C. M. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.3627/24, 14/7/2026
print
Τίτλος:
C. M. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.3627/24, 14/7/2026

 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.3627/24

 

                                                                14 Ιουλίου 2026            

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

C. M. M.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Κα Χρ. Δημητρίου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση                          

Κος Ρ. Ευαγγέλου – μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Γαλλικά και αντίστροφα            

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται επανεξέταση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία του κοινοποιήθηκε στις 23/08/24 με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση και προκύπτει από τον Διοικητικό Φάκελο (ΔΦ), ο αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 26/02/24 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 07/03/24 (ερ.1-3, 37).

Στις 20/03/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.26-37). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 23/07/24 η επίδικη εδώ αίτηση απορρίφθηκε (ερ.47-57). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του δόθηκε διά χειρός και του μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί στις 23/08/24 (ερ.59, 3).

Η αίτηση αποτελείται από χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ.1 επί του οποίου δεν καταγράφονται νομικοί λόγοι ή έκθεση γεγονότων. Αυτό που αναφέρει ο αιτητής είναι ότι «αν [επιστρέψει] στη χώρα [του] θα [τον] φυλακίσει ο στρατός και [τον] απειλούν ότι θα [τον] βάλουν σε κελί χωρίς επισκέψεις και επίσης [τον] απειλούν ότι θα [τον] σκοτώσουν» και ότι οι γονείς του «έχουν ήδη εγκαταλείψει το σπίτι τους λόγω αυτών των απειλών».

Ενόψει της μη συμπερίληψης οιουδήποτε νομικού ισχυρισμού στην παρούσα αίτηση, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της. Με βάση λοιπόν τα διαλαμβανόμενα στο αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος και αρ.11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(I)/2018) προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του γιατί η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο, αφού – ως εξηγεί – είχε δεσμό με μια κοπέλα και όταν ο πατέρας της έμαθε γι’ αυτό κυνήγησε τον αιτητή «με το προσωπικό ασφαλείας του (είναι στρατηγός στον στρατό […] έβαλε τον πατέρα [του αιτητή] στη φυλακή», ο αιτητής έφυγε από το σπίτι του φοβούμενος και όταν ο πατέρας του απελευθερώθηκε επέστρεψε στο σπίτι του, την ίδια μέρα ο στρατηγός έστειλε άτομα από το προσωπικό του να δείρουν τον αιτητή και τότε οι γονείς του αιτητή αποφάσισαν αν τον στείλουν εκτός ΛΔΚ, λόγω του ότι ο στρατηγός απείλησε να τον σκοτώσει.           

Στην επίδικη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην Κινσάσα, έχει πτυχίο πανεπιστημίου στις Επικοινωνίες (communication), εργαζόταν σε νοσοκομείο («σαν φαρμακοποιός»), οι γονείς, ο αδελφός και η αδελφή του διαμένουν στη Κινσάσα, ο δε αιτητής διατηρεί επικοινωνία με τον πατέρα και διάφορους φίλους του, είναι δε άγαμος και άτεκνος.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής  ανέφερε την 1η φορά που πήγε φυλακή τον έδιωξαν, τη δε 2η – σε άλλη φυλακή, κοντά στη θάλασσα - υπέστη κακομεταχείριση αφού, ως ανέφερε, οι φύλακες τον απείλησαν, ισχυριζόμενοι ότι δεν κατανοούσε και ότι δεν υπάκουσε στις εντολές, ενώ τον απείλησαν ότι θα τον ρίξουν στη θάλασσα. Η διαφυγή του ήταν αδύνατη, καθώς φρουρούνταν αυστηρά. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, μεταφέρθηκαν πολλοί άλλοι κρατούμενοι στον ίδιο χώρο και η αποφυλάκιση ήταν δυνατή μόνο κατόπιν καταβολής χρηματικού ποσού ή μέσω παροχής εργασίας. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, όπως ανέφερε δεν έφερε κανένα αποδεικτικό ταυτότητας ή άλλο έγγραφο. Ο αιτητής ανέφερε στους φρουρούς ότι ανήκε στην ομάδα ατόμων που είχαν μεταφερθεί την προηγούμενη νύχτα, με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος. Μετά την αποχώρησή του πήγε στον θείο του. Όταν ο στρατηγός πληροφορήθηκε την απελευθέρωσή του, αντέδρασε έντονα και επιχείρησε να κινητοποιήσει τις αρχές εναντίον του. Ο αιτητής εργαζόταν στο νοσοκομείο και ο στρατηγός προέβη σε ψευδή καταγγελία εναντίον του ότι ήταν δραπέτης και τον κατήγγειλε ότι κακοποίησε την κόρη του και ότι δραπέτευσε από τη φυλακή. Λόγω της ιδιότητας του ως στρατηγός η κατάσταση χειροτέρευσε, καθώς, ως ανέφερε ο αιτητής, δεν υπήρχε δυνατότητα αμφισβήτησής του και εν τέλει ο στρατηγός παρέπεμψε την υπόθεση του αιτητή σε στρατιωτικό σταθμό και γι’ αυτόν τον λόγο ο αιτητής διέφυγε από τη ΛΔΚ.

Κληθείς να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τη σχέση που διατηρούσε με την κόρη του στρατηγού ο αιτητής ανέφερε ότι επρόκειτο για μία «φυσιολογική σχέση ήταν η φιλενάδα [του] και [είχαν] καλή σχέση, όπως μεταξύ δύο ενηλίκων». Η σχέση τους ξεκίνησε το έτος 2019, γνωρίστηκαν επειδή διέμεναν στην ίδια πολυκατοικία και διήρκεσε περίπου 3 έτη. Ερωτηθείς σχετικά, επιβεβαίωσε ότι γνώριζε πως ο πατέρας της συντρόφου του, τον οποίον ονομάτισε, ήταν στρατηγός, αναφέροντας ότι αρχικά κατείχε θέση στρατηγού στην υπηρεσία DEMIAP και στη συνέχεια μετεκινήθηκε στη περιοχή Lubumbashi. Σε ερώτηση σχετικά με το πώς ο πατέρας της κοπέλας πληροφορήθηκε τη σχέση τους ο αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα και οι αδελφές της συντρόφου του γνώριζαν για τη σχέση και εκτιμά ότι και ο πατέρας είχε ενημερωθεί, ωστόσο, ως ανέφερε, το πρόβλημα προέκυψε λόγω συγκρούσεων μεταξύ των οικογενειών. Όπως εξήγησε, κατά το 2019, όταν διέμεναν στο ίδιο κτίριο, ο πατέρας της κοπέλας είχε χαμηλότερο βαθμό (ταγματάρχη), ακολούθως όμως, όταν προήχθη και απέκτησε υψηλότερο κύρος και κοινωνική θέση, δεν αποδεχόταν το ενδεχόμενο η κόρη του να διατηρεί σχέση με κάποιον. Επιπλέον, υπήρξαν διαφωνίες σχετικά με το ίδιο το κτίριο (όπου διέμεναν και οι δύο οικογένειες), καθώς ο πατέρας της συντρόφου του επιθυμούσε να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο αυτού. Από εκείνο το σημείο και έπειτα ξεκίνησαν συγκρούσεις, ως ανέφερε. Ο στρατηγός πληροφορήθηκε για τη σχέση τους το 2020 και, παρά την αρχική του σύλληψη και κράτηση, ο αιτητής συνέχισε τη σχέση με τη σύντροφό του και εξακολουθούν να διατηρούν σχέση μέχρι και σήμερα, οι δε κατηγορίες του στρατηγού ότι ο αιτητής κακοποίησε την κόρη του είναι ψευδείς, ως ανέφερε ο αιτητής. Περαιτέρω ο αιτητής δήλωσε ότι ο στρατηγός συνέχισε να τον αναζητά και μετά την αναχώρησή του από τη ΛΔΚ και, κατά το χρονικό διάστημα που διέμενε στην οικία του θείου του, ο στρατηγός τον κατήγγειλε σε στρατιωτικό σταθμό, με αποτέλεσμα οι Αρχές να τον αναζητούν. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που τον ώθησε να εγκαταλείψει τη ΛΔΚ. Οι Αρχές εξακολουθούν να αναζητούν τον αιτητή. Σε σχετική ερώτηση για το πώς κατόρθωσε να εξέλθει από τη χώρα ενώ φέρεται να καταζητείται, εξήγησε ότι κατά τον χρόνο της αναχώρησής του ενδέχεται να μην είχαν ακόμη ολοκληρωθεί ή καταχωρηθεί τα σχετικά έγγραφα, ενώ πλέον θεωρεί ότι η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί. Επιπλέον ανέφερε ότι έχει σχετικά έγγραφα που πιστοποιούν ότι είναι καταζητούμενο πρόσωπο, τα οποία έλαβε από τον πατέρα του (ερ.30).

Κληθείς να αναφερθεί στο πρώτο περιστατικό σύλληψής του ο αιτητής δήλωσε ότι κατά την 1η ημέρα βρισκόταν στο ίδιο κρατητήριο με τον πατέρα του, όπου δέχθηκε απειλές, στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος και μετέβη στην οικία φίλων του, όπου παρέμεινε για λίγες ημέρες, όταν δε έμαθε ότι και ο πατέρας του είχε αφεθεί ελεύθερος, θεώρησε ότι το ζήτημα είχε λήξει και επέστρεψε στην οικία του. Ωστόσο, ως ανέφερε, την ίδια νύχτα, άτομα που συνδέονταν με τον στρατηγό τον συνέλαβαν εκ νέου και τον μετέφεραν σε άλλο χώρο κράτησης, όπου, ως ανέφερε, υπέστη σωματική βία και απειλές, ενώ οι συνθήκες ήταν δύσκολες, λόγω υπερπληθυσμού. Το επόμενο πρωί, κατά τη διαδικασία αποφυλάκισης άλλων κρατουμένων, δήλωσε ότι είχε μεταφερθεί μαζί με τα άτομα της προηγούμενης νύχτας και του επιτράπηκε να φύγει, αφότου πρώτα του ζητήθηκε να συμμετάσχει σε εργασίες καθαρισμού. Μετά την αποχώρησή του πήγε στον θείο του και, λόγω των τραυματισμών που υπέστη, επισκέφθηκε νοσοκομείο μαζί με τον πατέρα του, καθώς πρόσφατη χειρουργική επέμβαση που είχε παρουσίασε επιπλοκές, κατόπιν της κακομεταχείρισης, όπου έλαβε σχετική φαρμακευτική αγωγή.

Όταν ο στρατηγός πληροφορήθηκε ότι ο αιτητής είχε αφεθεί ελεύθερος επιχείρησε να νομιμοποιήσει την αρχική παράνομη σύλληψη, προβαίνοντας σε νέες ενέργειες για τη σύλληψή του, μεταξύ των οποίων κατηγόρησε τον αιτητή ότι κακοποίησε την κόρη του και ότι ήταν δραπέτης και η υπόθεσή του παραπέμφθηκε σε στρατιωτική αρχή. Αυτά, κατά τα λεγόμενα του αιτητή, έγιναν τον Αύγουστο του 2022, η αρχική κράτηση έλαβε χώρα σε φυλακή της περιοχής διαμονής του και διήρκεσε λίγες ώρες ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, η απελευθέρωσή του οφειλόταν σε παρερμηνεία. Επιπροσθέτως ανέφερε ότι η σύλληψή του σχετιζόταν με τη σχέση του με την κόρη του στρατηγού, καθώς κατά την κράτησή του δέχθηκε σχετικές ερωτήσεις. Ανέφερε επίσης ότι δεν απευθύνθηκε στις αρχές της χώρας του μετά τα περιστατικά, λόγω φόβου.

Κληθείς να αναφερθεί στη δεύτερη σύλληψη και κράτησή του ο αιτητής δήλωσε ότι την ίδια μέρα μετά την πρώτη του σύλληψη και περί τον Αύγουστο του 2022, μεταφέρθηκε σε χώρο κράτησης της υπηρεσίας DEMIAP, που ήταν για σοβαρότερες υποθέσεις. Όταν έφθασε βρίσκονταν εκεί μόνο δύο άτομα, ωστόσο στη διάρκεια της νύχτας μεταφέρθηκαν και άλλοι κρατούμενοι, με αποτέλεσμα ο συνολικός αριθμός να ανέρχεται περίπου σε 50 άτομα. Περιέγραψε τις συνθήκες κράτησης ως κακές και ανέφερε ότι παρέμεινε εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Εκτίμησε ότι η δεύτερη σύλληψή του οφειλόταν στο ότι κατά την πρώτη κράτηση δεν είχε γίνει κατανοητό ότι θα έπρεπε να παραμείνει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ερωτώμενος για τη σύλληψη του πατέρα του ο αιτητής δήλωσε ότι αυτός αφέθηκε ελεύθερος αργότερα την ίδια ημέρα και ότι η σύλληψή του σχετιζόταν με τη σχέση του αιτητή με την κόρη του στρατηγού, επισημαίνοντας ότι κανείς δεν μπορούσε να εναντιωθεί στον εν λόγω στρατηγό. Όσον αφορά την αποφυλάκισή του, ανέφερε ότι την επόμενη ημέρα αφέθηκε ελεύθερος, καθώς ο συγκεκριμένος χώρος κράτησης ήταν για προσωρινή παραμονή ατόμων, ιδίως όσων δεν διέθεταν έγγραφα ταυτοποίησης. Σε ερώτηση ο αιτητής δήλωσε ότι δεν έχουν επικοινωνία με την κοπέλα και ότι η τελευταία φορά που μίλησαν ήταν όταν ο ίδιος ήταν στα κατεχόμενα και, ερωτώμενος γιατί θεωρεί ότι ο πατέρας της εξακολουθεί να τον αναζητά μετά από δύο έτη, ανέφερε ότι έχει ήδη καταγγελθεί και ότι πρόκειται για πρόσωπο με αυξημένη επίδραση.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε μετά την αναχώρησή του από τη ΛΔΚ ο αδελφός του συνελήφθη όταν μετέβη στην οικία τους και αφέθηκε αργότερα ελεύθερος, ενώ παρόμοιο περιστατικό συνέβη και με τον εξάδελφό του, ο οποίος συνελήφθη κατά λάθος, καθώς θεωρήθηκε ότι ήταν ο ίδιος ο αιτητής. Και στις δύο περιπτώσεις, τα πρόσωπα αυτά αφέθηκαν ελεύθερα, ωστόσο αποφεύγουν πλέον να επιστρέψουν στην οικία τους λόγω φόβου σύλληψης, ως ανέφερε. Σε ερώτηση για δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ, απάντησε αρνητικά, ενώ πρόσθεσε ότι δεν διαθέτει άλλο τόπο διαμονής πέραν της οικίας του θείου του, η οποία είναι ήδη γνωστή, και ότι, λόγω της ισχύος του στρατηγού, διατρέχει κίνδυνο.

Κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ρομαντική σχέση του αιτητή με θυγατέρα στρατηγού της ΛΔΚ

3.    Στοχοποίηση από τον πατέρα της συντρόφου του, με αποτέλεσμα τη φυλάκιση του αιτητή

Ο 1ος εκ των ως άνω ισχυρισμών έγινε αποδεκτός, ο δε 2ος και 3ος απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστος.

Σε σχέση με τον ως άνω 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την κατ’ ισχυρισμό σχέση που διατηρούσε με την κοπέλα (κόρη του στρατηγού, κατ’ ισχυρισμό διώκτη του), ουδεμία λεπτομέρεια ή στοιχείο ανέφερε περί τούτου, ουδέν παρέθεσε αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό διαμάχη που (προ)υπήρχε μεταξύ της οικογένειας του αιτητή και αυτής του στρατηγού, ως ο αιτητής – όλως γενικώς – ανέφερε και, ερωτώμενος σχετικά, είπε ότι είναι ακόμα μαζί με την κοπέλα αυτή, χωρίς και πάλι να αναφέρει περαιτέρω στοιχεία ή λεπτομέρειες επί τούτου. Περαιτέρω εντοπίστηκε αντίφασης και έλλειψη συνοχής στο ότι, ενώ – σύμφωνα με τα λεγόμενα του αιτητή - ο κατ’ ισχυρισμό διώκτης του (στρατηγός) έμαθε για τη σχέση τους το 2020, εντούτοις φυλάκισε τον αιτητή και τον πατέρα του τον Αύγουστο 2022, ως ο ίδιος ανέφερε. Επί της εξωτερικής συνοχής του ισχυρισμού κρίθηκε ότι δεν είναι σκόπιμο να γίνει έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες και ο ως άνω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Αναφορικά με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση μα δώσει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες για τις συλλήψεις και φυλάκισης του αλλά και γι’ αυτή του πατέρα του και τα λεγόμενα του στερούνταν συνοχής. Συγκεκριμένα, για την πρώτη φυλάκιση του ουδέν ανέφερε για τις εμπειρίες του στη φυλακή και δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πως αφέθηκε ελεύθερος, ούτε να παραθέσει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες ή στοιχεία για την κακομεταχείριση που κατ’ ισχυρισμό υπέστη. Σχετικά δε με τη δεύτερη φυλάκιση, ομοίως, δεν μπόρεσε να περιγράψει με εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και στοιχεία για τα βιώματα του στη φυλακή και την απόδραση του απ’ αυτή. Αναφορικά με την εργασία του σε νοσοκομείο κρίθηκε ως μη ευλογοφανής ο ισχυρισμός του ότι, μετά που έφυγε από τη φυλακή και ενόσω κατηγορούνταν από τον στρατηγό ότι κακοποίησε την κόρη του και καταζητούνταν, αυτός συνέχισε να εργάζεται εκεί. Τέλος, κρίθηκε ως μη ευλογοφανή τα όσα ανέφερε περί του πως κατάφερε ενώ καταζητείτο να φύγει νομίμως από τη ΛΔΚ. Επί της εξωτερικής συνοχής του ισχυρισμού, ομοίως με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι δεν είναι σκόπιμο να γίνει έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες και ο ως άνω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Στα πλαίσια αξιολόγησης κινδύνου στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα), σε συνάρτηση με το προφίλ του, ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης και συνεπώς η αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής.

Στα πλαίσια των γραπτών του αγορεύσεων ουδέν πρόσθεσε επί των ως άνω ισχυρισμών του ο αιτητής, επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσία τα όσα είχε αναφέρει στην επίδικη αίτηση και στη συνέντευξη.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή επί της ουσίας αυτής, ελήφθη στα πλαίσια ορθής και επιμελούς διαδικασίας, και, με αναφορές στα ευρήματα αξιοπιστίας του αιτητή και στην τελική τους κατάληξη, αναφέρουν ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και τα επιμέρους ευρήματα τους είναι ορθά.

Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Εν προκειμένω, διερχόμενος με προσοχή το πρακτικό της συνέντευξης αλλά και την επίδικη έκθεση των καθ’ ων η αίτηση,  αποδέχομαι – ως ήταν και η κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση - ότι οι πολλές ελλείψεις εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών επί του συνόλου του αφηγήματος του, τα κενά, η παντελής απουσία βιωματικών στοιχείων και η γενικότητα των ισχυρισμών του αιτητή καθιστούσε αυτούς στερούμενους εσωτερικής συνοχής και συνεπώς ορθά απορρίφθηκε εδώ ο 2ος και 3ος ουσιώδεις ισχυρισμοί ως αναξιόπιστοι.

Σημειώνω ότι, πέραν των όσων λεπτομερών καταγράφονται από τους καθ’ ων η αίτηση στα ερ.50-53, τα οποία υιοθετώ, ως αυτά καταγράφονται και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, είναι κατάληξη μου πως ο αιτητής απέτυχε καταφανώς να παραθέσει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και βιωματικά στοιχεία. Ενδεικτικά επί τούτου σημειώνω ότι στις πολλές ερωτήσεις που έγιναν σχετικά ο αιτητής αποκρινόταν κατά βάση ασαφώς και με γενικότητα και εν πολλοίς μονολεκτικά και τελικά τα όσα ανέφερε δεν είχαν το παραμικρό ψήγμα αναμενόμενων πληροφοριών ή βιωματικών στοιχείων, τόσο αναφορικά με τη σχέση του με την κόρη του κατ’ ισχυρισμό διώκτη του, πως ήταν αυτή η σχέση, πόσο διήρκησε, πότε και πως το έμαθε ο πατέρας αυτής, ποιο ήταν το περιεχόμενο της διαμάχης των δυο οικογενειών (που προϋπήρχε), ποια ήταν τα βιώματα του αιτητή κατά τις φυλακίσεις του, γιατί εφόσον – σύμφωνα με τα λεγόμενα του αιτητή – το γνώριζε ο στρατηγός ήδη από το 2020 αυτός δεν έπραξε τίποτε μέχρι τον Αύγουστο 2022, όταν και φυλάκισε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτητή, αυτόν και τον πατέρα του και – σημείο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό θεωρώ – ουδόλως τελικά εξήγησε ικανοποιητικά πως, εφόσον ο στρατηγός, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του αιτητή, κινητοποίησε τις Αρχές εναντίον του και τον κατάγγειλε για κακοποίηση της κόρης του, ο αιτητής διέφυγε νομίμως, μέσω αεροδρομίου, από τη ΛΔΚ. Επιπροσθέτως των ως άνω εντοπίζω ότι ο αιτητής, παρότι αρχικά ανέφερε ότι είναι ακόμα με την κοπέλα, ακολούθως ανέφερε ότι η τελευταία φορά που επικοινώνησε μαζί της ήταν όταν αυτός βρισκόταν στα κατεχόμενα (Σεπτέμβριος 2022), ήτοι 2 χρόνια πριν τη συνέντευξη. Πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω το ότι, παρότι ο αιτητής ανέφερε κατά τη συνέντευξη (ερ.30) ότι θα προσκόμιζε έγγραφα που αποδεικνύουν ότι καταζητείται και ότι υπάρχει καταγγελία κατ’ αυτού για κακοποίηση της κόρης του στρατηγού, τελικά ουδέν εντοπίζεται στον ΔΦ σχετικώς.

Δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, συνεπεία της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του δεν θεωρώ ότι ήταν απαραίτητη η αναζήτηση πληροφορίων αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του αιτητή. Σχετικώς, ως και στο εγχειρίδιο EASO για την «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», 2018, σελ.132, αναφέρεται, η αναζήτηση πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής (ΠΧΚ) «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής ή μη ικανοποιητικής επεξήγησης αποκλίσεων ή παραλλαγών σε ό,τι αφορά τα ουσιώδη στοιχεία μιας αίτησης ή, ακόμη περισσότερο, σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής ως απαράδεκτης.».

Είναι λοιπόν εδώ εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι εν προκειμένω ουδείς των ισχυρισμών του αιτητή μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθώς οι πολλές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής που εντοπίζονται στα λεγόμενα του δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους.

Απομένει λοιπόν μια αποτίμηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα), σε επικαιροποιημένη βάση.

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 08/05/26) στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 42 περιστατικά πολιτικής βίας (όπου περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 48 θανάτους. [1] Ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [2] 

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τόπο διαμονής του  δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» [αρ.19 (2) (γ) τον Νόμου] του αιτητή εκ μόνης της παρουσίας του εκεί (βλ. και C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).

Συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι ηλικίας περί των 27 ετών σήμερα, υγιής, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με πανεπιστημιακή μόρφωση και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, έχει ζήσει όλη του τη ζωή στην Κινσάσα, διατηρεί εκεί οικογενειακό δίκτυο (γονείς και αδέλφια) και έχει επικοινωνία με την οικογένεια του. Εκ των δεδομένων αυτών προκύπτει ότι, κατά την επιστροφή του, ο αιτητής αναμένεται ευλόγως να λάβει - έστω προσωρινά - στήριξη και στέγαση, κατ’ ελάχιστο μέχρις ότου να είναι σε θέση να βιοποριστεί και να συντηρεί τον εαυτό του, τα οποία και συνηγορούν υπέρ του ότι, παρά τις οποίες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσει, δεν αναμένεται να στερηθεί των αναγκαίων χρειωδών και δεν αναμένεται να παραμείνει χωρίς πιθανότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του στο άμεσα προβλέψιμο μέλλον, ως και στη σχετική αυθεντία του ΕΔΑΔ [3] περιγράφονται.

Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι επιστροφή του αιτητή συνιστά επαναπροώθηση του, κατά παράβαση των αρ.2 και 3 της ΕΣΔΑ.

Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €800 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[2] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[3] M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, ημ.21/01/11, παρ.263


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο