ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 1554/2025
23 Ιουλίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Τ. Κ. Μ., (ARC XXXXXXXXX) από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ)
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Π. Γιαννακάς (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Γ. Ροδοθέου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ΄ ων η αίτηση.
Ο Αιτητής Παρών.
Μ. Σταυρινίδου (κα) για διερμηνεία από Ελληνικά σε Γαλλικά και αντίστροφα.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 26/05/25 (του κοινοποιήθηκε στις 27/05/25), με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος είναι αποτέλεσμα πλάνης , κατάχρησης εξουσίας και κακής εφαρμογής του Νόμου και/ή ζητά την έκδοση νέας απόφασης για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή ότι η απόφαση επιστροφής του Αιτητή οδηγεί σε απάνθρωπη και/ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του Άρθρου 2 και 3 της ΕΣΔΑ και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 17/03/22, την 01/04/25 διεξήχθη συνέντευξη του, στις 09/05/25 ετοιμάστηκε σχετική έκθεση/εισήγηση και ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης αυθημερόν, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο συνήγορος του Αιτητή κατά την ακροαματική διαδικασία περιόρισε τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης στη ουσία της υπόθεσης σε συνδυασμό με τους νομικούς ισχυρισμούς μη διεξαγωγής υπό τις περιστάσεις δέουσας έρευνας και/ή ορθής αξιολόγησης των γεγονότων της υπόθεσης, που οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα και πως η απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Προσθέτει, μέσω της Γραπτής Αγόρευσης, ότι λόγω του κινήματος Μ23 η κατάσταση στη χώρα είναι επισφαλής παραπέμποντας ταυτόχρονα σε πηγές πληροφόρησης, ενώ προβάλλεται η θέση ότι γενικά πάσχει το κράτος δικαίου στη χώρα και/ή ότι η προσβαλλόμενη πράξη λήφθηκε κατά παράβαση των προνοιών της νομοθεσίας και γενικών αρχών διοικητικού δικαίου.
Οι Καθ' ων η αίτηση μέσω της Γραπτής τους Αγόρευσης υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και του διοικητικού φακέλου, τονίζοντας ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και είναι δεόντως αιτιολογημένη. Αναφέρουν, ότι οι λόγοι ακύρωσης δεν αιτιολογούνται δεόντως κατά παράβαση των διαδικαστικών κανονισμών και νομολογίας. Το δε βάρος απόδειξης των ισχυρισμών επί των οποίων βασίζεται και/ή θεμελιώνεται το αίτημα ασύλου το φέρει πρωτίστως ο Αιτητής το οποίο δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε σχέση με βάσιμο φόβο δίωξης, ούτε απέδειξε ότι μπορεί να υπαχθεί στο καθεστώς πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Αρχικά θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή μέσω του δικηγόρου του αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων νόμων και κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ' αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης (Βλέπε σχετικά Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος).
Ανεξάρτητα, όμως, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή σε συνάρτηση με τους νομικούς ισχυρισμούς έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης πράξης στη βάση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»). Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Μετά τη διενέργεια σχετικής συνέντευξης, ο λειτουργός εξετάζοντας τα όσα λέχθηκαν σε αυτήν, εντόπισε και αξιολόγησε δύο ισχυρισμούς του Αιτητή. Αποδέχτηκε τον ισχυρισμό του ως προς την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 64 ΔΦ), πλην όμως απέρριψε ως εσωτερικά αναξιόπιστο τον δεύτερο ισχυρισμό του, που αφορά τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης του Αιτητή από σύζυγο της πελάτισσάς του ο οποίος έστελνε άτομα για να τον σκοτώσουν επειδή υποπτεύθηκε ότι ο ενδιαφερόμενος διατηρούσε σχέση με τη σύζυγό του. Στη σχετική έκθεση/εισήγηση, καταγράφηκαν οι ασυνέπειες, η έλλειψη επάρκειας πληροφοριών και οι αντιφάσεις στα λεγόμενά του. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει συνεκτική, σαφή και προσωπική αφήγηση ούτε να εξηγήσει με πειστικό τρόπο τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του. Οι ισχυρισμοί του κρίθηκαν από το λειτουργό αόριστοι, με ελλιπείς λεπτομέρειες, αντιφάσεις, έλλειψη λογικής και χρονικής συνοχής, καθώς και με έλλειψη ευλογοφάνειας. Παρά το ότι κλήθηκε να περιγράψει πρόσφατα προσωπικά βιώματα που αποτελούσαν τον πυρήνα του αιτήματός του, δεν παρείχε επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες για τα βασικά ζητήματα της υπόθεσής του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι τα προβλήματα του ξεκίνησαν το 2015 και έτσι μετακόμισε στη πόλη Lubumbashi, όπου παρέμεινε μέχρι το 2018 και κατά τη παραμονή του εκεί (2017) δέχτηκε πυροβολισμό. Ωστόσο, δήλωσε ότι επέστρεψε στη Kινσάσα, με σκοπό να εγκαταλείψει τη χώρα και εν τέλει αναχώρησε από τη χώρα τον 1ον/2022, περί τα τρία χρόνια αργότερα, με την καθυστέρηση αυτή να αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί του κινδύνου που ο Αιτητής διέτρεχε. Επιπρόσθετα, ως αντιφατικό κρίθηκε από το λειτουργό ότι ενώ κατά τη συνέντευξη ο Αιτητής ανέφερε ότι είχε δεχθεί πυροβολισμό, δεν είχε συμπεριλάβει το περιστατικό αυτό στην αρχική αίτησή του για διεθνή προστασία. Η εξήγησή του ότι είχε αναφερθεί γενικά σε απειλές δεν κρίθηκε επαρκής, δεδομένου ότι ο πυροβολισμός αποτελεί σαφώς σοβαρότερο περιστατικό. Ως εκ τούτου, η αντίφαση θεωρήθηκε ανεξήγητη και αξιολογήθηκε ως στοιχείο που αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Περαιτέρω, ως αντιφατικοί με έλλειψη χρονικής συνοχής και έλλειψη ευλογοφάνειας κρίθηκαν οι ισχυρισμοί του καθότι σε σχέση με το τί συνέβη μετά τον πυροβολισμό εναντίον του το 2017, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν αντιμετώπισε κανένα περιστατικό κατά την επιστροφή του στη Κινσάσα, παραμένοντας στη χώρα μέχρι το 2022. Οι εξηγήσεις του ότι κρυβόταν στην περιοχή Matadi για άγνωστο χρονικό διάστημα και ταυτόχρονα εργαζόταν ως αισθητικός κρίθηκαν αντιφατικές. Αρχικά υποστήριξε ότι εργαζόταν συνεχώς στην Κινσάσα μέχρι την αναχώρησή του, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι παρείχε υπηρεσίες μόνο στη θεία του και τα παιδιά της όσο κρυβόταν. Οι ασυνέπειες αυτές θεωρήθηκε ότι υπονομεύουν περαιτέρω την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Ομοίως, αντιφατικοί κρίθηκαν οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τις περιοχές στις οποίες διέμενε αφού ενώ αρχικά δήλωσε ότι βρισκόταν στη Κινσάσα αλλά και στη πόλη Lubumbashi, στη συνέχεια ανέφερε ότι για χρονικό διάστημα που δε μπορούσε να προσδιορίσει βρισκόταν και στη πόλη Matadi. Καταληκτικά, ο λειτουργός επανέλαβε τη διαπίστωση ως προς την καθυστέρηση της αναχώρησης του Αιτητή από τη χώρα —ήτοι το 2022, παρά το ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τα προβλήματά του ξεκίνησαν το 2015. Ως εκ τούτου, η καθυστέρηση αυτή θέτει τους ισχυρισμούς του υπό αμφισβήτηση. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο εξεταστής κατέγραψε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του. Καθώς δεν προχώρησε σε διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, κατέληξε ότι, λόγω μη τεκμηρίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός (ερυθρά 64-61 ΔΦ).
Από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει ότι η έρευνα του λειτουργού ήτο ενδελεχής και επεκτάθηκε σε όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν, ενώ δε από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων διαπιστώνω ότι αυτή δεν τεκμηριώνεται. Επιβεβαιώνονται, δε τα ευρήματα και συμπεράσματα του λειτουργού. Ούτε παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια (Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Σε αρκετές διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων ο Αιτητής δεν ήταν ικανός να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις[1] αλλά ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα. (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν έπεισε για το υπαρκτό των απειλών ή οιασδήποτε μορφής δίωξη. Ούτε τεκμηριώνεται ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής του που να αντιμετωπίζει δίωξη, ενώ σε περίπτωση επιστροφής του δεν θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές της χώρας του. Δεν έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις του ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας του είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Σημειώνεται ότι και τα περιγραφόμενα συμβάντα δεν επιβεβαιώνονται με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Αιτητής μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, ενώ ακόμα και στην περίπτωση που γίνονταν αποδεκτά δεν θα μπορούσαν να τον υπαγάγουν στο καθεστώς πρόσφυγα. Συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
Ως προς το εάν η περίπτωση του εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίστατο. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηρίωνε την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να θεωρείτο ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβαλλόταν σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημείωσε ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιωνόταν ότι στην περιοχή του Αιτητή δεν παρατηρούνταν συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, ο ίδιος σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής του ανέφερε ότι κινδύνευε λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα του, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ανευρέθηκε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Kinshasa, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της χώρας[2], ενώ από την βάση δεδομένων ACLED προκύπτει ότι τα περιστατικά ασφαλείας που αφορούν συνολικά την Kinshasa παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα[3], έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Εξάλλου, ούτε τα ατομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία του Αιτητή, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στον τόπο διαμονής, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1]EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123
[2] War Watch, Geneva Academy, Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period: July 2024 – June 2025 διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/un_documents_type/security-council-resolutions/?ctype=Democratic%20Republic%20of%20the%20Congo&cbtype=democratic-republic-of-the-congo , καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo, UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html , USAID, Democratic Republic of the Congo – Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο σε διεύθυνση της ιστοσελίδας reliefweb: https://reliefweb.int/report/democratic-republic-congo/democratic-republic-congo-complex-emergency-fact-sheet-3-fiscal-9 και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022,
[3] Βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 10/07/2026), στην Kinshasa της ΛΔΚ καταγράφηκαν 61 περιστατικά πολιτικής βίας [Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)] από τα οποία προκλήθηκαν 48 θάνατοι. [Ημερομηνία Πρόσβασης: 21/07/2026]. Σημειώνεται ακόμη ότι ο πληθυσμός της περιoχης της Kinshasa ανέρχεται στα 14,565,700 εκατομμύρια κατοίκους
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο