L.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 1250/2025, 30/7/2026
print
Τίτλος:
L.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 1250/2025, 30/7/2026


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                 Υποθ. Αρ.: 1250/2025

30 Ιουλίου 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με τάρθρο 146 του Συντάγματος

 Μεταξύ:

 L.N. από Μπουρούντι και τώρα Λευκωσία

Αιτητής

και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Ραφαήλ Χρυσάνθου (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Νικόλας Κουρσάρης (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.

Ο Αιτητής είναι παρών. 

Παρούσα  και  η Ζ. Αγαπίου  (κα) για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 24/3/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε την 24/04/2025, και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του , ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται νέας εκτελεστής απόφασης του Δικαστηρίου επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος του Μπουρούντι  και στις 12/12/2024 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Ακολούθως, στις 20/03/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Εν συνεχεία, στις 24/03/2025, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή. Αυθημερόν, ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας  την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Την 24/04/2025 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή  επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί.

Στη συνέχεια, στις 20/05/2025 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού δικογράφου της προσφυγής και γραπτής αγόρευσης, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ωστόσο κατά τη δικάσιμο της 07/04/2026 δήλωσε ότι προωθεί μόνο τον ισχυρισμόν περί μη δέουσας έρευνας.

Οι Καθ' ων η Αίτηση με τη γραπτή τους αγόρευση τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και ειδικότερα του Περί Προσφύγων Νόμου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, κατ’ εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση.  Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.  

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η  απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και  η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4

Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.

Σύμφωνα με την  Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής δέουσα έρευνα  όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί  η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. 

Όσο αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα  αυτή είναι  επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο  Αιτητής δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής προέβαλε πολιτικούς λόγους. Κατέγραψε πως ήταν μέλος του πολιτικού κόμματος CNL και αρχηγός ενός τοπικού παραρτήματος του κόμματος και λόγω των επερχόμενων εκλογών του 2025, προσπάθησαν να τον απομακρύνουν από τη θέση του, με την αντιπολίτευση να προσπαθεί να τον σκοτώσει στην οικία του (ερ. 1 του Δ.Φ.).

Κατά την προσωπική του συνέντευξη, ο Αιτητής ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του, δήλωσε τη πόλη Kiyonza της κοινότητας Bugabira (ερ. 28-2χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με την πατρική του οικογένειά του, δήλωσε ότι αυτή αποτελείται από τους γονείς του και τα τρία αδέλφια του (ερ. 27-2χ του Δ.Φ.). Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο,  δήλωσε ότι είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ομιλεί Kirundi, αγγλικά και γαλλικά (ερ. 27-3χ του Δ.Φ.). Ως προς την επαγγελματική του εμπειρία, δήλωσε ότι διατηρούσε δική του επιχείρηση πώλησης ρούχων για τρία έτη (ερ. 27-4χ, 26-1χ του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την ελεύθερη αφήγηση του, προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω πολιτικών προβλημάτων και ότι ήταν μέλος του πολιτικού κόμματος CNL και επικεφαλής σε μία συγκεκριμένη περιοχή. Δήλωσε ότι λόγω των επερχόμενων  κατά το χρόνο της συνέντευξης εκλογών του 2025, οι «Imbonerakure», μία ομάδα νεαρών ατόμων που υποστήριζαν το πολιτικό κόμμα CNDD-FDD, μετέβησαν στην οικία του, ένοπλοι, ο ίδιος διέφυγε αλλά σκότωσαν φιλικό του πρόσωπο, που διέμενε μαζί του. Έκτοτε κρυβόταν και άρχισαν να τον αναζητούν και τον κατηγόρησαν ότι διατηρούσε όπλα στην οικία του. Λόγω του ότι το κόμμα CNDD-FDD βρισκόταν στην εξουσία, η εν λόγω ομάδα τον κατάγγειλε στην αστυνομία ότι ήταν εχθρός της χώρας, η αστυνομία τον κάλεσε δύο φορές να παρουσιαστεί, ωστόσο ο αιτητής δεν μετέβη και αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (ερ. 26-3χ του Δ.Φ.).

Ακολούθως υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με το πολιτικό κόμμα CNL. Ο Αιτητής δήλωσε ότι το κόμμα ιδρύθηκε το 2019,  συμμετέχει στις εκλογές, ότι είχε πολλές δράσεις και ότι φρόντιζε τον κόσμο. Δήλωσε ότι το λογότυπο του κόμματος είναι κόκκινο και πράσινο και ο πρόεδρός του είναι ο Agatho Rwasa (ερ. 25-2χ του Δ.Φ.). Κληθείς να παράσχει πληροφορίες για τη δική του συμμετοχή στο κόμμα, δήλωσε ότι ήταν επικεφαλής άλλων μελών, ότι ήταν μέλος από το 2023 για ένα έτος, και ότι τα καθήκοντά του ήταν να παρακινεί κόσμο να ενταχθεί στο κόμμα και επέβλεπε τους στόχους του κόμματος. Δήλωσε πως εξακολουθεί να είναι μέλος του κόμματος καθώς δεν τους ενημέρωσε ότι έχει αποχωρήσει από τη χώρα και πως η θέση του έχει πληρωθεί από κάποιο πρόσωπο. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι βρίσκεται σε επικοινωνία με φίλους του κόμματος (ερ. 25-3χ, 4χ του Δ.Φ.).

Σε ερωτήσεις σχετικά με το πολιτικό κόμμα της αντιπολίτευσης, CNDD-FDD, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι ένα κόμμα το οποίο βλάπτει τους πολίτες, ο πρόεδρός του ήταν ο Ndkuriyo Reverie, οι δραστηριότητές τους είναι οι καλλιέργειες («farming») και ότι το λογότυπό τους είναι κόκκινο, πράσινο και λευκό με έναν αετό στη μέση (ερ. 25-4χ, 24-1χ του Δ.Φ.).

Αναφορικά με το περιστατικό επίθεσης στην οικία του από την ομάδα Imbonerakure, ο Αιτητής δήλωσε ότι το περιστατικό συνέβη τον Αύγουστο του 2024, ήταν ένοπλοι, τους είδε από το παράθυρο, διέφυγε αλλά σκότωσαν τον φίλο του (ερ. 24-2χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς πώς γνωρίζει ότι οι ένοπλοι ήταν μέλη της ομάδας Imbonerakure, ο Αιτητής υπέθεσε ότι ανήκουν στην εν λόγω ομάδα. Πρόσθεσε πως δεν κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία καθώς το κόμμα CNDD βρίσκεται στην κυβέρνηση. Ερωτηθείς πώς γνωρίζει ότι σκότωσαν τον φίλο του, απάντησε ότι το έμαθε από άλλα άτομα κοντά στην οικία του. Όσον αφορά την κλήση της αστυνομίας προς τον ίδιο, δήλωσε ότι ενημερώθηκε από τους φίλους του, οι οποίοι του ανέφεραν ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης (ερ. 24-4χ του Δ.Φ.). Κληθείς να διευκρινίσει πώς κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα του εφόσον εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης, απάντησε ότι έφυγε από τη χώρα του. Ερωτηθείς τον λόγο που το κόμμα CNDD-FDD ήθελε να τον βλάψει, ισχυρίστηκε ότι ήθελαν να βλάψουν πολλά άτομα, δεν ήταν ο μοναδικός, προσθέτοντας πως το κόμμα CNL σε μια ομιλία, ισχυρίστηκε πως το κόμμα CNDD πρέπει να σταματήσει να σκοτώνει τον κόσμο (ερ. 23-1χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε πως αναχώρηση από τη χώρα καταγωγής του, ένα μήνα μετά το περιστατικό(ερ. 23-1χ του Δ.Φ.).

Τέλος, ερωτηθείς για τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του στο Μπουρούντι, ο Αιτητής δήλωσε ότι το κόμμα CNDD βρίσκεται στην εξουσία, θα τον σκοτώσουν και ότι μπορούν να τον εντοπίσουν οπουδήποτε στη χώρα (ερ. 23-2χ του Δ.Φ.).

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του, ο Αιτητής προσκόμισε τα εξής αντίγραφα:

1.   Κάρτα μέλους του πολιτικού κόμματος CNL

2.   Έγγραφο με τίτλο “Convocation”, ημερομηνίας 20/09/2024

3.   Έγγραφο με τίτλο “Convocation”, ημερομηνίας 15/10/2024

4.   Έγγραφο με τίτλο “Avis de Recherche”, ημερομηνίας 01/11/2024

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή και ο δεύτερος αφορούσε τις ισχυριζόμενες απειλές του Αιτητή από το πολιτικό κόμμα CNDD-FDD.

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τα προσωπικά του στοιχεία και το προφίλ του, την οικογένειά του και τον τόπο διαμονής του ήταν συνεκτικές, ευλογοφανείς και συνεπείς. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός έλαβε υπόψη το πρωτότυπο διαβατήριο που κατέθεσε ο Αιτητής. Συμπερασματικά, έκανε τον εν λόγω ισχυρισμό αποδεκτό.

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ότι απειλήθηκε από το πολιτικό κόμμα  CNDD-FDD, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του, ενώ σε αρκετά σημεία υπήρξαν ασάφειες και αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, αξιολόγησε ότι ο Αιτητής απάντησε με γενικολογίες στις ερωτήσεις σχετικά με το κόμμα στο οποίο είναι μέλος και δεν ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς το λογότυπό του, ενώ ως επικεφαλής του κόμματος στην περιοχή του αναμενόταν να μπορεί να περιγράψει με περισσότερες λεπτομέρειες και σαφήνεια τις δραστηριότητες του κόμματός του. Παρομοίως, έκρινε ότι ο Αιτητής απάντησε με γενικολογίες στις ερωτήσεις που ήταν σχετικές με το αντίπαλο κόμμα και ότι αναμενόταν να τεκμηριώσει τους λόγους που θεωρεί ότι το κόμμα αυτό δεν είναι καλό. Αντιφατικές κρίθηκαν οι δηλώσεις του αναφορικά με το αν είναι ή όχι ενεργό μέλος του κόμματος, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε πως είναι ενεργό μέλος, καθότι δεν τους ενημέρωσε ότι αποχώρησε από τη χώρα, στη συνέχεια δήλωσε πως κάποιο άλλο άτομο έχει αναλάβει τη θέση του. Επιπλέον, ο λειτουργός έκρινε πως δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με το περιστατικό επίθεσης στην οικία του από την ομάδα Imbonerakure. Ο Αιτητής υπέθεσε ότι πρόκειται για άτομα της συγκεκριμένης ομάδας, ενώ ως προς το θάνατο του φίλου του παρείχε ελλιπή στοιχεία. Τέλος, έκρινε ότι δεν καθίσταται σαφές ο τρόπος με τον οποίο κατόρθωσε να διαφύγει από τη χώρα του χωρίς κανένα εμπόδιο, τη στιγμή που, όπως ισχυρίζεται, υπήρχε ειδοποίηση αναζήτησής του από τις αρχές και ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του χωρίς να αντιμετωπίσει οιονδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδο του από τη χώρα.

 Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε αρχικά ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Επιπλέον, σημείωσε πως τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής είναι αντίγραφα και δεν μπορούν να επαληθεύσουν τα λεγόμενά του. Τέλος παρέθεσε γενικές πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής, οι οποίες αναφέρονταν στον εμφύλιο πόλεμο του 1993, τη δημιουργία των κινημάτων ανταρτών, συμπεριλαμβανομένου του CNDD-FDD, και το ρόλο του τελευταίου στη λήξη του εμφυλίου. Συμπερασματικά, ο λειτουργός απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό, στη βάση του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του.

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί της ταυτότητας του, χώρας καταγωγής του, των προσωπικών του στοιχείων και του προφίλ του. Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για νεαρό και υγιές άτομο, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, και λαμβάνοντας υπόψη την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στο Μπουρούντι, παραθέτοντας σχετικές πηγές, κατέληξε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι, σε περίπτωση που ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, στη πόλη Kiyonza, Bugabira, στο Μπουρούντι, να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον διαπιστώθηκε πως δεν πληρούνται τα αναγκαία υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του φόβου δίωξης, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. 

Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 19, εδάφια 2 (α) (β) και (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο Μπουρούντι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή/και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή/και τιμωρίας. Αναφορικά δε με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στο Άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα και με βάση την οποία διαπιστώθηκε ότι στη πόλη Kiyonza, Bugabira δεν παρατηρούνται συνθήκες ενόπλων συγκρούσεων. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν  μπόρεσε να θεμελιώσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια του Άρθρου 19 (2) (γ) και συνεπώς το αίτημά του απορρίφθηκε και ως προς την πιθανότητα υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα παρακάτω:

Κρίνω ως ορθή από τους Καθ' ων η αίτηση την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού ο οποίος αφορά την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ (ήτοι Χριστιανός Καθολικός, εθνοτικής καταγωγής Hutu) και την χώρα καταγωγής και περιοχή τελευταίας/συνήθους διαμονής του Αιτητή εκεί (υπήκοος Δημοκρατίας του Μπουρούντι, πόλη Kiyonza, κοινότητας Bugabira) και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν βρίσκει λόγο διαφοροποίησης επί των ανωτέρω ευρημάτων των Καθ'ων η αίτηση. 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, σχετικά με τις απειλές που δέχθηκε από το πολιτικό κόμμα CNDD-FDD, συντάσσομαι με την αξιολόγηση των Καθ' ων η Αίτηση. Συγκεκριμένα, συμφωνώ με τη θέση του αρμόδιου λειτουργού ότι ο Αιτητής δεν μπόρεσε να παράσχει επαρκείς πληροφορίες και συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Ο Αιτητής ανέφερε γενικά ότι, τον Αύγουστο του 2024, ένοπλοι άνδρες, οι οποίοι ανήκουν στην ομάδα Imbonerakure, εισήλθαν στην οικία του, ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει, αλλά σκότωσαν τον φίλο του. Το αφήγημα του Αιτητή ως προς το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν γενικό, χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες, γεγονός που αποδυναμώνει τη βιωματική διάσταση του περιστατικού. Περαιτέρω, παρατηρείται πως οι αναφορές του Αιτητή στηρίζονται σε προσωπικές εικασίες και σε δηλώσεις τρίτων προσώπων. Ειδικότερα, ερωτηθείς πως γνωρίζει πως οι ένοπλοι άνδρες ήταν μέλη της ομάδας Imbonerakure, ισχυρίστηκε πως πιστεύει ότι ήταν, αλλά δεν είναι σίγουρος, ενώ ως προς το θάνατο του φίλου του στην οικία του αλλά και την κλήση για εμφάνιση στη αστυνομία ισχυρίστηκε πως ενημερώθηκε από άτομα στη γειτονιά του και από φίλους τους.

Σχετικά με τη συμμετοχή του στο πολιτικό κόμμα CNL, οι αναφορές του ήταν γενικές και δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επάρκεια και σαφήνεια τις δραστηριότητες του κόμματος καθώς και τα καθήκοντα του ως επικεφαλής τοπικού παραρτήματος. Ομοίως, ελλιπείς κρίνονται και οι πληροφορίες που παρείχε για το αντίπαλο κόμμα, δεδομένου πως εξαιτίας των απειλών από το συγκεκριμένο κόμμα εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.  Επιπλέον, ο Αιτητής δεν μπόρεσε να διευκρινίσει γιατί αναζητούσαν ειδικά εκείνον, στοιχείο που επιβαρύνει περαιτέρω την αξιοπιστία του ισχυρισμού του.

Επισημαίνω δε πως ο Αιτητής εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του τρείς μήνες από το περιστατικό στην οικία του, κατά το οποίο ένοπλα μέλη των Ιmbonerakure εισήλθαν στην οικία του, ενώ παρόλο που ισχυρίστηκε ότι αναζητείται από τα μέλη αυτά για να τον σκοτώσουν και πως τον κατάγγειλαν στην αστυνομία, κατάφερε να διαφύγει από την χώρα καταγωγής του αεροπορικώς, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του.

Καταληκτικά, από τα στοιχεία της συνέντευξης, διαπιστώνω ότι πράγματι ο Αιτητής δεν ανταπεξήλθε επαρκώς στο βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του και δεν μπόρεσε να θεμελιώσει την εσωτερική του αξιοπιστία, καίτοι του δόθηκε η δυνατότητα μέσα από πλείονες ερωτήσεις. Τα όσα κατέθεσε εκτέθηκαν με τρόπο αόριστο και μη συγκεκριμένο, χωρίς τον απαιτούμενο βαθμό ευκρίνειας και επάρκειας λεπτομερειών, όπως θα αναμενόταν από κάποιον του οποίου η αφήγηση αντικατοπτρίζει πραγματικές βιωματικές εμπειρίες. 

Περαιτέρω, ως προς την αξιολόγηση των εγγράφων τα οποία προσκόμισε ο Αιτητής, σημειώνονται τα εξής. Αρχικά επισημαίνω, πως ο συνήγορος του αιτητή κατά την υποβολή της αίτησης ακυρώσεως, καταχώρησε ένορκη δήλωση του αιτητή, επί της οποίας επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1-3, τα εξής πρωτότυπα έγγραφα:

1.   Κάρτα μέλους στο πολιτικό κόμμα CNL όπου φαίνεται ότι ήταν μέλος του συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος, στην πρωτότυπη μορφή (Παράρτημα – Τεκμήριο 1). Ο Αιτητής σημειώνει σχετικά στην ένορκη του δήλωση ότι ο λόγος για τον οποίο επιθυμεί να καταχωρήσει το συγκεκριμένο έγγραφο στην πρωτότυπή του μορφή είναι επειδή κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ενώ το προσκόμισε ως πρωτότυπο, ο αρμόδιος λειτουργός ο οποίος το σάρωσε και το τύπωσε το έλαβε υπόψη ως φωτοαντίγραφο.

2.   Δύο πρωτότυπα έγγραφα με τίτλο “Convocation” (Παράρτημα - Τεκμήριο 2), ημερομηνίας 20/09/2024 και 15/10/2024 αντίστοιχα. Ο Αιτητής σημειώνει σχετικά στην ένορκη του δήλωση ότι ο λόγος για τον οποίο επιθυμεί να καταχωρήσει τα συγκεκριμένα έγγραφα στην πρωτότυπή τους μορφή είναι επειδή κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ενώ τα προσκόμισε ως πρωτότυπα, ο αρμόδιος λειτουργός ο οποίος τα σάρωσε και τα τύπωσε τα έλαβε υπόψη ως φωτοαντίγραφα. Σύμφωνα με τις επισυνημμένες μεταφράσεις, τα έγγραφα αυτά αποτελούν κλήσεις προς παρουσίαση του Αιτητή ενώπιον των αστυνομικών αρχών της χώρας του.

3.   Πρωτότυπο έγγραφο με τίτλο «AVIS DE RECHERCHE» (Παράρτημα – Τεκμήριο 3) με το οποίο η αστυνομία του Μπουρούντι τον κατέστησε ως καταζητούμενο άτομο. Κατά την ένορκη του δήλωση, ο Αιτητής σημείωσε ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του είχε φωτοαντίγραφο του συγκεκριμένου εγγράφου και μόλις πρόσφατα απέκτησε στην κατοχή του το πρωτότυπο.

Τα ανωτέρω έγγραφα είναι τα έγγραφα που προσκόμισε ως αντίγραφα ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του και αποτελούν μέρους του Δ.Φ. και τα οποία αξιολογήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό. Αναφορικά με το Τεκμήριο 1, κάρτα μέλους του αιτητή στο πολιτικό κόμμα CNL, φέρει φωτογραφία του αιτητή, τα προσωπικά του στοιχεία, το λογότυπο του κόμματος και την ιδιότητα του ως μέλος.  Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι δε μπορεί να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για αυθεντική κάρτα μέλους του CNL. Ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη την πάσχουσα εσωτερική αξιοπιστία των λεγομένων του Αιτητή, η προσκομισθείσα κάρτα δεν επαρκεί ούτως ώστε να στοιχειοθετηθεί ότι ο Αιτητής ήταν μέλος του CNL. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 2 και 3, παρατηρείται πως τα στοιχεία είναι χειρόγραφα σημειωμένα, οι σφραγίδες και οι υπογραφές είναι δυσδιάκριτες και δυσανάγνωστες. Επί του Τεκμηρίου 2 (δυο έγγραφα) αναγράφεται υποχρέωση του Αιτητή να παρουσιαστεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα στο γενικό αστυνομικό σταθμό της Δικαστικής Αστυνομίας για το αδίκημα της απειλής κατά της εθνικής ασφάλειας και φέρουν ημερομηνίες έκδοσης 20/09/2024 και 15/10/2024. Επί του Τεκμηρίου 3 αναγράφεται πως ο Αιτητής καταζητείται για απειλή κατά της εθνικής ασφάλειας και καλούνται όλα τα όργανα της δικαιοσύνης όπως συνδράμουν και τον οδηγήσουν στο πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό. Από το Τεκμήριο 3 απουσιάζει ο αριθμός και φέρει ημερομηνία έκδοσης την 1/11/2024. Σημειώνεται πως, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ο Αιτητής, αποχώρησε από τη χώρα καταγωγής του στις 04/11/2024 (ερ. 30, 2 του Δ.Φ.), ήτοι σε μεταγενέστερη ημερομηνία από τις ημερομηνίες έκδοσης των σχετικών εγγράφων περί αναζήτησης του.

Υπό το φως των ανωτέρω, τα εν λόγω έγγραφα δεν μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς αμφισβητείται η αυθεντικότητά τους. Σε κάθε περίπτωση, τα προσκομισθέντα έγγραφα αξιολογούνται όχι μεμονωμένα, αλλά σε συνάρτηση με το σύνολο των στοιχείων και την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, η οποία, δεν έχει επαρκώς τεκμηριωθεί.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή, συντάσσομαι με την κρίση του αρμόδιου λειτουργού ως προς την αξιολόγηση των υποστηρικτικών εγγράφων που προσκόμισε κατά την προσωπική του συνέντευξη καθώς και στις γενικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, όπως αυτές παρατέθηκαν στην παρούσα, κατά την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή.

Το παρόν Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα αναφορικά με τις εκλογές του 2025 στη χώρα καταγωγής του Αιτητή και συλλήψεις μελών της αντιπολίτευσης. Σε πρόσφατη έκθεση της Human Rights Watch, για το έτος 2025, σημειώνεται πως τον Ιούνιο και Ιούλιο διεξήχθησαν βουλευτικές, γερουσιαστικές και τοπικές εκλογές χωρίς καμία ουσιαστική αντιπολίτευση. Το κυβερνών κόμμα, CNDD-FDD , κέρδισε το 96,5% των ψήφων, εξασφαλίζοντας όλες τις διεκδικούμενες έδρες στο Εθνικό Συμβούλιο (“National Assembly”) και τη Γερουσία, μαζί με σχεδόν όλες τις έδρες στα δημοτικά συμβούλια. Υποψήφιοι της αντιπολίτευσης -συμπεριλαμβανομένων του κόμματος CNL, της Ένωσης για την Εθνική Πρόοδο (UPRONA) και άλλων- αποκλείστηκαν από την εκλογική διαδικασία. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, υπήρξαν αναφορές για παρενόχληση, εκφοβισμό, αυθαίρετες συλλήψεις, σωματική κακοποίηση, βίαιες εξαφανίσεις και απειλές από μέλη του Imbonerakure, της νεολαίας του κυβερνώντος κόμματος, τοπικούς αξιωματούχους και άλλους φορείς που συνδέονται με το κράτος.[1]

Η κάλυψη των εκλογών από τα μέσα ενημέρωσης ελέγχθηκε αυστηρά, με το περιεχόμενο να υπόκειται σε λογοκρισία και οι επικριτικές αναφορές για τη διαδικασία να καταστέλλονται. Οι παρατηρητές παρατήρησαν αυτολογοκρισία μεταξύ των δημοσιογράφων και ορισμένα μέσα ενημέρωσης πιέστηκαν να μην αναφέρουν παρατυπίες, όπως διογκωμένους αριθμούς ψηφοφόρων, επιλεκτική διανομή καρτών ψηφοφόρων εξαιρουμένων των υποστηρικτών της αντιπολίτευσης, πλαστογράφηση ψηφοδελτίων, αποκλειστική εκπροσώπηση αξιωματούχων του κυβερνώντος κόμματος στα εκλογικά τμήματα.[2]

Το CNDD-FDD επέβαλε υποχρεωτικές εισφορές στον πληθυσμό από τις 19 Αυγούστου 2024, με τα μέλη της Imbonerakure και τους τοπικούς αξιωματούχους να επιβάλλουν είσπραξη μέσω απειλών, άρνησης παροχής δημόσιων υπηρεσιών και αντιποίνων. [3]

Σε έκθεση το USDOS, με περίοδο αναφοράς το 2024, καταγράφει πως το σύνταγμα και ο νόμος απαγορεύουν την αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση, δίδοντας δικαίωμα στα άτομα να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της σύλληψης και της κράτησής τους, ωστόσο η κυβέρνηση δεν τήρησε αυτές τις απαιτήσεις. Ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανέφεραν πολυάριθμες αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις ως εργαλείο εκφοβισμού των επικριτών της κυβέρνησης, ανεξάρτητων φωνών και μελών της πολιτικής αντιπολίτευσης. Η Ligue Iteka ανέφερε ότι οι αρχές στοχοποίησαν μέλη κομμάτων της αντιπολίτευσης, όπως το CNL, το κόμμα UPRONA και το FRODEBU, καθώς και τους υποστηρικτές τους, για τη συμμετοχή τους σε νόμιμες πολιτικές δραστηριότητες. Τα μέσα ενημέρωσης και οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανέφεραν επίσης συλλήψεις δημοσιογράφων και μελών του CNDD-FDD που βρίσκονταν σε σύγκρουση με την ηγεσία του κόμματος. Ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ ανέφερε τον Ιούλιο ότι οι αυθαίρετες συλλήψεις συνεχίστηκαν κυρίως για πολιτικούς λόγους ή λόγους που σχετίζονται με την εξέγερση.[4]

Σοβαρό πρόβλημα παρέμεινε η παρατεταμένη προφυλάκιση, με τις αρχές να κρατούν ορισμένους υπόπτους χωρίς επίσημες κατηγορίες και πέραν του προβλεπόμενου χρόνου κράτησης.  Το πρόβλημα αποδιδόταν κυρίως στην αναποτελεσματικότητα και τη διαφθορά των αρμόδιων αρχών. Κατά τη διάρκεια του έτους, υπήρξαν τακτικές συλλήψεις και κρατήσεις επικριτών της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης και ατόμων που εξέφραζαν διαφωνία με τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανέφεραν επίσης συλλήψεις μελών κομμάτων της αντιπολίτευσης, κυρίως από το CNL, αλλά και από άλλα κόμματα όπως το UPRONA και το FRODEBU.[5]

Στην έκθεσή του τον Σεπτέμβριο, ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ εξέφρασε ανησυχία για εκατοντάδες μέλη του Κινήματος Αλληλεγγύης και Δημοκρατίας και του CNL που αθωώθηκαν ή εξέτισαν τις ποινές τους, αλλά παρέμειναν υπό κράτηση. Άλλοι, κυρίως νέοι άνδρες, συνελήφθησαν ή κρατήθηκαν με την υποψία συνεργασίας με ένοπλες ανταρτικές ομάδες. Σε πολλές περιπτώσεις, πολιτικοί κρατούμενοι παρέμειναν σε παρατεταμένη προφυλάκιση, ενώ άλλοι κρατούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι χωρίς εξηγήσεις ή, πιο συχνά, μετά την καταβολή προστίμου.[6]

Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα αναφορικά με τη διαδικασία ελέγχου κατά την έξοδο προσώπων από τη χώρα καταγωγής του Αιτητή.  Σημειώνεται πως κατωτέρω παρατίθενται πληροφορίες από έγγραφο που αποτελεί απάντηση σε σχετικό ερώτημα για τη περίοδο 2016-Μάρτιο του 2018. Οι πληροφορίες που παρατίθενται στην παρούσα ενότητα ενδέχεται να μην αντικατοπτρίζουν τις πλέον πρόσφατες διαδικασίες, καθότι δεν κατέστη εφικτός ο εντοπισμός και η αξιολόγηση πιο πρόσφατων πληροφοριών, λόγω του γλωσσικού περιορισμού που προέκυψε από την έλλειψη γνώσης της γαλλικής γλώσσας.  

Σύμφωνα με τον διοικητή του αεροδρομίου Bujumbura, το Αστυνομικό τμήμα του αεροδρομίου είναι αρμόδιο μεταξύ άλλων και για τη διατήρηση και την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης, τον έλεγχο των επιβατών που διέρχονται από το αεροδρόμιο και υπάρχουν 4 αρμόδιες υπηρεσίες για να εκτελούν τις εν λόγω δραστηριότητες, η  υπηρεσία ασφάλειας, η διασυνοριακή υπηρεσία, η δικαστική αστυνομία και η υπηρεσία διοίκησης και υλικοτεχνικής υποστήριξης. Η διασυνοριακή υπηρεσία ελέγχει τα ταξιδιωτικά έγγραφα των ατόμων που εισέρχονται και εξέρχονται της χώρας και ακολούθως, το αστυνομικό τμήμα εγκρίνει την είσοδο ή την έξοδο των επιβατών, ενώ η υπηρεσία δικαστικής αστυνομίας επιβλέπει μεταξύ άλλων και κάθε ύποπτο προϊόν ή πρόσωπο.[7]

Επί της ίδιας αναφοράς παρέχονται πληροφορίες σχετικά με περιπτώσεις ατόμων που συνελήφθησαν ενώ προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν τη χώρα, εντούτοις ως καταγράφεται χαρακτηρίστηκαν σπάνιες, κατά το χρονικό πλαίσιο της παρούσας απάντησης. Πηγές ανέφεραν πως μια γυναίκα, ονόματι Jeanne Ndayishimiye, συνελήφθη στο αεροδρόμιο της Bujumbura, τον Απρίλιο του 2016 για παραβίαση της κρατικής ασφάλειας, λόγω τη συγγένειας της με τον εξόριστο διευθυντή του ραδιοφωνικού σταθμού Isanganiro. Πηγή ανέφερε πως ένας δικηγόρος ισχυρίστηκε πως η σύλληψη και η κράτηση της ήταν παράνομες καθώς δεν είχε κληθεί, ενώ σύμφωνα με άλλη πηγή τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες αναφορικά με τη σύλληψη και είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης για «παραβίαση της εσωτερικής κρατικής ασφάλειας» και πως μια μέρα πριν τη σύλληψη της αναρτήθηκαν στα κοινωνικά δίκτυα προς τους νεαρούς «Imbonerakure», τα στοιχεία της ίδιας και του οχήματος της προκειμένου να συλληφθεί. Επιπλέον, περιγράφεται η περίπτωση ενός παρατηρητή της Ligue Iteka (οργανισμός προάσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων) ο οποίος υπέστη εκφοβισμό από τις αρχές του Μπουρούντι:

«Τον Μάιο του 2016, άνδρες με αστυνομικές στολές μετέβησαν στο σπίτι του, παρόλο που [αυτός] είχε εγκαταλείψει την κατοικία του για λόγους ασφαλείας και είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψής του. [Αυτός] ανέφερε ότι τον παρακολούθησε μέχρι το αεροδρόμιο της Bujumbura, ο Désiré Uwamahoro, αρχηγός της ομάδας καταστολής ταραχών της αστυνομίας, καθώς προσπαθούσε να εγκαταλείψει την επικράτεια για να ξεφύγει από την SNR. Τελικά κατάφερε να επιβιβαστεί στην πτήση του πριν το ανακαλύψει η συνοριακή αστυνομία (FIDH και Ligue Iteka, Νοέμβριος 2016, 120).

Πηγές αναφέρουν ότι ο αρχηγός της ομάδας καταστολής ταραχών του Μπουρούντι, Désiré Uwamahoro, συνελήφθη στις 29 Οκτωβρίου 2016 στο αεροδρόμιο της Bujumbura από την SNR και κατηγορήθηκε για απάτη σε σχέση με τη διακίνηση χρυσού (RFI, 5 Νοεμβρίου 2016· RPA, 31 Οκτωβρίου 2016).»[8]

Παρόλο που οι ανωτέρω πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν ότι πραγματοποιούνταν παράνομες ενέργειες εναντίον ατόμων που θεωρούνταν μέλη της αντιπολίτευσης από κρατικές δυνάμεις και τη νεολαία του κυβερνώντος κόμματος, ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ενεργή συμμετοχή ως μέλος της αντιπολίτευσης, επομένως ο ισχυρισμός του απορρίπτεται.

Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή, το Δικαστήριο καταλήγει, ομοίως με τους Καθ΄ ων η αίτηση, στην απόρριψη του υπό εξέταση ισχυρισμού στο σύνολό του ως μη αξιόπιστου, αφού κρίνεται ότι οι δηλώσεις του Αιτητή δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικά περιστατικά.

Περαιτέρω τα έγγραφα που προσκόμισε δεν μπορούν να τεκμηριώσουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 867/2007 ημερ. 31 Οκτωβρίου 2008JEEVANTHA WICKRAMARACHCHI,  και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡ ΟΣΦΥΓΩΝ, "τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τον αιτητή είχαν μόνο υποστηρικτική σημασία και δεν μπορούν στη βάση των προσωπικών αυτών εγγράφων, να ενέχουν απόλυτη αξία".

Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην Έκθεση-Εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην Εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Έχει πολλάκις νομολογηθεί, ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του Αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI και ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του.[9] Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ.  υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08  Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει  να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".

Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v.Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία,Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλK.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Ως προς την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, σημειώνεται ότι το Μπουρούντι δεν συγκαταλέγεται ως χώρα υπό ενεργή ένοπλη σύρραξη στον επικαιροποιημένο χάρτη του «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm, μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενεργών ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο.[10]

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kirundo του Μπουρούντι, στην οποία εντάσσεται η πόλη Kiyonza, τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή. Κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 04/07/2026), όπου καταγράφηκαν 9 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 6 ανθρώπινες απώλειες.[11]

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το 2024 ο πληθυσμός στην επαρχία Kirundo είναι περίπου 478,492 κάτοικοι.[12]

Δεδομένων  των πιο πάνω, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην επαρχία Kirundo δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο καταγωγής και  συνήθους διαμονής του.

Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Από τα πιο πάνω, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί τέτοιες προϋποθέσεις ώστε, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην περιοχή προηγούμενης συνήθους διαμονής του, να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, αφού πρόκειται για άμαχο πολίτη, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία στη χώρα καταγωγής του.

Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή,  παρατηρώ ότι αυτός είναι υγιής, νεαρός άνδρας, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ικανός προς εργασία, με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Στη βάση των παραπάνω δεν προκύπτει ότι με την επιστροφή του στην πόλη Kiyonza, της επαρχίας Kirundo, ο Αιτητής θα έλθει αντιμέτωπος με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης βάσει του άρθρου 19 (2) (γ).

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα  δέουσας έρευνας  και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Υπό το φως των πιο πάνω η  προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. 

 

                                   

                                   

                                      Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] HRW - Human Rights Watch: World Report 2026, Burundi Events of 2025, https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/burundi [Ημερομηνία πρόσβασης 16/07/2026]

[2] Ibid

[3] HRW - Human Rights Watch: World Report 2026, Burundi Events of 2025, https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/burundi [Ημερομηνία πρόσβασης 16/07/2026]

[4] USDOS - US Department of State: 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Burundi, 12 August 2025, https://www.state.gov/reports/2024-country-reports-on-human-rights-practices/burundi/  [Ημερομηνία πρόσβασης 16/07/2026]

[5] Ibid

[6] USDOS - US Department of State: 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Burundi, 12 August 2025, https://www.state.gov/reports/2024-country-reports-on-human-rights-practices/burundi/  [Ημερομηνία πρόσβασης 16/07/2026]

[7] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Burundi: Airport security screening procedures for passengers boarding international flights; reports of persons sought by the authorities being stopped at the airport by security services (2016-March 2018) [BDI106073.FE], 14 March 2018
https://www.ecoi.net/en/file/local/1428586/489197_en.html [Ημερομηνία πρόσβασης 16/07/2026]

 

[8] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Burundi: Airport security screening procedures for passengers boarding international flights; reports of persons sought by the authorities being stopped at the airport by security services (2016-March 2018) [BDI106073.FE], 14 March 2018
https://www.ecoi.net/en/file/local/1428586/489197_en.html [Ημερομηνία πρόσβασης 16/07/2026]

[9] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf 

[10] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, αναζήτηση στην αρχική σελίδα: Armed conflicts 2024-2026/ Geography/ Countries, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/explore/ [Ημερομηνία Πρόσβασης 16/07/2026]

[11]Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Burundi, Kirundo, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 04.07.2026), Explorer | ACLED  [Ημερομηνία πρόσβασης 16/07/2026]

[12] City Population, Burundi: Administrative Division, https://www.citypopulation.de/en/burundi/admin  [Ημερομηνία πρόσβασης 16/07/2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο