ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 1831/2024
17 Ιουλίου 2026
[Χ.ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
R.E.N.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας ημερομηνίας 16/05/2025
Ζ. Ποντίκη (κα) για Έλενα Μυριάνθους (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Ρ. Προδρόμου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η Αίτηση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή της, δια μέσω της συνηγόρου της, η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 12/04/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 16/05/2024 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της για παροχή διεθνούς προστασίας, είναι άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Στις 16/05/2025, η συνήγορος της Αιτήτριας καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία επιζητείται η χορήγηση άδειας από το Δικαστήριο για προσαγωγή μαρτυρίας. Ειδικότερα, η Αιτήτρια αιτείται τα ακόλουθα:
«Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την προσαγωγή μαρτυρίας με Ένορκο δήλωση της αιτήτριας R.E.N. ή όπως άλλως το Δικαστήριο ήθελε ορίσει, για γεγονότα σχετικά με την υπό εξέταση προσφυγή.
Β. Περαιτέρω και/ή άλλη Διαταγή και/ή Θεραπεία.
Γ. Έξοδα.»
Η παρούσα αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 16/05/2025 της κας Ελένης Μυριάνθους, δικηγόρου της αιτήτριας. Στα πλαίσια της ανωτέρω ένορκης δήλωσης η κα Μυριάνθους υποστηρίζει ότι προέβη στην μετάφραση της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας, που παρατίθεται ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση της (στο εξής « προτεινόμενη ένορκη δήλωση»).
Με την προτεινόμενη μαρτυρία - προτεινόμενη ένορκη δήλωση της αιτήτριας (στο εξής 'προτεινόμενη ένορκη δήλωση') επιχειρείται η υποστήριξη της προσφυγής της (παρ. 2 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας), η οποία σχετίζεται με το βασικό ισχυρισμό ότι υπάρχει φόβος δίωξης της σε περίπτωση που διαταχθεί η επιστροφή της (παρ. 15 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας), προκειμένου να ανατραπεί η κατάληξη των καθ’ων η αίτηση περί αναξιοπιστίας του βασικού της ισχυρισμού (παρ. 9 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας).
Περαιτέρω, με την προτεινόμενη ένορκη δήλωσή της, η Αιτήτρια προβάλλει πως έχει στην κατοχή της δυο έγγραφα. Το πρώτο έγγραφο (Τεκμήριο 1) αφορά γραπτή δήλωση υπογεγραμμένη από τον τοπικό διαχειριστή του χωριού της Besongabang, στο οποίο επαληθεύονται τα γεγονότα ως τα περιέγραψε στη συνέντευξη της (παρ. 6 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης). Επιπλέον, με την προτεινόμενη ένορκη δήλωσή της, η Αιτήτρια παραθέτει ως Τεκμήριο 2, γραπτή δήλωση του οικογενειακού της φίλου J. M., ο οποίος (ως ισχυρίζεται η ίδια) ήταν και ο ίδιος μάρτυρας των γεγονότων και το οποίο επιβεβαιώνει πως η ίδια είναι ακόμα καταζητούμενη στο χωριό, λόγω του ότι είναι ύποπτη ότι πωλούσε φαγητό στους Ambazonians, βοηθώντας τον αγώνα τους (παρ. 7 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης). Ισχυρίζεται δε πως τα εν λόγω έγγραφα δεν τα είχε στη κατοχή της κατά τη συνέντευξη της προκειμένου να τα προσκομίσει στην Υπηρεσία Ασύλου αλλά περιήλθαν στην κατοχή της πρόσφατα, όταν είχε επικοινωνία και τα ζήτησε από τον κ. M. (παρ. 8 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης). Ως προς το Τεκμήριο 1, προβάλλει πως είχε συνταχθεί το 2019 από την τοπική διαχειρίστρια, η οποία ουδέποτε της το παρέδωσε και ως ισχυρίζεται, ο κος M., ανέλαβε να επικοινωνήσει μαζί της ώστε να το λάβει (παρ. 8 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας).
Επί της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, επισυνάπτονται δυο (2) έγγραφα, ως ακολούθως:
- Τεκμήριο 1: γραπτή δήλωση υπογεγραμμένη από τον τοπικό διαχειριστή του χωριού Besongabang, ημερ. 04/11/2019.
- Τεκμήριο 2: γραπτή δήλωση του κ. J. T. M., ημερ. 07/04/2025.
Οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα αίτηση, στις 19/09/2025 προχώρησαν στην καταχώριση της ένστασής τους ως προς την προσαγωγή της προτεινόμενης μαρτυρίας, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του κ. Α. Φιλίππου, δικηγόρου για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ιδίας ημερομηνίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση προέβαλαν αρκετούς λόγους απόρριψης της αίτησης, όπου μεταξύ άλλων αντιτάσσουν ότι αυτή είναι παράτυπη και νομικά αβάσιμη, αφού πάσχει δικονομικά και ουσιαστικά δεν πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων προσαγωγής μαρτυρίας, ενώ αποσκοπεί στην καθυστέρηση και/ή στην κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, προβάλλουν πως δεν είναι εύλογα σχετική προς οποιοδήποτε επίδικο θέμα, δεν είναι αναγκαία και δεν συγκεκριμενοποιείται, ούτε επιτελεί κάποιο σκοπό, ενώ τα έγγραφα που επιδιώκεται να προσαχθούν δεν μπορούν να αποτελέσουν επίσημα έγγραφα ή αποδεκτή μαρτυρία. Ειδικότερα δε, προβάλλουν πως τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που επιδιώκεται να προσαχθεί, είναι γενικά και αόριστα, χωρίς να αποκαλύπτεται οποιοδήποτε γεγονός ή/και να αποδεικνύεται κάποιος καλός λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση της παρούσας αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας. Επιπλέον προβάλλουν πως η Αιτήτρια δεν παρουσίασε οποιοδήποτε πειστικό λόγο για τον οποίο δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει νωρίτερα τα έγγραφα και ως προς τα έγγραφα που επιχειρούνται να προσκομισθούν είναι αμφιβόλου ποιότητας και εγείρονται αμφιβολίες ως προς την αυθεντικότητα τους, έχουν μειωμένη αποδεικτική αξία λόγω της κακής τους ποιότητας και δεν μπορεί να καταδειχθεί η σχετικότητα τους με τους ισχυρισμούς που πρόβαλε.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών, καταχώρισαν Γραπτές Αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους.
Με τη Γραπτή της Αγόρευση, η Αιτήτρια, δια της συνηγόρου της, προωθεί τη θέση περί ότι η προτεινόμενη μαρτυρία είναι σχετική και συναφή με τα επίδικα θέματα. Παραθέτει δε, αρκετή νομολογία επί του θέματος της προσαγωγής μαρτυρίας και της εξέτασης αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας από το Δικαστήριο. Προβάλλεται δε, ότι τα σχετικά έγγραφα που επιχειρούνται να προσκομιστούν στο Δικαστήριο, τεκμηριώνουν πλήρως τους σχετικούς ισχυρισμούς και τα αντικειμενικά δεδομένα του φόβου δίωξης της Αιτήτριας, ενώ τα εν λόγω έγγραφα που επιδιώκει η Αιτήτρια να προσκομίσει είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς που η ίδια ανέφερε κατά τη συνέντευξή της, σχετίζονται δε, απολύτως, με γεγονότα που η Αιτήτρια επιθυμεί να αποδείξει, ήτοι τη δίωξή της από τις αρχές της χώρα της αλλά και από την Νιγηριανή κοινωνία, χωρίς να αλλοιώνονται ή να μεταβάλλονται οι ισχυρισμοί της και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Επιπλέον, αναφέρεται η θέση πως καθίσταται αναγκαίο και επιβεβλημένο όπως βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το απαραίτητο μαρτυρικό υλικό και τα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν την παρούσα υπόθεση, ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να απονείμει πλήρη και ορθή δικαιοσύνη. Καταληκτικά, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν είχε στην κατοχή της οποιαδήποτε έγγραφα να παρουσιάσει που να μπορούν να ενισχύσουν τη μαρτυρία της κατά την υποβολή της αίτησης της για διεθνή προστασία στην Υπηρεσία Ασύλου, αλλά και κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξη της στην Υπηρεσία Ασύλου, έτσι περιορίστηκε μόνο στα λεγόμενά της ώστε να μπορέσει να αποδείξει το πρόβλημα δίωξης που αντιμετωπίζει. Τέλος, προβάλλεται ότι η Αιτήτρια έχει δώσει συγκεκριμένο, λογικό και πειστικό λόγο για τον οποίον η προτεινόμενη μαρτυρία και έγγραφα ήταν αδύνατο να προσκομισθούν σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, ενώ η μαρτυρία που ζητείται να προσκομισθεί είναι αναγκαία και ουσιώδης, αφού θεμελιώνει, ενισχύει και τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, κατά τρόπο δε, που αυξάνει τις πιθανότητες για επιτυχία της προσφυγής της.
Με την γραπτή της αγόρευση, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, προβάλλει (καταρχάς) ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, παραθέτει δε, το σχετικό νομικό πλαίσιο που διέπει την προσκόμιση μαρτυρίας στο Δικαστήριο, καθώς και το δικονομικό πλαίσιο μέσα από το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεσες αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας. Προωθείται ότι η μαρτυρία η οποία επιθυμείται να προσκομιστεί δεν αναφέρει ποιους ισχυρισμούς της ενισχύει και ενόψει του ότι η μαρτυρία δεν συγκεκριμενοποιείται, δεν δύναται να εξεταστεί η σχετικότητα της. Επίσης προβάλλεται ότι η αιτήτρια δεν αναφέρει ποιο λόγο ακύρωσης αποδεικνύει η μαρτυρία που επιθυμεί να προσκομίσει. Επισημαίνει δε, ότι δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη δυνατό να προσκομισθούν τα εν λόγω τεκμήρια προγενέστερα και/ή κατά το στάδιο της συνέντευξης της και πότε έλαβε την εν λόγω μαρτυρία. Περαιτέρω υποστηρίζει πως απέτυχε να αποδείξει ότι η παράλειψη προσκόμισης αυτών δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητας της και ότι αδυνατούσε να προσκομίσει αυτά νωρίτερα και πως η προτεινόμενη μαρτυρία δεν αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας στην Αιτήτρια. Ειδικότερα, ως προς το Τεκμήριο 1, η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, προβάλλει πως αμφισβητείται η αυθεντικότητα του και κατά συνέπεια η αποδεικτική του αξία, καθότι η αιτήτρια δεν αναφέρει πως κατάφερε να εξασφαλίσει το εν λόγω έγγραφο, από ποιον και πότε, πως κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της δεν αναφέρθηκε στο πρόσωπο το οποίο συνέταξε το έγγραφο και ούτε δύναται το εν λόγω πρόσωπο να ταυτοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Επιπλέον, προβάλλει πως δεν έχει προσκομισθεί το πρωτότυπο έγγραφο, δεν αναφέρει το λόγο για τον οποίο δεν εξασφαλίστηκε το πρωτότυπο και ότι το έγγραφο ημερ. 04/11/2019 είναι αμφίβολου ποιότητας και φέρει χειρόγραφες συμπληρώσεις. Η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση καταγράφει και ενδεικτικές αντιφάσεις μετά των δηλώσεων της αιτήτριας κατά τη συνέντευξη της με το προσκομισθέν έγγραφο. Ως προς το Τεκμήριο 2, υποστηρίζει πως η αιτήτρια δεν αναφέρει πως κατάφερε να εξασφαλίσει το εν λόγω έγγραφο, από ποιον και πότε και πως δεν δύναται να ταυτοποιηθεί με οιονδήποτε τρόπο το πρόσωπο που το εξέδωσε και πως κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της δεν έγινε αναφορά στο εν λόγω πρόσωπο. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο του εγγράφου δεν προκύπτει πως το εν λόγω πρόσωπο γνωρίζει και δηλώνει πως η αιτήτρια εξακολουθεί να καταζητείται και να βρίσκεται σε λίστα καταζητούμενων προσώπων. Τέλος, προβάλλει πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για να επιτραπεί η προσαγωγή μαρτυρίας.
Στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας, η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας, όπως και η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, υιοθέτησαν τις θέσεις που προώθησαν με τις (ως άνω) γραπτές τους αγορεύσεις.
Ενόψει των ως έχουν αναφερθεί, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση.
Στον Κανονισμό 10 των περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδίκασης της παρούσας αίτησης, λέγεται (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
« 10. (α) Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται-
(i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και
(ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.
[...] ».
Είναι πάγια και διαχρονική η θέση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε σχέση με τις κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, στα πλαίσια της διοικητικής δίκης, όσον αφορά την προσαχθείσα μαρτυρία. Οι εν λόγω αρχές έχουν συνοψιστεί στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γρηγόριος Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αν. Έφεση αρ. 3420, (2003) 3 ΑΑΔ 507, όπου αναφέρεται (παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα):
«...Στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ελέγχει το δικαίωμα των διαδίκων να προσαγάγουν μαρτυρία σχετική με τα γεγονότα που θέλουν να αποδείξουν, με γνώμονα πάντοτε τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα. (Βλ. Phedias Kyriakides v. The Republic (1961) 1 R.S.C.C. 66, Skourides v. Attorney General (1967) 3 C.L.R. 518, Lambrakis v. Republic (1970) 3 C.L.R. 72 και Αntoniou ν. Republic (1971) 3 C.L.R. 417). Το θέμα εξετάστηκε λίγο αργότερα στην υπόθεση Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 106, όπου το Δικαστήριο υιοθετώντας την απόφαση Phedias Kyriakides παρατήρησε ότι,
"... ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που θα ακολουθούνται στην εξέταση της αποδοχής οποιασδήποτε μαρτυρίας είναι κατά πόσο τέτοια μαρτυρία είναι εύλογα σχετική προς οιονδήποτε επίδικο θέμα και αποδειχτική οιουδήποτε επίδικου θέματος ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί ή όχι να βοηθήσει το Δικαστήριο στην απονομή δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με τη δικαιοδοσία του."
(Βλ. επίσης Constantinides v. The Electricity Authority of Cyprus (1982) 3 C.L.R. 387, Λέλλα Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, 668/90 της 30/9/93, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1994) 3 Α.Α.Δ. 145, 162 και Μάρω Ράφτη και Άλλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335). Επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι "δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μαρτυρία η οποία να διαφοροποιεί, να αλλοιώνει ή να μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης", αφού "το κύρος της απόφασης συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που λήφθηκε υπόψη". (Βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδης και Άλλων (1999) 3 Α.Α.Δ. 549).
Πρέπει να τονιστεί ότι οι διάδικοι δεν μπορούν να προσαγάγουν μαρτυρία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Η παροχή της άδειας του Δικαστηρίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την παρουσίαση μαρτυρίας. Η σχετική άδεια μπορεί να δοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 των Κανονισμών του 1962 κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται, είτε προφορικά είτε εγγράφως. (Βλ. Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1023 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281)...»
Πρόσθετα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπόθεση Ιωσηφίδης v. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, (2006) 3 ΑΑΔ 677 κρίθηκε ότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να κρίνει την σχετικότητα της μαρτυρίας, πρέπει η προτεινόμενη μαρτυρία να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση. Παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«.Προβάλλεται ως λόγος έφεσης ότι η ενδιάμεση απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του εφεσείοντος για προσαγωγή μαρτυρίας, είναι εσφαλμένη. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Ορθά ο συνάδελφος απέρριψε το αίτημα πάνω στη βάση ότι ο εφεσείων δεν είχε, με την αίτηση και την ένορκο δήλωση, συγκεκριμενοποιήσει την προτεινόμενη μαρτυρία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί η σχετικότητα της με οποιαδήποτε από τα επίδικα θέματα. Πρόσθετα, και πάλιν ορθά, ο συνάδελφος, δοθέντος ότι ο εφεσείων είχε συγκεκριμενοποιήσει την προτεινόμενη μαρτυρία στην αγόρευσή του, αφού τόνισε ότι κάτι τέτοιο δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της νομολογίας, διαπίστωσε ότι, εν πάση περιπτώσει, η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας δε θα μπορούσε να επιτύχει για το λόγο ότι η αποδοχή της θα ισοδυναμούσε με διαφοροποίηση, αλλοίωση ή μεταβολή του περιεχομένου των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη από τους εφεσίβλητους, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καλείται να προβεί σε πρωτογενή κρίση στη βάση στοιχείων που δεν είχαν τεθεί ούτε βρίσκονταν ενώπιον των εφεσιβλήτων..»
Στην απόφαση Κωνσταντίνου ν. Συμβ. Υδατ. Λ/σού (Αρ.1) (1992) 4 ΑΑΔ 3330, λέχθηκε:
«.Στη Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας- (1989) 3(B) Α.Α.Δ. 1023, επισημάναμε ότι το κριτήριο για την προσαγωγή μαρτυρίας στο πλαίσιο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, όπως και στον τομέα της πολιτικής δικαιοδοσίας, είναι εκείνο της σχετικότητας προς τα επίδικα θέματα. Η σχετικότητα είναι θέμα λογικής και πρέπει να καταδεικνύεται από τη συνάφεια της μαρτυρίας προς τα επίδικα θέματα. Το πρωταρχικό θέμα κάθε προσφυγής είναι η νομιμότητα της διοικητικής απόφασης ή πράξης που προσβάλλεται. Κάθε θέμα που άπτεται της νομιμότητας της κρινόμενης απόφασης, είναι σχετικό προς τα επίδικα θέματα. Αυτά είναι η πράξη ή απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας, και τα γεγονότα που τη στοιχειοθετούν, σε συνδυασμό με το νομικό πλαίσιο λειτουργίας του οργάνου που εκδίδει την απόφαση ή προβαίνει στην πράξη και τους κανόνες της χρηστής διοίκησης.
Εφόσον η μαρτυρία η οποία επιδιώκεται να προσαχθεί τείνει να διαφωτίσει, ως προς τα επίδικα θέματα, είναι παραδεκτή. Για το λόγο αυτό, ο διοικητικός φάκελος ή φάκελοι που αποκαλύπτουν και στοιχειοθετούν την απόφαση, γίνονται απαρέγκλητα δεκτοί ως μαρτυρία. Είναι επίσης αποδεκτή μαρτυρία η οποία άπτεται της εγκυρότητας γεγονότων και εγγράφων τα οποία θεμελιώνουν την απόφαση για τη διερεύνηση ισχυρισμού για ουσιώδη πλάνη περί τα πράγματα, η ορθή καθοδήγηση ως προς τα οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο της εγκυρότητας της απόφασης. Με το ίδιο πνεύμα και για ανάλογους λόγους, μπορεί να προσαχθεί μαρτυρία η οποία τείνει να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα τα οποία δεν ήλθαν σε φως ή αγνοήθηκαν για να διερευνηθεί ισχυρισμός για την ανεπάρκεια της διεξαχθείσας έρευνας..»
Επομένως, ως διαπιστώνεται ανωτέρω, παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να δεχτεί μαρτυρία, εφόσον βέβαια τηρηθούν οι δικονομικοί κανόνες που καθορίζονται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς, ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω, όπως και οι κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία.
Επισημαίνεται σε αυτό το σημείο, ότι το παρόν Δικαστήριο, παρά την εφαρμογή των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, έχει μια πιο διευρυμένη εξουσία εξέτασης και αποδοχής αιτήσεων προσαγωγής μαρτυρίας, ενόψει της δικαιοδοσίας του καθότι σύμφωνα με το άρθρο 11 του Περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, το παρόν Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει τη νομιμότητα και ορθότητα της απόφασης, προβαίνοντας σε έλεγχο επί της ουσίας και εξέτασης ex nunc των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που άπτονται της αιτήσεως ασύλου του εκάστοτε αιτητή. Παρόμοια προσέγγιση ακολούθησε και η αδελφή μου Δικαστής Κ. Κλεάνθους, στην υπόθεση SD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: ΔΔΠ 273/19, 16/4/2021, το σκεπτικό της οποίας υιοθετώ, παραθέτοντας το σχετικό απόσπασμα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «..22. Όπως προκύπτει τόσο από το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 46 της Οδηγίας 2013/32, το παρόν δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάζει ex nunc τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που άπτονται της αιτήσεως ασύλου του εκάστοτε αιτούντος άσυλο. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη χρονική επέκταση, το Δικαστήριο μπορεί να κάνει αποδεκτή την προσαγωγή μαρτυρίας η οποία δεν είχε τεθεί ενώπιον του διοικητικού οργάνου (παρακάμπτοντας την αρχή που ισχύει στο πλαίσιο της ακυρωτικής φύσεως διαδικασίας ότι δεν επιτρέπεται αλλοίωση και διαφοροποίηση των δεδομένων που ήταν ενώπιον του διοικητικού οργάνου κατά τη λήψη της απόφασής του) όταν καταδειχθεί ότι η παράλειψη αυτή δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του αιτούντος άσυλο και αδυνατούσε να τα προσκομίσει. Περαιτέρω, όταν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας.»
Σε αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν θα επεκταθώ στο να αναλύσω το σκεπτικό της απόφασης του ΔΕΕ C - 652/16[1], καθότι η μαρτυρία που επιθυμεί να προσάγει η αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση, δεν έχει σκοπό να στηρίξει καινοφανή λόγο παροχής διεθνούς προστασίας, ο οποίος να προϋπήρχε και να μην εγέρθηκε ενώπιον της αρμόδιας αρχής και να έχει εγερθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, μιας και ως εντοπίζω και θα αναλύσω και κατωτέρω από τα γεγονότα που θα παρατεθούν, η μαρτυρία που επιθυμεί η αιτήτρια να παρουσιάσει σχετίζεται με λόγους που είχε προβάλει στην συνέντευξη της.
Υπό το φως λοιπόν των πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση.
Επαναλαμβάνω ότι η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια για προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης της ιδίας.
Κατά την υποβολή της αίτησης της προς παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια δήλωσε ότι υπάρχει πόλεμος στο Καμερούν μεταξύ του Νότιου Καμερούν (Ambazonians) και της Δημοκρατίας του Καμερούν και πως στο χωριό της υπάρχουν σκοτωμοί. Ειδικότερα, ανέφερε πως η μητέρα της σκοτώθηκε στη φάρμα και πως μια μέρα, ενώ η ίδια ήταν μαζί με τα τέκνα της, άγνωστοι ένοπλοι άρχισαν να πυροβολούν και διέφυγαν στο δάσος, όπου παρέμειναν για τρεις εβδομάδες. Ανέφερε πως ο στρατός πήγε να πολεμήσει τους ένοπλους και πως κάηκαν οικίες. Όταν επέστρεψαν από το δάσος, ο σύζυγος της σκοτώθηκε διότι ήταν «black leg», και απειλούσαν την ίδια και τα τέκνα τους ότι θα τους σκοτώσουν. Κατέγραψε πως τη φροντίδα των τέκνων της ανέλαβε συγγενικό της πρόσωπο και η ίδια, με τη βοήθεια ενός φιλικού προσώπου του συζύγου της, αποχώρησε από τη χώρα.
Κατά το στάδιο της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια ανέφερε ότι έφυγε από τη χώρα της επειδή την αναζητούσε ο στρατός. Ισχυρίστηκε πως αφότου έκαψαν την οικία τους και υπήρχαν πολλοί πυροβολισμοί στο χωριό τους, διέφυγαν στο δάσος και όταν επέστρεψε ενημερώθηκε πως ο στρατός την αναζητά διότι δεν τους υπάκουσε και πωλούσε φαγητό στους Ambazonians, γεγονός που την ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ερωτηθείσα για τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, ανέφερε πως είτε θα σκοτωθεί είτε θα την φυλακίσουν, διότι γνωρίζουν πως υποστηρίζει τους Ambazonians. Ως ισχυρίστηκε, δεν θα μπορούσε να ζητήσει βοήθεια από τους Ambazonians διότι ο στρατός είναι παντού και μπορούν να σε εντοπίσουν ακόμη και στο δάσος. Ερωτηθείσα εάν αντιμετώπισε οιονδήποτε περιστατικό κατά τη διαμονή της στη χώρα, απάντησε αρνητικά και πως το μόνο πρόβλημα ήταν επειδή πωλούσε φαγητό στους Ambazonians. Η αιτήτρια δήλωσε πως μια φορά, ένας χωρικός της ανέφερε πως ο στρατός ήταν στο χωριό και πως θα την επισκέπτονταν. Η ίδια έφυγε αμέσως από την οικία της και όταν επέστρεψε αντιλήφθηκε πως η κατάσταση ήταν σοβαρή διότι κατέστρεφαν ιδιοκτησίες ατόμων που δεν κατάγγελλαν Ambazonians. Επιπλέον, ισχυρίστηκε πως δεν είχε κάποιο προσωπικό περιστατικό με τον στρατό. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε επίσης πως δέχθηκε απειλές από τον στρατό πως θα την σκοτώσουν εάν δεν σταματούσε την πώληση φαγητού αλλά δεν το έπραξε διότι ήταν το μοναδικό της εισόδημα.
Εν συνεχεία, κατά την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, σχηματίσθηκαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμοί, εκ των οποίων, ο πρώτος που αφορά την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας έγινε αποδεκτός, καθότι στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική της αξιοπιστία. Όσον αφορά το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, περί ότι η ζωή της Αιτήτριας διατρέχει κίνδυνο διότι υπάκουε τους Ambazonians και όχι τον στρατό της κυβέρνησης, αυτός δεν έγινε αποδεκτός καθότι δεν στοιχειοθετήθηκε η αξιοπιστίας της.
Προχωρώ επομένως στην εξέταση των προϋποθέσεων του Κανονισμού 10, ως έχει παρατεθεί ανωτέρω, και ως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδίκασης της παρούσας αίτησης, στο κατά πόσον θα γίνει αποδεκτή η μαρτυρία από το παρόν Δικαστήριο προς εξέταση.
Όσον αφορά τη μαρτυρία η οποία επιχειρείται να προσαχθεί, καταρχάς παρατηρείται ότι στην προτεινόμενη ένορκη δήλωσή της, η Αιτήτρια επικαλείται (γενικώς) ότι διώκεται και καταζητείται από τον κυβερνητικό στρατό στην χώρα της λόγω του ότι πωλούσε φαγητό στους Ambazonians, υποβάλλοντας προς υποστήριξη τούτου, δυο έγγραφα ως τεκμήρια (βλ. Τεκμήρια 1 και 2 που συνοδεύουν την προτεινόμενη Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας), τα οποία, εκ πρώτης όψεως, κρίνονται ως σχετικά με τα επίδικα θέματα σύμφωνα με τον Καν. 10 (α) (ii) των περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019.
Προχωρώντας όμως στην εξέταση της προϋπόθεσης που θέτει ο Κανονισμός 10 (α) (i), η οποία θα πρέπει να πληρείται σωρευτικώς με την προϋπόθεση που τάσσει ο Καν. 10 (α) στην παράγραφο (ii), ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα:
Ως προβλέπεται στον Κανονισμό 10 (α) (i), το παρόν Δικαστήριο δύναται να κάνει αποδεκτή μαρτυρία μετά την καταχώρηση της προσφυγής μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ικανοποιείται «ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β)».
Ειδικότερα, αναφορικά με τα Τεκμήρια που συνοδεύουν την προτεινόμενη Ένορκη Δήλωση της αιτήτριας, επισημαίνω καταρχάς ότι, ως προς το Τεκμήριο 1, αυτό αφορά γραπτή δήλωση από τη τοπική διαχειρίστρια του χωριού της, εκδιδόμενο στις 04/11/2019, στο οποίο περιγράφεται η κατάσταση στην περιοχή και πως η αιτήτρια υπήρξε θύμα της κατάστασης όπως επίσης ότι ο στρατός την αναζητά να την συλλάβει καθότι ισχυρίζονται ότι ήταν υποστηρίκτρια των Ambazonians και το οποίο (ως ισχυρίζεται η ίδια) της το απέστειλε οικογενειακό φιλικό της πρόσωπο, ο οποίος ανέλαβε να επικοινωνήσει μαζί με τη διαχειρίστρια του χωριού προκειμένου να το αποκτήσει, έγγραφο που ως δηλώνει η αιτήτρια, η διαχειρίστρια το είχε ετοιμάσει από το 2019 (παρ. 6, 7 και 8 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας).
Στην παρούσα περίπτωση κρίνεται ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε επαρκώς κάποιο συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο η ίδια αδυνατούσε να υποβάλει το πιο πάνω έγγραφο και την προτεινόμενη μαρτυρία κατά την καταχώρηση της (έστω) προσφυγής της (ενώ εκπροσωπείτο μάλιστα από δικηγόρο). Σημειώνεται ότι η αιτήτρια δήλωσε στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση της ότι όσον αφορά το Τεκμήριο 1, η τοπική διαχειρίστρια του χωριού της το συνέταξε το εν λόγω το 2019 (βλ. παρ. 8 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας). Δεν εξηγεί όμως, παρότι δήλωσε ότι το εν λόγω έγγραφο φέρεται να έχει εκδοθεί το 2019, άρα προϋπήρχε της συνέντευξης της αλλά και της καταχώρησης της προσφυγής της, τον λόγο που δεν προέβη στην υποβολή του εν λόγω εγγράφου καθώς και στην αναζήτηση του νωρίτερα. Αντιθέτως, η προσπάθεια προσαγωγής του εν λόγω εγγράφου μεσολάβησε μετά από την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, καθότι επιχείρησε να προσκομίσει το εν λόγω έγγραφο περί του ενός (1) έτους μετά την καταχώρηση της προσφυγής της ήτοι στις 23/05/2024, μιας και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 15/05/2025, χωρίς να αποκαλύπτεται και να εξηγείται ο λόγος που δεν υποβλήθηκε κατά την καταχώρηση της προσφυγής, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (β), ως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Τονίζω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ ως επαρκή αιτιολόγηση την αναφορά της αιτήτριας περί του ότι απλά το ζήτησε από το φιλικό της πρόσωπο μόλις πρόσφατα και όταν επικοινώνησε μαζί του, χωρίς να αναφέρει πότε ακριβώς επικοινώνησε, πότε το παρέλαβε, γιατί από το 2019 που το εν λόγω έγγραφο εκδόθηκε, δεν το παρέλαβε νωρίτερα, και γιατί το υπέβαλε με τόση μεγάλη καθυστέρηση. Για το συγκεκριμένο τεκμήριο δεν γίνεται καμία αναφορά πότε παραλήφθηκε και/ή το χρονικό παραλαβής του. Επομένως, ενόψει του ότι δεν έχω ενώπιον μου κανένα στοιχείο προς εξέταση που να τεκμηριώνει ότι η καθυστέρηση υποβολής του Τεκμηρίου 1 ήταν 'άνευ δικής της υπαιτιότητας', καταλήγω ότι δεν πληρείται η πρόνοια του Κανονισμού 10 (α) (i) και το εν λόγω Τεκμήριο δεν γίνεται αποδεκτό για προσαγωγή.
Περαιτέρω, αναφορικά με το προτεινόμενο για προσαγωγή Τεκμήριο 2, επισημαίνω ότι αυτό αφορά γραπτή δήλωση οικογενειακού φιλικού της προσώπου (ως ισχυρίζεται η ίδια), ημερομηνίας 07/04/2025, επί του οποίου περιγράφεται η κατάσταση στο χωριό της αιτήτριας, ότι οι Καμερουνέζικες αρχές επιθυμούν να σκοτώσουν την αιτήτρια καθότι την υποπτεύονται ότι τάιζε τους Ambazonians, ότι έκαψαν το εστιατόριο της και πως η αιτήτρια είναι καταζητούμενο πρόσωπο καθότι υπάρχει μια λίστα καταζητούμενων προσώπων σε οδικά δίκτυα στο Καμερούν. Ισχυρίζεται δε, πως το εν λόγω έγγραφο μόλις πρόσφατα το ζήτησε από το συγκεκριμένο άτομο, όταν είχε επικοινωνία μαζί του και πως ο ίδιος της ανέφερε πως ενδεχομένως μπορεί να τη βοηθήσει (παρ. 8 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας).
Ειδικότερα, αναφορικά με το τεκμήριο 2 που συνοδεύει την προτεινόμενη Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας, επισημαίνω καταρχάς ότι αυτό αφορά βεβαίωση από φίλο της αιτήτριας, ημερ. 07/04/2025 όπου περιγράφεται η κατάσταση της Αιτήτριας, και τα όσα μεσολάβησαν στην χώρα καταγωγής της κατά ή περί το 2019 το οποίο (ως ισχυρίζεται η ίδια) της το απέστειλε ο συγκεκριμένος φίλος της που αποτελεί και τον συντάκτη του εν λόγω εγγράφου/ βεβαίωσης από τη χώρα καταγωγής της καθότι πρόσφατα του το είχε ζητήσει (παρ. 8 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας).
Επομένως, η προτεινόμενη - μαρτυρία σκοπό έχει την απόδειξη γεγονότων που μεσολάβησαν πριν την καταχώρηση της αίτησης διεθνούς προστασίας της αιτήτριας, την συνέντευξης της και την καταχώρηση της προσφυγής της.
Παρότι, η βεβαίωση που επιθυμεί να προσάγει η αιτήτρια φέρει ημερομηνίας 07/04/2025, εντούτοις μέσω της εν λόγω βεβαίωσης γίνεται προσπάθεια απόδειξης γεγονότων που μεσολάβησαν κατά ή περί το 2019 και ειδικότερα όσον αφορά τον φόβο δίωξης της αιτήτριας λόγω του ότι καταζητείται από τις καμερουνέζικες αρχές γιατί τάιζε τους Ambazonians.
Στην παρούσα περίπτωση κρίνεται ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε επαρκώς κάποιο συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο η ίδια δεν προσπάθησε να εξασφαλίσει σε προγενέστερο χρόνο την εν λόγω βεβαίωση, και ανέμενε μέχρι το 2025 να προβεί στην εν λόγω ενέργεια (μιας και η εν λόγω βεβαίωση φέρει ημερομηνίας 07/04/2025), πόσο μάλλον όταν τα γεγονότα που επιθυμεί η αιτήτρια να στηρίξει μεσολάβησαν κατά ή περί το 2019, ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω και η ίδια θα μπορούσε ακόμη κατά την υποβολή της αίτησης της (ημερ. υποβολής 08/10/2019) όπως και κατά το στάδιο της συνέντευξής της (ημερ. διεξαγωγής συνέντευξης 08/11/2023 αντίστοιχα) να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για να εξασφαλίσει νωρίτερα την εν λόγω βεβαίωση από τον φίλο της ο οποίος είναι και ο συντάκτης της εν λόγω βεβαίωσης. Πρόσθετα, η καθυστέρηση να ζητήσει και/ή να λάβει την εν λόγω βεβαίωση σε προγενέστερο χρόνο, δεν εξηγείται με οποιοδήποτε τρόπο στην ένορκη δήλωση της, ενώ δεν προβάλλεται κανένας λόγος γιατί παρότι τα γεγονότα μεσολάβησαν κατά ή περί το 2019, άφησε να παρέλθουν σχεδόν 6 χρόνια για να προχωρήσει να εξασφαλίσει την εν λόγω βεβαίωση.
Κρίνω σκόπιμο επίσης να αναφέρω σε αυτό το σημείο ότι παρότι και το υπογραμμίζω, η βεβαίωση φέρει ημερομηνίας 07/04/2025 και ούτως ή άλλως δεν ήταν δυνατή η καταχώριση της με την προσφυγή της Αιτήτριας, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (β), ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, αντίστοιχα, σε κανένα σημείο δεν εμφαίνεται ούτε εξηγείται ότι η αιτήτρια (η οποία εκπροσωπείται από δικηγόρο), προέβη σε οποιαδήποτε προσπάθεια να εξασφαλίσει αντίστοιχη βεβαίωση σε προγενέστερο χρόνο για να το παρουσιάσει σε εύθετο χρόνο με την καταχώρηση της προσφυγής της που μεσολάβησε στις 23/05/2024.
Τονίζω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ ως επαρκή αιτιολόγηση την αναφορά της Αιτήτριας περί του ότι απλά το παρέλαβε από τον φίλο της όταν του το ζήτησε, χωρίς να αναφέρει πότε ακριβώς το παρέλαβε, γιατί δεν ενήργησε νωρίτερα ώστε να το εξασφαλίσει και για ποιο λόγο ήταν δύσκολη η εξασφάλισή του νωρίτερα.
Περαιτέρω, η προσπάθεια προσαγωγής του εν λόγω εγγράφου λαμβάνει χώρα περί το 1 έτος και 6 μήνες μετά την συνέντευξη της και περί το 1 έτος από την καταχώριση της παρούσας προσφυγής για γεγονότα που μεσολάβησαν το 2019 ενώ η αιτήτρια είχε την δυνατότητα να παρουσιάσει και να ζητήσει την εν λόγω βεβαίωση σε προγενέστερο χρόνο, ενώ επαναλαμβάνω δεν εξηγεί στην ένορκη δήλωση της τους λόγους που αδυνατούσε να την εξασφαλίσει σε εύθετο χρόνο.
Επομένως, ενόψει των ως ανωτέρω έχουν αναφερθεί, κρίνω ότι δεν έχω ενώπιον μου κανένα στοιχείο προς εξέταση που να τεκμηριώνει ότι η καθυστέρηση υποβολής του τεκμηρίου 2 ήταν ‘άνευ δικής της υπαιτιότητας’, και καταλήγω ότι δεν πληρείται η πρόνοια του Κανονισμού 10 (α) (i) και το εν λόγω Τεκμήριο δεν γίνεται αποδεκτό για προσαγωγή.
Επομένως, η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί, η οποία παρατίθεται στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση της αιτήτριας που συνοδεύει την ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, κρίνω ότι για τους λόγους που έχουν αναλυθεί ανωτέρω, δεν είναι δυνατόν να τύχει εξέτασης από το παρόν Δικαστήριο.
Ως εκ τούτου, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η ενδιάμεση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €500 έξοδα υπέρ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες στις 17/09/2026, ώρα 10:30.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Απόφαση ΔΕΕ, Υπόθεση C‑652/16, Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova, Rauf Emin Ogla Ahmedbekov Κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite, ημερ. 28/06/2018
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο