φροντίζει, αλλά ότι είχε έναν φίλο ο οποίος θα μπορούσε να της βρει άλλη εργασία στην Ευρώπη. Ακολούθως, προετοίμασε το διαβατήριο της και τη σύστησε στον άνδρα με τον οποίο θα ταξίδευε, ενώ η ίδια δεν γνώριζε τι εργασία θα έκανε (ερυθρό 55 54 του διοικητικού φακέλου).

 

Τέθηκαν ερωτήματα σε σχέση με το περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη. Σχετικά με αυτό, ανέφερε ότι πήρε ένα ταξί για να επιστρέψει στο σπίτι της, στο οποίο επέβαιναν τρία άτομα, ο οδηγός και δύο ακόμη άνδρες, εκ των οποίων ο ένας καθόταν μπροστά και ο άλλος στην αριστερή της πλευρά. Όταν πλησίαζαν στο σπίτι της, ο άνδρας που καθόταν στα αριστερά της έβγαλε ένα μαχαίρι και της είπε να μη φωνάξει και να κατεβάσει το κεφάλι της προς τα κάτω, ανάμεσα στα πόδια του, ενώ τοποθέτησε το μαχαίρι κοντά στα πλευρά της. Ανέφερε ότι το πρόσωπο του ήταν καλυμμένο και ότι της ζήτησαν χρήματα, ωστόσο εκείνη τους είπε ότι δεν είχε, καθώς πουλούσε λαχανικά μαζί με τη μητέρα της. Στη συνέχεια, της πήραν την τσάντα και τα λίγα χρήματα που είχε μέσα. Ακολούθως, ανέφερε ότι το άτομο που καθόταν μπροστά άρχισε να την αγγίζει στην ευαίσθητη περιοχή και στη συνέχεια την οδήγησαν σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, όπου την εξανάγκασαν να βγει από το αυτοκίνητο και την απείλησαν ότι θα τη σκοτώσουν. Πρόσθεσε ότι στο πάτωμα υπήρχαν έντομα. Στη συνέχεια, δύο άτομα την κακοποίησαν σεξουαλικά και την εγκατέλειψαν στο σημείο.

 

Έπειτα, καθώς αιμορραγούσε, σταμάτησε έναν περαστικό και του ζήτησε βοήθεια, εξηγώντας του τι της είχε συμβεί, και εκείνος της έδωσε ρούχα και χρήματα προκειμένου να επιστρέψει στο σπίτι της (ερυθρό 54 53 του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείσα ως προς την παρουσία τρίτου ατόμου κατά το εν λόγω περιστατικό, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που βρισκόταν και ότι αντιλήφθηκε μόνο το πρώτο και το δεύτερο άτομο (ερυθρό 53 του διοικητικού φακέλου).  Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει το πως εμπιστεύτηκε έναν άγνωστο άνθρωπο κατόπιν του εν λόγω περιστατικού, απάντησε ότι το πρώτο άτομο που συνάντησε ήταν ένας μουσουλμάνος άνδρας, στον οποίο εκμυστηρεύτηκε τι είχε συμβεί. Πρόσθεσε ότι βρήκε το κουράγιο να του μιλήσει, καθώς έπρεπε να βρει μια λύση και ότι πήγαν μέχρι το σπίτι του, όπου της έδωσε ρούχα και παπούτσια, ενώ της είπε ότι δεν μπορούσε να τη βοηθήσει περισσότερο. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι της σταμάτησε ένα ταξί και τη ρώτησε που κατευθυνόταν (ερυθρό 53-52 του διοικητικού φακέλου). Όταν ρωτήθηκε εάν φοβόταν να μπει στο ταξί κατόπιν του εν λόγω περιστατικού, απάντησε ότι φοβόταν και προσευχόταν στον Θεό να την προστατεύσει και να φτάσει με ασφάλεια (ερυθρό 52 του διοικητικού φακέλου).

 

Σε σχέση με τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο μετά το εν λόγω περιστατικό, η αιτήτρια δήλωσε ότι προέβηκε σε πολλές εξετάσεις, ιδίως στα γεννητικά της όργανα, καθώς είχε μικροτραυματισμούς και αιμορραγούσε, αλλά δεν γνωρίζει το τελικό αποτέλεσμα αυτών (ερυθρό 52 του διοικητικού φακέλου). Ακολούθως, ρωτήθηκε εάν εκμυστηρεύτηκε το περιστατικό κατά την άφιξη της στο νοσοκομείο, στο οποίο απάντησε θετικά, αναφέροντας ότι της ζήτησαν να περιγράψει το περιστατικό, την εμφάνιση των δραστών και εάν είχαν χρησιμοποιήσει προφυλάξεις, ωστόσο δεν γνωρίζει γιατί το περιστατικό δεν καταγγέλθηκε στη συνέχεια στην αστυνομία (ερυθρό 52 του διοικητικού φακέλου).

 

Ακολούθως, της τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με το περιστατικό θανάτου του συζύγου της φίλης της μητέρας της, με τον οποίο διέμενε, ο οποίος σκοτώθηκε από μέλη του στρατού. Όταν της ζητήθηκε να περιγράψει τη μέρα που έλαβε χώρα το εν λόγω περιστατικό, απάντησε ότι δεν θυμάται την ακριβή μέρα αλλά δήλωσε πως έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2018  (ερυθρό 52 1x του διοικητικού φακέλου). Σε επαναληπτική ερώτηση για την περιγραφή του περιστατικού, απάντησε ότι πυροβολήθηκε από τον στρατό επειδή ήταν ο επικεφαλής των Ambazonia (ερυθρό 52 1x του διοικητικού φακέλου). Όταν ερωτήθηκε εκ νέου να περιγράψει τι συνέβη τη συγκεκριμένη ημέρα, απάντησε ότι το περιστατικό έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της νύχτας, ότι τον πυροβόλησαν και ότι η ίδια διέφυγε από την πίσω πλευρά της κουζίνας (ερυθρό 51 1x του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείσα ως προς το πως γνώριζε ότι τον πυροβόλησαν, απάντησε ότι ο πυροβολισμός προήλθε από το δωμάτιο του (ερυθρό 51 1x του διοικητικού φακέλου). Ακολούθως, ανέφερε ότι, όταν τα πράγματα ηρέμησαν μερικές ώρες αργότερα, επέστρεψε στο σπίτι για να τον δει, καθώς ήλπιζε ότι θα μπορούσε να τον βοηθήσει (ερυθρό 51 1x του διοικητικού φακέλου). Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει πως γνώριζε ότι ήταν μέλη του στρατού που πυροβόλησαν το σύζυγο της φίλης της μητέρας της, απάντησε ότι άτομα που εργάζονταν στη φάρμα την ενημέρωσαν ότι ο στρατός σκοτώνει ανθρώπους (ερυθρό 50 4x του διοικητικού φακέλου).

 

Στη συνέχεια, ρωτήθηκε αναφορικά με τις δηλώσεις της ότι έκαψαν το σπίτι τους. Επί αυτού, ανέφερε ότι την επόμενη ημέρα ήρθαν και έκαψαν αρκετά σπίτια, όχι μόνο το δικό τους (ερυθρό 51 1x του διοικητικού φακέλου).  Ακολούθως, ερωτήθηκε σχετικά με την ιδιότητα του προσώπου που τη φρόντιζε ως μέλους των Ambazonia. Σχετικά με αυτό ανέφερε ότι γνώριζε πως πήγαινε στις συναντήσεις τους τις Κυριακές και ότι ήταν ο αρχηγός, ωστόσο δεν οργάνωνε συναντήσεις στο σπίτι και δεν της είχε δώσει επιπλέον πληροφορίες (ερυθρό 50 του διοικητικού φακέλου). Ανέφερε ότι η ίδια τον βοηθούσε με τη διανομή φυλλαδίων στους περαστικούς, αλλά δεν είχε διαβάσει το περιεχόμενο τους, προσθέτοντας ότι επρόκειτο για κάτι σαν πρόσκληση προκειμένου να μεγαλώσει η ομάδα (ερυθρό 50 2x του διοικητικού φακέλου).  Τέλος, δήλωσε πως δεν μπορεί να εγκατασταθεί στην πόλη Yaoundé, καθώς την αναζητούν και δεν θα είναι ασφαλής, δεδομένου ότι είναι κόρη του προσώπου που μάχεται κατά του στρατού και δεν βρίσκεται πλέον μαζί με τον άνδρα με τον οποίο ήρθε στην Κυπριακή Δημοκρατία (ερυθρό 48 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης υποβλήθηκαν στην αιτήτρια επιπλέον ερωτήματα σχετικά με το ταξίδι της και τις εμπειρίες της στις περιοχές που δεν τελούν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης της Δημοκρατίας.  Σε σχέση με αυτό, δήλωσε πως ταξίδεψε με έναν άνδρα λευκής φυλής από το Καμερούν μέχρι τις μη ελεγχόμενες περιοχές και ότι όταν έφτασε, τη μετέφεραν εξαναγκαστικά με ένα βαν σε ένα διαμέρισμα (ερυθρό 58 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με τον συγκεκριμένο άνδρα, ανέφερε ότι είχε έρθει μερικές φορές στο εστιατόριο όπου εργαζόταν και τον γνώριζε ως πελάτη, ενώ όταν ερωτήθηκε πως ταξίδεψε μαζί του, δεδομένου ότι δεν τον γνώριζε αρκετά, απάντησε ότι η γυναίκα για την οποία εργαζόταν της είχε πει ότι θα μεταβεί στην Ευρώπη και θα βρει εργασία εκεί, επομένως δεν την απασχολούσε με ποιον θα ταξίδευε (ερυθρό 58 του διοικητικού φακέλου).  

 

Όταν της ζητήθηκε να αναφερθεί στη διοργάνωση του ταξιδιού και την κάλυψη των εξόδων, ανέφερε ότι το ταξίδι οργανώθηκε από τη γυναίκα με την οποία διέμενε στη Yaoundé και ότι τα έξοδα καλύφθηκαν από τον άνδρα με τον οποίο ταξίδεψε (ερυθρό 57 1x του διοικητικού φακέλου). Ανέφερε επίσης ότι δεν γνώριζε ότι θα ερχόταν στην Κύπρο ούτε τι είδους εργασία θα παρείχε, ενώ όταν έφτασε ενημερώθηκε ότι θα παρείχε σεξουαλικές υπηρεσίες, κάτι με το οποίο δεν συμφώνησε (ερυθρό 57 1x του διοικητικού φακέλου). Όταν της ζητήθηκε να αναφερθεί στη μεταχείριση που δέχτηκε κατά το εν λόγω διάστημα, απάντησε ότι παρέμενε στο δωμάτιο της και δεν της επιτρεπόταν να πηγαίνει στο σαλόνι του σπιτιού, ενώ το βράδυ άνδρες έρχονταν να την πάρουν από το σπίτι (ερυθρό 56 1x του διοικητικού φακέλου). Ανέφερε επίσης ότι δεν λάμβανε αμοιβή και ότι την εκμεταλλεύονταν, ενώ όταν αρνήθηκε να παρέχει υπηρεσίες της είπαν ότι θα τη σκοτώσουν (ερυθρό 56 1x 55 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την απόδραση της, ανέφερε ότι βρισκόταν με κάποιο πελάτη και κατά την επιστροφή τους, εκείνος μπήκε ξανά στο σπίτι για να πάρει κάτι που ξέχασε, η ίδια εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία, απέδρασε, κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και στη συνέχεια περπάτησε για μερικά χιλιόμετρα χωρίς να γνωρίζει που κατευθυνόταν (ερυθρό 57 3x του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της αιτήτριας κατά τη συνέντευξή της, διέκρινε στην έκθεση-εισήγησή του τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς που αφορούν 1) τα προσωπικά της στοιχεία, 2) το ότι εγκατέλειψε το Καμερούν καθώς το άτομο που τη φρόντιζε και ήταν αρχηγός των Ambazonia δολοφονήθηκε από μέλη του στρατού του Καμερούν και 3) το ότι η αιτήτρια είναι θύμα εμπορίας ανθρώπων στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

 

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός τον αξιολόγησε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ της, πλην του σκέλους που αφορούσε τη συνήθη διαμονή της στο χωριό Kwakwa, πλησίον της πόλης Kumba στο Νοτιοδυτικό Καμερούν.  Ο λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια δεν παρείχε συνεκτικές και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με γειτονικά χωριά και πόλεις, ενώ η συνέντευξη διεξήχθη στα γαλλικά, παρόλο που το εν λόγω χωριό ανήκει στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός έκρινε ως τόπο συνήθους διαμονής της την περιοχή καταγωγής της αιτήτριας, στην περιοχή Manjo, όπου διέμεινε για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό περί δολοφονίας του ατόμου που τη φρόντιζε από μέλη του στρατού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας ήταν αντιφατικές και δεν περιείχαν λεπτομερείς περιγραφές. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας αναφορικά με το περιεχόμενο των φυλλαδίων που ανέφερε ότι διένειμε προς υποστήριξη του ατόμου που τη φρόντιζε ως αρχηγού των Ambazonia δεν ήταν λεπτομερείς, καθώς δήλωσε ότι δεν τα είχε διαβάσει και δεν γνώριζε εάν οι Ambazonia στρατολογούσαν γυναίκες, ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει πως λειτουργούν γενικά. Αναφορικά με το περιστατικό δολοφονίας του ατόμου που τη φρόντιζε, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας ήταν ανακριβείς και αντιφατικές ως προς το πότε ήρθε ο στρατός στο σπίτι τους και ως προς την αλληλουχία των γεγονότων που ακολούθησαν, ενώ δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει την αντίφαση στα λεγόμενα της όταν ερωτήθηκε σχετικά.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη δράση του στρατού στο Καμερούν, έκρινε ότι, παρόλο που οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν αντικρούουν τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, η εξωτερική αξιοπιστία δεν θεμελιώνεται, καθώς οι δηλώσεις της δεν περιείχαν συγκεκριμένες, συνεπείς και επαρκώς, λεπτομερείς πληροφορίες, ενώ είχε ήδη απορριφθεί ο ισχυρισμός της περί συνήθους διαμονής στο αγγλόφωνο τμήμα του Καμερούν. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί.

 

Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό της αιτήτριας σχετικά με το ταξίδι της και τις εμπειρίες της στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της δεν περιείχαν επαρκώς λεπτομερείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας σχετικά με το πρόσωπο με το οποίο συμφώνησε να ταξιδέψει, τους λόγους για τους οποίους το εν λόγω πρόσωπο συμφώνησε να καλύψει τα έξοδα του ταξιδιού της και το σπίτι στο οποίο διέμενε δεν ήταν επαρκώς λεπτομερείς, ενώ οι συνθήκες υπό τις οποίες αποδέχθηκε την πρόταση να ταξιδέψει χωρίς να γνωρίζει το είδος της εργασίας που θα παρείχε κρίθηκαν ως στερούμενες συνοχής.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την εμπορία ανθρώπων τόσο στο Καμερούν όσο και στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, και λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση των δηλώσεων της αιτήτριας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί.

 

Κατόπιν, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας, στη χώρα καταγωγής της. Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τα προσωπικά στοιχεία της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια διέμεινε για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα στην περιοχή Manjo της επαρχίας Littoral και ως εκ τούτου, η εν λόγω περιοχή θεωρήθηκε ως τόπος συνήθους διαμονής της. Ακολούθως, ο λειτουργός έλαβε υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, θα υποστεί βλάβη λόγω της κατάστασης ασφαλείας στη περιοχή.

 

Κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.  Η έκθεση συντάχθηκε στις 29/10/2021.  Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθετήθηκε από τον αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, στις 7/11/2021, ο οποίος και απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.

 

Ενόψει των ισχυρισμών της αναφορικά με το ταξίδι της και τις εμπειρίες της στις μη ελεγχόμενες από τη κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, έγινε εισήγηση από την Υπηρεσία Ασύλου, στο Υπουργείο Κοινωνικής Ευημερίας ότι η αιτήτρια είναι πιθανό θύμα εμπορίας ανθρώπων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση (ερυθρό 64 46-42 του διοικητικού φακέλου).

 

Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει πως η συνέντευξη είχε κάποια κενά τα οποία δημιουργούν αρκετά ερωτηματικά ως προς το προφίλ της αιτήτριας.  Η αιτήτρια στη συνέντευξη δήλωσε πως λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή από ψυχίατρο και παρακολουθείται από ψυχολόγο.  Το ζήτημα αυτό τέθηκε από την αιτήτρια αλλά δεν διερευνήθηκε από τους καθ’ων η αίτηση, ούτε προβληματίστηκε το αρμόδιο όργανο ότι έχει ενώπιον του πρόσωπο του οποίου όφειλε να διερευνηθεί η κατάσταση της ψυχικής του υγείας.  Η δήλωση αυτή της αιτήτριας σε συνδυασμό με το ιστορικό ως περιεγράφηκε από αυτήν την θέτει σε ευάλωτη θέση την οποία όφειλαν να λάβουν υπόψη τους, οι καθ’ων η αίτηση κατά την εξέταση του αιτήματός τους.

 

Επιπρόσθετα σε σχέση με το ζήτημα trafficking, προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου πως η διερεύνηση και η αξιολόγηση υπήρξε επίσης ανεπαρκής καθώς βασίστηκε σε ερωτήσεις, οι οποίες δεν ήταν αρκετές για να προωθηθεί και να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός της αιτήτριας.  Στο ερυθρό 12, του διοικητικού φακέλου διαφαίνεται πως από τις δηλώσεις της αιτήτριας υπάρχει θετική ένδειξη ότι είναι πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων, προκειμένου να επωφεληθεί ειδικών αναγκών. Στο ερυθρό 13 του διοικητικού φακέλου η κυρία Σοφοκλέους πιστοποίησε πως η αιτήτρια είναι πιθανόν θύμα εμπορίας προσώπων.  Στα ερυθρά 42 μέχρι 46, του διοικητικού φακέλου, υπάρχει Έντυπο (ΥΚΕ 195) αναφοράς προσώπου που ενδέχεται να είναι θύμα εμπορίας και εκμετάλλευσης, από το οποίο προκύπτει πως  η αιτήτρια είναι πιθανό θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης στην ενήλικη ζωή της, στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.  Στις 25/10/2021 μετά τη συνέντευξη και πριν τη σύνταξη της έκθεσης του αρμόδιου λειτουργού, η κυρία Δημοσθένους απέστειλε στην Προϊσταμένη του Τοπικού Γραφείου ΥΚΕ Λευκωσίας σχετική επιστολή ότι η αιτήτρια ενδέχεται να είναι θύμα εμπορίας προσώπων.  Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει η εξέλιξη του ζητήματος αυτού, ούτε οποιαδήποτε επιστολή του γραφείου ευημερίας σε σχέση με το ζήτημα αυτό.  Πρόσθετα, πρέπει να τονίσω πως η Υπηρεσία Ασύλου αμέσως μετά την επιστολή αυτή και συγκεκριμένα στις 29/10/2021 ο αρμόδιος λειτουργός της Easo συνέταξε την έκθεση εισήγηση καταλήγοντας πως η αιτήτριας δεν είναι θύμα εμπορίας προσώπων, χωρίς να επεξηγείται τι απέγινε η εισήγηση της Υπηρεσίας Ασύλου (ημερομηνίας 25/10/2021) η οποία περιλαμβάνεται σε επιστολή που συντάχθηκε τέσσερις ημέρες πριν τη σύνταξη της έκθεσης.

 

Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, τα γεγονότα της οποίας δεν είναι ίδια ακριβώς με την παρούσα αλλά το Διοικητικό Εφετείο στην απόφαση αυτή καθορίζει με ποιο τρόπο, οφείλει το αρμόδιο όργανο να αντιμετωπίζει τα ζητήματα που τίθενται ενώπιον του.  Στην υπόθεση υπ’αριθμόν 137/2023, Emmah Andoh Eva v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 21/5/2025, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Στην παρούσα περίπτωση, για λόγους άγνωστους, παρόλο που η Εφεσείουσα είχε παραπεμφθεί για ιατρική εξέταση, ακολούθησε δεύτερη συνέντευξη της από άλλο λειτουργό, αυτή τη φορά της EUAA, χωρίς να προηγηθεί η διενέργεια τέτοιας ήδη αρμοδίως διαταχθείσας ιατρικής εξέτασης της και χωρίς οποιαδήποτε μνεία αυτής από τον λειτουργό της EUAA ή οποιασδήποτε ένδειξης στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης ότι αυτή η απόφαση του προηγούμενου λειτουργού ήταν, έστω, καν υπόψη του και, έτι περισσότερο, αν τέτοια απόφαση ανακλήθηκε ή ακυρώθηκε από τον λειτουργό της EUAA. Και αν γι' αυτό το ζήτημα, αν δηλαδή, ήταν εις γνώση του λειτουργού η εν λόγω προηγηθείσα παραπομπή της Εφεσείουσας σε ιατρική εξέταση, μπορεί να υποστηριχθεί ευλόγως ότι, το τεκμήριο της κανονικότητας διέπει τη διοικητική πράξη και θεωρείται, ως εκ τούτου, ότι, η διοίκηση έλαβε υπόψη της ότι είχε ενώπιον της και, αντίθετα, δεν έλαβε και δεν μπορούσε να λάβει υπόψη της ότι δεν υπήρχε στο διοικητικό φάκελο (βλ. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΧΑΤΖΗΓΡΗΓΟΡΙΟΥ (2001) 3 Α.Α.Δ. 549), αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι, ουδέν καταγράφηκε, ως απαραίτητη αιτιολογία, για τέτοια αλλαγή στάσης εκ μέρους της διοίκησης, ήτοι τη μη παραπομπή, εν τέλει, της Εφεσείουσας για ιατρική εξέταση.

 

Η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί εξ υπαρχής εξέτασης της περίπτωσης της Εφεσείουσας από τον λειτουργό της EUAA και της επίκλησης της συμπλήρωσης απ' αυτόν της εκτίμησης τυχόν ειδικών διαδικαστικών αναγκών της Αιτήτριας μέσω του σχετικού εργαλείου της ΕΥΥΑ («Tool for Identification of Persons with Special Needs (IPSN, δεν απαντά πειστικά και ολιστικά, κατά την κρίση μας, στην προφανή έλλειψη οποιασδήποτε ενασχόλησης της διοίκησης με τον βασικό λόγο που αποφασίστηκε προηγουμένως η παραπομπή της Εφεσείουσας για ιατρική εξέταση, που ήταν, ως προαναφέραμε και τονίζουμε ξανά, όχι μόνο οι ισχυρισμοί της ιδίας, αλλά οι εμφανείς ουλές στο λαιμό και στα δάκτυλα της (βλ. ανωτέρω στα γεγονότα) και  δεν απαντά στην προφανή έλλειψη απόδοσης αιτιολογίας, που να εξηγεί γιατί τέτοια εξέταση δεν κρίθηκε πλέον αναγκαία. Τέτοια, όμως, απόδοση αιτιολογίας απαιτείται από τις γενικές αρχές διοικητικού δικαίου και τη νομολογία.

 

Συγκεκριμένα, όπως ορίζει το Άρθρο 26(β) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν.158(Ι)/1999 (με δικές μας υπογραμμίσεις):

 

«26.—(1) Οι διοικητικές πράξεις οι οποίες εκδίδονται έπειτα από άσκηση διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένες, ιδίως όταν πρόκειται για πράξεις οι οποίες-

 

(α) [.]

 

(β) είναι αντίθετες ως προς το περιεχόμενο τους με προηγηθείσα γνωμοδότηση, πρόταση, εισήγηση ή έκθεση αρμόδιου οργάνου ή με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου·»

 

[………]

 

Κατά προέκταση, οι πιο πάνω επισημάνσεις θέτουν, εκ των πραγμάτων, εν αμφιβόλω και κατά πόσο η επίδικη απόφαση λήφθηκε υπό δέουσα έρευνα και, εν πάση περιπτώσει, δημιουργούν εύλογη πιθανότητα πλάνης.

 

Υπό τις περιστάσεις, κρίνουμε ότι, το τεκμήριο κανονικότητας της επίδικης απόφασης, στην παρούσα περίπτωση, έχει καμφθεί. Στο σύγγραμμα του Στασινόπουλου «Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων» (1951), εκεί σελ. 304 και 305, το θέμα τίθεται ως εξής:

 

«Ούτως η νομολογία δημιουργεί τεκμήριον κατά της πλάνης, ήτοι τεκμήριον υπέρ της ορθής εξακριβώσεως των πραγματικών περιστατικών. Το τεκμήριον όμως τούτο είναι ιδιόρρυθμον, διότι κάμπτεται αφ' ης στιγμής η χαρακτηριστική εις το συζητητικόν σύστημα δραστηριότης του διαδίκου κατορθώσει να καταστήσει πιθανήν την πλάνην, ήτοι να δημιουργήσει παρά τω δικαστή απλώς αμφιβολίας περί της ορθότητος της διαπιστώσεως του πραγματικού εκ μέρους της Διοικήσεως».»

 

Σε σχέση με το περιστατικό του βιασμού, διαφαίνεται πως η διερεύνηση του κατά τη συνέντευξη υπήρξε πλημμελής και πραγματοποιήθηκε μέσω ακατάλληλων ή απρεπών ερωτήσεων, ενώ δεν διαμορφώθηκε σχετικός ουσιώδης ισχυρισμός κατά την αξιολόγηση.  Πολλές από τις ερωτήσεις που τέθηκαν δεν εξυπηρετούν σκοπούς αξιολόγησης αξιοπιστίας (π.χ. πως ήταν η πρώτη σου σεξουαλική επαφή στα 27, πως προσπαθούσε να σε αγγίξει στην ευαίσθητη περιοχή αφού φορούσες παντελόνι, αν αναζήτησε το παντελόνι της μετά τη σεξουαλική κακοποίηση - ερυθρό 53-52 του δ.φ.).  Ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να τεθεί ξεχωριστά και να αξιολογηθεί στη βάση όλων των δεδομένων που έθεσε η αιτήτρια ενώπιον τους.  Η μη δημιουργία και εξέταση αυτοτελούς ισχυρισμού περί της σεξουαλικής καοκοποίησης που ισχυρίστηκε η αιτήτρια ότι υπέστη αποτελεί επίσης σοβαρό σφάλμα του αρμόδιου οργάνου.  Ο κάθε ισχυρισμός που προβάλλεται θα πρέπει να εξετάζεται από το αρμόδιο όργανο για το εάν είναι εσωτερικά ή εξωτερικά αξιόπιστος, προκειμένου να αξιολογηθεί συνολικά η αξιοπιστία της αιτήτριας αλλά και για να διαμορφωθεί σε ορθή βάση το προφίλ της αιτήτριας κατά την αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής της.

 

Σε σχέση με την αξιολόγηση κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της, θα πρέπει να αναφερθεί πως δεν διαφαίνεται να λήφθηκαν δεόντως υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, ότι δηλαδή πρόκειται για γυναίκα με ή χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και με περιορισμένο μορφωτικό επίπεδο.  Σημειώνεται ότι η αιτήτρια δεν έχει αδέλφια και οι γονείς της απεβίωσαν όταν ήταν σε νεαρή ηλικία.  Την ανέλαβαν να τη μεγαλώσουν, μία φίλη της μητέρας της η οποία δεν είχε άλλα παιδιά και απεβίωσε λόγω ασθένειας και διέμενε με τον σύζυγό της που ανέφερε ότι τον πυροβόλησαν για τους λόγους που προκύπτει πιο πάνω.  Η αξιολόγηση κινδύνου συνιστά ουσιώδες και αναπόσπαστο στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας, καθώς αποσκοπεί στη διαπίστωση του πραγματικού, εξατομικευμένου και παρόντος κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.  Μέσω της αξιολόγησης κινδύνου, η διοίκηση οφείλει να εξετάζει όχι μόνο τους γενικούς όρους που επικρατούν στη χώρα καταγωγής της, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αιτήτριας, όπως η προσωπική της κατάσταση, η τυχόν ευαλωτότητά της και οι ειδικές ανάγκες προστασίας που ενδέχεται να έχει.  Επομένως, εκτός του ότι δεν αξιολόγησαν το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας, αντικειμενικά δεν θα μπορούσαν να το αξιολογήσουν στα πλαίσια της επιστροφής της, εφόσον τα στοιχεία που έλαβαν υπόψη τους δεν αντικατοπτρίζουν την εικόνα της αιτήτριας η οποία δήλωσε ότι λάμβανε φαρμακευτική αγωγή από ψυχίατρο και παρακολουθείται από ψυχολόγο.

 

Η διενέργεια αξιολόγησης κινδύνου δεν αποτελεί διακριτική ευχέρεια της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά νομική της υποχρέωση, η οποία απορρέει από το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο, καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδίως δε από την αρχή της μη επαναπροώθησης.  Εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι δεν έλαβε χώρα ουδεμία αξιολόγηση κινδύνου, γεγονός που συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου της διοικητικής διαδικασίας.

 

Η παράλειψη αυτή στερεί την προσβαλλόμενη απόφαση από την απαιτούμενη εξατομικευμένη κρίση και οδηγεί σε πλημμελή εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας, καθιστώντας αδύνατο τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητάς της.  Περαιτέρω, η έλλειψη αξιολόγησης κινδύνου δημιουργεί σοβαρό ενδεχόμενο παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, καθώς η διοίκηση δεν εξέτασε αν η επιστροφή της αιτήτριας θα την εξέθετε σε κίνδυνο δίωξης, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης.  Κατόπιν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς την τήρηση θεμελιώδους δικονομικής εγγύησης της διαδικασίας διεθνούς προστασίας, η οποία αποσκοπεί στην ουσιαστική και αποτελεσματική προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας της αιτήτριας.

 

Η αρμοδιότητα εξάλλου του παρόντος Δικαστηρίου όπως προβαίνει σε ακύρωση και τροποποίηση της επίδικης απόφασης δεν είναι δυνατό να λειτουργεί ως πανάκεια, αναιρώντας την υποχρέωση της διοίκησης προς εξέταση σε εξατομικευμένη βάση, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή που τίθεται ενώπιον της αρμόδιας αρχής.  Η έκταση της εξουσίας του Δικαστή στις διοικητικές διαφορές ουσίας κατευθύνεται από την ίδια τη βούληση του νομοθέτη η οποία ενεργοποιείται όταν υπάρχει κρίση του αρμόδιου οργάνου και αφού ακολουθηθούν όλες οι διαδικασίες που καθορίζει ο Νόμος. Η υπεισέλευση του Δικαστηρίου σε ζητήματα στα οποία το αρμόδιο όργανο δεν αποφάσισε θα συνεπαγόταν την πλήρη υποκατάσταση της κρίσης του αρμόδιου οργάνου και εξέταση όλων των ζητημάτων σε πρώτο βαθμό. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να προβαίνει σε έλεγχο ουσίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να θεωρηθεί πανάκεια σε όλες τις διοικητικές διαφορές.  Σε αυτές τις περιπτώσεις ως η παρούσα, το Δικαστήριο ουσίας περιορίζεται σε ακύρωση της πράξης προκειμένου να εκδοθεί απόφαση από το αρμόδιο όργανο ούτως ώστε να τύχει εξέτασης το αίτημα της αιτήτριας στην ορθή βάση.

 

Σύμφωνα με τον Πρακτικό Οδηγό της EASO: Αναγνώριση Προσώπων ως Δικαιούχων Διεθνούς Προστασίας (2018) (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας θα πρέπει πάντοτε να εξετάζονται και οι αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται σε ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη βάση. Στην κατά περίπτωση ανάλυση θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα βασικά στοιχεία:  όλα τα συναφή στοιχεία τα οποία σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά τον χρόνο λήψης απόφασης επί της αίτησης,  οι πράξεις και οι απειλές στις οποίες εκτέθηκε ή θα μπορούσε να εκτεθεί ο αιτών, η ατομική κατάσταση του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως είναι το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία,  η διαθεσιμότητα προστασίας στη χώρα καταγωγής και η δυνατότητα πρόσβασης στην προστασία αυτή. Οι ανάγκες προστασίας αξιολογούνται πρώτα σε σχέση με την περιοχή καταγωγής του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του. Η περιοχή καταγωγής εντός της χώρας καταγωγής προσδιορίζεται βάσει της έντασης των δεσμών του αιτούντος με συγκεκριμένη περιοχή στην εν λόγω χώρα. Η περιοχή καταγωγής μπορεί να είναι η περιοχή στην οποία γεννήθηκε ή ανατράφηκε ο αιτών ή άλλη περιοχή στην οποία εγκαταστάθηκε και έζησε ο αιτών και με την οποία έχει, επομένως, στενούς δεσμούς».[1]

 

Περαιτέρω, με βάση τον ίδιο οδηγό, «τα κράτη μέλη έχουν καθήκον έρευνας όσον αφορά τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), το οποίο διαχωρίζεται από την υποχρέωση του αιτούντα να τεκμηριώσει την αίτηση. Αυτό το καθήκον ισχύει, μεταξύ άλλων, για τη λήψη πληροφοριών σχετικά με τη χώρα καταγωγής».[3]

  

Όπως προκύπτει από το άρθρο 18 εδάφιο 5, του N. 6 (I)/2000, η αιτήτρια υποχρεούται να υποβάλει ενώπιον του αρμόδιου οργάνου όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την θεμελίωση του αιτήματός της, εφόσον είναι και το μόνο άτομο που μπορεί να περιγράψει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται.  Ωστόσο, η αρμόδια αρχή είναι υποχρεωμένη να διεξάγει έρευνα με γνώμονα, όσα αναφέρονται και υπαγορεύονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 18 του Ν. 6 (Ι)/2000, σύμφωνα με το οποίο (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«18. [...]

(3) Η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας γίνεται σε εξατομικευμένη, βάση αντικειμενικά και αμερόληπτα, και περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση:

(α) όλων των σχετικών  με την αίτηση στοιχείων που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά το χρόνο λήψης απόφασης, συμπεριλαμβανομένων των νόμων και των κανονισμών στη χώρα καταγωγής και του τρόπου εφαρμογής τους,

(β) των συναφών δηλώσεων και εγγράφων που υπέβαλε ο αιτητής, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων σχετικά με το εάν ο αιτητής έχει ήδη ή ενδέχεται να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη,

(γ) την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν, βάσει των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, οι συνθήκες στις οποίες έχει ήδη ή θα μπορούσε να εκτεθεί ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη,»

 

Το αρμόδιο όργανο ήταν υποχρεωμένο να σχηματίσει τους ισχυρισμούς που αφορούν την αιτήτρια, τους οποίους έθεσε μέσω του αφηγήματός της και να διεξάγει εξειδικευμένη έρευνα για τις συνθήκες που επικρατούν στον τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας και μετέπειτα, συνεκτιμώντας τις προσωπικές της περιστάσεις να καταλήξει στο εάν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη. Πρέπει να διευκρινιστεί πως τα αιτήματα διεθνούς προστασίας υπόκεινται σε ενδελεχή έλεγχο από το αρμόδιο όργανο και η έρευνα που το όργανο διεξάγει πρέπει να είναι εξατομικευμένη.  Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Α.Ε. 108/13, H.R.Rv. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 26/11/2019 (στο εξής: «H.R.R.»), αποφασίστηκαν τα εξής:

 

«Να σημειωθεί ότι η ανάγκη για ενδελεχή και αξιόπιστη εξέταση των ζητημάτων που θέτει ένας αιτητής είναι διαχρονική.  Έχει επαναληφθεί και στο πλαίσιο της μεταγενέστερης Οδηγίας 2013/32/ΕΕ της 26.6.2013, το Άρθρο 10 παράγραφος 3(β) της οποίας προνοεί για τη λήψη πληροφοριών από το EYYA («Ευρωπαϊκή Υπηρεσία  Υποστήριξης  για το Άσυλο») και το UNHCR, το δε Άρθρο 15 αφορά τις προϋποθέσεις για προσωπική συνέντευξη. Ήδη, όμως, από το Προοίμιο της η Οδηγία, με τις αιτιολογικές σκέψεις (9) και (39), καθορίζεται ότι οι πόροι της ΕΥΥΑ θα πρέπει να αξιοποιούνται από τα κράτη μέλη προς υποστήριξη των προσπαθειών των κρατών μελών για την εφαρμογή των αιτημάτων ασύλου και ότι για τον προσδιορισμό κατά πόσο επικρατεί ανασφάλεια σε τρίτη χώρα «τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν ακριβή και ενημερωμένα στοιχεία από αρμόδιες πηγές όπως η ΕΥΥΑ, ο UNHCR, το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλοι συναφείς διεθνείς οργανισμοί.».  Η νέα Οδηγία που τέθηκε σε εφαρμογή στις 21.7.2015 και έχει σκοπό τη βελτίωση της προηγούμενης, προνοεί στις μεταβατικές διατάξεις του Άρθρου 52 ότι αιτήσεις που είχαν υποβληθεί πριν τις 20.7.2015 θα διέπονταν από τις διατάξεις της Οδηγίας 2005/85/ΕΚ, όπως είναι, δηλαδή, και η περίπτωση του εφεσείοντα.  Ό,τι ενδιαφέρει εδώ είναι η σημασία που δίδεται στο ενδελεχές της έρευνας που αποτελεί βέβαια προϋπόθεση να χρησιμοποιούνται και αξιόπιστες πηγές.»

 

Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθορίζοντας ακριβώς τις αρχές που καθόρισε και το ΕΔΑΔ για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου από τα αρμόδια όργανα διαπίστωσε σε άλλο μέρος της πιο πάνω απόφασής της, στην "HRR" πως: «Η αξιοπιστία ενός αιτητή περνά διά μέσου της ίδιας της αξιοπιστίας των πηγών ελέγχου της αξιοπιστίας αυτής.», επιβεβαιώνοντας και τις αρχές που τίθενται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, οι οποίες δεν καθορίζουν τίποτα άλλο πέραν του ότι το αρμόδιο όργανο πρέπει να εξετάζει τόσο την εξωτερική αξιοπιστία όσο και την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών που προβάλλονται από τους αιτητές διεθνούς προστασίας.  Τα συμπεράσματα της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας που αφορούν τον αιτούντα πρέπει να αξιολογούνται από το αρμόδιο όργανο και μόνον τότε να υπάρχει τελική απόφαση επί της αξιοπιστίας, για να μπορεί το αρμόδιο όργανο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα.

 

Στην απόφαση του ΕΔΔΑ στην προσφυγή υπ' αριθ. 25244/18, N.A κατά Φινλανδίας, ημερομηνίας 14/11/2019, η προσφεύγουσα είναι Ιρακινή υπήκοος, και καταχώρησε προσφυγή στο Δικαστήριο επειδή δεν χορήγησαν άσυλο στον πατέρα της που ήταν Σουνίτης Μουσουλμάνος Άραβας από τη Βαγδάτη, ενώ κινδύνευε η ζωή του και αφού είχε αποδεχθεί το αρμόδιο όργανο τον ισχυρισμό του, ότι δέχτηκε δύο θανατηφόρες επιθέσεις στο πλαίσιο της διαμάχης που υφίσταται ανάμεσα στις μουσουλμανικές ομάδες των Σιιτών και των Σουνιτών, στην οποία άνηκε και ο ίδιος.  Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή και της αρχής απαγόρευσης των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, λόγω της έκδοσης απόφασης απέλασης του πατέρα της προσφεύγουσας στη χώρα καταγωγής του, το Ιράκ, όπου τελικά σκοτώθηκε στη συνέχεια σε ένα δρόμο στη Βαγδάτη.  Το Δικαστήριο διαπίστωσε ειδικότερα ότι οι φινλανδικές αρχές δεν είχαν διεξαγάγει διεξοδικό έλεγχο σχετικά με τον κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε ο πατέρας της προσφεύγουσας, στο Ιράκ.  Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο στις παραγράφους 84-86, ανέφερε τα εξής (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

"1.  In the light of the above observations, the Court is not convinced in the present case that the quality of the assessment conducted by the domestic authorities regarding the relevant facts and the risk to which the applicant's father would be exposed upon removal to Iraq satisfied the requirements under Articles 2 and 3 of the Convention. It also reiterates that the Grand Chamber of the Court found a conditional violation of Article 3 in a relatively similar case concerning Iraq in August 2016 (see J.K. and Others v. Sweden, cited above).

2.  Hence, the Court finds that the domestic authorities and courts were aware, or ought to have been aware, of facts which indicated that the applicant's father could be exposed to a danger to life or a risk of ill‑treatment upon his returning to Iraq. The Court therefore concludes that the Finnish authorities and courts failed to comply with their obligations under Articles 2 and/or 3 of the Convention when dealing with the applicant's father's asylum application.

3.  There has accordingly been a violation of Articles 2 and 3 of the Convention."

 

Το ΕΔΔΑ έχει αναγνωρίσει επανειλημμένα την σοβαρότητα και σημασία της αρχής της μη επαναπροώθησης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 33 παράγραφος 1 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, αποφασίζοντας πως η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να επαναπροωθήσει τον αιτούντα άσυλο στην χώρα καταγωγής του ή σε χώρα όπου κινδυνεύει η ζωή του.  Για να γίνει σεβαστή και να εφαρμοστεί η αρχή της μη επαναπροώθησης θα πρέπει να γίνεται ενδελεχής έρευνα της αίτησης διεθνούς προστασίας στη βάση εξατομικευμένης έρευνας για να έχει τη δυνατότητα το αρμόδιο όργανο να λαμβάνει ορθή απόφαση.

 

Θα πρέπει πρωτίστως να αναφερθεί πως το αρμόδιο όργανο οφείλει να προβαίνει σε επαρκή έρευνα σε σχέση με όλα τα γεγονότα που αφορούν το αίτημα που έχει ενώπιον του. Δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στην διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2( Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο έχει υποχρέωση να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωση του για επαρκή έρευνα.

 

Κατά συνέπεια, οι καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη όλα τα στοιχεία που σχετίζονται με την αιτήτρια κατά το χρόνο λήψης της απόφασης.  Δεν αξιολόγησαν τον κίνδυνο επιστροφής της αιτήτριας και δεν προηγήθηκε ορθή αξιολόγηση των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια.  Η αξιολόγηση των ισχυρισμών στην ορθή τους βάση θα διαμόρφωνε και το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας και θα μπορούσε η αξιολόγηση κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας να τίθετο στην ορθή βάση.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, οι Καθ' ων η Αίτηση, δεν προέβησαν στην δέουσα και εξατομικευμένη υπό τις περιστάσεις έρευνα εφόσον η έρευνα που διεξάχθηκε καταδεικνύει την εντελώς εσφαλμένη εντύπωση που είχαν οι καθ' ων η αίτηση στον τρόπο εξέτασης του αιτήματος της αιτήτριας και των παιδιών της σε βαθμό που το Δικαστήριο να μην έχει ολοκληρωμένη απόφαση αρμόδιου οργάνου.

 

Το γεγονός ότι ένα Δικαστήριο ουσίας έχει τη δυνατότητα να εξετάσει και να διορθώσει αποφάσεις της διοίκησης τροποποιώντας την απόφασή της, δεν θα πρέπει να θεωρείται πανάκεια ούτε να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για τη διοίκηση να παραλείπει την ορθή εξέταση των ζητημάτων που τίθενται ενώπιον της κατά τη λήψη των αποφάσεών της.  Το κριτήριο για την επάρκεια της έρευνας έγκειται στη συλλογή και στην διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων που αφορούν την κάθε υπόθεση τα οποία μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για ασφαλή συμπεράσματα.  Στη βάση των ανωτέρω κρίνω πως δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας της αιτήτριας και διαπιστώνεται πως το αρμόδιο όργανο δεν διεξήγαγε την δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.

 

Επισημαίνεται, τέλος, ότι η πρόσφατη νομολογία του Διοικητικού Εφετείου στις αποφάσεις των υποθέσεων της Έφεσης κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025, Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου v. Β. Α., ημερομηνίας 18/12/2025, της Έφεσης κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 13/2025, Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου v. M Y A L, ημερομηνίας 18/12/2025 και της Έφεσης κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 19/2025, Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου v. Μ. A L, ημερομηνίας 18/12/2025, συνιστά χρήσιμο ερμηνευτικό σημείο αναφοράς για την κατανόηση της έκτασης της δικαιοδοσίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Οι αποφάσεις αυτές δεν αναδιαμορφώνουν τον χαρακτήρα της δικαστικής λειτουργίας από έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας σε πρωτογενή κρίση επί της διοικητικής ουσίας, αλλά αποσαφηνίζουν ότι η πρόβλεψη πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας λειτουργεί ως θεσμικό εργαλείο και όχι ως ανελαστική υποχρέωση.

 

Ειδικότερα, από τη νομολογιακή αυτή προσέγγιση προκύπτει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν υποχρεούται να αποφανθεί επί της ουσίας της αιτήσεως διεθνούς προστασίας σε κάθε περίπτωση, αλλά καλείται να εξετάσει εάν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, μια τέτοια κρίση είναι θεσμικά ανεκτή και δικονομικά ασφαλής. Η δυνατότητα ουσιαστικής κρίσης προϋποθέτει την ύπαρξη προηγούμενης απόφασης, καθώς και την προηγούμενη τήρηση των διαδικασιών που ο νομοθέτης έχει θέσει ως αναγκαίο όρο για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του αιτητή.

 

Περαιτέρω, η διαπίστωση σοβαρών αποκλίσεων από το προβλεπόμενο διοικητικό πλαίσιο οδηγεί το δικαστήριο στο να εκτιμήσει εάν η φύση της πλημμέλειας επιτρέπει την αποκατάστασή της εντός της δίκης ή εάν αυτή αφορά θεμελιώδη στάδια της διοικητικής διαδικασίας, η παράλειψη των οποίων καθιστά προβληματική κάθε μεταγενέστερη ουσιαστική αξιολόγηση. Η στάθμιση αυτή εξαρτάται τόσο από το εύρος της πλημμέλειας όσο και από τις επιπτώσεις που θα είχε η δικαστική παρέμβαση στην τήρηση των αναγκαίων διαδικαστικών εγγυήσεων.

 

Υπό το πρίσμα αυτό, όταν η διοικητική ανεπάρκεια δεν εξαντλείται σε επιμέρους ελλείψεις, αλλά συνδέεται με την απουσία διαδικασιών που προηγούνται κατ’ ανάγκη της έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης και επηρεάζουν καθοριστικά το περιεχόμενό της, η εκ των υστέρων υποκατάσταση της διοίκησης από το δικαστήριο δεν συνάδει με τον θεσμικό του ρόλο. Σε τέτοια περίπτωση, η άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας θα οδηγούσε σε κρίση επί πραγματικών δεδομένων που δεν αξιολογήθηκαν νομίμως στο διοικητικό στάδιο, γεγονός που θα υπονόμευε τόσο την ποιότητα της δικαστικής κρίσης όσο και την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας.

 

Όπως έχω επεξηγήσει προηγουμένως, από τον έλεγχο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ερείδεται σε ελλιπή και αποσπασματική αιτιολογία, καθόσον δεν προηγήθηκε ουσιαστική εκτίμηση κρίσιμων παραμέτρων που όφειλαν, κατά νόμο, να ληφθούν υπόψη. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι αξιολογήθηκε ο ισχυρισμός της αιτήτριας για την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη, ούτε ότι της τέθηκαν ερωτήσεις ορθού περιεχομένου που να μπορούσε η αιτήτρια να αναφερθεί σε αυτό το περιστατικό και στη συνέχεια να τύχει αξιολόγησης.  Επιπλέον δεν προκύπτει για πιο λόγο δεν προβλημάτισε το αρμόδιο όργανο η αναφορά της αιτήτριας ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγής από ψυχίατρο και ότι παρακολουθείται από ψυχολόγο, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη πως η αιτήτρια προκύπτει από το διοικητικό φάκελο ότι είναι θύμα εμπορίας προσώπων.  Επεξηγώ πιο πάνω το ζήτημα αυτό με αρκετή λεπτομέρεια. Περαιτέρω, απουσιάζει κάθε εξατομικευμένη αξιολόγηση κινδύνου που θα αντιμετώπιζε σε περίπτωση επιστροφής της, στη βάση πάντοτε του προφίλ που όφειλε η ίδια η Υπηρεσία Ασύλου να διαμορφώσει.  Οι παραλείψεις αυτές πλήττουν τον πυρήνα της διοικητικής κρίσης και δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο επί της προσβαλλόμενης απόφασης.  Ούτως ή άλλως δεν είναι λίγες οι φορές που το Δικαστήριο εντοπίζει λάθος στην απόφαση της διοίκησης και τροποποιεί την απόφαση στα πλαίσια της ex nunc δικαιοδοσίας του.  Η υπό εξέταση όμως περίπτωση δεν ήταν τέτοια που θα μπορούσα με ασφάλεια να προχωρήσω σε κατ’ ουσίαν έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Οι πιο πάνω διαπιστωθείσες πλημμέλειες, υπό το φως και της προεκτεθείσας νομολογίας, καθιστούν τρωτή και υποκείμενη σε ακύρωση την προσβαλλόμενη απόφαση εφόσον δεν μπορεί να διαπιστωθεί η λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης υπό την σωστή ακολουθητέα διαδικασία.  Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός που προώθησε η συνήγορος της αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου επιτυγχάνει.  Η υπεισέλευση του Δικαστηρίου σε ζητήματα στα οποία το αρμόδιο όργανο δεν αποφάσισε θα συνεπαγόταν την πλήρη υποκατάσταση της κρίσης του αρμόδιου οργάνου και εξέταση όλων των ζητημάτων σε πρώτο βαθμό. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να προβαίνει σε έλεγχο ουσίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να θεωρηθεί πανάκεια σε όλες τις διοικητικές διαφορές.  Ενόψει της κατάληξής μου αυτής, θεωρώ ότι παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε προβαλλόμενου λόγου ακυρώσεως καθότι το θέμα καθίσταται πλέον ακαδημαϊκό.

 

Για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται με έξοδα, €1700 ευρώ υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ' ων η αίτηση.

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο