ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
29 Iουλίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
P. B. N. από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και νυν κάτοικος Πάφου
Αιτητής
-και-
1. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, εκ Λευκωσίας
2. Προϊστάμενου Υπηρεσίας Ασύλου, εκ Λευκωσίας
Καθ' ων η Αίτηση
Μ. Α. Παπαδόπουλος (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Αφρ. Αναστασιάδη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 03/06/2024, η οποία όπως ο ίδιος ισχυρίζεται του κοινοποιήθηκε στις 04/02/2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000 και είναι παράνομη, άκυρη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής Λ.Δ.Κ.) και την 01/12/2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνησης της Δημοκρατίας περιοχές.
Στις 09/04/2024 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum - εφεξής EUAA), ο οποίος στις 31/05/2024 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Ακολούθως, στις 03/06/2024 ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Στις 02/07/2024 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία απεστάλη στον Αιτητή με συστημένη επιστολή στις 04/07/2024 στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του και επιστράφηκε ως αζήτητη. Ο Αιτητής έλαβε αντίγραφο απόφασης στις 04/02/2025 την οποία και υπέγραψε. Στις 12/02/2025 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού δικογράφου της αίτησης, προβάλλει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα. Κατά τη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς οι καθ’ ων να προβούν σε δέουσα έρευνα με αποτέλεσμα να τελούν υπό πλάνη περί τα πράγματα και/ή το νόμο. Περαιτέρω προβάλλει πως παραβιάστηκε το δικαίωμα ακρόασης και/ή των κανονισμών για ορθή διεξαγωγή της συνέντευξης και πως η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης, καθότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης του και εκτός του εύλογου και αναμενόμενου χρόνου εξέτασης, ως καθορίζεται στο περί Προσφύγων Νόμο. Επιπλέον, ο συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει πως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν λήφθηκε κατά αντικειμενική και ανεπηρέαστη κρίση και/ή δεν λήφθηκε αμερόληπτα. Τέλος, προβάλλει πως η απόφαση λήφθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο.
Η συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, με τη Γραπτή της Αγόρευση, αντικρούει έκαστο ισχυρισμό και αντιτείνει ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση. Προωθεί επιπλέον, ότι οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει ο Αιτητής κατά τη Γραπτή του Αγόρευση δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962.
Με την απαντητική του αγόρευση, ως προς το ζήτημα της αναρμοδιότητας, ο συνήγορος του Αιτητή επισημαίνει ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει το εργασιακό καθεστώς της Αικατερίνης Χριστοδούλου ή του λειτουργού "CW115", ήτοι του λειτουργού που διενήργησε τη συνέντευξη και ετοίμασε την έκθεση - εισήγηση, και το εάν ο λειτουργός αυτός είναι λειτουργός ορισμένου χρόνου, προκειμένου να μπορεί η έκθεση - εισήγησή του να εγκριθεί από το εξουσιοδοτημένο να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου πρόσωπο.
Στις 13/01/2026, η παρούσα προσφυγή ορίστηκε για διευκρινίσεις και επιφυλάχθηκε την ίδια ημέρα. Κατά την μελέτη του Δ.Φ. για έκδοση απόφασης, το παρόν Δικαστήριο εντόπισε ζήτημα σε σχέση με το εμπρόθεσμο της προσφυγής και στις 11/02/2026, προχώρησε σε επανάνοιγμα του φακέλου προκειμένου να τοποθετηθούν οι δυο πλευρές προφορικώς. Κατά την ακρόαση του εκπροθέσμου, ο συνήγορος του Αιτητή παρέπεμψε στο άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου, αναφορικά με τη γνωστοποίηση απόφασης μέσω ταχυδρομείου, αμφισβητώντας ότι το απόκομμα ταχυδρόμησης (ροζ απόκομμα) περιείχε πληροφορίες, όπως τη σφραγίδα της Υπηρεσίας Ασύλου, τον κωδικό και την αναγραφή της λέξης «decision», αλλά και εάν εν τέλει το συγκεκριμένο απόκομμα κατέληξε στην οικία του Αιτητή. Περαιτέρω, υποστηρίζει πως ο Αιτητής υπέδειξε γνήσια πρόθεση και ενδιαφέρον ως προς το αίτημα του, εφόσον τον μήνα Ιανουάριο 2025, ο ίδιος αποτάθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου με γραπτό αίτημα ως προς την πορεία της αίτησης του.
Η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε πως οι καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε όλες τις νενομισμένες ενέργειες, παραπέμποντας σε νομολογία αναφορικά με την επίδοση με ταχυδρομείο καθώς και στις αρχές του ζητήματος του αζήτητου. Καταλήγει πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης, καθότι ενημερώθηκε για την έκβαση της αίτησης του μετά παρέλευσης υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος, ήτοι 7 μήνες από την απόρριψη, και ενώ είχε ήδη σταλεί μέσω συστημένης επιστολής, δεν προέβη στις απαραίτητες ενέργειες για να λάβει γνώση αυτής. Υποστηρίζει πως η γνώση επήλθε σύμφωνα με τις αρχές επί του ζητήματος του αζήτητου και όχι με την υπογραφή παραλαβής ημερ. 04/02/2025.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θεωρώ ότι η φύση του ζητήματος σε σχέση με το εμπρόθεσμο ή όχι της προσφυγής επιβάλλει, όπως αυτό εξεταστεί πρώτο. Ως τέτοια ζητήματα δημόσιας τάξεως, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει, μέχρι τώρα, αναγνωρίσει εκείνα που αφορούν τη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και, επομένως, το παραδεκτό της προσφυγής, το εμπρόθεσμο, την εκτελεστότητα, το έννομο συμφέρον, όπως επίσης και την αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την απόφαση (βλ. ενδεικτικά τη Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 255).
Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία η προθεσμία είναι ανατρεπτική και ερμηνεύεται κατά πάγια νομολογία, αυστηρά, (Potamitis v. Water Board of Limassol (1985) 3 C.L.R. 260 και Γανωματής ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 133).
Αποτελεί στοιχειώδη προϋπόθεση η προσφυγή να καταχωρείται εντός της προθεσμίας, διαφορετικά το Δικαστήριο δεν αναλαμβάνει δικαιοδοσία (Τάκη ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 4).
Είναι νομολογημένο ότι το θέμα της προθεσμίας είναι θέμα πραγματικό και αποφασίζεται υπό το φως των συγκεκριμένων περιστατικών της κάθε υπόθεσης - (βλ. Yialousa Savings Bank Limited v. Republic (Minister of Finance as Controller of Banks) and Another (1977) 3 C.L.R. 25).
Σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο του Άρθρου 146 του Συντάγματος:
3. «H προσφυγή ασκείται εντός εβδομήκοντα πέντε ημερών από της ημέρας της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της πράξεως ή, εν περιπτώσει μη δημοσιεύσεως ή εν περιπτώσει παραλείψεως, από της ημέρας καθ' ην η πράξις ή παράλειψις περιήλθεν εις γνώσιν του προσφεύγοντος, εκτός εάν προβλέπεται διά νόμου, ρητά, διαφορετική προθεσμία άσκησης προσφυγής κατά απόφασης πράξης ή παράλειψης».(οι υπογραμμίσεις δικές μου).
Σύμφωνα με το άρθρο 12Α(1) του περί Ίδρυσης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018(Ν.73(I)/2018),
"Κάθε προσφυγή κατά απόφασης ή πράξης ή παράλειψης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ή της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ασκείται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης ή της πράξης ή σε περίπτωση παράλειψης, από την ημέρα που αυτή περιήλθε σε γνώση του προσφεύγοντος."
Στην παρούσα περίπτωση παρατηρείται ότι η επίδικη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου αποστάλθηκε στον Αιτητή στις 04/07/2024, ενώ η προσφυγή καταχωρήθηκε στις 12/02/2025. Όπως προκύπτει από τον Δ.Φ. ο Αιτητής προσκόμισε ενοικιαστήριο έγγραφο (ερ. 46) στην Υπηρεσία Ασύλου, δηλώνοντας τη διεύθυνση του, στην οποία στάλθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και επεστράφη ως «αζήτητο». Από το Δ.Φ. φαίνεται ότι η προσβαλλόμενη ταχυδρομήθηκε στην εν λόγω διεύθυνση στο ερ. 108. Περαιτέρω, παρατηρώ πως ο συνήγορος του Αιτητή, επί της αίτησης ακυρώσεως του, επισύναψε αντίγραφο ανανέωσης του ενοικιαστήριο εγγράφου, με ημερομηνίας ανανέωσης την 05/10/2024, με την ίδια διεύθυνση. Ως εκ τούτου η ειδοποίηση περί συστημένης επιστολής στάλθηκε στη διεύθυνση που ο ίδιος ο Αιτητής έδωσε στην Υπηρεσία Ασύλου.
Επιπλέον, όπως προκύπτει από τον Δ.Φ., παρατηρώ πως έγιναν προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Αιτητή για την παραλαβή της απόφασης, στις 21/06/2024, 25/06/2024 και 26/06/2024, χωρίς να απαντήσει ο αιτητής και στις δυο τελευταίες προσπάθειες ο αριθμός δεν ανταποκρινόταν (ερ. 103). Οι τηλεφωνικές κλήσεις έγιναν στον αριθμό τηλεφώνου που ο ίδιος ο Αιτητής δήλωσε και/ή κατέγραψε (ερ, 7 και 41), και όπως προκύπτει είχε προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία στον ίδιο αριθμό προκειμένου να εμφανιστεί για τη διεξαγωγή της συνέντευξης του, όπου η επικοινωνία είχε επιτευχθεί (ερ. 44).
Λαμβανομένου υπόψη της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρ. 77/2015, MD YOUSUF ALI ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Λειτουργού Μετανάστευσης κ.α., ημερομηνίας 07/04/2015, σε σχέση με την αποστολή της προσβαλλόμενης απόφασης και τη μη παραλαβή αυτής από το διοικούμενο, λέχθηκαν τα εξής:
«Σημασία λοιπόν εν προκειμένω είχε η «αποστολή» της απορριπτικής απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων στον αιτητή και όχι η «παραλαβή» της, για τον τερματισμό του δικαιώματος παραμονής του αιτητή στην βάση του Νόμου και την διάγνωση του καθεστώτος του ως απαγορευμένου μετανάστη.
Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκαν οι καθ' ων η αίτηση με βάση το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και παρέμειναν αναντίλεκτα (βλ. συνημμένα 1 και 2 στη γραπτή αγόρευση των καθ' ων η αίτηση, ερυθρό 64 επ. στο Τεκμήριο 2), η επιστολή κοινοποίησης της απόρριψης της ιεραρχικής προσφυγής εστάλη με συστημένο ταχυδρομείο στις 29.12.2014. Σύμφωνα με την απόδειξη κατάθεσης συστημένων και το έγγραφο του Ταχυδρομείου αναφορικά με τον εντοπισμό της πορείας αποσταλθέντων μέσω ηλεκτρονικού συστήματος των Κυπριακών Ταχυδρομείων (web tracking) φαίνεται πως ο παραλήπτης ειδοποιήθηκε στις 2.1.2015 για να παραλάβει την σχετική επιστολή αλλά επεστράφη ως αζήτητη στον αποστολέα.
Εξάλλου το βάρος απόδειξης της μη λήψης της επιστολής είναι στον προοριζόμενο παραλήπτη, ο οποίος μπορεί να επιχειρήσει να ανατρέψει το τεκμήριο με την προσαγωγή μαρτυρίας ως προς τη μη λήψη της επιστολής, (βλ. απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Θεανώ Θεμιστοκλέους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2007) 3 ΑΑΔ 415). Εδώ ο αιτητής δεν το έχει αποσείσει.
Εν προκειμένω, ο αιτητής άσκησε διοικητική προσφυγή και, προφανώς, ανέμενε το αποτέλεσμά της και δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία πως ειδοποίηση ότι έχει συστημένη επιστολή προφανώς, έστω ενδεχομένως, συσχετιζόταν προς τη διοικητική προσφυγή που άσκησε. Η ειδοποίηση στάληκε στη διεύθυνση που εκείνος έδωσε. Κατά την προσφυγή η διεύθυνση αυτή εξακολουθούσε να είναι η ίδια. Μάλιστα, εκεί ήταν που εντοπίστηκε και συνελήφθηκε από την Αστυνομία στις 18.1.2015. Επομένως, ο αιτητής όφειλε να την είχε παραλάβει και θα πρέπει, κάτω από τις περιστάσεις, να του καταλογιστεί γνώση. (Βλ. κατ' αναλογία Υπόθεση αρ. 2052/06 Vakhtang Odikadze ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 8.8.2008
Συνεπώς, θεωρώ ότι οι καθ' ων η αίτηση προέβησαν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για να ενημερώσουν τον αιτητή για την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων. Μετά την αποστολή της απόφασης αυτής, ο αιτητής δεν αντλούσε πλέον οποιοδήποτε δικαίωμα παραμονής του στην Δημοκρατία από τον περί Προσφύγων Νόμου.». )( Οι υπογραμμίσεις δικές μου ).
Στην υπόθεση με αρ. 2052/2006, Vakhtang Odikaze v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερομηνίας 08/08/2008, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέφερε τα εξής:
«Οι καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκαν την απόφαση του Νικολάου Δ., στην Omar Dahel Akasheh Hawamdeh ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή 894/2004, ημερ. 8.9.2005. Εκεί κρίθηκε πως η αποστολή της επιστολής στη διεύθυνση που ο ενδιαφερόμενος είχε δώσει, ήταν αρκετή. Και πως «η τελείωση της διοικητικής απόφασης δεν βρίσκεται στο θέλημα του αλλοδαπού που επιλέγει να μην καταστήσει γνωστό στις Αρχές τον τόπο όπου πράγματι βρίσκεται».
Χρήσιμη συναφώς αναφορά, ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα μπορεί να γίνει στην απόφαση της Ολομέλειας στην Θεανώ Θεμιστοκλέους κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ΑΕ 51/05, ημερομηνίας 10.9.07. Επίσης στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 253, όπου εξηγείται πως η γνώση τεκμαίρεται και «εκ της παρόδου μακρού χρόνου από της εκδόσεως της πράξεως ιδία δε αν υφίσταται προφανές ενδιαφέρον δια την τύχην της υποθέσεως».
Εν προκειμένω, ο αιτητής άσκησε διοικητική προσφυγή, προφανώς ανέμενε το αποτέλεσμά της και δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία πως ειδοποίηση πως έχει συστημένη επιστολή προφανώς, έστω ενδεχομένως, συσχετιζόταν προς τη διοικητική προσφυγή που άσκησε. Την ειδοποίηση που στάληκε στη διεύθυνση που εκείνος έδωσε και που, μάλιστα, κατά την προσφυγή εξακολουθούσε να είναι η ίδια τεκμαίρεται πως την παρέλαβε και θεωρώ πως, κάτω από τις περιστάσεις, θα έπρεπε έκτοτε να του καταλογιστεί γνώση. Ανεξάρτητα από το τι ο ίδιος, στη συνέχεια, επέλεξε να κάμει ή να παραλείψει, όπως μου φαίνεται, θα ήταν άσχετο αν αποδεδειγμένα κατέστρεφε το φάκελο χωρίς να τον ανοίξει. Εναπόκειται σε εκείνο να μεριμνήσει και η παράλειψη ή η αδιαφορία του, μάλιστα, επί μεγάλο χρονικό διάστημα δεν δημιουργεί μονομερώς υπόθεση μη γνώσης, ώστε να καταστρατηγείται το Σύνταγμα ως προς την προθεσμία. Η προσφυγή απορρίπτεται με €500 έξοδα.».
Στην προσφυγή υπ' αριθμόν 403/14 Οικογένεια Sanyan..Sanyan..Sanyan v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 05/04/2019, στην οποία η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων ενημέρωσε για την απορριπτική απόφαση της στην ιεραρχική προσφυγή, τον δικηγόρο των αιτητών και στάλθηκαν συστημένες επιστολές από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων στους αιτητές, οι οποίες επιστράφηκαν με την ένδειξη «Αζήτητο», ο έντιμος δικαστής κος. Σεραφείμ, αναφέρει:
«Εξέτασα τα πιο πάνω με προσοχή. Η προδικαστική ένσταση ευσταθεί. Το άρθρο 146.3 του Συντάγματος ορίζει, καταρχήν, ότι, προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου δύναται να ασκηθεί εντός 75 ημερών από την ημέρα δημοσίευσης της ή αν δεν δημοσιεύεται ή παραλήφθηκε η δημοσίευση της, εν πάση περιπτώσει, από την ημέρα που η επίδικη απόφαση περιέρχεται σε γνώση αιτητή. Το δε, βάρος απόδειξης ότι η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη το φέρει, κατά κανόνα, αυτός που προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό, εδώ η πλευρά της καθ' ης η αίτηση,
(βλ. KRITIOTIS V. MUNICIPALITY OF PAPHOS & OTHERS (1986) 3 C.L.R. 322, 346; ΜΑΡΚΙΔΟΥ V. Κ.Ο.Τ. (1992) 4 (ΣΤ) Α.Α.Δ. 4472, 4482), ενώ πρέπει, επίσης, η κοινοποίηση της απόφασης να αποδεικνύεται ως λαβούσα πράγματι χώρα (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929 - 1959, σελ. 252). Εξαίρεση στο προαναφερόμενο κανόνα, αποτελεί η περίπτωση της καταχώρησης της προσφυγής μετά την πάροδο αρκετών ημερών από τη λήξη της κανονικής προθεσμίας, οπότε εναπόκειται σ' εκείνον που προβάλλει ισχυρισμό ότι παρέλαβε καθυστερημένα τη γνωστοποίηση της επίδικης διοικητικής πράξης να τον αποδείξει (βλ. απόφαση ημερομηνίας 26.3.2009 στην Προσφυγή Αρ. 842/2007 ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΛΑΙΧΩΡΙΟΥ ΛΤΔ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ).
Στην υπόθεση HADJIGAVRIEL V. REPUBLIC (1986) 3 C.L.R. 52 αποφασίστηκε ότι, εναπόκειται στον αιτητή να δείξει πως η συγκεκριμένη επιστολή, με την οποία του κοινοποιήθηκε η διοικητική πράξη, είχε παραληφθεί σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που θεωρείται εύλογος υπό τις περιστάσεις. Στο σύγγραμμα του Θεμιστοκλή Τσάτσου «Η αίτησις ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας», έκδοση 3η, σελ. 80-81 λέχθηκαν και τα ακόλουθα, με δική μου έμφαση:
«Κρίνεται δ΄εν αμφιβολία το ζήτημα της γνώσεως και του χρόνου, καθ΄ον επραγματοποιήθη υπέρ του αιτουμένου την ακύρωσιν, διότι βαρύνεται δια της υποχρεώσεως της δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως των πράξεων αυτής η διοίκησις, η οποία ως εκ τούτου φέρει το βάρος της σχετικής αποδείξεως. Εκτός εάν το πιθανολογούμενον ενδιαφέρον του προσφεύγοντος και η τυχόν ιδιότης αυτού καθιστώσιν όλως απίθανον την από μέρους αυτού παράλειψιν των ενεργειών εκείνων, δι΄ων θα ηδύνατο ούτος ευκόλως να λάβη αμέσως πλήρη γνώσιν της πράξεως. Εφ΄όσον η πράξις είναι προσιτή ευκόλως εις τον ενδιαφερόμενον, η μη εντός ευλόγου χρόνου ενέργεια των απαιτουμένων προς λήψιν πλήρους γνώσεως αυτής, αποτελεί παράλειψιν και πταίσμα, ούτινος αι συνέπειαι δέον να εξομοιωθώσι προς την μη εμπρόθεσμον άσκησιν της αιτήσεως ακυρώσεως, της οποίας η προθεσμία δεν είναι δυνατόν, εν τοιαύτη περιπτώσει, ν΄αδρανήση επ΄άπειρον, εκτός εάν προκύπτη ότι, παρά την πάροδον μακρού χρόνου από της εκτελέσεως, η πλήρης γνώσις ήτο αδύνατος ή συγγνωστή η σχετική έλλειψις ενδιαφέροντος του διοικουμένου, όσον αφορά εις την έκδοσιν ή το περιεχόμενον της πράξεως.»
Στην υπόθεση Πουργούρας ν. Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας (1997) 4(Ε) ΑΑΔ 3259 αναφέρθηκαν και τα εξής, με δική μου έμφαση:
«Όταν η πράξη δεν είναι από αυτές που απαιτείται δημοσίευσή τους, η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που η πράξη περιήλθε εις γνώση του αιτητή. Η γνώση πρέπει να είναι πλήρης. Πλήρης θεωρείται η γνώση όταν επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να διαγνώσει με βεβαιότητα και ακρίβεια την υλική ή ηθική ζημιά που υφίσταται από την πράξη (βλέπε μεταξύ άλλων Papaioannou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 103).
Η πλήρης γνώση της πράξης μπορεί να τεκμαίρεται και από ενέργειες του ενδιαφερόμενου. Όταν έχει παρέλθει εύλογος χρόνος από την έκδοση της πράξης και ο αιτητής, παρά το ότι η πράξη ήταν εύκολα προσιτή σ' αυτόν, δεν προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για να λάβει πλήρη γνώση της, δεν μπορεί να την προσβάλει επικαλούμενος μη έγκαιρη γνώση της (βλέπε Γεωργία Σοφοκλέους Χειμωνίδου ν. Ιατρικών Υπηρεσιών και Άλλου (1994) 4 Α.Α.Δ. 2040).».
Στην υπόθεση Αλίκη Γεωργίου ν. Δήμου Λάρνακας (1) (1998) 3 ΑΑΔ 197, τονίστηκε μεταξύ άλλων και τα εξής, πάντα με δική μου έμφαση:
«Αν η πράξη είναι εύκολα προσιτή στον ενδιαφερόμενο, η ουχί εντός εύλογου χρόνου ενέργεια των απαιτουμένων προς λήψη πλήρους γνώσης της πράξης, αποτελεί παράλειψη της οποίας οι συνέπειες εξομοιώνονται προς τη μη εμπρόθεσμο άσκηση της αίτησης ακύρωσης.
Η επάρκεια της γνώσης που κτάται κρίνεται κατά περίπτωση στο πλαίσιο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης (Ευθυμία Σωφρονίου ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Κακοπετριάς, Υποθ. Αρ. 1179/91, ημερ. 13.9.1993 και Τροοδία Ιωνά Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 2498).»
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω γεγονότα, δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα της διεύθυνσης, αλλά ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία πως ο Αιτητής δεν έλαβε ειδοποίηση άφιξης συστημένης επιστολής, αντιθέτως, από το σύνολο των δεδομένων προκύπτει αδιαφορία και αμέλεια για την παραλαβή της ή και αδιαφορία για την τύχη της (Οδυσσέως ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ 481).
Παρά του ότι δόθηκε στον Αιτητή η ευκαιρία να προβάλει τη θέση του δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης ύπαρξης «εξαιρετικών περιστάσεων». Η επίδειξη ενδιαφέροντος για την τύχη της υπόθεσης του, μετά τη πάροδο 6 μηνών από την έκδοση της απόφασης (ερ. 109 – ημερ. 31/01/2025), δεν μπορεί να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της προσφυγής του.
Συνεπώς, η εξέταση των επί της ουσίας ζητημάτων παρέλκει.
Η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο