ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.:2130/25
21 Ιουλίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.M. ARC {…}εκ{….ΛΕΜΕΣΟΣ}
Αιτητής
και-
Κυπριακής Δημοκρατίας διά της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Κ. Ταμπούρλας (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Ρ. Προδρόμου (κα), Δικηγόροι για τους Καθ' ων η αίτηση.
Ο Αιτητής είναι παρών.
Παρούσα και η Ζ. Αγαπίου (κα) για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 30/07/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε την 07/08/2025, και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ) και στις 19/11/2019 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Στις 29/02/2024, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου του Αιτητή και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του, θεωρώντας ότι ο Αιτητής έχει υπαναχωρήσει σιωπηρά ή έχει αποσύρει την αίτησή του, λόγω του ότι δεν κατέστη εφικτό να βρεθούν οποιαδήποτε καταγεγραμμένα στοιχεία επικοινωνίας (διεύθυνση η τηλέφωνο) για τον εντοπισμό του Αιτητή και την κλήση του για συνέντευξη. Ο Προϊστάμενος ενέκρινε την εν λόγω Έκθεση/Εισήγηση αυθημερόν.
Στις 21/03/2024, ο Αιτητής συμπλήρωσε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του στην Υπηρεσία Ασύλου.
Στις 18/09/2024, 09/09/2024 και 20/09/2024, ο Αιτητής κλήθηκε τηλεφωνικώς ώστε να παρευρεθεί σε διευθετημένη συνέντευξη, χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του. Στις 08/10/2024 κλήθηκε με επιστολή ώστε να παρευρεθεί σε διευθετημένη συνέντευξη, ωστόσο και πάλι δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του. Παρά τις προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας και την αποσταλθείσα επιστολή, δεν ήταν εφικτή η πραγματοποίηση συνέντευξής του προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Στις 30/10/2024, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου του Αιτητή και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του, θεωρώντας ότι ο Αιτητής έχει υπαναχωρήσει σιωπηρά ή έχει αποσύρει την αίτησή του, την οποία ο Προϊστάμενος ενέκρινε αυθημερόν.
Στις 11/11/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία στάλθηκε ταχυδρομικώς στον Αιτητή.
Στις 27/03/2025, ο Αιτητής συμπλήρωσε εκ νέου αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του στην Υπηρεσία Ασύλου.
Την 28/07/2025 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατά την ίδια ημερομηνία υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Στις 30/07/2025 ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Την 07/08/2025 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί.
Στη συνέχεια, στις 19/08/2025 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού δικογράφου της αίτησης, προβάλλει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα. Κατά τη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος του Αιτητή προβάλλει, σε ενιαίο κείμενο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση του Νόμου, χωρίς τη δέουσα έρευνα και αιτιολογία, εναντίον των αρχών της ίσης μεταχείρισης και υπό συνθήκες δυσμενούς διάκρισης.
Η συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης αντιτείνει πως η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και πως η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο Αιτητής δια της καταχωρηθείσας προσφυγής του δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 και εισηγείται όπως οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο Αιτήτης δεν εξεταστούν, καθότι δεν εξειδικεύονται ρητώς και αιτιολογημένα δια της προσφυγής ή/και δεν δικογραφούνται. Πρόσθετα, εισηγείται ότι όλοι οι λόγοι ακύρωσης, οι οποίοι δεν αναπτύσσονται επαρκώς στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή δεν θα πρέπει να τύχουν εξέτασης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημεχίων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Ο συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή του και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου, ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται.
Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς χαρακτηρίζονται οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα.
Περαιτέρω όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Κηαi ν. Τhe Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, ο Αιτητής κατάγεται από τη ΛΔΚ, ανήλικος κατά το χρόνο υποβολής της Αίτησης του και πλέον ενήλικος.
Κατά την υποβολή της αίτησής του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι ένας στρατηγός σκότωσε έναν φίλο του στην παρουσία του και, έκτοτε, αναζητούσε τον Αιτητή για να τον σκοτώσει (ερ. 1 και μετάφραση 13 του Δ.Φ.).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του δήλωσε ότι τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής του είναι η πόλη Kinshasa (ερ. 83-χ1 του Δ.Φ.). Ο Αιτητής ομιλεί Lingala και λίγα αγγλικά, είναι χριστιανός προτεστάντης, και ότι ανήκει στη φυλή Mukongo (ερ. 86-χ1,84-χ1 του Δ.Φ.). Όσον αφορά στο εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι φοίτησε μέχρι την τέταρτη τάξη ιδρύματος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του λόγω οικονομικών δυσχερειών. Επιπλέον, δήλωσε ότι ακολούθησε τεχνική εκπαίδευση στη μηχανική και δούλεψε ως μηχανικός σε γκαράζ ενόσω φοιτούσε ακόμα στο σχολείο (ερ. 84-χ3,χ4 του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε άγαμος και άτεκνος και ως προς το οικογενειακό του περιβάλλον δήλωσε πως η μητέρα του απεβίωσε, ο πατέρας του, η μητριά του και οι πέντε ετεροθαλείς αδελφές του διαμένουν στην Kinshasa (ερ. 82-1χ,2χ, 83-χ2 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την ελεύθερη αφήγηση του, προέβαλε ότι, ο φίλος του, επ’ ονόματι «Kevin», διατηρούσε σχέση με τη κόρη του αρχηγού του στρατού της χώρας του, ο πατέρας της είχε αντιρρήσεις για τη σχέση τους, χωρίς ωστόσο να διακόψουν τη σχέση τους. Περί τον Μάιο του 2019, και ενώ βρισκόταν στην οικία φιλικού τους προσώπου, ο Αιτητής και ένας φίλος του, ονόματι «Eriq» βρισκόταν στο πίσω μέρος της οικίας, άκουσαν θόρυβο και έναν πυροβολισμό, έτρεξαν μακριά, ενώ είδαν ότι στη σκηνή βρισκόταν ένας σωματοφύλακας. Αργότερα, ενημερώθηκαν πως ο φίλος τους σκοτώθηκε και λόγω του ότι ήταν παρόντες κατά το συμβάν άρχισαν να στέλνουν ανθρώπους να απειλούν τις οικογένειές τους, λέγοντάς τους ότι αν προσπαθήσουν να πουν κάτι εναντίον τους θα υπάρξουν σοβαρές συνέπειες. Όταν η οικογένεια του φίλου τους που σκοτώθηκε κατέφυγε στο δικαστήριο και τους ζήτησε να παρουσιαστούν ως μάρτυρες, αυτοί φοβήθηκαν και αρνήθηκαν. Ο Αιτητής δήλωσε ότι το όνομα του στρατηγού είναι Francois Olenga και λόγω του ότι είχε μεγάλη δύναμη, ένας φίλος τους πατέρα του αποφάσισε να τον βοηθήσει να ταξιδέψει (ερ. 79-χ1 του Δ.Φ.).
Κληθείς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με το συμβάν, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατά τη στιγμή του πυροβολισμού, ο ίδιος βρισκόταν μαζί με τον φίλο τους έξω και όταν άκουσαν τον πυροβολισμό πανικοβλήθηκαν, έτρεξαν, ο φίλος του είδε τον σωματοφύλακα, ενώ όλη η γειτονιά βγήκε έξω. Κληθείς να παράσχει πληροφορίες για τον σωματοφύλακα, δήλωσε ότι ήταν «κτηνώδης», ότι οι σωματοφύλακες είναι επικίνδυνοι κάποιες φορές πυροβολούν, ότι διέμενε στην ίδια γειτονία μαζί του και γνώριζε ότι εργαζόταν για τον στρατηγό και σκότωνε ανθρώπους (ερ. 78 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς πως γνωρίζει ότι ο σωματοφύλακας στάλθηκε από τον στρατηγό, δήλωσε ότι ο στρατηγός είχε σωματοφύλακες, προσθέτοντας πως γνώριζε με σιγουριά πως στάλθηκε από αυτόν για να εκτελεί ανθρώπους. Ο Αιτητής ανέφερε πως δεν έχει σχέση με τον στρατηγό (ερ. 77-1χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με την υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου από την οικογένεια του αποθανόντος φίλου του, δήλωσε πως η οικογένεια του κινήθηκε εναντίον του στρατηγού, χωρίς ωστόσο να είναι σίγουρος (ερ. 76-1χ του Δ.Φ.). Ακολούθησαν διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με την υπόθεση, στις οποίες ο Αιτητής ανέφερε πως η υπόθεση ενώπιον Δικαστηρίου ήταν βασισμένη σε φήμες και δεν ήταν σίγουρος εάν υπήρχε εκκρεμούσα υπόθεση. Ερωτηθείς τον λόγο που φοβάται τον στρατηγό σε βαθμό που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι επειδή ήταν μάρτυρας του συμβάντος, ο στρατηγός φοβόταν ότι μοιραζόταν τις πληροφορίες στο δικαστήριο (ερ. 76-2χ,3χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής ανέφερε πως ουδέποτε κλήθηκε μάρτυρας στο Δικαστήριο και ισχυρίστηκε πως ένας φίλος του πατέρα του του ανέφερε πως εάν κληθεί μάρτυρας, ο στρατηγός θα τον βλάψει και πως ο δικαστής ανέφερε πως η υπόθεση δεν θα ολοκληρωθεί μέχρι να μαρτυρήσει ο Αιτητής, ο οποίος είναι ο βασικός μάρτυρας. Ισχυρίστηκε πως μόνο ο σωματοφύλακας γνώριζε ότι ο Αιτητής ήταν μάρτυρας της υπόθεσης (ερ. 75-1χ,2χ του Δ.Φ.). Ωστόσο στη συνέχεια δήλωσε πως οι γονείς του γνώριζαν ότι ήταν μάρτυρας στο θάνατο του φίλου του και το ανέφεραν (ερ. 75-3χ του Δ.Φ.). Ως προς τις απειλές που δέχθηκε η οικογένεια του από τον στρατηγό, ο Αιτητής δήλωσε ότι κάποτε πήγαιναν στην οικία τους άτομα, τον αναζητούσαν και απειλήσουν να μην αποκαλύψει οτιδήποτε στο Δικαστήριο. Πρόσθεσε πως ενημερώθηκε από τον πατέρα του πως, λόγω έλλειψης στοιχείων, η υπόθεση έχει κλείσει (ερ. 74-1χ-3χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς εάν ο ίδιος ο Αιτητής δέχθηκε απειλές ή τον προσέγγισε ο στρατηγός ή οποιοδήποτε άλλο άτομο, απάντησε αρνητικά και πως μετά το θάνατο η οικογένεια του λάμβανε απειλές διότι διέφυγε (ερ. 74-5χ του Δ.Φ.). Τέλος, υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις σε σχέση με τα όσα κατέγραψε στο έντυπο υποβολής της αίτησης του (ερ. 73-1χ-3χ του Δ.Φ.).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε τη ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή και ο δεύτερος αφορούσε τον ισχυριζόμενο φόβο του Αιτητή, καθώς αποτελούσε μάρτυρα σε δολοφονία την οποία διέπραξε ο σωματοφύλακας ενός στρατηγού εκ μέρους του.
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής του, το προφίλ και τα προσωπικά του στοιχεία και εκτίμησε ότι ο Αιτητής απάντησε σε όλα τα σχετικά ερωτήματα με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παρέχει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες σε σχέση με αυτό το μέρος του αιτήματός του. Περαιτέρω, ο λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές από την χώρα καταγωγής του Αιτητή για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη των όσων ανέφερε ο Αιτητής σχετικά με την περιοχή καταγωγής και διαμονής του. Κατέληξε ότι η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή συνάδει με την εξωτερική αξιοπιστία και έκανε αποδεκτό τον εν λόγω ισχυρισμό.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ότι αποτελούσε μάρτυρα σε δολοφονία την οποία διέπραξε ο σωματοφύλακας ενός στρατηγού εκ μέρους του, ο λειτουργός έκρινε πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του και, κληθείς να δώσει περισσότερες πληροφορίες για τα σχετικά γεγονότα, υπέπεσε σε αντιφάσεις και έλλειψη επαρκών πληροφοριών, χρονικές ασυνέπειες και έλλειψη ευλογοφάνειας.
Συγκεκριμένα, ο λειτουργός εντόπισε αντίφαση μεταξύ των ισχυρισμών που ο Αιτητής προέβαλε κατά την αίτησή του και κατά τη συνέντευξή του, ήτοι, κατά τη συνέντευξή του δήλωσε ότι ο σωματοφύλακας του στρατηγού σκότωσε τον φίλο του, ενώ στην αίτησή του ισχυρίστηκε πως ήταν ο στρατηγός στην παρουσία του. Επίσης, κατά την καταγραφή του αιτήματός του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο στρατηγός άρχισε να τον καταδιώκει για να τον σκοτώσει, ενώ στη συνέντευξη δήλωσε ότι ο στρατηγός δεν τον απείλησε άμεσα και δεν τον προσέγγισε προσωπικά, αλλά ότι η οικογένειά του δέχτηκε τις απειλές. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι υπήρξε έλλειψη ευλογοφάνειας και λογικής συνέχειας στο αφήγημα του Αιτητή σχετικά με το φόβο επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, λόγω του ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τον απειλούσαν για να μην καταθέσει στο δικαστήριο, ενώ δήλωσε ότι η υπόθεση στο δικαστήριο έχει κλείσει και ότι δεν παρουσιάστηκε ποτέ στο δικαστήριο. Παρομοίως, ο λειτουργός σημείωσε ότι παρατηρήθηκε έλλειψη ευλογοφάνειας και λογικής συνέχειας στο αφήγημα του Αιτητή σχετικά με το γεγονός ότι το μοναδικό πρόσωπο που γνωρίζει ότι ο ίδιος ήταν παρών στην ισχυριζόμενη δολοφονία ήταν ο δολοφόνος, ωστόσο όλοι γνώριζαν ότι υπήρξε μάρτυρας και ο δικαστής της υπόθεσης έλεγε ότι η υπόθεση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί αν δεν καταθέσει ο Αιτητής ως βασικός μάρτυρας. Περαιτέρω, χωρίς ευλογοφάνεια και λογική συνέπεια κρίθηκαν οι αναφορές του Αιτητή ότι οι γονείς του αποκάλυψαν δημόσια ότι ο Αιτητής ήταν μάρτυρας στη δολοφονία του φίλου του, εκθέτοντας τον σε κίνδυνο.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής κατά τη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Συμπερασματικά, ο λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, στη βάση του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων και του προφίλ του. Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για υγιή ενήλικα άνδρα, χωρίς κάποια ευαλωτότητα, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, έχει βασικό επίπεδο εκπαίδευσης, ικανός για εργασία και λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Κινσάσα στη ΛΔΚ, κατέληξε στο ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι, σε περίπτωση που ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον διαπιστώθηκε πως δεν πληρούνται τα αναγκαία υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του φόβου δίωξης, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, κρίθηκε πως δεν συντρέχει κανένας λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, αυτός κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β). Αναφορικά δε με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στο Άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε σχετική έρευνα αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, με βάση τον αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την ταυτότητα και την καταγωγή του. Επί τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα κατά το στάδιο αξιολόγησης κινδύνου και με βάση την οποία διαπιστώθηκε ότι στη πόλη Κinshasa δεν παρατηρούνται συνθήκες ενόπλων συγκρούσεων. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν μπόρεσε να θεμελιώσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια του Άρθρου 19 (2) (γ) και συνεπώς το αίτημά του απορρίφθηκε και ως προς την πιθανότητα υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα παρακάτω:
Κρίνω ως ορθή από τους Καθ' ων η αίτηση την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού ο οποίος και αφορά την ταυτότητα, τα στοιχεία του προφίλ, τη χώρα καταγωγής και την περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή. Περαιτέρω και προχωρώντας στην εξέταση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού περί του ότι ο Αιτητής διώκεται καθότι αποτελούσε μάρτυρα σε δολοφονία την οποία διέπραξε σωματοφύλακας ενός στρατηγού, κρίνω πως ορθά οι Καθ΄ ων απέρριψαν τον ισχυρισμό λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Η πλειονότητα των απαντήσεων του είναι διατυπωμένες με γενικότητα, χωρίς συνέπεια και συνοχή ενώ παράλληλα ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του. Περαιτέρω οι απαντήσεις του σε ουσιώδη ερωτήματα ορθά δεν έγιναν αποδεκτοί ως ευλογοφανείς από του Καθ΄ων η αίτηση. Η αφήγησή του δεν φτάνει τον απαιτούμενο αλλά και ενδεδειγμένο βαθμό σαφήνειας και επάρκειας λεπτομερειών, που εύλογα αναμένει κάνεις από άτομο που εξιστορεί βιωματικές εμπειρίες. Παρουσιάζονται αντιφάσεις ως προς τον δράστη του περιστατικού, τις φερόμενες απειλές, ενώ ελλείπουν πληροφορίες ως προς τις συνθήκες της δολοφονίας, τα στοιχεία/χαρακτηριστικά του σωματοφύλακα, τον αριθμό των μαρτύρων στο περιστατικό, την ύπαρξη ή μη εκκρεμούσας υπόθεσης ενώπιον δικαστηρίου. Ο Αιτητής δήλωσε πως δεν δέχθηκε οποιαδήποτε απειλή εναντίον του, ενώ οι αναφορές του ότι τον απειλούσαν για να μην καταθέσει στο δικαστήριο, ενώ δήλωσε ότι η υπόθεση στο δικαστήριο έχει κλείσει και ουδέποτε κλήθηκε να παρουσιαστεί στερούνται συνοχής. Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, το Δικαστήριο αξιολογεί ότι οι δηλώσεις του Αιτητή δεν δύνανται να θεμελιώσουν την εσωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή, κρίνω ότι βάση του προσωπικού χαρακτήρα όσων ανέφερε οι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο των όσων ισχυρίζεται ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του και δε χρήζει περαιτέρω έρευνας προς διασταύρωσή τους.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία του το μορφωτικό του επίπεδο και γενικότερα το προφίλ του δεν τον εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).
Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v.Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία,Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο Αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Αναφορικά δε με τη γενική κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, η ΛΔΚ πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της ΛΔΚ και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων. Η εμπλοκή πολλαπλών μερών, η ξένη παρέμβαση, η επιβολή κατάστασης πολιορκίας στις επαρχίες Ituri και Βόρειο Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές και η δημιουργία της Συμμαχίας Fleuve Congo (AFC) με τη συμμετοχή του M23, σε συνδυασμό με κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, την επέκταση περιφερειακών στρατιωτικών επιχειρήσεων και την αναζωπύρωση διεθνών προσπαθειών λογοδοσίας, συνέβαλαν περαιτέρω στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης ασφαλείας.[1]
Ως προς τον άμαχο πληθυσμό, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι απώλειες αμάχων αυξήθηκαν σημαντικά. Ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, επιδρομές και επιθέσεις κατά χωριών, χώρων φιλοξενίας εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, αγορών, κατοικιών και χώρων υγειονομικών και ανθρωπιστικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τεκμηριώθηκαν μαζικές ανθρωποκτονίες, εθνοτικά στοχευμένες σφαγές, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, λεηλασίες και καταναγκαστική εργασία, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σημειώνεται επίσης σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και εκτεταμένος αναγκαστικός εκτοπισμός, όπως και συστηματική παρεμπόδιση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, η σχετιζόμενη με τις ένοπλες συγκρούσεις σεξουαλική βία έλαβε ευρείας κλίμακας διαστάσεις, η στρατολόγηση παιδιών χαρακτηρίστηκε ως άνευ προηγουμένου, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν διάχυτη βία, λογοκρισία, απειλές ή/και θανατική ποινή σε περιπτώσεις δημοσιογραφικής κάλυψης των συγκρούσεων.[2]
Στην ίδια πηγή αναγράφεται πως «Οι συνέπειες της εκτεταμένης βίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) αποτυπώνονται επίσης στον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων παγκοσμίως. Πάνω από δεκατρία εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η κατάσταση στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σοβαρών ανθρωπιστικών κρίσεων διεθνώς.».[3]
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Kinshasa, πρωτεύουσα της Λ.Δ.Κ το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της ΛΔΚ, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 25/06/2026), όπου καταγράφηκαν 60 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 48 ανθρώπινες απώλειες.[4]
Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa για το 2025 εκτιμάται στους 17,778,000 κατοίκους.[5]
Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε η EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, η οποία καλύπτει την χρονική περίοδο Μάρτιος 2024 έως 30 Ιουνίου του 2025,[6] στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research -CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, σύμφωνα με το Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Joint Human Rights Office): η επαρχία της Kinshasa είναι “μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση” και ότι “από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Kinshasa.[7]
Δεδομένων των πιο πάνω, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην Kinshasa δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του.
Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Από τα πιο πάνω, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί τέτοιες προϋποθέσεις ώστε, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην περιοχή προηγούμενης συνήθους διαμονής του, να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, αφού πρόκειται για άμαχο πολίτη, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία στη χώρα καταγωγής της.
Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτή είναι υγιής, νεαρός άνδρας, με ικανό μορφωτικό επίπεδο, ικανός προς εργασία με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Στη βάση των παραπάνω δεν προκύπτει ότι με την επιστροφή του στην Kinshasa, ο Αιτητής θα έλθει αντιμέτωπη με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης βάσει του άρθρου 19 (2) (γ).
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του συνηγόρου του Αιτητή στη γραπτή αγόρευση του, πως εντοπίζονται στοιχεία στην έκθεση της Υπηρεσίας Ασυλου που ουδέποτε ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξη του, ορθά προέβαλε κατά τις διευκρινίσεις ότι αυτά έχουν παρεισφρήσει και εκ παραδρομής όπως φαίνεται αντιγράφηκαν αλλά αφορούν άλλη υπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει πως δεν επηρεάζουν την ουσία της υπόθεσης καθότι δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Αιτητή. Περαιτέρω το Δικαστήριο εξετάζοντας τις απαντήσεις του Αιτητή ακόμα κι αν διακρίνει πως κάποιες από τις απαντήσεις του Αιτητή δεν αξιολογήθηκαν ορθά, κρίνει πως στο σύνολο του το αφήγημα του Αιτητή δεν είναι ικανό να στηρίξει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του.
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ [Ημερομηνία πρόσβασης 06/07/2026]
[2]War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ [Ημερομηνία πρόσβασης 06/07/2026]
[3]War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period from 1 July 2023 (ongoing) (last updated on 28 January 2026), The Humanitarian Situation, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/violations/#attacks-on-civilians [Ημερομηνία πρόσβασης 06/07/2026]
[4]Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 25.06.2026), Explorer | ACLED [Ημερομηνία πρόσβασης 06/07/2026]
[5]Macrotrends.net, Kinshasa population,2025, https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population [Ημερομηνία πρόσβασης 06/07/2026]
[6] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 1 July 2025, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4 [Ημερομηνία πρόσβασης 06/07/2026]
[7] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2 [Ημερομηνία πρόσβασης 06/07/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο