ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: Σ4/26
24 Ιουλίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
R.K.
Αιτήτρια
-και-
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Η Αιτήτρια παρούσα.
Χ. Καστάνας (κος) Δικηγόρος για Καθ΄ ων η αίτηση.
Μ. Σταυρινίδου (κα) για διερμηνεία από τα Αγγλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ΔΟΘΗΚΕ ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ)
Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 13/07/26 κατά της απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία λήφθηκε δυνάμει του Άρθρου 108 (2) του περί Προσφύγων Νόμου 2026, (Ν.115(Ι)/2026) (διαδικασία συνόρων), με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή κρίθηκε αβάσιμη στη βάση των Άρθρων 100 (2) (β), 104 και 107 (4) του περί Προσφύγων Νόμου 2026, (Ν.115(Ι)/2026).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια, υπήκοος Νιγηρίας, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 06/07/26, ακολούθησε συνέντευξη της στις 09/07/26, στις 10/07/26 ετοιμάστηκε η έκθεση/εισήγηση και ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης 13/07/26, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια με την προσφυγή της υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στην χώρα της διότι η ζωή της κινδυνεύει από τον θείο της. Κατά την δε ακροαματική διαδικασία υιοθέτησε τον πυρήνα του αιτήματος της και πρόσθεσε ότι δεν αποχώρησε μόνο λόγω των σπουδών της αλλά ότι προσπάθησε να την δηλητιάσει ο θείος της και την βοήθησε η μητέρα της να αποχωρήσει από την χώρα και ότι δέχθηκε πνευματικές επιθέσεις από τον διώκτη/θείο της. Ανέφερε ότι τα ακίνητα που είχε κληρονομήσει είναι στην κατοχή/υπό τον έλεγχο του θείου της και δεν μπορεί να μείνει, ότι η μητέρα της απεβίβωσε το 2015 και ότι έχει επικοινωνία μόνο με την αδελφή της.
Οι Καθ΄ ων η αίτηση υιοθέτησαν την έκθεση/εισήγηση και ανέφεραν ότι δεν δικαιούται το καθεστώς προσφυγά ή συμπληρωματικής προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Η παρούσα προσβαλλόμενη πράξη λήφθηκε με την διαδικασία που προβλέπεται στο Άρθρο 108 του περί Προσφύγων Νόμου 2026, (Ν.115(Ι)/2026) με πλαγιότιτλο «Προϋποθέσεις για τη διαδικασία ασύλου στα σύνορα και υποχρεωτική εφαρμογή της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα» το οποίο προνοεί ότι:
«108- 1.Ο Προϊστάμενος, μετά τον έλεγχο διαλογής που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Δεύτερου Μέρους του παρόντος Νόμου, δύναται να εξετάζει αίτηση στο πλαίσιο της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα ως προβλέπεται στο άρθρο 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
(2)Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, εάν συντρέχει οποιαδήποτε από τις περιστάσεις που προβλέπονται στα στοιχεία γ), στ) ή ι) της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, ο Προϊστάμενος εξετάζει την αίτηση στο πλαίσιο της υποχρεωτικής εφαρμογής διαδικασίας ασύλου στα σύνορα.»
Η αίτηση διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας απορρίφθηκε καθότι κρίθηκε ως αβάσιμη στη βάση του Άρθρου 100 (2) (β) του περί Προσφύγων Νόμου 2026, (Ν.115(Ι)/2026) και μέσω της ταχείας διαδικασίας εξέταση ασύλου ως αυτή προβλέπεται στα Άρθρα 104 και 107(4) του περί Προσφύγων Νόμου 2026, (Ν.115(Ι)/2026).
Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα όσα υποστηρίζονται από την Αιτήτρια, αυτά που απάντησαν οι Καθ΄ ων η αίτηση, του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ») και αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν. 73(I)/2018), προχωρεί να εξετάσει την ουσία του αιτήματος της.
Μετά από ενδελεχή έλεγχο των πρακτικών της συνέντευξης, διαπιστώνεται ότι ο εξεταστής της υπόθεσης – λειτουργός ενημέρωσε πλήρως την Αιτήτρια για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, της έθεσε εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου, καθώς και διευκρινιστικές ερωτήσεις, ώστε η ενδιαφερόμενη να μπορέσει να τοποθετηθεί αναφορικά με τα βιώματα και τις εμπειρίες της, καλύπτοντας τους λόγους που την οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα της και να υποβάλει αίτηση ασύλου. Στο τέλος, της αναγνώστηκαν όσα καταγράφηκαν και η ίδια επιβεβαίωσε ότι αντικατοπτρίζουν επακριβώς τις δηλώσεις της. Η διαδικασία εξέτασης της αίτησης διεξήχθη σε πλήρη συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται στη Νομοθεσία, βάσει των καθορισμένων οδηγιών και των σχετικών εγχειριδίων του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), καθώς και με βάση τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που διέπουν την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο ή μεμπτό στη διαδικασία που ακολουθήθηκε, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης (ερυθρά 85-72 ΔΦ).
Από τις απαντήσεις της έγινε αποδεκτό ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, με μέλη της οικογενείας της στη χώρα καταγωγής, άγαμη, άτεκνη, μέλος εθνοτικής ομάδας Yoruba, μέσης μόρφωσης με εργασιακή εμπειρία και ότι διέμενε στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές περίπου 10 έτη, ως επίσης, αποδεκτός έγινε και ο ισχυρισμός της ότι εγκατέλειψε την χώρα της για να σπουδάσει στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές. (ισχυρισμός 1 & 2) (ερυθρά 130-127 ΔΦ). Ο δε ισχυρισμός 3 ήτοι ότι εγκατέλειψε την χώρα της λόγω του ότι έχει περιουσιακές διαφορές με τον θείο της μετά τον θάνατο του πατέρα της και/ή ότι θέλει να την βλάψει, απορρίφθηκε ως εσωτερικά αναξιόπιστος. Με την εισηγητική έκθεση ο λειτουργός κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός της. Κρίθηκε ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις, ασάφειες και ότι παρείχε ελλιπείς πληροφορίες. Συγκεκριμένα: (α) κρίθηκαν ως μη ευλογοφανείς οι δηλώσεις της ότι το σύνολο της οικογενειακής περιουσίας κληροδοτήθηκε μέσω διαθήκης στην ίδια αντί της μητέρας της, (β) θεωρήθηκαν ατεκμηρίωτοι οι ισχυρισμοί της σχετικά με το περιεχόμενο του εγγράφου/διαθήκης, το οποίο ισχυρίζεται ότι βρίσκεται κατατεθειμένο σε δικηγόρο, (γ) εντοπίστηκε έλλειψη επαρκούς τεκμηρίωσης στην απάντησή της αναφορικά με την απουσία οποιασδήποτε διεκδίκησης κληρονομικών ή/και φερόμενων περιουσιακών δικαιωμάτων, (δ) κρίθηκαν αντιφατικοί ή/και μη αληθοφανείς οι ισχυρισμοί της σε σχέση με το περιστατικό απόπειρας δηλητηρίασής της από τον δάσκαλό της κατόπιν εντολής του θείου της, και (ε) γενικά, το αφήγημά της κρίθηκε ότι βρίθει γενικόλογων ή μεταβαλλόμενων εξηγήσεων, χρονολογικών αντιφάσεων και ελλείψεων σε αποδεικτικά στοιχεία. Κατά τη νομική ανάλυση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς, το προφίλ της, την αξιολόγηση του κινδύνου και την κατάσταση ασφαλείας, ο λειτουργός καταλήγει ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις για την αναγνώρισή της ως πρόσφυγα ή ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας. Επιπλέον, δεν διαπιστώνεται υψηλό επίπεδο αδιάκριτης βίας στην περιοχή της συνήθους διαμονής της σε συνάρτηση με τις προσωπικές της περιστάσεις (ερυθρά 127-124, 124-119 ΔΦ).
Το Δικαστήριο μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και στην ακροαματική διαδικασία υπό μορφή δηλώσεων και το περιεχόμενο του φακέλου, κρίνει ότι ορθά δεν έγινε αποδεκτός ως εσωτερικά αξιόπιστος ο ισχυρισμός 3 του αιτήματος της, αφού αυτός δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[1], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Πέραν του ότι το αφήγημα της εμπεριέχει δηλώσεις που θεωρούνται ασυνεπείς, από τις απαντήσεις της κατά τη διαδικασία της συνέντευξης, διαπιστώνεται ότι ελλείπουν βιωματικά στοιχεία και ευλογοφάνεια που να τεκμηριώνουν μια προσωπική εμπειρία και δίωξη της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς της με επαρκή λεπτομέρεια (Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, βλέπε επίσης §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία της Αιτήτριας (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία μετά από αριθμό ερωτήσεων που της τέθηκαν κατάφερε να ανατρέψει το τεκμήριο αναξιοπιστίας των ισχυρισμών και δηλώσεων της σε σχέση με τους ισχυρισμούς της. Δεν έχει επίσης υποδείξει ότι σε περίπτωση επιστροφής της θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές της χώρας της και δεν έχει τεκμηριώσει ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται. Ως εκ τούτου, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και/ή ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής της που να αντιμετωπίζει δίωξη και/ή ούτε έχει συλληφθεί/καταδικασθεί, ή καταζητείται/διώκεται είτε από τις αρχές της χώρας της είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα 3(5), 6, 7, 9, 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347[2] και του Άρθρου 51 του περί Προσφύγων Νόμου 2026, (Ν.115(Ι)/2026)).
Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος επικουρικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στα Άρθρα 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347[3] και του Άρθρου 53 του περί Προσφύγων Νόμου 2026, (Ν.115(Ι)/2026)) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται (ερυθρά 120-119 ΔΦ). Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας, δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησης της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project)[4] δεν προκύπτει ότι στον τόπο τελευταίας διαμονής της λαμβάνει χώρα διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη εντός του πλαισίου της Νομοθεσίας και/ή Κανονισμού (στην πολιτεία Kwara κατά το τελευταίο έτος - με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 24/07/26- καταγράφηκαν μόνο 39 περιπτώσεις βίας κατά αμάχων[5]).
Αναφορικά με το ζήτημα υγείας που αντιμετωπίζει η Αιτήτρια (ομφαλοκήλη ερυθρά 42,10 ΔΦ), ούτε αυτός ο λόγος αυξάνει πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση του ΔΕΕ C-542/13, Mohamed M’Bodj v Βελγικού Δημοσίου, ημερομηνίας 18/12/14:
«35. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής.
36. Ομοίως, η αιτιολογική σκέψη 26 της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζει ότι οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη. Επομένως, ο κίνδυνος επιδεινώσεως της καταστάσεως του πάσχοντος από σοβαρή ασθένεια υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος απορρέει από την ανυπαρξία κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής του, δεν αρκεί προκειμένου να χορηγηθεί η επικουρική προστασία, εκτός αν απορρέει από την εκ προθέσεως άρνηση χορηγήσεως ιατρικής περιθάλψεως στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας.
[…]
40. Εντούτοις, το γεγονός ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν είναι δυνατή, δυνάμει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευτεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η απομάκρυνση πάσχοντος από σοβαρή ασθένεια υπηκόου τρίτης χώρας προς χώρα στην οποία δεν υπάρχει κατάλληλη θεραπευτική αγωγή δεν σημαίνει ότι είναι υποχρεωτικό να του χορηγηθεί άδεια διαμονής σε κράτος μέλος, δυνάμει του καθεστώτος επικουρικής προστασίας που προβλέπει η οδηγία 2004/83.
41. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το άρθρο 15, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η σοβαρή προσβολή που αυτό διαλαμβάνει δεν καλύπτει περίπτωση κατά την οποία τυχόν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, κατά τα προβλεπόμενα από την εφαρμοστέα στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία, την οποία ενδέχεται να υποστεί αιτών διεθνή προστασία σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του είναι απόρροια της ελλείψεως κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη συγκεκριμένη χώρα, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εκ προθέσεως αρνήσεως χορηγήσεως ιατρικής περιθάλψεως στον εν λόγω αιτούντα.
[…]
43. Εντούτοις, η επιφύλαξη του άρθρου 3 της οδηγίας 2004/83 απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ διατάξεις που χορηγούν το προβλεπόμενο από την οδηγία καθεστώς της επικουρικής προστασίας σε υπήκοο τρίτης χώρας πάσχοντα από σοβαρή ασθένεια λόγω του κινδύνου επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του συνεπεία της ελλείψεως κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής, καθόσον τέτοιου είδους διατάξεις δεν συνάδουν με τη συγκεκριμένη οδηγία.»
Στην παρούσα περίπτωση εμφανώς, δεν προκύπτουν στοιχεία που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν δυσχερείς/ελλείψεις και/ή κοινωνικοοικονομικές ή υγειονομικές και/ή επαρκών συνθηκών πρόνοιας/υγείας που να εμποδίζουν την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη της Αιτήτριας για την ομφαλοκήλη που αντιμετωπίζει, ούτε δε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία ανέφερε ότι λαμβάνει κάποια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (αλλά ότι μελλοντικά θα πρέπει να κάνει κάποια επέμβαση). Άλλωστε, ακόμα και εάν υπήρχαν ελλείψεις ή ανεπάρκειες στο σύστημα υγείας, χωρίς την ύπαρξη άλλων παραγόντων ήτοι φορέα δίωξης/πράξεων αρκούντων σοβαρών που να συνιστούν δίωξη δεν μπορούν να οδηγήσουν σε επιτυχία της αίτησης διεθνούς προστασίας και/ή προστασίας που παρέχεται από την Σύμβαση της Γενεύης. Επίσης, ζητήματα και/ή πρόνοιας λόγω της υγείας της Αιτήτριας, ούτε αυτό επηρεάζει με θετικό πρόσημο το αίτημα ασύλου της. Όπως καταγράφεται στην M' Bodj ανωτέρω σκέψη 31:
«Οι κίνδυνοι υπηκόου τρίτης χώρας που δεν απορρέουν από εκ προθέσεως άρνηση χορηγήσεως ιατρικής περιθάλψεως στον συγκεκριμένο υπήκοο τρίτης χώρας, ως προς τους οποίους η εφαρμοστέα στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία παρέχει προστασία, δεν καλύπτονται από το άρθρο 15, στοιχεία α΄ και γ΄, της εν λόγω οδηγίας, καθόσον οι προσβολές που ορίζει η διάταξη αυτή συνίστανται, αντιστοίχως, σε ποινή θανάτου ή εκτελέσεως και σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
32. Το άρθρο 15, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/83 ορίζει ως σοβαρή βλάβη την επιβολή σε υπήκοο τρίτης χώρας βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως στη χώρα καταγωγής του. [.]
35. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής.
36. Ομοίως, η αιτιολογική σκέψη 26 της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζει ότι οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη. Επομένως, ο κίνδυνος επιδεινώσεως της καταστάσεως του πάσχοντος από σοβαρή ασθένεια υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος απορρέει από την ανυπαρξία κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής του, δεν αρκεί προκειμένου να χορηγηθεί η επικουρική προστασία, εκτός αν απορρέει από την εκ προθέσεως άρνηση χορηγήσεως ιατρικής περιθάλψεως στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρα».
Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και/ή επαναβεβαιώνεται και στην ΔΕΕ C-353/16, MP ν. Secretary of State for the Home Department, ημερ.24/04/18:
«57. Εναπόκειται κατά συνέπεια στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει, υπό το πρίσμα όλων των πρόσφατων και κρίσιμων στοιχείων, ιδίως δε των εκθέσεων διεθνών οργανισμών και μη κυβερνητικών οργανώσεων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, εάν, εν προκειμένω, ο MP ενδέχεται να εκτεθεί, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, σε κίνδυνο να μην του παρασχεθεί εκ προθέσεως η κατάλληλη περίθαλψη για την αντιμετώπιση των σωματικών ή ψυχολογικών συνεπειών από τα βασανιστήρια που υπέστη από τις αρχές της εν λόγω χώρας. Τούτο θα συμβαίνει αν [.] είναι προφανές ότι οι ίδιες αυτές αρχές, παρά την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 14 της Συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων, δεν θα ήσαν διατεθειμένες να διασφαλίσουν την επαναπροσαρμογή του. Ένας τέτοιος κίνδυνος θα μπορούσε επίσης να ανακύψει εάν διαφαινόταν ότι οι εν λόγω αρχές επιδεικνύουν συμπεριφορά που εισάγει διάκριση, όσον αφορά την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερέστερη, για ορισμένες εθνοτικές ομάδες ή ορισμένες κατηγορίες προσώπων, στις οποίες ανήκει ο MP, η πρόσβαση στην κατάλληλη περίθαλψη για την αντιμετώπιση των σωματικών ή ψυχολογικών συνεπειών από τα βασανιστήρια που διέπραξαν οι αρχές αυτές.».
Ως εκ των ανωτέρω, το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει η Αιτήτρια δεν αυξάνει πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθότι από τα στοιχεία του φακέλου της: (α) δεν διαπιστώνεται κάποια σκοπιμότητα/πρόθεση ηθελημένης παρεμπόδισης πρόσβασης της από συγκεκριμένο φορέα δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε κατάλληλη θεραπεία επί της κατάστασης της υγείας της στη χώρα της - ούτε προκύπτει οποιαδήποτε υπαίτια αποστέρηση από αυτήν της πρόσβασής της σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, (β) από τα έγγραφα/στοιχεία του φακέλου της δεν προκύπτει ότι η κατάσταση της υγείας της σε περίπτωση απομάκρυνσης της, διατρέχει κίνδυνο να εκτεθεί σε ταχεία, σημαντική και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της υγείας της (σημειώνεται ότι στα σχετικά έγγραφα αναφέρεται ως ομφαλοκήλη), (δ) όπως προκύπτει από τα στοιχεία της αίτησης της κατά τη διαμονή της στην Κύπρο έλαβε κάποια θεραπεία και αποτελεί σημαντική ένδειξη ότι η κατάσταση της υγείας της δεν είναι ανησυχητική, (ε) εξάλλου δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο παραχώρησης διεθνούς προστασίας λόγω μόνο του εν λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει (βλέπε σχετικά ΔΕΕ C-542/13, Mohamed M’Bodj v Βελγικού Δημοσίου, ημερ.18/12/2014).
Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας όπως αναλύεται ανωτέρω και/ή επικαιροποιημένου ελέγχου ασφαλείας στο τόπο συνήθους διαμονής της καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή επικουρικής προστασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €600 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, ημερ.24/07/09
[2] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
[3] IBID 2.
[4] https://acleddata.com/dashboard/#/dashboard
[5] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, πολιτεία Kwara)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο