ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 120/2025
24 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
G.A.A. από το Καμερούν
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Κ.Κουπαρή (κα), Δικηγόροι για τον Αιτητή.
Ε. Ιωάννου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
O Αιτητής παρών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 28/11/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 09/1/2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000 και είναι παράνομη, άκυρη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος. Επιπλέον, ζητά από το Δικαστήριο όπως εκδώσει νέα απόφαση δια της οποίας θα αναγνωριστεί ως πολιτικός πρόσφυγας ή άλλως να του χορηγηθεί συμπληρωματική προστασία η οποία αντικαθιστά την προσβαλλομένη απόφαση.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου που βρίσκονται ενώπιον μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν και στις 11/02/2020 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία, μέσω των κατεχόμενων εδαφών. Στη 25/11/2024 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 28/11/2024 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Στις 28/11/2024 ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Στις 09/01/2025 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν. Στις 15/01/2025 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, δια της δικηγόρου του, προβάλει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα, και οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται με την Γραπτή Αγόρευση.
Δια της αγόρευσης της δικηγόρου του ο Αιτητής προβάλλει ως νομικούς λόγους ακυρώσεως της επίδικης απόφασης τα ακόλουθα: Ως λόγο ακύρωσης της απόφασης επιστροφής πως παραβιάστηκε ο Κανονισμός του Δουβλίνου 604/2013, έλλειψη δέουσας έρευνας, πλάνη περί τον νόμο και κατάχρηση εξουσίας. Περαιτέρω, προβάλλει πως η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου λόγω παράβασης του δικαιώματος ακρόασης όπως διαφυλάσσεται στο άρθρο 30 Συντάγματος και άρθρα 13Α(7) και 18(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα προβάλλει πως δεν συμμετείχε ικανός διερμηνέας στη συνέντευξη του Αιτητή. Υποστηρίζει ότι η Υπηρεσία Ασύλου παραβίασε τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι προκύπτει καθυστέρηση 4 ετών για κλήση του αιτητή σε συνέντευξη ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση, και χωρίς ο αιτητής να λάβει καμία γραπτή ειδοποίηση για τους λόγους που ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί η συνέντευξη εντός της προθεσμίας των 6 μηνών, γεγονός που παραβιάζει τα δικαιώματα του αιτητή και οδηγεί σε ακυρότητα. Τέλος προβάλλει πως σε περίπτωση επιστροφής θα υποστεί απάνθρωπη, εξευτελιστική μεταχείριση εξαιτίας του ότι θεωρείται συνεργός για τους στρατιώτες και ότι στοχοποιείται ως αποσχιστής επειδή είναι αγγλόφωνος, και παραθέτει πληροφορίες από εξωτερικές πηγές ως προς τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης.
Οι Καθ' ων η αίτηση αντικρούουν έκαστο ισχυρισμό και υποβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη, έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Η συνήγορος του Αιτητή, καταχώρησε στις 12/06/2025, αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, με σκοπό να προσκομίσει ιατρικά έγγραφα και/ή βεβαιώσεις προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι ο αιτητής ήταν θύμα κακοποίησης. Στις 02/07/2025, η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση αποδέχτηκε την υποβολή του Τεκμηρίου 3 και ακολούθως, η αίτηση προσαγωγής απεσύρθη από τη συνήγορο του αιτητή. Το Τεκμήριο 3 αποτελεί ιατρική βεβαίωση, ημερομηνίας 11/06/2025, από τoν Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας (ΟΚΥΠΥ), επί του οποίου καταγράφεται η διαπίστωση ουλών στο αντιβράχιο από πιθανό τραυματισμό με όπλο. Κατά τη δικαστική διαδικασία έγινε προσπάθεια προσκόμισης διαφόρων ιατρικών συνταγών και/ή παραπεμπτικών, τα οποία δεν έγιναν αποδεκτά.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, η συνήγορος του αιτητή αναφορικά με το Τεκμήριο 3, ανέφερε πως ο ιατρός επιβεβαιώνει πως ο αιτητής δέχθηκε πυροβολισμό και πως αυτό αποδεικνύει ανεπαρκή έρευνα από τον λειτουργό καθώς ο αιτητής το ανέφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του. Επιπλέον, ανέφερε πως ο αιτητή νοσηλεύτηκε στο ψυχιατρείο και πως ενόψει των ζητημάτων υγείας το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρώσει και να παραπέμψει την υπόθεση στην Υπηρεσία Ασύλου για εξέταση. Η συνήγορος των καθ’ ων αίτηση υποστηρίζει πως τα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής δεν μπορούν να ανατρέψουν την αξιοπιστία του αιτητή και ως προς τις ισχυριζόμενες πλημμέλειες από την πλευρά των καθ’ ων η αίτηση παραπέμπει στο πρακτικό της συνέντευξης του αιτητή, όπου αυτός ρητά δήλωσε πως δεν αντιμετωπίζει οιονδήποτε πρόβλημα υγείας. Ως προς τον ισχυριζόμενο πυροβολισμό είναι η θέση της πως ακόμα και εάν ο γιατρός διαπιστώσει πιθανότητες προέλευσης κάποιου τραύματος δεν μπορεί να εξακριβώσει ότι πραγματώθηκε σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας, τον χρόνο και τις συνθήκες.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Η συνήγορος του αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις ευρωπαϊκής και εγχώριας νομοθεσίας ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται.
Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς χαρακτηρίζονται οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της συνηγόρου του Αιτητή ως προς την παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης λόγω του ότι δεν υπήρχε διερμηνέας απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Ο Αιτητής στην αίτησή του για διεθνή προστασία δήλωσε ότι η αγγλική γλώσσα αποτελεί γλώσσα που κατανοεί (ερ. 2 του δ.φ.). Κατά την έναρξη της συνέντευξής του στην Υπηρεσία Ασύλου ενημερώθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό ότι σε περίπτωση που αντιμετωπίσει οποιαδήποτε δυσκολία στην κατανόηση ή στην επικοινωνία, να το δηλώσει (ερ. 51 του δ.φ.). Όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της συνέντευξης, τα οποία διαβάστηκαν στον Αιτητή στο τέλος της διαδικασίας (ερ. 39 του δ.φ.), ο Αιτητής συμφώνησε με το περιεχόμενο των όσων είχαν καταγραφεί και προέβη στην υπογραφή των πρακτικών. Ο Αιτητής ουδέποτε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και στο τέλος αυτής δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο ότι δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο των ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν, ενώ του είχε ζητηθεί να το πράξει σε αντίθετη περίπτωση. Απεναντίας, στο τέλος του εντύπου της συνέντευξης ο Αιτητής υπέγραψε το εξής περιεχόμενο (υπογράμμιση του Δικαστηρίου): « I the undersigned, confirm that all information in the transcript is true and accurate. I have fully understood in English language, which is a language that I fully understand, all the information provided by the competent officer regarding the asylum procedures, concerning my rights and obligations and the questions addressed to me. I confirm that the recorded responses accurately reflect my statements. Therefore, I declare that I do not wish to change any of my statements nor to question any of the information submitted in the interview.», βεβαιώνοντας πως η αγγλική συνιστά μία γλώσσα την οποία κατανοεί πλήρως ως επίσης ότι κατανόησε πλήρως τις ερωτήσεις οι οποίες του υποβλήθηκαν. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, αφ' ης στιγμής ήταν διασφαλισμένη η επικοινωνία σε γλώσσα που κατανοεί και ομιλεί ο Αιτητής, δεν υπήρχε υποχρέωση των Καθ' ων να παράσχουν διερμηνέα.
Ως προς τον ισχυρισμό αναφορικά με τον χρόνο που διέρρευσε από την υποβολή του αιτήματος του Αιτητή έως τη λήψη της συνέντευξης και εξέτασης του από την Υπηρεσία Ασύλου, καθώς και τον επηρεασμό των δικαιωμάτων του Αιτητή λόγω των συγκεκριμένων καθυστερήσεων, σημειώνω ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός εγείρεται αλυσιτελώς, καθώς δεν διαφαίνεται με ποιο τρόπο συγκεκριμένα επηρεάστηκαν δυσμενώς τα δικαιώματα του Αιτητή, και που έγκειται ζημιά, ιδίως ενόψει της κατάληξης περί μη υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. (Βλ. Προσφυγή αρ. 1458/2009, Postolachi Konstantin v. Δημοκρατίας δια Α.Α.Π., ημερ. 25.2.2021). Σε κάθε περίπτωση, δεδομένης της υφιστάμενης κατάστασης ως προς τον τεράστιο αριθμό αιτήσεων ασύλου που καλούνται οι αρχές της Δημοκρατίας να εξετάσουν και υπό το φως του άρθρου 13(7) του περί Προσφύγων Νόμου, τυχόν εύλογη καθυστέρηση εντός των επιτρεπόμενων από τον περί Προσφύγων Νόμο ορίων είναι σύννομη και αποδεκτή.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα κρίνω ότι είναι γενικός και αόριστος και δεν γίνεται οποιοδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα που αφορούν τον Αιτητή.
Όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.
Κατά την υποβολή της αίτησής του για χορήγηση διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, λόγω της πολιτικής ανασφάλειας - κρίσης που υπάρχει (ερ.1 του δ.φ.)
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του, δήλωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Kumba της Νοτιοδυτικής περιφέρειας, ακολούθως από το έτος 2006 έως το 2010 διέμενε στη Douala και από το έτος 2015 έως 2019 διέμενε στη πόλη Yaounde και στη συνέχεια στη πόλη Mamfe, όπου ήταν η περιοχή διαμονής του μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα του (ερ. 49-χ3 του δ.φ.). Δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος τεχνικός (ερ. 47-χ2, 46-χ1 του δ.φ.). Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε άγαμος, ο πατέρας του απεβίωσε το 2023 και η μητέρα του διαβιεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και δεν έχει αδέλφια (ερ. 48-χ1 του δ.φ.).
Ως προς τους λόγους που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την ελεύθερη του αφήγηση, ισχυρίστηκε ότι όταν ξέσπασε η αγγλόφωνη κρίση, λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπιζε στη Yaounde επειδή ήταν αγγλόφωνος, αποφάσισε να εγκατασταθεί στο χωριό Kembong στη περιοχή Mamfe. Ισχυρίστηκε πως εργαζόταν σε γυμναστήριο ενός ξενοδοχείου που ανήκε στον θείο του και πως άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα με τους χωρικούς, οι οποίοι διαμαρτύρονταν πως στρατιώτες διέμεναν στο ξενοδοχείο και το χωριό δεν ήταν πλέον ασφαλές. Μια μέρα, περί τον Φεβρουάριο του 2016, δέχθηκαν επίθεση στο ξενοδοχείο, υπήρχαν διενέξεις, φωτιές και άρπαξαν τον θείο του, ενώ ο ίδιος σώθηκε από ένα χωριό, που τον μετέφερε σε θαμνώδη περιοχή του χωριού. Παρέμεινε για μερικούς μήνες και στη συνέχεια διέσχισε τα σύνορα για Νιγηρία (ερ. 45-χ2 του δ.φ.). Ερωτηθείς εάν οι λόγοι που εγκατέλειψε τη χώρα του ήταν λόγω της αγγλόφωνης κρίσης και τα προβλήματα με τους χωρικούς απάντησε θετικά (ερ. 44-χ1 του δ.φ.).
Ειδικότερα, ως προς το ξενοδοχείο ο Αιτητής δήλωσε πως το όνομα του ξενοδοχείου ήταν Monaco, ιδιοκτήτης αυτού ήταν ο θείος του, βρισκόταν στο χωριό Kembong και εργαζόταν περίπου ένα έτος, την περίοδο 2016-2017, ως γυμναστής (ερ. 44-χ2-χ5, 43-χ1-χ5 του δ.φ.). Ως προς τα προβλήματα με τους χωρικούς ανέφερε ότι ήταν εξαιτίας της διαμονής στρατιωτών στο ξενοδοχείο, υπήρχαν συνεχείς διαπληκτισμοί, παράπονα, λεκτικές διαμάχες και απειλούσαν να κάψουν το ξενοδοχείο. Ο Αιτητής δήλωσε πως οι χωρικοί δεν τον συμπαθούσαν (ερ. 43-χ7-χ9 του δ.φ.). Ως προς το περιστατικό επίθεσης στο ξενοδοχείο, κληθείς να παράσχει λεπτομέρειες δήλωσε δέχθηκαν πυροβολισμούς στις 11/02/2018, πως διέταξαν όλους να σωριαστούν στο έδαφος, πήραν τον θείο του και πως όταν ο αιτητής ξύπνησε πάλεψε για αντεπίθεση και πως ένας χωρικός τον έσωσε, ήταν αναίσθητος και τον μετέφερε σε θαμνώδη περιοχή του χωριού Kembong (ερ. 42-χ1 του δ.φ.). Ερωτηθείς για τη διαβίωση στη θαμνώδη περιοχή ισχυρίστηκε πως ήταν δύσκολη, έτρωγαν ζώα και το βράδυ είχε κρύο. Ακολούθως, ισχυρίστηκε πως μετέβη στη πόλη Calabar της Νιγηρίας, για περίπου μια εβδομάδα και όταν ετοίμασε τα έγγραφα του μετέβη στη Douala, ώστε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (ερ. 42-χ4,χ5 του δ.φ.).
Αναφορικά με την αγγλόφωνη κρίση και πως ο ίδιος επηρεάστηκε, ο Αιτητής δήλωσε πως υπάρχει μίσος προς την Αγγλόφωνη περιοχή, πως δεν υπάρχουν αγγλικά έγγραφα στις γαλλόφωνες περιοχές, πως δεν μπορείς να μεταβείς στις γαλλόφωνες περιοχές εάν είσαι αγγλόφωνος και πως ενδέχεται να αντιμετωπίσεις διακρίσεις. Ως προς τον ίδιο προσωπικά ισχυρίστηκε πως επηρεάστηκε η εργασία του, δεν μπορούσε να εξεύρει εργασία στη Douala και Yaounde και μετά τη κρίση η χώρα ήταν πιο διχασμένη από πότε. Περαιτέρω, ανέφερε πως δεν μπορούσε να βοηθήσει τον πατέρα του, δεν ήταν εύκολη η πρόσβαση στα νοσοκομεία στις γαλλόφωνες περιοχές (ερ. 42-χ6, 41-χ1-χ3 του δ.φ.).
Στη συνέχεια, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις για το χρονικό πλαίσιο συγκεκριμένων συμβάντων. Ερωτηθείς για χρονικό διάστημα που ήταν στη θαμνώδη περιοχή του χωριού Kembong, ανέφερε αρχικά πως ήταν αναίσθητος, και ήταν τρεις μήνες ή περισσότερο και ως προς τη διαμονή του στη πόλη Calabar της Νιγηρίας, ισχυρίστηκε πως ήταν μερικούς μήνες και δεν θυμάται χρονολογία (ερ. 41-χ4-χ11 του δ.φ.). Επισημάνθηκε περαιτέρω πως στα αρχικά στάδια της συνέντευξης του δήλωσε πως τη περίοδο 2015-2019 διέμενε στη Yaounde και κατά την αφήγηση του δήλωσε πως εργαζόταν στο ξενοδοχείο στο χωριό Kembong την περίοδο 2016-2017, με τον αιτητή να αποκρίνεται πως πηγαινοερχόταν (ερ. 40-χ1 του δ.φ.).
Τέλος, ως προς τις πιθανές συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, ο Αιτητής δήλωσε πως σήμερα δεν θα είναι ασφαλής, ως μοναχογιός της οικογένειας θα πρέπει να προστατεύσει τον εαυτό του πρώτα για να σχεδιάσει ένα καλύτερο μέλλον. Ερωτηθείς εάν οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την είσοδο σε περίπτωση επιστροφής απάντησε θετικά (ερ. 40-χ2 του δ.φ.).
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου του Αιτητή, ο λειτουργός κατέγραψε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ήτοι
(α) ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή,
(β) ισχυριζόμενα προβλήματα από συγχωριανούς του, εξαιτίας της απασχόλησης του σε ξενοδοχειακή μονάδα .
Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό του Αιτητή, ο λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και συνεπώς τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του Αιτητή, όπως εκεί καταγράφονται. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία του Αιτητή εξακριβώθηκαν από το διαβατήριο το οποίο προσκόμισε.
Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό του Αιτητή, ο λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά αναξιόπιστο καθώς έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες για θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του. Πιο συγκεκριμένα, ο λειτουργός επεσήμανε πως ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πως η αγγλόφωνη κρίση της χώρας συνδέεται με τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν από τους χωρικούς. Επιπλέον, ενώ ο αιτητής δήλωσε πως εργαζόταν στο ξενοδοχείο για περίοδο ενός έτους, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τη διεύθυνση του ξενοδοχείου. Ως προς τα προβλήματα με τους χωρικούς, ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς εξηγήσεις, επαναλαμβάνοντας πως το πρόβλημα ήταν ότι επέτρεπαν στους στρατιώτες να διαμένουν στο ξενοδοχείο, χωρίς να διευκρινίζει περαιτέρω. Ο λειτουργός έκρινε μη ικανοποιητικές τις δηλώσεις του αιτητή ως προς την αντίδραση των χωρικών στο ότι στρατιώτες διέμεναν στο ξενοδοχείο, καθότι δεν παρείχε βιωματικά στοιχεία που να καθιστούν τη συμπεριφορά των χωρικών αφόρητη, ώστε να διαφύγει από τη χώρα καταγωγής του. Κληθείς ο αιτητής να εξηγήσει την αντίδραση των χωρικών προς τον ίδιο προσωπικά, ανέφερε πως δεν ήταν αρεστός στους χωρικούς, χωρίς να διευκρινίσει περαιτέρω. Σοβαρές χρονικές αντιφάσεις στις χρονολογίες που αφορούν το τόπο διαμονής και την επαγγελματική του δραστηριότητα τονίστηκαν από τον λειτουργό. Αναφορικά με την ισχυριζόμενη επίθεση στο ξενοδοχείο, ο λειτουργός τόνισε την έλλειψη βιωματικών πληροφοριών από το αφήγημα του αιτητή, ο οποίος αόριστα δήλωσε πως υπήρχε ανταλλαγή πυρών, πήραν το θείο του και ο ίδιος διασώθηκε από ένα χωρικό, ο οποίος τον μετέφερε σε θαμνώδη περιοχή. Ανακολουθία παρατηρήθηκε ως προς το πότε συνέβη το περιστατικό. Κατά την ελεύθερη αφήγηση του ισχυρίστηκε πως συνέβη μια μέρα τον Φεβρουάριο του 2016, ακολούθως δήλωσε πως συνέβη στις 11/02/2018. Επιπλέον, ο αιτητής δεν παρείχε σαφείς απαντήσεις ως προς το διάστημα που παρέμεινε στη Νιγηρία. Αόριστες και ελλιπούς βιωματικού χαρακτήρα κρίθηκαν οι απαντήσεις του για την περίοδο διαμονής στη θαμνώδη περιοχή στο χωριό Kembong. Αναφορικά με τις επιπτώσεις της αγγλόφωνης κρίσης και πως ο ίδιος επηρεάστηκε προσωπικά αρχικά αναφέρθηκε στο γενικευμένο μίσος προς τους αγγλόφωνους, την έλλειψη ευκαιριών απασχόλησης και τους περιορισμούς στη μετακίνηση καθώς και ότι ο ίδιος επηρεάστηκε στον επαγγελματικό τομέα, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώσει τις δηλώσεις του περιγράφοντας συγκεκριμένα περιστατικά.
Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός μετά από σχετική έρευνα δεν εντόπισε την ύπαρξη του ξενοδοχείου και σημείωσε πως τα όσα ανέφερε αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο των σχετικών ισχυρισμών και δεν προχώρησε σε περαιτέρω διερεύνηση αυτών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ως προς την γενικότερη κατάσταση σχετικά με την αγγλόφωνη κρίση στη χώρα καταγωγής του αιτητή κατέγραψε πως η σχετική ανάλυση θα εξεταστεί σε συνδυασμό με τον αποδεκτό ισχυρισμό του περί προσωπικών του στοιχείων.
Εν κατακλείδι, ο λειτουργός απέρριψε τον ισχυρισμό του Αιτητή δεδομένου ότι η αφήγηση του χαρακτηρίζεται από έλλειψη επάρκειας και ικανοποιητικών πληροφοριών, υπέπεσε σε ασάφειες και ασυνέπειες.
Εν συνεχεία ο λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής και συγκεκριμένα στη πόλη Kumba, Meze Division της επαρχίας Southwest Region του Καμερούν και εναλλακτικά λήφθηκε υπόψη από τον λειτουργό και η πόλη Yaounde, όπου διέμενε ο αιτητής τα έτη 2015-2019.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον διαπιστώθηκε πως δεν πληρούνται τα αναγκαία υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του φόβου δίωξης, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως οι αγγλόφωνες περιοχές όπου διέμενε ο Αιτητής βρίσκονται υπό κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης και το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης δημιουργεί συνθήκες, περιστατικά πράξεων αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για άμαχο πολίτη ενήλικα, μορφωμένο, ομιλεί την αγγλική και γαλλική γλώσσα, υγιή, χωρίς θέματα ευαλωτότητας, ικανό για εργασία και διέμενε σε αγγλόφωνες και γαλλόφωνες περιοχές στο Καμερούν κρίθηκε πως δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του, και συγκεκριμένα στην Νοτιοδυτική περιοχή, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα παρακάτω:
Κρίνω ως ορθή από τους Καθ' ων η αίτηση την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού ο οποίος αφορά την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ (ήτοι Χριστιανός καθολικός, άγαμος) και την χώρα καταγωγής και περιοχή καταγωγής και τελευταίας/συνήθους διαμονής του Αιτητή εκεί (υπήκοος Καμερούν, Νοτιοδυτική περιοχή) και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν βρίσκει λόγο διαφοροποίησης επί των ανωτέρω ευρημάτων των Καθ'ων η αίτηση.
Ως προς την κατάσταση υγείας του Αιτητή, όπως παρουσιάστηκε ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (υποβολή Τεκμηρίου 3), παρατηρώ ότι διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας του αιτητή, από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, χωρίς να προκύπτει καμία εμφανής ή ειδική ανάγκη (ερ. 5-10 του δ.φ.) και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ερωτηθείς εάν αισθάνεται καλά και εάν βρίσκεται σε καλή σωματική και ψυχολογική κατάσταση απάντησε θετικά, ενώ ερωτηθείς εάν έχει οποιαδήποτε ειδική ανάγκη, πρόβλημα ή ασθένεια που θα ήθελε να αναφέρει αποκρίθηκε αρνητικά (ερ. 51 του δ.φ.). Περαιτέρω, ως προς τον κατ’ ισχυρισμό τραυματισμό από όπλο, παρατηρώ ότι τόσο στην ελεύθερη αφήγηση του αλλά και στις διευκρινιστικές ερωτήσεις από τον αρμόδιο λειτουργό δεν αναφέρθηκε σε τραυματισμό του από όπλο, αντιθέτως ανέφερε ανταλλαγή πυροβολισμών, “we had a gun shot…” (ερ. 45-χ2, 42-χ1 του δ.φ.). Όσον αφορά το Τεκμήριο 3, το οποίο στηρίζεται στις δηλώσεις του αιτητή προς τον ιατρό, προκύπτουν αντικρουόμενες αναφορές σε σχέση με τη συνέντευξη του. Πιο συγκεκριμένα, ο ιατρός καταγράφει ότι τον «Οκτώβριο του 2016 κατά τη διάρκεια συγκρούσεων με στρατιώτες τραυματίστηκε από πυροβόλο όπλο», ενώ ο πυρήνας του αιτήματος του αιτητή, ως παρουσιάστηκε ανωτέρω, αφορά κατ’ ισχυρισμό προβλήματα από χωρικούς. Ως προς τα ιατρικά ευρήματα του Τεκμηρίου, πιθανόν ο τραυματισμός να οφείλεται από όπλο, ωστόσο ένας τραυματισμός του δεξιού αντιβραχίου δεν επιβεβαιώνει τα πραγματικά γεγονότα, τις συνθήκες αλλά και πότε συνέβη ο τραυματισμός του αιτητή.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ότι αντιμετώπιζε προβλήματα από συγχωριανούς του, εξαιτίας της απασχόλησης του σε ξενοδοχειακή μονάδα, διαπιστώνω πως αυτός ορθώς απορρίφθηκε από τους Καθ'ων η αίτηση ως εσωτερικά αναξιόπιστος, καθότι ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε με συνεκτικότητα, σαφήνεια και λεπτομέρεια τον ανωτέρω ισχυρισμό του, ώστε να προκύπτει ο βιωματικός χαρακτήρας αυτού. Παρατηρώ, ότι ο αιτητής επαναλάμβανε ότι το πρόβλημα των χωρικών ήταν ότι στρατιώτες διέμεναν στο ξενοδοχείο, χωρίς να παρέχει οιονδήποτε διευκρίνιση αλλά και σύνδεση με τον ίδιο προσωπικά, ώστε να καταλήξει σε επιτακτική ανάγκη διαφυγής από τη χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, οι χρονικές ανακολουθίες στο αφήγημα του τόσο αναφορικά με τη περίοδο που διέμενε στο χωρίο Kembong αλλά και πότε συνέβη το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό επίθεσης των χωρικών, πλήττουν την αξιοπιστία του αιτητή. Ερωτηθείς τί πρόκειται να συμβεί εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, δεν αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε προσωπική στοχοποίηση, αντιθέτως ισχυρίστηκε ότι ως μοναχογιός θα πρέπει να προστατεύσει τον εαυτό του. Οι γενικές και αφηρημένες απαντήσεις του Αιτητή δεν κρίνονται επαρκείς για την θεμελίωση της εσωτερικής αξιοπιστίας, διότι ελλείπει ο ενδεδειγμένος βαθμός πληρότητας και σαφήνειάς πληροφοριών ώστε να αντανακλούν μια βιωματική αφήγηση προσωπικών εμπειριών. Ως εκ των άνω, καταλήγω πως η εσωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, κρίνεται, όπως κατέγραψαν και οι Καθ΄ων, ότι οι δηλώσεις του Αιτητή, αποτελούν μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη ων ισχυρισμών του, και δεν μπορούν να επαληθευτούν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Σε κάθε περίπτωση, ο Αιτητής υπήρξε γενικόλογος, ασαφής και αόριστος, ενώ παρατηρείται ότι, με βάση τις δηλώσεις του και τις προσωπικές του περιστάσεις δεν παρουσίασε περιστατικά προσωπικής δίωξης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία έχω ενώπιον μου συντάσσομαι με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων και έχοντας ενώπιον μου το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης καθώς και την ίδια την επίδικη απόφαση δεν διαπιστώνω να υφίσταται οποιαδήποτε πλημμέλεια σε σχέση με αυτήν, καθώς ο Αιτητής δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό, ή στοιχείο το οποίο θα δικαιολογούσε την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 3 του Νόμου πιο πάνω.
Εν πάση περιπτώσει, κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08 Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).
Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".
Εξάλλου ο Αιτητής κατά την διαδικασία συνέντευξης δεν ήταν σε θέση να δώσει πειστικές και σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό.
Περαιτέρω, από το σύνολο των στοιχείων του προφίλ του Αιτητή και των προσωπικών του περιστάσεων, δεν προκύπτει περίπτωση υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας βάσει του άρθρου 19(2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, αφού ο κίνδυνος που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στο Καμερούν δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης (σύμφωνα και με το άρθρο 15(α) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), ή πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας για τον Αιτητή (σύμφωνα και με το άρθρο 15(β) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ).
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του αιτητή, ήτοι την Νοτιοδυτική περιφέρεια (South-West Region) του Καμερούν, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.
Σύμφωνα με τον επικαιροποιημένο χάρτη του «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης παρατηρείται ότι το Καμερούν εμπλέκεται σε δύο συνεχιζόμενες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των αρχών του Καμερούν και των Αυτονομιστών Ambazonians, και μεταξύ των αρχών του Καμερούν και της Boko Haram.[2]
Σύμφωνα με τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest, περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[3]
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Amnesty International που κάλυπτε τα γεγονότα του 2025, οι αυτονομιστές ανέλαβαν την ευθύνη για αρκετές επιθέσεις στις αγγλόφωνες περιοχές της Βορειοδυτικής και Νοτιοδυτικής περιφέρειας. Ο ΟΗΕ ανέφερε ότι ο πληθυσμός συνέχιζε να υφίσταται στοχευμένες δολοφονίες, συχνές ομηρίες, επιβολή παράνομων φόρων, οδοφράγματα, εκβιασμούς, περιορισμούς στην κυκλοφορία και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών, μεταξύ άλλων σε δημόσιους χώρους και κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών. Οι βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων συνεχίστηκαν στις αγγλόφωνες περιοχές και σε συνδυασμό με τις συγκρούσεις μεταξύ αγροτών και κτηνοτρόφων στη βορειοδυτική περιοχή, οδήγησαν σε εσωτερική εκτόπιση σχεδόν 1 εκατομμυρίου ανθρώπων.[4]
Τον Απρίλιο του 2026, ο οργανισμός UN OCHA δήλωσε, για την περίοδο μεταξύ 1 Ιανουαρίου έως 31 Μαρτίου 2026, ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, η ανθρωπιστική κατάσταση παρέμεινε σοβαρή, λόγω των ένοπλων συγκρούσεων, της ανασφάλειας και της επιδείνωσης των συνθηκών προστασίας των αμάχων. Οι συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSF) και των μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAG) συνεχίστηκαν στο μεγαλύτερο μέρος των διοικητικών περιφερειών, με τους αμάχους να εκτίθενται τακτικά σε βία, εκφοβισμό, μέτρα εξαναγκασμού, ενώ οι εκτοπισμοί συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του τριμήνου. Οι περιπτώσεις εγκαταλελειμμένων πόλεων και εκβιασμών, επηρέασε τις γεωργικές δραστηριότητες, την επισιτιστική ασφάλεια, την πρόσβαση στις αγορές και το διασυνοριακό εμπόριο, ενώ έγιναν αναφορές για δολοφονίες, απαγωγές για λύτρα, σεξουαλική βία, αναγκαστική φορολογία και εκφοβισμό που έπληξαν γυναίκες, παιδιά, εμπόρους, εκπαιδευτικούς και παραδοσιακούς ηγέτες. Η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στις υπηρεσίες υγείας συνέχισε να διαταράσσεται λόγω απειλών, απαγωγών και της παρουσίας ένοπλων δυνάμεων. Οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες επέβαλαν τοπικές πόλεις-φαντάσματα, ad hoc απαγορεύσεις κυκλοφορίας και «φόρους απελευθέρωσης».[5]
Τον Απρίλιο του 2026, ο οργανισμός UN OCHA δήλωσε, για την περίοδο μεταξύ 1 Ιανουαρίου έως 31 Μαρτίου 2026, ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, η ανθρωπιστική κατάσταση παρέμεινε σοβαρή, λόγω των ένοπλων συγκρούσεων, της ανασφάλειας και της επιδείνωσης των συνθηκών προστασίας των αμάχων. Οι συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSF) και των μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAG) συνεχίστηκαν στο μεγαλύτερο μέρος των διοικητικών περιφερειών, με τους αμάχους να εκτίθενται τακτικά σε βία, εκφοβισμό, μέτρα εξαναγκασμού, ενώ οι εκτοπισμοί συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του τριμήνου. Οι περιπτώσεις εγκαταλελειμμένων πόλεων και εκβιασμών, επηρέασε τις γεωργικές δραστηριότητες, την επισιτιστική ασφάλεια, την πρόσβαση στις αγορές και το διασυνοριακό εμπόριο, ενώ έγιναν αναφορές για δολοφονίες, απαγωγές για λύτρα, σεξουαλική βία, αναγκαστική φορολογία και εκφοβισμό που έπληξαν γυναίκες, παιδιά, εμπόρους, εκπαιδευτικούς και παραδοσιακούς ηγέτες. Η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στις υπηρεσίες υγείας συνέχισε να διαταράσσεται λόγω απειλών, απαγωγών και της παρουσίας ένοπλων δυνάμεων. Οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες επέβαλαν τοπικές πόλεις-φαντάσματα, ad hoc απαγορεύσεις κυκλοφορίας και «φόρους απελευθέρωσης».[6]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τον τελευταίο χρόνο(με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 25/06/2026), σημειώθηκαν στην Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν (Sud-Ouest Region) που υπάγεται η πόλη Kumba, 1261 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 809 θάνατοι.[7] Επισημαίνεται πως, ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιοχής του Καμερούν καταγράφεται στα 2,098,500 κατοίκους, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη επίσημη καταμέτρηση το 2025.[8]
Εκ των ανωτέρω πληροφοριών που παρατέθηκαν, διαπιστώνεται ότι παρά την ύπαρξη σοβαρών περιστατικών ασφαλείας στην ευρύτερη Νοτιοδυτική Περιφέρεια (Southwest Region) του Καμερούν στην οποία εμπίπτει η περιοχή καταγωγής του Αιτητή, ο αριθμός των επεισοδίων αυτών και ο βαθμός αδιάκριτης βίας κατά των αμάχων δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία του αιτητή στην περιοχή καταγωγής του, τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης, κατά την έννοια της διάταξης του Άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, με συνέπεια να απαιτούνται ορισμένα προσωπικά χαρακτηριστικά που θα αύξαναν το ρίσκο του αμάχου συγκριτικά με τον μέσο πληθυσμό της περιοχής.
Εν προκειμένω, συντάσσομαι με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με το ότι ο Αιτητής δεν έχει κάποιο προσωπικό χαρακτηριστικό που να αυξάνει το ρίσκο του. Πρόκειται για έναν άντρα νεαρής ηλικίας, μορφωμένο, ικανό προς εργασία και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο που είναι σε θέση να αναγνωρίζει τους πιθανούς κινδύνους και να προστατεύεται αποτελεσματικά από αυτούς. Επισημαίνεται πως η συνήγορος επικαλείται ψυχιατρική ασθένεια του Αιτητή και παρά το ότι της δώθηκε χρόνος να προσκομίσει ιατρική γνωμάτευση με το ορθό δικονομικά τρόπο δεν το έπραξε .
Καταληκτικά, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι το αίτημα του αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Τέλος, κρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν εύλογη και λήφθηκε κατ' ορθή ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι ενήργησαν σύννομα και συνεκτίμησαν όλα τα ενώπιον τους στοιχεία. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Αντιθέτως, κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται στην υπό εξέταση περίπτωση και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, πως τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν και δεν στηρίζουν τις υπό του Περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, αναγκαίες προϋποθέσεις, για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται πως, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
Περαιτέρω όλοι οι λόγοι που προβάλλονται και αφορούν στην νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίπτονται ως αλυσιτελείς .
Συνεπώς, η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf
[2]WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, ‘Non-international armed conflicts in Cameroon’, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-cameroon/ [Ημερομηνία πρόσβασης 02/07/2026]
[3] ΑCAPS, Country analysis: Cameroon
https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# [Ημερομηνία πρόσβασης 02/07/2026]
[4] Amnesty International, The State of the World's Human Rights – Cameroon 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/ [Ημερομηνία πρόσβασης 02/07/2026]
[5] UN OCHA, CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.85, January to March 2026, σελ. 2, file:///C:/Users/User/Downloads/NWSW%20SITREP%20-%20January%20to%20March%202026%20final.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 02/07/2026]
[6] UN OCHA, CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.85, January to March 2026, σελ. 2, file:///C:/Users/User/Downloads/NWSW%20SITREP%20-%20January%20to%20March%202026%20final.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 02/07/2026]
[7] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Sud-Ouest, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 25.06.2026), Explorer | ACLED [Ημερομηνία πρόσβασης 02/07/2026]
[8] CityPopulation, Cameroon - Sud-Ouest, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ [Ημερομηνία πρόσβασης 02/07/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο