Ν. N. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 2000/2025, 22/7/2026
print
Τίτλος:
Ν. N. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 2000/2025, 22/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υποθ. Αρ.: 2000/2025

22 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Ν. N. L. από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

Αιτήτρια

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια

Χ. Καστανάς, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

Η Αιτήτρια είναι παρούσα.

(Παρoύσα ο διερμηνέας κος Tsninth Tshiabo για πιστή μετάφραση από τα Λιγκάλα στα Ελληνικά και αντίστροφα)

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 25/07/2025, η οποία της κοινοποιήθηκε την 05/08/2025 και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά της για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρη και/ή στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή υπόκειται σε τροποποίηση ώστε να δοθεί στην Αιτήτρια καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής Λ.Δ.Κ.) και στις 03/05/2022 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και παρέλαβε τη σχετική βεβαίωση υποβολής της στις 06/05/2022 (ερ. 1, 7 και 20 του Δ.Φ.).

Στις 23/06/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum – E.U.A.A.) προς εξέταση του αιτήματός της για διεθνή προστασία (ερ. 33 – 49 του Δ.Φ.).

Στη συνέχεια και δη στις 15/07/2025, ο αρμόδιος λειτουργός της E.U.A.A. συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας. (ερ. 98 – 116 του Δ.Φ.).

Στις 25/07/2025 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας (ερ. 117 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, στις 05/08/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την ίδια αυθημερόν, ενώ το περιεχόμενο της απόφασης και της αιτιολόγησης τής επεξηγήθηκε σε γλώσσα που κατανοεί. (ερ. 119 του Δ.Φ.).

Στη συνέχεια, στις 06/08/2025, η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Η Αιτήτρια, δια της συνηγόρου της, προβάλλει πλείονες λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται δια της Γραπτής Αγόρευσης.

Ειδικότερα, δια της Γραπτής Αγόρευσης και Απαντητικής της Αγόρευσης, η συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη ελήφθη χωρίς να έχει προηγηθεί δέουσα έρευνα και κατά παράβαση των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000.

Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή και Γραπτή τους Αγόρευσης υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων, των Κανονισμών και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, μετά από επαρκή και/ή δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας των Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη. Ειδικότερα, στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι οι λόγοι ακυρώσεως δεν εγείρονται σύμφωνα με το άρθρο 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962, καθώς δεν εξειδικεύονται ρητώς, εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα δια της αγορεύσεως. Περαιτέρω, προβάλλουν πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να τεκμηριώσει βάσιμο λόγο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό το άρθρο 19 του Νόμου. Τέλος, εισηγούνται την απόρριψη του ισχυρισμού περί μη εφαρμογής ορθής και/ή νόμιμης διαδικασίας κατά την διεκπεραίωση της συνέντευξης ως ανυπόστατου και ουσία αβάσιμου. Συμπερασματικά, εισηγούνται την απόρριψη της υπό εξέταση προσφυγής.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva  (2010) 3 AΑΔ 598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636. Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.

Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.

Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56

Η συνήγορος της Αιτήτριας γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου, ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται.

Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς  χαρακτηρίζονται  οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής δέουσα έρευνα κρίνω ότι είναι γενικός και αόριστος και δεν γίνεται οποιοδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την Αιτήτρια.

Όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.

Καταρχάς το παρόν Δικαστήριο και σε σχέση με τα πιο πάνω θα εξετάσει την παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τα δεδομένα που έχει ενώπιον του κατά τον κρίσιμο χρόνο που θα εκδώσει την απόφαση του.

Όσον αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα αυτή είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).

Περαιτέρω, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. THE REPUBLIC OF CYPRUS  (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Γιαλλουρίδη κ.α., Αναθεωρητικές Εφέσεις 868 και 869, ημερομηνίας 13.12.90).».

Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης της, η Αιτήτρια, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά της επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση της είναι αληθή.

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος της Αιτήτριας για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με την Αιτήτρια όλες τις πτυχές των ισχυρισμών της και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων η Αιτήτρια δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Κατά την υποβολή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή δεχόταν απειλές για τη ζωή της από την σύζυγο του συντρόφου της, η οποία κατά την Αιτήτρια έχει τα οικονομικά μέσα να την βλάψει (ερ. 1 και η μετάφραση 20 του Δ.Φ.).

Κατά την συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε από αρμόδιο λειτουργό της E.U.A.A., αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ της, η Αιτήτρια δήλωσε πως ανήκει στην εθνοτική ομάδα Mutandu, είναι Χριστιανή Καθολική, άγαμη και άτεκνη, ωστόσο δήλωσε κατά το χρόνο της συνέντευξης , ενδεχομένως να ήταν έγκυος, κάτι που δεν επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια σε κανένα μεταγενέστερο στάδιο (ερ. 46 του Δ.Φ.). Η Αιτήτρια δήλωσε πως γεννήθηκε και διέμενε για όλη της τη ζωή στην πόλη Κινσάσα της Λ.Δ.Κ. (ερ. 44 – 1Χ του Δ.Φ.). Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο η Αιτήτρια ανέφερε πως είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ομιλεί Λιγκάλα, Γαλλικά και λίγα Αγγλικά (ερ. 45 – 1Χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με το επάγγελμά της ανέφερε πως δεν είχε εργαστεί κάπου συγκεκριμένα, αλλά συνήθιζε να πωλεί μπροστά από την οικία της καλαμπόκια και αλεύρι κατά την περίοδο 2013 με 2022, οπότε αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της (ερ. 45 – 2Χ του Δ.Φ.). Η Αιτήτρια δήλωσε πως οι γονείς και τα 8 αδέλφια τους διαβιούν στην Κινσάσα της Λ.Δ.Κ. και επικοινωνεί μαζί τους (ερ. 44 – 2Χ του Δ.Φ.). Ως προς την υγεία της η Αιτήτρια ανέφερε πως είναι υγιής και δε λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή (ερ. 47 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά την διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, ανέφερε ότι διατηρούσε σχέση με άνδρα χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν παντρεμένος, αφού από τις επισκέψεις της στην οικία του δεν προέκυπτε η παρουσία άλλης γυναίκας. Αργότερα πληροφορήθηκε ότι η σύζυγός του απουσίαζε λόγω ταξιδιού. Κατά τη διάρκεια μίας διανυκτέρευσης στην οικία, η σύζυγος επέστρεψε αιφνιδίως και τους εντόπισε, κρατώντας ξύλινο αντικείμενο με σκοπό να της επιτεθεί. Με τη βοήθεια του άνδρα και γειτόνων, η Αιτήτρια κατόρθωσε να διαφύγει. Στη συνέχεια, η σύζυγος φέρεται να διένειμε φωτογραφίες της Αιτήτριας αναζητώντας την με σκοπό να της προκαλέσει βλάβη. Η αιτήτρια κρύφτηκε στην οικία της μεγαλύτερης αδελφής της, η οποία έκρινε ότι δεν ήταν ασφαλές να παραμείνει στην Κινσάσα και διευθέτησε τη μετάβασή της στην Κύπρο. (ερ. 42 – 1Χ του Δ.Φ.).

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού η Αιτήτρια ανέφερε ότι φοβάται να επιστρέψει στην Κινσάσα, διότι θεωρεί ότι κινδυνεύει να θανατωθεί από τη σύζυγο του άνδρα με τον οποίο διατηρούσε σχέση. Υποστήριξε ότι η εν λόγω γυναίκα διαθέτει επιρροή μέσω διασυνδέσεων με πρόσωπα του στρατού, περιλαμβανομένων αξιωματικών υψηλού βαθμού, γεγονός που εντείνει τον φόβο της. Δήλωσε επίσης ότι δεν υφίσταται άλλος λόγος για τον οποίο φοβάται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της. (ερ. 42 του Δ.Φ.).

Ερωτηθείσα σχετικά με τη σχέση της με τον εν λόγω άνδρα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η σχέση της με τον P. N. ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2021, μετά τη γνωριμία τους σε γάμο φίλων της, όπου εκείνη μαγείρευε και εκείνος βιντεοσκοπούσε την εκδήλωση. Τρεις ημέρες αργότερα επικοινώνησε μαζί της και συναντήθηκαν σε εστιατόριο, όπου συμφώνησαν να συνάψουν σχέση, αφού εκείνος της δήλωσε ότι ήταν άγαμος και εκείνη ότι ήταν ελεύθερη. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι τον βρήκε εμφανίσιμο και ότι η σχέση τους εξελίχθηκε θετικά, με τον ίδιο να την υποστηρίζει οικονομικά, μεταξύ άλλων παρέχοντάς της χρήματα για να ξεκινήσει μικρή εμπορική δραστηριότητα. Ανέφερε ότι συναντιούνταν κυρίως στην οικία του, όπου περνούσαν χρόνο μαζί, συζητούσαν για το μέλλον και εκείνη ασχολείτο με οικιακές εργασίες, όπως το μαγείρεμα και το πλύσιμο των ρούχων του. Η σχέση τους διήρκεσε περίπου δύο μήνες. Η Αιτήτρια, επίσης, υποστήριξε ότι αγνοούσε πως ο εν λόγω άνδρας ήταν παντρεμένος και ότι το πληροφορήθηκε μόνον όταν συνέβη το περιστατικό με την επιστροφή της συζύγου του στην οικία. Επιπλέον, δήλωσε ότι, στη χώρα καταγωγής της, η οικονομική υποστήριξη από τον άνδρα αποτελεί συνήθη πρακτική στο πλαίσιο μιας σχέσης (ερ. 41 – 2Χ-3Χ και 40 – 1Χ-2Χ του Δ.Φ.).

Όσον αφορά το περιστατικό κατά το οποίο αποκαλύφθηκε η σχέση της με τον εν λόγω άνδρα από την σύζυγό του, η Αιτήτρια ανέφερε ότι έλαβε χώρα στα τέλη Φεβρουαρίου 2022. Αναφορικά με εκείνη την ημέρα δήλωσε πως είχε μεταβεί στην οικία του συντρόφου της το μεσημέρι της προηγούμενης ημέρας και διανυκτέρευσε εκεί, ενώ την επομένη, περί ώρα 18:00 μ.μ., η σύζυγός του επέστρεψε αιφνιδίως στην οικία και τους εντόπισε με τον σύντροφό στο υπνοδωμάτιο, όπου συζητούσαν. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι άκουσαν θόρυβο στην πόρτα και η σύζυγος εισήλθε επιθετικά, επιχειρώντας να της επιτεθεί με αντικείμενο που κρατούσε. Ο σύντροφός της παρενέβηκε  για να την αποτρέψει, ενώ στη συνέχεια κάλεσε σε βοήθεια, με αποτέλεσμα να επέμβουν γείτονες, οι οποίοι απομάκρυναν αρχικά τη σύζυγο και κατόπιν βοήθησαν την Αιτήτρια να διαφύγει από την πίσω έξοδο της οικίας. Στη συνέχεια, επιβιβάστηκε σε μοτοσικλέτα-ταξί για να επιστρέψει στην οικία της και ότι έκτοτε δεν ξαναείδε τον σύντροφό της. Περαιτέρω, δήλωσε ότι αισθάνθηκε σοκ και φόβο όταν πληροφορήθηκε ότι ο σύντροφός της ήταν παντρεμένος, καθώς θεωρεί ιδιαίτερα σοβαρή την εξωσυζυγική σχέση με παντρεμένο άνδρα. Επανέλαβε, επίσης, ότι η σύζυγος του την απειλούσε και της πετούσε αντικείμενα, ενώ αργότερα διένειμε φωτογραφίες της σε τρίτους, οι οποίοι άρχισαν να την αναζητούν. (ερ. 39 – 1Χ-2Χ και 38 – 1Χ Δ.Φ.).

Αναφορικά με την περίοδο μετά το περιστατικό με τη σύζυγο του συντρόφου της, πληροφορήθηκε ότι η τελευταία διένειμε φωτογραφίες της σε τρίτα πρόσωπα με σκοπό να την εντοπίσουν και να της προκαλέσουν βλάβη. Τις εν λόγω φωτογραφίες η σύζυγος του συντρόφου της τις έλαβε από το κινητό τηλέφωνο του συντρόφου της και ότι επρόκειτο για απλές προσωπικές φωτογραφίες, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για την αναγνώρισή της. Υποστήριξε, επίσης, ότι είδε ανάρτηση στην διαδικτυακή πλατφόρμα Facebook με φωτογραφία της και μήνυμα που ανέφερε ότι προσφερόταν χρηματικό ποσό σε όποιον την εντόπιζε, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει τον λογαριασμό από τον οποίο δημοσιεύθηκε η εν λόγω ανάρτηση, αλλά ούτε και το ακριβές ποσό. Δήλωσε ότι, μετά από αυτό το περιστατικό, σταμάτησε να χρησιμοποιεί μέσα κοινωνικής δικτύωσης και κρυβόταν στην οικία της αδελφής της, στην περιοχή Kimbanseke της Κινσάσα, μέχρι την αναχώρησή της από τη Λ.Δ.Κ. (ερ. 38 – 1Χ-2Χ και 37 – 1Χ-2Χ του Δ.Φ.). Περαιτέρω, η Αιτήτρια ανέφερε ότι στη Λ.Δ.Κ. η μοιχεία θεωρείται κοινωνικά επιλήψιμη και ότι ενημερώθηκε από συγγενικά της πρόσωπα και γείτονες πως η σύζυγος του συντρόφου της διατηρεί διασυνδέσεις με πρόσωπα επιρροής και υψηλόβαθμα άτομα, με τα οποία φέρεται να είχε φοιτήσει μαζί. Δήλωσε ότι εξακολουθεί να φοβάται την εν λόγω γυναίκα, καθώς συγγενείς της στη Λ.Δ.Κ. την προειδοποιούν να μην επιστρέψει, υποστηρίζοντας ότι συνεχίζονται οι δημοσιεύσεις φωτογραφιών της και ότι η σύζυγος εξακολουθεί να επιδιώκει να της προκαλέσει βλάβη λόγω της σχέσης που διατηρούσε με τον σύζυγό της. (ερ. 37 και 36 – 1Χ του Δ.Φ.).

Η Αιτήτρια, σχετικά με την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, ανέφερε ότι η απόφασή της αυτή από τη Λ.Δ.Κ. συνδέθηκε με τον φόβο που αισθανόταν για την ασφάλειά της μετά το περιστατικό με τη σύζυγο του συντρόφου της. Δήλωσε ότι η μεγαλύτερη αδελφή της ανέλαβε να διευθετήσει την αναχώρησή της για την Κυπριακή Δημοκρατία, εξασφαλίζοντάς της ταξιδιωτικά έγγραφα, καθώς η ίδια παρέμενε κρυμμένη στην οικία λόγω φόβου. Ανέφερε ότι η αδελφή της πρότεινε την Κύπρο ως προορισμό και ότι συνέβαλε οικονομικά στο ταξίδι, συμπληρώνοντας τα χρήματα που διέθετε η ίδια. Αναφορικά με το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης της σε άλλη πόλη της Λ.Δ.Κ., η Αιτήτρια υποστήριξε ότι δεν την θεώρησε ασφαλή, επειδή η εκείνη εξακολουθούσε να βρίσκεται εντός της ίδιας χώρας. (ερ. 35 – 36 του Δ.Φ.).

Η Αιτήτρια σχετικά με το υποστηρικτικό της δίκτυο στη χώρα καταγωγής της ανέφερε ότι η οικογενειακή οικία ανήκει στην οικογένειά της, ο πατέρας της δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο εμπόριο τροφίμων και ειδών ένδυσης, μέσω ενοικιαζόμενου καταστήματος σε αγορά της Κινσάσα, ενώ τα αδέλφια της δεν εργάζονται λόγω των δυσκολιών εξεύρεσης εργασίας στη χώρα και διαμένουν με τους γονείς της. Ανέφερε επίσης ότι οι δύο μεγαλύτερες αδελφές της είναι έγγαμες, διαμένουν με τους συζύγους τους και ασχολούνται με τα οικιακά. Περαιτέρω, δήλωσε ότι, εάν δεν αντιμετώπιζε το πρόβλημα με τη σύζυγο του συντρόφου της, οι γονείς ή οι αδελφές της θα μπορούσαν να της προσφέρουν στέγη κατά την επιστροφή της στην Κινσάσα. (ερ. 35 – 1Χ του Δ.Φ.).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις της. Ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, το προφίλ, την χώρα καταγωγής και την ταυτότητά της, ο δεύτερος αναφορικά με την επίθεση εναντίον της Αιτήτριας της από την σύζυγο του συντρόφου της περί τον Φεβρουάριο του 2022 και ο τρίτος σχετικά με τις φωτογραφίες που δημοσίευσε η σύζυγος του συντρόφου της με σκοπό να εντοπιστεί η Αιτήτρια και να την βλάψει (ερ. 114 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις της ως προς την χώρα καταγωγής της, τον τόπο της πρότερης συνήθους διαμονής της, ήτοι την Κινσάσα, όπως και τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ της, το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο και την εργασία της και έκρινε πως οι απαντήσεις της Αιτήτριας επαληθεύονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και το προσκομισθέν από την ίδια διαβατήριο της Λ.Δ.Κ., και ως εκ τούτου έκανε τον εν λόγω ισχυρισμό αποδεκτό (ερ. 111 – 114 του Δ.Φ.).

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι αυτός χαρακτηρίζεται από ελλιπείς λεπτομέρειες και γενικότητα. Πιο συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι γνώρισε τον σύντροφό της σε γαμήλια εκδήλωση φίλων της, όπου η ίδια μαγείρευε και εκείνος βιντεοσκοπούσε την εκδήλωση, ωστόσο, κρίθηκε ότι οι αναφορές της παρέμειναν γενικές και χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η γνωριμία και η μεταξύ τους επαφή κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης (ερ. 41 – 2Χ-3Χ του Δ.Φ.). Η Αιτήτρια, επίσης, ανέφερε ότι η σχέση τους ξεκίνησε τρεις ημέρες μετά τη γνωριμία τους, όταν συναντήθηκαν σε εστιατόριο και αποφάσισαν να γίνουν ζευγάρι, ωστόσο, παρέμεινε γενική στις αναφορές της ως προς το περιεχόμενο και την εξέλιξη της συνάντησης αυτής και δεν παρείχε συγκεκριμένες λεπτομέρειες που να εξηγούν πώς οδηγήθηκαν στη σύναψη της σχέσης τελικά (ερ. 41 – 3Χ του Δ.Φ.). Επιπλέον, η Αιτήτρια, ερωτηθείσα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο περνούσε χρόνο με τον σύντροφό της, ανέφερε γενικά ότι συναντιούνταν στην οικία του και περνούσαν ευχάριστα, χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τις δραστηριότητές τους. Όταν δε της ζητήθηκε να περιγράψει συγκεκριμένη συνάντηση, δήλωσε ότι κατά καιρούς μαγείρευε και έπλενε τα ρούχα του και ότι συζητούσαν για το μέλλον τους, χωρίς όμως να προσδιορίζει το περιεχόμενο των συζητήσεων ή να αναφέρεται σε συγκεκριμένο περιστατικό. (ερ. 40 – 1Χ-2Χ του Δ.Φ.). Επιπλέον, η Αιτήτρια, αναφερόμενη στην ημέρα κατά την οποία εντοπίστηκε από τη σύζυγο του συντρόφου της στην οικία του, δήλωσε ότι από την προηγούμενη ημέρα βρισκόταν εκεί και ότι παρέμειναν μαζί έως τις 18:00 της ημέρας του περιστατικού. Όταν, ωστόσο, κλήθηκε να περιγράψει τη ροή της ημέρας, ανέφερε γενικά ότι συζητούσαν για το μέλλον τους, χωρίς ωστόσο να παρέχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες για την εξέλιξη της ημέρας ή το περιεχόμενο των συζητήσεών τους. (ερ. 39 – 1Χ του Δ.Φ.). Η Αιτήτρια, όταν ερωτήθηκε για το περιστατικό κατά το οποίο έγινε αντιληπτή από τη σύζυγο του συντρόφου της στην οικία του, ανέφερε ότι εκείνη και ο σύντροφός της άκουσαν θόρυβο στην πόρτα και ότι η σύζυγος τους εντόπισε στο κρεβάτι και επιχείρησε να επιτεθεί στην Αιτήτρια με ξύλο. Ωστόσο, δεν ανταποκρίθηκε στις ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού και δεν παρείχε περαιτέρω συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με τις αντιδράσεις των εμπλεκομένων κατά την είσοδο της συζύγου στο δωμάτιο ή τον ακριβή τρόπο της επίθεσης εναντίον της. Επιπλέον, ως προς τον ισχυρισμό ότι ο σύντροφός της προσπάθησε να την προστατεύσει, η Αιτήτρια περιορίστηκε στην αναφορά ότι ήταν «δυνατός ως άνδρας», χωρίς να δώσει συγκεκριμένη περιγραφή για τον τρόπο με τον οποίο αυτός την υπερασπίστηκε έναντι της επίθεσης με ξύλο. (ερ. 39 – 2Χ του Δ.Φ.). Τέλος, η Αιτήτρια ανέφερε ότι γείτονες επενέβησαν στο περιστατικό αφού άκουσαν θορύβους, εισήλθαν στην οικία, απομάκρυναν αρχικά τη σύζυγο του συντρόφου της και στη συνέχεια βοήθησαν και την ίδια την Αιτήτρια να αποχωρήσει, καθώς και να βρει ταξί για να επιστρέψει στην οικία της, ωστόσο, η απάντησή της παρείχε μόνο γενικές πληροφορίες και δεν περιέγραψε με συγκεκριμένο τρόπο τον τρόπο εισόδου των γειτόνων στην οικία, ούτε τις ακριβείς ενέργειές τους κατά την επέμβασή τους, αλλά ούτε και την απομάκρυνση των εμπλεκομένων (ερ. 38 – 1Χ του Δ.Φ.). Ακολούθως, στο πλαίσιο εκτίμησης της εξωτερικής αξιοπιστίας, για την αντιμετώπιση των προσώπων που εμπλέκονται σε εξωσυζυγικές σχέσεις ο αρμόδιος λειτουργός διεξήγαγε σχετική έρευνα και ως αποτέλεσμα δεν εντοπίστηκαν σχετικές πληροφορίες από διεθνείς πηγές για την προαναφερθείσα ιδιωτική διαφορά. Αναφορικά με το γενικό πλαίσιο στη Λ.Δ.Κ., επισημαίνονται πατριαρχικές κοινωνικές και νομικές δομές, όπου ο σύζυγος θεωρείται επικεφαλής της οικογένειας και η γυναίκα υπόκειται σε περιορισμούς και υποχρεώσεις υπακοής, ενώ αναφέρονται επίσης διαδεδομένες πρακτικές, όπως η πολυγαμία. Υπό το πρίσμα αυτό και δεδομένης της έλλειψης επαρκούς λεπτομέρειας και εξειδίκευσης στους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η αξιοπιστία τους και το κρίσιμο πραγματικό περιστατικό δεν γίνεται αποδεκτό. (ερ. 108 - 109 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, όσον αφορά τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό που σχηματίστηκε από τον αρμόδιο λειτουργό με βάση τα όσα η ίδια η Αιτήτρια δήλωσε στα πλαίσια της προσωπικής της συνέντευξης, ο ίδιος διαπίστωσε μετά από αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας ότι δεν παρέχονται επαρκείς, λεπτομερείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Ειδικότερα, εντοπίστηκε ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το ποια φωτογραφία της δημοσιεύθηκε στην επίμαχη ανάρτηση τύπου “wanted” στο διαδίκτυο, την οποία, όπως ισχυρίζεται, ανάρτησε η σύζυγος του συντρόφου της. Όταν της ζητήθηκαν διευκρινίσεις, απάντησε ότι επρόκειτο για μία απλή φωτογραφία που είχε ληφθεί από το κινητό του συντρόφου της από τη σύζυγό του, χωρίς όμως να προσδιορίσει ποια ακριβώς φωτογραφία ήταν, παρότι ισχυρίστηκε ότι την είχε δει στην εν λόγω διαδικτυακή ανάρτηση (ερ. 38 – 2Χ του Δ.Φ.). Η Αιτήτρια, παρότι ανέφερε ότι η επίμαχη ανάρτηση δημοσιεύθηκε στην διαδικτυακή πλατφόρμα Facebook και περιελάμβανε τόσο τη φωτογραφία της όσο και μήνυμα που προσέφερε αμοιβή για τον εντοπισμό της, γεγονός που –κατά τους ισχυρισμούς της– της προκάλεσε φόβο για πιθανή βλάβη της ακεραιότητάς της και συνέβαλε στην απόφασή της να εγκαταλείψει τη χώρα της, δεν παρείχε πληροφορίες σχετικά με τον λογαριασμό Facebook στον οποίο είχε αναρτηθεί. Παρά την εύλογη προσδοκία ότι θα γνώριζε τον συγκεκριμένο λογαριασμό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν γνωρίζει από ποιον λογαριασμό είχαν αναρτηθεί οι φωτογραφίες της με το σχετικό μήνυμα (ερ. 37 – 1Χ του Δ.Φ.). Η Αιτήτρια, επίσης, αρχικά ισχυρίστηκε ότι άτομα που είδαν την επίμαχη ανάρτηση την αναζητούσαν με σκοπό να της προκαλέσουν βλάβη, ωστόσο, μεταγενέστερα ανακάλεσε τον ισχυρισμό αυτό, δηλώνοντας ότι δεν γνωρίζει εάν όντως υπήρχαν πρόσωπα που την αναζητούσαν, καθώς μετά την ενημέρωσή της για την ανάρτηση κρυβόταν συνεχώς και, ως εκ τούτου, δεν είχε γνώση για το αν κάποιος επιχείρησε να την εντοπίσει με σκοπό να της προκαλέσει βλάβη (ερ.42 – 1Χ και 37 – 2Χ του Δ.Φ.). Συνεπώς, δεν παρασχέθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη προσώπων που να επιδίωκαν να της προκαλέσουν βλάβη κατόπιν της δημοσίευσης της ανάρτησης για τον εντοπισμό της, ενώ η Αιτήτρια δημιούργησε μεγαλύτερη ανακολουθία στα λεγόμενά της με τις αντιφατικές της δηλώσεις. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η σύζυγος του συντρόφου της εξακολουθεί να την αναζητά, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η εν λόγω γυναίκα συνεχίζει να δημοσιεύει φωτογραφίες της, ωστόσο, όταν κλήθηκε να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με τις ενέργειες αυτές, περιορίστηκε να δηλώσει ότι η γυναίκα αυτή είναι θυμωμένη μαζί της, χωρίς να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία για νέες φωτογραφίες ή αναρτήσεις που να τεκμηριώνουν ότι υφίσταται ακόμη απειλή εις βάρος της από το εν λόγω πρόσωπο (ερ. 36 – 1Χ του Δ.Φ.). Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η σύζυγος του συντρόφου της επιθυμεί να την εξοντώσει μέχρι και σήμερα λόγω της σχέσης της με τον σύζυγό της, ωστόσο, όταν κλήθηκε να εξηγήσει επί ποιας βάσης στηρίζει τον ισχυρισμό αυτό, δεν παρείχε συγκεκριμένα στοιχεία, αναφέροντας απλώς ότι υπάρχουν φωτογραφίες της στο διαδίκτυο, τις οποίες θεωρεί ως απόδειξη της πρόθεσης του εν λόγω προσώπου να τη σκοτώσει. Δεν δόθηκε, όμως, καμία συγκεκριμένη εξήγηση για ποιο λόγο η ανάρτηση στο διαδίκτυο τεκμηριώνει τον ισχυρισμό περί πρόθεσης εξόντωσής της. (ερ. 36 – 1Χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα από την οποία προέκυψε ότι σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το 2022 το ποσοστό χρηστών κοινωνικών δικτύων στη Λ.ΔΚ. ανερχόταν περίπου στο 5% του πληθυσμού, γεγονός που υποδηλώνει περιορισμένη αλλά υπαρκτή χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη χώρα (ερ. 58 του Δ.Φ.). Επιπλέον, διεθνείς εκθέσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιβεβαιώνουν την ύπαρξη περιστατικών αυτοδικίας και βίας κατά γυναικών στη χώρα, ιδίως στο πλαίσιο κατηγοριών περί μαγείας, όπου έχουν καταγραφεί δολοφονίες και επιθέσεις από όχλο, με τις γυναίκες να αποτελούν την κύρια ομάδα θυμάτων (ερ. 60 του Δ.Φ.). Έπειτα, ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας στερούνται επαρκούς λεπτομέρειας και συγκεκριμενοποίησης, κρίνεται ότι το επίμαχο πραγματικό περιστατικό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, καθώς δεν κατέστη δυνατή η θεμελίωση της αξιοπιστίας των δηλώσεών της. (ερ. 106 – 108 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια στα πλαίσιο του ισχυρισμού που έγινε δεκτός (πρώτος ισχυρισμός αναφορικά με τα στοιχεία του προσωπικού της προφίλ). Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας όπως αναλύθηκαν προηγουμένως, όπως και το μορφωτικό της επίπεδο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, την απουσία κάποιου εμφανούς προβλήματος υγείας ή ευαλωτότητας και την ικανότητά της να εργαστεί, αλλά και μετά από έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και τις συνθήκες στη χώρα καταγωγής της, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε πως σε περίπτωση επιστροφής της θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης και οικονομικής επιβίωσης χωρίς να εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή δίωξης. Περαιτέρω, επισκοπώντας την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην Λ.Δ.Κ., παρέθεσε εξωτερικές πηγές και διαπίστωσε ότι οι ένοπλες δραστηριότητες περιορίζονται στις κεντρικές και ανατολικές επαρχίες της χώρας και δεν επικεντρώνονται στην επαρχία της Κινσάσα όπου αναμένεται να εγκατασταθεί η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στην Λ.Δ.Κ. (ερ. 100 – 106 του Δ.Φ.).

Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ της Αιτήτριας, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό της δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. (ερ. 99 – 100 του Δ.Φ.)

Περαιτέρω, ως προς την αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο ότι:

Α) Σε περίπτωση επιστροφής στην Λ.Δ.Κ., η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α).

Β) Επίσης, σε περίπτωση επιστροφής της στην Λ.Δ.Κ., η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (β).

Γ) Σε περίπτωση δε επιστροφής στην Λ.Δ.Κ., η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως το άρθρο 19 (2) (γ) προνοεί, αφού η χώρα καταγωγής της, και συγκεκριμένα η περιοχή της πρότερης συνήθους διαμονής της, την Κινσάσα, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. (ερ. 99 του Δ.Φ.).

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας.

Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.

Επίσης, βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας του τρίτου ισχυρισμού, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.

Προσθέτω δε ότι πέραν της ανωτέρω κατάληξης οι ισχυρισμοί που προβάλει η Αιτήτρια είναι προσωπικού χαρακτήρα και συνιστούν ιδιωτική ενδεχομένως διαφορά. Επομένως, ακόμη κι αν αυτοί γίνονταν δεκτοί θα έπρεπε να αναζητηθεί πρωταρχικώς προστασία εντός της χώρα καταγωγής της και δεν θα της παρείχε αυτομάτως διεθνή προστασία.

Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό της Αιτήτριας και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία της δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε αιτητή/αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία της, το μορφωτικό της επίπεδο και γενικότερα το προφίλ της δεν την εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, η Αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος της ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).

Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συντάσσομαι με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς η Αιτήτρια δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο της Αιτήτριας υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο εκάστοτε αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ.851/2012, ECLI:CY:AD:2015:D619, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C- 285/12, A. Diakité v. Commissaire general aux réfugiés et aux apatrides,30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v.Staatssecretarisvan Justitie παρ 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Αναφορικά με την γενική κατάσταση Ασφαλείας - Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό κατά την περίοδο Ιούλιου 2024- Ιούνιου 2025 ,σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτυπώνονται τα ακόλουθα αναφορικά με μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό για την περίοδο Ιουλίου 2024- Ιουνίου 2025:

Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της Λ.Δ.Κ. και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων.

Ως προς τον άμαχο πληθυσμό, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, σημειώνεται πως οι απώλειες αμάχων αυξήθηκαν σημαντικά. Ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, επιδρομές και επιθέσεις κατά χωριών, χώρων φιλοξενίας εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, αγορών, κατοικιών και χώρων υγειονομικών και ανθρωπιστικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τεκμηριώθηκαν μαζικές ανθρωποκτονίες, εθνοτικά στοχευμένες σφαγές, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, λεηλασίες και καταναγκαστική εργασία, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σημειώνεται επίσης σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και εκτεταμένος αναγκαστικός εκτοπισμός, όπως και συστηματική παρεμπόδιση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, η σχετιζόμενη με τις ένοπλες συγκρούσεις σεξουαλική βία έλαβε ευρείας κλίμακας διαστάσεις, η στρατολόγηση παιδιών χαρακτηρίστηκε ως άνευ προηγουμένου, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν διάχυτη βία, λογοκρισία, απειλές ή/και θανατική ποινή σε περιπτώσεις δημοσιογραφικής κάλυψης των συγκρούσεων.[1]

Οι συνέπειες της εκτεταμένης βίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (Λ.Δ.Κ.) αποτυπώνονται επίσης στον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων παγκοσμίως. Πάνω από δεκατρία εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η κατάσταση στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σοβαρών ανθρωπιστικών κρίσεων διεθνώς.[2]

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες πηγές στις οποίες το Δικαστήριο ανέτρεξε για την περίοδο σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της Λ.Δ.Κ.. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 15/05/2026), καταγράφηκαν 56 περιστατικά ασφαλείας συνολικά, τα οποία συνετέλεσαν σε 49 ανθρώπινες απώλειες.[3]

Σημειώνεται, ότι βάσει εκτίμησης του 2026, ο πληθυσμός στην πόλη Κινσάσα στη ΛΔΚ ανέρχεται στα 21.852.144 κατοίκους[4].

Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα από τον Ιούλιο του 2025,[5] παραπέμποντας στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research-CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ., σύμφωνα με το Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Joint Human Rights Office): η επαρχία της Κινσάσα είναι «μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση» και ότι «από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025», πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Κινσάσα.[6]

Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ της Αιτήτριας, η οποία είναι νέα, υγιής, ικανή προς εργασία, με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της (αδέλφια και γονείς) η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, στην πόλη συνήθους διαμονής της συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ της Αιτήτριας δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχη πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή της, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

 

Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, διαθέσιμο σεhttps://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/  (assessed on 25/05/2026).

[2] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: The Humanitarian Situation (last updated on 28 January 2026), διαθέσιμο σεhttps://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/violations/#attacks-on-civilians (assessed on 25/05/2026).

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Region: Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 25/05/2026)

[4] World Population Review, Democratic Republic of Congo: Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (assessed on 25/05/2026)

[5] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 01/07/2025, p. 4, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf (assessed on 25/05/2026)

[6] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25/02/2025, p. 2, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf (assessed on 25/05/2026)

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο