ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 3953/2022
15 Ιουλίου, 2026
[Ε. Ρήγα, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
H.G.Y.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόρος για Αιτητή: Γεώργιος Βασιλόπουλος (κος)
Δικηγόρος για Καθ' ων η Αίτηση: A. Παπαδοπούλου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 24.05.2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Σομαλίας την οποία εγκατέλειψε στις 21.03.2021, αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 22.03.2021 κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του, και στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 09.04.2021. Ακολούθως, υπέβαλλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 25.05.2021. Στις 29.03.2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 21.04.2022, υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 24.05.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 10.06.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 10.06.2022. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε από τον Αιτητή στις 27.06.2022.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του, προέβαλε στα πλαίσια του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους περιόρισε και εξειδίκευσε με τη γραπτή του αγόρευση. Συγκεκριμένα ο Αιτητής προέβαλε ότι η απόφαση ελήφθη δίχως να διεξαχθεί η δέουσα έρευνα, ότι η απόφαση δεν αιτιολογείται επαρκώς και ότι η απόφαση ελήφθη παραγνωρίζοντας τους πραγματικούς λόγους που ανάγκασαν τον Αιτητή να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση ευρίσκονται σε πλάνη περί τα πράγματα καθότι ο ίδιος ανέφερε πολλάκις κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης ότι η μητέρα του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα με την υγεία της και ότι ήταν τρελή. Παρόλα αυτά, εξετάσθηκε το ενδεχόμενο επιστροφής του στην Mogadishu, όπου ο Αιτητής παρέμεινε μόνο για δύο ημέρες, επειδή η μητέρα του βρισκόταν εκεί υπό την φροντίδα της θείας του. Προέβαλε επίσης ότι η μητέρα του απεβίωσε στις 15.07.2022 και κατέθεσε σχετική ένορκη δήλωση του αδερφού του που βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και δήλωση ενώπιον του επαρχιακού δικαστηρίου Dharkenley της Σομαλίας αναφορικά με το θάνατό της. Ο Αιτητής υποστηρίζει ακόμη ότι η απόφαση πάσχει καθώς δε διεξήχθη δέουσα έρευνα για τη χώρα καταγωγής του βάσει των ισχυρισμών του και του προφίλ του με αποτέλεσμα να μην εξεταστεί η αντικειμενική πτυχή του να αποτελέσει ο Αιτητής θύμα συμπεριφοράς η οποία συνεπάγεται μορφή δίωξης. Υποστηρίζει επίσης ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση παρέλειψαν να εξετάσουν κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για παροχή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Προέβαλε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αντιλήφθηκαν τα γεγονότα που ισχυρίσθηκε ο Αιτητής όσον αφορά την δίωξη που υφίσταται από την Al Shabaab η οποία δολοφόνησε τον πατέρα του, ενώ τον έκριναν αναξιόπιστο για γεγονότα που αφορούσαν τη δολοφονία του πατέρα του, το 2009, όταν ο Αιτητής ήταν οκτώ ετών. Ακόμη, υποστηρίζει ότι δε λήφθηκε υπόψιν η θέση του θείου του ο οποίος είναι κυβερνητικός αξιωματούχος, ενώ στην έκθεση εισήγησης αναγράφεται ότι η Al Shabaab στοχεύει τέτοια άτομα.
Προέβαλε επίσης ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν υπό το καθεστώς πλάνης περί το Νόμο, αφού εξέδωσαν απόφαση επιστροφής εναντίον του Αιτητή, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ο Αιτητής συνέχιζε να θεωρείται Αιτητής ασύλου για περίοδο τριάντα ημερών από την ημέρα λήψης της απορριπτικής επιστολής και κατά την οποία είχε δικαίωμα καταχώρισης προσφυγής, κατά παράβαση των άρθρων 4 και 8 του Περί Προσφύγων Νόμου, και του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, αφού δε θα μπορούσε και δεν κηρύχθηκε παρανόμως παραμένων σύμφωνα με τον Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο. Συνεπώς, αφού η απόφαση επιστροφής είναι αναπόσπαστο μέρος της απορριπτικής απόφασης, τότε συμπαρασύρει άνευ ετέρου λόγου, σε ακυρότητα την προσβαλλόμενη απόφαση καθ’ ολοκληρίαν.
Από την πλευρά τους, οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Με τη γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση υπογραμμίζουν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι γενικοί και αόριστοι και ως εκ τούτου δε θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Υποστηρίζουν ότι έγινε δέουσα και/ή επαρκή έρευνα από την οποία δεν προέκυψε ότι συντρέχουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του δικαιολογημένου φόβου δίωξης. Αντικρούοντας τον λόγο ακύρωσης περί πλάνης περί τα πράγματα, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι δεν έχει εμφιλοχωρήσει καμία πλάνη στη σκέψη των Καθ’ ων η Αίτηση, οι οποίοι έχοντας ενώπιον τους τα περιστατικά της υπόθεσης όπως αυτά διαμορφώθηκαν μέσα από τους ισχυρισμούς του Αιτητή, εφάρμοσαν τις πρόνοιες του Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες ο Αιτητής δεν εμπίπτει στην έννοια του πρόσφυγα ή του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Καταρχάς, μελετώντας την γραπτή αγόρευση του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι πλην των λόγων ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας και περί πλάνης περί τον Νόμο λόγω έκδοσης απόφασης επιστροφής, οι οποίοι αναπτύσσονται με σχετική επιχειρηματολογία, οι λοιποί ισχυρισμοί προωθούνται με γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων, χωρίς ωστόσο να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ή επιχειρήματα, που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς αυτούς. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962.[1]
Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[2], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[3]. Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344, Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344, όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποία παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.
Στην εξεταζόμενη λοιπόν υπόθεση δεν ήταν αρκετό να τεθεί στα νομικά σημεία της αιτήσεως ακυρώσεως αλλά και της μετέπειτα καταχωρισθείσας γραπτής αγόρευσης, με γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία, η παραβίαση κανόνων δικαίου κάτω από τη γενικότερη σφαίρα παραβίασης των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου με τον οποίον οι αρχές αυτές παραβιάζονται. Στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθούνται οι λόγοι ακυρώσεως ουδόλως εξηγείται με την γραπτή αγόρευση, που είναι και το μέσο για ανάπτυξη μίας τέτοιας επιχειρηματολογίας.
Όλοι λοιπόν οι λόγοι ακυρώσεως, πλην αυτών που αφορούν στην έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας και περί πλάνης περί τον Νόμο λόγω έκδοσης απόφασης επιστροφής, είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης ως γενικοί, αόριστοι αλλά και αλυσιτελείς και κατά τούτο απορρίπτονται στο σύνολό τους. Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[4], θα προχωρήσω να εξετάσω τον ισχυρισμό περί πλάνης περί τον Νόμο λόγω έκδοσης απόφασης επιστροφής και ακολούθως θα εξετάσω την ουσία της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί πλάνης περί τον Νόμο λόγω έκδοσης απόφασης επιστροφής
Αναπτύσσοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή τον πιο πάνω ισχυρισμό, ο συνήγορος του Αιτητή επικαλείται πλάνη περί τον Νόμο, προβάλλοντας ότι η απόφαση επιστροφής λήφθηκε κατά παράβαση των άρθρων 4 και 8 του περί Προσφύγων Νόμου και των σχετικών προνοιών της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ενώ υποστηρίζει ότι, εφόσον η απόφαση επιστροφής αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απορριπτικής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 13(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, τούτο από μόνο του αποτελεί λόγο ακύρωσης της επίδικης απόφασης.
Ο προρρηθείς λόγος ακυρώσεως τελεί σε άμεση συνάρτηση με την τύχη της αίτησης διεθνούς προστασίας. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο, ασκώντας την πλήρη δικαιοδοσία που του παρέχει το εφαρμοστέο δίκαιο, προχωρεί πρωτίστως σε ουσιαστική αξιολόγηση του κατά πόσον ο αιτητής πληροί τα κριτήρια αναγνώρισης ως πρόσφυγας ή, επικουρικώς, χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας, κρίνεται δογματικά ορθό και δικονομικά πρόσφορο, για λόγους οικονομίας της δίκης και πρακτικής ωφελιμότητας, όπως η εξέταση του εν λόγω λόγου ακυρώσεως ακολουθήσει το στάδιο της εξέτασης της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας.
Τούτο, καθόσον, εάν η ουσιαστική κρίση καταλήξει ότι ο Αιτητής δικαιούται διεθνή ή/και συμπληρωματική προστασία, η εξέταση της εν λόγω πλημμέλειας καθίσταται αλυσιτελής, καθότι αίρεται αυτοτελώς το πρακτικό και έννομο αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης ως προς την επιστροφή. Αντιστρόφως, μόνο στην περίπτωση που η ουσία της υπόθεσης κριθεί εις βάρος του Αιτητή, ο προβαλλόμενος λόγος αποκτά αυτοτελές πρακτικό νόημα και θα εξεταστεί, τότε, κατ’ ουσίαν, υπό το πρίσμα της τήρησης των επιβαλλόμενων από τον νόμο και το ενωσιακό δίκαιο διαδικαστικών εγγυήσεων. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να επανέλθει επί του λόγου αυτού, εφόσον ανακύψει σχετική ανάγκη εκ του αποτελέσματος της ουσιαστικής κρίσης.
Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση και με την κατ’ ισχυρισμό έλλειψη δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας
Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Αιτητή, συναρτώνται και διασυνδέονται με την ίδια την ουσία της υπόθεσης και ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5], θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με τους ισχυρισμούς αυτούς (ήτοι, περί έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας).
Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή, ως αυτή προβάλλεται με την κατ’ ισχυρισμό έλλειψη δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας, που κατά τον συνήγορο του, συνεπάγεται και πλάνη περί τα πράγματα (ισχυρισμούς τους οποίους θα συνεξετάσω λόγω της συνάφειάς τους), επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση[6].
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του λόγω έλλειψης ασφάλειας. Ο πατέρας του σκοτώθηκε το 2009 και μετά από αυτό η μητέρα του αποφάσισε να τους πάρει και να διαφύγουν σε ένα καταυλισμό προσφύγων στην Αιθιοπία. Εν συνεχεία, τα δύο αδέρφια της μητέρας του σκοτώθηκαν στην Mogadishu. Έκτοτε η μητέρα του τρελάθηκε (βλ. ερ. 20 δ.φ.).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος της Σομαλίας, γεννηθείς στην πόλη Hargeisa. Δήλωσε ότι γεννήθηκε εκεί επειδή η μητέρα του βρισκόταν προσωρινά στην πόλη κατά τον χρόνο της γέννησής του, ενώ λίγες ημέρες αργότερα η οικογένεια επέστρεψε στην πόλη Luuq, όπου διέμεινε μέχρι την ηλικία των οκτώ ετών. Περί το 2010 εγκατέλειψαν τη Σομαλία και εγκαταστάθηκαν στον προσφυγικό καταυλισμό Melkadida στην Αιθιοπία, όπου ο ίδιος παρέμεινε μέχρι το 2020. Ανέφερε ότι είναι άγαμος και άτεκνος. Δήλωσε ότι είναι μουσουλμάνος ως προς το θρήσκευμα και ότι ανήκει στη φυλή Gadsan. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε ότι φοίτησε μέχρι την έβδομη τάξη, καθώς διέκοψε τη φοίτησή του λόγω οικογενειακών προβλημάτων και της ψυχικής κατάστασης της μητέρας του, ενώ ανέφερε επίσης ότι φοίτησε για ένα έτος σε σχολείο Κορανίου εντός του καταυλισμού. Ομιλεί μόνο Σομαλικά και δήλωσε ότι δεν εργάστηκε ποτέ, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στον καταυλισμό. Αναφορικά με την οικογένειά του, δήλωσε ότι ο πατέρας του, ο οποίος ήταν αστυνομικός, σκοτώθηκε το 2009 από την Al Shabaab. Η μητέρα του, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχικά προβλήματα, εγκατέλειψε τον καταυλισμό το 2017 και έκτοτε διαμένει στη Mogadishu με τη θεία του, η οποία τη φροντίζει. Δήλωσε ακόμη ότι έχει μία αδελφή, την οποία δεν γνώρισε ποτέ, καθώς μεγάλωσε με τη γιαγιά της στη Mogadishu, έναν αδελφό που εξακολουθεί να διαμένει στον καταυλισμό Melkadida και έναν ακόμη αδελφό, στον οποίο έχει αναγνωριστεί προσφυγικό καθεστώς στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ανέφερε επίσης ότι η επικοινωνία του με τη μητέρα και τη θεία του ήταν περιορισμένη, ενώ μετά τα γεγονότα του 2020 διέκοψε κάθε επαφή με τον αδελφό του στον καταυλισμό, ο οποίος τον είχε εκδιώξει (βλ. ερ. 41-46 δ.φ.).
Σχετικά με το ταξίδι του, ο Αιτητής δήλωσε ότι, αφού εγκατέλειψε τον καταυλισμό τον Σεπτέμβριο του 2020, μετέβη αρχικά στη Mogadishu και δύο ημέρες αργότερα στην πόλη Galkayo, όπου παρέμεινε μέχρι την έκδοση του διαβατηρίου του τον Δεκέμβριο του 2020. Στη συνέχεια μετέβη για σύντομο χρονικό διάστημα στη Hargeisa και ακολούθως ταξίδεψε μέσω Τουρκίας προς τα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. ερ. 40 δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του ήταν αστυνομικός και, ύστερα από συμπλοκή με μέλη της Al Shabaab, σκότωσε επτά από αυτά. Κατόπιν τούτου η Al Shabaab τον εντόπισε και τον δολοφόνησε το 2009. Ανέφερε ακόμη ότι η ίδια οργάνωση σκότωσε και την οικογένεια του αδελφού του πατέρα του, με αποτέλεσμα η μητέρα του να εγκαταλείψει μαζί με τον ίδιο και τα αδέλφια του τη Σομαλία και να μεταβούν το 2010 στον προσφυγικό καταυλισμό Melkadida στην Αιθιοπία. Υποστήριξε ότι εξακολουθεί να φοβάται την Al Shabaab και ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Σομαλία, η οργάνωση θα τον εντοπίσει και θα τον σκοτώσει λόγω του πατέρα του (βλ. ερ. 38-39 δ.φ.).
Ο Αιτητής αναφέρθηκε επίσης στους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τον προσφυγικό καταυλισμό στην Αιθιοπία. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι τον Μάιο του 2020 υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από άγνωστο άνδρα ενώ κοιμόταν εκτός της κατοικίας του. Ανέφερε ότι, παρά το γεγονός ότι ενημέρωσε τους πρεσβύτερους του καταυλισμού πως επρόκειτο για εξαναγκασμό, η κοινότητα θεώρησε ότι είχε συναινέσει στην πράξη, γεγονός που οδήγησε σε κοινωνικό στιγματισμό και διακρίσεις εις βάρος του. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι ο αδελφός του δεν τον πίστεψε, τον εκδίωξε από την οικία τους, ενώ δεχόταν λεκτικές επιθέσεις, επιθέσεις με πέτρες και ακόμη και απόπειρα εμπρησμού της κατοικίας όπου διέμενε. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, για ένα διάστημα φιλοξενήθηκε από μέλος της ασφάλειας του καταυλισμού, το οποίο τελικώς τον συμβούλευσε να εγκαταλείψει τον καταυλισμό, καθώς δεν μπορούσε πλέον να του παρέχει προστασία. Ο Αιτητής δήλωσε ότι, μετά τα γεγονότα αυτά, δεν διατηρεί πλέον επικοινωνία με την οικογένειά του (βλ. ερ. 37, 39, 41-43 δ.φ.).
Αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η Αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός της EUAA (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός») εντόπισε και εξέτασε συνολικά τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς (βλ. ερυθρό 128 του δ.φ.):
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, o Λειτουργός διέκρινε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο διαμονής του, ο δεύτερος αναφορικά με την ισχυριζόμενη δίωξη από έναν άντρα κατά την παραμονή του στον προσφυγικό καταυλισμό Melkadida, και ο τρίτος σχετικά με τον φόβο δίωξης από την Al Shabaab λόγω της δολοφονίας του πατέρα του από την οργάνωση το 2009 (βλ. ερ. 102 δ.φ.). Αποδεκτός έγινε μόνο ο πρώτος ισχυρισμός, δίχως όμως να γίνει αποδεκτό το ότι ο Αιτητής έφυγε από τον καταυλισμό κατά την χρονική περίοδο του 2020. Ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε καθώς κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν σαφήνειας, ακρίβειας και λεπτομέρειας, ενώ εντοπίστηκαν αντιφάσεις στις δηλώσεις του σχετικά με το εάν διατηρούσε επικοινωνία με την οικογένειά του. Αντιφάσεις εντοπίστηκαν και μεταξύ των ισχυρισμών του κατά τη συνέντευξη και των ισχυρισμών του όπως δηλώθηκαν σε έκθεση της κοινωνική Λειτουργού με ημερομηνία 25.06.2021 (βλ. ερ. 98, 99 δ.φ.). Ο τρίτος ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω έλλειψης ευλογοφάνειας, λεπτομερειών και ακρίβειας καθώς και λόγω έλλειψης σαφών και ικανοποιητικών απαντήσεων, και αντιφάσεων σε σχέση με όσα ο Αιτητής δήλωσε ενώπιον της κοινωνικής Λειτουργού (βλ. ερ. 96, 97 δ.φ.).
Ακολούθως, ο Λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Σομαλία, στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων. Στο πλαίσιο αυτό, ο Λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Mogadishu, από τις οποίες κατέληξε ότι δε συντρέχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα. Σημειώνεται ότι ο Λειτουργός επέλεξε να μην εξετάσει το ενδεχόμενο επιστροφής του αιτητή στην πόλη Hargeisa (τόπος γέννησης του Αιτητή) ούτε στην πόλη Luuq (τόπος διαμονής του στη χώρα του) καθώς «σε αυτές έζησε σε μικρή ηλικία και δεν διαθέτει συγγενείς». Γι’ αυτό το λόγο επιλέχθηκε η πρωτεύουσα Mogadishu στην οποία τότε διέμενε η μητέρα του, η θεία του και η αδερφή του (βλ. ερ. 95, 96 δ.φ.). Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. ερ. 91, 103 δ.φ.).
Η αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας
Κατόπιν της έκδοσης του Διατάγματος Προσαγωγής Μαρτυρίας ημερομηνίας 09.04.2025, ο Αιτητής καταχώρισε την από 30.05.2025 ένορκη δήλωσή του, με την οποία προσκόμισε πρόσθετη μαρτυρία. Ειδικότερα, προσκόμισε αντίγραφο της άδειας διαμονής του αδελφού του στο Ηνωμένο Βασίλειο, από την οποία προκύπτει ότι του έχει αναγνωρισθεί προσφυγικό καθεστώς από την 01.04.2019 (Παράρτημα Α), ένορκη δήλωση του εν λόγω αδελφού, ημερομηνίας 22.03.2024, με την οποία επιβεβαιώνεται η συγγενική τους σχέση, η αναγνώριση του ίδιου ως πρόσφυγα στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και ο θάνατος της μητέρας τους στις 15.07.2022 (Παράρτημα Β), καθώς και πιστοποιητικό θανάτου της μητέρας του, εκδοθέν από το District Court of Dharkeynley, Mogadishu, ημερομηνίας 07.04.2024, συνοδευόμενο από τα σχετικά αποδεικτικά καταβολής των τελών έκδοσής του (Παράρτημα Γ). Περαιτέρω, ο Αιτητής υποστήριξε ότι τα εν λόγω έγγραφα ενισχύουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του και αποδεικνύουν την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται προς θεμελίωση του αιτήματός του για διεθνή προστασία.
Κατά την αντεξέτασή του, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι η ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 30.05.2025 ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ερωτηθείς αναφορικά με το Παράρτημα Α, δήλωσε ότι ο αδελφός του υπέβαλε αίτηση για απόκτηση βρετανικής υπηκοότητας και, ως εκ τούτου, δεν είχε ανανεώσει την άδεια διαμονής του. Αναφορικά με το Παράρτημα Β, εξήγησε ότι, κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου του, επικοινώνησε με τον αδελφό του στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο οποίος απευθύνθηκε στον δικό του δικηγόρο για την ετοιμασία της ένορκης δήλωσης, την οποία στη συνέχεια απέστειλε στον ίδιο. Ερωτηθείς σχετικά με ισχυρισμούς των Καθ’ ων η Αίτηση ότι ο δικηγόρος που υπέγραψε την εν λόγω ένορκη δήλωση είχε αποχωρήσει από το σχετικό δικηγορικό γραφείο ήδη από το 2018, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν γνωρίζει τις σχετικές διευθετήσεις, καθώς αυτές έγιναν από τον αδελφό του, επιμένοντας ότι τα έγγραφα που του διαβίβασε είναι νόμιμα. Περαιτέρω, αναφορικά με το πιστοποιητικό θανάτου της μητέρας του (Παράρτημα Γ), ανέφερε ότι, κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου του, επικοινώνησε με τη θεία του στη Σομαλία, η οποία μερίμνησε για την έκδοσή του από το αρμόδιο Δικαστήριο, με τη συνδρομή προσώπων που είχαν παραστεί στην ταφή της μητέρας του. Διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρών κατά την έκδοση του πιστοποιητικού, δεν γνωρίζει τα πρόσωπα που το υπέγραψαν και ότι το μόνο που γνωρίζει είναι ότι αυτό εκδόθηκε από το District Court of Dharkeynley στη Mogadishu. Τέλος, κατά την επανεξέτασή του, επιβεβαίωσε ότι κατά τη συνέντευξή του είχε αναφερθεί στην ψυχική κατάσταση της μητέρας του και ότι αυτή βρισκόταν ακόμη εν ζωή κατά τον χρόνο διεξαγωγής της συνέντευξης, ενώ ο θάνατός της επήλθε μεταγενέστερα.
Κατά την αντεξέταση, οι Καθ’ ων η Αίτηση προσκόμισαν και καταχώρισαν ως Τεκμήριο 1 εκτύπωση από την επίσημη ιστοσελίδα του Companies House του Ηνωμένου Βασιλείου, με σκοπό να υποστηρίξουν ότι ο Shahbaz Shafi, ο οποίος υπογράφει την ένορκη δήλωση του αδελφού του Αιτητή, είχε αποχωρήσει από το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο ήδη από την 01.03.2018.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί, υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την εισηγητική έκθεση, που αποτελεί και την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση, όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή, ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
(α) Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό
Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, συμφωνώ και συντάσσομαι σε μεγάλο βαθμό με την κρίση των Καθ' ων η Αίτηση. Οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, την υπηκοότητά του, τον τόπο γέννησης και συνήθους διαμονής του, το θρήσκευμά του, τη φυλετική του καταγωγή, το μορφωτικό του επίπεδο, την οικογενειακή του κατάσταση και τη σύνθεση της οικογένειάς του παρουσιάζονται κατά βάση σαφείς, συνεκτικές και απαλλαγμένες από ουσιώδεις αντιφάσεις. Οι σχετικές αναφορές του παρέμειναν σταθερές τόσο κατά την καταγραφή της αίτησής του όσο και κατά τη διεξαγωγή της προσωπικής του συνέντευξης, χωρίς να εντοπίζονται αποκλίσεις που να πλήττουν την αξιοπιστία του ως προς τα συγκεκριμένα στοιχεία.
Κατά συνέπεια, καταλήγω ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή είναι εσωτερικά αξιόπιστος και ορθώς έγινε δεκτός από τους Καθ' ων η Αίτηση.
(β) Ως προς το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση του Αιτητή κατά την παραμονή του στον προσφυγικό καταυλισμό Melkadida στην Αιθιοπία και τα γεγονότα που, κατά τους ισχυρισμούς του, ακολούθησαν, το Δικαστήριο, κατόπιν συνολικής αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού, καταλήγει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν πληροί το απαιτούμενο επίπεδο εσωτερικής αξιοπιστίας.
Καταρχάς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά την αξιολόγηση ισχυρισμών που αφορούν σεξουαλική βία, οφείλει να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή και ευαισθησία.
Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι οι ισχυρισμοί περί σεξουαλικής βίας απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή κατά την αξιολόγησή τους, καθόσον τα θύματα ενδέχεται να δυσκολεύονται να αποκαλύψουν τα πραγματικά περιστατικά λόγω αισθημάτων φόβου, ντροπής ή τραύματος. Ως εκ τούτου, ούτε η καθυστερημένη αποκάλυψη ούτε η απουσία λεπτομερούς περιγραφής αρκούν αφ' εαυτών για την απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού.
Παράλληλα, ακόμη και όταν δεν προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία, το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει κατά πόσο οι δηλώσεις του αιτητή είναι συνεκτικές, εύλογες και συμβατές με τα λοιπά στοιχεία της υπόθεσης. Συνεπώς, η απουσία αποδεικτικών στοιχείων δεν είναι καθοριστική, πλην όμως δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση αξιολόγησης της αξιοπιστίας της αφήγησης.
Στην παρούσα υπόθεση, μολονότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι υπέστη σεξουαλική επίθεση από άγνωστο άνδρα ενώ κοιμόταν εκτός της κατοικίας του, ότι το περιστατικό έγινε αντιληπτό από φύλακα του καταυλισμού, ότι η κοινότητα θεώρησε πως είχε συναινέσει στην πράξη, ότι ο αδελφός του τον εκδίωξε από την οικία τους και ότι ακολούθως υπέστη κοινωνικό στιγματισμό και επανειλημμένες παρενοχλήσεις, οι σχετικές του δηλώσεις παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό γενικές και περιορισμένες. Παρά τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, δεν ανέπτυξε επαρκώς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά του συμβάντος ούτε παρείχε συγκεκριμένα βιωματικά στοιχεία ως προς τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα, ώστε να καταστεί δυνατή η αξιολόγηση της προσωπικής του εμπειρίας με βάση την εσωτερική συνοχή της αφήγησής του.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με συγκεκριμένο τρόπο πώς δημιουργήθηκε η αντίληψη μεταξύ των κατοίκων του καταυλισμού ότι είχε συναινέσει στη σεξουαλική πράξη, ούτε περιέγραψε συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει πώς εκδηλώθηκε ο ισχυριζόμενος κοινωνικός αποκλεισμός πέραν γενικών αναφορών περί εξύβρισης, λιθοβολισμού και απομάκρυνσής του από την οικία. Οι σχετικές του αναφορές παρέμειναν συνοπτικές και δεν συνοδεύτηκαν από συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα που να προσδίδουν στην αφήγησή του την απαιτούμενη εσωτερική πληρότητα.
Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι, κατά την αρχική συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε ενώπιον της κοινωνικής λειτουργού πριν από την κύρια εξέταση της αίτησής του (βλ. ερ. 34-27 του δ.φ.), ο Αιτητής δεν ανέφερε ότι είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία εξήγησε ότι δεν ήταν ακόμη σε θέση να μιλήσει για το συγκεκριμένο περιστατικό λόγω αισθημάτων ντροπής. Το Δικαστήριο θεωρεί την εξήγηση αυτή εύλογη και δεν αντιμετωπίζει την αρχική αυτή παράλειψη ως ένδειξη αναξιοπιστίας. Ωστόσο, η εύλογη εξήγηση της καθυστερημένης αποκάλυψης δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση να αξιολογήσει την αξιοπιστία της ίδιας της μεταγενέστερης αφήγησης, η οποία, για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν, εξακολουθεί να παρουσιάζει περιορισμένη πραγματολογική ανάπτυξη.
Περαιτέρω, ενώ κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία ο Αιτητής προσκόμισε σειρά εγγράφων προς ενίσχυση των ισχυρισμών του, μεταξύ των οποίων ληξιαρχικά έγγραφα, ένορκη δήλωση του αδελφού του και στοιχεία σχετικά με την αναγνώριση του τελευταίου ως πρόσφυγα στο Ηνωμένο Βασίλειο, κανένα από τα έγγραφα αυτά δεν περιέχει οποιαδήποτε αναφορά στο επίδικο περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης ή στις συνέπειες που, κατά τους ισχυρισμούς του, αυτό επέφερε. Ιδίως, η ένορκη δήλωση του αδελφού του, η οποία υποβλήθηκε ακριβώς προς υποστήριξη της αίτησής του, δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε επιβεβαίωση ή έστω έμμεση μνεία του συγκεκριμένου περιστατικού. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι δεν απαιτείται η ύπαρξη επιβεβαιωτικών εγγράφων για να γίνει δεκτός ένας τέτοιος ισχυρισμός· εντούτοις, η παντελής απουσία οποιασδήποτε σχετικής αναφοράς στα μεταγενέστερα στοιχεία που προσκομίστηκαν αποτελεί παράγοντα ο οποίος δύναται να συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της αξιοπιστίας.
Σημειώνεται ακόμη ότι, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, προέκυψε πως ο Αιτητής διατηρούσε επικοινωνία με τον αδελφό του στο Ηνωμένο Βασίλειο και μέσω αυτού εξασφάλισε τα έγγραφα που προσκομίστηκαν. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει τον γενικό ισχυρισμό του ότι είχε αποκοπεί πλήρως από την οικογένειά του μετά τα γεγονότα του καταυλισμού. Μολονότι η διαπίστωση αυτή δεν αφορά άμεσα το ίδιο το περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης, επηρεάζει τη συνολική αξιολόγηση της αξιοπιστίας των δηλώσεών του.
Τέλος, ούτε κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προστέθηκαν ουσιώδη νέα στοιχεία που να θεραπεύουν τις ανωτέρω αδυναμίες της αφήγησής του. Η προφορική του κατάθεση επικεντρώθηκε κυρίως στην εξήγηση της καθυστερημένης αποκάλυψης του περιστατικού και στην παρουσίαση των μεταγενέστερων εγγράφων, χωρίς όμως να ενισχύσει ουσιωδώς τον πυρήνα του ίδιου του ισχυρισμού.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόρριψη του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν εδράζεται ούτε στην έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων ούτε στην καθυστερημένη αποκάλυψη του περιστατικού, στοιχεία τα οποία, αφ’ εαυτών, δεν θα αρκούσαν για την αρνητική αξιολόγησή του. Αντιθέτως, στηρίζεται στη συνολική εκτίμηση της εσωτερικής συνοχής, της πραγματολογικής ανάπτυξης και της πειστικότητας της αφήγησης, η οποία, εξεταζόμενη στο σύνολό της, δεν πληροί το απαιτούμενο αποδεικτικό πρότυπο της εύλογης πιθανολόγησης.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως εσωτερικά αξιόπιστος.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ανωτέρω ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε αξιόπιστες εξωτερικές πηγές, από τις οποίες εντόπισε τα ακόλουθα:
· Στη Σομαλία, οι σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου είναι παράνομες και μπορούν να τιμωρηθούν με θάνατο, λιθοβολισμό ή μαστίγωμα. Αν και η θανατική ποινή για την ομοφυλοφιλία δεν είναι δυνατή βάσει του σομαλικού ποινικού δικαίου, μια αυστηρή ερμηνεία του νόμου της Σαρία μπορεί να νομιμοποιήσει τη χρήση του. Η Σομαλία είναι μουσουλμανικό έθνος και σχεδόν το 100% του σομαλικού πληθυσμού είναι σουνίτες μουσουλμάνοι. Αυτό είναι σημαντικό όσον αφορά την ομοφυλοφιλική ζωή στη Σομαλία, επειδή σύμφωνα με τις ισλαμικές διατάξεις, η ομοφυλοφιλία θεωρείται αμαρτία και επισύρει την ισχυρότερη καταδίκη από όλες τις απαγορευμένες μορφές σεξουαλικότητας. Σύμφωνα με έναν ειδικό στη Σομαλία, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα πρέπει να κρύβονται συνεχώς. Η κοινωνία δεν ανέχεται την ομοφυλοφιλία ή οποιαδήποτε μορφή σεξουαλικότητας που αποκλίνει από τον ετεροφυλοφιλικό κανόνα, καθώς θεωρούνται «ασθένεια». Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι ένα άτομο γεννιέται έτσι, αλλά ότι ο «αποκλίνων» σεξουαλικός προσανατολισμός είναι επίκτητος και συνεχιζόμενος. Οι γονείς θα προσπαθούσαν να «θεραπεύσουν» τα παιδιά τους, ακόμα και με τη βία.[7]
· Εάν ένα άτομο είναι ύποπτο για παραβίαση των ετεροφυλοφιλικών κανόνων που ισχύουν στη Σομαλία, η ίδια του η οικογένεια θα αρχίσει να του ασκεί πίεση. Τα αποκλίνοντα παιδιά ξυλοκοπούνται ή κακοποιούνται με άλλο τρόπο. Μπορούν επίσης να φυλακιστούν από τους γονείς τους σε σπίτια που αποκαλούνται «επιστροφή στον πολιτισμό». Τα σπίτια αυτά είναι ιδιωτικά «σωφρονιστικά ιδρύματα» που φυλάσσονται. Οι κρατούμενοι είναι αλυσοδεμένοι και δεν μπορούν να φύγουν. Η «θεραπεία» συνίσταται στην ανάγνωση του Κορανίου σε αυτούς. Σε αυτά τα σπίτια, τα οποία είναι διαχωρισμένα ανά φύλο, τα αγόρια ή τα κορίτσια συχνά υφίστανται κακοποίηση, συμπεριλαμβανομένου του ξυλοδαρμού, της πείνας και του βιασμού. Τα άτομα που θεωρούνται ότι ανήκουν στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Εάν παραπονεθούν για κακοποίηση, ούτε οι γονείς ούτε οι αρχές θα λάβουν την αίτηση. Εάν η «θεραπεία» δεν λειτουργήσει, οι οικογένειες μπορούν να αποφασίσουν να σκοτώσουν τα άτομα αυτά. Ακόμη και οι γονείς μπορούν να διατάξουν κάποιον να τα δολοφονήσει.[8]
· Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αντιμετωπίζουν στιγματισμό και αποκλείονται από την κληρονομιά. Εάν ένα άτομο είναι ύποπτο ότι είναι ΛΟΑΤΚΙ+, αυτό το άτομο θα αντιμετωπίσει παρενόχληση και αποκλεισμό. Οι Σομαλοί που φορούν ρούχα που δεν συμμορφώνονται με το φύλο μπορεί να παρενοχληθούν δημόσια. Όσοι δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τη Σομαλία αναγκάζονται να συμμορφωθούν με τους ετεροφυλόφιλους κανόνες. Συνήθως, πρέπει να παντρευτούν και να αποκτήσουν απογόνους. Εάν αμφισβητηθεί η εξωτερική τους εμφάνιση, φοβούνται για τη ζωή τους.[9]
Ως εκ των ανωτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν πως στη Σομαλία επικρατεί ιδιαίτερα αυστηρό κοινωνικό και θρησκευτικό πλαίσιο έναντι προσώπων που θεωρούνται ότι εμπλέκονται σε σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου ή γενικότερα αποκλίνουν από τους κρατούντες κοινωνικούς και θρησκευτικούς κανόνες. Οι ίδιες πηγές καταδεικνύουν ότι τέτοια πρόσωπα ενδέχεται να αντιμετωπίσουν κοινωνικό στιγματισμό, οικογενειακή απόρριψη, σοβαρές μορφές κακοποίησης και έλλειψη αποτελεσματικής κρατικής προστασίας. Υπό την έννοια αυτή, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν αντιφάσκουν προς την εκδοχή των γεγονότων που προβάλλει ο Αιτητής, αλλά καταδεικνύουν ότι, εάν τα περιστατικά είχαν πράγματι λάβει χώρα, οι ισχυριζόμενες συνέπειες θα ήταν, κατ' αρχήν, συμβατές με τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες στη Σομαλία.
Πλην όμως, η εξωτερική αξιοπιστία ενός ισχυρισμού δεν αρκεί, αφ' εαυτής, για την αποδοχή του, όταν αυτός δεν πληροί το απαιτούμενο επίπεδο εσωτερικής αξιοπιστίας. Οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής περιγράφουν το γενικό κοινωνικό και νομικό πλαίσιο, δεν επιβεβαιώνουν όμως ότι τα συγκεκριμένα περιστατικά που επικαλείται ο Αιτητής έλαβαν πράγματι χώρα ούτε είναι ικανές να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής συνοχής και πειστικότητας της αφήγησής του. Κατά συνέπεια, αξιολογώντας συνδυαστικά τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική αξιοπιστία, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν πιθανολογήθηκε κατά το απαιτούμενο αποδεικτικό πρότυπο και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται.
(γ) Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό
Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης από την Al-Shabaab λόγω της ιδιότητας του πατέρα του ως αστυνομικού και της δολοφονίας του από την οργάνωση το 2009, το Δικαστήριο συμφωνεί με την αξιολόγηση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη αξιοπιστία ως προς την ύπαρξη εξατομικευμένου κινδύνου.
Ειδικότερα, οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τα ιστορικά γεγονότα παρέμειναν κατά βάση σταθερές τόσο κατά την κοινωνική αξιολόγηση όσο και κατά τη συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο ίδιος επανειλημμένα ανέφερε ότι ο πατέρας του υπηρετούσε ως αστυνομικός, ότι δολοφονήθηκε από την Al-Shabaab το 2009 και ότι, μετά το γεγονός αυτό, η οικογένειά του εγκατέλειψε τη Σομαλία και εγκαταστάθηκε στον προσφυγικό καταυλισμό Melkadida στην Αιθιοπία.
Ωστόσο, η σταθερότητα αυτή αφορά αποκλειστικά το ιστορικό γεγονός της δολοφονίας του πατέρα του και όχι την ύπαρξη σημερινού ή διαρκούς προσωπικού κινδύνου για τον ίδιο τον Αιτητή.
Ειδικότερα, ούτε κατά την αρχική αξιολόγηση της κοινωνικής λειτουργού ούτε κατά τη μεταγενέστερη προσωπική του συνέντευξη ο Αιτητής ήταν σε θέση να αναφέρει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό από το οποίο να προκύπτει ότι η Al-Shabaab τον αναζήτησε προσωπικά μετά την αποχώρηση της οικογένειάς του από τη Σομαλία ή ότι διατήρησε οποιοδήποτε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το πρόσωπό του κατά τα έτη που ακολούθησαν. Αντιθέτως, περιορίστηκε να εκφράζει τον φόβο ότι η οργάνωση «θα τον εντοπίσει» και «θα τον σκοτώσει», χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να στηρίζουν την εκτίμηση αυτή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο ίδιος παρέμεινε επί περίπου δέκα έτη στον προσφυγικό καταυλισμό Melkadida, χωρίς να ισχυριστεί ότι η Al-Shabaab επιχείρησε οποτεδήποτε να τον εντοπίσει ή να στραφεί προσωπικά εναντίον του. Περαιτέρω, από τις ίδιες τις δηλώσεις του προκύπτει ότι το 2020 επέστρεψε στη Σομαλία, παρέμεινε στη Μογκαντίσου επί ορισμένο χρονικό διάστημα, φιλοξενήθηκε από τη θεία του και επισκέφθηκε την αδελφή του, χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό από το οποίο να προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί η Al-Shabaab τον αναζήτησε, τον απείλησε ή πληροφορήθηκε την επιστροφή του στη χώρα. Το γεγονός αυτό αποδυναμώνει περαιτέρω τον ισχυρισμό περί διαρκούς προσωπικού ενδιαφέροντος της οργάνωσης προς το πρόσωπό του.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με πειστικό τρόπο γιατί η Al-Shabaab θα εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται προσωπικά για τον ίδιο μετά την πάροδο πλέον των έντεκα ετών από τη δολοφονία του πατέρα του, ενώ ο ίδιος εγκατέλειψε τη Σομαλία σε ηλικία περίπου οκτώ ετών και έκτοτε διέμενε επί σειρά ετών εκτός της χώρας. Οι σχετικές απαντήσεις του παρέμειναν γενικές και υποθετικές και δεν συνοδεύτηκαν από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι εξακολουθεί να θεωρείται στόχος λόγω της ιδιότητας του πατέρα του.
Τέλος, ούτε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία προέκυψε οποιοδήποτε πρόσθετο στοιχείο ικανό να ενισχύσει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Ειδικότερα, μολονότι ο Αιτητής προσκόμισε αντίγραφο της άδειας παραμονής του αδελφού του στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και ένορκη δήλωσή του, στην τελευταία δεν παρατίθενται οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους του αναγνωρίστηκε προσφυγικό καθεστώς, ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συνεχιζόμενο ενδιαφέρον της Al-Shabaab για την οικογένεια ή για τον ίδιο τον Αιτητή. Ως εκ τούτου, τα έγγραφα αυτά δεν δύνανται να ενισχύσουν τον εξεταζόμενο ισχυρισμό.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι η δολοφονία του πατέρα του από την Al-Shabaab μπορεί να θεωρηθεί ως ιστορικό γεγονός που παρουσιάζει επαρκή συνοχή, ο ισχυρισμός ότι ο ίδιος ο Αιτητής εξακολουθεί σήμερα να διατρέχει εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης από την οργάνωση παραμένει σε επίπεδο γενικής υπόθεσης και δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ως εκ τούτου, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος ως προς την ύπαρξη υφιστάμενου προσωπικού κινδύνου.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης εντόπισε τα ακόλουθα:
· Πιθανοί στόχοι των συχνών επιθέσεων της Al-Shabaab είναι άτομα που εκπροσωπούν επίσημα ή συνδέονται de facto με τις διοικητικές μονάδες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Σομαλίας και των ομοσπονδιακών κρατών μελών της Σομαλίας (συμπεριλαμβανομένων απλών πολιτών), άτομα που εργάζονται, επίσημα ή ανεπίσημα, για να υποστηρίξουν τους θεσμούς (συμπεριλαμβανομένων απλών πολιτών), εθνικές και ομοσπονδιακές δυνάμεις ασφαλείας, άλλες αντίπαλες πολιτοφυλακές (συμπεριλαμβανομένων των φυλετικών πολιτοφυλακών), άτομα της διεθνούς κοινότητας, άτομα που αντιτίθενται ή θεωρούνται αντίπαλα της Al-Shabaab, συμπεριλαμβανομένων συνεργατών και πληροφοριοδοτών των προαναφερθέντων φορέων και θεσμών. Αν και τα υψηλότερα προφίλ μπορεί να προτιμώνται από την οργάνωση, τα χαμηλότερα προφίλ γίνονται επίσης και πιο εύκολα στόχος. Επιπλέον, οι μορφές και οι τρόποι στόχευσης συχνά επηρεάζουν «αδιακρίτως» τους περαστικούς και τον άμαχο πληθυσμό γενικότερα.[10]
· Τα παρακάτω προφίλ έχουν γίνει στόχος της Al Shabaab σε αρκετές περιπτώσεις: κυβερνητικοί αξιωματούχοι και υπάλληλοι, περιφερειακοί επίτροποι, εφοριακοί που εργάζονται επίσημα ή ανεπίσημα για κρατικούς ή τοπικούς κυβερνητικούς θεσμούς, νυν και πρώην μέλη του κοινοβουλίου, πρεσβύτεροι φατριών, στρατιώτες, αστυνομικοί και γενικά οι δυνάμεις ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων αξιωματούχων των μυστικών υπηρεσιών ακόμα και εκτός υπηρεσίας. Άλλες ομάδες που στοχοποιούνται είναι επιχειρηματίες και πολίτες που κατηγορούνταν για κατασκοπεία υπέρ των αμερικανικών δυνάμεων, των περιφερειακών και ομοσπονδιακών δυνάμεων ασφαλείας, και των περιφερειακών και ομοσπονδιακών υπηρεσιών πληροφοριών, καθώς και εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικές οργανώσεις. Τα τελευταία χρόνια η Al-Shabaab έχει απαγάγει πολυάριθμους πολίτες για διάφορους λόγους, όπως για συνεργασία με τις κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας ή για άρνηση συνεργασίας με την ομάδα, για αναζήτηση ή διευκόλυνση ανθρωπιστικής βοήθειας στο τοπικό πλαίσιο πέρα από τον έλεγχο της ομάδας, για παραβίαση των κανόνων της ομάδας, καθώς και για άλλους λόγους, συμπεριλαμβανομένων άγνωστων κινήτρων.[11]
Από τις πληροφορίες αυτές προκύπτει ότι η Al-Shabaab στοχοποιεί, μεταξύ άλλων, κυβερνητικούς αξιωματούχους, μέλη των δυνάμεων ασφαλείας και ειδικότερα αστυνομικούς, καθώς και πρόσωπα που συνδέονται με τους κρατικούς θεσμούς. Υπό την έννοια αυτή, οι πληροφορίες χώρας καθιστούν ευλογοφανή τον ισχυρισμό ότι ένα πρόσωπο το οποίο υπηρετούσε ως αστυνομικός θα μπορούσε να αποτελέσει στόχο της εν λόγω οργάνωσης.
Ωστόσο, οι ίδιες πληροφορίες δεν τεκμηριώνουν ότι η Al-Shabaab διατηρεί διαχρονικά ενδιαφέρον για τα τέκνα ή λοιπά συγγενικά πρόσωπα αστυνομικών που σκοτώθηκαν στο παρελθόν, ούτε ότι αυτά στοχοποιούνται αποκλειστικά λόγω της συγγενικής τους σχέσης. Ειδικότερα, δεν προκύπτει από τις διαθέσιμες πληροφορίες ότι η οργάνωση αναζητεί συστηματικά ή διώκει τα παιδιά προσώπων που είχαν υπηρετήσει στις δυνάμεις ασφαλείας, ιδίως όταν έχουν παρέλθει πολυάριθμα έτη από τα επικαλούμενα γεγονότα και δεν υφίσταται οποιαδήποτε ένδειξη προσωπικής εμπλοκής ή εξατομικευμένου ενδιαφέροντος εκ μέρους της οργάνωσης.
Κατά συνέπεια, οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν μεν ότι ο πατέρας του Αιτητή, υπό την ιδιότητά του ως αστυνομικού, θα μπορούσε να είχε αποτελέσει στόχο της Al-Shabaab, πλην όμως δεν επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος ο Αιτητής εξακολουθεί να διατρέχει, λόγω και μόνον της συγγενικής του σχέσης με τον πατέρα του, πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης από την οργάνωση.
Λαμβάνοντας υπόψη αφενός την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού και αφετέρου το γεγονός ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη διαρκούς και εξατομικευμένου ενδιαφέροντος της Al-Shabaab προς το πρόσωπο του Αιτητή, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται.
Νομική αξιολόγηση ως προς την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα
Έχοντας πλέον αξιολογήσει τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που την περιβάλλουν, προχωρώ στη νομική αξιολόγηση της συνδρομής των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας, λαμβάνοντας υπόψη αποκλειστικά τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά.
Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται κατά πόσο ο Αιτητής απέδειξε την ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης για έναν από τους λόγους που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και κατά πόσο ο φόβος αυτός εξακολουθεί να υφίσταται κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, σύμφωνα με την αρχή της ex nunc εξέτασης.
Από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς το 2001, μέλος της φυλής Gadsan (υποφυλή της Dir[12]), ο οποίος εγκατέλειψε τη Σομαλία σε ηλικία περίπου οκτώ ετών και διέμεινε έκτοτε επί σειρά ετών στον προσφυγικό καταυλισμό Melkadida της Αιθιοπίας μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα αυτή. Περαιτέρω, έγινε αποδεκτό ότι, πριν από την αναχώρησή του για την Κυπριακή Δημοκρατία, επέστρεψε για σύντομο χρονικό διάστημα στη Mogadishu, όπου παρέμεινε προσωρινά μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Πρόσθετα, έγιναν αποδεκτά τα προσωπικά του στοιχεία, το οικογενειακό του ιστορικό, η μακρόχρονη διαμονή του στον προσφυγικό καταυλισμό, καθώς και το γεγονός ότι η μητέρα του έχει αποβιώσει, ότι ένας αδελφός του διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο και άλλος αδελφός του εξακολουθεί να βρίσκεται στην Αιθιοπία.
Αντιθέτως, δεν έγιναν αποδεκτοί ούτε ο ισχυρισμός περί σεξουαλικής κακοποίησης και του συνακόλουθου κοινωνικού στιγματισμού ούτε ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής εξακολουθεί να αποτελεί στόχο της Al-Shabaab λόγω της ιδιότητας του πατέρα του ως αστυνομικού. Ως εκ τούτου, η εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου περιορίζεται στα αποδεκτά προσωπικά χαρακτηριστικά και στις αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του.
Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής υπήρξε κατά το παρελθόν θύμα δίωξης στη Σομαλία για οποιονδήποτε από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Ομοίως, δεν προκύπτει ότι οι σομαλικές αρχές, η Al-Shabaab ή οποιοσδήποτε άλλος κρατικός ή μη κρατικός δρών έχει εκδηλώσει εξατομικευμένο ενδιαφέρον προς το πρόσωπό του ή του αποδίδει χαρακτηριστικό ικανό να τον καταστήσει αντικείμενο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του.
Εξετάζοντας περαιτέρω τα αποδεκτά προσωπικά χαρακτηριστικά του Αιτητή, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ούτε η ιδιότητά του ως μέλους της φυλής Gadsan ούτε η μακροχρόνια παραμονή του εκτός Σομαλίας αρκούν, αφ' εαυτών, για να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης για έναν από τους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης. Οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν καταδεικνύουν ότι τα πρόσωπα που ανήκουν στην εν λόγω φυλή υφίστανται, λόγω μόνο της φυλετικής τους καταγωγής, δίωξη τέτοιας έντασης ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Ομοίως, δεν προκύπτει ότι οι Σομαλοί που επιστρέφουν έπειτα από πολυετή διαμονή στο εξωτερικό αποτελούν, λόγω και μόνον του χαρακτηριστικού αυτού, ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή ότι υφίστανται δίωξη για λόγους που συνδέονται με κάποιον από τους προστατευόμενους λόγους της Σύμβασης[13],[14].
Περαιτέρω, ο Αιτητής προσκόμισε αντίγραφο άδειας παραμονής του αδελφού του στο Ηνωμένο Βασίλειο [βλ. Παράρτημα Α της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 30.05.2025), από το οποίο προκύπτει ότι στον τελευταίο έχει χορηγηθεί καθεστώς πρόσφυγα, καθώς και ένορκη δήλωση του ίδιου αδελφού (Παράρτημα Β)]. Ωστόσο, η αποδεικτική αξία των εγγράφων αυτών κρίνεται περιορισμένη. Δεν προσκομίστηκε η απόφαση των αρμόδιων βρετανικών αρχών ούτε οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο από το οποίο να προκύπτουν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι επί των οποίων στηρίχθηκε η αναγνώρισή του ως πρόσφυγα. Εξάλλου, ούτε στην ένορκη δήλωσή του ο αδελφός του Αιτητή παραθέτει τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στη χορήγηση διεθνούς προστασίας, αλλά περιορίζεται στη γενική αναφορά ότι έλαβε καθεστώς «για τους ίδιους λόγους». Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξακριβώσει κατά πόσο οι λόγοι αναγνώρισης του αδελφού του ταυτίζονται πράγματι με τους ισχυρισμούς του Αιτητή ή στηρίχθηκαν σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω στοιχεία δεν μπορούν να επηρεάσουν την εξατομικευμένη αξιολόγηση της παρούσας υπόθεσης.
Υπό το φως όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Σομαλία, διατρέχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, κατά την έννοια του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επομένως, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα.
Αξιολόγηση ως προς τη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας
Δεδομένου ότι, για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως πρόσφυγα κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου.
Ειδικότερα, εξετάζεται κατά πόσο, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί «σοβαρή βλάβη», υπό οποιαδήποτε από τις μορφές που προβλέπονται στο άρθρο 19, ήτοι (α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, (β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία ή (γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Η εξέταση αυτή διενεργείται ex nunc, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που κρίθηκαν αποδεδειγμένα και κάθε μεταγενέστερο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και κρίνεται αποδεικτικά αξιόπιστο.
Καταρχάς, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής διατρέχει κίνδυνο επιβολής ή εκτέλεσης θανατικής ποινής σε περίπτωση επιστροφής του στη Σομαλία. Ο ίδιος ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι εκκρεμεί εις βάρος του οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, καταδίκη ή άλλη απόφαση που να επισύρει τη θανατική ποινή, ούτε οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής καταδεικνύουν οποιοδήποτε στοιχείο που να συνδέει το προσωπικό του προφίλ με τέτοιο κίνδυνο. Επομένως, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(α).
Ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19(β). Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε στο παρελθόν θύμα δίωξης ή σοβαρής βλάβης στη Σομαλία ούτε ότι αποτελεί σήμερα πρόσωπο το οποίο αναζητείται ή στοχοποιείται από κρατικό ή μη κρατικό δρώντα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, απορρίφθηκαν τόσο ο ισχυρισμός περί σεξουαλικής κακοποίησης και των συνακόλουθων συνεπειών όσο και ο ισχυρισμός περί εξατομικευμένης στοχοποίησής του από την Al-Shabaab λόγω της ιδιότητας του πατέρα του ως αστυνομικού.
Το Δικαστήριο συνεκτιμά ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη Σομαλία σε μικρή ηλικία, διέμεινε επί σειρά ετών εκτός της χώρας και ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, η μητέρα του έχει αποβιώσει. Οι περιστάσεις αυτές αποτελούν στοιχεία του προσωπικού του προφίλ και θα συνεκτιμηθούν κατά την εξέταση του άρθρου 19(γ). Δεν αρκούν, όμως, αφ' εαυτών, για να θεμελιώσουν πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 19(β).
Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τις μορφές που προβλέπονται στις παραγράφους (α) και (β) του άρθρου 19. Απομένει, επομένως, να εξεταστεί κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου (γ), ήτοι εάν, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης ένοπλης σύρραξης.
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[15]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[16] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Προσδιορισμός της περιοχής επιστροφής
Πριν από την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο οφείλει να προσδιορίσει την περιοχή της χώρας καταγωγής ως προς την οποία πρέπει να αξιολογηθεί ο μελλοντικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και τα νεότερα στοιχεία που προέκυψαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έκαναν δεκτό ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς στη Hargeisa του Somaliland, με τόπο καταγωγής τη Luuq της Σομαλίας, ενώ ως περιοχή προηγούμενης και τελευταίας συνήθους διαμονής του έγινε αποδεκτός ο προσφυγικός καταυλισμός Melkadida στην Αιθιοπία. Περαιτέρω, έγινε δεκτό ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη Σομαλία σε ηλικία περίπου οκτώ ετών μετά τη δολοφονία του πατέρα του, παρέμεινε επί σειρά ετών στον προσφυγικό καταυλισμό Melkadida και επέστρεψε στη Σομαλία το έτος 2020, όπου διέμεινε στη Mogadishu με τη θεία του, επισκέφθηκε την αδελφή του, εξέδωσε το διαβατήριό του στην περιοχή Galkayo και αναχώρησε οριστικά από τη χώρα τον Μάρτιο του 2021.
Οι Καθ' ων η Αίτηση, μολονότι αναγνώρισαν ότι η τελευταία συνήθης διαμονή του Αιτητή ήταν ο προσφυγικός καταυλισμός Melkadida στην Αιθιοπία, ορθώς δεν προέβησαν σε αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής ως προς τον εν λόγω καταυλισμό, καθόσον αυτός βρίσκεται εκτός της χώρας ιθαγένειας του Αιτητή και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει τόπο επιστροφής στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας.
Παράλληλα, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προχώρησαν σε αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας στη Luuq, μολονότι πρόκειται για τον τόπο καταγωγής του Αιτητή. Η επιλογή αυτή κρίνεται εύλογη, δεδομένου ότι από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη συγκεκριμένη περιοχή σε ιδιαίτερα νεαρή ηλικία, πριν ακόμη ενηλικιωθεί ή δημιουργήσει οποιουσδήποτε προσωπικούς, κοινωνικούς ή επαγγελματικούς δεσμούς. Δεν προκύπτει ότι επανεγκαταστάθηκε ποτέ στη Luuq ούτε ότι εξακολουθεί να διαθέτει εκεί οικογενειακό ή υποστηρικτικό δίκτυο.
Αντιθέτως, οι Καθ' ων η Αίτηση επέλεξαν ως περιοχή αναφοράς για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου τη Mogadishu, κρίνοντας ότι εκεί διέμενε η μητέρα του Αιτητή, την οποία φρόντιζε η θεία του, ενώ στην ίδια περιοχή διέμενε και η αδελφή του. Επί της βάσης αυτής θεώρησαν ότι η Mogadishu αποτελούσε την περιοχή στην οποία ο Αιτητής αναμενόταν να επιστρέψει και αξιολόγησαν αποκλειστικά την κατάσταση ασφαλείας που επικρατούσε στην εν λόγω πόλη.
Ωστόσο, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία προέκυψαν νέα πραγματικά δεδομένα, τα οποία επιβάλλεται να συνεκτιμηθούν στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ πλήρους και ex nunc εξέτασης της προσφυγής. Ειδικότερα, ο Αιτητής προσκόμισε ένορκη δήλωση του αδελφού του, καθώς και πιστοποιητικό θανάτου, από τα οποία προκύπτει ότι η μητέρα τους απεβίωσε στις 15.07.2022. Τα έγγραφα αυτά δεν αντικρούστηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση ούτε αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους.
Η μεταγενέστερη αυτή εξέλιξη διαφοροποιεί ουσιωδώς τα πραγματικά δεδομένα επί των οποίων στηρίχθηκε η διοικητική απόφαση ως προς την ύπαρξη οικογενειακού δικτύου στη Mogadishu. Ενώ κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης οι Καθ' ων η Αίτηση θεώρησαν ότι ο Αιτητής μπορούσε να επιστρέψει στη Mogadishu, όπου διέμενε η μητέρα του υπό τη φροντίδα της θείας του, κατά τον χρόνο εξέτασης της παρούσας προσφυγής η παραδοχή αυτή δεν ανταποκρίνεται πλέον στην πραγματική κατάσταση.
Εντούτοις, ο θάνατος της μητέρας δεν μεταβάλλει αφ' εαυτού τον προσδιορισμό της Mogadishu ως της περιοχής αναφοράς για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου. Τούτο διότι, ανεξαρτήτως της σημερινής οικογενειακής του κατάστασης, από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η Mogadishu αποτέλεσε την τελευταία πραγματική περιοχή εγκατάστασης του Αιτητή εντός της Σομαλίας πριν από την οριστική αναχώρησή του από τη χώρα. Εκεί διέμεινε μετά την αποχώρησή του από τον προσφυγικό καταυλισμό Melkadida, εκεί φιλοξενήθηκε από τη θεία του, εκεί επέστρεψε πριν οργανώσει την έξοδό του από τη χώρα και από εκεί ουσιαστικά εκκίνησε η διαδικασία αναχώρησής του προς το εξωτερικό.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής πρέπει να πραγματοποιηθεί με αναφορά στην κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη Mogadishu, η οποία συνιστά την τελευταία πραγματική περιοχή εγκατάστασης του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του πριν από την αναχώρησή του.
Η μεταβολή που επήλθε λόγω του θανάτου της μητέρας του δεν επηρεάζει τον προσδιορισμό της περιοχής αναφοράς, αλλά αποτελεί στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμηθεί κατά την αξιολόγηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή και, ιδίως, κατά την εκτίμηση της ύπαρξης ή μη αποτελεσματικού οικογενειακού και κοινωνικού υποστηρικτικού δικτύου στην περιοχή αυτή. Περαιτέρω, ως προς την αδελφή του Αιτητή, τα στοιχεία του φακέλου περιορίζονται στις δηλώσεις του ότι την είχε επισκεφθεί το έτος 2020 και ότι αυτή διέμενε τότε στη Mogadishu, χωρίς να προκύπτει οποιοδήποτε επικαιροποιημένο στοιχείο ότι εξακολουθεί να διαμένει εκεί ή ότι δύναται να του παράσχει ουσιαστική υποστήριξη σε περίπτωση επιστροφής. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν δύναται να θεωρήσει ότι η αδελφή του συνιστά αποδεδειγμένο και λειτουργικό υποστηρικτικό δίκτυο.
Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή το Δικαστήριο ανατρέχοντας σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης εντόπισε τα ακόλουθα:
· Σύμφωνα με το WARWATCH η σομαλική κυβέρνηση, με την υποστήριξη διεθνών εταίρων, συνεχίζει να εμπλέκεται σε μη διεθνή ένοπλη σύρραξη με την Al-Shabaab[17],[18],[19] .
· Η Al-Shabaab εξακολουθεί να ελέγχει σημαντικά τμήματα της νότιας και κεντρικής Σομαλίας, διατηρεί επιχειρησιακή παρουσία και πληροφοριακά δίκτυα και συνεχίζει να πραγματοποιεί επιθέσεις κατά κυβερνητικών, στρατιωτικών και πολιτικών στόχων[20],[21],[22] .
Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Mogadishu, τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή, παρατίθενται τα εξής:
· Η περιοχή Μπεναντίρ (ή Μπαναντίρ/Μπενααντίρ) βρίσκεται στη νοτιοανατολική ακτή της Σομαλίας και μοιράζεται εσωτερικά σύνορα με τις περιοχές Μέσης Σαμπέλ και Κάτω Σαμπέλ. Καλύπτει την ίδια περιοχή με τον δήμο Μογκαντίσου και ουσιαστικά αποτελεί έδαφος υπό άμεση διοίκηση της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης της Σομαλίας.[23]
· Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, δημοσιευθείσα τον Απρίλιο του 2025, αναφέρει ότι οι πολίτες συνέχισαν να υφίστανται τις συνέπειες της συνεχιζόμενης ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ της σομαλικής κυβέρνησης, που υποστηρίζεται από τους διεθνείς συμμάχους της, και της ένοπλης ομάδας Al Shabaab.[24]
· Το τοπίο ασφάλειας του Mogadishu έχει χαρακτηριστεί ως «πορώδες».[25] Παρότι η Al Shabaab δεν διαθέτει μόνιμες βάσεις στο Mogadishu , συνεχίζει να δραστηριοποιείται στην πόλη, βασιζόμενη στην παρουσία πρακτόρων της υπηρεσίας πληροφοριών της, της Αμνίγιατ, σε περιοχές που ελέγχονται από την κυβέρνηση, των οποίων τις επιχειρήσεις δυσκολεύονται να αποτρέψουν οι κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας.[26]
· Τον Μάρτιο του 2025, αρκετά προάστια σημείωσαν αισθητή αύξηση στις επιχειρήσεις της Al Shabaab, συμπεριλαμβανομένης της συνοικίας Dayniile στα βορειοδυτικά προάστια, η οποία επί μακρόν θεωρούνταν σχετικά σταθερή περιοχή με ισχυρή παρουσία δυνάμεων ασφαλείας.[27] Κάτοικοι των περιοχών αυτών δήλωσαν ότι οι μαχητές κινούνταν χωρίς εμπόδια και έστηναν σημεία ελέγχου, πραγματοποιούσαν περιπολίες και εξαπέλυαν επιθέσεις.[28] Παρά τα χρόνια αντιτρομοκρατικών επιχειρήσεων και τις προσπάθειες της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης της Σομαλίας (FGS) και των διεθνών της εταίρων να μειώσουν τις δυνατότητες της ομάδας, η Al Shabaab έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα, βρίσκοντας συνεχώς νέους τρόπους να διεισδύει στην πόλη και να σπέρνει τον φόβο και το χάος μεταξύ των κατοίκων της.[29] Περαιτέρω απειλές για την ασφάλεια προέρχονταν από ένοπλες φυλετικές ομάδες που αντετίθεντο στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Σομαλίας (FGS).[30]
· Σύμφωνα με άρθρο του War on the Rocks, μίας ψηφιακής πλατφόρμας ανάλυσης και συζήτησης για στρατηγική, άμυνα και διεθνείς υποθέσεις, παρόλο που τα αεροπορικά πλήγματα από την κυβέρνηση και τους διεθνείς εταίρους, καθώς και οι σποραδικές τοπικές αντεπιθέσεις, έχουν επιβραδύνει την προέλαση, η Al Shabaab ανακατέλαβε εδάφη που δεν είχε υπό τον έλεγχό της από το 2019 και πλησιάζει σταδιακά στην πρωτεύουσα, το Mogadishu.[31] Οι επιθέσεις της Al Shabaab μέσα στο Mogadishu είχαν μειωθεί απότομα από τις αρχές του 2023 το οποίο πολλοί ξένοι παρατηρητές το θεωρούσαν ένδειξη επιτυχίας της κυβέρνησης.[32] Αντί για τις συνηθισμένες βομβιστικές επιθέσεις, η Al Shabaab άρχισε να πραγματοποιεί λιγότερο συχνές αλλά πιο συμβολικές, υψηλού προφίλ επιθέσεις με στόχο να υπονομεύσει την εξουσία της κυβέρνησης.[33] Η επίθεση με αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό τον Μάρτιο του 2025 κατά της αυτοκινητοπομπής του προέδρου και η επίθεση τον Μάιο του 2025 σε κέντρο στρατολόγησης του στρατού στο Mogadishu αποδυνάμωσαν περαιτέρω την εμπιστοσύνη του κοινού στην κυβέρνηση και όξυναν τον φόβο απέναντι στην Al Shabaab.[34]
· Κατά το 2025 καταγράφηκε αναζωπύρωση της δράσης της Al-Shabaab ακόμη και σε περιοχές της Mogadishu που προηγουμένως θεωρούνταν σχετικά ασφαλείς, γεγονός που καταδεικνύει τη συνεχιζόμενη επιχειρησιακή της ικανότητα[35],[36].
· Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 03/07/2026), στην εν λόγω περιοχή, καταγράφηκαν 372 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 194 θάνατοι.[37] Σημειώνεται πως σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2025, ο πληθυσμός της περιοχής Banadir ανήλθε σε 3,262,132 κατοίκους και για την πόλη Mogadishu σε 2,846,420 κατοίκους για το ίδιο έτος.[38]
Από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι στη Σομαλία εξακολουθεί να υφίσταται μη διεθνής ένοπλη σύρραξη μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και της Al-Shabaab. Περαιτέρω, η Mogadishu εξακολουθεί να επηρεάζεται από τη δράση της Al-Shabaab, η οποία, παρά το ότι δεν διατηρεί μόνιμες βάσεις στην πόλη, διατηρεί επιχειρησιακά και πληροφοριακά δίκτυα, διεισδύει σε κρατικούς θεσμούς και πραγματοποιεί επιθέσεις υψηλού προφίλ κατά κυβερνητικών, στρατιωτικών και συμβολικών στόχων.
Ωστόσο, η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης και η εύθραυστη κατάσταση ασφαλείας δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για την εφαρμογή του άρθρου 19(2)(γ). Απαιτείται να διαπιστωθεί ότι η ένταση της αδιάκριτης βίας έχει φθάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε κάθε άμαχος να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω μόνης της παρουσίας του στην περιοχή ή, ελλείψει τέτοιου επιπέδου, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του συγκεκριμένου αιτητή αυξάνουν ουσιωδώς την έκθεσή του στον κίνδυνο.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ποιοτικές πληροφορίες για τη Mogadishu καταδεικνύουν σοβαρή αλλά στοχευμένη κατά κύριο λόγο βία. Οι επιθέσεις της Al-Shabaab επικεντρώνονται κυρίως σε κυβερνητικές εγκαταστάσεις, στρατιωτικούς στόχους, δυνάμεις ασφαλείας, σημεία υψηλού συμβολισμού και πρόσωπα που συνδέονται με την κυβέρνηση ή τις δυνάμεις ασφαλείας. Αν και οι άμαχοι επηρεάζονται και υφίστανται απώλειες, η διαθέσιμη πληροφόρηση δεν καταδεικνύει ότι οι επιθέσεις λαμβάνουν τέτοια έκταση και ένταση ώστε να καθίσταται κάθε άμαχος στην πόλη εκτεθειμένος σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης αποκλειστικά λόγω της παρουσίας του εκεί.
Την εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνουν και τα ποσοτικά δεδομένα. Κατά το τελευταίο έτος, στην περιοχή Banadir καταγράφηκαν 372 περιστατικά πολιτικής βίας και 194 θάνατοι, σε πληθυσμό που υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια κατοίκους. Τα στοιχεία αυτά, συνεκτιμώμενα με τη φύση των περιστατικών, τη γεωγραφική τους κατανομή και το προφίλ των στόχων, δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ένταση της αδιάκριτης βίας στη Mogadishu έχει φθάσει στο εξαιρετικά υψηλό επίπεδο που απαιτεί η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε η απλή παρουσία ενός αμάχου στην περιοχή να αρκεί, αφ' εαυτής, για τη θεμελίωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Η ανωτέρω διαπίστωση, όμως, δεν ολοκληρώνει την εξέταση του άρθρου 19(2)(γ). Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως την απόφαση Elgafaji, όταν η ένταση της αδιάκριτης βίας δεν έχει φθάσει στο ανωτέρω επίπεδο, το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο οι ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις του συγκεκριμένου αιτητή είναι ικανές να αυξήσουν ουσιωδώς την έκθεσή του στον κίνδυνο που απορρέει από την ένοπλη σύρραξη.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο προβαίνει σε συνολική και εξατομικευμένη αξιολόγηση του προσωπικού προφίλ του Αιτητή.
Συναφώς, λαμβάνει υπόψη ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη Σομαλία σε ηλικία περίπου οκτώ ετών και έκτοτε διέμεινε επί σειρά ετών στον προσφυγικό καταυλισμό Melkadida στην Αιθιοπία, όπου και ενηλικιώθηκε. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του φοίτησε μέχρι την έβδομη τάξη της σχολικής εκπαίδευσης, χωρίς να αποκτήσει εξειδικευμένη επαγγελματική κατάρτιση ή σταθερή επαγγελματική εμπειρία. Περαιτέρω, επέστρεψε για σύντομο χρονικό διάστημα στη Mogadishu πριν από την αναχώρησή του από την περιοχή. Κατά τον χρόνο εξέτασης της παρούσας προσφυγής, η μητέρα του έχει αποβιώσει, ο ένας αδελφός του διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο και ο άλλος στην Αιθιοπία, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η αδελφή ή η θεία του μπορούν να αποτελέσουν διαθέσιμο και αποτελεσματικό υποστηρικτικό δίκτυο στη Mogadishu.
Το Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα για την κατάσταση επιστραφέντων στην Σομαλία από την οποία προέκυψε ότι πολλοί πρόσφυγες που επιστρέφουν, ειδικά εκείνοι που προέρχονται από καταυλισμούς, αντιμετωπίζουν εκτοπισμό κατά την άφιξή τους στη Σομαλία. Μετατρέπονται από πρόσφυγες που επιστρέφουν σε εσωτερικά εκτοπισμένα άτομα (IDPs). Ένας λόγος για αυτό είναι το υψηλό κόστος ενοικίου και γης στη Mogadishu. Οι Crawford et al. (2024) διαπίστωσαν ότι «από πολλές απόψεις, οι επαναπατριζόμενοι αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις και έχουν παρόμοιο προφίλ με τους φτωχούς των αστικών κέντρων στη Mogadishu». Πρόσθεσαν ότι «μόνο λίγοι επαναπατριζόμενοι εργάζονταν πλήρως, σε σύγκριση με το 33% εκείνων που δεν είχαν εκτοπιστεί. Περισσότερο από το 40% των επαναπατριζόμενων ήταν άνεργοι, σε σύγκριση με μόνο το 6% της μη εκτοπισμένης κοινότητας».[39]
Σημαντικοί παράγοντες για την επανένταξη είναι η συγγένεια και η οικογένεια. Τα δίκτυα συγγένειας βοηθούν στην απόκτηση οικονομικής και άλλης υποστήριξης. Οι επαναπατριζόμενοι που ήταν προηγούμενοι κάτοικοι της Mogadishu εξακολουθούν να έχουν ένα δίκτυο επί τόπου που τους βοηθά να εγκατασταθούν. Το κοινωνικό δίκτυο είναι απαραίτητο για τη διατήρηση των μέσων διαβίωσης στην πρωτεύουσα. Η φυλή παίζει επίσης σημαντικό ρόλο. Όσοι ανήκουν σε αδύναμες ή μειονοτικές φυλές αντιμετωπίζουν περισσότερες προκλήσεις κατά την επιστροφή τους στη Σομαλία από ό,τι όσοι ανήκουν σε ισχυρές φυλές. Ακόμα και οι επαναπατριζόμενοι που έχουν σημαντικές δεξιότητες, αν ανήκουν σε αδύναμες ομάδες, δυσκολεύονται να δημιουργήσουν μια σταθερή ζωή. Οι επαναπατριζόμενοι που προέρχονται από καταυλισμούς συχνά διατηρούν δεσμούς με τους καταυλισμούς από τους οποίους προήλθαν.[40]
Οι ανωτέρω πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι τα πρόσωπα που επιστρέφουν στη Σομαλία μετά από πολυετή παραμονή σε προσφυγικούς καταυλισμούς αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις επανένταξης, ιδίως ως προς την πρόσβαση σε στέγη, εργασία και μέσα βιοπορισμού, ενώ η ύπαρξη οικογενειακού, συγγενικού και φυλετικού δικτύου αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ομαλή επανένταξή τους. Το Δικαστήριο συνεκτιμά πλήρως τα στοιχεία αυτά, δεδομένου ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη Σομαλία σε ιδιαίτερα μικρή ηλικία, ενηλικιώθηκε εκτός της χώρας καταγωγής του, διέμεινε επί σειρά ετών σε προσφυγικό καταυλισμό και, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, δεν προκύπτει ότι διαθέτει αποτελεσματικό οικογενειακό δίκτυο στη Mogadishu.
Εντούτοις, οι ίδιες πληροφορίες δεν καταδεικνύουν ότι οι επαναπατριζόμενοι από προσφυγικούς καταυλισμούς ή τα πρόσωπα που στερούνται οικογενειακού δικτύου εκτίθενται, εξ αυτού και μόνο του λόγου, σε ουσιωδώς αυξημένο κίνδυνο αδιάκριτης βίας. Οι δυσχέρειες που καταγράφονται αφορούν πρωτίστως τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες επανένταξης και όχι αυξημένη πιθανότητα να καταστούν θύματα της βίας που απορρέει από τη συνεχιζόμενη ένοπλη σύρραξη.
Ως προς τη φυλετική του καταγωγή, έγινε δεκτό ότι ο Αιτητής ανήκει στη φυλή Gadsan, υποφυλή της μεγάλης φυλετικής οικογένειας των Dir. Από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι, μολονότι το φυλετικό σύστημα εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική και πολιτική οργάνωση της Σομαλίας και οι φυλετικοί δεσμοί αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την επανένταξη των επαναπατριζόμενων, δεν προκύπτει ότι οι Gadsan αποτελούν μειονοτική ή ιδιαίτερα ευάλωτη φυλετική ομάδα που, αφ' εαυτής, εκτίθεται σε αυξημένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι οι Gadsan αποτελούν υποφυλή των Dir, μίας εκ των κύριων σομαλικών φυλετικών οικογενειών, γεγονός που δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι ο Αιτητής στερείται, λόγω της φυλετικής του καταγωγής, της δυνατότητας πρόσβασης στα ευρύτερα δίκτυα αλληλεγγύης και υποστήριξης που λειτουργούν μέσω του φυλετικού συστήματος[41],[42]. Βεβαίως, από το γεγονός αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο Αιτητής θα τύχει πράγματι συγκεκριμένης υποστήριξης κατά την επιστροφή του, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ούτε ότι η φυλετική του ιδιότητα λειτουργεί ως παράγοντας αυξημένου κινδύνου ή αποκλεισμού. Ο ίδιος, άλλωστε, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι υπέστη δίωξη ή άλλη σοβαρή βλάβη λόγω της φυλετικής του καταγωγής ούτε ότι η επιστροφή του στη Mogadishu θα συνεπαγόταν τέτοιο κίνδυνο εξαιτίας της ιδιότητάς του ως μέλους της φυλής Gadsan.
Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, είτε αυτοτελώς είτε σωρευτικά εξεταζόμενες, δεν είναι ικανές να αυξήσουν ουσιωδώς την έκθεσή του στην αδιάκριτη βία που επικρατεί στη Mogadishu. Το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη Σομαλία σε μικρή ηλικία, ενηλικιώθηκε σε προσφυγικό καταυλισμό, δεν διαθέτει αποδεδειγμένο άμεσο οικογενειακό δίκτυο και αναμένεται να αντιμετωπίσει σημαντικές δυσχέρειες κοινωνικής και οικονομικής επανένταξης επιβαρύνει αναμφίβολα την προσωπική του κατάσταση. Οι περιστάσεις αυτές, όμως, αφορούν πρωτίστως τις συνθήκες διαβίωσης και επανένταξής του και όχι την έκθεσή του στην αδιάκριτη βία που απορρέει από τη συνεχιζόμενη ένοπλη σύρραξη. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει οποιοδήποτε ιδιαίτερο προσωπικό χαρακτηριστικό που να τον καθιστά πιθανότερο στόχο επιθέσεων ή να τον εκθέτει σε μεγαλύτερο κίνδυνο από εκείνον που αντιμετωπίζει ο λοιπός άμαχος πληθυσμός. Αντιθέτως, πρόκειται για νεαρής ηλικίας και σωματικά υγιές πρόσωπο, χωρίς αποδεδειγμένα προβλήματα υγείας ή άλλους παράγοντες ιδιαίτερης ευαλωτότητας, ενώ ούτε το μορφωτικό του επίπεδο ούτε η κατάσταση της υγείας του καταδεικνύουν αντικειμενική αδυναμία αναζήτησης μέσων βιοπορισμού μετά την επιστροφή του, έστω και υπό δυσχερείς συνθήκες.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η επιστροφή του Αιτητή στη Mogadishu ενδέχεται να συνοδευθεί από σοβαρές πρακτικές, κοινωνικές και οικονομικές δυσχέρειες. Οι δυσχέρειες αυτές, όμως, δεν αποτελούν το αντικείμενο προστασίας του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία από τον πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας και όχι από τις δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης ή τις δυσκολίες κοινωνικής επανένταξης που επικρατούν στη χώρα επιστροφής.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά τη συνεχιζόμενη μη διεθνή ένοπλη σύρραξη στη Σομαλία και τις αναμφισβήτητες δυσχέρειες που αναμένεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής κατά την επανένταξή του, δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος διατρέχει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως προς την προσβαλλόμενη απόφαση επιστροφής, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και τα λοιπά ενώπιόν του δεδομένα, δεν ανακύπτει οποιοδήποτε αυτοτελές ζήτημα σχετιζόμενο με την τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης, πέραν όσων ήδη εξετάστηκαν κατά την ουσιαστική κρίση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος περαιτέρω αυτεπάγγελτης εξέτασης της προσβαλλόμενης απόφασης υπό το πρίσμα της εν λόγω αρχής (βλ. ΔΕΕ, 17.10.2024, C-156/23, Ararat, σκέψεις 50-51).
Κατόπιν της απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας, απομένει προς εξέταση ο μοναδικός εναπομείνας λόγος ακυρώσεως που αφορά την απόφαση επιστροφής, επί του οποίου το Δικαστήριο είχε επιφυλαχθεί να αποφανθεί μετά την ολοκλήρωση της ουσιαστικής εξέτασης της υπόθεσης.
Συγκεκριμένα, ο συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι η ταυτόχρονη έκδοση της απόφασης επιστροφής με την απορριπτική απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας παραβιάζει τα άρθρα 4 και 8 του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και τις σχετικές διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, καθόσον ο Αιτητής εξακολουθούσε να απολαύει δικαιώματος παραμονής μέχρι την ολοκλήρωση της δικαστικής προστασίας.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί.
Σύμφωνα με τα άρθρα 13(2)(δ) και 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου, η απόφαση επιστροφής δύναται να ενσωματώνεται στην απορριπτική απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας. Η ταυτόχρονη έκδοσή της δεν καθίσταται, αφ' εαυτής, παράνομη, εφόσον η εκτέλεσή της τελεί υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος παραμονής του αιτητή, της αρχής της μη επαναπροώθησης και των λοιπών ουσιαστικών και διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπει το εθνικό και το ενωσιακό δίκαιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προέκυψε ούτε προβλήθηκε οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιστροφής εκτελέστηκε ή επιχειρήθηκε να εκτελεστεί κατά παράβαση των πιο πάνω εγγυήσεων. Αντιθέτως, ο Αιτητής άσκησε εμπροθέσμως την παρούσα προσφυγή και το Δικαστήριο προέβη σε πλήρη ex nunc εξέταση τόσο της αίτησης διεθνούς προστασίας όσο και της νομιμότητας της απόφασης επιστροφής.
Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παράβαση των άρθρων 4, 8, 13(2)(δ) ή 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου ούτε άλλη πλημμέλεια ικανή να οδηγήσει στην ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης επιστροφής. Ως εκ τούτου, και ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για οποιονδήποτε από τους λόγους που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου ούτε ότι συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου. Περαιτέρω, δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης επιστροφής ικανή να οδηγήσει στην ακύρωσή της.
Συνακόλουθα, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €1.000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[2] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.
[4] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[5] Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[6] Βλ. απόφαση αρ. 128/2008, JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ.01.02.2010
[7] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, σελ. 88, 89 https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[8] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, σελ. 89 https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[9] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, σελ. 90, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[10] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, σελ. 70, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[11] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, σελ. 74-80, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[12] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada, Somalia: Information on the Gadsan clan, including history, cultural practices, locations, occupations and position in the clan hierarchy; relationship with other clans, authorities and Al Shabaab (2015-December 2017), 14 Δεκεμβρίου 2017, https://www.ecoi.net/en/document/1428635.html (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[13] Owigo, J., Returnees and the Dilemmas of (Un)sustainable Return and Reintegration in Somalia, 31 Αυγούστου 2022, σελ. 123, 128, https://www.researchgate.net/publication/363061396_Returnees_and_the_Dilemmas_of_Unsustainable_Return_and_Reintegration_in_Somalia; Crawford, N., et al., The lives and livelihoods of forcibly displaced people in Mogadishu, Απρίλιος 2024, σελ. 18-19, https://media.odi.org/documents/HPG_WP_FDP-MogadishuCS-Final-Apr24.pdf (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[14] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, σελ. 92, 93, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[15] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[16] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[17] https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-somalia-2/classification/ , (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[18] Αmnesty Ιnternational, "The State of the World's Human Rights; Somalia 2023", 24.4.2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/somalia/report-somalia/, (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[19] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees (publishing platform), Global Protection Cluster (author), Somalia, 17.9.2024, https://data.unhcr.org/en/documents/download/111216 , (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[20] Denmark, DIS, South and Central Somalia: Security situation, forced recruitment, and conditions for returnees, July 2020, https://www.ecoi.net/en/file/local/2035712/South+and+Central+Somalia++Security+Situation+Forced+Recruitment+and+Conditions+for+Returnees.pdf , σελ. 7, (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[21] Germany, BAMF, Country report 71 - Somalia: Fact Finding Mission, July 2024, https://www.bamf.de/SharedDocs/Anlagen/EN/Behoerde/Informationszentrum/Laenderreporte/2024/laenderreport-71-Somalia.pdf?__blob=publicationFile&v=3 , p. 12, (ημερομηνία πρόσβασης 10/07/2026.).
[22] Denmark, DIS, South and Central Somalia: Security situation, forced recruitment, and conditions for returnees, July 2020, https://www.ecoi.net/en/file/local/2035712/South+and+Central+Somalia++Security+Situation+Forced+Recruitment+and+Conditions+for+Returnees.pdf , σελ. 7, (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[23] EUAA COI Report, Somalia Security Situation, May 2025, σελ. 88, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[24] Amnesty International, The State of the World’s Human Rights, Somalia, Απρίλιος 2025, σελ. 330-331, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2025/04/WEBPOL1085152025ENGLISH.pdf, (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[25] The Somali Digest, Al-Shabab Establishes Bases North of Mogadishu, Temporarily Cleared by Government Forces, 28 Σεπτεμβρίου 2024, https://thesomalidigest.com/al-shabab-establishes-bases-north-of-mogadishu-temporarily-cleared-by-government-forces/ , (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[26] European Union Agency for Asylum – EUAA, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 88-89, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf; Heritage Institute for Policy Studies – HIPS, Mogadishu: City Report, 28 Αυγούστου 2024, σελ.10, https://heritageinstitute.org/wp-content/uploads/2024/08/Mogadishu-City-report.pdf ; UNSC, Report of the Panel of Experts on Somalia pursuant to resolution 2713 (2023), S/2024/748, 28 Οκτωβρίου 2024, παρα. 6, σελ. 7-8, https://digitallibrary.un.org/record/4066421/files/S_2024_748-EN.pdf?ln=en, (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[27] The Somali Digest, Al-Shabab Resurgence Around Mogadishu Exposes Government Failures, 17 Μαρτίου 2025, https://thesomalidigest.com/al-shabab-resurgence-around-mogadishu-exposes-government-failures/ ; The Somali Digest, Al-Shabab Bombs More Mogadishu Businesses Over CCTV Installation, 4 Οκτωβρίου 2024, https://thesomalidigest.com/al-shabab-bombs-more-mogadishu-businesses-over-cctv-installation/ , (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[28] The Somali Digest, Al-Shabab Resurgence Around Mogadishu Exposes Government Failures, 17 Μαρτίου 2025, https://thesomalidigest.com/al-shabab-resurgence-around-mogadishu-exposes-government-failures/, (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[29] The Somali Digest, Al-Shabab Establishes Bases North of Mogadishu, Temporarily Cleared by Government Forces, 28 Σεπτεμβρίου 2024, https://thesomalidigest.com/al-shabab-establishes-bases-north-of-mogadishu-temporarily-cleared-by-government-forces/ , (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[30] Al Jazeera, Al-Shabab in Somalia: Bullets and bombs can’t bury ideologies, 6 Οκτωβρίου 2024, https://www.aljazeera.com/opinions/2024/10/6/al-shabab-in-somalia-bullets-and-bombs-cant-bury-ideologies , (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[31] War on the Rocks, Flailing State: The Resurgence of al-Shabaab in Somalia, 3 Ιουνίου 2025, https://warontherocks.com/2025/06/flailing-state-the-resurgence-of-al-shabaab-in-somalia/, (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[32] War on the Rocks, Flailing State: The Resurgence of al-Shabaab in Somalia, 3 Ιουνίου 2025, https://warontherocks.com/2025/06/flailing-state-the-resurgence-of-al-shabaab-in-somalia/ , (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[33] War on the Rocks, Flailing State: The Resurgence of al-Shabaab in Somalia, 3 Ιουνίου 2025, https://warontherocks.com/2025/06/flailing-state-the-resurgence-of-al-shabaab-in-somalia/, (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[34] War on the Rocks, Flailing State: The Resurgence of al-Shabaab in Somalia, 3 Ιουνίου 2025, https://warontherocks.com/2025/06/flailing-state-the-resurgence-of-al-shabaab-in-somalia/; Reuters, Mogadishu suicide bomber kills at least 10 at army recruitment drive, 18 Μαΐου 2025, https://www.reuters.com/world/africa/mogadishu-suicide-bomber-kills-least-10-army-recruitment-drive-2025-05-18/; Reuters, Somali militants target presidential convoy in bomb attack, president safe, 18 Μαρτίου 2025, https://www.reuters.com/world/africa/somali-militants-target-presidential-convoy-bomb-attack-president-safe-2025-03-18/ , (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[35] United Nations Security Council, Report of the Secretary-General on Somalia, S/2025/613, 30 Σεπτεμβρίου 2025, παρα. 14, σελ. 3, https://documents.un.org/doc/undoc/gen/n25/242/24/pdf/n2524224.pdf, (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[36] United Nations Security Council, Report of the Secretary-General on Somalia, S/2025/613, 30 Σεπτεμβρίου 2025, παρα. 14, σελ. 3, https://documents.un.org/doc/undoc/gen/n25/242/24/pdf/n2524224.pdf, (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[37] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση τωνεξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 10/07/2026)
[38] IPC Population Estimates: Current (Jan-Mar 2025), https://fsnau.org/downloads/Somalia%202024%20Post%20Deyr%20Acute%20Food%20Insecurity%20Rural%20Urban%20and%20IDP%20Population%20Stressed%20Crisis%20and%20Emergency%20%28Current%20Jan%20-%20Mar%202025%29_0.pdf; World Population Review, Somalia – Mogadishu, https://worldpopulationreview.com/cities/somalia/mogadishu , (τελευταία πρόσβαση 10/07/2026).
[39] Owigo, J., Returnees and the Dilemmas of (Un)sustainable Return and Reintegration in Somalia, 31 Αυγούστου 2022, σελ. 123, 128, https://www.researchgate.net/publication/363061396_Returnees_and_the_Dilemmas_of_Unsustainable_Return_and_Reintegration_in_Somalia; Crawford, N., et al., The lives and livelihoods of forcibly displaced people in Mogadishu, Απρίλιος 2024, σελ. 18-19, https://media.odi.org/documents/HPG_WP_FDP-MogadishuCS-Final-Apr24.pdf (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[40] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, σελ. 92, 93, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[41] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada, Somalia: Information on the Gadsan clan, including history, cultural practices, locations, occupations and position in the clan hierarchy; relationship with other clans, authorities and Al Shabaab (2015-December 2017), 14 Δεκεμβρίου 2017, https://www.ecoi.net/en/document/1428635.html (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[42] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada, Somalia: Information on the Gadsan clan, including history, cultural practices, locations, occupations and position in the clan hierarchy; relationship with other clans, authorities and Al Shabaab (2015-December 2017), 14 Δεκεμβρίου 2017, https://www.ecoi.net/en/document/1428635.html (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο