ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 2404/2025
06 Ιουλίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
G.A. ΧΧΧ εκ Σομαλίας
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπουργείο Εσωτερικών
Καθ' ων η Αίτηση
Τ. Μπετίτο (κος) για Πιερίδης & Πιερίδης, Δικηγόροι για τον Αιτητή.
Ν. Νικολάου (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής Παρών.
Μ. Σταυρινίδου (κα) για διερμηνεία από Αγγλική στην Ελληνική και αντίστροφα.
Μ. Yasin (κος) για διερμηνεία από Σομαλί στην Αγγλική και αντίστροφα.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου που περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 03/09/25 (κοινοποιήθηκε αυθημερόν) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και/ή ζητείται η παραχώρηση στον Αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 09/04/25, ακολούθως, στις 25/04/25 πραγματοποιήθηκε συνέντευξή προσδιορισμού ηλικίας ενώπιον λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου και εν συνεχεία κρίθηκε ενήλικας. Στις 16/07/25 πραγματοποιήθηκε συνέντευξή του, ακολούθησε έκθεση/εισήγηση ημερομηνίας 28/07/25 και στις 31/07/25 απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο δικηγόρος για τον Αιτητή κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία περιόρισε τους νομικούς λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης στην ουσία της αίτησης διεθνούς προστασίας που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ισχυρισμούς δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνα. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής του Αγόρευσης υποστηρίζοντας ότι δεν έγινε η ορθή αξιολόγηση των περιστάσεων του Αιτητή, καθότι με τις υπάρχουσες πληροφορίες θα έπρεπε να του δοθεί τουλάχιστον συμπληρωματική προστασία.
Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν την ένσταση τους και τη Γραπτή τους Αγόρευση, υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η επίδικη απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που θεμελιώνουν το αίτημα του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, ενώ αποτελεί θέση τους ότι δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης. Ούτε αποδείχθηκε πραγματικός κίνδυνος να υποστεί ο Αιτητής σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του δικηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Επί τούτου ούτε το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε αξιολόγηση ισχυρισμών και/ή εγγράφων που περιλαμβάνονται στην αίτηση προσφυγής, καθότι έγγραφα ή στοιχεία ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία που προσκομίζονται κατά την καταχώριση της προσφυγής, παρατίθενται ή επισυνάπτονται ως τεκμήρια, ανάλογα, σε ένορκη δήλωση από τον Αιτητή στην οποία εξηγεί το λόγο για τον οποίο δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία κατά την εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης καθώς και τη συνάφειά τους με τα επίδικα θέματα (Κανονισμός 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019). Από την ένορκη δήλωση του Αιτητή απουσιάζουν αυτά τα στοιχεία και/ή επεξήγηση της συνάφειας φωτογραφιών με το αίτημα διεθνούς προστασίας αυτού και/ή δεν προσφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το αίτημα διεθνούς προστασίας. Επιπλέον, αξίζει να καταγραφεί ότι, οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί. Εξάλλου, ο συνήγορος του Αιτητή κάλεσε το Δικαστήριο όπως επικεντρωθεί στην ουσία της υπόθεσης και/ή ειδικά στην μη παραχώρηση σε αυτόν τουλάχιστον του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Στην αίτησή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω έλλειψης ασφάλειας και ελευθερίας. Ειδικότερα, ανέφερε ότι αποφάσισε να φύγει μόνος του αφού η γιαγιά του σκοτώθηκε από τρομοκράτες στις 12/03, λίγες ημέρες πριν την αναχώρησή του. Πρόσθεσε ότι, εξαιτίας της αστάθειας και των συγκρούσεων στη χώρα του, δεν μπορούσε να ζήσει φυσιολογικά ούτε να συνεχίσει τις σπουδές του και, ως εκ τούτου, επέλεξε να μεταβεί στην Κύπρο αναζητώντας ένα καλύτερο και ασφαλέστερο μέλλον (ερ.1 του διοικητικού φακέλου στο εξής «Δ.Φ.»). Κατά τη συνέντευξη, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, δήλωσε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, με περιοχή καταγωγής την πόλη Kuntunwarag της επαρχίας Lower Shabelle, όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή του, με σύντομη παραμονή στο Mogadishu πριν εγκαταλείψει τη χώρα. Δήλωσε ότι είναι άγαμος, μουσουλμάνος, ανήκει στη φυλή Habargidir και ομιλεί Σομαλικά, Αγγλικά και λίγα Αραβικά. Ανέφερε ότι μεγάλωσε με την πατρική του γιαγιά, καθώς οι γονείς του είχαν χωρίσει και δεν διατηρεί επικοινωνία μαζί τους, ενώ η γιαγιά του απεβίωσε στις 11/03/25. Δήλωσε, επίσης, ότι φοίτησε μέχρι την 8η τάξη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, διέκοψε τη φοίτησή του λόγω του πολέμου και ασχολείτο με τις εργασίες της φάρμας της γιαγιάς του, ενώ εργάστηκε και για σύντομο χρονικό διάστημα σε πλυντήριο αυτοκινήτων (ερ.34-37 Δ.Φ.). Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη Σομαλία αναζητώντας μια καλύτερη και πιο ειρηνική ζωή, καθώς η περιοχή όπου διέμενε δεν ήταν ασφαλής. Διευκρίνισε ότι την περιοχή του ήλεγχε η Al-Shabaab[1], η οποία, όπως ισχυρίστηκε, είχε μεταβεί μία φορά στην οικία του στις αρχές Ιανουαρίου με σκοπό να τον στρατολογήσει διά της βίας, επειδή βρισκόταν σε ηλικία κατά την οποία στρατολογούσαν αγόρια. Ανέφερε ότι το περιστατικό αυτό δεν επαναλήφθηκε και ότι δεν υπέστη άλλη παρενόχληση ή δίωξη προσωπικά. Πρόσθεσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, δεν έχει πλέον κανένα συγγενικό πρόσωπο να τον υποστηρίξει, καθώς η γιαγιά του απεβίωσε στις 11/03 του ίδιου έτους (ερ.65-66 Δ.Φ.).
Μετά τη διενέργεια σχετικής συνέντευξης, ο λειτουργός εξετάζοντας τα όσα λέχθηκαν σε αυτήν, εντόπισε και αξιολόγησε δύο ισχυρισμούς του Αιτητή. Από τις απαντήσεις αποδέχθηκε τον πρώτο ισχυρισμό, ήτοι την ταυτότητά του, τη χώρα καταγωγής του, καθώς και τα προσωπικά του στοιχεία και το προφίλ του (ερ.163-165 Δ.Φ.). Ωστόσο, απέρριψε τον δεύτερο ισχυρισμό, περί στοχοποίησής του στη χώρα του (ερ.160-162 Δ.Φ.). Ως προς αυτόν τον ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή δεν παρουσίαζαν την απαιτούμενη επάρκεια πληροφοριών. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η περιοχή του ελεγχόταν από την Al-Shabaab και ότι μέλη της μετέβησαν μία φορά στην οικία του, στις αρχές Ιανουαρίου 2025, προκειμένου να τον στρατολογήσουν διά της βίας λόγω της ηλικίας του. Εντούτοις, ο ίδιος ανέφερε ότι πέραν του περιστατικού αυτού δεν του συνέβη οτιδήποτε προσωπικά, επομένως, κρίθηκε ότι η περιγραφή του ήταν επιφανειακή και στερείτο της αναμενόμενης συνεκτικότητας, επάρκειας πληροφοριών και βιωματικών λεπτομερειών, καθώς περιορίστηκε σε γενικές αναφορές χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα στοιχεία που να προσδίδουν προσωπικό και αυθεντικό χαρακτήρα στους ισχυρισμούς του. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και δράση της Al-Shabaab ως ισλαμιστικής εξτρεμιστικής οργάνωσης στη Σομαλία. Περαιτέρω, οι πηγές αναφέρουν ότι η οργάνωση στοχοποιεί ιδίως πρόσωπα τα οποία θεωρεί ότι συνεργάζονται με τον στρατό ή την κυβέρνηση της Σομαλίας, καθώς και ότι διαθέτει δίκτυο πληροφοριών και σημεία ελέγχου που της επιτρέπουν να εντοπίζει πρόσωπα-στόχους ακόμη και εκτός των περιοχών άμεσου ελέγχου της.
Το Δικαστήριο μετά από ενδελεχή έλεγχο των πρακτικών της συνέντευξης του Αιτητή διαπιστώνει, όπως και η εισήγηση του λειτουργού, ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν δεκτοί οι λόγοι που εκείνος επικαλείται για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του δεν παρουσιάζουν συνέπεια, επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες που να παραπέμπουν σε βιωματικά περιστατικά. Υποχρεούτο δε να παρέχει κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια κάτι το οποίο δεν έπραξε από το σύνολο της συμπεριφοράς του και των τοποθετήσεων του (Βλέπε Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, βλέπε επίσης Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131). Σύμφωνα και με την § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, ο αιτών να βοηθά τον εξεταστή με κάθε δυνατό τρόπο με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, να κάνει προσπάθεια να υποστηρίξει τα λεγόμενά του με κάθε διαθέσιμο μέσο, να δώσει ικανοποιητική επεξήγηση για κάθε απουσία τεκμηρίων και να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον εαυτό του και τις προγενέστερες εμπειρίες του με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταστήσει ικανό τον εξεταστή να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Γενικά οι ανεπαρκείς λεπτομέρειες, οι ελλιπείς πληροφορίες που παρουσιάστηκαν από τον Αιτητή, η άγνοιά του για ουσιώδη ζητήματα που άπτονταν του πυρήνα του αιτήματος του, η αναλυτικότερη περιγραφή των επαφών του ή της κοινότητας του με την Al-Shabaab ειδικά ως προς την στρατολόγηση ατόμων ήταν στοιχεία που θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να γνωρίζει και/ή περιγράψει εκτενώς ο Αιτητής[2], θα αναμενόταν δε να είναι σε θέση να παραθέσει ένα συμπαγές αφήγημα χωρίς ελλιπείς πληροφορίες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα[3], αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του[4]. Αυτά τα δεδομένα δεν ικανοποιούνται από την συμπεριφορά που υπέδειξε ο Αιτητής, ειδικά και της προσπάθειας του να αποκρύψει την πραγματική του ηλικία όπως διαφάνηκε αργότερα. Επιπλέον το Δικαστήριο, στα πλαίσια πραγματικού ελέγχου των γεγονότων της υπόθεσης, διαπιστώνει ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των προβληθέντων ισχυρισμών αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής κατά τρόπο που συναχθεί ότι τα εξιστορισθέντα αποτελούν βιωματικά περιστατικά. Ούτε θα μπορούσε άλλωστε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν προκύπτει ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Υπάρχουν δε επί της έκθεσης-εισήγησης εκτεταμένες καταγραφές του λειτουργού ως προς τα ευρήματα αναξιοπιστίας του Αιτητή ως επίσης και εκτενείς παραπομπές σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με το τί επικρατεί στην χώρα καταγωγής σε σχέση με την στρατολόγηση της Al Shabaab που είναι σε πλήρη συνάφεια με έρευνα και του παρόντος δικαστηρίου[5]. Ούτε θεωρώ ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υποδείχθηκαν επαρκή σημεία επί της συνέντευξης του Αιτητή ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του σε σχέση με την παροχή σε αυτόν προσφυγικού καθεστώτος. Συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) καθώς οι σχετικοί ισχυρισμοί του απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι στο σύνολό τους και δεν κατάφερε να καταδείξει και/ή να τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής, υπάρχει κίνδυνος δίωξής της για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων.
Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση και/ή κατά την υπαγωγή των προσωπικών του δεδομένων του Αιτητή εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός στηριζόμενος στον μοναδικό αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, διερεύνησε την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kuntunwarag της περιοχής Marka, επαρχίας Lower Shabelle, όπου ο Αιτητής κατάγεται και αναμένεται να επιστρέψει και αξιολόγησε και τις ιδιαίτερες προσωπικές του περιστάσεις. Κατά τη νομική υπαγωγή, καταδείχθηκε ότι παρά την ύπαρξη κατάστασης εσωτερικής ένοπλης σύρραξης στην περιοχή Kuntunwarag της περιφέρειας Lower Shabelle, οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή δεν είναι τέτοιες ώστε να εντείνουν τον κίνδυνο που απορρέει από την αδιάκριτη βία. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη ότι πρόκειται για νεαρό, υγιή και άμαχο άνδρα, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην περιοχή, γνωρίζει τις τοπικές συνθήκες, διαθέτει βασικό μορφωτικό επίπεδο, είναι ικανός προς εργασία, διατηρεί οικογενειακό δίκτυο στην περιοχή και δεν προέκυψε ότι έχει πληγεί προσωπικά από τις συγκρούσεις ή ότι συντρέχει οποιοσδήποτε παράγοντας ευαλωτότητας ή άλλος λόγος που να αυξάνει τον προσωπικό του κίνδυνο. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (ερ.150-160 Δ.Φ.). Το Δικαστήριο, στα πλαίσια των εξουσιών του, ανέτρεξε και στις επικαιροποιημένες πληροφορίες που παρατίθενται στην Έκθεση της European Union Agency for Asylum (EUAA) με τίτλο Somalia: Security Situation (Μάιος 2026), αναφορικά με την περιφέρεια Lower Shabelle. Ως προς την παρουσία των εμπλεκόμενων δρώντων και τη δυναμική της σύγκρουσης, η έκθεση αναφέρει ότι, κατά τον χρόνο αναφοράς (31/03/26), η Al-Shabaab ασκούσε έλεγχο σχεδόν στο σύνολο των αγροτικών περιοχών του κεντρικού, νοτίου και νοτιοδυτικού τμήματος της περιφέρειας, καθώς και στις πόλεις Kurtunwaarey και Sablaale. Αντιθέτως, οι πόλεις Marka, Janale, Qoryooley, Bulo Mareer, Baraawe, Afgooye και Wanla Weyn τελούσαν υπό τον έλεγχο της ομοσπονδιακά ευθυγραμμισμένης συμμαχίας (federal-aligned coalition), ενώ η Awdhegle είχε επανέλθει υπό τον έλεγχο της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης της Σομαλίας (FGS). Παράλληλα, σημαντικό μέρος της υπαίθρου γύρω από τις ανωτέρω πόλεις καταγραφόταν ως περιοχή μικτού ελέγχου μεταξύ της Al-Shabaab και των ομοσπονδιακών δυνάμεων. Η έκθεση επισημαίνει, περαιτέρω, ότι κατά τον Μάρτιο του 2025 η Al-Shabaab εξαπέλυσε ευρείας κλίμακας επιθετικές επιχειρήσεις, καταλαμβάνοντας στρατηγικής σημασίας πόλεις νοτιοδυτικά του Μογκαντίσου, ενώ στη συνέχεια οι δυνάμεις του Εθνικού Στρατού της Σομαλίας (SNA), με την υποστήριξη της αποστολής AUSSOM, ανέκτησαν τον έλεγχο σημαντικών περιοχών, μεταξύ των οποίων οι Sabiid-anole, Bariire, Awdhegle, Darulsaalam και Mubarak. Ως προς τις πρόσφατες τάσεις ασφαλείας, κατά την περίοδο από 01/04/25-31/03/26, καταγράφηκαν συνολικά 976 περιστατικά ασφαλείας στην περιφέρεια Lower Shabelle, τα οποία προκάλεσαν 1.905 θανάτους. Η Al-Shabaab συμμετείχε σε 613 επιθέσεις κατά των στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων της Σομαλίας και σε 73 περιστατικά βίας κατά αμάχων, ενώ παράλληλα καταγράφηκαν συγκρούσεις μεταξύ φυλετικών πολιτοφυλακών, τόσο μεταξύ τους όσο και με τις κυβερνητικές δυνάμεις και την Al-Shabaab. Η περιφέρεια συγκαταλεγόταν επίσης μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό επιθέσεων με αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς (IEDs), οι οποίες επηρέασαν άμεσα και έμμεσα τον άμαχο πληθυσμό. Ως προς τον εκτοπισμό του πληθυσμού, η έκθεση καταγράφει, ακόμη, ότι κατά την περίοδο από τον Απρίλιο 2025 έως τον Φεβρουάριο 2026 8.870 άτομα εκτοπίστηκαν λόγω της σύγκρουσης ή της ανασφάλειας, εκ των οποίων η πλειονότητα προερχόταν από τις περιοχές Afgooye και Wanla Weyn, ενώ οι περισσότεροι κατέφυγαν στην περιφέρεια Benadir. Τέλος, σε σχέση με την ανθρωπιστική κατάσταση, η UNOCHA κατέγραψε εκτεταμένους περιορισμούς στην ανθρωπιστική πρόσβαση στο μεγαλύτερο μέρος της περιφέρειας, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία του IPC για τον Ιανουάριο 2026, περίπου 67% του πληθυσμού αντιμετώπιζε επίπεδα οξείας επισιτιστικής ανασφάλειας (IPC Φάσεις 2 έως 4). Επιπλέον, καταγράφηκαν εξώσεις αμάχων, καθώς και καταστροφή κρίσιμων υποδομών, όπως η ανατίναξη γέφυρας στην Bariire από την Al-Shabaab τον Ιούνιο του 2025. Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/06/2026) στη περιοχή Lower Shabelle της Σομαλίας καταγράφηκαν 1,101 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 1831 θάνατοι[6]. Να σημειωθεί επίσης ότι σύμφωνα με διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης, ο πληθυσμός της περιφέρειας ανερχόταν στους 1,656,402 κατοίκους[7].
Ως εκ των ανωτέρω δεδομένων, το Δικαστήριο προχωρά σε επαναξιολόγηση του κινδύνου που ενδεχομένως ο Αιτητής να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του, σε συνάρτηση με τον αριθμό περιστατικών ασφαλείας και σε συσχέτιση και τον υψηλό αριθμό πληθυσμού της περιοχής - για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[8] (ως διατυπώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji C-465/07[9] και στην υπόθεση Diakité C-285/12[10]). Η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, παρέχει ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο για τη στάθμιση μεταξύ γενικού κινδύνου (όταν υπάρχει αδιακρίτως ασκούμενη βία σε τόσο υψηλό βαθμό ώστε και μόνο η ιδιότητα του αμάχου συνιστά κίνδυνο) και του ειδικού κινδύνου (όταν υπάρχει εξατομικευμένη απειλή). Ως προς την εκτίμηση του βαθμού/έντασης της αδιάκριτης βίας, το ΔΕΕ στις αποφάσεις Elgafaji και Diakite δεν παρείχε συγκεκριμένες κατευθύνσεις προς στα εθνικά δικαστήρια σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούν για να αξιολογούν ήτοι (α) την ένταση της βίας που επικρατεί σε συγκεκριμένη περιοχή ή περιφέρεια μιας χώρας, και (β) το κατά πόσον η εν λόγω βία δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, είτε για τον άμαχο πληθυσμό συνολικά, είτε για άτομα με βάση τις προσωπικές τους περιστάσεις, είτε βάσει συνδυασμού των δύο. Το ζήτημα της σοβαρής και προσωπικής απειλής τέθηκε εκ νέου ενώπιον του ΔΕΕ αρκετά χρόνια αργότερα, στην υπόθεση CF και DN[11] όπου επικαλούμενο τη συλλογιστική στην υπόθεση Elgafagi, έκρινε ότι η ποσοτική αξιολόγηση του κινδύνου θανάτου και τραυματισμού, ο οποίος εκφράζεται ως ο λόγος του αριθμού των θυμάτων στην οικεία περιοχή προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής είναι κρίσιμη για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής, αλλά ότι «η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει το μόνο καθοριστικό κριτήριο. Προσαρμόζοντας την ανωτέρω νομολογία και δη την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας στην περίπτωση του Αιτητή, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πρόκειται για ενήλικο, νεαρό, υγιή, αρτιμελή, ικανό προς εργασία άνδρα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, κρίθηκε αναξιόπιστος με τους ισχυρισμούς του και δεν αποτελεί μέρος των ομάδων που συγκρούονται στην περιοχή και κατόπιν συναναξιολόγησης των προσωπικών του περιστάσεων, της κατάστασης ασφαλείας, τον συνολικό αριθμό θανάτων αμάχων και σε συνάρτηση με τον αριθμό πληθυσμού της γενικότερης περιοχής, καταλήγει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στην περιοχή του, o Αιτητής θα αντιμετωπίσει προσωπικά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη – ευρήματα που είναι σε πλήρη σύμπνοια και με τα συμπεράσματα εξατομικευμένης αξιολόγησης των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή από την αρμόδια αρχή.
Βάσει των στοιχείων του φακέλου και της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού (ως αναλύονται ανωτέρω) διαπιστώνω επαρκή έρευνα υπό τις περιστάσεις από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρμόδια αρχή (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) ήταν σύμφωνα με την νομοθεσία και υπό την καθοδήγηση σχετικών επί του θέματος εγχειριδίων. Η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Μετά δε από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA, Country Guidance Somalia (August 2023) p.71 - Al-Shabaab is an Islamist Sunni Salafi jihadist armed group based in Somalia. Formed in the early 2000s, the group seeks to establish an Islamic State in the country. Its main unifying idea is the ‘opposition to the Western-backed government’
[2] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123
[3] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011 , σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)
[4] Άρθρο 16 & 18 του περί περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
[5] Counter Terrorism, AL-SHABAAB, n.d., https://www.dni.gov/nctc/groups/al_shabaab.html, EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Somalia; Security situation, February 2023, EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Somalia; Targeted Profiles, September 2021, p. 21-25, RB - Immigration and Refugee Board of Canada: Somalia: Al-Shabaab, including leadership, structure, objectives, activities, areas of operation, ability to track persons of interest, and individuals who are targeted (2021-March 2023) [SOM201366.E], 7.3.2023,
https://www.ecoi.net/en/document/2090361.html (28/04/2026),USDOL - US Department of Labor: 2023 Findings on the Worst Forms of Child Labor: Somalia, 5.9.2024, https://www.ecoi.net/en/document/2116134.html (28/04/2026), Central Intelligence Agency (CIA) (14.7.2024) The World Factbook 2024 - Somalia, https://www.cia.gov/the-world-factbook/countries/somalia/ RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: COI Query Response - Somalia - Recruitment of young men by AL-Shabaab, 25.7.2024 Bertelsmann Stiftung (19.3.2024) Bertelsmann Stiftung's Transformation Index (BTI) 2024 Country Report - Somalia, p.19, Norway, Landinfo, Somalia: Respons: Rekruttering til al-Shabaab, 26 January 2018, p.3, Denmark, DIS, South and Central Somalia - Security situation, forced recruitment, and conditions for returnees [sources: Mary Harper; representative of an international organisation], July 2020, p. 13, Danish Refugee Council (2017), 'South and Central Somalia: Security Situation, Al Shabab Presence and Target Groups', p. 21, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.ft.dk/samling/20161/almdel/uui/bilag/140/1730460.pdf,
[6] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Sool, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/06/2026).
[7] IPC, Somalia: Acute Food Insecurity and Acute Malnutrition Analysis January-June 2026, 24 February 2026, https://www.ipcinfo.org/fileadmin/user_upload/ipcinfo/docs/IPC_Somalia_Acute_Food_Insecurity_Malnutrition_Jan_Jun2026_Report.pdf , p. 4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/06/2026).
[8] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)
[9]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/09 C-465/07, MekiElgafaji και NoorElgafaji κατά StaatssecretarisvanJustitie
[10]Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/14 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides
[11] ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, EU:C:2021:472, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=242566&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=24708794 , σκέψεις 30, 31, 32
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο