ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. Τ 911/2024
30 Ιουνίου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.A.D.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Η αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά
Καμία εμφάνιση για τους Καθ’ ων η αίτηση
[Παρούσα η κα Ζωή Αγαπίου για πιστή μετάφραση από αγγλικά σε ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ.ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την προσφυγή της η Αιτήτρια στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 12/07/2024, η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 18/07/2024, και με την οποία απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη η αίτησή της για διεθνή προστασία, και αιτείται την ακύρωσή της ως άκυρης, παράνομης, και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του Κανονισμού 3(ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί.[1]
Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπεται στον Κανονισμό 3(ε), καταχωρίστηκε από τους καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο. Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία της αιτήτριας προσωπικά.
Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο έκρινε ότι δεν χρειαζόταν η καταχώρηση γραπτής αγόρευσης καθότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 3(ε) των πιο πάνω Διαδικαστικών Κανονισμών « [.]ουδεμία καταχώριση γραπτής αγόρευσης από τον αιτητή ή τους καθ' ων η αίτηση απαιτείται [..] εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.»
Επομένως, ως εκτίθεται στο υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φάκελου, η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Δημοκρατίας της Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 20/06/2024. Στις 05/07/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 11/07/2024, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, και στις 18/07/2024 αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας για διεθνή προστασία. Στις 18/07/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή ενημέρωσης περί της απόρριψης του αιτήματος της Αιτήτριας μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης, η οποία παραλήφθηκε από την ίδια την ίδια μέρα. Έναντι της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η αιτήτρια κατέθεσε την παρούσα προσφυγή.
Στο δικόγραφο της προσφυγής της Αιτήτριας δεν καταγράφονται νομικοί λόγοι και δεν υπάρχει έκθεση γεγονότων. Το μόνο που αναφέρεται χειρόγραφα είναι ότι η Αίτητρια δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα της λόγω πολλών προβλημάτων όπως πολιτικών και οικονομικών και λόγω του ότι την κυνηγάει ο πρώην σύντροφος της.
Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε περίπτωση που διάδικος εμφανίζεται σε διαδικασία χωρίς να εκπροσωπείται από δικηγόρο, δεν υποχρεούται σε ενεργό συμμόρφωση με την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, εν αντιθέσει με το τι ισχύει για διαδίκους που εκπροσωπούνται με δικηγόρο. Στον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 αναφέρεται ( παραθέτω αυτολεξεί): « Έκαστος διάδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον» (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).
Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω, η μη συμπερίληψη στην προσφυγή της Αιτήτριας λόγων ακυρώσεως δεν αποστερεί την εξουσία από το παρόν Δικαστήριο να προχωρήσει να εξετάσει την προσφυγή της και να ελέγξει την ορθότητα της απόφασης ήτοι να προβεί σε έλεγχο επί της ουσίας ως προνοείται στο άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73 (Ι)/2018).
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, θα ασκήσω την εξουσία που μου παρέχει το πιο πάνω άρθρο και θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της απόφασης.
Κατά την υποβολή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, μετά την απώλεια των γονέων της, σύναψε σχέση με έναν άντρα, με τον οποίο συζούσε. Τέσσερα με πέντε χρόνια αργότερα, ένας φίλος του, της είπε ότι ο σύντροφός της ήταν αναμειγμένος με την εμπορία προσώπων, απήγαγε άτομα και πουλούσε τα όργανά τους, και αυτή θα ήταν το επόμενό του θύμα. Όταν ρώτησε τον σύντροφό της γι’ αυτό, αυτός το αρνήθηκε, και τότε η αιτήτρια πήγε στην αστυνομία, η οποία κάλεσε αυτό τον φίλο του συντρόφου της για να καταθέσει όσα γνώριζε, όμως η αστυνομία δεν μπόρεσε να βρει τεκμήρια για αυτή την υπόθεση. Λόγω του ότι φοβόταν για τη ζωή της, δεν μπορούσε πλέον να ζει με αυτό τον άντρα και πήγε σε έναν πράκτορα, ο οποίος της είπε ότι ο πιο εύκολος τρόπος να φύγει από τη χώρα της ήταν να πάρει ένα εισιτήριο και μία άδεια εισόδου για εκπαιδευτικούς σκοπούς για τις κατεχόμενες περιοχές. (ερ. 1 του διοικητικού φακέλου).
Στο πλαίσιο της συνέντευξης της, αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Lagos, όπου και διέμενε μέχρι την αποχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της (ερ. 35 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την οικογένειά της, δήλωσε ότι η μητέρα της απεβίωσε το 2008 και ο πατέρας της το 2006, και οι δύο λόγω ασθένειας, ενώ δήλωσε ότι έχει μόνο μία εξαδέλφη, η οποία διαμένει στην πόλη Benin στη Νιγηρία μαζί με τη δική της οικογένεια και με την οποία διατηρεί επικοινωνία, και ότι έχει θείους και θείες, ωστόσο δεν έχει καμία σχέση μαζί τους και γνωρίζει μόνο μία, η οποία νομίζει ότι διαμένει στην Patako, στην πολιτεία Ogun, στην Νιγηρία (ερ. 35-34 του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε ότι δεν παντρεύτηκε ποτέ και ότι δεν έχει τέκνα (ερ. 34 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι το 2013 αποφοίτησε από ίδρυμα μέσης εκπαίδευσης, ενώ αναφορικά με τις βιοποριστικές της δραστηριότητες δήλωσε ότι στη χώρα της ήταν μακιγιέζ από το 2015 μέχρις ωσότου εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της (ερ. 34 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με την περίοδο των τριών χρόνων τα οποία πέρασε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, η αιτήτρια δήλωσε ότι ήταν φοιτήτρια για έναν χρόνο και ότι, όταν πλέον δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει τις σπουδές της, άρχισε να δουλεύει ως καθαρίστρια σε μία υπεραγορά. Εκεί σύναψε σχέση με έναν άντρα με τον οποίο διέμενε και με τον οποίο έμεινε έγκυος, ωστόσο, όταν του ανακοίνωσε την εγκυμοσύνη, αυτός άρχισε να γίνεται βίαιος συναισθηματικά και σωματικά, την κλείδωνε μέσα στο σπίτι και την κτυπούσε, την πίεσε να πραγματοποιήσει έκτρωση, και, όταν του είπε ότι θα επέστρεφε στη Νιγηρία, αυτός της πήρε το διαβατήριο (ερ. 34-33 του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε ότι όταν μίλησε με την εξαδέλφη της στη Νιγηρία γι’ αυτό το ζήτημα, αυτή της είπε ότι θα μπορούσε να επιστρέψει στη Νιγηρία και να μείνει μαζί της και ότι θα μπορούσε να την υποστηρίξει (ερ. 33-32 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης και δη κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησής της, δήλωσε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε την χώρα της είναι γιατί στη Νιγηρία διατηρούσε σχέση με έναν σύντροφο για τέσσερα με πέντε χρόνια, και έμαθε από ένα φίλο του συντρόφου της ότι ο τελευταίος ήταν εμπλεκόμενος στην εμπορία προσώπων και σε τελετουργίες και ότι αυτή θα ήταν το επόμενό του θύμα. Ακολούθως, κατήγγειλε το σύντροφό της στην αστυνομία, αλλά της είπαν ότι δεν είχαν κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο. Καθώς δεν είχε κάπου αλλού να πάει, εφόσον η εξαδέλφη της ήταν παντρεμένη και δεν μπορούσε να πάει εκεί, αποφάσισε να φύγει από τη χώρα της με τη βοήθεια ενός ταξιδιωτικού πράκτορα (ερ. 32 του διοικητικού φακέλου).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού αναφορικά με τη σχέση που διατηρούσε με αυτό το σύντροφο, η αιτήτρια δήλωσε ότι ο σύντροφός της ήταν «εντάξει» και καλός μαζί της, ήταν αυτός που την ενθάρρυνε να γίνει μακιγιέζ, ωστόσο ο λόγος που έφυγε ήταν τα όσα άκουσε γι’ αυτόν, ενώ δήλωσε ότι τον γνώρισε το 2016 και τον άφησε το 2021 (ερ. 31 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τα όσα δήλωσε για το ότι μπορεί να ήταν το επόμενο θύμα του, ισχυρίστηκε ότι αυτός ο φίλος του συντρόφου της, την κάλεσε και της είπε ότι ήθελε να την δει, ότι πήγε στο σπίτι του και ότι αυτός της είπε ότι ο σύντροφός της ήταν για καιρό εμπλεκόμενος με την εμπορία προσώπων, και ότι η πρώτη αντίδρασή της ήταν να μην τον πιστέψει. Δήλωσε ότι, ακολούθως, επέστρεψε στο σπίτι όπου έμενε με το σύντροφό της και, αφού περίμενε για ένα μήνα, του μίλησε για τα όσα είχε ακούσει και αυτός τα αρνήθηκε. Δήλωσε επίσης ότι αυτός ταξίδευε κάποιες φορές για μία εβδομάδα και ότι του τηλεφωνούσε και δεν της απαντούσε, ενώ όταν τον ρωτούσε τι συμβαίνει, της έλεγε ότι είναι απασχολημένος (ερ. 31-30 του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείσα για το επάγγελμα του συντρόφου της, δήλωσε ότι αυτός εργαζόταν σε μία εταιρεία παραγωγής αλευριού, η οποία βρισκόταν στο Ibadan, στην πολιτεία Oyo. Κληθείσα να δώσει πληροφορίες για την καταγγελία στην αστυνομία, δήλωσε ότι η αστυνομία είπε ότι δε μπορούσε να βρει αποδεικτικά στοιχεία (ερ. 30 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας, o λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου διέκρινε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Έναν αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και την ταυτότητά της, έναν δεύτερο αναφορικά με το ότι η Αιτήτρια είναι πιθανό θύμα κακοποίησης στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, και έναν τρίτο ότι η Αιτήτρια είναι πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τον άντρα της στη χώρα καταγωγής της.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ως εσωτερικά αξιόπιστες, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογράφησης.
Ο δεύτερος ισχυρισμός, ότι η αιτήτρια είναι πιθανό θύμα κακοποίησης στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, απορρίφθηκε από τον λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας καθότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ως μη επαρκώς λεπτομερείς και ελλιπείς ευλογοφάνειας και συνοχής. Ειδικότερα, ο λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς και ευλογοφανείς πληροφορίες αναφορικά με τη σχέση της και τη βίαιη συμπεριφορά του συντρόφου της, καθότι αναμενόταν από την ιδία, ως καταγράφεται, να ήταν σε θέση να παραθέσει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την σχέση της, καθώς και επαρκέστερες πληροφορίες σχετικά με την αντίδραση του συντρόφου της, σχετικά με την επιμονή του για την έκτρωση και την βίαια συμπεριφορά του προς την ίδια. Πρόσθετα, επισημάνθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό ότι η αιτήτρια δεν εξήγησε επαρκώς και με ευλογοφάνεια την γενική συμπεριφορά του συντρόφου της προς την ίδια. Ως τονίστηκε αναμενόταν από την αιτήτρια να δώσει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την σχέση της με τον εν λόγω άντρα, καθώς δεν ανάφερε επαρκείς και εύλογες πληροφορίες που να στοιχειοθετούν την βίαιη συμπεριφορά είτε συναισθηματική ή σωματική όπου της ασκούσε ο σύντροφος της, παρότι είχε ερωτηθεί επανειλημμένα εάν ήθελε να προσθέσει πληροφορίες επί τούτου.
Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι τα όσα ανέφερε η αιτήτρια ως προς αυτό το μέρος του αιτήματός της αποτελούν μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη των ισχυρισμών της και δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ενόψει τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε και δεν έγινε αποδεκτός.
Ο τρίτος ισχυρισμός, ότι η αιτήτρια είναι πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τον άντρα της στη χώρα καταγωγής της απορρίφθηκε από τον λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας καθότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ως μη επαρκώς λεπτομερείς, ελλιπείς ευλογοφάνειας και συνοχής. Ειδικότερα, ο λειτουργός σημείωσε ότι η αιτήτρια δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον εν λόγω σύντροφό της και τη σχέση τους, καθότι θα αναμενόταν από την ίδια, ως καταγράφεται, να παραθέσει περαιτέρω πληροφορίες περί του εν λόγω συντρόφου, αφού όπως η ίδια ανάφερε ήταν ο κύριος λόγος που εγκατέλειψε την χώρα της, ενώ επίσης θα αναμενόταν να παραθέσει περαιτέρω πληροφορίες και για την σχέση της με τον συγκεκριμένο άντρα, αφού δεν έδωσε πληροφορίες για το πως γνωρίστηκαν, πως ήταν η σχέση τους ενόσω ήταν μαζί και πως ήταν η συμπεριφορά του απέναντί της μιας και ως δήλωσε διέμεναν μαζί 4-5 χρόνια. Περαιτέρω, ως επισημάνθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, η αιτήτρια προέβη σε αυθαίρετα συμπεράσματα και ενόψει τούτου υπήρξε έλλειψη ευλογοφάνειας σχετικά με τον τρόπο που η ίδια είχε την πεποίθηση πως ο σύντροφός της εμπλεκόταν σε εμπορία προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Πρόσθετα, ως τονίστηκε, ο ισχυρισμός της ότι ο σύντροφος της έλειπε λόγω δουλειάς και δεν απαντούσε στα τηλέφωνα και η ίδια υπέθεσε πως είναι ο λόγος περί εμπλοκής του με την εμπορία προσώπων, είναι αυθαίρετος. Ως τονίστηκε επιπλέον από τον αρμόδιο λειτουργό, θα αναμενόταν από την αιτήτρια να διευκρινίσει περαιτέρω τον εν λόγω ισχυρισμό της παρά να βασιστεί σε ένα γενικό συμπέρασμα με βάση τα λεγόμενα του φίλου του εν λόγω συντρόφου της. Ως καταγράφηκε επίσης προκύπτει μη εύλογο χρονικό διάστημα κατά το οποίο η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας διότι η αιτήτρια δεν υπέβαλε το αίτημά της όταν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της το 2021, αλλά το 2024 και θα αναμενόταν από την αιτήτρια να δρούσε άμεσα αφού ισχυριζόταν προσωπική στοχοποίηση από τον σύντροφο της στην Νιγηρία ως πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης.
Ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου έκρινε ότι τα όσα ανέφερε η αιτήτρια ως προς αυτό το μέρος του αιτήματός της αποτελούν μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη των ισχυρισμών της και δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ενόψει τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε και δεν έγινε αποδεκτός.
Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας περαιτέρω τον κίνδυνο που διατρέχει η αιτήτρια στη χώρα καταγωγής της, έκρινε ότι δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο της δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου και στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Περαιτέρω, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της αιτήτριας, καθότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει η αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, μιας και στην πολιτεία Lagos της Νιγηρίας, όπου αναμένεται να επιστρέψει η αιτήτρια, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.
Εξετάζοντας το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.
Προχωρώντας λοιπόν στην εξέταση των ουσιωδών ισχυρισμών της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο αρχικά συντάσσεται με την αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας. Οι μεν δηλώσεις της κρίνονται ως σαφείς και λεπτομερείς, ενώ επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός αναφορικά με τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας γίνεται δεκτός ως αξιόπιστος.
Λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις της αιτήτριας, ως αυτές προβλήθηκαν καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της και οι οποίες παρατέθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι αυτή δεν ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει την αξιοπιστία των δηλώσεων της γύρω από τον δεύτερο ισχυρισμό της περί του ότι υπήρξε πιθανό θύμα κακοποίησης στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Ορθώς, λοιπόν, θεωρώ κρίθηκε από τους Kαθ’ ων η αίτηση ότι, όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, τα όσα προβλήθηκαν στη συνέντευξη της αιτήτριας, ως ανωτέρω καταγράφονται, έθεταν εύλογα εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των λεγομένων της αναφορικά με τα όσα ισχυρίστηκε, καθότι δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης της, ενώ οι απαντήσεις της στερούνταν εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και περιείχαν αρκετές ελλείψεις και ασυνέπειες. Θα συμφωνήσω με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας της αιτήτριας και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.
Επομένως, καταλήγω ότι το εν λόγω αφήγημα της αιτήτριας δεν παρουσιάζει ευλογοφάνεια και συνοχή. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εκ της αιτήτριας εξιστορισθέντα δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικά περιστατικά. Επομένως, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίνεται ως μη αξιόπιστος.
Αντίστοιχα, προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού της αιτήτριας περί του ότι ενδεχομένως να γινόταν πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τον άντρα της, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι η αιτήτρια, όπως ορθώς έκρινε και η αρμόδια λειτουργός, υπέπεσε σε ασάφειες, ανακρίβειες και αοριστίες, ενώ οι απαντήσεις παρουσιάζονται γενικόλογες και στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας.
Ειδικότερα, συν των όσων ορθώς αξιολόγησε ο αρμόδιος λειτουργός, παρατηρώ ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει ικανοποιητικά το λόγο για τον οποίο κινδύνευε από τον πρώην σύντροφο της στην Νιγηρία περί του ότι ενδεχομένως να αποτελούσε η ίδια θύμα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης μιας και ο εν λόγω ισχυρισμός της βασίστηκε σε μερικά λεγόμενα ενός φίλου του, χωρίς να προβάλει οποιαδήποτέ ένδειξη ότι ο πρώην σύντροφος της ασχολείτο όντως με την εμπορία προσώπων. Εν αντιθέσει, η ίδια δήλωσε ότι όταν τον ερώτησε περί τούτου το αρνήθηκε επανειλημμένως, χωρίς να προβάλει οτιδήποτε εν σχέση με την συμπεριφορά του και την σχέση τους που να τεκμαίρει το αντίθετο για να καταλήξει η ίδια να θεωρεί ότι εξαιτίας των όσων ενδεχομένως ο πρώην σύντροφος της να πράττει, ενδέχεται η ίδια να κινδυνέψει λόγω αυτών.
Ορθώς, λοιπόν, θεωρώ κρίθηκε από τους Kαθ’ ων η αίτηση ότι, τα όσα προβλήθηκαν στη συνέντευξη της αιτήτριας, ως ανωτέρω καταγράφονται, έθεταν εύλογα εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των λεγομένων της αναφορικά με τα όσα ισχυρίστηκε, καθότι δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης της. Οι απαντήσεις της στερούνταν εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και περιείχαν αρκετές ελλείψεις και ασυνέπειες όσον αφορά τον κίνδυνο που ισχυρίστηκε ότι διατρέχει. Θα συμφωνήσω επίσης με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας της αιτήτριας, και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.
Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εκ της αιτήτριας εξιστορισθέντα δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικά περιστατικά. Επομένως, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίνεται ως εσωτερικά μη αξιόπιστος.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία των ανωτέρω δηλώσεών της, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκ των όσων αυτή δήλωσε, λόγω της απολύτου προσωπικής φύσεως τους, δεν προκύπτουν στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω έρευνας σε εξωτερικές πηγές. Στη βάση, λοιπόν, της αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών της αιτήτριας, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος στο σύνολό του.
Υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της αιτήτριας ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, η αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος να στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό της, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Συνακόλουθα η αιτήτρια δεν επικαλέστηκε κανέναν ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων, εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης ή τιμωρίας, για να της δοθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, η αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα της αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στην Lagos, η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
Σύμφωνα δε, με το WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), που αποτελεί διαδικτυακή πληροφοριακή πύλη της Ακαδημίας της Γενεύης (Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights) για την καταγραφή και ανάλυση ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, η Νιγηρία εμπλέκεται από το 2009 στις βορειοανατολικές περιοχές της χώρας, σε δύο μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και του Ισλαμικού Κράτους στην επαρχία της Δυτικής Αφρικής (ISWAP), καθώς επίσης, στη Νιγηρία υπάρχει και μια μη-διεθνής ένοπλη σύρραξη μεταξύ του ISWAP και της Boko Haram.[2]
Όσον αφορά τη πολιτεία Lagos (Νιγηρία) παραθέτω αριθμητικά δεδομένα επί των περιστατικών ασφαλείας στη συγκεκριμένη περιοχή. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 19/06/2026), καταγράφηκαν 93 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 104 θάνατοι.[3]
Σημειώνεται πως ο πληθυσμός της πολιτείας Lagos για το έτος 2022 εκτιμήθηκε στους 13,491,800 κατοίκους[4], επομένως καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η αιτήτρια θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο συνήθους διαμονής της.
Κατά συνέπεια, η πολιτεία Lagos, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité του ΔΕΕ[5]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι η αιτήτρια συνιστά ενήλικη, υγιή, αρτιμελή γυναίκα, διαθέτον μορφωτικό επίπεδο, εργασιακή εμπειρία και οικογενειακό δίκτυο. Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η αιτήτρια θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση της αιτήτριας.
Εν τέλει, σημειώνεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, ασκώντας την εξουσία που του παρέχει το άρθρο12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, έκδωσε την Κ.Δ.Π 242/2026, δυνάμει της οποίας η Νιγηρία περιλαμβάνεται στον κατάλογο των χωρών με τις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας. Η αιτήτρια στην παρούσα δεν έχει προβάλει οποιοδήποτε λόγο για να θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας, στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6).
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €600 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Με τον περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2022, 31/2022.
[2] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, 'Non-International Armed Conflicts in Nigeria', https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης 29/06/2026]
[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Lagos, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 19.06.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης 29/06/2026]
[4] City Population - Nigeria – Lagos,https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/ [Ημερομηνία Πρόσβασης 29/06/2026]
[5] Βλ. Απόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο