C. S. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1720/25, 21/7/2026
print
Τίτλος:
C. S. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1720/25, 21/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: 1720/25

 

21 Iουλίου 2026

                                [Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

C. S. L., από Λ.Δ. του Κονγκό και τώρα στο Παραλίμνι

 

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσία Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

Α. Λαζάρου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Ν. Κουρσάρης (κος) για Ν. ΚΟΥΡΣΑΡΗΣ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

Ο Αιτητής είναι παρών.  Παρούσα  και  η Ζ. Αγαπίου  (κα) για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως και η M. Louise (κα) για πιστή μετάφραση από Lingala σε Αγγλικά και αντιστρόφως.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 30/04/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 04/07/2025, με την οποία την πληροφορούν ότι το αίτημα του για διεθνή προστασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου απορρίπτεται καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου και ο Αιτητής δεν απέδειξε οποιονδήποτε λόγο για να του παραχωρηθεί το καθεστώς πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας. Ταυτόχρονα αιτείται την έκδοση νέας απόφασης από τον παρόν Δικαστήριο με την οποία να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου που βρίσκονται ενώπιον μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.») και στις 13/10/2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνησης της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 09/04/2025 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό, ο οποίος στις 30/04/2025 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Ακολούθως, την ίδια ημέρα ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Στις 04/07/2025, εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν. Στις 10/07/2025, ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Δια της αίτησης ακυρώσεως και γραπτής του αγόρευσης, ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, προβάλλει πλείονες λόγους ακυρώσεως εκ των οποίων, κατά την ακροαματική διαδικασία της 10/03/2026, προώθησε μόνον αυτόν περί μη δέουσας έρευνας.

Οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη, λήφθηκε δε σύμφωνα με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη σχετική νομοθεσία, τους εκδοθέντες Κανονισμούς καθώς και με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας των Καθ' ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση αναφορικά με την έλλειψη δέουσας έρευνας, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.

Η απλή καταγραφεί των λόγων ακύρωσης όπως η δέουσα έρευνα η οποία προωθείται δεν εξηγεί καθόλου τη θέση της συνηγόρου του Αιτητή, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή οποιονδήποτε άλλο λόγο ήθελε δικογραφηθεί από την πλευρά του Αιτητή. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες, τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του Αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

«Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.»

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56»

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, όσο και όσα προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία στο φάκελο του Αιτητή, αυτός είναι ενήλικας από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής «ΛΔΚ»).

Κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι καταζητείται από την οργάνωση Kuluna μέσω απειλών για τη ζωή του, επειδή έδινε πληροφορίες στις αρχές για αυτά τα άτομα ώστε να συλληφθούν (ερ. 1 του διοικητικού φακέλου).

Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Matete στην Κινσάσα, διέμεινε για την περίοδο 2018 – 2019 στην κοινότητα Kintambo της Κινσάσα, ενώ πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του διέμενε στην περιοχή Mpati της Κινσάσα. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε άγαμος και έχει δύο υιούς έναν στην Κυπριακή Δημοκρατία και έναν στην Λ.Δ.Κ., ενώ η μητέρα του ενός τέκνου διαμένει και εργάζεται στο Παραλίμνι και η έτερη μητέρα στην Λ.Δ.Κ., με την οποία δεν διατηρεί σχέση πλέον, έχει μετακομίσει στην Αγκόλα. Ωστόσο το τέκνο του στην Λ.Δ.Κ. διαμένει με την οικογένεια της μητέρας του στην Matete στην Κινσάσα. Η μοναδική εν ζωή αδελφή του διαμένει στο Βέλγιο, ενώ έχουν αποβιώσει τα υπόλοιπα τέσσερα αδέλφια του. Οι γονείς του έχουν αποβιώσει. Σε σχέση με την εκπαίδευσή του, ανέφερε ότι είναι κάτοχος διπλώματος πληροφορικής με την οικονομική βοήθεια του των γονέων του και ομιλεί Λινγκάλα, Γαλλικά και λίγα Αγγλικά. Σχετικά με την εργασιακή του εμπειρία, δήλωσε ότι εργαζόταν μερικώς απασχολούμενος στον τομέα των σπουδών του χωρίς να έχει κάπου σταθερή εργασία. Ο Αιτητής δήλωσε πως είναι υγιής. (ερ. 57 – 1Χ και 50 – 56 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν στο να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα του λόγω της ανασφάλειας και της βίας που προκαλούσαν οι «Kuluna», εγκληματικές ομάδες που συνεργάζονταν με διεφθαρμένους αστυνομικούς. Αφού είδε μέλη των Kuluna να κακοποιούν μια ηλικιωμένη γυναίκα, αποφάσισε μαζί με άλλους κατοίκους να καταγγέλλει τις πράξεις τους. Ωστόσο, αυτή του η απόφαση τους έβαλε σε μεγάλο κίνδυνο, καθώς οι Kuluna άρχισαν να τους απειλούν και να τους επιτίθενται και μάλιστα, ένα μέλος της ομάδας του ακρωτηριάστηκε. Ο ίδιος ζούσε συνεχώς με φόβο και άγχος, χωρίς προστασία από τις αρχές, τις οποίες θεωρεί συνεργούς ή αδιάφορες απέναντι στη βία. Ανέφερε επίσης ότι η κατάσταση ασφάλειας είναι κακή και στις περιοχές καταγωγής των γονιών του (Goma και Beni), ενώ στην Κινσάσα δεν είχε συγγενείς ή υποστήριξη. Για όλους αυτούς τους λόγους αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του (ερ. 49 – 8Χ και 48 – 1Χ του διοικητικού φακέλου).

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων κατά την πρωτοβάθμια εξέταση, δόθηκε η ευκαιρία στον Αιτητή μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής της, τα οποία άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του.

Σχετικά με το πρόβλημα που αντιμετώπιζε με την ομάδα Kuluna, ανέφερε πως συνεργάζονται με την αστυνομία, απαγάγουν ανθρώπους και στρατολογούν νέους, γεγονός που δημιουργεί ανασφάλεια, αφού οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει μέλος τους. Ο ίδιος ο Αιτητής και οι φίλοι του προσπάθησαν να προστατεύσουν την κοινότητα συλλαμβάνοντας μέλη των Kuluna και παραδίδοντάς τα στην αστυνομία, όμως οι αρχές συχνά τα απελευθέρωναν σύντομα και δεν αντιμετώπιζαν ουσιαστικά το πρόβλημα. Ο Αιτητής δήλωσε ότι φοβάται τις ίδιες τις ομάδες Kuluna, οι οποίες δρουν σε όλη τη Λ.Δ.Κ., και πιστεύει ότι αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του κινδυνεύει να δολοφονηθεί. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι δεν είχε ποτέ προβλήματα με τις αρχές, ούτε συνελήφθη ή κρατήθηκε, και ότι η κυβέρνηση θα του επέτρεπε να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. (ερ. 47 – 48 του διοικητικού φακέλου).

Ο Αιτητής περιέγραψε αναφορικά με το περιστατικό που βίωσε με δύο άνδρες που τον σταμάτησαν στο δρόμο, ότι συνέβη νωρίς το πρωί στην περιοχή Kintambo, κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές, όταν πήγαινε σε ένα κατάστημα. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι είδε μια ομάδα από Kuluna να επιτίθεται σε μια ηλικιωμένη γυναίκα που πουλούσε ψωμί, την οποία προσπάθησαν να τη ληστέψουν και στη συνέχεια τη βίασαν. Ο ίδιος, αν και βρισκόταν πιο μακριά, άρχισε να φωνάζει για βοήθεια και για την αστυνομία, όμως όταν έφτασε η γυναίκα βρισκόταν ήδη στο έδαφος. Αναφέρει ότι τα μέλη των Kuluna ήταν οπλισμένα με ματσέτες, μεγάλα μαχαίρια και ορισμένοι ακόμη και με όπλα, γεγονός που τον έκανε να πιστεύει ότι συνεργάζονται με την αστυνομία. Μετά το περιστατικό, άλλοι παρευρισκόμενοι βοήθησαν τη γυναίκα και τη μετέφεραν στο νοσοκομείο, ενώ ο ίδιος αποφάσισε μαζί με άλλους ανθρώπους να οργανωθούν και να αναλάβουν δράση εναντίον των Kuluna. Περιγράφει, επίσης, ότι οι επιθέσεις και η εγκληματικότητα είναι συχνές στη χώρα καταγωγής του, ακόμη και έξω από εκκλησίες ή μέσα σε σπίτια, με αποτέλεσμα οι πολίτες να ζουν συνεχώς μέσα στον φόβο και την ανασφάλεια. (ερ. 47 – 1Χ-4Χ και 46 – 3Χ του διοικητικού φακέλου). Κληθείς να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με το εν λόγω περιστατικό, ο Αιτητής ανέφερε ότι, επιστρέφοντας τα ξημερώματα από κοινωνική εκδήλωση, έγινε μάρτυρας περιστατικών βίας και εγκληματικότητας που, κατά τους ισχυρισμούς του, συμβαίνουν συχνά στη Λ.Δ.Κ. και αποδίδονται στους Kuluna. Υποστήριξε, επιπλέον, ότι οι ομάδες αυτές προβαίνουν σε απαγωγές, ληστείες και σεξουαλικές επιθέσεις, ενώ χρησιμοποιούν ακόμη και γυναίκες για να παγιδεύουν τα θύματά τους. Μετά από σχετική συζήτηση με άλλα πρόσωπα που βρίσκονταν στην περιοχή, αποφάσισαν να οργανωθούν με σκοπό να εντοπίζουν μέλη των Kuluna και να τα παραδίδουν στην αστυνομία, θεωρώντας ότι ενεργούσαν για την προστασία της κοινότητας. Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη ότι η διαφθορά στις κρατικές αρχές και στην αστυνομία είχε ως αποτέλεσμα τα συλληφθέντα πρόσωπα να απελευθερώνονται σύντομα. Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι υπήρξε μάρτυρας και άλλων περιστατικών τα οποία απέδωσε στους Kuluna, περιλαμβανομένης υπόθεσης γυναίκας η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε απαχθεί και ληστευτεί μέσα σε όχημα κοντά στην περιοχή Pakajuma, πριν εγκαταλειφθεί τραυματισμένη στον δρόμο. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι και ο ίδιος είχε δεχθεί απειλές και επιθέσεις από μέλη των Kuluna, αναφέροντας ενδεικτικά περιστατικό κατά το οποίο, ενώ έπαιζε ποδόσφαιρο με φίλους του, άτομα εισήλθαν στο γήπεδο και τον απείλησαν. (ερ. 46 – 1Χ-2Χ, 5Χ-6Χ και 45 – 1Χ του διοικητικού φακέλου).

Κληθείς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με το συγκεκριμένο συμβάν που του συνέβη, ο Αιτητής απάντησε ότι ο ίδιος και ένας φίλος του έγιναν στόχος των Kulunas επειδή τους κατήγγελλαν, καθώς και ότι το περιστατικό έλαβε χώρα το 2022 στο στάδιο Velodrome στην Kintambo, όπου ενώ έπαιζαν ποδόσφαιρο και δέχθηκαν επίθεση από περισσότερους από δέκα Kulunas, οι οποίοι τους καταδίωξαν με ματσέτες. Ανάμεσά τους ήταν και ένα πρόσωπο γνωστό ως “General Bajo”. Ο ίδιος πιστεύει ότι η επίθεση ήταν προσωπικά στοχευμένη, επειδή κάποιοι από τους δράστες τον αναγνώρισαν από προηγούμενο περιστατικό, όταν είχε παραδώσει μέλος των Kulunas στην αστυνομία. Ανέφερε επίσης ότι οι Kuluna δρουν οργανωμένα και το φαινόμενο είναι διαδεδομένο σε πολλές περιοχές της Λ.Δ.Κ. (ερ. 45 – 44-2Χ-5Χ του διοικητικού φακέλου). Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι κατάφερε να διαφύγει τρέχοντας και επιστρέφοντας στην οικία του. Εξήγησε δε ότι οι Kulunas συνήθως δρουν τη νύχτα και την ημέρα προσποιούνται τους απλούς πολίτες για να κρύβουν την εγκληματική τους δράση. (ερ. 44 – 5Χ του διοικητικού φακέλου).

Ακολούθως, αναφορικά με τη δράση του να οδηγεί τους Kulunas στις αρχές, ο Αιτητής ανέφερε ότι προσωπικά δεν μπορούσε να συλλάβει μόνος του μέλη των Kulunas, επειδή ήταν οπλισμένοι με ματσέτες και μαχαίρια, ενώ κάποιες φορές με τη βοήθεια άλλων ατόμων μπορούσαν να ακινητοποιήσουν κάποιον και να τον παραδώσουν στην αστυνομία. Δήλωσε ότι συμμετείχε σε δύο τέτοια περιστατικά ως τα προαναφερθέντα. (ερ. 44 – 6Χ και 43 – 1Χ, 6Χ). Ο Αιτητής περαιτέρω κατέθεσε ότι συμμετείχε μαζί με άλλους κατοίκους στη σύλληψη μέλους των Kulunas, το οποίο είχε εισβάλει σε κατοικία στην περιοχή Kintambo με σκοπό τη ληστεία. Κατά το περιστατικό, ο προαναφερόμενος δράστης τραυμάτισε με μαχαίρι τον ιδιοκτήτη της οικίας στο χέρι, όταν εκείνος προσπάθησε να αντισταθεί και μετά τις φωνές και την αναστάτωση που προκλήθηκαν στην περιοχή, κάτοικοι της επενέβησαν και ακινητοποίησαν τον δράστη, ενώ εκείνος επιχειρούσε να διαφύγει οδηγώντας τον στο αστυνομικό τμήμα “Kintambo Magasin”. Ο τραυματισμένος ανωτέρω ιδιοκτήτης της οικίας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, ενώ, σύμφωνα με την αναφορά του Αιτητή, ο δράστης κρατήθηκε στη φυλακή για περίπου έναν μήνα και ακολούθως αφέθηκε ελεύθερος. Ο Αιτητής ανέφερε επίσης, όταν ερωτήθηκε σχετικά, ότι στη σύλληψη συμμετείχαν μεγάλος αριθμός κατοίκων, καθώς ο συγκεκριμένος Kulunas ήταν γνωστός στην περιοχή για προηγούμενες εγκληματικές ενέργειες. (ερ. 43 – 2Χ-5Χ και 42 – 1Χ-8Χ του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με έτερο περιστατικό δήλωσε ότι στα τέλη του 2021, στην περιοχή Bokasika Quartier του Kintambo, παρευρέθηκε σε περιστατικό κατά το οποίο κάτοικοι είχαν συλλάβει δύο μέλη των Kuluna. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, ο ένας Kuluna είχε τραυματιστεί σε ατύχημα με μοτοσικλέτα, με αποτέλεσμα να συλληφθεί από το πλήθος, ενώ ο δεύτερος κατάφερε να διαφύγει. Οι κάτοικοι επιχείρησαν να προβούν σε λιντσάρισμα και να κάψουν τον συλληφθέντα, τοποθετώντας τον μέσα σε ελαστικό αυτοκινήτου μαζί με ξύλα. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος και άλλοι παρενέβησαν, υποστηρίζοντας ότι δεν έπρεπε να αποδοθεί δικαιοσύνη από τους ίδιους τους πολίτες αλλά να παραδοθεί ο δράστης στην αστυνομία. Τελικά, ο συλληφθείς οδηγήθηκε στο αστυνομικό τμήμα Magasin από ομάδα κατοίκων της περιοχής. (ερ. 42 – 9Χ-10Χ και 41 – 1Χ-3Χ κ.ε. του διοικητικού φακέλου).

Στη συνέχεια, ο Αιτητής αναφέρθηκε σε απειλές που δέχθηκε για τη ζωή του και απάντησε σε σχετικά ερωτήματα. Συγκεκριμένα, ανέφερε πως αναγκάστηκε να μετακομίσει στην οικία της θείας φίλου του στην Κινσάσα λόγω απειλών κατά της ζωής του από μέλη των Kuluna. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, οι απειλές συνδέονταν με τη δράση του ιδίου και άλλων κατοίκων που προσπαθούσαν να καταγγείλουν και να περιορίσουν τις εγκληματικές ενέργειες των Kuluna στην περιοχή. Ο Αιτητής ανέφερε ότι οι Kuluna συνεργάζονταν με την αστυνομία και ότι, μετά τη σύλληψη ορισμένων μελών τους, δεχόταν λεκτικές απειλές όπως ότι θα τον σκοτώσουν, καθώς και άλλα άτομα που συμμετείχαν στις καταγγελίες. Υποστήριξε ότι στοχοποιήθηκε προσωπικά επειδή ήταν γνωστός στην περιοχή ως άτομο που επιδίωκε την αποκατάσταση της ειρήνης και επειδή γνώριζε ορισμένα μέλη ή τα προσωνύμιά τους, ως δήλωσε. Κληθείς να εξηγήσει προηγούμενη δήλωσή του ότι δεν τους γνώριζε ενώ τώρα ανέφερε τα ονόματά του, ο ίδιος διευκρίνισε ότι τα ονόματα αυτά αποτελούσαν ψευδώνυμα ή τίτλους και όχι πραγματικά στοιχεία ταυτότητας. (ερ. 41 – 4Χ-5Χ και 40 – 1Χ-5Χ του διοικητικού φακέλου).

Ο Αιτητής ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι, προκειμένου να προστατευθεί από τις απειλές που δεχόταν, προσπάθησε να κρύβεται και να μετακινείται εντός της Λ.Δ.Κ. Ανέφερε, πιο συγκεκριμένα, ότι το 2022 μετέβη προσωρινά στην περιοχή Lufu, όπου παρέμεινε περίπου έναν μήνα, όμως υποστήριξε ότι και εκεί υπήρχαν πολλοί Kuluna, με αποτέλεσμα να μην αισθάνεται ασφαλής. Διευκρίνισε ότι δεν ανέφερε τη διαμονή του εκεί προηγουμένως επειδή τη θεωρούσε προσωρινή, όπως και τη μετέπειτα παραμονή του στην Mpati, ενώ οι μόνιμοι τόποι διαμονής του ήταν το Matete και το Kintambo. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είχε απευθυνθεί στην αστυνομία ζητώντας προστασία λόγω των απειλών θανάτου, ωστόσο η αστυνομία περιορίστηκε να αναφέρει ότι γνώριζε την κατάσταση και ότι αναζητούσε τους δράστες. Ο Αιτητής υποστήριξε ξανά ότι οι αρχές δεν του παρείχαν ουσιαστική προστασία και εξέφρασε την άποψη ότι η αστυνομία είναι διεφθαρμένη και συνεργάζεται με τους Kuluna, αναφέροντας ότι ορισμένοι αστυνομικοί υπήρξαν στο παρελθόν μέλη των Kuluna ή διατηρούσαν σχέσεις μαζί τους. (ερ. 40 – 6Χ-8Χ και 39 – 3Χ του διοικητικού φακέλου).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό συνέντευξης του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου σχημάτισε την Έκθεση-Εισήγηση του επί τη βάση των εξής δυο (2) ουσιωδών ισχυρισμών:

(1) Προσωπικά στοιχεία και προφίλ Αιτητή

(2) Ο Αιτητής στοχοποιήθηκε από μέλη συμμοριών γνωστές ως “Kulunas

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και συνεπώς τον έκανε αποδεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του Αιτητή όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία του Αιτητή εξακριβώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στις οποίες ανέτρεξε ο αρμόδιος λειτουργός, καθώς και από το πρωτότυπο διαβατήριο το οποίο κατέθεσε ο Αιτητής στην Υπηρεσία Ασύλου.

Σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι το ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω στοχοποίησης του από μέλη της συμμορίας “Kulunas” όταν ζούσε στην περιοχή Kintambo, οι Καθ' ων η Αίτηση απέρριψαν αυτόν ως αναξιόπιστο βάσει των ακόλουθων ευρημάτων. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής περιέγραψε ένα περιστατικό όπου είδε μια ηλικιωμένη γυναίκα να δέχεται επίθεση από ομάδα ατόμων που αρχικά προσπάθησαν να τη ληστέψουν και στη συνέχεια να τη βιάσουν. Ανέφερε ότι φώναξε «αστυνομία» και παρατήρησε πως οι δράστες είχαν όπλα και μαχαίρια, γεγονός που τον οδήγησε να πιστεύει ότι η αστυνομία τους παρείχε όπλα. Όταν έφτασε στο σημείο, είχε συγκεντρωθεί κόσμος που βοήθησε στη μεταφορά της γυναίκας στο νοσοκομείο. Μετά το συμβάν δήλωσε ότι αποφάσισε να είναι πιο προσεκτικός. Ωστόσο, κατά την εξέταση των ισχυρισμών του, δεν μπόρεσε να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με ενέργειες που ο ίδιος ή άλλοι έλαβαν κατά των Kuluna ή να εξηγήσει το υποτιθέμενο σχέδιο δράσης που ανέφερε. Αντίθετα, επαναλάμβανε γενικές αναφορές σε γεγονότα που συμβαίνουν στη χώρα του χωρίς να συνδέονται άμεσα με προσωπικές εμπειρίες του ίδιου. (ερ. 47 – 1Χ-3Χ και 46 – 1Χ-5Χ του διοικητικού φακέλου). Κατά τη συνέντευξή του, οι αναφορές του ως προς τα περιστατικά στα οποία προσωπικά ενεπλάκη ήταν αντιφατικές και ασυνεπείς. Αρχικά δήλωσε ότι δεν μπορούσε να προσαγάγει μόνος του άτομα λόγω του ότι οι Kuluna έφεραν όπλα, χωρίς να απαντήσει συγκεκριμένα στις σχετικές ερωτήσεις του λειτουργού αναφορικά με τις λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων συμβάντων. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι είχε εμπλακεί σε δύο περιστατικά προσαγωγής, συνδέοντάς τα με το περιστατικό της ηλικιωμένης γυναίκας και άλλα συμβάντα βίας και ληστείας. Ωστόσο, όταν του επισημάνθηκαν οι αντιφάσεις, ανασκεύασε εκ νέου, δηλώνοντας ότι το μοναδικό περιστατικό στο οποίο προσωπικά συμμετείχε ήταν υπόθεση εισβολής σε οικία γνωστού του, όπου το θύμα τραυματίστηκε στο χέρι. Αργότερα δε, αναφέρθηκε και σε επιπλέον περιστατικό που δεν είχε προηγουμένως μνημονεύσει. Οι συνεχείς μεταβολές και αντιφάσεις στις δηλώσεις του κρίθηκαν ότι επηρέαζαν την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. (ερ. 48 – 2Χ, 44 – 1Χ, 43 – 1Χ-6Χ και 42 – 9Χ του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με το περιστατικό εισβολής σε οικία γνωστού του, κατά το οποίο φέρεται ότι μέλος των Kuluna τραυμάτισε το θύμα κόβοντάς του το χέρι, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες, παρά τις επανειλημμένες σχετικές ερωτήσεις. Ειδικότερα, δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον αριθμό των παρευρισκόμενων, αναφέροντας αόριστα ότι επρόκειτο για «πολλούς ανθρώπους», ενώ υπέπεσε και σε αντίφαση ως προς το ποιοι μετέφεραν τον φερόμενο δράστη στον αστυνομικό σταθμό, καθώς αρχικά είχε δηλώσει ότι αυτό έγινε από τον ίδιο και έναν φίλο του, ενώ αργότερα ανέφερε ότι τον μετέφεραν πολλά άτομα. Επιπλέον, δεν παρείχε ικανοποιητικές πληροφορίες ούτε για την ταυτότητα του φερόμενου θύματος ούτε για τις συνθήκες και τα γεγονότα του περιστατικού. (ερ. 48 – 2Χ-7Χ, 8Χ, 42 – 2Χ και 43 – 6Χ του διοικητικού φακέλου). Ακολούθως, αναφορικά με τις απειλές και τις επιθέσεις που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε από τους Kuluna, ο Αιτητής δεν παρείχε σαφείς, λεπτομερείς και συνεπείς πληροφορίες. Ανέφερε γενικά ότι είχε δεχθεί απειλές και ότι μέλη των Kuluna τον προσέγγισαν απειλητικά ενώ έπαιζε ποδόσφαιρο, χωρίς όμως να μπορεί να περιγράψει συγκεκριμένα το περιστατικό. Υποστήριξε επίσης ότι η επίθεση ήταν στοχευμένη επειδή κάποιοι τον γνώριζαν λόγω προηγούμενης εμπλοκής του με την αστυνομία, ισχυρισμό τον οποίο αργότερα αναίρεσε. Παράλληλα, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς ποιοι ήταν οι δράστες, πώς τον γνώριζαν ή πώς διέφυγε από την επίθεση απαντώντας με γενικότητα. (ερ. 46 – 7Χ, 45 – 1Χ-2Χ και 44 – 2Χ-6Χ του διοικητικού φακέλου). Ο Αιτητής, επίσης, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς και με σαφήνεια γιατί φέρεται να στοχοποιήθηκε προσωπικά από τους Kuluna, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, στα περιστατικά αρπαγής και προσαγωγής τους στην αστυνομία συμμετείχαν πολλά άλλα άτομα και όχι μόνο ο ίδιος. (ερ. 42 – 8Χ, 41 – 3Χ, 12Χ και 40 – 2Χ-3Χ του διοικητικού φακέλου). Ως προς τα πρόσωπα που ισχυρίστηκε ότι φοβάται ότι τον έχουν στοχοποιήσει, ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις, καθώς αρχικά ανέφερε ότι δεν γνώριζε τα ονόματα ή την ταυτότητα των Kuluna που φοβόταν, ενώ αργότερα δήλωσε ότι ο ίδιος τους γνώριζε και παρέθεσε συγκεκριμένα προσωνύμια ατόμων που φέρονταν να τον είχαν στοχοποιήσει. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει την αντίφαση, υποστήριξε ότι επρόκειτο μόνο για προσωνύμια και όχι για πρόσωπα που γνώριζε προσωπικά, χωρίς όμως να παρέχει ικανοποιητική εξήγηση, μεταβάλλοντας εκ νέου τους προηγούμενους ισχυρισμούς του. (ερ. 48 – 3Χ και 40 – 3Χ-5Χ του διοικητικού φακέλου). Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει επαρκώς τους ισχυρισμούς του περί απειλών, καθώς                              ερωτηθείς για το περιστατικό που φέρεται να τον ώθησε να καταφύγει σε οικία συγγενικού προσώπου πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, αναφέρθηκε αόριστα σε «απειλή θανάτου», χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά ή επαρκείς λεπτομέρειες. Παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι ο ίδιος και άλλοι προσπαθούσαν να καταγγείλουν τις ενέργειες των Kuluna και ότι δεχόταν «λεκτικές απειλές», χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση. (ερ. 41 – 4Χ-5Χ και 40 – 1Χ του διοικητικού φακέλου). Ως προς τα μέτρα προστασίας που έλαβε, ο Αιτητής δεν παρείχε ακριβείς και επαρκείς λεπτομέρειες, αναφέροντας γενικά ότι προσπάθησε να κρυφτεί. Στο πλαίσιο αυτό υπέπεσε σε αντίφαση, καθώς ανέφερε μεταγενέστερα ότι είχε μεταβεί στο Lufu, γεγονός που δεν είχε προηγουμένως αναφέρει. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει την παράλειψη αυτή, δήλωσε ότι το είχε ξεχάσει επειδή παρέμεινε εκεί για σύντομο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, σχετικά με ενδεχόμενη προσφυγή του στην αστυνομία, περιορίστηκε σε αόριστες αναφορές περί καταγγελίας και διαφθοράς των αρχών, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένες πληροφορίες για την ίδια την καταγγελία ή τις ενέργειες που ακολούθησαν. (ερ. 40 – 6Χ, 8Χ και 39 – 3Χ του διοικητικού φακέλου). Παρ’ ότι έγινε δεκτό ότι μεγάλωσε στο Matete, οι αναφορές του για τον χρόνο μετοίκησης και τη διάρκεια παραμονής του στο Kintambo ήταν αντιφατικές και στερούνται ευλογοφάνειας. Άλλοτε ανέφερε μετοίκηση το 2022, άλλοτε ότι έμεινε εκεί για τρία έτη, και αργότερα τοποθέτησε τη μετοίκηση στα έτη 2018 – 2019. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ασυνέπεια ως προς τον χρόνο που ο θείος του ανέλαβε τη φροντίδα του σε σχέση με τον θάνατο των γονέων του. (ερ. 59 – 6Χ, 53 – 1Χ-3Χ, 5Χ-6Χ και 50 – 2Χ του διοικητικού φακέλου).

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, η οποία επιβεβαίωσε την ύπαρξη και τη δράση της συμμορίας Kuluna στην Κινσάσα. Όσον αφορά, ωστόσο, την πάταξη της δράσης τους οι εξωτερικές πηγές αναφέρουν πως πραγματοποιούνται επιχειρήσεις από την αστυνομία με αποτέλεσμα πολυάριθμες συλλήψεις φερόμενων μελών της συμμορίας. (ερ. 105 – 107 του διοικητικού φακέλου).   

Εν συνεχεία ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στο στην πόλη Κινσάσα της ΛΔΚ, όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε και διέμεινε για όλη του τη ζωή. Αναλύοντας την κατάσταση ασφαλείας τόσο στη χώρα όσο και στον τόπο συνήθους διαμονής, o αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι από τους οποίους προέκυπτε ότι υπήρχε περίπτωση, εάν επέστρεφε στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής να αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης ασφαλείας η οποία επικρατούσε στην πόλη Κινσάσα στην ΛΔΚ.

Ως εκ των άνω ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε πως ο Αιτητής δε συγκεντρώνει έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται από το νόμο (άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000) ώστε να του χορηγηθεί προσφυγικό καθεστώς. Επίσης, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και εν τέλει, δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2) (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής της δεν υπήρχαν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προέκυπτε ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β), αλλά ούτε και υπήρχαν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προέκυπτε ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, σύμφωνα με τα στοιχεία που προέκυψαν από την σχετική έρευνα που διεξήγαγε. Ως εκ τούτων, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληρούσε ούτε τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή.

Αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό υπ' αριθμόν δύο, βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των υπό εξέταση ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον αρμόδιο λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος, για τους λόγους που αναλυτικά καταγράφονται στην επίδικη στην οποία και παραπέμπω.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την ύπαρξη της συμμορίας Kulunas στην Κινσάσα και την κρατική αντιμετώπιση του φαινομένου. Μετά από την έρευνα το Δικαστήριο διαπίστωσε τα ακόλουθα, όπως και οι Καθ’ ων η αίτηση:

Το φαινόμενο των συμμοριών νεαρών ατόμων γνωστών ως Kuluna, πιστεύεται ότι εμφανίστηκε στην Κινσάσα περίπου το έτος 2000 και προέκυψε από μια γενική κατάσταση ανομίας.[1] Ο όρος kuluna χρησιμοποιείται για τις οργανωμένες εγκληματικές συμμορίες που δρουν στην Κινσάσα.[2] Οι Kulunas αποτελούνται από «κυρίως έφηβους και νεαρούς άνδρες σε οργανωμένες εγκληματικές συμμορίες περίπου 10 έως 20 μελών» που είναι γνωστό ότι κουβαλούν μαχαίρια, σπασμένα μπουκάλια ή μαχαίρια και ότι απειλούν ή αποσπούν δια της χρήσης βίας  χρήματα, κοσμήματα, κινητά τηλέφωνα και άλλα τιμαλφή. Αν και το φαινόμενο ήταν αρχικά περιορισμένο στις φτωχότερες συνοικίες της Κινσάσα, όπως το Yolo, το Limete, το Matete και το Makala Kinshasa, σταδιακά επεκτάθηκε στην υπόλοιπη πρωτεύουσα, καθώς και σε άλλες πόλεις.[3] Ως προς την κρατική αντιμετώπιση του φαινομένου, έχουν σημειωθεί κατά καιρούς επιχειρήσεις, ονόματι “Operation Likofi”. Η πρώτη αστυνομική επιχείρηση κατά των συμμοριών Kuluna, με την ονομασία αυτή, η οποία διήρκεσε από τον Νοέμβριο 2013 έως τον Φεβρουάριο 2014, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τουλάχιστον πενήντα ενός (51) ατόμων και την εξαναγκαστική εξαφάνιση τριάντα τριών (33) ακόμη στην Κινσάσα.[4] Σύμφωνα με το Global Initiative Against Transnational Organized Crime, δεξαμενή σκέψης με έδρα τη Γενεύη, κατά την περίοδο 2013 – 2018 πραγματοποιήθηκαν άλλες τέσσερις (4) επιχειρήσεις “Likofi”, όλες εκ των οποίων περιελάμβαναν στοχευμένες δολοφονίες μελών των εν λόγω συμμοριών.[5] Σύμφωνα με έκθεση της Human Rights Watch του Νοεμβρίου 2020: «υπό τη διοίκηση του Προέδρου Félix Tshisekedi, η αστυνομία έχει κατά το τρέχον έτος συλλάβει εκατοντάδες υπόπτους Kuluna εν μέσω ανανεωμένης ανασφάλειας στην πρωτεύουσα. Περίπου εκατό εξ αυτών έχουν μεταφερθεί, χωρίς απαγγελία κατηγοριών ή δίκη, σε παραστρατιωτικό εκπαιδευτικό κέντρο στη νότια επαρχία Haut-Lomami. Οι υπόλοιποι παραμένουν υπό κράτηση στην Κινσάσα εν αναμονή απαγγελίας κατηγοριών».[6] Μετά τη μεταφορά της πρώτης ομάδας μελών Kuluna στο παραστρατιωτικό εκπαιδευτικό κέντρο στο Kanyama Kasese για την εκτέλεση εθνικής υπηρεσίας, στις 3 Νοεμβρίου 2020, πραγματοποιήθηκαν άλλοι έξι γύροι μεταφορών από την αστυνομία έως τις 18 Αυγούστου 2021, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των μελών Kuluna στο Kanyama Kasese σε 2.100.[7] Με βάση την πιο πρόσφατη έκθεση της Amnesty International του 2025 αναφορικά με το έτος 2024, διαπιστώνεται πως τον Ιανουάριο του 2024, ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης ανακοίνωσε ότι περισσότεροι από 170 κρατούμενοι που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο θα εκτελούνταν για ένοπλη ληστεία και φέρονταν να έχουν σχέσεις με εγκληματικές συμμορίες, γνωστές ως “Kuluna” ή «Ληστές». Φαίνεται, ωστόσο, ότι οι εκτελέσεις δεν είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι το τέλος του έτους.[8] Συνεπώς προκύπτει πως ακόμα και αν ο ισχυρισμός του Αιτητή από την εν λόγω συμμορία κρινόταν αξιόπιστος ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να ζητήσει προστασία από τις αρχές της χώρας του .

Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε αιτητή/αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του/της για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε και κατά την ενώπιον μου διαδικασία.

Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός, στην Έκθεση-Εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική .

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[9]. Όταν ο αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08 Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με το λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα της απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνταν και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορούσε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα κινδύνευε να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Για τους ίδιους λόγους, κρίνω ότι ορθά κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν στοιχειοθετούνταν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

Αναφορικά με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο/η αιτητής/αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του/της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του/της στη χώρα καταγωγής του/της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο/η αιτητής/αιτήτρια μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν αυτός/αυτή δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Κινσάσα στην ΛΔΚ, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες συνθήκες στην εκεί περιοχή.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα War Watch (πρώην RULAC, πρωτοβουλία της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα), η ΛΔΚ βιώνει διαχρονικά κυκλική βία, που ξεκινά από την αποικιοκρατική εκμετάλλευση και τη δικτατορία μετά την ανεξαρτησία και φτάνει έως τους περιφερειακούς πολέμους της ΛΔΚ. Αυτές οι εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε συνεχή παρουσία ένοπλων ομάδων και αδύναμους κρατικούς θεσμούς. Στην ανατολική ΛΔΚ, η αναζωπύρωση της ένοπλης οργάνωσης March 23 Movement (M23), η δράση άλλων ομάδων όπως οι Allied Democratic Forces (ADF) και οι μαζικοί εκτοπισμοί πληθυσμών δείχνουν τη συνέχιση μη διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης, η οποία επηρεάζεται από ξένες παρεμβάσεις και ανταγωνιστικές περιφερειακές δυνάμεις. Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η παρουσία και υποστήριξη της Ρουάντα προς την M23 προκάλεσε αυξανόμενη διεθνή καταδίκη, ενώ η αποστολή του ΟΗΕ στη χώρα (MONUSCO) αντιμετώπισε βίαιες αντιδράσεις και έντονες συζητήσεις για την αποχώρησή της. Παράλληλα, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε Ituri και North Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές, η δημιουργία της Alliance Fleuve Congo (AFC) σε συνεργασία με την M23, καθώς και οι αποσπασματικές ειρηνευτικές πρωτοβουλίες και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή, συνέβαλαν στην περαιτέρω αποσταθεροποίηση και πόλωση της κατάστασης.[10]

Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για την ένταση της ένοπλης σύρραξης. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο ένα έτος περίπου (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 15/05/2026), καταγράφηκαν 56 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι[11]. Σημειώνεται, ότι βάσει εκτίμησης του 2026, ο πληθυσμός στην πόλη Κινσάσα στη ΛΔΚ ανέρχεται στα 21.852.144 κατοίκους[12].

Εκ των ανωτέρω πληροφοριών που παρατέθηκαν, διαπιστώνεται ότι παρά την ύπαρξη περιστατικών ασφαλείας στην ΛΔΚ, αυτά δεν επηρεάζουν τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή και επιπρόσθετα διαπιστώνεται πως ο αριθμός των επεισοδίων αυτών και ο βαθμός αδιάκριτης βίας κατά των αμάχων δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία του Αιτητή στην εκεί περιοχή, τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης, κατά την έννοια της διάταξης του Άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, με συνέπεια να απαιτούνται ορισμένα προσωπικά χαρακτηριστικά που θα αύξαναν το ρίσκο του αμάχου συγκριτικά με τον μέσο πληθυσμό της περιοχής.

Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την εκεί επιστροφή του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, του Συντάγματος και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου.

Συνεπώς, η προσφυγή απορρίπτεται με € 1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.

 

 

Βούλα Κουρουζίδου – Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Global Initiative, Criminals or vigilantes? The Kuluna gangs of the Democratic Republic of Congo, 17/06/2021, p. 3 – 4, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2066333/2022_01_Q1_EASO_COI_Query_Response_DRC_LIKOFI_OPERATION.pdf (assessed on 24/05/2026)

[2] AI - Amnesty International: Operation Mbata ya Bakolo: Mass expulsions of foreign nationals in the Republic of Congo [AFR 22/1951/2015], 01/07/2015, p. 9, https://www.amnesty.org/fr/wp-content/uploads/2023/06/AFR2219512015ENGLISH.pdf  (assessed on 24/05/2026)

[3] HRW, Operation Likofi - Police Killings and Enforced Disappearances in Kinshasa, DRC, 17-11/2014, p. 2, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2066333/2022_01_Q1_EASO_COI_Query_Response_DRC_LIKOFI_OPERATION.pdf (assessed on 24/05/2026)

[4] HRW, DR Congo: Police Killed, 'Disappeared' 34 Youth, 21/02/2019, διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/news/2019/02/21/dr-congo-police-killed-disappeared-34-youth και  HRW, Awaiting Justice for Police Killings in DR Congo, 16/11/2020, διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/news/2020/11/16/awaiting-justice-police-killings-dr-congo (assessed on 24/05/2026)

[5] Global Initiative Against Transnational Organized Crime, Criminals or vigilantes? The Kuluna gangs of the Democratic Republic of Congo, May 2021, p. 11, διαθέσιμο σε https://globalinitiative.net/wp-content/uploads/2021/06/Criminals-or-vigilantes-The-Kuluna-gangs-of-the-Democratic-Republic-of-Congo-GITOC.pdf  (assessed on 24/05/2026)

[6] HRW, Awaiting Justice for Police Killings in DR Congo, 16/11/2020, διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/news/2020/11/16/awaiting-justice-police-killings-dr-congo (assessed on  24/05/2026)

[7] EUAA (European Union Agency for Asylum), State measures towards organised criminal networks, in particular diamond dealers and Kuluna gangs, and state response to their victims [Q28-2021], 31/08/2021, p. 3, https://coi.easo.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_08_Q28_EASO_COI_Query_Response_DRC_criminal_gangs.pdf (assessed on 24/05/2026)

[8] Ecoi.net, Author: Amnesty International, “The State of the World's Human Rights; Demoractic Republic of the Congo 2025”, 21/04/2026, διαθέσιμο σε:  https://www.ecoi.net/en/document/2139274.html (assessed on 24/05/2026)

[9] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε:

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (assessed on 12/05/2026)

 

[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 24/05/2026)

[12] World Population Review, Democratic Republic of Congo: Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (assessed on 24/05/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο