ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 209/25
16 Ιουλίου, 2026
[Μ. ΠAΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. R.N.M.
2. T.K.I.
3. T.D.N.
Αιτητές
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω της
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Οι Αιτητές εμφανίζονται αυτοπροσώπως
Χ. Δημητρίου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
[Παρών ο Τ. Tshiabo [κος] για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Lingala και αντίστροφα]
Οι Αιτητές είναι παρόντες
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή οι Αιτητές προσβάλλουν την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 06/12/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στους Αιτητές στις 16/01/2025, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τους διοικητικούς φακέλους (στο εξής αναφερόμενοι ως «δ.φ.»), οι οποίοι κατατέθηκαν ως Τεκμήριο Α και Τεκμήριο Β κατά τις διευκρινίσεις, έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής αρ. 1 (εφεξής αναφερόμενος ως «Αιτητής») είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (εφεξής «ΛΔΚ») και εισήλθε παρατύπως στην Κυπριακή Δημοκρατία όπου υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 31/05/2022. Η Αιτήτρια αρ. 2 (εφεξής αναφερόμενη ως «Αιτήτρια») είναι η σύζυγος του Αιτητή. Η Αιτήτρια αρ. 3 είναι το ανήλικο τέκνο τους.
Στις 03/06/2022, διεξήχθη συνέντευξη ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό. Στις 18/11/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματος για διεθνή προστασία και στις 27/11/2024, διεξήχθη συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός της.
Ακολούθως, ο λειτουργός ετοίμασε Έκθεση – Εισήγηση ημερομηνίας 29/11/2024 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου και στις 06/12/2024, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την ανωτέρω εισήγηση για απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας και αποφάσισε την επιστροφή του Αιτητή και της οικογένειάς του στη χώρα καταγωγής. Στις 16/01/2025 ετοιμάστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου απορριπτική επιστολή συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση αυτής, η οποία επιδόθηκε στους Αιτητές δια χειρός αυθημερόν, κατόπιν μετάφρασης του περιεχομένου της στη μητρική τους γλώσσα από διερμηνέα (Lingala).
Στις 28/01/2025 καταχωρήθηκε από τους Αιτητές η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.
Σημειώνεται ότι ο Αιτητής 1 («ο Αιτητής») απέσυρε την προσφυγή του κατά της προσβαλλόμενης απόφασης στις 3 Ιουλίου 2026, δηλώνοντας ότι θα επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.
Η Αιτήτρια 2 (από τουδε και στο εξής «η Αιτήτρια»), η οποία εκπροσωπεί και την Αιτήτρια 3, η οποία είναι το ανήλικο τέκνο της, εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο και προέβαλε πραγματικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη της προσφυγής. Ειδικότερα, στην αίτηση ακυρώσεως, η Αιτήτρια 2 και 3 (από τούδε και στο εξής «οι Αιτητές») προβάλλουν ότι δεν δύνανται να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής διότι το άτομο το οποίο απειλούσε την Αιτήτρια 2 και το σύζυγό της βρίσκεται ακόμη στην εξουσία.
Δια της γραπτής τους αγόρευσης, οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής διότι μία γυναίκα τους απειλούσε και εκφόβιζε λόγω της προσωπικής βεντέτας. Ως αναφέρεται στην γραπτή αγόρευση, η γυναίκα αυτή επιχείρησε να επιτεθεί στην ανιψιά τους, αλλά απετράπη από τον σύζυγο της Αιτήτριας 2, προκαλώντας κατά αυτόν τον τρόπο την οργή της. Η γυναίκα αυτή τους εξύβριζε, ασκούσε ψυχολογική πίεση και απειλούσε ότι θα τους καταδίωκε μέχρι να εγκαταλείψουν τη χώρα και ότι θα τους κατήγγειλε ψευδώς στις αρχές ώστε να συλληφθούν. Επιπλέον, είχε αποστείλει ένοπλα άτομα στην οικία τους, τα οποία τους απείλησαν και προκάλεσαν φθορές ενώ σε μία άλλη περίσταση, κτύπησαν την πεθερά της Αιτήτριας και την απείλησαν ότι θα την έβλαπταν περαιτέρω σε περίπτωση που δεν εγκατέλειπαν την χώρα οι Αιτητές. Οι Αιτητές τελούσαν υπό παρακολούθηση και αισθάνονταν φόβο να εξέλθουν της οικίας τους. Η γυναίκα αυτή απείλησε ότι θα προχωρούσε σε κατάσχεση ενός οχήματος που χρησιμοποιούσε ο σύζυγος της Αιτήτριας 2 για επαγγελματικούς σκοπούς και θα συνέδραμε στην φυλάκιση των συνεργατών του, ενώ είχε στρέψει τις τοπικές αρχές εναντίον τους. Όταν η Αιτήτρια 2 παρουσίασε συμπτώματα κατάθλιψης, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την χώρα προς αναζήτηση προστασίας.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση μέσω της γραπτής τους αγόρευσης υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ορθή, προϊόν δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος σε αυτούς και υποβάλλουν ότι οι Αιτητές δεν κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν στους ώμους τους. Καταληκτικά υποστηρίζουν ότι οι Αιτητές δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Κρίνω σκόπιμο όπως εξεταστούν οι λόγοι ακύρωσης σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αλλά και από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, ενόψει και της πλήρους δικαιοδοσίας που έχει το παρόν Δικαστήριο.
Κατά την υποβολή της αίτησης για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής λόγω απειλών. Η οικογένειά της συνίσταται από πέντε μέλη, την ίδια, τον σύζυγο της και δύο ανιψιούς και μία ανιψιά του συζύγου της και πως εγκατέλειψαν την χώρα λόγω απειλών από μία αντίζηλο της μητέρας του πρεσβύτερου αδελφού του συζύγου της (βλ. ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 26 του δ.φ Β.).
Στις 03/06/2022, ενόσω η Αιτήτρια βρισκόταν ακόμα στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής (ΚεΠΥ) «Πουρνάρα», διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας από αρμόδιο λειτουργό, μέσα από σχετική συνέντευξη. Ο λειτουργός σημείωσε επί του σχετικού εντύπου ως «Υψηλό» το επίπεδο πιθανολόγησης σοβαρού κινδύνου για την προσωπική ασφάλεια της Αιτήτριας με απαιτούμενη άμεση παρέμβαση και/ή επανεξέταση εντός ολίγων ημερών (ερυθρό 24 του δ.φ. Β).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής διότι απειλήθηκαν από τα τέκνα της από τα τέκνα της μητριάς του συζύγου της διότι είχαν υπό την φροντίδα τους τα τέκνα του πρεσβύτερου αδελφού του συζύγου της. Ερωτηθείσα για την φύση των απειλών, απάντησε ότι την απειλούσαν με θάνατο και ότι θα την βίαζαν. Ερωτηθείσα εάν έχει αντιμετωπίσει κάποιο επιβλαβές περιστατικό στη ζωή της, απάντησε αποφατικά, πέραν του θανάτου των γονέων της (ερ. 22 του δ.φ. Β).
Στο σχετικό πεδίο του εντύπου σχετικά με τις ανάγκες ευαλωτότητας, αξιολόγησης και προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε «Έγκυος γυναίκα ή θηλάζουσα μητέρα» και «Ψυχολογική / συναισθηματική κακοποίηση (απειλές, παρενόχληση, κλπ)» (ερ. 21, 20 του δ.φ. Β).
Επί του εντύπου «Βεβαίωση αναγνώρισης / διαπίστωσης ευάλωτων προσώπων Αιτητών διεθνούς προστασίας με ειδικές ανάγκες υποδοχής» ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε αναφορικά με την κατηγορία ευαλωτότητας, «Έγκυοι / λεχώνες» και «Άτομα που πιθανόν να έχουν βιώσει έμφυλη βία ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, φυσικής ή σεξουαλικής βίας» (ερ. 13 του δ.φ. Β).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι τόπος γέννησης και προηγούμενης συνήθους διαμονής της αποτελεί η Κινσάσα, ανήκει στην εθνοτική ομάδα Musakata, ολοκλήρωσε το 2017 ανώτερες σπουδές στην Πληροφορική (computer management) και ενόσω στη χώρα καταγωγής πραγματοποίησε πρακτική άσκηση την οποία έπαυσε καθότι δεν μπορούσε να ανεύρει εργασία και ακολούθως ξεκίνησε την δική της επιχείρηση πουλώντας είδη τροφίμων (ερ. 48/1Χ – 2Χ, 46/1Χ – 2Χ του δ.φ. Β). Ο πατέρας της απεβίωσε το 2006 σε εργατικό δυστύχημα, η μητέρα της διαμένει στον δήμο Ngaba, έχει δύο αδελφές και έναν αδελφό ενώ έτερος αδελφός της απεβίωσε σε δυστύχημα· διατηρεί επικοινωνία με την οικογένειά της (ερ. 48/3Χ του δ.φ. Β). Η Αιτήτρια είναι έγγαμη και ο σύζυγός της βρίσκεται μαζί της στην Δημοκρατία όπου και απέκτησαν ένα τέκνο (ερ. 47/2Χ – 3Χ του δ.φ. Β). Η Αιτήτρια και η οικογένειά της διαμένουν με τρία ανίψια του Αιτητή των οποίων η μητέρα βρίσκεται στη χώρα καταγωγής και ο πατέρας στη Γαλλία (ερ. 47/4Χ του δ.φ. Β).
Αναφορικά με τους κατ’ ιδίαν λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι όταν νυμφεύθηκε με τον σύζυγό της, η μητέρα των ανιψιών του επικοινώνησε μαζί του και ζήτησε να μετοικήσουν τα παιδιά της με εκείνον διότι κάποιος απειλούσε τη ζωή της. Όταν τα παιδιά τους πληροφόρησαν ότι κάποια άγνωστα άτομα τους παρακολουθούσαν, τα μετέφεραν στην οικία της μητέρας της Αιτήτριας στον δήμο Ngaba. Μία νύχτα, τον Φεβρουάριο του 2022, τέσσερις άγνωστοι μασκοφορεμένοι άντρες εισήλθαν βιαίως στην οικία, απαίτησαν να πάρουν τα παιδιά, άρπαξαν τον σύζυγο της Αιτήτριας από τον λαιμό και τον απείλησαν με όπλο στον κρόταφο να αποκαλύψει την τοποθεσία τους· η Αιτήτρια και ο σύζυγός της δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν που βρίσκονταν τα παιδιά και όταν οι άντρες αυτοί δεν μπόρεσαν να τα εντοπίσουν, συνέλαβαν τον σύζυγο της. Η Αιτήτρια ενημέρωσε την επόμενη ημέρα την μητέρα της και από κοινού μετέβησαν στο αστυνομικό τμήμα και ενημέρωσαν τις αρχές οι οποίες τους συμβούλεψαν να απευθυνθούν στο τμήμα του Kalamu. Όταν δεν μπόρεσαν να τον εντοπίσουν εκεί, στράφηκαν στην Υπηρεσία Πληροφοριών όπου τους γνωστοποιήθηκε ότι το άτομο που τον είχε συλλάβει ήταν η σύζυγος του άντρα με τον οποίο η μητέρα των παιδιών διατηρούσε σχέση. Ο σύζυγος της Αιτήτριας υπέστη βασανιστήρια και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο ενώ αφού τον αποδέσμευσαν, απαίτησαν από εκείνον να παραστεί ενώπιον των δικαστικών αρχών. Η Αιτήτρια έλαβε απειλές κατά της ζωής της και αισθανόταν πως την παρακολουθούσαν (για τα ανωτέρω βλ. ερ. 45/2Χ του δ.φ. Β).
Ερωτηθείσα σχετικά με τις απειλές, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν έλαβε απειλές δια του τηλεφώνου αλλά πως άτομα τους απειλούσαν δια ζώσης στην οικία τους (ερ. 44/4Χ του δ.φ. Β). Ερωτηθείσα για το διάστημα των απειλών, απάντησε ότι διήρκησαν από τον Φεβρουάριο έως τον Μάρτιο του 2022 (ερ. 44/5Χ του δ.φ. Β). Ερωτηθείσα πως γνώριζε ότι τα άτομα αυτά είχαν σταλεί από την γυναίκα αυτή απάντησε πως τους γνωστοποιήθηκε από την μητέρα των παιδιών (ερ. 44/5Χ του δ.φ. Β). Ερωτηθείσα εάν αντιμετώπισε κάτι προσωπικά, απάντησε πως απέβαλε όταν κυοφορούσε (ερ. 43/1Χ του δ.φ. Β). Η Αιτήτρια δήλωσε ότι την απείλησαν πως θα την βίαζαν και σκότωναν εάν δεν εντόπιζαν τα παιδιά (ερ. 43/4Χ του δ.φ. Β). Ερωτηθείσα γιατί δεν αποκάλυψαν τι συνέβαινε σε κάποιον στο νοσοκομείο, απάντησε πως τα άτομα αυτά είχαν μεταφέρει τον σύζυγό της εκεί (ερ. 43/6Χ του δ.φ. Β).
Οι Αιτητές προσκόμισαν κατά την συνέντευξή τους προς επίρρωση των ισχυρισμών τους πρωτότυπο πιστοποιητικό γάμου, εκδοθέν από τις αρχές της χώρας καταγωγής (ερ. 28 του δ.φ. Α και ερ. 40 του δ.φ. Β). Η Αιτήτρια προσκόμισε περαιτέρω κατά την συνέντευξή της πιστοποιητικό γέννησης και δελτίο εγγραφής αλλοδαπού του τέκνου της με τον Αιτητή (ερ. 39, 37 του δ.φ. Β).
Οι ισχυρισμοί των Αιτητών αξιολογήθηκαν από τον λειτουργό ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση – Εισήγησή του δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προέκυψαν από τις δηλώσεις τους:
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή και της Αιτήτριας.
2. Στοχοποίηση του Αιτητή και της Αιτήτριας από γυναίκα, η οποία στο παρελθόν συνδεόταν με τα μέλη της οικογένειας του Αιτητή, λόγω προσωπικής της βεντέτας.
Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό των Αιτητών, ο λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ των Αιτητών, καθώς απάντησαν επαρκώς και με σαφήνεια σε όλα τα ερωτήματα που τους τέθηκαν σε ό,τι αφορά αυτό το ουσιώδες θέμα και οι δηλώσεις τους επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε συνάρτηση με τα προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι τα πρωτότυπα διαβατήριά τους, το πρωτότυπο πιστοποιητικό γάμου, το πιστοποιητικό γέννησης και το δελτίο εγγραφής αλλοδαπού για το τέκνο τους.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός από τον λειτουργό καθότι οι δηλώσεις των Αιτητών ήταν ασυνεπείς, ανακριβείς, ανεπαρκείς και μη ευλογοφανείς. Όσον αφορά τις δηλώσεις της Αιτήτριας, ο λειτουργός κατέγραψε ότι εκείνη δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες που να συνάδουν με τις δηλώσεις του Αιτητή ενώ σημειώθηκαν αντιφάσεις και έλλειψη πληροφοριών. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσφέρει πληροφορίες που να παραπέμπουν σε βιωματικά περιστατικά σχετικά με τις κατά δήλωση απειλές, να τεκμηριώσει επαρκώς τον ισχυρισμό ότι εκείνοι που απειλούσαν την οικογένειά της είχαν σταλεί από την γυναίκα την οποία κατηγορεί και να περιγράψει τις συνθήκες νοσηλείας του συζύγου της ενώ σημειώθηκε αντίφαση στα λεγόμενα αυτής και του συζύγου της σχετικά με την απελευθέρωση αυτού αφού εκείνη δήλωσε ότι του δόθηκε εξιτήριο από το νοσοκομείο ενώ εκείνος δήλωσε ότι τον κράτησαν εκ νέου αφότου έλαβε εξιτήριο. Περαιτέρω, όταν η Αιτήτρια κλήθηκε να απαντήσει εάν έχει στην κατοχή της κάποιο αποδεικτικό έγγραφο, εκείνη ανέφερε πως τέτοιου είδους έγγραφα δεν διατίθενται στη χώρα καταγωγής, το οποίο, ως ο λειτουργός κατέγραψε, δεν ευσταθεί πλήρως και ενισχύει την εντύπωση ότι οι δηλώσεις της είναι ανεπαρκώς τεκμηριωμένες. Τέλος, η Αιτήτρια, όπως και ο σύζυγός της, δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς πληροφορίες σχετικά με την τύχη της μητέρας των παιδιών και τον ρόλο που εκείνη διαδραμάτισε στα γεγονότα.
Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής και η Αιτήτρια στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός τους και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης, καταλήγοντας στην απόρριψη του ισχυρισμού.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, επί τη βάσει του αποδεδειγμένου ουσιώδους πραγματικού περιστατικού που προέκυψε από τις δηλώσεις των Αιτητών, καθώς επίσης και επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών για την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής και ειδικότερα στον τελευταίο τόπο διαμονής τους, ήτοι τον δήμο Ndjili της πόλης Κινσάσα, στην περιφέρεια Κινσάσα, δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα οι Αιτητές να υποβληθούν σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους και ειδικότερα στον δήμο Ndjili της πόλης Κινσάσα, στην περιφέρεια Κινσάσα.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση των προσωπικών καταστάσεων των Αιτητών. Αναφορικά με τις προσωπικές καταστάσεις της Αιτήτριας, ο λειτουργός σημείωσε ότι το πόρισμα της αξιολόγησης ευαλωτότητας όπου η Αιτήτρια κρίθηκε ως άτομο υψηλής επικινδυνότητας δεν συνάδει με το πόρισμα της συνέντευξης της ίδιας και του συζύγου της και επομένως δεν λογίζεται η ίδια ως άτομο «υψηλού βαθμού» ευαλωτότητας. Ο λειτουργός προχώρησε ακολούθως στην αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού καθότι η Αιτήτρια είναι μητέρα ανήλικου τέκνου και παρέπεμψε στην υπ’ αριθμόν Τ573/2023 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Π. και στο άρθρο 9ΚΕ (3)(β)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 αναφορικά με την ανάγκη αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Ο αρμόδιος λειτουργός παρέπεμψε σε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στον δήμο Ndjili της πόλης Κινσάσα και την δυνατότητα ευημερίας του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας, ήτοι την δυνατότητα πρόσβασης στην εκπαίδευση και σε υπηρεσίες υγείας, και κατέγραψε περαιτέρω ότι η Αιτήτρια διαθέτει οικογενειακό δίκτυο στην χώρα καταγωγής, ενώ μαζί της βρίσκεται και ο σύζυγός της και πατέρας του τέκνου της. Αξιολογώντας την δυνατότητα του παιδιού της να αποκτήσει την ιθαγένεια της χώρας καταγωγής, σημείωσε, παραπέμποντας εκ νέου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ότι η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα στην εγγραφή του τέκνου της για απόκτηση ιθαγένειας καθότι αυτή προβλέπεται από την οικεία εθνική νομοθεσία και μπορεί επιπλέον να αποκτηθεί και μετά από διαβήματα του εκάστοτε τέκνου σε περίπτωση που αυτό δύναται. Καταληκτικά, συνεκτιμώντας τις πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ο λειτουργός κατέληξε πως σε περίπτωση επιστροφής διατηρείται το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και πως δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας και του ανήλικου τέκνου της στη χώρα καταγωγής και ειδικότερα στον δήμο Ndjili της Κινσάσα, θα υποστούν δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς των Αιτητών, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην Έκθεση – Εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών των Αιτητών, δεν τεκμηριώνεται φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, ήτοι την ΛΔΚ, για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, και ως εκ τούτου οι Αιτητές δεν δικαιούνται το καθεστώς του πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσουν ευλόγως οι Αιτητές κατά την επιστροφή τους στη ΛΔΚ δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας και 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας, αντίστοιχο άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Αιτητές σε περίπτωση επιστροφής τους στον δήμο Ndjili της πόλης Κινσάσα, περιφέρεια Κινσάσα, ΛΔΚ, δεν θα αντιμετωπίσουν κίνδυνο ή σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας ως άμαχοι λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε ότι οι Αιτητές δεν δικαιούνται ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Από τα πιο πάνω, συνάγεται ότι η έρευνα που είχε προηγηθεί της απόφασης για απόρριψη της αίτησης των Αιτητών ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχαν προβάλει οι Αιτητές κατά τη διάρκεια της συνέντευξής τους. Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99). Από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, θεωρώ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη, ενώ σύντομη αιτιολόγηση της απόφασης είχε επισυναφθεί και στην απορριπτική επιστολή η οποία κοινοποιήθηκε στους Αιτητές. Επισημαίνω δε ότι συμπληρώνεται και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως αυτά έχουν αναλυθεί ανωτέρω (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371 Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, (1998) 3 ΑΑΔ 270). Οι δε Αιτήτρια 2 ουδέποτε προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για να ανατρέψει τα ευρήματα των Καθ’ων η Αίτηση αλλά με την αγόρευση της επανέλαβε κατ’ ουσίαν τους ίδιους ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί κατά τη συνέντευξή της. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη ότι ο σύζυγος της Αιτήτριας επέλεξε να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ενώ εκκρεμούσε η δικαστική διαδικασία, ενέργεια που καταδεικνύει ότι το αφήγημα της Αιτήτριας, που ήταν κατά βάση κοινό με του Αιτητή, δεν υφίσταται και/ή στερείται πειστικότητας.
Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της Αιτήτριας 2 και 3 εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου (βλ. συναφώς παρ. 37-39 του Εγχειρίδιου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Επίσης, με βάση το προσωπικό τους προφίλ και υπό το φως των ισχυρισμών που η Αιτήτρια προώθησε, δεν θεωρώ ότι σε περίπτωση επιστροφής τους υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη, όπως η εν λόγω έννοια ορίζεται στο άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναφορικά με την υπαγωγή των Αιτητών σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι θα υποστούν σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής τους, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις δηλώσεις της Αιτήτριας και βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της ως παρατέθηκε ανωτέρω, η περιοχή της προηγούμενης συνήθους διαμονής της στη χώρα καταγωγής ήταν η πόλη Kinshasa, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας καθώς και της χώρας καταγωγής. Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής τους στη συγκεκριμένη περιοχή, οι Αιτητές θα αντιμετωπίσουν σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στην Kinshasa στην οποία ευλόγως αναμένεται να εγκατασταθούν οι Αιτητές άμα τη επιστροφή τους.
Το International Crisis Group, για το 2025, σημειώνει ότι ένοπλες συγκρούσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται σε περιοχές της ΛΔΚ όπως το Noth Kivu, το South Kivu και το Ituri.[1]
Στις 2 Φεβρουαρίου του 2026, η κυβέρνηση της ΛΔΚ και η οργάνωση M23 υπέγραψαν στη Ντόχα τους όρους αναφοράς για την εφαρμογή εκεχειρίας.[2] Παρά την συμφωνία στη Ντόχα, η κυβέρνηση του Κονγκό και η M23 συνέχισαν να ανταλλάσσουν κατηγορίες για παραβιάσεις.[3] Στις 2 Φεβρουαρίου, οι αρχές του Κονγκό κατηγόρησαν την M23 ότι εξαπέλυσε επίθεση με drone κατά του αεροδρομίου Κισανγκάνι στη βορειοανατολική ΛΔΚ το οποίο επαληθεύθηκε την επόμενη ημέρα από την οργάνωση, η οποία ισχυρίστηκε ότι η επίθεση έλαβε χώρα διότι η κυβέρνηση του Κονγκό χρησιμοποιούσε το αεροδρόμιο ως βάση για αεροπορικές επιχειρήσεις κατά των θέσεών της.[4] Η εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ στις 18 Φεβρουαρίου κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και των δύο μερών.[5] Παρά την συμφωνία, αμφότερα μέλη αλληλοκατηγορήθηκαν για παραβίαση της συμφωνίας∙ στην Ουβίρα, πολίτες αναζήτησαν καταφύγιο σε ένα πρόχειρο στρατόπεδο ώστε να αποφύγουν τις εχθροπραξίες.[6] Σύμφωνα με ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, δυνάμεις Wazalendo που υποστηρίζουν το Κονγκό συγκρούστηκαν με μαχητές Twirwaneho που υποστηρίζονται από το M23 στο ανατολικό τμήμα της χώρας.[7] Άρθρο τοπικού τύπου, δημοσιευθέν στις 26 Φεβρουαρίου 2026, αναφέρει ότι οι μαχητές της M23 ανακατέλαβαν δύο χωριά στο North Kivu, μία ημέρα αφότου είχαν απωλέσει τον έλεγχό τους.[8]
Ως αναφέρεται σε μία έκθεση του Centre for Documentation and Research (Cedoca) σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, δημοσιευθείσα τον Οκτώβριο του 2025, που κάνει επίκληση σε έτερες πηγές, τον Ιανουάριο του 2025, μετά την κατάληψη της Goma από την M23, διαδηλωτές επιχείρησαν να επιτεθούν σε αρκετές πρεσβείες στην πρωτεύουσα, μεταξύ άλλων της Γαλλίας, του Βελγίου και των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και σε γραφεία του ΟΗΕ.[9] Περαιτέρω, ως αναφέρεται στην ίδια έκθεση, το United Nations Joint Human Rights Office (UNJHRO) κατατάσσει την επαρχία της Κινσάσα μεταξύ αυτών που δεν επηρεάζονται από ένοπλες συγκρούσεις.[10] Σύμφωνα με τα μηνιαία δελτία παρακολούθησης συγκρούσεων του International Crisis Group, δεν διαφαίνεται να έχουν σημειωθεί περιστατικά στην Κινσάσα από τον Ιανουάριο του 2025.[11]
Οι πιο πρόσφατες εκθέσεις της Human Rights Watch και της Διεθνούς Αμνηστίας δεν κάνουν λόγο για προβλήματα ασφαλείας στην Κινσάσα.[12] Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για τα γεγονότα του 2024 σημειώνει ότι καταγράφηκαν διαδηλώσεις σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων στην πρωτεύουσα Κινσάσα για την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των M23 και των κυβερνητικών δυνάμεων της ΛΔΚ και των συμμάχων.[13]
Για λόγους πληρότητας της έρευνας θα παρατεθούν ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/02/2026), στην επαρχία Κινσάσα, καταγράφηκαν 52 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[14] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την Κινσάσα σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026 ανέρχεται σε 18,552,800 κατοίκους.[15]
Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν στο σύνολό τους, ότι στην πόλη Kinshasa, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής των Αιτητών, δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύγκρουσης και κατ΄ επέκταση συνθήκες βίας ασκούμενης αδιακρίτως κατά αμάχων όπως το άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου προνοεί. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων των Αιτητών για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.
Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως οι Αιτητές δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό τους πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?location[]=7&created= (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[2] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[3] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[4] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[5] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[6] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[7] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[8] Actualite.cd, Masisi : les rebelles de l’AFC/M23 reprennent le contrôle de Kasenyi et Luke après de violents combats, 26 Φεβρουαρίου 2026, https://actualite.cd/2026/02/26/masisi-les-rebelles-de-lafcm23-reprennent-le-controle-de-kasenyi-et-luke-apres-de (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[9] Cedoca, COI Focus Republique Democratique Du Congo Situation sécuritaire à Kinshasa, 14 Οκτωβρίου 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_a_kinshasa_20251015.pdf, σελ. 7 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026); Le Monde, En RDC, plusieurs ambassades, dont celles de la France et du Rwanda, attaquées par des manifestants pour dénoncer la guerre dans l’Est, 29 Ιανουαρίου 2025, https://www.lemonde.fr/afrique/article/2025/01/28/en-rdc-la-ville-de-goma-toujours-sous-les-tirs-plusieurs-ambassades-attaquees-a-kinshasa_6519926_3212.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026); International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, Ιανουάριος 2025, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?created=&location%5B0%5D=7&page=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[10] Cedoca, COI Focus Republique Democratique Du Congo Situation sécuritaire à Kinshasa, 14 Οκτωβρίου 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_a_kinshasa_20251015.pdf, σελ. 8 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[11] International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?location%5B%5D=7&crisis_state=&created=-12+months&from_month=1&from_year=2025&to_month=1&to_year=2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[12] Human Rights Watch, World Report 2025, Democratic Republic of Congo Events of 2024, https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/democratic-republic-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026); Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[13] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[14] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of the Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/03/2026)
[15] World Population Review, DR Congo – Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/03/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο