A.H.Η. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1510/2025, 27/7/2026
print
Τίτλος:
A.H.Η. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1510/2025, 27/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                                                                                    Υπόθεση αρ. 1510/2025

27 Ιουλίου 2026

[ Β. ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.] 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

 

Μεταξύ:                                                     
                      A.H.Η. από τη Σομαλία και τώρα στη Λευκωσία

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Βασιλόπουλος Γιώργος, Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Βελίκοβα Λώρα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.

Ο Αιτητής είναι παρών.  Παρούσα  και  η Ζ. Αγαπίου  (κα) για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 30/04/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 22/05/2025 και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω, με την προσφυγή αιτείται έκδοση απόφασης επί της ουσίας, με την οποία να αναγνωρίζεται καθεστώς διεθνούς προστασίας στο πρόσωπό του.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (εφεξής «Δ.Φ.») που κατατέθηκε στο πλαίσιο των Διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, ο Αιτητής, ενήλικας υπήκοος Σομαλίας, υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 07/05/2024, η οποία καταχωρίστηκε αυθημερόν από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα (ερ. 3-1 και 9 του Δ.Φ.).

Ο Αιτητής παρέστη στην προγραμματισμένη πρωτοβάθμια συνέντευξή του την 14/04/2025. Η συνέντευξη διεξήχθη από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 14/04/2025 υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας (ερ. 54-37 και 104-69 του Δ.Φ.).

Στις 30/04/2025 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και την επιστροφή του στην Σομαλία. (ερ. 105 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, στις 22/05/2025, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή την 22/05/2025, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί.

Στη συνέχεια, την 19/06/2025, ο Αιτητής, δια του συνηγόρου του, καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Στο δικόγραφο της αίτησης ακύρωσης ο συνήγορος του Αιτητή προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, εκ των οποίων προωθεί με την γραπτή και απαντητική του αγόρευση τους εξής:

Α. Την έλλειψη διεξαγωγής δέουσας έρευνας ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και δη ως προς την κατάσταση της υγείας του, όπως και αναφορικά με την επικρατούσα ανθρωπιστική κατάσταση και κατάσταση ασφαλείας στην Σομαλία,

Β. Την έλλειψη δέουσας και/ή επαρκούς αιτιολογίας, κατά παράβαση του περί Προσφύγων Νόμου,

Γ. Την λήψη της απόφασης από αναρμόδιο και/ή παρανόμως και/ή αντικανονικά συγκροτημένο διοικητικό όργανο, κατά παράβαση του Περί Προσφύγω Νόμου και των γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου,

Δ. Την παράλειψη υπαγωγής και/ή την πλημμελή ή λανθασμένη υπαγωγή των γεγονότων στα κριτήρια που θέτει ο νόμος περί της συμπληρωματικής προστασίας,

Ε. Την πλάνη περί τα πράγματα κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ωστόσο κατά τις διευκρινίσεις ο συνήγορος του Αιτητή περιόρισε τους νομικούς του ισχυρισμούς μόνο σε ζητήματα ουσίας και ιδιαίτερα στην απουσία αξιολόγησης των ειδικών περιστάσεων του Αιτητή που αφορούν στην υγεία του σε συνάρτηση με την κατάσταση ασφάλειας στο τόπο διαμονής του .

Οι Καθ' ων η αίτηση στην Ένστασή τους υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης πράξης, υποστηρίζοντας ότι ελήφθη από αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, των αρχών του Διοικητικού Δικαίου και τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της εξουσίας που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη.

Στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση επαναλαμβάνουν την θέση τους περί ορθότητας και νομιμότητας της επίδικης απόφασης. Αντικρούοντας τους λόγους ακύρωσης που εκτέθηκαν από τον συνήγορο του Αιτητή, υποστηρίζουν πως οι λόγοι που επικαλέστηκε ο Αιτητής ως προς την ουσία του αιτήματός του δεν συνάδουν με τις προϋποθέσεις του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να αποδείξει βάσιμους λόγους δίωξης όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου, ή ότι μπορεί να τύχει του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας όπως προβλέπεται στο άρθρο 19 (2) του ίδιου Νόμου. Υποστηρίζουν πως προηγήθηκε δέουσα έρευνα και συνεκτιμήθηκε το ζήτημα υγείας του Αιτητή κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, εισηγούνται την απόρριψη των ισχυρισμών περί πλάνης περί τα πράγματα και περί έλλειψης δέουσας αιτιολογίας ως αβάσιμων. Τέλος, τοποθετούνται στο ότι ορθώς συνεκτιμήθηκαν οι προσωπικές περιστάσεις και το προφίλ του Αιτητή και ορθώς ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα της μη υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Καταληκτικά, οι Καθ’ ων η αίτηση εισηγούνται όπως η υπό εξέταση προσφυγή απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων προσφυγής με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση.

 Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως. 

«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας.  Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

O συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις.( Απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636)

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

 

Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς  χαρακτηρίζονται  οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

 Όπως επισημάνθηκε, αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).

Η γενική αυτή νομολογιακή αρχή θα πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω υπό το φως του ειδικού δικαίου που διέπει τη διαδικασία εξέτασης μίας αιτήσεως ασύλου και των αρχών που θεσπίζει τόσο η εθνική όσο και η ενωσιακή νομοθεσία. Συναφές εν προκειμένω είναι το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας των αιτητών ασύλου να τεκμηριώσουν με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή τους, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI:EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη, οι Καθ' ων αντιτάσσουν ότι η Υπηρεσία Ασύλου βασίστηκε σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αναλύθηκαν και επεξηγήθηκαν από τον Αιτητή. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση εξέτασαν ουσιαστικά την αίτηση του Αιτητή και όλα όσα είχε θέσει ο Αιτητής με τους ισχυρισμούς του και στάθμισαν και αξιολόγησαν πλήρως τα ενώπιον τους δεδομένα και ουδέποτε ενήργησαν υπό πλάνη.

Έχει νομολογηθεί ότι δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η Διοίκηση σταθμίζει και αξιολογεί στοιχεία και γεγονότα όπως αυτά τίθενται ενώπιον της προς κρίση. Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.  Όταν η πλάνη του αρμόδιου οργάνου έγκειται στην λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου, τότε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου πάσχει διότι η πλάνη του αυτή οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και κατά συνέπεια με αυτό τον τρόπο συντρέχει πλάνη περί το Νόμο.

Περαιτέρω θα πρέπει να αναφερθεί ότι  το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για ύπαρξη πλάνης το έχει ο Αιτητής (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ήτοι της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενη στο ορθό νομικό υπόβαθρο όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί νομικής και πραγματικής πλάνης ή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πεπλανημένα κριτήρια απορρίπτεται.

Περαιτέρω στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα όσων ο Αιτητής  δήλωσε με την αίτησή του για διεθνή προστασία, κατά τη διάρκεια των  συνεντεύξεων  ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου  και όσων προβάλει με την παρούσα Προσφυγή.

Κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό, να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε o Αιτητής στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.

Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 07/05/2024, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι η περιοχή όπου διέμενε βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Al Shabaab και το 2016 είχαν δολοφονήσει τον πατέρα του, προσθέτοντας ότι στη συνέχεια αναχώρησε και από την Τουρκία επειδή δεν μπορούσε πλέον η μητέρα του να αντεπεξέλθει οικονομικά στα δίδακτρα των σπουδών του (ερυθρό 1 του  «Δ.Φ.»).

Εν συνεχεία, την 16/07/2024 διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας του Αιτητή, από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, μέσα από σχετική συνέντευξη. Η λειτουργός παρέπεμψε τον Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου και στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ως άτομο πάσχον από σοβαρή ασθένεια και δικαιούχο ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και ειδικών συνθηκών υποδοχής, σημειώνοντας πως ο Αιτητής πάσχει από Ηπατίτιδα και ως εκ τούτου η επίσπευση του προγραμματισμού της συνέντευξής του συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον του (ερ. 21-23 του Δ.Φ.)  Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αυτής, ο Αιτητής δήλωσε πως στο χωριό όπου ζούσε είχαν τον έλεγχο μέλη της Al Shabaab, τα οποία στρατολογούσαν δια της βίας νέους από την περιοχή και όταν απευθύνθηκαν στην μητέρα του προκειμένου να προσχωρήσει και ο ίδιος στην ομάδα τους, εκείνη κανόνισε ώστε να φύγει ο Αιτητής από την χώρα. Πρόσθεσε επίσης πως δεν αντιμετώπισε κάποιο προσωπικό πρόβλημα και πως στη συνέχεια σπούδασε για τρία χρόνια στην Τουρκία, εντούτοις δεν συνέχισε τις σπουδές του καθότι ο θείος του και η μητέρα του που τον στήριζαν οικονομικά αδυνατούσαν να πληρώνουν τα δίδακτρα. Τέλος, ως προς την κατάσταση της υγείας του, δήλωσε πως διαγνώστηκε με Ηπατίτιδα και αναμένει το προγραμματισμένο ραντεβού με τον ιατρό του, προσθέτοντας πως αισθάνεται καλά και δεν τον επηρεάζει στην καθημερινή του ζωή, πλην κάποιων προβλημάτων με το συκώτι του, για τα οποία ο γιατρός του είχε εξηγήσει πως δεν αφορούν κάτι σοβαρό  (ερ. 31- 29 Δ.Φ.).

Κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξη η οποία διεξήχθη την 14/04/2025 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς την 19/09/1999 στην περιοχή El Adde, Gedo της νοτιοδυτικής Σομαλίας, η οποία αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην χώρα καταγωγής του (βλ. ερ. 48 2χ του Δ.Φ.). Δήλωσε επίσης ότι ανήκει στην φυλή Marehan και είναι Μουσουλμάνος Σουνίτης ως προς το θρήσκευμα (ερ. 50 3χ του Δ.Φ.).  Ομιλεί Αγγλικά και Τούρκικα και αναφορικά με το οικογενειακό του περιβάλλον ο Αιτητής δήλωσε πως η μητέρα και τα δύο μικρότερα αδέρφια του διαμένουν στο El Adde, ο πατέρας του απεβίωσε το 2016 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και έχει έναν θείο από την μητρική πλευρά στην Γερμανία ( ερ. 49 3χ και ερ.  48 3χ και ερ. 47 1-2χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής αναχώρησε από την χώρα καταγωγής του στις 26/12/2020, σπούδασε στην Τουρκία μέχρι τις 12/04/2024 και στη συνέχεια, μέσω των μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών, αφίχθη χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία την 14/04/2024 (ερ. 46 1χ-2χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς σχετικά με τους λόγους που επέλεξε να ταξιδέψει στην Κύπρο μετά την διακοπή των σπουδών του στην Τουρκία, ο Αιτητής ανέφερε πως στην χώρα καταγωγής του θα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και επιπλέον επικρατεί ακόμα ανασφάλεια, πρόσθεσε δε πως κατά την παραμονή του στην Δημοκρατία σκόπευε να εργαστεί προκειμένου να υποστηρίξει την μητέρα και τα αδέλφια του (ερ. 46 3χ και ερ. 45 2χ του Δ.Φ.).

Ως προς την κατάσταση της υγείας του, ο Αιτητής δήλωσε πως πάσχει από Ηπατίτιδα, έλαβε τρεις ενέσιμες δόσεις φαρμάκων και πως, σύμφωνα με τις υποδείξεις του γιατρού του, δεν χρειαζόταν πλέον φαρμακευτική αγωγή. Πρόσθεσε πως στο παρελθόν είχε κατά περιόδους κοιλιακό άλγος, αλλά κατά την παραμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία επισκέπτεται σε τακτική βάση γιατρό και με την αγωγή που έλαβε δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα, αισθάνεται πολύ καλύτερα και η ασθένεια δεν τον επηρεάζει στις καθημερινές του δραστηριότητες (ερ. 52 και ερ. 51 Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και δη κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησής του, ο Αιτητής δήλωσε πως στην περιοχή όπου ζούσε επικρατούσε ανασφάλεια λόγω της παρουσίας της Al Shabaab, μέλη της οποίας ασκούσαν πιέσεις σε κατοίκους προκειμένου είτε να ενταχθούν στην ομάδα τους είτε να εγκαταλείψουν την περιοχή. Η μητέρα του Αιτητή, επειδή είχε δυο γιους και τα μέλη της Al Shabaab θα ζητούσαν να στρατολογηθεί ο μεγαλύτερος σε ηλικία, αποφάσισε να κανονίσει την διαφυγή του Αιτητή στο εξωτερικό. Ο Αιτητής, στη συνέχεια, πρόσθεσε πως ο δεύτερος λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε την Σομαλία ήταν το γεγονός ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο οποίος φρόντιζε για την οικονομική επιβίωση της οικογένειας, ο Αιτητής αναμένεται να τους υποστηρίξει, δεδομένου ότι και η περιοχή στην οποία ζει η μητέρα του δεν είναι ασφαλής και δεν έχει πρόσβαση ούτε σε διαδίκτυο. Εξέφρασε, τέλος, πως, σε περίπτωση που επιστρέψει στην μητέρα του, θα την εξαναγκάσουν να παραδώσει τον Αιτητή στην ομάδα τους (ερ. 44 1χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς, στη συνέχεια, σχετικά με την παρουσία των Al Shabaab στην περιοχή καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε πως είναι μια τρομοκρατική ομάδα η οποία δραστηριοποιείται και στην περιοχή του, βομβαρδίζουν και επηρεάζουν την ζωή των κατοίκων, την εκπαίδευση και την ασφάλειά τους, αναγκάζουν μαθητές στον δρόμο για το σχολείο να κόψουν τα μαλλιά τους ή τους φυλακίζουν, ενώ πολλοί κάτοικοι του Gedo έχουν πεθάνει εξαιτίας τους. Πρόσθεσε πως, το 2017 μέλη της Al Shabaab περίμεναν έξω από το σχολείο τους και έκοψαν τα παντελόνια όλων των αγοριών που βρίσκονταν εκεί. Ερωτηθείς εάν του συνέβη κάτι άλλο μετά το περιστατικό αυτό, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, διευκρινίζοντας πως δεν του απευθύνθηκε ποτέ προσωπικά κάποιο μέλος της Al Shabaab, αλλά γνώριζε πως ζητούν από όλους τους γονείς που έχουν αγόρια να στρατολογηθούν τα παιδιά τους στην ομάδα τους, ειδάλλως θα φυλάκιζαν τους γονείς (ερ. 43 1χ-3χ Δ.Φ.).

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού, ο Αιτητής δήλωσε πως η Al Shabaab επεδίωκε να στρατολογεί αγόρια προκειμένου να τα εκπαιδεύει να χειρίζονται όπλα ώστε να πολεμήσουν κατά της κυβέρνησης, ενώ, ως προς την δική του περίπτωση, ο Αιτητής διευκρίνισε πως είχαν προσεγγίσει 2-3 φορές την μητέρα του στο σημείο όπου πωλούσε λαχανικά και εκείνη είχε αρνηθεί να στρατολογηθεί ο γιος της, με τελευταία όχληση από πλευράς τους τον Ιούνιο-Ιούλιο 2019. Σε διευκρινιστική ερώτηση σχετικά με την αντίδρασή τους στην άρνηση της μητέρας του, ο Αιτητής δήλωσε ότι της φώναξαν, ενώ κατά την επισήμανση του λειτουργού ότι προηγουμένως είχε αναφέρει πως σε περίπτωση άρνησης συνήθιζαν να φυλακίζουν τους γονείς, ο Αιτητής εξήγησε πως φυλάκιζαν συνήθως τους πατεράδες (ερ. 42 1χ- 3χ). Στη συνέχεια, αναφορικά με τo ότι ο Αιτητής αναχώρησε τελικά από την χώρα τον Δεκέμβριο του 2020, ήτοι πάνω από ένα έτος αφού δέχθηκε την τελευταία λεκτική απειλή η μητέρα του, ο Αιτητής δήλωσε πως δεν του συνέβη κάτι αυτό το διάστημα, απλά αναχώρησε για την Τουρκία προκειμένου να σπουδάσει (ερ. 42 4χ-5χ Δ.Φ.). Στη συνέχεια, σε διαδοχικές ερωτήσεις του αρμόδιο λειτουργού σχετικά με το εάν μέλη της Al Shabaab γνώριζαν προσωπικά τον Αιτητή, ή τον είχαν προσεγγίσει, ή εάν είχαν επικοινωνήσει προσωπικά μαζί του με οποιονδήποτε τρόπο ή εάν τον είχαν βλάψει ή απειλήσει προσωπικά με οποιονδήποτε τρόπο, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας πως σε περίπτωση που επιστρέψει, ενδέχεται να ζητήσουν ξανά να ενταχθεί σε αυτούς (ερ. 41 1χ και ερ. 40 1χ). Αναφορικά με το εάν συνέβη κάτι στην μητέρα του ή σε άλλο μέλος της οικογένειάς του αφότου εγκατέλειψε την Σομαλία, ο Αιτητής απάντησε πως η μητέρα του τους είχε ανακοινώσει πως δεν γνωρίζει πού βρίσκεται ο γιος της και πως ο ίδιος δεν επέλεξε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της Σομαλίας, επειδή δεν θα μπορούσε να εργαστεί ώστε να βοηθήσει την οικογένειά του (ερ. 40 2χ Δ.Φ.).

Εν συνεχεία, σε σχετικές ερωτήσεις του λειτουργού για το εάν είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την χώρα του ακόμα και στην περίπτωση που η μητέρα του μπορούσε να συντηρηθεί οικονομικά, ο Αιτητής απάντησε πως η περιοχή όπου ζει η μητέρα του δεν είναι καλή και πως ο λόγος για τον οποίον δεν σκέφτηκε την μετεγκατάσταση είναι το ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις εργασίας στην χώρα του και, προκειμένου να σπουδάσει και να κατορθώσει να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του, θα αναχωρούσε ακόμα και στην περίπτωση που δεν υπήρχε παρουσία των Al Shabaab στην περιοχή, καθώς, σε αντίθετη περίπτωση, η ζωή που θα του επιφυλασσόταν θα ήταν πολύ δύσκολη οικονομικά (ερ. 39 1χ-4χ του Δ.Φ.).

Ερωτηθείς σχετικά με το τι θα του συνέβαινε σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε πως δεν έχει κάπου να πάει, δεδομένου ότι η πόλη του δεν είναι ασφαλής, ενώ, από οικονομικής πλευράς η ζωή του δεν θα είναι εύκολη (ερ. 39 5χ Δ.Φ.).

Τέλος, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε στον Αιτητή ότι κατά την αρχική υποβολή του αιτήματός του είχε καταγράψει πως ο πατέρας του είχε δολοφονηθεί από τους Al Shabaab, ενώ κατά την συνέντευξη δήλωσε πως σκοτώθηκε σε ατύχημα και, κληθείς να εξηγήσει αυτούς τους ισχυρισμούς, ο Αιτητής απάντησε πως ο πατέρας του σκοτώθηκε από έκρηξη βόμβας καθώς οδηγούσε, συνεπώς, μολονότι δεν ήταν στοχευμένη η δολοφονία του, δεδομένου ότι οι Al Shabaab σχετίζονταν με εκρήξεις βομβών στην περιοχή, για την οικογένειά του θεωρήθηκε ότι ο θάνατός του σχετίζεται με πράξη των Al Shabaab (ερ. 38 1χ-2χ Δ.Φ.).

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή o αρμόδιος λειτουργός σημείωσε πως το πρόβλημα υγείας που ανέφερε ο Αιτητής κατά την συνέντευξή του ελήφθη υπόψιν τόσο κατά την διάρκεια της συνέντευξης, όσο και στο πλαίσιο της Έκθεσης-Εισήγησης (ερ. 103 Δ.Φ.). διέκρινε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος (1ος) αφορούσε το προφίλ του Αιτητή και την περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής του, ήτοι την El Adee, Gedo Region, ο δεύτερος (2ος) αφορούσε την γενικά επικρατούσα κατάσταση στην χώρα καταγωγής του και ο τρίτος (3ος ) τον ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε την χώρα του για λόγους εκπαιδευτικού και οικονομικού περιεχομένου.

 

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, οι απαντήσεις του Αιτητή σχετικά με την περιοχή καταγωγής του και τις γειτονικές πόλεις, την κυβέρνηση της Σομαλίας, την κατάσταση της υγείας του και την ύπαρξη του νοσοκομείου El Adde General Hospital (South of the city), κρίθηκαν ως επαρκώς ικανοποιητικές και ακριβείς, επιβεβαιώνονται δε από τα προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι α) το πρωτότυπο διαβατήριο, β) την επιστολή των Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας από 28/06/2024 με διάγνωση περί Ηπατίτιδας (χωρίς προσδιορισμό του είδους) και γ) τις από 24/05/2024 εργαστηριακές αναλύσεις που υπέβαλε από το Κέντρο Ειδικών Λοιμώξεων του Μακάριου Νοσοκομείου που προσδιορίζουν ότι πάσχει από Ηπατίτιδα Β (ερ. 99 Δ.Φ.). Συμπερασματικά, δεδομένου ότι οι δηλώσεις του στοιχειοθετούν την εσωτερική αξιοπιστία και συνάδουν με αντίστοιχες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό σχετικά με την επικράτηση γενικής ανασφάλειας στην χώρα καταγωγής του, ο λειτουργός σημείωσε πως ο Αιτητής ανέφερε πως τα μέλη της Al Shabaab ασκούσαν μεγάλη πίεση  στους κατοίκους της περιοχής όπου διέμενε, προκειμένου είτε να στρατολογηθούν, είτε να εγκαταλείψουν την περιοχή οι νεαροί άρρενες και πως, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή, από τον Ιούνιο ή Ιούλιο του 2019 που ζητήθηκε από την μητέρα του να παραδώσει τον πρωτότοκο γιο της στους Al Shabaab, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2020 κατά τον οποίον ο Αιτητής αναχώρησε από την Σομαλία προκειμένου να σπουδάσει, δεν συνέβη τίποτε άλλο, υπογραμμίζοντας πως ο κύριος λόγος που εγκατέλειψε την χώρα του ήταν η εκπαίδευσή του (ερ. 96 Δ.Φ.). Ο λειτουργός σημειώνει, επίσης πως, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή, το περιστατικό που συνέβη στους άρρενες μαθητές το 2017 δεν αποτελούσε στοχευμένη πρακτική εναντίον του Αιτητή, πως ο ίδιος δεν προσεγγίστηκε ποτέ προσωπικά από μέλη της οργάνωσης, ούτε αντιμετώπισε ποτέ ο ίδιος ή μέλος της οικογένειάς του κάποιο προσωπικό πρόβλημα από την οργάνωση. Οι εν λόγω ισχυρισμοί κρίθηκαν ως συνεκτικοί και λεπτομερείς από τον λειτουργό και ως εκ τούτου δέχθηκε ότι πληρούται η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έκρινε πως οι δηλώσεις του Αιτητή αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης, συμπερασματικά, δεδομένης της στοιχειοθέτησης της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας, ο λειτουργός κάνει τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό αποδεκτό (ερ. 95 και ερ. 94 Δ.Φ.).

 

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ότι εγκατέλειψε την Σομαλία για εκπαιδευτικούς και οικονομικούς λόγους, ο λειτουργός, αξιολογώντας τις απαντήσεις και σχετικές δηλώσεις του Αιτητή έκρινε ότι διακρίνονται από ειλικρίνεια, σημειώνοντας, περαιτέρω, ότι ο Αιτητής επιβεβαίωσε πως ούτε ο θάνατος του πατέρα του από βομβιστική επίθεση σχετίζεται με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Συμπερασματικά, αξιολογώντας πως οι δηλώσεις του Αιτητή αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως η εσωτερική αξιοπιστία συνάδει με την εξωτερική και ως εκ τούτου κάνει και τον εν λόγω ισχυρισμό αποδεκτό (ερ. 93 και ερ. 92 Δ.Φ.).

 

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια των ισχυρισμών που έγιναν δεκτοί, ήτοι στη βάση του προσωπικού προφίλ και της περιοχής διαμονής του Αιτητή, στη βάση της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του και στη βάση των εκπαιδευτικών και οικονομικών κινήτρων που επικαλέστηκε ως λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του. Στο πλαίσιο αυτό, συνεκτιμήθηκαν οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής, ως ενήλικας που δεν φέρει κάποια ευαλωτότητα ούτε κάποιο πρόβλημα υγείας που να επηρεάζει την μνήμη του, ο οποίος περαιτέρω διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο στην χώρα καταγωγής του και αξιόλογο εκπαιδευτικό υπόβαθρο, αποτελεί αυτόνομο άτομο, ικανό να εργαστεί, να εξασφαλίσει τα μέσα για την οικονομική του επιβίωση και να εγγυηθεί ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του (ερ. 90 Δ.Φ.). Ειδικότερα, ως προς την κατάσταση της υγείας του και την σχετική δυνατότητα φαρμακευτικής περίθαλψης στην Σομαλία, ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τα ιατρικά έγγραφα και τις δηλώσεις του Αιτητή ότι πλέον διάγει φυσιολογική ζωή, χωρίς ανάγκη λήψης περαιτέρω θεραπείας και χωρίς ιδιαίτερες δυσχέρειες σχετιζόμενες με την υγεία του, όπως και τα ευρήματα από εξωτερικές πηγές σχετικά με το σύστημα υγείας στην Σομαλία και την πρόσβαση ατόμων με Ηπατίτιδα Β σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και θεραπεία, έκρινε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του θα έχει πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ως εκ τούτου δεν κρίνεται ότι υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής θα υποβληθεί σε μεταχείριση που θα μπορούσε να ισοδυναμεί με δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σχετιζόμενη με το προφίλ και την κατάσταση της υγείας του (ερ. 89-85 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, ως προς την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην Σομαλία, ο λειτουργός παρέθεσε πηγές που επιβεβαιώνουν ότι επικρατεί έκρυθμη και ασταθής κατάσταση εξαιτίας των ένοπλων συγκρούσεων μεταξύ του Σομαλικού Εθνικού Στρατού και την αντικυβερνητική οργάνωση Al Shabaab, η οποία επιδίδεται σε βίαιες  και αδιάκριτες επιθέσεις και επιδρομές, ενώ σημειώνονται επίσης ενδοκοινοτικές συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών φυλών (ερ. 84-82 Δ.Φ.). Συγκεκριμένα, ως προς την περιοχή Gedo, ο λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές που αναφέρουν ότι η περιοχή Gedo βρίσκεται στην νοτιοδυτική γωνία της χώρας, έχει χαμηλό βιοτικό επίπεδο και αυτό ενισχύει τις ενδημικές κοινοτικές συγκρούσεις μεταξύ των φυλών για έλεγχο των πόρων και των εμπορικά σημαντικών πόλεων. Οι επικαλούμενες πηγές επιβεβαιώνουν, περαιτέρω, ότι η φυλή Marehan, στην οποία ανήκει ο Αιτητής, ως ασκούσα «ηγεμονικό έλεγχο» στην περιοχή, εμπλέκεται σε συγκρούσεις με τις φυλές Garre και Rahanwen, ενώ αποτελεί και την κύρια φυλή από την οποία στρατολογεί μέλη η οργάνωση της Al Shabaab στην περιοχή (ερ. 82 Δ.Φ.). Συμπερασματικά, αξιολογώντας τα ευρήματα αναφορικά με το πλήθος των περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή, τις απώλειες αμάχων, τους εξαναγκαστικούς εκτοπισμούς πληθυσμών από την περιοχή Gedo (250 άτομα εκτοπίστηκαν από την Gedo μόνο μεταξύ Δεκεμβρίου 2022 και Μαρτίου 2023), καθώς  τις επιπτώσεις των επιθέσεων, ενεδρών και παρεμπόδισης της ανθρωπιστικής βοήθειας στους αμάχους, ο λειτουργός κάνει αποδεκτό ότι συντρέχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι πως εάν ο Αιτητής επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως απόρροια της κατάστασης ανασφάλειας στην περιφέρεια Gedo (ερ. 81- 79 Δ.Φ.). Ωστόσο εν συνεχεία, σημειώνει πως, αν και παρατηρούνται περιστατικά αδιάκριτης βίας στην περιοχή, δεν παρατηρούνται σε υψηλό επίπεδο και ως εκ τούτου θα πρέπει να αναζητηθεί η συνδρομή υψηλότερου επιπέδου προσωπικών περιστάσεων ώστε να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Σύμφωνα με τον λειτουργό, ο Αιτητής δεν κατάφερε να θεμελιώσει ότι υπέστη οποιαδήποτε, άμεσα συναρτώμενη με το προφίλ του, παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων είτε σε προσωπικό επίπεδο ή και εις βάρος μέλους της οικογένειάς του, ωστόσο, κρίθηκε ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό πως ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως απόρροια της κατάστασης ασφαλείας στην Σομαλία (ερ. 78-77 Δ.Φ.).

Κατά το στάδιο της νομικής ανάλυσης, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ του Αιτητή, και της αξιολόγησης κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για χορήγηση προσφυγικού καθεστώτος στον Αιτητή, δεδομένου ότι στο πρόσωπό του δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με την εθνικότητα, τη φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή τις πολιτικές πεποιθήσεις, όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου.

Πρόσθεσε δε, ότι ο επικαλούμενος φόβος δίωξης που άπτεται αποκλειστικά των οικονομικών λόγων, δεν συνιστά βάσιμο λόγο προς θεμελίωση της αίτησης προκειμένου να αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς επικαλέστηκε γενικά οικονομικά μέτρα και συνθήκες που πλήττουν στο σύνολο του πληθυσμού, χωρίς διάκριση. (ερ. 76 Δ.Φ.).

Περαιτέρω, ως προς την αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο ότι:

Α) Σε περίπτωση επιστροφής στην Σομαλία, ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ως το άρθρο 19 (2) (α) προνοεί.

Β) Σε περίπτωση επιστροφής στην Σομαλία, ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ως το άρθρο 19 (2) (β) προνοεί.

Γ) Σε περίπτωση επιστροφής στην Σομαλία, ο Αιτητής  δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως το άρθρο 19 (2) (γ) προνοεί, αφού η χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα το Gedo Region, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. (ερ. 75 Δ.Φ.). Προς επίρρωση της αξιολόγησής του, ο αρμόδιος λειτουργός ανέλυσε τα επιμέρους στοιχεία του άρθρου 15 (γ) που συνθέτουν τα κριτήρια παροχής συμπληρωματικής προστασίας, ήτοι τα στοιχεία περί εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αδιάκριτης άσκησης βίας και σοβαρής και προσωπικής απειλής, συνεκτιμώντας και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, την δυνατότητα προστασίας και οικονομικής επιβίωσης και την ύπαρξη οικογενειακού υποστηρικτικού περιβάλλοντος, και κατέληξε στο ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (ερ. 74- 70 Δ.Φ.).

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ενόψει των ανωτέρω, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης επί τη βάσει του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή

 

Αρχικά, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον τρόπο που σχημάτισαν τους ισχυρισμούς του Αιτητή.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, λαμβάνοντας  υπόψιν τις δηλώσεις του καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι η γενική αξιοπιστία του  συνηγορεί στην υποστήριξη των ισχυρισμών του. Ωστόσο το αφήγημα του  Αιτητή δεν κρίνεται επαρκές προς στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων υπαγωγής του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

Αναφορικά με την στρατολόγηση του στην Αλ Σαμπάμπ συντάσσομαι με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, ήτοι ότι ο Αιτητής δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό με τις δηλώσεις του περί στοχοποίησης του από την Αλ Σαμπάμπ, κανένας δεν τον προσέγγισε προσωπικά, ούτε επικοινώνησε με τον ίδιο, ούτε απειλήθηκε ποτέ και ουδέποτε του συνέβη οτιδήποτε επειδή δεν εντάχθηκε στους κόλπους της Αλ Σαμπάμπ και εν τέλει δεν βίωσε κάποιο περιστατικό που να δικαιολογεί την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς  προστασίας. 

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού,  το Δικαστήριο προέβη και σε δική του έρευνα  σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την στρατολόγηση από μέλη της Αλ Σαμπάμπ και τις συνέπειες άρνησης. Συμπεραίνει το Δικαστήριο ότι παρόλο που πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν το γενικότερο πλαίσιο στρατολόγησης ανδρών, δεν δύναται να γίνει συσχέτιση με τους ισχυρισμούς του αιτητή. 

 

Πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, σύμφωνα με τη Zakia Hussen, πρώην Αναπληρώτρια Γενική Επίτροπο της Αστυνομίας, η οποία έδωσε συνέντευξη για την παρούσα έκθεση, η στρατολόγηση της Al-Shabaab λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές περιοχές, ανάλογα με το επίπεδο ελέγχου που ασκεί η οργάνωση σε κάθε τόπο και με τις ανάγκες που έχει σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Η οργάνωση στρατολογεί κυρίως πρόσωπα από  μειονοτικές ομάδες (η φυλή του αιτητή είναι είναι η κυρίαρχη ομάδα στη περιοχή), και στρατολογεί μαχητές και βομβιστές αυτοκτονίας, καθώς και πληροφοριοδότες και άτομα που παρέχουν υλικοτεχνική ή άλλη υποστήριξη.[1]

Όπως ωστόσο προκύπτει η αναχώρηση του Αιτητή από τη χώρα καταγωγής του αφορά κυρίως την εκπαίδευση του και την ανάγκη να υποστηρίξει οικονομικά την οικογένεια του. Εξάλλου ο ίδιος δήλωσε πως   ταξίδευσε στη Τουρκία όπου φοιτούσε σε πανεπιστήμιο για 3 χρόνια και ο λόγος που διέκοψε την φοίτηση του εκεί ήταν η αδυναμία της μητέρας και του θείου του να καλύψουν τα δίδακτρα του. Παρατηρώ πως κατά την διάρκεια της συνέντευξης δεν γίνεται επίκληση κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο οιωνδήποτε κρίσιμων στοιχείων και περιστατικών από τα οποία να μπορεί να τεκμηριωθεί κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο η συνδρομή πραγματικού, προσωπικού και ενεστώτος κινδύνου.

Συνεπώς συντάσσομαι με την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου  αναφορικά με την νομική αξιολόγηση που αφορά στο καθεστώς του πρόσφυγα  όσο και το καθεστώς συμπληρωματικής προστασία σύμφωνα με το αρ 19 (α και β).

Περαιτέρω αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι δεν αξιολογήθηκε  από τον  αρμόδιο λειτουργό η κατάσταση της υγείας του σε συνάρτηση με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής κρίνω πως αυτός δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε την κατάσταση της υγείας του και αιτιολόγησε πλήρως την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου στην έκθεση / εισήγηση ήτοι στις σελ. 35 και 36 (ερ. 70,71 Δ.Φ. ).

Συγκεκριμένα παρατηρώ πως κατά την συνέντευξη του αναφορικά με την αξιολόγηση ευαλωτότητας ο Αιτητής ανάφερε πως διαγνώστηκε με ηπατίτιδα ωστόσο δεν γνώριζε τον τύπο και πως ο ιατρός του ανέφερε πως δεν ήταν σοβαρό ωστόσο παραπέμφθηκε για ιατρική παρακολούθηση ( ερ. 29 του Δ.Φ.). Κατά τη συνέντευξη  του ανέφερε πως επισκέφτηκε ιατρό έλαβε ενέσιμη θεραπεία και ότι δεν χρειαζόταν πλέον φαρμακευτική αγωγή όπως του ανέφερε ο θεράπων ιατρός του. (ερ. 52 του Δ.Φ.) Συνεπώς ορθά ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τη κατάσταση της υγείας του, ότι είναι ικανός προς εργασία, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ενδείξεις ευαλωτότητας δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Επιπροσθέτως, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτήτης εξακολουθεί να έχει μέλη της οικογένειάς του στη περιοχή καταγωγής, με τα οποία διατηρεί επικοινωνία, και τα οποία συγκροτούν ένα ισχυρό οικογενειακό και υποστηρικτικό δίκτυο. Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τις προσωπικές καταστάσεις και το προφίλ του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Αιτητής δεν ανέφερε κανένα πρόβλημα που έχει αντιμετωπίσει η οικογένειά του λόγω της κατάστασης ανασφάλειας, καθώς και ότι δεν προκύπτουν παράγοντες που θα μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του προς εργασία, επισημαίνοντας συγχρόνως την ύπαρξη του θείου του Αιτητή στη περιοχή, ο οποίος εργάζεται και έχει στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του, και ως εκ τούτου συμπεραίνει το Δικαστήριο ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι ο Αιτητής θα υποστεί κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή ότι το επίπεδο διαβίωσης του θα επηρεαστεί δυσμενώς σε περίπτωση επιστροφής στο τόπο συνήθους διαμονής του.

 

Περαιτέρω, αναφορικά με το κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας το Άρθρο 15(γ) της Οδηγίας για αναγνώριση προσώπων ως δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει πως «σοβαρή απειλή» σημαίνει η «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης

Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν τα στοιχεία που συνιστούν τη διάταξη και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά για να τύχει εφαρμογής η εν λόγω πρόνοια. Η ευρωπαϊκή οδηγία δεν παρέχει ορισμό του στοιχείου της «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης», εντούτοις στην υπόθεση Aboubacar Diakite ν. Commissaire general aux refugies et aux apatrides, C-285/12 το ΔΕΕ ερμηνεύοντας την έννοια «ένοπλη σύρραξη» κατέληξε πως πρέπει να δοθεί μια ερμηνεία, αυτόνομη από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, καθώς επίσης έθεσε ένα κατώτατο επίπεδο/όριο (low hreshold) ως προς το κατά πόσο μια «ένοπλη σύρραξη» λαμβάνει χώρα, αναφέροντας στη σκέψη 35:

«[.] το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως πρέπει να γίνεται δεκτή, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, όταν οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή όταν δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός της συρράξεως αυτής ως ένοπλης συρράξεως που δεν έχει διεθνή χαρακτήρα, υπό την έννοια του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, και χωρίς η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργανώσεως των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων ή η διάρκεια της συρράξεως να αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς εκτιμήσεως σε σχέση με την εκτίμηση του βαθμού βίας που δεσπόζει στην οικεία επικράτεια.»

Περαιτέρω όμως, μια επιπλέον και καθοριστική προϋπόθεση για τη εφαρμογή του άρθρου 15 (γ) είναι η ύπαρξη «αδιάκριτης άσκησης βίας» αφού όπως αναφέρθηκε η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» αποτελεί μεν αναγκαία, αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση όπως τονίζεται και στη δικαστική ανάλυση του EASO. Θα πρέπει συνεπώς να εκτιμάται τόσο η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης (διεθνούς ή εσωτερικής) όσο και ο βαθμός της βίας, αφού όπως επισημάνθηκε από το ΔΕΕ, στην απόφαση του στην Diakité (σκέψη 30):

«Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43).»

Σε σχέση με τον ορισμό της «αδιάκριτης άσκησης βίας» στην απόφαση του ΔΕΕ που εκδόθηκε στην υπόθεση Elgafaji αποφάνθηκε ότι ο όρος «αδιάκριτη» σημαίνει ότι η βία «μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους». Το ΔΕΕ έχει επισημάνει ότι απαιτείται η ύπαρξη «εξαιρετικής κατάστασης» για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) στους αμάχους εν γένει.

Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι για να ισχύει κάτι τέτοιο:

«[.] ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη . [πρέπει να] είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας.»

Στη σκέψη 39 το ΔΕΕ τόνισε την ίδια στιγμή πως θα:

"[.] πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»

Παραδείγματα πράξεων αδιακρίτως ασκούμενης βίας μπορεί να είναι τα εξής: μαζικές στοχευμένες βομβιστικές επιθέσεις, αεροπορικοί βομβαρδισμοί, επιθέσεις ανταρτών, παράπλευρες απώλειες σε άμεσες ή τυχαίες επιθέσεις σε περιοχές πόλεων, πολιορκία, καμένη γη, ελεύθεροι σκοπευτές, τάγματα θανάτου, επιθέσεις σε δημόσιους χώρους, λεηλασίες, χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών κ.λπ.

Με βάση και τις σκέψεις 35, 39 και 43 του ΔΕΕ, στην υπόθεση Elgafaji, η EASO αναφέρει πως εκεί όπου υφίσταται «αδιάκριτη άσκηση βίας» μπορεί να γίνει η ακόλουθη διαφοροποίηση σε δύο κατηγορίες ως προς το βαθμό της:

1. Εδάφη όπου ο βαθμός βίας φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας

2. Εδάφη όπου λαμβάνει χώρα αδιάκριτη άσκηση βίας, εντούτοις δεν φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, και σε σχέση με την οποία περαιτέρω ατομικά χαρακτηριστικά θα πρέπει να αποδειχθούν

Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να αναφερθεί ότι βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» ('sliding scale'), σύμφωνα με την οποία:

«όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakité, σκέψη 31).»

Όπως αναφέρεται και στη σχετική δικαστική ανάλυση του EASO για το Άρθρο 15 στοιχείο γ) εν σχέση με τις ενδείξεις αδιάκριτης άσκησης βίας θα πρέπει να εξετάζεται από τα δικαστήρια τι προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία. Τα «κριτήρια Sufi και Elmi» βάσει της απόφασης του ΕΔΔΑ είναι (χωρίς να αποτελούν εξαντλητικό κατάλογο):

·        οι αντιμαχόμενες πλευρές και η αντίστοιχη στρατιωτική τους ισχύς

·        οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι και τακτικές πολέμου (κίνδυνος θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού)

·        το είδος των χρησιμοποιούμενων όπλων

·        η γεωγραφική έκταση των μαχών (τοπικές ή εκτεταμένες)·

·        ο αριθμός νεκρών, τραυματιών και εκτοπισμένων αμάχων ως αποτέλεσμα των μαχών.

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προέβη εκ νέου σε έρευνα αναφορικά με την πατρίδα και ειδικότερα με τους τόπους διαμονής του Αιτητή. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 15 (γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στη Σομαλία και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αναφέρονται τα κατωτέρω:

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (Τhe Armed Conflict Location  & Event Data Project), παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα (06/03/2025 - 06/03/2026 ) ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην Νοτιοδυτική Περιφέρεια Gedo της Σομαλίας, η οποία συνιστά τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω περιφέρεια, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 06/03/2026), καταγράφηκαν 159 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 82 θάνατοι.[2] Σημειωτέον ότι εκ των 159 περιστατικών, τα 71 κατηγοριοποιήθηκαν ως ένοπλες εξεγέρσεις (insurgency) και τα 6 ως τρομοκρατικές ενέργειες.[3]

Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της νοτιοδυτικής περιφέρειας Gedo της Σομαλίας εκτιμήθηκε για το έτος 2019 στους 566,300 κατοίκους.[4]

Εν προκειμένω, πρόκειται για έναν Αιτητή νέο σε ηλικία, ικανό να εργαστεί,  χωρία στοιχεία ευαλωτότητας σύμφωνα με τις δικές του δηλώσεις για τη κατάσταση της υγείας του, ο οποίος διαθέτει υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο και το κυριότερο είναι σε θέση να αντιληφθεί την επέλευση του κινδύνου και να προφυλαχθεί δεόντως. Για τους λόγους αυτούς φρονώ ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τα στοιχεία που θα επέτειναν τον κίνδυνό του.

Συνεπώς και με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν τις υπό του περί Προσφύγων Νόμου (άρθρα 3-3Δ) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του εν λόγω Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα. Ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως αυτοί οι λόγοι εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, δεν δύναται να του αποδοθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου άρθρο 19(1) του προαναφερθέντος πάνω Νόμου, καθότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.

Υπό το φως των ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.

 

Βούλα Κουρουζίδου – Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 

 

 



[1] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάϊος 2025, σελ. 18-19, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 30/01/2026)

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/country/somalia   (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/03/2026).

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Events / Fatalities, Insurgency, Terrorist activity, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/country/somalia   (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/03/2026)

[4] City Population, Somalia/Gedo, διαθέσιμος σε: https://citypopulation.de/en/somalia/ [ ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/03/2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο