R.D.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 2750/2025, 21/7/2026
print
Τίτλος:
R.D.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 2750/2025, 21/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υποθ. Αρ.: 2750/2025

21 Ιουλίου 20260

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

R.D.K. (ARC XXXXXXXXX) από το Κονγκό και τώρα στο Παραλίμνι

Αιτητής

και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

Καθ' ων η Αίτηση

 

Αγγ. Πλιάκα (κα) για Διονυσία Κυριάκου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Νικόλας Νικολάου (κος) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.

Ο Αιτητής είναι παρών.

Παρούσα και η Ζ. Αγαπίου (κα) για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 22/09/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε την 13/10/2025, και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου. Περαιτέρω αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ) και στις 26/02/2022 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ερ. 1 – 4 και η μετάφραση 20 – 22 του Δ.Φ.). Στις 14/07/2025 και 23/07/2025 διενεργήθηκαν οι συνεντεύξεις του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (European Union Agency for AsylumE.U.A.A.). Στις 27/08/2025 ο αρμόδιος λειτουργός της E.U.A.A. ετοίμασε Έκθεση Εισήγηση για απόρριψη της αίτησης προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εγκρίθηκε στις 22/09/2025. Στις 13/10/2025 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία παρελήφθη και υπεγράφη από τον Αιτητή αυθημερόν. Στη συνέχεια, στις 10/11/2025, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού της δικογράφου, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι δεν προωθούνται στην ολότητά τους κατά τη γραπτή του αγόρευση. Ειδικότερα, στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης η συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ως λόγους ακύρωσης (1) την κατάχρηση και υπέρβαση εξουσίας και αναρμοδιότητα και παράβαση διαδικασίας και (2) πλάνη περί τα πράγματα και το νόμο και μη δέουσα έρευνα. Ωστόσο, στα πλαίσια της δικασίμου ημερ. 13/03/2026 η συνήγορος προώθησε μόνο τον ισχυρισμό περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας ως λόγω ακύρωσης της επίδικης απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση αποσύροντας όλους τους λοιπούς νομικούς ισχυρισμούς.

Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και ειδικότερα του Περί Προσφύγων Νόμου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη.

Στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ' ων η αίτηση επαναλαμβάνουν την θέση τους περί ορθότητας και νομιμότητας της επίδικης απόφασης και αντικρούουν τους λόγους ακύρωσης που εκτέθηκαν από την συνήγορο του Αιτητή, υποστηρίζοντας πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του, μηδέ στοιχειοθέτησε βάσιμο φόβο δίωξης συναρτώμενο με έναν από τους λόγους του άρθρου 3 (1) του Ν. 6(Ι)/2000. Περαιτέρω, είναι θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει τις εκ του νόμου προϋποθέσεις του άρθρου 3Γ του Περί Προσφύγων Νόμου, και καταληκτικά εισηγούνται την απόρριψη των νομικών ισχυρισμών του Αιτητή ως αβάσιμων και/ή απαράδεκτων και/ή ατεκμηρίωτων και όπως η υπό εξέταση προσφυγή απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva  (2010) 3 AΑΔ 598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636. Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.

Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.

Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56

Η συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Ωστόσο η συνήγορος απέσυρε όλους του νομικούς ισχυρισμού πλην τον ισχυρισμό περί ελλιπούς δέουσας έρευνας.

Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς  χαρακτηρίζονται  οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.

Όσο αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα αυτή είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).

Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης του, ο Αιτητής, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά του επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει, εκτός από το διαβατήριό του και μία κάρτα εργοδότη από τη χώρα καταγωγής του, και όσα αναγράφονται στην αίτηση του είναι αληθή. (ερ. 47 – 49 του Δ.Φ.).

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με τον Αιτητή όλες τις πτυχές των ισχυρισμών του και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω περαιτέρω διευκρινιστικών ερωτήσεων (διεξήχθησαν δύο συνεντεύξεις), αλλά και έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια των προφορικών του συνεντεύξεων ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι η ζωή του βρισκόταν σε εξαιρετικά μεγάλο κίνδυνο καθώς δεχόταν απειλές για τη ζωή του, παρενοχλήσεις και έπεσε θύμα ένοπλης ληστείας με σκοπό να τον εξοντώσουν και να του αποσπάσουν ό,τι του άνηκε. Δήλωσε, επίσης, πως εργάζεται ως «ανταλλακτής συναλλάγματος» που διαβιεί με δυσκολία και για αυτό το λόγο αιτείται άσυλο. (ερ. 1 και η μετάφραση 20 του Δ.Φ.).

Στα πλαίσια της πρώτης του συνέντευξης ο Αιτητής, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία δήλωσε ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ, γεννηθείς στην περιοχή Yolo της κοινότητας Kalamu της πόλης Κινσάσα, το 2015 μετακόμισε στην κοινότητα Limete της πόλης Κινσάσα στον θείο του και έπειτα επέστρεψε στον τόπο της γέννησής του το 2021 έως ότου αναχώρηση από την ΛΔΚ. Είναι χριστιανός στο θρήσκευμα και ανήκει στην εθνοτική ομάδα Mukongo. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε πως είναι άγαμος και άτεκνος, ενώ ως προς την ευρύτερη οικογένειά του ανέφερε πως η μητέρα του διαμένει στην Κινσάσα, ο πατέρας του τους είχε εγκαταλείψει πριν από πολλά χρόνια και τα 5 αδέλφια του διαμένουν πλέον στην Ελβετία. Ως προς την εκπαίδευσή του, ο Αιτητής είναι κάτοχος διπλώματος στην Φιλοσοφία και την Λογοτεχνία, η μητρική του γλώσσα είναι τα Kikongo Yaleta και ομιλεί επίσης Λιγκάλα, Γαλλικά και κατά το χρόνο της εκπαίδευσης μάθαινε Αγγλικά. Όσον αφορά την επαγγελματική του πείρα ο ίδιος ανέφερε πως είχε δύο εργασίες, στη μία απασχολούνταν ως βοηθός διοίκησης σε εταιρεία και στη δεύτερη ήταν «ανταλλακτής συναλλάγματος». Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του την 17/12/2021 και έφτασε στη Κυπριακή Δημοκρατία την 02/01/2022, μέσω Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών. Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, ο Αιτητής δήλωσε υγιής πέραν του ότι έχει κάποιους πονοκεφάλους ανά διαστήματα. (ερ. 42 – 48 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, προέβαλε ότι εγκατέλειψε την ΛΔΚ επειδή ένιωθε ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Ειδικότερα, ανέφερε ότι από το 2015 ζούσε με τον θείο του στην κοινότητα Limete, ο οποίος είχε διασυνδέσεις με την προηγούμενη κυβέρνηση. Εκεί ανέλαβε ευθύνες στην οικία και δημιούργησε εντάσεις με τον σωματοφύλακα του θείου του, ο οποίος ζήλευε τη θέση και τις αρμοδιότητές του. Παράλληλα, προσπάθησε να συνεχίσει τη ζωή του εργαζόμενος σε εταιρεία και αργότερα σε ανταλλαγή συναλλάγματος στον δρόμο. Μετά την απόλυση του σωματοφύλακα από τον θείο του, εκείνος έφυγε παίρνοντας μαζί του όπλο. Αργότερα εμφανίστηκε σε ειδήσεις ότι συμμετείχε σε ληστείες. Το 2020, ενώ ο αιτητής εργαζόταν σε ανταλλαγή συναλλάγματος μαζί με φίλο του, δέχθηκαν ένοπλη επίθεση από αγνώστους. Ο φίλος του σκοτώθηκε μπροστά στα μάτια του και οι δράστες έκλεψαν τα χρήματα. Ο ίδιος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και ανακρίθηκε από την αστυνομία. Μετά το συγκεκριμένο περιστατικό, η οικογένεια του Αιτητή ανησυχούσε για την ασφάλειά του, ιδιαίτερα όταν βρέθηκε νεκρός ακόμη ένας άνθρωπος που εργαζόταν στον ίδιο τομέα με τον Αιτητή. Τότε ο Αιτητής επικοινώνησε με τον πρώην πλέον σωματοφύλακα του θείου, ο οποίος του παραδέχθηκε ότι συμμετείχε στην επίθεση και του είπε ότι στάθηκε τυχερός που επέζησε. Ο θείος του αρνήθηκε να τον βοηθήσει και ο ίδιος άρχισε να ζει με φόβο και ανασφάλεια. Για αυτόν τον λόγο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να ζητήσει προστασία. (ερ. 39, 40 – 1Χ-5Χ και 41 – 1Χ-4Χ του Δ.Φ.). Σε περαιτέρω ερώτηση ο Αιτητής πρόσθεσε ότι όταν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του η μητέρα του δέχθηκε επίθεση στην οικία της από άγνωστα πρόσωπα (ερ. 39 – 2Χ του Δ.Φ.).

Αναφορικά με το τι θα αντιμετώπιζε σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε θα κινδυνέψει καθώς δεχόταν τηλεφωνικές απειλές ενόσω ευρισκόταν στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές καθότι δεν γνώριζαν ότι έχει αναχωρήσει (ερ. 39 – 1Χ του Δ.Φ.).

Σε ερωτήσεις σχετικά με τους συγγενείς του, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι είναι το μοναδικό παιδί της μητέρας του, ενώ τα άλλα αδέλφια που ανέφερε είναι παιδιά του πατέρα του από άλλη μητέρα. Ανέφερε επίσης ότι μεγάλωσε στην ίδια οικία με τη μητέρα του και την αδελφή της. Τέλος, δήλωσε ότι δεν διατηρεί επαφή με τα ετεροθαλή αδέλφια του που βρίσκονται στην Ελβετία. (ερ. 39 – 3Χ του Δ.Φ.).

Αναφορικά με το διάστημα παραμονής του με τον θείο του, ως προαναφέρθηκε, ο Αιτητής κληθείς να απαντήσει σε σχετικές ερωτήσεις δήλωσε πως μετακόμισε στην οικία του θείου του το 2015, αφού είχε ήδη ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του. Επιθυμούσε να συνεχίσει με πανεπιστημιακές σπουδές, όμως ο θείος του δεν τον στήριξε, επειδή ήθελε να τον βοηθά στις προσωπικές και επαγγελματικές του υποθέσεις, όπως η επίβλεψη κατασκευαστικών εργασιών και η διαχείριση των εκκρεμοτήτων της οικίας. Παρ’ όλο που η οικογένεια του πατέρα του δεν είχε στενές σχέσεις με τη μητέρα του, ο θείος του ήταν εκείνος που επικοινώνησε μαζί τους και πρότεινε να τον φιλοξενήσει, ενώ η μητέρα του συμφώνησε, θεωρώντας ότι θα ήταν μια καλύτερη ευκαιρία για το μέλλον του Αιτητή και επίσης για να γνωρίσει την πατρική του οικογένεια. Επίσης, δήλωσε πως ο θείος του ήταν σύμβουλος πολιτικού κόμματος της προηγούμενης κυβέρνησης και για λόγους ασφαλείας διέθετε σωματοφύλακες. Ο ίδιος ο Αιτητής ανέλαβε διάφορες ευθύνες της οικίας, αλλά και των επιχειρήσεων του θείου του, όπως τη διαχείριση εξόδων, την επίβλεψη του κομμωτηρίου και την είσπραξη του μισθού του θείου του όταν εκείνος απουσίαζε από την Κινσάσα (ερ. 38 – 1Χ-3Χ και 39 – 4Χ του Δ.Φ.).

 

Σχετικά την σχέση που ισχυρίστηκε ότι είχε με τον σωματοφύλακα του θείου του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο σωματοφύλακας έδειχνε ζήλια και εχθρική συμπεριφορά απέναντί του από τη στιγμή που μετακόμισε στην οικία του θείου του. Εξήγησε ότι ο σωματοφύλακας προσπαθούσε να τον υπονομεύσει, όπως όταν τον οδήγησε να αγοράσει υλικά χαμηλής ποιότητας για οικοδομικές εργασίες, γεγονός που δημιούργησε προβλήματα με τον θείο του. Επίσης, αντέδρασε επιθετικά απέναντι στον Αιτητή όταν τον είδε να φωτογραφίζεται δίπλα στο αυτοκίνητο του θείου του και συχνά του έλεγε ότι δεν είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί συγκεκριμένους χώρους της οικίας. Ο Αιτητής, επίσης, ανέφερε ότι πριν από την άφιξη του ίδιου εκεί, ο σωματοφύλακας είχε σημαντικές αρμοδιότητες, όπως η διαχείριση οικονομικών υποθέσεων, η είσπραξη ενοικίων και η συνοδεία του θείου του, ευθύνες που ο θείος του στη συνέχεια τις ανέθεσε στον Αιτητή, ζητώντας από τον σωματοφύλακα να τον βοηθά. Αυτό προκάλεσε μεγαλύτερη ένταση μεταξύ τους. Αργότερα, ο Αιτητής εργάστηκε στην εταιρεία TM Group, ως προανέφερε, ωστόσο παραιτήθηκε επειδή ο θείος του δεν ενέκρινε μια επαγγελματική ευκαιρία ταξιδιού που του προσφέρθηκε. Μετά την παραίτησή του επέστρεψε στις προηγούμενες ευθύνες του στο σπίτι και στο κομμωτήριο του θείου του, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση οικονομικών και καθημερινών υποθέσεων. Η σχέση του με τον σωματοφύλακα τότε χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο, καθώς ο τελευταίος έγινε πιο επιθετικός τόσο προς τον ίδιο όσο και προς τον θείο του. Τελικά, ο θείος απέλυσε και τους δύο σωματοφύλακες που είχε, πιστεύοντας ότι προσπαθούσαν να εμποδίσουν τη στενή σχέση του με τον ανιψιό του. Ο Αιτητής δήλωσε ότι μετά την απόλυσή τους δεν είχε ξανά επαφή με τον σωματοφύλακα που είχε διαφωνίες και το μόνο που είχε μάθει για εκείνον έκτοτε η τηλεοπτική είδηση πως είχε βρεθεί η εκλογική του κάρτα σε υπόθεση ληστείας. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε δε ότι ακόμη και μετά την απόλυση του προαναφερθέντα σωματοφύλακα χρειαζόταν προστασία. (ερ. 36 – 2Χ-3Χ, 37 – 1Χ-3Χ και 38 – 3Χ του Δ.Φ.).

Όσον αφορά τη δεύτερη εργασία του Αιτητή, ο ίδιος ανέφερε ότι γνώρισε  κάποιον ονόματι C.T. μέσω ενός γείτονα όταν αναζητούσε εργασία ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερη οικονομική ανεξαρτησία, καθώς θεωρούσε ότι ο θείος του ήταν πολύ αυστηρός μαζί του. Η εργασία αυτή αφορούσε ανταλλαγή συναλλάγματος, δηλαδή τη μετατροπή κονγκολέζικων φράγκων σε δολάρια ΗΠΑ για λογαριασμό του C.T. Ως περιέγραψε ο ίδιος η δραστηριότητα αυτή γινόταν ανεπίσημα στον δρόμο, με ένα τραπέζι, καρέκλα και ομπρέλα, όπως συνηθίζεται στη χώρα καταγωγής του. Μία τυπική μέρα σε αυτή την εργασία περιελάμβανε ότι το πρωί ο ίδιος και ο φίλος του παραλάμβαναν μεγάλα χρηματικά ποσά από το σπίτι του δεύτερου, συνήθως μεταξύ 3 και 5 εκατομμυρίων κονγκολέζικων φράγκων, τα οποία μετέτρεπαν σε δολάρια και στο τέλος της ημέρας παρέδιδαν τα χρήματα πίσω στον εργοδότη τους. Ο Αιτητής περιέγραψε, επίσης, τον Chico ως άνθρωπο που τον σεβόταν και εκτιμούσε τη δουλειά του, ήταν επιχειρηματίας και ασχολούνταν με το εμπόριο διαμαντιών. Παρ’ όλο που η εργασία περιελάμβανε τη διαχείριση μεγάλων ποσών χρημάτων, δεν υπήρχε επίσημη ασφάλεια ή προστασία, καθώς οι μικροί «ανταλλακτές» συναλλάγματος στον δρόμο συνήθως εργάζονταν χωρίς μέτρα ασφαλείας. (ερ. 36 – 4Χ και 35 – 1Χ του Δ.Φ.).

Στα πλαίσια της δεύτερης συνέντευξης του Αιτητή αυτός συνέχισε να απαντάει σε διευκρινιστικά ερωτήματα του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.

Πιο συγκεκριμένα, στα πλαίσια της δεύτερης συνέντευξης του Αιτητή, ο ίδιος αρχικά απάντησε σε διευκρινιστικά ερωτήματα αναφορικά με το ισχυριζόμενο περιστατικό επίθεσης και ληστείας εναντίον του. Ειδικότερα, ανέφερε πως η ληστεία συνέβη μεταξύ Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου του 2021, περίπου τριάμισι χρόνια αφότου ξεκίνησε να εργάζεται ως «ανταλλακτής συναλλάγματος». Δήλωσε επίσης ότι πριν από το περιστατικό δεν είχε συμβεί κάτι άλλο αξιοσημείωτο κατά τη διάρκεια της εργασίας του. Μετά τη ληστεία, ο Αιτητής παρακολούθησε στις ειδήσεις του τηλεοπτικού σταθμού Moliere Television ότι είχε βρεθεί εκλογική κάρτα ενός από τους δράστες. Αναγνώρισε το πρόσωπο στην φωτογραφία της κάρτας ως τον πρώην σωματοφύλακα του θείου του. Αργότερα, μέσω αναζήτησης στο Facebook, κατάφερε να εντοπίσει το πλήρες όνομά του, το οποίο ανέφερε ως «T.Τ.», ωστόσο δεν είχε καμία επικοινωνία μαζί του. Αναφορικά με το περιστατικό της ληστείας καθ’ εαυτό, εξήγησε ότι εργαζόταν σε σημείο πώλησης κινητής τηλεφωνίας στο δρόμο στην λεωφόρο “Tropique”, κοντά στο Kin-market και στην περιοχή που οδηγεί στη βιομηχανική ζώνη, όταν ένα όχημα τύπου ταξί, το οποίο έφερε την ένδειξη «IST», σταμάτησε αρχικά στο σημείο και μία γυναίκα ρώτησε αν πωλούσαν δεδομένα κινητής τηλεφωνίας. Έπειτα το όχημα απομακρύνθηκε και στη συνέχεια επέστρεψε, από όπου τρία άτομα εξήλθαν από αυτό. Οι δύο ήταν πλήρως καλυμμένοι με μάσκες, ενώ ο τρίτος είχε ακάλυπτα τα μάτια του και φορούσε μαύρο στρατιωτικό μπερέ. Όλοι ήταν ντυμένοι στα μαύρα και οπλισμένοι. Κατά τη διάρκεια της ληστείας, ο συνάδελφός του, ονόματι «D.», ηλικίας περίπου 29 ετών, αρνήθηκε να παραδώσει τα χρήματα και πυροβολήθηκε από έναν από τους δράστες. Μετά το περιστατικό, ο Αιτητής δήλωσε πως έχασε τις αισθήσεις του και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο “Akram”. Όταν συνήλθε, συνάντησε στο νοσοκομείο τον ιατρό του και 4 – 5 αστυνομικούς, οι οποίοι τον ενημέρωσαν ότι κάποιος είχε πεθάνει αντιμετωπιζοντάς τον αρχικά ως ύποπτο, επειδή τον βρήκαν δίπλα στο θύμα χωρίς να γνωρίζουν τι είχε συμβεί και τον μετέφεραν στην κοινότητα Kalamu για ανάκριση. Ο εργοδότης του παρενέβη και εξήγησε στην αστυνομία ότι τόσο ο Αιτητής όσο και ο συνάδελφός του «D.» εργάζονταν για αυτόν και έτσι η αστυνομία τον απελευθέρωσε. Ο εργοδότης του τον συμβούλεψε να παραμείνει ήρεμος και τον διαβεβαίωσε ότι θα αναλάμβανε την ευθύνη απέναντι στην οικογένεια του «D.». Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι κανένας από τους δράστες της ληστείας δεν εντοπίστηκε, δεν συνελήφθη και δεν κατηγορήθηκε για το έγκλημα. (ερ. 61 – 64 του Δ.Φ.).

Επίσης, ο Αιτητής κλήθηκε να απαντήσει σε ερωτήματα αναφορικά με τη σχέση του με το θείο του μετά το ως άνω περιστατικό ληστείας. Συγκεκριμένα, εξήγησε ότι η σχέση του με τον θείο του επιδεινώθηκε μετά τη ληστεία που υπέστη ως «ανταλλάκτης συναλλάγματος», καθότι εκείνος είχε διαφωνήσει εξαρχής με αυτή την εργασία και, μετά το περιστατικό, απογοητεύτηκε από τον Αιτητή και άλλαξε τη συμπεριφορά του απέναντί του. Εξαιτίας αυτής της ψυχρότητας, ο Αιτητής αποφάσισε να μετακομίσει στην οικία της γιαγιάς του στην περιοχή Yolo. (ερ. 61 – 3Χ-4Χ του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τις ισχυριζόμενες απειλές, ο Αιτητής δήλωσε πως περίπου μία εβδομάδα μετά τη μετακόμισή του στη γιαγιά του, κατά τη διάρκεια της νύχτας ακούστηκαν πυροβολισμοί έξω από την οικία. Το επόμενο πρωί οι κάτοικοι βρήκαν το πτώμα ενός άνδρα μπροστά από την είσοδο του οικοπέδου και ο Αιτητής πληροφορήθηκε από τους γείτονες ότι το θύμα ήταν επίσης «ανταλλάκτης συναλλάγματος» και ότι είχε πέσει θύμα ληστείας. Ο Αιτητής, θεωρώντας ύποπτο τον πρώην σωματοφύλακα του θείου του, τον κάλεσε τηλεφωνικά και κατά τον ισχυρισμό του ίδιου εκείνος του είπε ότι ήταν τυχερός που δεν είχε σκοτωθεί και ότι έπρεπε να προσέχει. Αργότερα, αφού είχε ήδη αναχωρήσει από τη ΛΔΚ, δέχθηκε πολλαπλές απειλητικές κλήσεις από άγνωστο αριθμό, πιθανότατα από το ίδιο άτομο, μεταξύ 19 και 23 Δεκεμβρίου 2021. Ο καλών τον απειλούσε ότι θα τον σκοτώσει και ο Αιτητής φοβισμένος κατέστρεψε την κάρτα SIM του και οι κλήσεις σταμάτησαν. Επίσης, πληροφορήθηκε από τη θεία του ότι η οικία όπου διέμεναν η μητέρα του, η θεία του και τα παιδιά της δέχθηκε νυχτερινή επίθεση από την οποία δεν προέκυψαν θύματα, αλλά οι δράστες έκλεψαν διάφορα αντικείμενα. Κατά την άποψη του Αιτητή η επίθεση αυτή συνδέεται με τις απειλές που δεχόταν και ότι οι δράστες ήταν τα ίδια άτομα που τον απειλούσαν τηλεφωνικά. Τέλος, ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι δεν έχει επικοινωνήσει με τη μητέρα του εδώ και πολύ καιρό, αλλά μίλησε με τη θεία του περίπου έναν μήνα πριν από τη συνέντευξη, από την οποία ενημερώθηκε ότι η οικογένειά του είναι καλά στην υγεία της, με εξαίρεση έναν ανιψιό του που αντιμετωπίζει προβλήματα με φίλους του.  (ερ. 61 – 4Χ-5Χ, 60 – 1Χ-5Χ και 59 – 1Χ6Χ του Δ.Φ.).

Αναφορικά με το ενδεχόμενο να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, την ΛΔΚ, ο Αιτητής δήλωσε πως δεν γνωρίζει με σιγουριά τι θα του συμβεί ωστόσο θεωρεί πως θα αντιμετωπίσει κίνδυνο που θα απειλήσει την ζωή του. Ενώ όσον αφορά το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασής του σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ ο ίδιος ανέφερε πως εάν αυτό ήταν εφικτό δεν θα είχε εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του εξαρχής. (ερ. 59 – 4Χ και 58 – 1Χ κ.ε. του Δ.Φ.).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό των συνεντεύξεών του και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τέσσερις (4) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, και την χώρα καταγωγής του, ο δεύτερος αφορούσε την επίθεση και ληστεία που δέχθηκε κατά την διάρκεια της εργασίας του ως «ανταλλακτής συναλλάγματος», ο τρίτος άπτεται της δήλωσης ότι μετά την μετακόμισή του στην οικία της γιαγιάς του ο Αιτητής κατέστη μάρτυρας ενός νεκρού σώματος έξω από την αυλή τους και ο τέταρτος αφορούσε τις ισχυριζόμενες τηλεφωνικές απειλές που λάμβανε ο Αιτητής αμέσως μετά την αναχώρησή του από την ΛΔΚ (ερ. 144 – 145 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής του, το προφίλ και τα προσωπικά του στοιχεία και έκρινε πως παρουσιάστηκαν με συνεκτικό τρόπο και πως πληρούν την εσωτερική αξιοπιστία. Περαιτέρω, η λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές από την χώρα καταγωγής του Αιτητή και έλαβε υπόψη το πρωτότυπο διαβατήριο που κατέθεσε, τα οποία επαληθεύουν τους ισχυρισμούς του και κατέληξε πως στοιχειοθετείται και η εξωτερική αξιοπιστία, συνεπώς έκανε τον εν λόγω ισχυρισμό αποδεκτό (ερ. 141 – 144 του Δ.Φ.).

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ότι έπεσε θύμα επίθεσης και ληστείας κατά την διάρκεια της εργασίας του ως «ανταλλακτής συναλλάγματος», ο λειτουργός έκρινε πως τα σχετικά περιστατικά παρουσιάστηκαν με μη συνεκτικό, μη λεπτομερή και ασυνεπή τρόπο. Συγκεκριμένα, αξιολογήθηκε πως Ο Αιτητής δεν εξήγησε επαρκώς γιατί μετακόμισε το 2015 στην οικία του θείου του, με τον οποίο δεν είχε προηγούμενη ουσιαστική σχέση, δίνοντας μόνο γενικές αναφορές για την πρόθεση του θείου του να τον φροντίσει. Παράλληλα, οι δηλώσεις του περιείχαν σημαντικές ασυνέπειες ως προς τη χρονική ακολουθία των γεγονότων, ιδιαίτερα σχετικά με τη διάρκεια της εργασίας του στην TM Group, την επιστροφή του στην οικία του θείου του και την περίοδο κατά την οποία εργαζόταν ως «ανταλλακτής συναλλάγματος», γεγονός που επηρεάζει την αξιοπιστία και τη συνοχή της αφήγησής του. (ερ. 37 – 2Χ, 38 – 1Χ, 39 – 4Χ, 40 – 2Χ, 41 – 3Χ και 64 – 1Χ του Δ.Φ.). Στη συνέχεια, ο Αιτητής περιέγραψε επαρκώς τα καθήκοντά του στην οικία του θείου του και τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από τον σωματοφύλακα προς αυτόν, ωστόσο, δεν κατάφερε να εξηγήσει με σαφή και πειστικό τρόπο γιατί ο θείος του προχώρησε σε αυτή την αλλαγή ούτε γιατί ο σωματοφύλακας θεώρησε τη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων ως υποβιβασμό. Οι εξηγήσεις που έδωσε κρίθηκαν γενικές και αόριστες, γεγονός που επηρεάζει τη συνοχή και ακρίβεια της αφήγησής του. (ερ. 37 – 1Χ και 38 – 3Χ του Δ.Φ.). Επίσης, ο Αιτητής περιέγραψε ότι ο σωματοφύλακας τον αντιμετώπιζε με «ζήλια» μετά τη μεταβίβαση ορισμένων αρμοδιοτήτων από τον θείο του προς αυτόν. Ωστόσο, τα περιστατικά που επικαλέστηκε για να τεκμηριώσει αυτή τη στάση, όπως διαφωνίες σχετικά με αγορές υλικών ή παρατηρήσεις για τη συμπεριφορά του μέσα στο σπίτι, κρίθηκαν περιορισμένης σημασίας και δεν εξηγούσαν επαρκώς την ένταση της μεταξύ τους σύγκρουσης ούτε τις μεταγενέστερες απειλές που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε. Επιπλέον, δεν έδωσε σαφή και εξατομικευμένη εξήγηση για την απόφαση του θείου του να απολύσει και τους δύο σωματοφύλακες, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές. (ερ. 36 – 1Χ, 37 – 1Χ, 38 – 3Χ, 39 – 4Χ, 41 – 1Χ, 3Χ και 46 – 1Χ του Δ.Φ.). Ακολούθως, ο Αιτητής παρείχε επαρκείς πληροφορίες και κατέβαλε προσπάθεια να περιγράψει λεπτομερώς τις συνθήκες της εργασίας του ως «ανταλλακτής συναλλάγματος». Εξήγησε με σαφήνεια τα καθήκοντά του, τη διαδικασία παραλαβής χρημάτων από τον εργοδότη του, το ποσό που διαχειριζόταν και το σημείο όπου ασκούσε τη δραστηριότητά του. (ερ. 35 – 1Χ, 36 – 4Χ, 40 – 1Χ και 63 – 2Χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με το περιστατικό της ληστείας, ο Αιτητής περιέγραψε την επίθεση που ισχυρίζεται ότι υπέστη με γενικά συνεκτικό τρόπο, ωστόσο η αφήγησή του στερούνταν ουσιαστικών λεπτομερειών. Παρά τις σχετικές ερωτήσεις, δεν παρείχε περισσότερες πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο οι δράστες τον προσέγγισαν, επαναλαμβάνοντας απλώς ότι ένα αυτοκίνητο σταμάτησε αρχικά κοντά τους, μια γυναίκα τους μίλησε και στη συνέχεια το ίδιο όχημα επέστρεψε, από το οποίο βγήκαν ένοπλα άτομα με μάσκες. (ερ. 40 – 1Χ,3Χ και 63 – 4Χ του Δ.Φ.). Επίσης, ο Αιτητής παρέμεινε αόριστος στις αναφορές του σχετικά με τη θανατηφόρα επίθεση εναντίον του συνεργάτη του, καθότι δεν μπόρεσε να δώσει βασικές πληροφορίες για το πρόσωπο που παρουσίασε ως φίλο και συνεργάτη του, διότι γνώριζε μόνο το μικρό του όνομα. Ταυτόχρονα δεν παρείχε συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τα γεγονότα που οδήγησαν στον πυροβολισμό του συνεργάτη και φίλου του, περιοριζόμενος στη γενική αναφορά ότι αρνήθηκε να παραδώσει τα χρήματα στους δράστες. (ερ. 62 – 1Χ του Δ.Φ.). Ο αρμόδιος λειτουργός, επίσης, κατέληξε πως ο Αιτητης  παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τη νοσηλεία του μετά την επίθεση, περιγράφοντας ότι μεταφέρθηκε αναίσθητος σε νοσοκομείο και ότι αντίκρισε όταν ανέκτησε τις αισθήσεις του (τον ιατρό και την αστυνομία). Ωστόσο, οι δηλώσεις του σχετικά με τη μεταχείρισή του από την αστυνομία κρίθηκαν ανεπαρκώς τεκμηριωμένες και ελλιπώς συνεκτικές. Αν και ανέφερε ότι αρχικά θεωρήθηκε ύποπτος για τον θάνατο του συνεργάτη του, δεν εξήγησε με σαφήνεια τους λόγους που οδήγησαν στην απελευθέρωσή του, περιοριζόμενος στην αναφορά ότι ο εργοδότης του επιβεβαίωσε την εργασιακή τους σχέση, ενώ οι πραγματικοί δράστες δεν εντοπίστηκαν ποτέ. (ερ. 40 – 4Χ, 61 – 2Χ και 62 – 2Χ του Δ.Φ.). Τέλος, ο Αιτητής αναφέρθηκε στην σύνδεση μεταξύ των δραστών της ληστείας και δολοφονίας του συνεργάτη του και του πρώην σωματοφύλακα του θείου του, ωστόσο δεν παρείχε επαρκείς, σαφείς και συνεκτικές πληροφορίες. Ειδικότερα, η αναγνώριση του φερόμενου δράστη μέσω μιας εκλογικής κάρτας που εμφανίστηκε σε τηλεοπτικό ρεπορτάζ παρουσιάστηκε με ασαφή και αντιφατικό τρόπο, καθώς ισχυρίστηκε ότι αναγνώρισε το πρόσωπο χωρίς να μπορεί να διαβάσει το όνομα. Επιπλέον, η μεταγενέστερη ταυτοποίηση του σωματοφύλακα μέσω μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν συνοδεύτηκε από επαρκείς λεπτομέρειες για το πως κατόρθωσε να τον εντοπίσει χωρίς το όνομά του. Η αξιοπιστία του ισχυρισμού περί στοχοποίησής του αποδυναμώνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις δικές του δηλώσεις, δεν είχε προηγηθεί κανένα άλλο σχετικό περιστατικό κατά τα τριάμισι χρόνια που εργαζόταν πριν από την επίθεση. (ερ. 40 – 2Χ, 63 – 1Χ και 64 – 2Χ-4Χ του Δ.Φ.).

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις εξής πληροφορίες: Άρθρο ημερ. 11/06/2025 επιβεβαιώνει ότι στην Κινσάσα παρατηρείται αυξημένη εγκληματικότητα από ένοπλες συμμορίες που διαπράττουν ληστείες, επιθέσεις και εκβιασμούς, συχνά σε δημόσιους χώρους και εις βάρος εργαζομένων που διαχειρίζονται χρήματα. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι οι δράστες χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους εξαπάτησης και βίας, ενώ οι αρχές έχουν εντείνει τις επιχειρήσεις καταπολέμησης της εγκληματικότητας. Παράλληλα, επιβεβαιώνεται ότι η δραστηριότητα των «ανταλλακτών συναλλάγματος» στον δρόμο είναι διαδεδομένη στη ΛΔΚ, με πολλούς να εργάζονται σε υπαίθριους χώρους και να διαχειρίζονται σημαντικά χρηματικά ποσά, γεγονός που τους καθιστά πιθανούς στόχους ληστειών. Πέραν των ανωτέρω πληροφοριών που αφορούν τι γενικότερες συνθήκες στη χώρα καταγωγής του Αιτητή αναφορικά με το ανωτέρω θέμα, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε, συγκεκριμένα για τον ισχυρισμό του Αιτητή, ότι λόγω του προσωπικού και εξατομικευμένου χαρακτήρα των υπόλοιπων στοιχείων του συγκεκριμένου ισχυρισμού και της απουσίας αποδεικτικών εγγράφων, δεν κατέστη δυνατή η περαιτέρω αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του μέσω επαλήθευσης από ανεξάρτητες εξωτερικές πηγές.

Ως εκ των άνω, επομένως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό ότι μετά την μετακόμισή του στην οικία της γιαγιάς του κατέστη μάρτυρας ενός νεκρού σώματος έξω από την αυλή τους, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή αν και γενικώς παρείχαν ικανοποιητικές λεπτομέρειες, ο ίδιος δεν κατάφερε να παράσχει ικανοποιητικές και συνεκτικές λεπτομέρειες αναφορικά με το πως το περιστατικό καθ’ εαυτό συνδέεται άμεσα και επηρεάζει τον ίδιο προσωπικά. Ειδικότερα, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής εξήγησε ότι αποφάσισε να εγκαταλείψει την οικία του θείου του επειδή η μεταξύ τους σχέση επιδεινώθηκε μετά τη ληστεία και την εργασία του ως «ανταλλάκτης συναλλάγματος», την οποία ο θείος του δεν ενέκρινε. Ωστόσο, οι εξηγήσεις του παρέμειναν γενικές και αόριστες, καθώς περιορίστηκε να αναφέρει ότι ο θείος του ήταν απογοητευμένος από αυτόν και ότι η συμπεριφορά του είχε αλλάξει, χωρίς να δώσει συγκεκριμένα παραδείγματα ή λεπτομέρειες που να δικαιολογούν τόσο την αλλαγή στη σχέση τους όσο και την απόφασή του να αποχωρήσει από την κατοικία του θείου του. (ερ. 61 – 3Χ του Δ.Φ.). Επίσης, ο Αιτητής υποστήριξε ότι η ανεύρεση του πτώματος ενός φερόμενου «ανταλλάκτη συναλλάγματος» έξω από την οικία της γιαγιάς του αποτέλεσε το γεγονός που τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα του, ωστόσο, οι ισχυρισμοί του κρίθηκαν ανεπαρκώς τεκμηριωμένοι και ελλιπώς συνεκτικοί, καθώς δεν εξήγησε πειστικά πώς το περιστατικό συνδεόταν προσωπικά με τον ίδιο. Οι πληροφορίες που παρείχε για το θύμα και τις συνθήκες του συμβάντος ήταν γενικές και βασίζονταν σε όσα άκουσε από τρίτους, ενώ η απόφασή του να θεωρήσει υπεύθυνο τον πρώην σωματοφύλακα στηρίχθηκε κυρίως στη δική του διαίσθηση και/ή πεποίθηση, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία ή επαρκή αιτιολόγηση. (ερ. 40 – 5Χ, 60 – 2Χ-3Χ και 61 – 4Χ-5Χ του Δ.Φ.).

Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι λόγω του προσωπικού και εξατομικευμένου χαρακτήρα των ισχυρισμών αυτών στα πλαίσια του ουσιώδους περιστατικού 3, καθώς και της έλλειψης αποδεικτικών εγγράφων, τα βασικά στοιχεία του συγκεκριμένου πραγματικού ισχυρισμού δεν ήταν δυνατό να αξιολογηθούν περαιτέρω ως προς την εξωτερική τους αξιοπιστία μέσω επαλήθευσης από ανεξάρτητες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Επομένως, και ό τρίτος ισχυρισμός απορρίφθηκε.

Τέλος, αναφορικά με τον τέταρτο ισχυρισμό του Αιτητή περί του ότι δεχόταν τηλεφωνικές απειλές αμέσως μετά την αναχώρησή του από την ΛΔΚ, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει συγκεκριμένες, επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες ώστε να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό του. Ο Αιτητής, συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε απειλητικά τηλεφωνήματα ενώ βρισκόταν ήδη στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, ωστόσο, οι δηλώσεις του κρίθηκαν ιδιαίτερα αόριστες και ελλιπείς σε λεπτομέρειες, καθώς δεν μπόρεσε να προσδιορίσει με ακρίβεια τις ημερομηνίες των κλήσεων, την ταυτότητα του καλούντος ή άλλα συγκεκριμένα στοιχεία των απειλών καθ’ εαυτών, περιοριζόμενος να αναφέρει ότι δεχόταν απειλές θανάτου από άγνωστο αριθμό και ότι η φωνή τού φαινόταν οικεία. (ερ. 59 – 1Χ και 60 – 5Χ του Δ.Φ.). Επιπρόσθετα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, μετά την αναχώρησή του από τη ΛΔΚ άγνωστα άτομα επιτέθηκαν στο σπίτι συγγενικών του προσώπων και αφαίρεσαν αντικείμενα, χωρίς να υπάρξουν θύματα. Παρά αυτές τις δηλώσεις του, ο Αιτητής δεν παρείχε συγκεκριμένες λεπτομέρειες για το περιστατικό ούτε εξήγησε με πειστικό τρόπο τη σύνδεσή του με τον ίδιο, βασίζοντας τον ισχυρισμό του κυρίως στην υπόθεση ότι οι δράστες ήταν τα ίδια άτομα που τον απειλούσαν τηλεφωνικά. Επιπλέον, επιβεβαίωσε ότι η μητέρα και η θεία του είναι σήμερα καλά και ότι δεν έχει αναφερθεί οποιαδήποτε περαιτέρω απειλή ή στοχοποίησή τους μετά το περιστατικό. (ερ. 59 – 2Χ-3Χ του Δ.Φ.).

Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι λόγω του προσωπικού και εξατομικευμένου χαρακτήρα των ισχυρισμών αυτών στα πλαίσια του εν λόγω ισχυρισμού 4, καθώς και της έλλειψης αποδεικτικών εγγράφων, τα βασικά στοιχεία του συγκεκριμένου πραγματικού ισχυρισμού δεν ήταν δυνατό να αξιολογηθούν περαιτέρω ως προς την εξωτερική τους αξιοπιστία μέσω επαλήθευσης από ανεξάρτητες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων και του προφίλ του (ουσιώδης ισχυρισμός 1). Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για νεαρό άνδρα, άγαμο, υγιή, κάτοχο διπλώματος που εργαζόταν στην χώρα καταγωγής του σε δύο διαφορετικές εργασίες, με υποστηρικτικό δίκτυο στην χώρα του (την οικογένειά του) και χωρίς να εμπίπτει σε κάποια ευάλωτη κοινωνική ομάδα, όπως και την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ και στην Κινσάσα παραθέτοντας σχετικές πηγές, κατέληξε ότι δεν υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στη βάση της επικρατούσας κατάστασης (ερ. 130 – 133 του Δ.Φ.).

Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ του Αιτητή, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό του δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. (ερ. 129 – 130 του Δ.Φ.)

Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου), καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή/και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή/και τιμωρίας. (ερ. 129 του Δ.Φ.).

Επιπρόσθετα, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή ως άμαχος πολίτης, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης κατά την επιστροφή του στην πολιτεία της Κινσάσα στην χώρα καταγωγής του. (ερ. 129 του Δ.Φ.).

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους.

Έχω εξετάσει με προσοχή τις απαντήσεις που ο Αιτητής έδωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και έχω διαπιστώσει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει, τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ενώ ακολούθησε την ορθή διερευνητική διαδικασία.

Συγκεκριμένα, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή αφού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου.

Σε σχέση με τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ορθά και πάλι οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν τον Αιτητή εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστο και απέρριψαν τους εν λόγω ουσιώδεις ισχυρισμούς του, καθώς οι πλειονότητα των απαντήσεων του είναι διατυπωμένες με γενικότητα, χωρίς συνέπεια και συνοχή ενώ παράλληλα ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του. Περαιτέρω οι απαντήσεις του σε ουσιώδη ερωτήματα ορθά δεν έγιναν αποδεκτές ως μη συνεκτικές και γενικές από τους Καθ’ ων η αίτηση. Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή συμφωνώ με την προσέγγιση των Καθ’ ων η αίτηση ότι αυτοί αποτελούν προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα και ως εκ τούτου δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ώστε να επιβεβαιωθούν.

Προσθέτω δε στα ανωτέρω ότι στα ερυθρά 67 – 78 του Δ.Φ εντοπίζονται φωτογραφίες, τις οποίες απέστειλε στους Καθ’ ων η αίτηση και αποτελούν στιγμιότυπα οθόνης από την εφαρμογή Facebook από κινητό τηλέφωνο, οι οποίες ωστόσο δεν διαφαίνεται η ταυτότητα των προσώπων που απεικονίζονται ούτε η σύνδεση των φωτογραφιών με το αίτημα για διεθνή προστασία του Αιτητή, αλλά ούτε και η προέλευση αυτών και τι επιχειρεί να υποστηρίξει μέσω αυτών. Επομένως, θεωρώ πως δεν ενισχύονται με κανέναν τρόπο οι ισχυρισμοί του Αιτητή μέσω αυτών.

Εν πάση περιπτώσει το αφήγημα  του Αιτητή περί δίωξης του και κίνδυνο για τη ζωή του και  η στοχοποίηση του από συγκεκριμένο πρόσωπο όσο  και οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του ορθά κρίθηκαν αναξιόπιστοι και δεν είναι ικανοί να στηρίξουν το αίτημα του για διεθνή προτασία.   

Κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε αιτητή/αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία του το μορφωτικό του επίπεδο και γενικότερα το προφίλ του δεν τον εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.

Ακόμα και αν το περιστατικό ληστείας κατά τη διάρκεια της εργασίας του ασχολούμενος με μεγάλο πόσο χρημάτων στο δρόμο και χωρίς καμία ασφάλεια γινόταν αποδεκτό, θα μπορούσε να αποτελέσει εύκολο στόχο με κίνδυνο για τη ζωή του και σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα στην οποία θα  προσέφευγε για να ζητήσει προστασία.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).

Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου (ερ. 130 – 133 του Δ.Φ.) στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος, καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v.Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία,Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της E.U.A.A. σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Αναφορικά δε με τη γενική κατάσταση στη ΛΔΚ, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες συνθήκες στην εκεί περιοχή. Σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτυπώνονται τα ακόλουθα αναφορικά με μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό για την περίοδο Ιουλίου 2024- Ιουνίου 2025 τελευταία επικαιροποιημένη πηγή :

Η ΛΔΚ πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της ΛΔΚ και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων. Η εμπλοκή πολλαπλών μερών, η ξένη παρέμβαση, η επιβολή κατάστασης πολιορκίας στις επαρχίες Ituri και Βόρειο Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές και η δημιουργία της Συμμαχίας Fleuve Congo (AFC) με τη συμμετοχή του M23, σε συνδυασμό με κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, την επέκταση περιφερειακών στρατιωτικών επιχειρήσεων και την αναζωπύρωση διεθνών προσπαθειών λογοδοσίας, συνέβαλαν περαιτέρω στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης ασφαλείας.

Ως προς τον άμαχο πληθυσμό, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι απώλειες αμάχων αυξήθηκαν σημαντικά. Ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, επιδρομές και επιθέσεις κατά χωριών, χώρων φιλοξενίας εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, αγορών, κατοικιών και χώρων υγειονομικών και ανθρωπιστικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τεκμηριώθηκαν μαζικές ανθρωποκτονίες, εθνοτικά στοχευμένες σφαγές, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, λεηλασίες και καταναγκαστική εργασία, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σημειώνεται επίσης σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και εκτεταμένος αναγκαστικός εκτοπισμός, όπως και συστηματική παρεμπόδιση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, η σχετιζόμενη με τις ένοπλες συγκρούσεις σεξουαλική βία έλαβε ευρείας κλίμακας διαστάσεις, η στρατολόγηση παιδιών χαρακτηρίστηκε ως άνευ προηγουμένου, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν διάχυτη βία, λογοκρισία, απειλές ή/και θανατική ποινή σε περιπτώσεις δημοσιογραφικής κάλυψης των συγκρούσεων.[1]

Οι συνέπειες της εκτεταμένης βίας στη ΛΔΚ αποτυπώνονται επίσης στον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων παγκοσμίως. Πάνω από 13.000.000 άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η κατάσταση στην ΛΔΚ εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σοβαρών ανθρωπιστικών κρίσεων διεθνώς.[2]

Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για την ένταση της ένοπλης σύρραξης. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο ένα έτος περίπου (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 22/05/2026), καταγράφηκαν 57 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[3] Σημειώνεται, ότι βάσει εκτίμησης του 2026, ο πληθυσμός στην πόλη Κινσάσα στη ΛΔΚ ανέρχεται στα 21.852.144 κατοίκους[4].

Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ του Αιτητή, ο οποίος είναι υγιής, υψηλού μορφωτικού επιπέδου, ικανός προς εργασία, η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, στην πόλη Κινσάσα, συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ του Αιτητή δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή του, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

 

Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία πρόσβασης 30/05/2026).

[2] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: The Humanitarian Situation, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/violations/#attacks-on-civilians (ημερομηνία πρόσβασης 30/05/2026).

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 30/05/2026)

[4] World Population Review, Democratic Republic of Congo: Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (assessed on 30/05/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο