A.A.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργικού Συμβουλίου δια της Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης, Υπόθ. Αρ.: ΔΚ 10/26, 30/7/2026
print
Τίτλος:
A.A.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργικού Συμβουλίου δια της Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης, Υπόθ. Αρ.: ΔΚ 10/26, 30/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: ΔΚ 10/26

30 Ιουλίου, 2026

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

A.A.K.

από τη Συρία και τώρα από τα Αστυνομικά Κρατητήρια Λακατάμειας

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργικού Συμβουλίου δια της Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης

Καθ' ων η Αίτηση

 

Ν. Χαραλαμπίδου (κα) για Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή.

Ι. Χαραλάμπους (κα) για Μιχαηλίδη και Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου με την οποίαν να ακυρώνεται ως παράνομο το διάταγμα κράτησης ημερομηνίας 05/05/2026, αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9ΣΤ(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου και με την οποία να διατάσσεται η άμεση απελευθέρωση του Αιτητή. Διαζευκτικά, αιτείται απόφαση Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται ως παράνομη η απόφαση μη επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων ως παραβιάζουσα την αρχή της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας. Επίσης διαζευκτικά αιτείται την έκδοση απόφασης με την οποία να ακυρώνεται το προαναφερθέν διάταγμα κράτησης ημερομηνίας 05/05/2026 και με την οποία να διατάσσονται εναλλακτικά τη κράτησης του Αιτητή μέτρα κατά την κρίση του Δικαστηρίου και εφόσον κρίνει ότι ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9(ΣΤ)(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000.

 

Γεγονότα

 

Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτίθενται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από σχετικά παραρτήματα και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο Αιτητής είναι υπήκοος Συριακής Αραβικής Δημοκρατίας και εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 11/03/2008.

 

Στις 24/03/2008, υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας και στις 11/12/2008 προσήλθε στην Υπηρεσία Ασύλου για την προσωπική του συνέντευξη. Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική έκθεση – εισήγηση στις 04/05/2009, η οποία εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου και κοινοποιήθηκε στον Αιτητή μέσω απορριπτικής επιστολής στις 31/08/2009. Στις 26/01/2010 απορρίφθηκε έφεσή του ημερ. 16/09/2009 από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων. Ακολούθως, ο Αιτητής εφεσίβαλε την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ωστόσο στις 07/07/2011 η εν λόγω έφεση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. Μετά από επανάνοιγμα του φακέλου του στις 29/09/2012 επικαλέστηκε την γενική κατάσταση ασφαλείας στη Συρία ως λόγο για τον οποίο δεν επιθυμεί να επιστρέψει με αποτέλεσμα να του δοθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας στις 05/02/2014.

 

Ακολούθως, ο Αιτητής συνήψε γάμο στις 15/04/2015 με Ευρωπαία πολίτη και συγκεκριμένα βουλγαρικής καταγωγής, την οποία επισκέφθηκε στη Βουλγαρία, κατά τα λεγόμενά του, στις 29/04/2015, 29/12/2015 και 13/11/2022.

 

Στις 21/05/2024 ο Αιτητής καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών και έξι μηνών και στις 03/03/2026, μέσω επιστολής, ο Αιτητής ενημερώθηκε ότι το Τμήμα Μετανάστευσης προτίθεται να τον απομακρύνει από τη Δημοκρατία. Την επόμενη ημέρα, στις 04/03/2026, εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης.

 

Στις 02/04/2026 συντάχθηκε έκθεση – εισήγηση αναφορικά με την ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, όπου κρίθηκε πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5(2)(δ) και 5(4)(β) του περί Προσφύγων Νόμου ώστε να ανακληθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Η εν λόγω εισήγηση εγκρίθηκε από τον αρμόδιο να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου λειτουργό στις 09/04/2026 και κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 20/04/2026. Εναντίον της εν λόγω απόφασης ανάκλησης ο Αιτητής καταχώρισε την προσφυγή με αριθμό 928/2026.

 

Στις 22/04/2026 εκδόθηκαν εκ νέου διατάγματα κράτησης και απέλασης εναντίον του Αιτητή. Το διάταγμα απέλασής του τέθηκε σε αναστολή έως ότου εκδοθεί απόφαση στην προαναφερθείσα προσφυγή (928/2026).

 

Εις βάρος του Αιτητή εν τέλει εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης δυνάμει του άρθρου 9(ΣΤ)(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 ημερομηνίας 05/05/2026, το οποίο προσβάλλεται με την παρούσα.

 

Νομικοί Ισχυρισμοί

 

Αναφορικά με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η πλευρά του Αιτητή ισχυρίζεται, παραθέτοντας σχετική νομολογία, πως βάσει της δικαιοδοσίας ορθότητας και νομιμότητας του παρόντος Δικαστηρίου, αυτό οφείλει να εκδώσει τελική απόφαση με την οποία θα επιβεβαιώνει/τροποποιεί/ακυρώνει το επίδικο διάταγμα. Περαιτέρω, προωθεί ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας καλώντας το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα ως δημόσιας τάξης θέμα δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται έγγραφη εξουσιοδότηση της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης από το Υπουργικό Συμβούλιο που έχει την σχετική εξουσία από το νόμο να εκδίδει διατάγματα ως το επίδικο.

 

Η συνήγορος του Αιτητή εγείρει, επίσης, πως ο Αιτητής δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, με βάση το οποίο εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα κράτησης, καθότι, εκκρεμούσης της προσφυγής εναντίον της απόφασης ανάκλησης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο Αιτητής δεν εμπίπτει ούτε στην έννοια «αιτητή ασύλου» αλλά ούτε και θεωρείται παρανόμως διαμένων στην Κυπριακή Δημοκρατία.

 

 Άνευ βλάβης αυτού του ισχυρισμού η συνήγορος ισχυρίζεται επίσης ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9ΣΤ(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου. Συγκεκριμένα, αφού παραθέτει τη σχετική νομοθεσία και νομολογία, είναι η θέση της ότι ο Αιτητής δεν αποτελεί ενεστώσα πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια της Δημοκρατίας λόγω της καταδίκης του δεδομένης της έκτισης της ποινής του. Θεωρεί πως οι περιστάσεις υπό τις οποίες καταδικάστηκε δεν είναι τέτοιες ώστε να θεωρείται κίνδυνος, ενώ υπήρξε και μάρτυρας κατηγορίας και για συγκατηγορούμενούς του με το Κακουργιοδικείο να αναγνωρίζει την έμπρακτη μεταμέλεια του Αιτητή ένεκα της συνολικής του στάσης κατά τη διάρκεια της δίκης. Επιπλέον, η συνήγορος σχολιάζει ότι κατά τα λοιπά προβάλλονται ως λόγοι έκδοσης του διατάγματος κράτησης γεγονότα που δεν προβλέπονται στο άρθρο 9ΣΤ. Καταλήγει δε πως η επίδικη απόφαση για την κράτηση του Αιτητή είναι αναιτιολόγητη και/ή εμπεριέχει αντιφατική αιτιολογία με αποτέλεσμα να μην διακρίνεται ξεκάθαρα ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκε, αλλά ούτε και οι περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε χωρίς να εξειδικεύεται ο κίνδυνος για τη δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια που φέρει ο Αιτητής.

 

Επιπρόσθετος λόγος ακύρωσης που προβάλλεται από τον Αιτητή αφορά την πλάνη και την έλλειψη δέουσας έρευνας ως προς την έκδοση του επίδικου διατάγματος και την μη επιβολή άλλων εναλλακτικών μέτρων. Ειδικότερα, η συνήγορός του θεωρεί πως οι Καθ’ ων η αίτηση δεν τήρησαν τις αρχές της αναλογικότητας και αναγκαιότητας ως όφειλαν να πράξουν κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης και καλεί (άνευ βλάβης της θέσης περί παράνομης κράτησης) το Δικαστήριο όπως λάβει το ίδιο εναλλακτικά της κράτησης μέτρα σε περίπτωση που κρίνει πως συντρέχουν τέτοιοι λόγοι. Στη βάση της σχετικής νομολογίας που αναλύει η συνήγορος του Αιτητή καταλήγει ότι το διάταγμα κράτησης δεν είναι συμβατό με το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, ενόψει της μη ύπαρξης προοπτικής για άμεση απέλασή του (το διάταγμα απέλασής του ακυρώθηκε), καθώς δεν κρατείται για να αποτραπεί η παράνομη είσοδος ή παραμονή του στη Δημοκρατία αφού ως μέλος οικογένειας ευρωπαίας πολίτη έχει το σχετικό δικαίωμα και τέλος έχουν παραβιαστεί οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

 

Αντικρούοντας τους ισχυρισμούς της συνηγόρου του Αιτητή, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε νόμιμα και ορθά, σύμφωνα με τις Διεθνείς Συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, των Κανονισμών και των γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, κατ’ εφαρμογή των Αρχών του Διοικητικού Δικαίου και αφού λήφθηκαν υπ’ όψιν όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη.

 

Σχετικά με τον ισχυρισμό περί της αρμοδιότητας της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης, που εξέδωσε την επίδικη απόφαση έκδοσης διατάγματος κράτησης, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι είναι νομικά αβάσιμος και απορριπτέος. Συγκεκριμένα, η θέση τους είναι ότι η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης είναι καθ’ ύλην και κατά το νόμο αρμόδια να εκδίδει διατάγματα ως το επίδικο σύμφωνα με τον περί Εκχωρήσεως της Ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τίνος Νόμου Νόμο του 1962 (Ν. 23/1962) στον οποίο προβλέπεται να εκχωρείται ή να ασκείται η εν λόγω εξουσία από εξουσιοδοτημένο διοικητικό όργανο.

 

Επίσης, η συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση προέβαλε ότι η συνήγορος του Αιτητή προβάλλει εσφαλμένα και βασιζόμενη σε λανθασμένη και αποσπασματική ερμηνεία του άρθρου 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής δεν εμπίπτει στην έννοια του αιτητή. Είναι η θέση τους ότι η ήδη εκδοθείσα απόφαση ανάκλησης, δεν αναστέλλεται λόγω της προσφυγής που εκκρεμεί κατά της εν λόγω απόφασης, ούτε και προκύπτει από την νομοθεσία ότι προσφυγή εναντίον απόφασης ανάκλησης συνεπάγεται ασυλία του Αιτητή από κράτηση. Η διάταξη του άρθρου 9ΣΤ δεν αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής της άτομα όπως τον Αιτητή, ο οποίος βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο αφού έχει ανακληθεί αφενός η διεθνής προστασία του και αφετέρου αναμένει την απόφαση επί της προσφυγής. Η ερμηνεία της πλευράς του Αιτητή αποτελεί παράλογο συμπέρασμα και ματαιώνει τον σκοπό του νομοθέτη, αφού ουσιαστικά με αυτή την κατεύθυνση ο Αιτητής θα έχαιρε ασυλίας, κάτι που δεν προβλέπεται. Επίσης ισχυρίζεται ότι νομικά αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός ότι η απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ενώ εκκρεμεί προσφυγή, γεγονός που πρακτικά σημαίνει πως διατηρείται η ιδιότητα κατόχου διεθνούς προστασίας έως και την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί του ζητήματος. Οι Καθ’ ων η αίτηση προωθούν πως τέτοια θέση δεν προβλέπεται στην νομοθεσία (άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ) απορρίπτοντας τη θέση του Αιτητή και προσθέτουν πως ακόμη κι αν υφίστατο τέτοιο ανασταλτικό αποτέλεσμα, αυτό δεν ισχύει σε περιπτώσεις κινδύνου για την εθνική ασφάλεια και τη δημόσια τάξη, όπως η παρούσα.

 

Τονίζεται δε από την πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση ότι σημασία έχει ότι ο Αιτητής έχει κηρυχθεί παράνομος μετανάστης. Το ότι ο Αιτητής έχει συνάψει γάμο με Ευρωπαία πολίτη (υπήκοος Βουλγαρίας) δεν επηρεάζει τη νομιμότητα του επίδικου διατάγματος κράτησης, σύμφωνα με τη συνήγορο των Καθ’ ων η αίτηση, καθότι δεν διαπιστώνεται πραγματική και ενεργή οικογενειακή ενότητα, κοινής διαμονής ή άλλων αντικειμενικών δεδομένων.

 

Τέλος, η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίστηκε ότι η διοίκηση αξιολόγησε συνολικά τις επί της ουσίας περιστάσεις της καταδίκης του Αιτητή και όχι αυτήν μεμονωμένα ώστε να καταλήξει ότι συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια. Η παρελθούσα ποινική συμπεριφορά αποτελεί κριτήριο για την αξιολόγηση της υπόθεσης, ώστε η διοίκηση να αποφανθεί ότι υπάρχει πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή στην περίπτωση του Αιτητή, προβαίνοντας σε εξατομικευμένη έρευνα για την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών. Επιπλέον, ο ισχυρισμός της συνηγόρου του Αιτητή περί παραβίασης των αρχών της αναλογικότητας και αναγκαιότητας είναι αβάσιμος και δεν ευσταθεί, καθώς τα ουσιαστικά γεγονότα δείχνουν πως οι Καθ’ ων η αίτηση ορθώς κατέληξαν στο ότι επί της παρούσης δεν ενδείκνυται η εφαρμογή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

Με την απαντητική της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή, υιοθετεί τα όσα κατέγραψε στη γραπτή της αγόρευση. Περαιτέρω, σχολιάζει το Παράτημα Α, το οποίο επισυνάπτεται στην γραπτή αγόρευση των Καθ’ ων η αίτηση, αναφορικά με την αρμοδιότητα της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης, και προωθεί πως από αυτό προκύπτει πως ενήργησε αναρμοδίως και καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Επαναλαμβάνει δε τη θέση της πως το Υπουργικό Συμβούλιο είναι το αρμόδιο όργανο. Η συνήγορος θεωρεί, επίσης, και επαναλαμβάνει ότι ο Αιτητής της παρούσας δεν εμπίπτει στην έννοια του «αιτητή ασύλου» παραθέτοντας νομολογία σχετικά με τη διάκριση αυτών από τα πρόσωπο των οποίων το καθεστώς διεθνούς προστασίας έχει ανακληθεί. Επίσης, επαναλαμβάνει τη θέση πως ο Αιτητής δεν πληροί τα κριτήρια περί επικινδυνότητας για τη δημόσια τάξη και εθνική ασφάλεια, αλλά και της μη τήρησης των αρχών της αναγκαιότητας και αναλογικότητας.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων τονίστηκε ιδιαίτερα το ζήτημα του κατά πόσον ο Αιτητής εξακολουθεί να θεωρείται αιτητής διεθνούς προστασίας ώστε να νομιμοποιείται η διοίκηση να χρησιμοποιήσει ως νομική βάση έκδοσης του επίδικου διατάγματος το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Προχωρώ αρχικά στην εξέταση του ζητήματος της αρμοδιότητας του αποφασίζοντος οργάνου, η οποία και προέχει, ως ζήτημα δημοσίας τάξεως συνυφασμένο με τη σύννομη λειτουργία της διοίκησης το οποίο ανατρέχει στη ρίζα της προσβαλλόμενης απόφασης και το οποίο δύναται να εξετασθεί και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314).

 

Αποτελεί θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή ότι η αρμοδιότητα έκδοσης του επίδικου διατάγματος ανήκει στο Υπουργικό Συμβούλιο. Υποστηρίζει δε ότι, εφόσον οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προσκόμισαν με την Ένστασή τους οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο περί εκχώρησης της σχετικής εξουσίας από το Υπουργικό Συμβούλιο προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, η αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε το επίδικο διάταγμα χρήζει δικαστικού ελέγχου.

 

Από την άλλη πλευρά, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση υποδεικνύει ότι η εν λόγω αρμοδιότητα δύναται νομίμως να εκχωρείται δυνάμει των διατάξεων του περί Εκχωρήσεως της Ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου Νόμου του 1962 (Ν. 23/62). Προς υποστήριξη της θέσης της προβάλλει ότι η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας ενεργούσε κατόπιν ρητής και νόμιμης εξουσιοδότησης του Υπουργικού Συμβουλίου και, προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, επισύναψε ως Παράρτημα Α της αγόρευσής της τις σχετικές εξουσιοδοτήσεις.

 

Το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να επανανοίξει την υπόθεση προς παροχή διευκρινίσεων επί του ζητήματος αυτού, καθότι, από τη μελέτη των εγγράφων που επισυνάφθηκαν στην αγόρευση των Καθ’ ων η αίτηση, δεν προέκυπτε εξουσιοδότηση της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας για την έκδοση διαταγμάτων κράτησης δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου. Αντιθέτως, όλες οι εξουσίες που είχαν εκχωρηθεί αφορούσαν αρμοδιότητες απορρέουσες από τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο, Κεφ. 105, και όχι από τον περί Προσφύγων Νόμο. Περαιτέρω, λαμβανομένων υπόψη των όσων αναφέρονται στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία (Υπηρεσία Ασύλου) ν. Gurdhian Singh, Έφεση αρ. 26/20, ημερομηνίας 10 Σεπτεμβρίου 2024, σύμφωνα με την οποία το παρόν Δικαστήριο διαθέτει ευρείες εξουσίες σε ζητήματα διαδικασίας και απόδειξης, ασκώντας ρυθμιστικό ρόλο, κρίθηκε αναγκαία η περαιτέρω διερεύνηση του ζητήματος.

 

Κατά τη δικάσιμο της 28ης Ιουλίου 2026, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση προσκόμισε απόσπασμα των πρακτικών της συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 21 Απριλίου 2026, από το οποίο προκύπτει ότι το Υπουργικό Συμβούλιο, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 3 του περί Εκχωρήσεως της Ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου Νόμου του 1962, αποφάσισε να εξουσιοδοτήσει τον Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης να ασκεί, μεταξύ άλλων, τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2), (3), (6), (7), (8) και (18) του περί Προσφύγων Νόμου. Στα ίδια πρακτικά καταγράφεται επίσης απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως να προβεί στη δημοσίευση της σχετικής γνωστοποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση, η εν λόγω γνωστοποίηση δεν δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.  Η συνήγορος του Αιτητή δήλωσε στο Δικαστήριο ότι έχει ικανοποιηθεί από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν για την αρμοδιότητα που είχε η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης για την έκδοση του επίδικου διατάγματος.

 

Αρχικά παρατηρώ ότι η εκχώρηση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με το εδάφιο (4) του  άρθρου 17 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 (στο εξής: N. 158(I)/1999) καθώς η εν λόγω διάταξη δεν αποκλείει την εκχώρηση εξουσιών όπου υπάρχει ρητή διάταξη του νόμου που να το επιτρέπει. Ο Ν. 158(I)/1999 δεν αποκλείει η νομική βάση για την εκχώρηση να περιλαμβάνεται σε νόμο διαφορετικό από αυτόν από τον οποίο απορρέουν οι εκχωρηθείσες εξουσίες, όπως εν προκειμένω, καθότι οι εξουσίες απορρέουν από τον περί Προσφύγων Νόμο ενώ η νομική βάση εντοπίζεται στον περί Εκχωρήσεως της Eνασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου Νόμου του 1962.  Σύμφωνα δε με το άρθρο 3(3) του περί Εκχωρήσεως της Eνασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου Νόμου του 1962:

«Από της ημερομηνίας oιασδήπoτε αποφάσεως ληφθείσης δυνάμει του εδαφίου (1) ή εξoυσιoδoτήσεως δοθείσης δυνάμει του εδαφίου (2) ή, αναλόγως της περιπτώσεως, από της ημερομηνίας της καθoριζoμέvης εν τη τοιαύτη αποφάσει ή εξoυσιoδoτήσει, o Υπουργός, o Αvεξάρτητoς Αξιωματoύχoς, ή ετέρα αρχή ή το διά τοιαύτης πράξεως εξoυσιoδoτηθέv πρόσωπον κέκτηται εξoυσίαv ενασκήσεως των εξουσιών των απoρρεoυσώv εκ τιvoς Νόμου, ως εν τοις ανωτέρω.»

 

Ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα αναγκαιότητας δημοσίευσης της εξουσιοδότησης αφού η Διευθύντρια είχε εξουσία από την ημερομηνία που λήφθηκε η απόφαση εκχώρησης των ανωτέρω εξουσιών. Ούτε από τον περί Προσφύγων Νόμο προκύπτει οποιαδήποτε αναγκαιότητα δημοσίευσης της δοθείσας εκ του Υπουργικού Συμβουλίου εξουσιοδότησης προς τον Διευθυντή Τμήματος Μετανάστευσης. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της συνηγόρου του Αιτητή δεν επεκτάθηκε εντέλει σε μη δημοσίευση αυτής της εξουσιοδότησης. Ο ισχυρισμός, συνεπώς, περί αναρμοδιότητας του προσώπου που εξέδωσε το επίδικο διάταγμα κράτησης απορρίπτεται.

 

Πριν εξετάσω τους λοιπούς ισχυρισμούς και/ή λόγους ακυρώσεως που προωθήθηκαν από τη συνήγορο του Αιτητή σε σχέση με το επίδικο διάταγμα κράτησης, δέον να σημειωθεί ότι το δικαίωμα της ελευθερίας προστατεύεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ρητά τις περιπτώσεις όπου δικαιολογείται η στέρησή του, σύμφωνα πάντα με το Νόμο. Ο περί Προσφύγων Νόμος προβλέπει στο άρθρο 9ΣΤ(2) εξαντλητικά τους λόγους για τους οποίους αιτητής ασύλου μπορεί να τεθεί υπό κράτηση. Αναφέρεται στο ίδιο άρθρο, ότι διάταγμα κράτησης μπορεί να εκδοθεί, εκτός και εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα και εφόσον κρίνεται αναγκαίο κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης.

 

Στο σημείο αυτό, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην αιτιολογία που έχει προταθεί για σκοπούς υποστήριξης της έκδοσης του επίδικου διατάγματος, παραθέτοντας το αυτούσιο:

 

«ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΙ (2000-2025)

ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ

ΕΠΕΙΔΗ ο Α.Α.Κ. υπήκοος ΣΥΡΙΑΣ, είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι

ο Α.Α.Κ. κρατείται όταν απαιτείται για την προστασία την εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης/ασφάλειας, καθώς ο αλλοδαπός καταδικάστηκε για τα αδικήματα της υποβοήθησης της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτώ των 3,5 ετών.

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο Α.Α.Κ. να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 9ΣΤ(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2025), καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2025), καθότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:

1. ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενη απόφαση επιστροφής.

2. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης.

3. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένη/ος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων (Δ), (Κ) του εδαφίου (1) του Άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952 – 2025), έχει συλληφθεί και εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ. 22/04/2026.

4. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτηση για Διεθνή Προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.

ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνουν στο Υπουργικό Συμβούλιο το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2025) και το άρθρο 188.3(γ) του Συντάγματος, οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, με το παρόν διατάσσω όπως ο Α.Α.Κ. ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης που αναφέρονται πιο πάνω.

Με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεση του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.

ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 5η ημέρα του Μαΐου 2026».

(στην ανωτέρω παράθεση το Δικαστήριο παρέθεσε τα αρχικά και όχι το ονοματεπώνυμο του Αιτητή).

 

Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, παρατηρώ ότι το επίδικο διάταγμα κράτησης εκδόθηκε κατ' επίκληση της παραγράφου (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου. Το εν λόγω άρθρο θέτει ως λόγο για την επιβολή κράτησης αιτητή όταν αυτή απαιτείται για την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης.

 

Τόσο στις αγορεύσεις τους όσο και κατά την ακρόαση της υπόθεσης, λεπτομερή επιχειρήματα έχουν τεθεί και από τις δύο πλευρές σε σχέση με το καθεστώς του Αιτητή.  Συγκεκριμένα, η συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι ο Αιτητής δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου αφού δεν εμπίπτει στην έννοια του αιτητή ασύλου.  Ανέφερε ότι ο Αιτητής είναι δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας, ότι το καθεστώς του έχει ανακληθεί και έχει ασκήσει την προσφυγή με αρ. 928/26 κατά της εν λόγω απόφασης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με ανασταλτικό αποτέλεσμα σύμφωνα με το άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.  Από την άλλη, η συνήγορος των Καθ’ων η αίτηση υποστήριξε ότι το εν λόγω επιχείρημα είναι νομικά εσφαλμένο και στηρίζεται σε αποσπασματική ερμηνεία των προνοιών της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και του Νόμου.  Ο Αιτητής, σύμφωνα με την ίδια, δεν εξακολουθεί να απολαμβάνει το καθεστώς δικαιούχου διεθνούς προστασίας και είναι πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στο πλαίσιο διαδικασιών διεθνούς προστασίας και δύναται να κρατείται δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(ε) ενόψει του ότι αποτελεί κίνδυνο για την δημόσια ασφάλεια λόγω της σοβαρότητας των ποινικών αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε.

 

Προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει επί της νομιμότητας του διατάγματος κράτησης και ειδικότερα να κρίνει κατά πόσον έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση, πρέπει ουσιαστικά να απαντήσει στο εξής ερώτημα:

πρόσωπο το οποίο είχε ήδη αποκτήσει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και του οποίου η ανάκληση δεν έχει ακόμη καταστεί τελική λόγω εκκρεμούσης προσφυγής κατά της απόφασης ανάκλησης, μπορεί στο μεταξύ να τεθεί υπό κράτηση ως προβλέπεται στην Οδηγία 2013/33/ΕΕ και στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου ως αιτητής διεθνούς προστασίας κατά την έννοια της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και του περί Προσφύγων Νόμου;

 

Υπενθυμίζω ότι ο Αιτητής στην παρούσα προσφυγή, είναι δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας από 05/02/2014, του οποίου το καθεστώς ανακλήθηκε με απόφαση ημερομηνίας 09/04/2026 (λήψη γνώσης 20/04/2026) στη βάση των άρθρων 5(2)(δ)[1] και 5(4)(β)[2] του περί Προσφύγων Νόμου[3], ήτοι ότι αφότου του χορηγήθηκε το καθεστώς, διαπιστώθηκε ότι εμπίπτει στην περίπτωση αποκλεισμού περί κινδύνου για την κυπριακή κοινωνία ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας. Ο Αιτητής έχει προσφύγει κατά της προαναφερθείσας απόφασης ανάκλησης με την προσφυγή υπ’αρ. 928/26, η οποία βρίσκεται ακόμα υπό εξέταση, έχοντας ανασταλτικό αποτέλεσμα επί της εκεί προσβαλλόμενης απόφασης. Αυτό αναφέρεται και στο διάταγμα απέλασης που εκδόθηκε μαζί με το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης («η απόφαση επιστροφής και το διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης αναστέλλονται είτε μέχρι την πάροδο της προθεσμίας προσφυγής κατά της ανάκλησης, ή, σε περίπτωση που αυτή ασκηθεί, μέχρι την έκδοση πρωτόδικης απόφασης του ΔΔΔΠ»), καθώς και στην επιστολή ημερομηνίας 05/05/2026 με την οποία ο Αιτητής ενημερώθηκε ότι το διάταγμα απέλασης αναστέλλεται «για όσο διαρκεί η προσφυγή του ενώπιον του ΔΔΔΠ» (Παράρτημα 8 Ένστασης).

 

Το ερώτημα αυτό τοποθετείται μεταξύ της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η οποία ρυθμίζει τους όρους χορήγησης και λήξης ή ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, και των Οδηγιών 2013/33/ΕΕ και 2013/32/ΕΕ, οι οποίες προβλέπουν τις περιοριστικές περιπτώσεις όπου δύναται αιτητής να τεθεί υπό κράτηση και κατοχυρώνεται το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής.

 

Είναι χρήσιμο να αναφερθώ στις σχετικές πρόνοιες των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και του περί Προσφύγων Νόμου:

 

Βάσει του ερμηνευτικού άρθρου 2 του περί Προσφύγων Νόμου, οι ακόλουθοι όροι έχουν επεξηγηθεί ως ακολούθως:

“αίτηση" σημαίνει αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας υποβληθείσα από αιτητή ο οποίος δεν αιτείται ρητά να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας δυνάμενη να ζητηθεί αυτοτελώς·

"αιτητής" σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και η ιδιότητα αυτή ισχύει για την περίοδο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι τη λήψη τελικής απόφασης σε σχέση με την αίτηση αυτή· η έννοια του αιτητή περιλαμβάνει και ανήλικο·

"τελική απόφαση" σημαίνει απόφαση η οποία ορίζει κατά πόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή ως πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του παρόντος Νόμου και -

(α) έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για άσκηση προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά της εν λόγω απόφασης, ή

(β) ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή και εκδόθηκε πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επ' αυτής, ανεξάρτητα από το αν μέσω της άσκησης τέτοιας προσφυγής ο αιτητής αποκτά τη δυνατότητα να παραμένει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές μέχρις ότου εκδοθεί η σχετική δικαστική απόφαση·

 

«ανάκληση διεθνούς προστασίας» σημαίνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες αποφάσεις του Προϊσταμένου:

«(α) απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 5∙

[…]”

 

Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ:

«β)   «αίτηση διεθνούς προστασίας» ή «αίτηση»: η αίτηση παροχής προστασίας από κράτος μέλος που υποβάλλει υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ότι αιτείται καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας και ο οποίος δεν αιτείται ρητώς να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2011/95/ΕΕ, δυναμένη να ζητηθεί αυτοτελώς·

 

γ)   «αιτών»: ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση·

[…]

ε)   «τελεσίδικη απόφαση»: η απόφαση που ορίζει κατά πόσον χορηγείται στον υπήκοο τρίτης χώρας ή στον ανιθαγενή, καθεστώς πρόσφυγα ή επικουρικής προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και η οποία δεν υπόκειται πλέον σε άσκηση ένδικου μέσου στο πλαίσιο του κεφαλαίου V της παρούσας οδηγίας, ασχέτως εάν με την άσκηση τέτοιου ένδικου μέσου οι αιτούντες αποκτούν τη δυνατότητα να παραμένουν στα εν λόγω κράτη μέλη μέχρις ότου εκδοθεί η σχετική απόφαση·

ιε)   «ανάκληση διεθνούς προστασίας»: η απόφαση της αρμόδιας αρχής να ανακαλέσει, να τερματίσει ή να αρνηθεί να ανανεώσει το καθεστώς πρόσφυγα ή επικουρικής προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ·

 

Σύμφωνα με το άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και σε σχέση με το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής:

 

«1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά των ακόλουθων αποφάσεων:

 

α) απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, περιλαμβανομένων των αποφάσεων:

i) με τις οποίες κρίνουν αίτηση ως αβάσιμη όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα και/ή το καθεστώς επικουρικής προστασίας,

ii) με τις οποίες η αίτηση κρίνεται ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2,

iii) που λαμβάνονται στα σύνορα ή τις ζώνες διέλευσης κράτους μέλους όπως περιγράφεται στο άρθρο 43 παράγραφος 1,

 

iv) να μη διεξαχθεί εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 39·

 

β) άρνηση να αρχίσει εκ νέου η εξέταση της αίτησης η οποία σταμάτησε σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 28·

 

γ) απόφαση ανάκλησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 45.

 

[…]

3.   Προκειμένου να τηρούν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ, τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες άσκησης ένδικου μέσου ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.»

 

 

Στην Οδηγία 2011/95/ΕΕ αναφορικά με το δικαίωμα ανάκλησης:

Άρθρο 16

Παύση της επικουρικής προστασίας

“1.   Ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής παύει να δικαιούται επικουρικής προστασίας όταν οι περιστάσεις οι οποίες οδήγησαν στην αναγνώριση του καθεστώτος επικουρικής προστασίας έχουν εκλείψει ή έχουν μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην απαιτείται πλέον προστασία.

[…]”

 

Άρθρο 19

Ανάκληση, τερματισμός ή άρνηση ανανέωσης του καθεστώτος επικουρικής προστασίας

«1.  Όσον αφορά αιτήσεις διεθνούς προστασίας οι οποίες υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2004/83/ΕΚ, τα κράτη μέλη ανακαλούν, τερματίζουν ή αρνούνται να ανανεώσουν το καθεστώς επικουρικής προστασίας ενός υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς, το οποίο χορηγήθηκε από κυβερνητικό, διοικητικό, δικαστικό ή οιονεί δικαστικό όργανο, εφόσον το πρόσωπο αυτό παύσει να δικαιούται επικουρικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 16.

[…]

4.   Με την επιφύλαξη του καθήκοντος του υπηκόου τρίτης χώρας ή του ανιθαγενούς, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1, να αποκαλύπτει κάθε σχετικό στοιχείο και να προσκομίζει κάθε σχετικό έγγραφο το οποίο έχει στη διάθεσή του, το κράτος μέλος το οποίο έχει αναγνωρίσει το καθεστώς επικουρικής προστασίας καταδεικνύει σε εξατομικευμένη βάση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει παύσει να δικαιούται ή δεν δικαιούται επικουρική προστασία σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου.».

 

 

Στο σημείο αυτό χρειάζεται να διακριθούν δύο διαφορετικές έννοιες:

1.   Η ουσιαστική ιδιότητα του δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

2.   Η διαδικαστική ιδιότητα του αιτητή (applicant).

 

Η αίτηση που υποβάλλεται από αιτητή, όπως προκύπτει από την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και της αντίστοιχης εθνικής νομοθεσίας, αφορά αποκλειστικά την αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, είτε υπό τη μορφή του καθεστώτος πρόσφυγα είτε υπό τη μορφή της συμπληρωματικής προστασίας. Υπό την έννοια αυτή, η ιδιότητα του «αιτητή» διατηρείται μόνο μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, ήτοι απόφασης με την οποία κρίνεται οριστικά αν ο ενδιαφερόμενος δικαιούται διεθνή προστασία και η οποία δεν υπόκειται πλέον σε άσκηση ένδικου μέσου κατά τα προβλεπόμενα στο Κεφάλαιο V της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.

 

Αντιθέτως, η διαδικασία ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας αποτελεί αυτοτελή διοικητική διαδικασία, η οποία δεν αφορά την αρχική εξέταση της αίτησης αλλά την εκ των υστέρων επανεξέταση της συνέχισης των προϋποθέσεων διατήρησης του καθεστώτος. Ως εκ τούτου, η προσφυγή που ασκείται κατά απόφασης ανάκλησης δεν συνιστά ούτε δύναται να εκληφθεί ως ένδικο μέσο κατά της αρχικής θετικής απόφασης αναγνώρισης διεθνούς προστασίας. Αντικείμενο της δικαστικής διαδικασίας τέτοιας προσφυγής είναι αποκλειστικά η νομιμότητα της μεταγενέστερης απόφασης ανάκλησης.

 

Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης και από την άποψη του εννόμου συμφέροντος. Το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος στη διαδικασία ανάκλησης θεμελιώνεται αποκλειστικά στη δυσμενή μεταβολή της έννομης κατάστασής του, η οποία επήλθε με την έκδοση της πράξης ανάκλησης και την απώλεια του ήδη αναγνωρισμένου καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Δεν εκτείνεται ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι αναβιώνει ως προς την αρχική απόφαση χορήγησης καθεστώτος. Συνεπώς, ο προσφεύγων δεν επιδιώκει, ούτε έχει έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της αρχικής θετικής απόφασης, αλλά μόνο να επιτύχει τον έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας της μεταγενέστερης απόφασης ανάκλησης.

 

Η ερμηνεία αυτή συνάδει και με τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου που διέπουν τον ακυρωτικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Κάθε διοικητική πράξη αποτελεί αυτοτελές αντικείμενο δικαστικού ελέγχου και το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος προσδιορίζεται σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη πράξη που τον θίγει. Επομένως, στην περίπτωση προσφυγής κατά απόφασης ανάκλησης, το Δικαστήριο περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της συγκεκριμένης πράξης, χωρίς να επανεξετάζει τη νομιμότητα ή την ορθότητα της αρχικής απόφασης αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.  Περαιτέρω, η ανωτέρω ερμηνεία είναι συμβατή και με την αρχή της μη χειροτέρευσης (reformatio in peius), καθόσον η άσκηση ένδικου μέσου από τον δικαιούχο αποσκοπεί αποκλειστικά στην άρση της δυσμενούς διοικητικής πράξης που ανακάλεσε το καθεστώς του και δεν μπορεί να οδηγήσει σε επανεξέταση ή αμφισβήτηση της ήδη ευνοϊκής και οριστικής πράξης με την οποία του είχε αρχικά χορηγηθεί διεθνής προστασία.

 

Κατά συνέπεια, το αντικείμενο της προσφυγής εξαντλείται αποκλειστικά στη νομιμότητα της απόφασης ανάκλησης, η οποία και αποτελεί τη μόνη εκτελεστή διοικητική πράξη που θίγει άμεσα και ενεστώτως τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα του προσφεύγοντος.  Τέτοιο ένδικο μέσο συνεπάγεται επίσης ανασταλτικό αποτέλεσμα, το οποίο όπως ερμηνεύτηκε σε νομολογία του ΔΕΕ σημαίνει ότι η εκτέλεση της απόφασης επιστροφής/απέλασης αναστέλλεται, είτε όπου προνοείται αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα είτε στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο αναγνωρίζει δικαίωμα παραμονής μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής (βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-181/16, Gnandi, ημερομηνίας 19 Ιουνίου 2018).

 

Συνεπάγεται κατά την άποψή μου, ότι όταν έχει χορηγηθεί καθεστώς και στη συνέχεια αυτό ανακαλείται και η απόφαση αυτή προσβάλλεται στο Δικαστήριο, το πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί καθεστώς δεν καθίσταται εκ νέου αιτητής.  Αντίθετα, είναι δικαιούχος διεθνούς προστασίας, του οποίου εξετάζεται η ανάκληση του καθεστώτος.  Η δε Οδηγία 2011/95/ΕΕ που προβλέπει στα άρθρα 14 και 16 τις περιπτώσεις ανάκλησης, τερματισμού και παύσης καθεστώτος (πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας αντίστοιχα) δεν αναφέρεται στα εν λόγω πρόσωπα ως αιτητές αλλά αντίστοιχα ως υπηκόους τρίτης χώρας ή ενδιαφερόμενους.   

 

Το δε πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ (βλ. άρθρο 3) διαχωρίζει ρητώς τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας και την ανάκληση διεθνούς προστασίας. Ακόμα και στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 διαχωρίζει τους αιτητές από τους πρόσφυγες και τα πρόσωπα που δικαιούνται επικουρική προστασία (βλ. Άρθρο 2 (ζ) και (η)) και παραθέτει ξεχωριστή ερμηνεία για τον όρο ανάκληση (βλ. Άρθρο 2(ιε)).

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν κράτος μέλος αποφασίσει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παράγραφοι 4 ή 5 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, να ανακαλέσει το καθεστώς πρόσφυγα ή να μην το χορηγήσει, ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής στερείται ή χάνει το συγκεκριμένο καθεστώς και, συνακόλουθα, τα δικαιώματα και τα πλεονεκτήματα που απορρέουν ειδικώς από αυτό. Ωστόσο, η επέλευση των ανωτέρω έννομων συνεπειών προϋποθέτει την οριστικοποίηση της σχετικής διοικητικής διαδικασίας και την περάτωση του προβλεπόμενου δικαστικού ελέγχου, όταν ο ενδιαφερόμενος έχει ασκήσει το προβλεπόμενο από τον νόμο ένδικο βοήθημα κατά της απόφασης ανάκλησης. Στην παρούσα υπόθεση, η νομιμότητα της απόφασης ανάκλησης αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούς ακυρωτικής προσφυγής, με αποτέλεσμα η οριστική κρίση ως προς τη διατήρηση ή μη του καθεστώτος διεθνούς προστασίας να εξαρτάται από την έκδοση της δικαστικής απόφασης.  Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στις  συνεκδικαζόμενες υποθεσεις του ΔΕΕ, C-391/16, C-77/17 and C-78/17, M v Ministerstvo vnitra (C-391/16) and X (C-77/17), X (C-78/17) v Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, ημερομηνίας 14 Μαίου 2019, τα πρόσωπα αυτά αποκτούν ή διατηρούν πρόσβαση σε ορισμένα δικαιώματα τα οποία προβλέπονται από τη Σύμβαση της Γενεύης (πρβλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2015, H. T., C 373/13, EU:C:2015:413, σκέψη 71), στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι έχουν ή διατηρούν την ιδιότητα του πρόσφυγα κατά την έννοια, ειδικότερα, του άρθρου 1Α, της ως άνω Συμβάσεως, ανεξαρτήτως της ανάκλησης ή της άρνησης χορήγησης του καθεστώτος (βλ. Σκεψη 100).

 

Έχοντας ως βάση τα ανωτέρω, επιστρέφω στο επίδικο θέμα της παρούσας, που είναι κατά πόσον ο Αιτητής θεωρείται αιτητής διεθνούς προστασίας για σκοπούς εφαρμογής της έννοιας της κράτησης σύμφωνα με τον περί Προσφύγων Νόμο.  Καθοδήγηση θα αντλήσω και από άλλα άρθρα (πέραν της ερμηνείας των όρων που προβλέπουν τα νομοθετήματα) στη βάση τελεολογικής και συστηματικής ερμηνείας.

 

Σύμφωνα με το προοίμιο της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ:

 

«(15) Η κράτηση των αιτούντων θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι ένα πρόσωπο δεν θα πρέπει να κρατείται απλώς και μόνον επειδή επιζητεί διεθνή προστασία, ιδίως σύμφωνα με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών και το άρθρο 31 της σύμβασης της Γενεύης. Η κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης. Σε περίπτωση που ένας αιτών τελεί υπό κράτηση, ο αιτών θα πρέπει να έχει αποτελεσματική πρόσβαση στις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον εθνικής δικαστικής αρχής.

 

(16) Όσον αφορά τις διοικητικές διαδικασίες που συνδέονται με τους λόγους κράτησης, η έννοια της «δέουσας επιμέλειας» τουλάχιστον υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν συγκεκριμένα και ουσιαστικά μέτρα για να εξασφαλιστεί ότι ο χρόνος που απαιτείται για την επαλήθευση των λόγων κράτησης είναι όσο το δυνατόν συντομότερος και ότι υπάρχει πραγματική προοπτική η εξακρίβωση αυτή να μπορεί να γίνει με επιτυχία το συντομότερο δυνατόν. Ο χρόνος κράτησης δεν πρέπει να υπερβαίνει τον χρόνο που εύλογα απαιτείται για την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών.»

 

Το άρθρο 8 – Κράτηση προβλέπει τα ακόλουθα:

 

«1.   Τα κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε κράτηση ένα πρόσωπο απλώς και μόνο διότι είναι αιτών σύμφωνα με την οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (8).

 

2.   Εφόσον κρίνεται αναγκαίο, και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, τα κράτη μέλη μπορούν να θέσουν αιτούντα υπό κράτηση, εάν δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα.

 

3.   Ο αιτών μπορεί να υποβληθεί σε κράτηση μόνο:

 

α)προκειμένου να διαπιστωθεί ή να επαληθευτεί η ταυτότητα ή η υπηκοότητά του,

 

β)προκειμένου να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτούντος,

 

γ)για να αποφασιστεί, στο πλαίσιο διαδικασίας, το δικαίωμα του αιτούντος για είσοδο στο έδαφος,

 

δ)όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (9), προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή και/ή να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι σε θέση να τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο ασκεί αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής,

 

ε) όταν απαιτείται για την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης,

 

στ) σύμφωνα με το άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (10).»

 

 

Εξετάζοντας το σύνολο των λόγων κράτησης που προβλέπονται περιοριστικά από τη σχετική διάταξη, προκύπτει ότι, πλην του λόγου που αφορά την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης, κανένας από τους λοιπούς λόγους δεν δύναται, κατά την ορθή ερμηνεία της διάταξης και υπό το φως της νομολογίας του ΔΕΕ σε σχέση με το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσφυγής που ασκήθηκε κατά απόφασης ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως ανωτέρω αναλύθηκε, να εφαρμοστεί σε πρόσωπο στο οποίο είχε ήδη χορηγηθεί διεθνής προστασία και η προστασία αυτή μεταγενέστερα ανακλήθηκε.

 

Ειδικότερα, οι υπόλοιποι λόγοι κράτησης είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο που καταδεικνύει ότι αφορούν αποκλειστικά πρόσωπα των οποίων η αίτηση διεθνούς προστασίας τελεί ακόμη υπό εξέταση. Τούτο προκύπτει τόσο από το γράμμα όσο και από τον σκοπό των επιμέρους περιπτώσεων, οι οποίες αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στην ανάγκη διαπίστωσης ή εξακρίβωσης της ταυτότητας ή της ιθαγένειας του αιτητή, στον προσδιορισμό των στοιχείων πάνω στα οποία βασίζεται η αίτηση, καθώς και στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η αίτηση υποβάλλεται αποκλειστικά προς καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της εκτέλεσης απόφασης επιστροφής. Όλοι οι λόγοι αυτοί προϋποθέτουν, εκ της φύσεώς τους, την ύπαρξη εκκρεμούς διαδικασίας εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας και δεν μπορούν να περιλαμβάνουν πρόσωπα για τα οποία η διαδικασία αυτή έχει ήδη ολοκληρωθεί με την αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Υπό το πρίσμα αυτό, η συστηματική και τελεολογική ερμηνεία της διάταξης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το άρθρο δεν προορίζεται να εφαρμοστεί σε δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας, του οποίου το καθεστώς ανακλήθηκε, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Η ιδιότητα του αιτητή διεθνούς προστασίας, η οποία αποτελεί κοινή προϋπόθεση εφαρμογής των περισσότερων λόγων κράτησης, έχει πλέον εκλείψει και δεν είναι επιτρεπτό να αναβιώνει αποκλειστικά για σκοπούς κράτησης.

 

Εξάλλου, αντίθετη ερμηνευτική προσέγγιση θα είχε ως αποτέλεσμα την αποσπασματική εφαρμογή της διάταξης, με την απομόνωση ενός μόνο λόγου κράτησης από το συνολικό κανονιστικό της πλαίσιο και την επέκταση της εφαρμογής του σε κατηγορία προσώπων που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των λοιπών διατάξεων του ίδιου άρθρου. Μια τέτοια ερμηνεία δεν συνάδει ούτε με τη συστηματική συνοχή της νομοθεσίας, ούτε με την αρχή ότι οι διατάξεις που προβλέπουν περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας αποτελούν εξαιρετικές διατάξεις, οι οποίες ερμηνεύονται στενά και δεν επιδέχονται διασταλτική εφαρμογή πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπει ο νομοθέτης.

 

Ως εκ τούτου, βάσει των ανωτέρω, το άρθρο 8 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ και εν προκειμένω, η εναρμονιστική διάταξη του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου δεν μπορεί να αποτελέσει τη νομική βάση για την κράτησή του Αιτητή.  Για να είναι επιτρεπτή η κράτηση, αυτή πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις άλλου εφαρμοστέου νομικού καθεστώτος. Αυτό συνάδει και με την πρακτική που, συγκριτικά, φαίνεται να ακολουθούν άλλα κράτη μέλη, ως προκύπτει από τη νομολογία του ΔΕΕ, σε υποθέσεις που αφορούσαν πρόσωπα των οποίων το καθεστώς διεθνούς προστασίας είχε ανακληθεί. Από δε την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι, μετά την ανάκληση ή αφαίρεση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο δεν φαίνεται να είναι πλέον η Οδηγία 2013/33/ΕΕ, αλλά οι διατάξεις της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ.

 

Στην υπόθεση C-181/16 Gnandi[4], ημερομηνίας19ης Ιουνίου 2018, λέχθηκαν τα εξής:

«40 […]ο αιτών την παροχή διεθνούς προστασίας επιτρέπεται να παραμείνει στο κράτος μέλος, αποκλειστικά για τον σκοπό της διαδικασίας, μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση σε πρώτο βαθμό περί απορρίψεως της αιτήσεως διεθνούς προστασίας. Μολονότι η εν λόγω διάταξη ορίζει ρητώς ότι το δικαίωμα αυτό παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για τη χορήγηση άδειας διαμονής, ωστόσο από την αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας 2008/115, μεταξύ άλλων, προκύπτει ότι το εν λόγω δικαίωμα παραμονής αποκλείει το ενδεχόμενο να χαρακτηρισθεί η διαμονή αιτούντος διεθνή προστασία ως «παράνομη», κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, κατά το χρονικό διάστημα από της υποβολής της αιτήσεως παροχής διεθνούς προστασίας έως την έκδοση της σε πρώτο βαθμό αποφάσεως επί της αιτήσεως αυτής.

 

41      Όπως συνάγεται άνευ αμφισημίας από το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85, το προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή δικαίωμα παραμονής παύει να υφίσταται με την έκδοση αποφάσεως σε πρώτο βαθμό περί απορρίψεως από την υπεύθυνη αρχή της αιτήσεως για την παροχή διεθνούς προστασίας. Ελλείψει δικαιώματος ή αδείας διαμονής που χορηγήθηκε στον ενδιαφερόμενο βάσει ετέρου νομικού ερείσματος, ιδίως δε βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115, και καθιστά δυνατό στον αιτούντα του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε να πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής και διαμονής στο οικείο κράτος μέλος, η απορριπτική αυτή απόφαση έχει ως συνέπεια ότι, ήδη από του χρόνου εκδόσεώς της, ο αιτών δεν πληροί πλέον τις εν λόγω προϋποθέσεις, οπότε η διαμονή του καθίσταται παράνομη».

 

59      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εκτός της περιπτώσεως κατά την οποία παρασχέθηκε δικαίωμα διαμονής ή χορηγήθηκε άδεια διαμονής, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115, ο υπήκοος τρίτης χώρας θεωρείται παρανόμως διαμένων, κατά την έννοια της οδηγίας 2008/115, ήδη από της εκ μέρους της υπεύθυνης αρχής απορρίψεως σε πρώτο βαθμό της αιτήσεώς του παροχής διεθνούς προστασίας, τούτο δε ανεξαρτήτως του αν επετράπη η παραμονή του εν αναμονή της εκδικάσεως της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της απορρίψεως αυτής. Ήδη από της απορρίψεως αυτής ή μαζί με αυτήν στο πλαίσιο της ιδίας διοικητικής πράξεως, μπορεί, επομένως, να εκδοθεί, καταρχήν, απόφαση περί επιστροφής σε βάρος του υπηκόου αυτού.

 

67      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2008/115, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με την οδηγία 2005/85 και με γνώμονα την αρχή της μη επαναπροωθήσεως και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, που κατοχυρώνονται με το άρθρο 18, το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιβαίνει σε αυτήν η έκδοση αποφάσεως περί επιστροφής, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος υπέβαλε αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, ήδη από της εκ μέρους της υπεύθυνης αρχής απορρίψεως της αιτήσεως αυτής ή μαζί με αυτήν στο πλαίσιο της ιδίας διοικητικής πράξεως και, ως εκ τούτου, πριν από την εκδίκαση της ένδικης προσφυγής κατά της απορρίψεως αυτής, υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι το οικείο κράτος μέλος διασφαλίζει την αναστολή του συνόλου των εννόμων αποτελεσμάτων της αποφάσεως επιστροφής εν αναμονή της εκδικάσεως της προσφυγής αυτής, ότι ο αιτών αυτός δύναται, κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, να απολαύει των δικαιωμάτων που παρέχονται βάσει της οδηγίας 2003/9 και να προβάλει οποιαδήποτε μεταβολή των περιστάσεων η οποία επήλθε κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής περί επιστροφής και η οποία δύναται να έχει ουσιώδη σημασία για την εκτίμηση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου βάσει της οδηγίας 2008/115, ιδίως δε του άρθρου της 5, στοιχεία των οποίων η διακρίβωση απόκειται στο εθνικό δικαστήριο(υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).

 

Στην υπόθεση C-924/19 C-925/19 FMS,FNZ (C‑924/19 PPU) SA,SA junior (C-925/19)[5], ημερομηνίας 14 Μαΐου 2020, δεν είχε παρασχεθεί δικαίωμα ή άδεια παραμονής στους αιτούντες και, ως εκ τούτου, θεωρήθηκαν παρανόμως διαμένοντες κατά την Οδηγία 2008/115/ΕΚ ήδη από την πρωτοβάθμια απόρριψη του αιτήματος ασύλου τους (παρ. 210 της απόφασης). Περαιτέρω, οι διοικητικές αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αιτήσεις ασύλου τους επικυρώθηκαν με δικαστικές αποφάσεις, επομένως αυτοί μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να τεθούν υπό κράτηση με σκοπό την απομάκρυνση, εφόσον τηρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις που προβλέπει η οδηγία 2008/115 (παρ. 211 απόφασης). Στη συνέχεια, ένας εκ των αιτητών υπέβαλε νέα αίτηση ασύλου η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, απόρριψη κατά της οποίας προσέφυγε στη συνέχεια. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του ΔΕΕ, «ο εν λόγω προσφεύγων πρέπει, από την ημέρα που υπέβαλε νέα αίτηση ασύλου, να θεωρηθεί και πάλι αιτών διεθνή προστασία ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2013/32 και 2013/33. Εξάλλου, πρέπει να προστεθεί ότι, ακόμη και αν εμπίπτει, από την ημέρα που απορρίφθηκε η αίτηση ασύλου του σε πρώτο βαθμό, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/115, ο προσφεύγων αυτός δεν μπορεί να τεθεί υπό κράτηση δυνάμει του άρθρου 15 της οδηγίας αυτής ενόσω εκκρεμεί η προσφυγή που άσκησε κατά της εν λόγω απόρριψης (απόφαση της 19ης Ιουνίου 2018, Gnandi, C‑181/16, EU:C:2018:465, σκέψεις 61 και 62)» (σκέψη 213, υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).

 

Στην υπόθεση Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl (C-663/21) ημερομηνίας 6 Ιουλίου 2023, η οποία εκδόθηκε παράλληλα με τις αποφάσεις στις υποθέσεις C-8/22 και C-402/22, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα, δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 4 της Οδηγίας 2011/95, είναι απόφαση διακριτή από τη διαδικασία επιστροφής και απομάκρυνσης. Τόνισε ότι η απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας προϋποθέτει επιπλέον την έκδοση απόφασης επιστροφής, σύμφωνα με τις ουσιαστικές και διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει η Οδηγία 2008/115ΕΚ, η οποία ορίζει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 5 ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την εφαρμογή της οδηγίας αυτής, να τηρούν την αρχή της μη επαναπροώθησης (βλ. σκέψεις 38-41).

 

Η ως άνω νομολογία παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία, καθόσον το Δικαστήριο, μολονότι εξέτασε τις έννομες συνέπειες της ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και τη σχέση αυτής με τη διαδικασία επιστροφής, ουδόλως θεώρησε ότι, μετά την ανάκληση του καθεστώτος, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο αποκτά εκ νέου την ιδιότητα του «αιτητή» κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο β΄ της Οδηγίας 2013/33. Αντιθέτως, τονίστηκε η προστασία που παρέχεται σε δικαιούχο διεθνούς προστασίας  του οποίου το καθεστώς ανακλήθηκε, και αξιολογήθηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις που πρέπει να παρέχονται σε περίπτωση επιστροφής.

 

Περαιτέρω, η ίδια προσέγγιση επιβεβαιώνεται και από μεταγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, στην υπόθεση HG κατά Minister van Asiel en Migratie (C-202/25), απόφαση ημερομηνίας 26 Μαρτίου 2026, η οποία αφορά προδικαστική παραπομπή από το Raad van State των Κάτω Χωρών, τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ανάκληση του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, την έκδοση απόφασης επιστροφής και την αλληλεπίδραση της διαδικασίας αυτής με την αρχή της μη επαναπροώθησης. Είναι αξιοσημείωτο ότι το σύνολο της ανάλυσης αναπτύσσεται αποκλειστικά στο πλαίσιο της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, χωρίς οποιαδήποτε επίκληση ή εφαρμογή της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ.

 

Από την ανωτέρω ανάλυση, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη σε παρόμοιες περιπτώσεις εφαρμόζουν για σκοπούς κράτησης προσώπων των οποίων ανακλήθηκε το καθεστώς διεθνούς προστασίας είτε την Οδηγία 2008/115/ΕΚ είτε την οικεία εθνική νομοθεσία περί μετανάστευσης.  

 

Καταλήγω, συνεπώς, ότι η επίκληση του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου ως νομικής βάσης για την έκδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης είναι εσφαλμένη, καθόσον η Διοίκηση δεν νομιμοποιείται να διατάσσει την κράτηση του Αιτητή υπό την ιδιότητά του ως αιτητή διεθνούς προστασίας, στοιχείο που αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση έκδοσής του. Το παρόν διάταγμα εκδόθηκε παράνομα και καθ’ υπέρβαση εξουσίας, αφού το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου δεν εφαρμόζεται υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και ως εκ τούτου ακυρώνεται. 

 

Υπό το φως των όσων έχουν αναλυθεί ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται €2.000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] «(2) Αιτητής αποκλείεται από το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σε περίπτωση που υπάρχουν σοβαροί λόγοι ότι-(δ) συνιστά κίνδυνο για την κυπριακή κοινωνία ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας∙»

[2] «(β) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Προϊστάμενος διαπιστώσει, μετά τη χορήγηση σε πρόσωπο του καθεστώτος της συμπληρωματικής προστασίας, ότι το πρόσωπο αυτό ενέπιπτε ή εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο εδάφιο (2), με αιτιολογημένη απόφασή του, ανακαλεί το εν λόγω καθεστώς

[3] Οι διατάξεις αυτές ενσωματώνουν το άρθρο 17 της Οδηγίας περί Αναγνώρισης 2011/95/ΕΕ, στην παράγραφο 3 του οποίου προβλέπεται ότι τα κράτη-μέλη ανακαλούν, τερματίζουν ή αρνούνται να ανανεώσουν το καθεστώς επικουρικής προστασίας ενός υπηκόου τρίτης χώρας ή ενός ανιθαγενούς, εάν:

α) αφού του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό, το εν λόγω πρόσωπο έπρεπε να είχε αποκλεισθεί ή αποκλείεται του δικαιώματος επικουρικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2, ήτοι μεταξύ άλλων λόγω του ότι «συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία ή για την ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται».

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο