C. E. O. B. ν. Κ. Δ. μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2810/2025, 21/7/2026
print
Τίτλος:
C. E. O. B. ν. Κ. Δ. μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2810/2025, 21/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 2810/2025

21 Ιουλίου 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

C. E. O. B. εκ Καμερούν

Αιτητής

-και-

Κ. Δ. μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Ε. Ταβλαρίδη (κα) για Κ. Κουππαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Α. Παπαδοπούλου (κα) για Λ. Γιάγκου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

Ο Αιτητής είναι παρών

Παρούσα η Ζωή Αγαπίου (κα), διερμηνέας, για πιστή μετάφραση από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και αντίστροφα.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 14/08/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 04/11/2025 μέσω επιστολής ημερ. 30/10/2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000 και είναι παράνομη, ως επίσης και η απόφαση επιστροφής είναι άκυρη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου:

Ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν. Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του στις 22/08/2018 και εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 27/09/2018, όπου υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 02/10/2018 (ερ. 1 – 3 και η μετάφραση 11 – 13 του Δ.Φ.). Στη 14/02/2019, ο Αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας από την Υπηρεσία Ασύλου. Στις 14/08/2019, ο Αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και απέσυρε το αίτημά του για διεθνή προστασία, οπότε και εκδόθηκε σχετική απόφαση από τους Καθ’ ων η αίτηση (ερ. 19 – 20 του Δ.Φ.). Ακολούθως, στις 12/02/2020 ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του (ερ. 27 του Δ.Φ.). Στις 29/03/2021 ο Αιτητής επίσης καταχώρησε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση (ερ. 33 του Δ.Φ.), η οποία κρίθηκε παραδεκτή στις 15/04/2021 λόγω της μη κατ’ ουσίαν εξέτασης του αρχικού του αιτήματος (ερ. 34 του Δ.Φ.). Με επιστολή ημερ. 07/11/2023 ο Αιτητής κλήθηκε σε προσωπική συνέντευξη (ερ. 52 – 57 του Δ.Φ.), πρόσκληση στην οποία δεν ανταποκρίθηκε και ως εκ τούτου οι Καθ’ ων η αίτηση με έκθεση – εισήγηση ημερ. 09/01/2024 αποφάσισαν το κλείσιμο του φακέλου του Αιτητή αυθημερόν (ερ. 65 – 68 του Δ.Φ.). Έπειτα, με επιστολή ημερ. 08/02/2024, η οποία ταχυδρομήθηκε στις 16/02/2024, ο Αιτητής ενημερώθηκε για προαναφερθείσα απόφασή τους (ερ. 69 και 71 – 73 του Δ.Φ.). Ακολούθως, ο Αιτητής καταχώρησε στις 03/10/2024 εκ νέου τρίτη μεταγενέστερη αίτηση (ερ. 78 του Δ.Φ.). Στις 08/07/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και στις 03/08/2025 ο λειτουργός ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη του Αιτητή, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματός του (ερ. 86 – 106 και 155 – 175 του Δ.Φ.). Στις 14/08/2025, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή (ερ. 176 του Δ.Φ.). Εν συνεχεία, στις 30/10/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία αυθημερόν παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή (ερ. 178 του Δ.Φ.).

Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 14/08/2025, ο Αιτητής, στις 14/11/2025, καταχώρισε εμπρόθεσμα προσφυγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (Δ.Δ.Δ.Π.).

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Δια της αίτησης ακυρώσεως, ο Αιτητής, δια μέσου της συνηγόρου του, προβάλλει πλείονες λόγους ακυρώσεως (14 λόγους ακύρωσης). Στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης, ωστόσο, τους περιόρισε προβάλλοντας μέρος εξ αυτών. Συγκεκριμένα, προωθείται ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε χωρίς τη διεξαγωγή της δέουσας έρευνας υπό τις περιστάσεις και κατά παράβαση των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου.

Οι Καθ' ων η Αίτηση μέσω της γραπτής τους αγόρευσης αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ορθή, σύμφωνη με τις νομοθετημένες διατάξεις, δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη και προϊόν ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους ίδιους. Υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση ελήφθη κατόπιν διεξαγωγής δέουσας έρευνας, αφού εξετάσθηκαν όλα τα στοιχεία και γεγονότα της υπόθεσης, από αρμόδιο όργανο, και ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει στους ώμους του. Περαιτέρω, ισχυρίζονται πως οι λόγοι ακύρωσης του Αιτητή προβάλλονται κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962, ήτοι παραλείπει να δικαιολογήσει πλήρως τα νομικά σημεία.

Στα πλαίσια της απαντητικής του αγόρευσης ο Αιτητής επαναλαμβάνει δια μέσω της συνηγόρου του, τους ισχυρισμούς της γραπτής του αγόρευσης. Επίσης, προσθέτει ότι δεν παραβιάζεται ο προαναφερθείς Κανονισμός 7, καθώς οι λόγοι ακύρωσης είναι πλήρως αιτιολογημένη παραπέμποντας σε συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις που παραβιάζονται. Προσθέτει επίσης ότι το βάρος απόδειξης δεν το φέρει αποκλειστικά και μόνο ο εκάστοτε αιτητής και επισημαίνει το καθήκον της Διοίκησης να συνεργαστεί με τον αιτητή για την αξιολόγηση της αίτησής του για διεθνή προστασία.

Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων στις 07/05/2026 οι διάδικοι υιοθέτησαν το σύνολο των δικογράφων και γραπτών αγορεύσεων τους .

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ’ ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva  (2010) 3 AΑΔ 598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636. Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4

Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.

Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56

Η συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς  χαρακτηρίζονται  οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα  κρίνω ότι είναι γενικός και αόριστος και δεν γίνεται οποιοδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα που αφορούν τον Αιτητή.

Όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.

Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).

Περαιτέρω, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. THE REPUBLIC OF CYPRUS (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Γιαλλουρίδη κ.α., Αναθεωρητικές Εφέσεις 868 και 869, ημερομηνίας 13.12.90).».

Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης του, ο Αιτητής αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά του επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Ερωτηθείς αν είχε οποιαδήποτε έγγραφα να υποβάλει για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του επιβεβαίωσε ότι δεν έχει οποιαδήποτε έγγραφα κατά την ημερομηνία ωστόσο δεσμεύτηκε να αποστείλει το πιστοποιητικό θανάτου των γονέων της στο εγγύς μέλλον μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, κάτι που εν τέλει δεν έπραξε (ερ. 99 – 5Χ του Δ.Φ.).

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με τον Αιτητή όλες τις πτυχές των ισχυρισμών του και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Κατά το στάδιο υποβολής της αρχικής αίτησής του, ο Αιτητής προέβαλε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του διότι ο πατέρας του, ενώ ήταν για 14 έτη πρόεδρος του υποδιαμερίσματος της επαρχίας Douala για το πολιτικό κόμμα “RDPC”, αποφάσισε να παραιτηθεί το 2018 και να γίνει μέλος άλλου πολιτικού κόμματος “MRC”. Έκτοτε δέχεται απειλές για τη ζωή του από το πολιτικό κόμμα “RDPC” και στις 15/08/2018 απήχθη μαζί με τη μητέρα του Αιτητή. (ερ. 1 και η μετάφραση 11 του Δ.Φ.).

Κατά την μεταγενέστερη αίτηση ημερ. 12/02/2020 ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι νυμφευμένος με Κύπρια πολίτη και εξήγησε πως είχε ενημερωθεί πως αν δεν έχει διαβατήριο δε θα γίνει αποδεκτή η αίτησή του και πρόσθεσε πως είχε εξηγήσει στους Καθ’ ων η αίτηση τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Στην εν λόγω αίτηση υπάρχει χειρόγραφη καταγραφή «Να ανακληθεί η απόσυρση μέχρι να μπορέσει το ζευγάρι να εκδώσει τα έγγραφά του» συνοδευόμενη από υπογραφή. (ερ. 27 του Δ.Φ.).  

Στα πλαίσια της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ημερ. 29/03/21, καταγράφηκε ότι ο ίδιος εξαναγκάστηκε να αποσύρει την πρώτη του αίτηση για διεθνή προστασία λόγω του ότι ήταν νυμφευμένος με Κύπρια πολίτη και δεν είχε τη δυνατότητα να είναι παράλληλα και αιτητής ασύλου και πρόσθεσε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του γιατί κινδυνεύει (ερ. 33 – 32 του Δ.Φ.). Η παρούσα αίτηση παρά το ότι κρίθηκε παραδεκτή (ερ. 34 του Δ.Φ.). Ακολούθως, ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση για τη διεξαγωγή της προσωπικής του συνέντευξής (ερ. 52 του Δ.Φ.) και ως εκ τούτου υποβλήθηκε σχετική έκθεση – εισήγηση ημερ. 09/01/2024, η οποία εγκρίθηκε αυθημερόν (ερ. 65 – 68 του Δ.Φ.).

Στα πλαίσια της τρίτης μεταγενέστερης αίτησης ημερ. 03/10/2024, ο Αιτητής ισχυρίσθηκε ότι λόγω του θανάτου των γονέων του από το πολιτικό κόμμα “RDPC”, το οποίο είναι στην εξουσία του Καμερούν, ο ίδιος αισθάνεται μη ασφαλής να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του έως ότου εκλεχθεί διαφορετικό κόμμα στις εκλογές του 2025 (Ερ. 78 του Δ.Φ.).

Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης ημερ. 08/07/2025, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Douala του Καμερούν, όπου διέμενε για όλη του τη ζωή έως την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του (ερ. 103 – 1Χ-2Χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής είναι Χριστιανός Ορθόδοξος (ερ. 106 του Δ.Φ.). Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση ο Αιτητής δήλωσε πως έχει συνάψει γάμο με Κύπρια πολίτη στις 04/04/2019, με την οποία έχει διαζευχθεί με απόφαση Δικαστηρίου στις 19/02/2024 (ερ. 105 – 2Χ, 104 – 1Χ και 114 του Δ.Φ.). Σχετικά με τη γονεϊκή του οικογένεια ανέφερε ότι ο πατέρας του απήχθη και δολοφονήθηκε το 2018, όπως επίσης και η μητέρα του, ενώ έχει ακουστά πως έχει και άλλα αδέλφια από τον πατέρα του τα οποία ωστόσο δεν τα έχει γνωρίσει ποτέ (ερ. 103 – 3Χ του Δ.Φ.). Επίσης, πρόσθεσε πως έχει θείους και θείες από τους γονείς του, οι οποίοι ωστόσο διαμένουν σε διαφορετικές πόλεις και ένας εκ των αδελφών της μητέρας του διαμένει στη Γαλλία (ερ. 103 – 4Χ-5Χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο ο Αιτητής δήλωσε πως έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του και έχει μερικώς φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο της Douala από το 2017 έως τον Μάιο του 2018 στον κλάδο της λογιστικής (ερ. 104 – 4Χ-5Χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής ομιλεί γαλλικά, αγγλικά, την διάλεκτο της Douala και λίγα ελληνικά (ερ. 104 – 3Χ του Δ.Φ.). Σχετικά με την επαγγελματική του προϋπηρεσία, ο Αιτητής ανέφερε πως έκανε «μικρές δουλειές» που σχετίζονταν με τον ελαιοχρωματισμό και την καθαριότητα (ερ. 98 – 1Χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε υγιής (ερ. 105 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους κατ' ιδίαν λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ότι πατέρας του ήταν μέλος του κυβερνώντος πολιτικού κόμματος στο Καμερούν, γεγονός που τον βοήθησε να εργαστεί ως δάσκαλος το 2018. Ωστόσο, διατηρούσε επαφές με άλλα πολιτικά κόμματα και τελικά αποφάσισε να ενταχθεί στο κόμμα MRC. Πρόσθεσε δε ότι ο θείος του Αιτητή παρέμεινε στο κόμμα που εγκατέλειψε ο πατέρας του και αργότερα απέκτησε διοικητική θέση σε αυτό. Επιπλέον, ο θείος εξήγησε στον Αιτητή ότι είχε προειδοποιήσει επανειλημμένα τον πατέρα του να μην εμπλακεί με το MRC, θεωρώντας ότι αυτό ήταν επικίνδυνο, καθώς ο ιδρυτής του MRC ήταν πρώην πανεπιστημιακός καθηγητής και πρώην μέλος της κυβέρνησης, ο οποίος είχε κατηγορηθεί για οικονομικές ατασθαλίες πριν ιδρύσει το κόμμα. Ο Αιτητής, επίσης, πρόσθεσε ότι σύμφωνα με τον θείο του, οι αρχές προετοίμαζαν συλλήψεις και μέτρα κατά των μελών του MRC, ενώ ακόμη και οι οικογένειές τους ενδέχετο να αντιμετωπίσουν κινδύνους, με σκοπό την αποδυνάμωση του κόμματος. Θεωρώντας ότι ο Αιτητής κινδύνευε λόγω της πολιτικής δραστηριότητας του πατέρα του, ο θείος του τον συμβούλεψε να φύγει προσωρινά από τη χώρα καταγωγής του και προσφέρθηκε να τον βοηθήσει. Αργότερα, μαζί με έναν φίλο του θείου του που διέθετε βάρκα στον ποταμό Wouri, οργάνωσαν τη διαφυγή του Αιτητή, αρχικά προς τη Νιγηρία και στη συνέχεια σε άλλη χώρα. (ερ. 94 – 1Χ του Δ.Φ.).

Σε διευκρινιστική ερώτηση αναφορικά με τον κίνδυνο που διατρέχει ο ίδιος στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε πως ο θείος φοβόταν πως οι άνθρωποι που απήγαγαν και δολοφόνησαν τους γονείς τους θα σκότωναν και τον ίδιο (ερ. 94 – 3Χ του Δ.Φ.).

Στα πλαίσια περαιτέρω διευκρινιστικών ερωτήσεων ο Αιτητής απάντησε σε ερωτήματα αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του. Αναφορικά με το λόγο δολοφονίας των γονέων του, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτοί ήταν πολιτικοί και κληθείς να συγκεκριμενοποιήσει την απάντησή του, δήλωσε ότι ο θείο τους τον ενημέρωσε ότι είχε να κάνει με την αλλαγή κόμματος εκ μέρους του πατέρα του (ερ. 93 – 1Χ του Δ.Φ.). Σχετικά με τη μητέρα του δήλωσε πως αυτή σκοτώθηκε επειδή βρισκόταν μαζί με τον πατέρα του την ημέρα της δολοφονίας. Δήλωσε περαιτέρω ότι κανένα πρόσωπο δεν συνελήφθη για τη δολοφονία των γονέων του και δεν γνωρίζει με ποιον τρόπο σκοτώθηκαν οι γονείς του, ενώ δεν διενεργήθηκε νεκροψία/νεκροτομή για να εξακριβωθούν τα αίτια ή ο τρόπος του θανάτου τους. Ακολούθως, ο Αιτητής ανέφερε ότι το πολιτικό κόμμα MRC εξακολουθεί να είναι ενεργό μέχρι και φέτος, αν και η πλειοψηφία των μελών του βρίσκεται εκτός της χώρας, ενώ δήλωσε ότι αρχηγός του κόμματος είναι ο Maurice Kamto, ο οποίος, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν ανέκαθεν ο ηγέτης του MRC και το πρόσωπο που ίδρυσε το εν λόγω πολιτικό κόμμα. (ερ. 93 – 2Χ – 6Χ του Δ.Φ.). Περαιτέρω, ο Αιτητής αναφορικά με τη συμμετοχή του πατέρα του στο πολιτικό κόμμα RDPC, δήλωσε πως δεν γνωρίζει γιατί ο πατέρας του αποχώρησε από το πολιτικό κόμμα RDPC, όπου ήταν μέλος από όταν ο Αιτητής γεννήθηκε. Σε αντίθεση με τη μητέρα του, η οποία δεν ήταν μέλος του κόμματος. Ο Αιτητής επιβεβαίωσε τέλος ότι το RDPC είναι το κυβερνών πολιτικό κόμμα στο Καμερούν. (ερ. 92 – 1Χ-2Χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι ο θείος του τού εξήγησε πως ανώτατες κυβερνητικές αρχές αποφάσισαν να εξοντώσουν τον πατέρα του, ωστόσο, ο θείος του δεν κατονόμασε συγκεκριμένα πρόσωπα, παρά μόνο ανέφερε ότι ο στρατηγός B. ανήκε στο ίδιο πολιτικό κόμμα, το RDPC. Σε ερώτηση κατά πόσο ο θείος του υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία για τη δολοφονία των γονέων του, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν έκανε τίποτα και ότι κανείς δεν θα προέβαινε σε οποιαδήποτε ενέργεια. (ερ. 92 – 3Χ-4Χ του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τον πατέρα του και τη σχέση του με το πολιτικό κόμμα RDPC, ο Αιτητής απάντησε σε σειρά ερωτημάτων. Συγκεκριμένα διευκρίνισε ότι ο πατέρας του ήταν εκπρόσωπος του πολιτικού κόμματος RDPC στην περιοχή Mambanda της Ντουάλα και πρόεδρος του τοπικού κομματικού τμήματος για περίπου επτά χρόνια, μέχρι το 2018. Δεν γνώριζε τους ακριβείς μήνες ή τις συνθήκες της αποχώρησής του από τη θέση αυτή, αλλά ανέφερε ότι ο πατέρας του εντάχθηκε σε άλλο πολιτικό κόμμα περίπου τρεις μήνες πριν από τον θάνατό του. Η επιλογή του στη θέση του προέδρου έγινε από τα ανώτερα στελέχη του κόμματος. Σύμφωνα με τον Αιτητή, τα καθήκοντα του πατέρα του περιλάμβαναν τη διοργάνωση κομματικών συναντήσεων, την κινητοποίηση ψηφοφόρων και τη διανομή χρημάτων για την προσέλκυση ατόμων στις εκδηλώσεις του κόμματος. Ανέφερε επίσης ότι ο πατέρας του εργαζόταν ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ντουάλα και αμειβόταν από την εργασία αυτή, ενώ λάμβανε και χρηματικά ποσά από το κόμμα. Σε επόμενη ερώτηση του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο ο πατέρας του εγκατέλειψε το RDPC, αλλά θυμάται ότι υπήρχαν εσωτερικές συγκρούσεις και διαφωνίες στο κόμμα σχετικά με θέσεις και εξουσία. (ερ. 90, 91 – 1Χ-6Χ και 92 – 5Χ-6Χ του Δ.Φ.).

Εξήγησε περαιτέρω ότι ο θείος του δεν κατήγγειλε τη δολοφονία των γονέων του στην αστυνομία, επειδή θεωρούσε ότι τα άτομα που διέταξαν τη δολοφονία κατείχαν υψηλές κυβερνητικές θέσεις και ήταν υπεράνω κάθε δίωξης. Ερωτηθείς γενικότερα για πρόσωπα που δολοφονήθηκαν μετά την αποχώρησή τους από πολιτικά κόμματα, ανέφερε κάποια ονόματα (Lapiro de Mbanga και Martinez Zogo). Τέλος, δήλωσε ότι ο θείος του πίστευε πως ο στρατηγός κ. B. ευθυνόταν για τη δολοφονία των γονέων του, επειδή θεωρούσε ότι εκτελούσε εντολές του RDPC για την εξόντωση ατόμων που το κόμμα θεωρούσε προβληματικά ή απειλητικά. (ερ. 90 – 1Χ-2Χ του Δ.Φ.).

Σχετικά με την απαγωγή/δολοφονία των γονέων του, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι γονείς του απήχθησαν στις 15 Αυγούστου, γύρω στις 12:00 το μεσημέρι, ενώ έβγαιναν από εκκλησία, ο ίδιος δεν ήταν παρών στο περιστατικό και συνεπώς δεν γνωρίζει εάν υπήρχαν μάρτυρες ή ποιοι ήταν οι δράστες της απαγωγής. Ο Αιτητής δεν θυμόταν το όνομα της εκκλησίας, αλλά ανέφερε ότι βρισκόταν στην περιοχή Bonaberi, κοντά στη Mambanda της Ντουάλα. (ερ. 90 – 3Χ-4Χ και 89 – 1Χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής ερωτηθείς αναφορικά με τον στρατηγό κ. Β ανέφερε ότι το συγκεκριμένο άτομο είναι στρατηγός του στρατού, ωστόσο δεν γνώριζε την ηλικία του ούτε μπορούσε να παράσχει περαιτέρω προσωπικά στοιχεία. Σε περαιτέρω ερώτηση αναφορικά με το εν λόγω άτομο ο Αιτητής ανέφερε πως βάσει όσων έχει ακούσει τα τελευταία τρία χρόνια, το ίδιο πρόσωπο φέρεται να ευθύνεται για πολλές δολοφονίες κατόπιν εντολών και πρόσθεσε ότι γνωρίζει πως είναι παντρεμένος. (ερ. 89 – 2Χ-3Χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με την πεποίθηση ότι θα σκοτώσουν και τον ίδιο ο Αιτητής δήλωσε, όταν ερωτήθηκε σχετικά, δήλωσε ότι φοβάται επειδή, σύμφωνα με όσα του ανέφερε ο θείος του, ο κ. B. είχε λάβει εντολή να εξοντώσει όχι μόνο τον πατέρα του αλλά και ολόκληρη την οικογένειά του. Πρόσθεσε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο εξακολουθεί να κατέχει τη θέση του στρατηγού στον στρατό, γεγονός που ενισχύει τον φόβο του για τη δική του ασφάλεια. (ερ. 89 – 3Χ του Δ.Φ.).

Ο Αιτητής δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, φοβάται ότι η ζωή του θα τεθεί σε κίνδυνο από τα ίδια πρόσωπα που θεωρεί υπεύθυνα για τη δολοφονία των γονέων του, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον στρατηγό κ. B. Ερωτηθείς σχετικά με τον στρατηγό, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πού διαμένει ούτε θα μπορούσε πλέον να τον αναγνωρίσει από το πρόσωπό του, αλλά υποστήριξε ότι πρόκειται για πολύ γνωστό πρόσωπο στη χώρα. Εξήγησε ότι τον φοβάται επειδή πιστεύει πως ευθύνεται για τη δολοφονία των γονέων του και ότι, εάν βρισκόταν μαζί τους εκείνη την ημέρα, θα είχε επίσης στοχοποιηθεί. Ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν υπέστη προσωπικά οποιοδήποτε πρόβλημα όταν ο πατέρας του άλλαξε πολιτικό κόμμα. Δήλωσε επίσης ότι δεν ήταν μέλος κάποιου πολιτικού κόμματος, παρότι ο πατέρας του τον προέτρεπε να ενταχθεί στο RDPC. Ακόμη, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του και ότι, σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματός του, θα προτιμούσε να παραμείνει στην Κύπρο έως ότου το RDPC απωλέσει την εξουσία, καθότι το κόμμα αυτό έχει δημιουργήσει κλίμα φόβου σε ολόκληρη τη χώρα. (ερ. 87 – 88 του Δ.Φ.).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός Ασύλου σχημάτισε την Έκθεση - Εισήγησή του επί τη βάσει των εξής δύο (2) ουσιωδών ισχυρισμών: (1) Προσωπικά στοιχεία και προφίλ του Αιτητή και (2) λόγω του ότι κινδύνευε.

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης καθώς και με το προσκομισθέν κατά την υποβολή της αίτησης για διεθνή προστασία από τον Αιτητή διαβατήριο αυτού, εκδοθέν από τις αρχές της χώρας καταγωγής του. (ερ. 170 – 171 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός Ασύλου κατέγραψε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν ανεπαρκείς, αόριστες και χωρίς ικανοποιητικές και επαρκείς λεπτομέρειες. Ειδικότερα, ο λειτουργός κατέγραψε ότι ο Αιτητής δεν μπόρεσε να παράσχει επαρκείς και πειστικές πληροφορίες σχετικά με τον θάνατο των γονέων του. Υποστήριξε ότι δολοφονήθηκαν για πολιτικούς λόγους, επειδή ο πατέρας του εγκατέλειψε το κόμμα PROC και εντάχθηκε στο κόμμα MBE, χωρίς όμως να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν συνελήφθη κάποιο πρόσωπο για τη δολοφονία τους, ούτε τον τρόπο με τον οποίο σκοτώθηκαν, ενώ ανέφερε ότι δεν πραγματοποιήθηκε αυτοψία. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι οι γονείς του απήχθησαν έξω από εκκλησία στις 15 Αυγούστου 2018, αλλά δεν ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες για τυχόν μάρτυρες του περιστατικού, καθώς ανέφερε ότι δεν βρισκόταν εκεί. Επίσης, δεν μπόρεσε να θυμηθεί ούτε το όνομα της εκκλησίας όπου φέρεται να βρίσκονταν οι γονείς του. Συνολικά, διαπιστώθηκε από τον λειτουργό έλλειψη ουσιωδών πληροφοριών και λεπτομερειών για ένα γεγονός που θα αναμενόταν να γνωρίζει. (ερ. 90 – 3Χ-4Χ και 93 – 1Χ, 4Χ, 5Χ του Δ.Φ.). Επίσης, ο Αιτητής παρουσίασε αντίφαση στους ισχυρισμούς του σχετικά με την πολιτική ιδιότητα του πατέρα του. Αρχικά δήλωσε ότι ο πατέρας του ήταν πρόεδρος του πολιτικού κόμματος PROC, ενώ αργότερα ανακάλεσε τον ισχυρισμό αυτόν, αναφέροντας ότι ο πατέρας του ήταν απλώς μέλος του κόμματος PRDC και στη συνέχεια εντάχθηκε σε άλλο πολιτικό κόμμα, το MRC. Η ασυνέπεια αυτή εντοπίζεται και στις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. (ερ. 94 – 1Χ και 101 – 3Χ του Δ.Φ.). Επιπλέον, ο Αιτητής παρουσίασε ασάφειες σχετικά με την πολιτική θέση και τις δραστηριότητες του πατέρα του. Αρχικά, διευκρίνισε ότι ο πατέρας του δεν ήταν πρόεδρος πολιτικού κόμματος, αλλά αντιπρόσωπος του κόμματος PROC στην περιοχή Manada της Douala. Όταν κλήθηκε να περιγράψει τα καθήκοντά του, ανέφερε γενικά ότι ήταν υπεύθυνος για τη διοργάνωση συνεδριών και την κινητοποίηση των πολιτών να ψηφίζουν το κόμμα, χωρίς να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για το τι ακριβώς έκανε ο πατέρας του εκεί. Επιπλέον, έρευνα με το όνομα του πατέρα του δεν απέδωσε κανένα αποτέλεσμα, ενώ ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνώριζε τον λόγο για τον οποίο ο πατέρας του εγκατέλειψε το κόμμα PRDC. Ως εκ τούτου οι  απαντήσεις του κρίθηκαν ελλιπείς ως προς τις πληροφορίες και τις λεπτομέρειες που παρείχε κατά τη συνέντευξή του. (ερ. 91 – 4Χ, 6Χ και 92 – 5Χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής, στη συνέχεια, δεν μπόρεσε να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με όσα φέρεται να του ανέφερε ο θείος του για τον θάνατο των γονέων του. Υποστήριξε ότι ο θείος του θεωρούσε πως οι αρχές του Καμερούν διέταξαν τη δολοφονία τους, χωρίς όμως να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις ή στοιχεία για αυτή την πεποίθηση. Παράλληλα, ανέφερε ότι ο θείος του δεν προέβη σε καταγγελία κατά του στρατηγού που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ευθυνόταν για τη δολοφονία, χωρίς να αιτιολογήσει τον λόγο που δεν το έπραξε. Ωστόσο, ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι τα πρόσωπα που διέταξαν τη δολοφονία κατέχουν υψηλές θέσεις στην κυβέρνηση του Καμερούν και, για τον λόγο αυτό, δεν μπορούν να διωχθούν. Όμως, όταν κλήθηκε να κατονομάσει συγκεκριμένα πρόσωπα που εμπλέκονται στη δολοφονία των γονέων του, απάντησε γενικά ότι ευθύνονται όλα τα μέλη της κυβέρνησης, του πολιτικού κόμματος PROC, καθώς και ολόκληρος ο στρατός και η αστυνομία, χωρίς να προσκομίσει συγκεκριμένα στοιχεία ή ονόματα. (ερ. 90 – 1Χ και 92 – 4Χ του Δ.Φ.). Ακόμη ο λειτουργός διέκρινε ότι ο Αιτητής δεν μπόρεσε να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες ή λεπτομέρειες σχετικά με τον κ. B., τον οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο θείος του θεωρούσε υπεύθυνο για τη δολοφονία των γονέων του. Ανέφερε γενικά ότι ο θείος του πίστευε πως το συγκεκριμένο πρόσωπο εμπλεκόταν σε δολοφονίες που διενεργούνταν κατ’ εντολή των αρχών, ωστόσο όταν ερωτήθηκε για το πλήρες όνομα, την ακριβή θέση και άλλα προσωπικά στοιχεία του κ. B., δεν ήταν σε θέση να δώσει ουσιαστικές πληροφορίες, δηλώνοντας μόνο ότι ήταν στρατηγός του στρατού και ότι αγνοούσε την ηλικία του. Επιπλέον, όταν κλήθηκε να δώσει πληροφορίες για την οικογενειακή κατάσταση και τον τόπο διαμονής του εν λόγω προσώπου, ανέφερε ότι ήταν παντρεμένος, αλλά δεν γνώριζε πού διέμενε. Οι απαντήσεις του κρίθηκαν γενικές και ελλιπείς. (ερ. 90 – 1Χ και 92 – 4Χ του Δ.Φ.). Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, η ζωή του θα βρισκόταν σε κίνδυνο από τον προαναφερθέντα κ. B., ωστόσο, όταν ερωτήθηκε εάν γνωρίζει ή μπορεί να αναγνωρίσει το συγκεκριμένο πρόσωπο, έδωσε ασαφείς απαντήσεις, χωρίς να διευκρινίσει εάν το είχε συναντήσει ποτέ προσωπικά. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε μόνο ότι πρόκειται για πολύ γνωστό πρόσωπο που το γνωρίζουν όλοι, αποφεύγοντας και πάλι να απαντήσει άμεσα. Λόγω της αδυναμίας του να παράσχει σαφείς πληροφορίες για το πρόσωπο που φέρεται να τον απειλεί, καθώς και επειδή δεν προέκυψε ότι είχε υποστεί οποιαδήποτε προσωπική βλάβη ή απειλή στο παρελθόν, ο ισχυρισμός του περί κινδύνου για τη ζωή του κρίθηκε ως μη εύλογος. (ερ. 89 – 1Χ, 3Χ του Δ.Φ.). Ο αιτητής, επίσης, δήλωσε ότι, όσο ο πατέρας του βρισκόταν εν ζωή, δεν είχε αντιμετωπίσει οποιονδήποτε κίνδυνο ή απειλή για την προσωπική του ασφάλεια. Η απάντησή του ήταν αρνητική όταν ερωτήθηκε σχετικά με τυχόν προβλήματα ή περιστατικά που να τον είχαν θέσει σε κίνδυνο κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. (ερ. 88 – 2Χ του Δ.Φ.). Παράλληλα, ο αιτητής δήλωσε ότι κατά τη διαμονή του τόσο στο σπίτι του θείου του όσο και στο σπίτι του φίλου του θείου του δεν προσεγγίστηκε από κανένα άτομο και δεν συνέβη οποιοδήποτε περιστατικό ή πρόβλημα εις βάρος του. (ερ. 88 – 4Χ και 97 – 2Χ – 4Χ του Δ.Φ.). Ο αιτητής, επίσης, δήλωσε ότι η τελευταία επικοινωνία που είχε με τον θείο του ήταν το 2019, ενώ δήλωσε ότι δεν επιθυμεί πλέον να διατηρεί οποιαδήποτε επαφή μαζί του, επειδή ο θείος του ανήκει στο πολιτικό κόμμα PRDC. (ερ. 99 – 4Χ του Δ.Φ.).

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, κατέγραψε ότι πρόεδρος του πολιτικού κόμματος PRDC από το 1985 έως σήμερα είναι ο Paul Biya και όχι ο πατέρας του Αιτητή, όπως ο ίδιος είχε ισχυριστεί κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του. Επιπλέον, το όνομα του πατέρα του δεν εντοπίστηκε στις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές ως πρόσωπο εμπλεκόμενο με το εν λόγω πολιτικό κόμμα. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανακολουθίες, τις ελλιπείς πληροφορίες, τις μη επαρκώς τεκμηριωμένες και μη εύλογες απαντήσεις που δόθηκαν, κρίθηκε ότι η αξιοπιστία του Αιτητή έχει πληγεί σημαντικά και οδήγησε στην απόρριψη του ισχυρισμού του. (ερ. 166 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση του κινδύνου και  ανάλυση του βάσιμου φόβου δίωξης και κινδύνου σοβαρής βλάβης του Αιτητή, στον οποίο ενδέχεται να εκτεθεί σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν κατά το οποίο εξετάζεται ο μελλοντικός κίνδυνος με βάση τα αποδεδειγμένα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά στην ανωτέρω ανάλυση. Επί τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός Ασύλου, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν και στην Ντουάλα, τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή, και επισήμανε πως υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής και ειδικότερα στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

Εν συνεχεία, κατά τη νομική ανάλυση, εφόσον διαπιστώθηκε πως δεν πληρούνται τα αναγκαία υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του φόβου δίωξης, κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής του, δε θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου απλώς και μόνο με την παρουσία του στην περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής του λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, παρά το ότι στην Ντουάλα, όπου αναμένεται να επιστρέψει, επικρατούν συνθήκες εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε εξέταση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή και κατέληξε πως ότι αυτές δεν δημιουργούν συνθήκες που να δικαιολογούν ότι ο Αιτητής θα υποστεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως συνέπεια των ανωτέρω, η αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη και έγινε εισήγηση για την επιστροφή στη χώρα καταγωγής του δυνάμει των άρθρων 13(2)(δ) και 18(7Β) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000.

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους.

Έχω εξετάσει με προσοχή τις απαντήσεις που o Αιτητής έδωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και έχω διαπιστώσει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει, τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ενώ ακολούθησε την ορθή διερευνητική διαδικασία.

Καταρχάς ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή αφού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου.

Σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή περί φόβου δίωξης, ορθά και πάλι οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν τον  Αιτητή εσωτερικά αναξιόπιστο και απέρριψαν τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του, καθώς οι πλειονότητα των απαντήσεων του  είναι διατυπωμένες με γενικότητα, δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του, οι οποίες θα αποσαφήνιζαν τα αίτια της αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του. Υπέδειξε πλήρη άγνοια σε βασικά ερωτήματα που του τέθηκαν, ενώ οι αντιφάσεις που ορθώς εντοπίστηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό δεν καταδεικνύουν βιωματικό χαρακτήρα στα λεγόμενά του. Οι πληροφορίες που παρείχε ο Αιτητής δεν κρίνονται ικανοποιητικές. Τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού προκύπτουν αβίαστα από την αφήγηση του Αιτητή και καταγράφονται στις σελίδες 8 – 11 της έκθεσης εισήγησης του, ως τα έχω αποτυπώσει και ανωτέρω, και δεν θα τα επαναλάβω επί του παρόντος. Περαιτέρω δεν χαρακτηρίζεται ως ευλογοφανής η απάντηση του Αιτητή γιατί δεν προσέφυγαν σε καταγγελία της κατ΄ισχυρισμό απαγωγής των γονέων του και κατόπι της δολοφονίας τους .

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό.

Αναφορικά με την εξωτερική του αξιοπιστία κρίνω επίσης ορθές τις αναφορές στην έκθεση εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού  και τις υιοθετώ, άλλωστε μεγάλο τμήμα αυτών αποτελούν προσωπικές εμπειρίες της οικογένειάς του και δε δύναται να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ.  υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08  Obaidul Haque v. Δημοκρατίας)

Περαιτέρω κρίνω ότι, ορθά ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου διαπίστωσε και κατέγραψε στην έκθεση-εισήγησή του, η οποία υιοθετήθηκε από τον εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν εμπίπτουν στους λόγους του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, ούτε στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή  αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως τέτοιοι που δεν πληρούνται  οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ.851/2012, ECLI:CY:AD:2015:D619, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C- 285/12, A. Diakité v. Commissaire general aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v.Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων του WarWatch (πρώην RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης παρατηρείται ότι το Καμερούν εμπλέκεται σε μη διεθνή ένοπλη σύρραξη με την Boko Haram στο Βορρά (περιοχή Far North), ενώ στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές (Northwest και Southwest) αναφέρεται ότι αριθμός αγγλόφωνων αποσχιστικών ομάδων μάχεται έναντι της κυβέρνησης για την ανεξαρτησία των περιοχών. Ωστόσο, η βία δεν ισοδυναμεί με διεθνή ένοπλή σύρραξη.[2]

Στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, γνωστές και ως Αγγλόφωνες περιοχές[3], οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αποσχιστών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αποσχιστές επιχείρησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος[4]. Το Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, οι εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ των ηγετών των αποσχιστών χώρισαν τις αυτοανακηρυχθείσες αγγλόφωνες κυβερνήσεις σε περισσότερες από 50 αποσχιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας τις πολιτικές τους απαιτήσεις και την ικανότητά τους να αντισταθούν στις κυβερνητικές επιθέσεις[5]. Το ACLED περαιτέρω έδειξε ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών, τις οποίες διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, μεταξύ των οποίων αυτονομιστές, η κυβέρνηση, ιδιωτικές εταιρείες και ανθρωπιστικές οργανώσεις.[6]

Στην έκθεση που καλύπτει την περίοδο Ιουλίου - Σεπτεμβρίου 2024, η Global Protection Cluster ανέφερε αύξηση των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων τον Ιούλιο του 2024, με τις SSF (Δυνάμεις Ασφάλειας του Κράτους) να εκτελούν «επιχειρήσεις αποκλεισμού και έρευνας» που οδήγησαν σε επτά περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων, με 303 θύματα, ενώ οι NSAGS εγκαθίδρυσαν περισσότερα παράνομα σημεία ελέγχου για εκβιασμό χρημάτων και απαγωγή πολιτών για λύτρα. Οι πιο συχνές παραβιάσεις που καταγράφηκαν ήταν αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, σωματικές επιθέσεις ή κακοποίηση και δολοφονίες. Ο μεγαλύτερος αριθμός παραβιάσεων μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2024 «καταγράφηκε στην Buea (457 θύματα) και την Muyuka (199 θύματα), και οι δύο στη νοτιοδυτική περιοχή του Fako, ακολουθούμενες από την Meme επίσης στη νοτιοδυτική περιοχή και έπειτα τη Mezam στην βορειοδυτική περιοχή».[7]

Το Δανέζικο Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (DRC) διεξήγαγε μηνιαίες δραστηριότητες παρακολούθησης προστασίας στη νοτιοδυτική περιοχή μεταξύ Ιανουαρίου 2024 και Ιουνίου 2024 σε οκτώ κοινότητες των διαμερισμάτων Fako, Kupe Muanenguba και Meme.[8] Σύμφωνα με πηγές που συμβουλεύτηκε το DRC, μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου 2024, οι βασικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αναφέρθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό περιλάμβαναν αυθαίρετες συλλήψεις και παράνομες κρατήσεις, βασανιστήρια και απάνθρωπη μεταχείριση, κλοπές, οικονομικές απαγωγές, trafficking, και έμφυλη βία (GBV)[9]. Το DRC κατέγραψε 55 περιστατικά προστασίας και 428 θύματα μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου 2024[10]. Οι παραβιάσεις που αναφέρθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό περιλάμβαναν αυθαίρετες συλλήψεις, δολοφονίες, επιθέσεις και κακοποίηση, βασανιστήρια / απάνθρωπη μεταχείριση και έμφυλη βία, που διαπράχθηκαν από τις SSF και τις NSAGs[11].

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας παραθέτω τα ακόλουθα. Το 2025 το Καμερούν συνέχισε να επηρεάζεται από τρεις πολυσύνθετες και μείζονες ανθρωπιστικές κρίσεις: τη σύγκρουση στη λεκάνη της λίμνης Chad στην περιοχή Far North, την Αγγλόφωνη εσωτερική κρίση στην περιοχή Northwest και Southwest (NWSW), καθώς και την προσφυγική κρίση που προέρχεται από την γειτονική Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.[12]

Τον Οκτώβριο του 2025 το Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA) κατέγραψε για την περίοδο μεταξύ 1 και 30 Σεπτέμβρη του 2025 ότι το περιβάλλον ασφάλειας στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές παρέμεινε τεταμένο καθ’ όλη τη διάρκεια της παρατεταμένης απαγόρευσης κυκλοφορίας που επιβλήθηκε από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες από τις 8 Σεπτεμβρίου έως τις 14 Οκτωβρίου (ενν. 2025). Η απαγόρευση, η οποία στόχευε στη διατάραξη της επανέναρξης των σχολείων και των προεδρικών εκλογών, ακολουθήθηκε από περιστατικά βίας, εκτοπισμού και κινδύνων για την προστασία του πληθυσμού.[13]

Σύμφωνα με την αναφορά του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA) με περίοδο αναφοράς το Δεκέμβριο του 2025, η κατάσταση ασφάλειας στη Northwest και Southwest περιοχή παρέμεινε τεταμένη τον Δεκέμβριο. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από συχνές και έντονες βίαιες συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών ένοπλων ομάδων και κρατικών δυνάμεων ασφαλείας, με αποτέλεσμα η κατάσταση ασφάλειας και η ανθρωπιστική κατάσταση να παραμένουν πολύ ευάλωτες και ασταθείς. Η πληθώρα παράνομων σημείων ελέγχου οδήγησε σε υψηλό ποσοστό εκβιασμών του άμαχου πληθυσμού από τις Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες με το πρόσχημα του «φόρου απελευθέρωσης» (‘Liberation tax’) σε όλες σχεδόν τις περιφέρειες των δύο περιοχών. Επίσης, παρατηρήθηκε αύξηση των αυθαίρετων συλλήψεων και των απαγωγών για λύτρα, συμπεριλαμβανομένων απαγωγών ορισμένων νυν και πρώην κυβερνητικών αξιωματούχων.[14]

Παρά τη γενικότερη έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στο Καμερούν, αλλά και στη Βορειοδυτικό και Νοτιοδυτικό Τμήμα της χώρας γενικότερα, θα πρέπει να εξεταστεί ειδικότερα η πόλη Ντουάλα στην περιφέρεια Littoral του Νοτιοδυτικού Τμήματος της χώρας, τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή.

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας που συνέβησαν στη συνήθη περιοχή διαμονή του Αιτητή, και για την πληρότητα της έρευνας παρατίθενται και αριθμητικά δεδομένα από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project): Αναφορικά με την περιφέρεια Littoral στην οποία υπάγεται η περιοχή τελευταίας διαμονής του Αιτητή, κατά την χρονική περίοδο περίπου ενός έτους, καταγράφονται στην βάση ποσοτικών δεδομένων ACLED, 12 περιστατικά ασφαλείας που αφορούν πολιτική βία, με 12 ανθρώπινες απώλειες.[15]

Σημειώνεται, ότι ο πληθυσμός της περιφέρειας Littoral ανέρχεται στα 4.498.900 (2025).[16]

Εκ των ανωτέρω πληροφοριών που παρατέθηκαν, διαπιστώνεται ότι παρά την ύπαρξη σοβαρών περιστατικών ασφαλείας στo ευρύτερo Νοτιοδυτικό Τμήμα (όπου ανήκει η περιφέρεια Littoral όπου ανήκει η Ντουάλα, ο τελευταίος συνήθης τόπος διαμονής του Αιτητή) του Καμερούν στην οποία εμπίπτει η περιοχή καταγωγής του Αιτητή, όπου αναμένεται να επιστρέψει σε περίπτωση επιστροφής του, ο αριθμός των επεισοδίων αυτών και ο βαθμός αδιάκριτης βίας κατά των αμάχων δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία του Αιτητή στην περιοχή καταγωγής της, την εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης, κατά την έννοια της διάταξης του Άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, με συνέπεια να απαιτούνται ορισμένα προσωπικά χαρακτηριστικά που θα αύξαναν το ρίσκο του αμάχου συγκριτικά με τον μέσο πληθυσμό της περιοχής.

Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, κρίνω ότι δεν διαθέτει κάποιο προσωπικό χαρακτηριστικό που να αυξάνει τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Πρόκειται για άμαχο πολίτη, ενήλικο, άγαμος στη χώρα καταγωγής του και διαζευγμένος στην Κυπριακή Δημοκρατία, με ικανοποιητική μόρφωση, πλήρως ικανός προς εργασία, υγιής, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω θέματα ευαλωτότητας. Διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του (θείους και θείες από την μητρική και την πατρική πλευρά, που διαμένουν στο Καμερούν). Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Ως εκ τούτου ορθά δεν του χορηγήθηκε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτός δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2)(α-γ) του Νόμου.

Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

 

Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[2] WarWatch (πρώην RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-cameroon/ (assessed on 17/06/2026)

[3] International Crisis Group, A Second Look at Cameroon's Anglophone Special Status, 31 March 2023, https://www.crisisgroup.org/africa/central-africa/cameroon/b188-second-look-cameroons-anglophone-special-status (assessed on 17/06/2026)

[4] GCR2P, Cameroon - Population at risk, 1 December 2024, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/; ACLED, Non-State Armed Groups and Illicit Economies, p. 10, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf (assessed on 17/06/2026)

[5]  ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, p. 3 and 13, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf (assessed on 17/06/2026)

[6] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, p. 3, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf (assessed on 17/06/2026)

[7] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, p. 3, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf, (assessed on 17/06/2026)

[8] DRC, 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon - Q1, 13 December 2024, https://reliefweb.int/attachments/14eff56a-24a7-4da9-a1a9-dca02f2b864e/DRC_Quarterly%20Protection%20Report%202024_Q1_Southwest%20Cameroon.pdf, p. 5; DRC, 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon - Q2, 13 December 2024, https://reliefweb.int/attachments/1bbbb7ba-42c9-4016-90b3-3a8ea2dff679/DRC_Quarterly%20Protection%20Report%202024_Q2_Southwest%20Cameroon.pdf, p. 5 (assessed on 17/06/2026)

[9] DRC, 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon - Q1, p. 13, 13 December 2024, https://reliefweb.int/attachments/1bbbb7ba-42c9-4016-90b3-3a8ea2dff679/DRC_Quarterly%20Protection%20Report%202024_Q2_Southwest%20Cameroon.pdf, (assessed on 17/06/2026)

[10] DRC, 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon - Q1, p. 10, 13 December 2024, https://reliefweb.int/attachments/1bbbb7ba-42c9-4016-90b3-3a8ea2dff679/DRC_Quarterly%20Protection%20Report%202024_Q2_Southwest%20Cameroon.pdf, (assessed on 17/06/2026)

[11] DRC, 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon - Q1, p. 11, 13 December 2024, https://reliefweb.int/attachments/1bbbb7ba-42c9-4016-90b3-3a8ea2dff679/DRC_Quarterly%20Protection%20Report%202024_Q2_Southwest%20Cameroon.pdf, (assessed on 17/06/2026)

[12] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (assessed on 18/06/2026)

[13] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81, p. 2, 30 October 2025, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf, (assessed on 18/06/2026)

[14] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.84, December 2025, 25 February 2026, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no84-december-2025, (assessed on 17/06/2026)

[15] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Region: Littoral, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 18/06/2026)

 

[16] City Population, Cameroon: Littoral, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (assessed on 18/06/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο