Ι.Α.Α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης, Υποθ. Αρ.: 520/2025, 21/7/2026
print
Τίτλος:
Ι.Α.Α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης, Υποθ. Αρ.: 520/2025, 21/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                 Υποθ. Αρ.: 520/2025

21 Ιουλίου  2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος

 Μεταξύ:

Ι.Α.Α. από Σομαλία και τώρα Λευκωσία

Αιτητής

και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης

Καθ' ων η Αίτηση

 

Γ. Βασιλόπουλος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Μαρίνα Φιλίππου, Νικόλας Κουρσάρης, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.

Ο Αιτητής είναι παρών.  Παρών ο Mohamed Seynab για μετάφραση από σομαλικά σε αγγλικά και παρούσα  και  η Ζ. Αγαπίου  (κα) για πιστή μετάφραση από αγγλικά σε ελληνικά και αντιστρόφως.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 21/2/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε την 04/03/2025, και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του νόμου. Περαιτέρω αιτείται νέας εκτελεστής απόφασης του Δικαστηρίου επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή για την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Σομαλίας και στις 25/03/2022 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ερ. 5-2 και μετάφραση 14-12 του Δ.Φ.).

Την 17/02/2025 πραγματοποιήθηκε η πρωτοβάθμια συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία (ερ. 37-25 του Δ.Φ.).

Στις 18/02/2025 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή (ερ. 217-189 του Δ.Φ.).

Εν συνεχεία, στις 21/02/2025, ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας και την έκδοση απόφασης επιστροφής του Αιτητή στην χώρα καταγωγής του (ερ. 218 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, στις 04/03/2025, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ. 219 Δ.Φ.).

Στη συνέχεια, στις 06/03/2025, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου. 

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

O συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού του δικογράφου, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, τους οποίους, κατά τις διευκρινίσεις, περιόρισε στη λήψη της απόφασης χωρίς τη δέουσα έρευνα και αιτιολογία. Διά της αγόρευσής του, αναφορικά με τη μη δέουσα έρευνα και επαρκή αιτιολογία, προώθησε ειδικότερα ότι η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση βασίστηκε σε τυποποιημένα έντυπα συνεντεύξεων και εκθέσεων/εισηγήσεων, ότι δεν επεξηγήθηκε στον Αιτητή η σημασία του να αναφέρει σχετικές λεπτομέρειες και δεν του τέθηκαν ερωτήσεις για βασικά ζητήματα ούτως ώστε να εξεταστούν επαρκώς και ότι δεν γνωστοποιήθηκε στον Αιτητή ή δεν του επέστη η προσοχή στους λόγους έγκρισης της αίτησης. Προβάλλεται επιπλέον ότι δεν συνεκτιμήθηκε η κατάσταση ασφάλειας της χώρας και περιοχής διαμονής του Αιτητή και ότι εκλείπει επαρκής αιτιολόγηση των λόγων απόρριψης της αίτησης.

Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή και Γραπτή Αγόρευσή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και ειδικότερα του Περί Προσφύγων Νόμου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, κατ’ εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι οι λόγοι ακυρώσεως δεν εγείρονται σύμφωνα με το άρθρο 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 και πως οι ισχυρισμοί του Αιτητή που προωθούνται στη γραπτή του αγόρευση είναι εσφαλμένοι, ανεδαφικοί και ανυπόστατοι. Περαιτέρω, προβάλλουν πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να τεκμηριώσει βάσιμο λόγο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό το άρθρο 19 του Νόμου. Προς υποστήριξη της θέσης τους οι Καθ' ων η Αίτηση παραθέτουν επιχειρηματολογία που άπτεται της νομιμότητας και της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, απαντώντας και στους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται από την πλευρά της αιτήτριας. Όσον αφορά το επίδικο πλαίσιο γεγονότων, ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση παραπέμπει στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση και τα επισυνημμένα σε αυτήν Παραρτήματα, καθώς επίσης και στα όσα περιέχονται στο σχετικό διοικητικό φάκελο.

Σε απαντητική του αγόρευση, ο Αιτητής προβάλλει διά του συνηγόρου του ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν απάντησαν αναφορικά με τα όσα παρατέθηκαν στη γραπτή του αγόρευση σχετικά με εξωτερικές πηγές οι οποίες επιβεβαιώνουν τα όσα ισχυρίζεται ο Αιτητής αναφορικά με το φόβο δίωξής του,  και προβάλλει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε λανθασμένη υπαγωγή των δεδομένων στο νόμο, αφού όπως οι ίδιοι καταγράφουν η κατάσταση στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής δημιουργούν τις συνθήκες να υποστεί σοβαρή βλάβη λόγω της παρουσίας του και μόνο, ωστόσο δεν παραχωρούν καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.  

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση.  Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.  

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημεχίων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η  απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και  η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4

Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.

Σύμφωνα με την  Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56

Η συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του  περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Ωστόσο η συνήγορος απέσυρε όλους του νομικούς ισχυρισμού πλην τον ισχυρισμό περί ελλιπούς δέουσας έρευνας.

Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς  χαρακτηρίζονται  οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και  αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα  όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί  η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. 

Όσο αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα  αυτή είναι  επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).

Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης του, ο Αιτητής, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά του επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση του είναι αληθή.

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με τον Αιτητή όλες τις πτυχές των ισχυρισμών του και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω  έρευνας  σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο  Αιτητής δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 30/03/2022, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι το έπραξε για λόγους ασφαλείας, ότι κάποια από τα μέλη της οικογένειάς του σκοτώθηκαν σε εκρήξεις και ότι ήταν μέλος των Al-Shabaab και δέχτηκε από αυτούς απειλές και τηλεφωνήματα (ερ. 2 και μετάφραση ερ. 12 του Δ.Φ.

Αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία ο Αιτητής δήλωσε υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς στο Mogadishu, μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, άγαμος και ομιλών την γλώσσα σομαλικά. Αφίχθηκε στη Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα την 24/02/2022 (ερ. 5-2 Δ.Φ. και μετάφραση 14-12 του Δ.Φ.).

Κατά την συνέντευξη που διεξήχθη την 17/02/2025 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, σημειώθηκε επιπρόσθετα στο πρακτικό ότι ο Αιτητής έχει την εθνικότητα Mursade και ότι εγκατέλειψε για πρώτη φορά τη χώρα του την 18/04/2021 και ταξίδεψε στην Κένυα, όπου έζησε από τις 18/04/2021 μέχρι τις 15/02/2022, ότι επέστρεψε στη Σομαλία στις 15/02/2022 και ότι αναχώρησε ξανά από τη χώρα καταγωγής του την 18/02/2022 (ερ. 37-34 του Δ.Φ.). Επιπλέον, σε σχετικές ερωτήσεις του λειτουργού, απάντησε ότι εξέδωσε το διαβατήριό του το 2019 λόγω του ότι υπήρχαν πολλά προβλήματα στη Σομαλία και ήθελε να φύγε, ότι ομιλεί σομαλικά, αγγλικά και λίγα αραβικά, τα οποία έμαθε στο σχολείο και το πανεπιστήμιο, και ότι δεν έχει την υπηκοότητα κάποιας άλλης χώρας (ερ. 35 του Δ.Φ.).

Όσον αφορά στον τόπο συνήθους διαμονής του, δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Mogadishu, περιοχή Warda Nabada, διοικητική περιφέρεια Benadir, ότι έζησε για ένα χρόνο στην πόλη Bargan, διοικητική περιφέρεια Galgaduud, ότι ακολούθως επέστρεψε στο Mogadishu, όπου έζησε μέχρι την αποχώρησή του από τη χώρα για την Κένυα (ερ. 35-34 του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι το 2017 μετακόμισε από την περιοχή Warda Nabada του Mogadishu στην περιοχή Hodan, όπου υπήρχαν περισσότεροι στρατιώτες, υπουργεία, και περισσότερη ασφάλεια (ερ. 34 του Δ.Φ.).  Αναφορικά με την εθνοτική ομάδα στην οποία ανήκει, δήλωσε ότι είναι Hawiye με υποφυλή την Mursade, και μετά την Sabdi και Abakar (ερ. 34 του Δ.Φ.).

Ο Αιτητής δήλωσε κατά τη συνέντευξη ότι δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας (ερ. 36 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 18/04/2021 για την Κένυα, ο Αιτητής προέβαλε ότι υπήρχε έλλειψη ασφαλείας και αναφέρθηκε σε σύλληψή του (ερ. 33/1χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε ότι στην Κένυα είχε άδεια παραμονής για τρεις μήνες, η οποία δεν ανανεώθηκε, ότι προσπάθησε να αιτηθεί διεθνούς προστασίας στην Κένυα, αλλά η σχετική διαδικασία δεν ήταν διαθέσιμη, και ότι ενόσω βρισκόταν εκεί δούλευε σε καταστήματα άλλων Σομαλών, ενώ λάμβανε επίσης οικονομική υποστήριξη από τη γιαγιά του (ερ. 33 του Δ.Φ.). Όσον αφορά στη χρηματοδότηση του ταξιδιού του στην Κένυα, ο Αιτητής ανέφερε ότι είχε οικονομίες από δική του εργασία και ότι τον στήριξε επίσης η γιαγιά του (ερ. 33 του Δ.Φ.).

Σε σχέση με την οικογένειά του, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι το μόνο παιδί μεταξύ των γονιών του, αλλά ότι έχει επτά ετεροθαλή αδέλφια από την πλευρά της μητέρας του, η οποία παντρεύτηκε έναν άλλο άντρα όταν ο Αιτητής ήταν ακόμα πολύ νέος. Ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του, ως επίσης και κάποια από τα αδέλφια του, απεβίωσαν το 2010 μετά από βομβιστική επίθεση στο σπίτι του και έκτοτε βρισκόταν κάτω από τη φροντίδα της γιαγιάς του, ενώ, αναφορικά με τον πατέρα του, δήλωσε ότι τους εγκατέλειψε όταν ήταν ακόμη νέος και ότι δεν είχαν πλέον επαφές μαζί του (ερ. 33 του Δ.Φ.). Κληθείς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για την απώλεια της μητέρας και των αδελφών του το 2010, ο Αιτητής δήλωσε ότι εκείνη την περίοδο υπήρχε πόλεμος μεταξύ της κυβέρνησης και της Al-Shabaab, ότι ο ίδιος είχε κρυφτεί και ότι μία βόμβα κτύπησε το σπίτι του και σκότωσε τη μητέρα του και μία από τις αδελφές του (ερ. 32 του Δ.Φ.). Ακολούθως, μετακόμισε μαζί με τους υπόλοιπους συγγενείς του μαζί με τη γιαγιά του, η οποία ήταν ιδιοκτήτρια μίας φάρμας, ενώ ανέφερε ότι έχει θείους και θείες από την πλευρά της μητέρας του, οι οποίοι διαμένουν στην περιοχή Galgaduud. Δήλωσε ότι, επί του παρόντος, τα αδέλφια του διαμένουν στην περιοχή Warda Nabada στο Mogadishu, ενώ η γιαγιά του διαμένει στην περιοχή Galgaduud και ότι διατηρεί επαφή μαζί τους (ερ. 32 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε ότι αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο «Somali International University» το 2018, έχοντας σπουδάσει τέχνη, κοινωνική και δημόσια διοίκηση και ότι κατά τη διάρκεια των σπουδών του δούλευε για να αποκτήσει εμπειρία σε διάφορες εκστρατείες, ελπίζοντας να δουλέψει μελλοντικά στον τομέα της πολιτικής (ερ. 31/1χ του Δ.Φ.). Δήλωσε επιπλέον ότι φοίτησε στο κορανικό σχολείο από την ηλικία των πέντε χρόνων μέχρι το 2007 (ερ. 31/2χ του Δ.Φ.). Σχετικά με την επαγγελματική του εμπειρία, δήλωσε ότι εργάστηκε από το 2017 μέχρι το 2021 σε μία εκστρατεία με το όνομα «UPD – Union for Peace and Development Party», η εκστρατεία ήταν σχετική με τις εκλογές, είχε αρχηγό τον πρόεδρο της Σομαλίας, Hassan Sheikh Mohamed, και ο ρόλος του ήταν να συμμετέχει στην οργάνωση εκδηλώσεων, για παράδειγμα να πραγματοποιεί τις εγγραφές (ερ. 31 3χ-5χ του Δ.Φ.).

Σχετικά με την αναχώρησή του από τη Σομαλία, ο Αιτητής δήλωσε ότι αναχώρησε την 18/02/2022 και ταξίδεψε μέσω Αιθιοπίας και Τουρκίας προς τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές της Κύπρου, ότι ταξίδεψε μόνος του, ότι χρηματοδότησε το ταξίδι του με οικονομίες δικές του και τη βοήθεια της γιαγιάς του και ότι δεν αντιμετώπισε προβλήματα κατά την έξοδό του από τη Σομαλία ή τις άλλες χώρες από τις οποίες πέρασε (ερ. 31 7χ-9χ του Δ.Φ.).

Ακολούθως, ο Αιτητής ερωτήθηκε από τον λειτουργό εάν έχει συλληφθεί ποτέ στη χώρα καταγωγής του και απάντησε καταφατικά, δηλώνοντας ότι συλλήφθηκε από την κυβέρνηση λόγω του ότι ένας θείος του, ο οποίος ήταν μέλος της Al-Shabaab επικοινωνούσε μαζί του, ότι αυτό τον έκανε ύποπτο σε άλλα άτομα, τα οποία τον φοβόντουσαν και ότι μοιράστηκε τον αριθμό του θείου του με την «CID» επειδή συνήθιζε να τον καλεί από διαφορετικούς αριθμούς (ερ. 30 1χ-2χ του Δ.Φ.). Σε ερώτηση του λειτουργού αναφορικά με τη συμμετοχή του θείου του στην Al-Shabaab, ο Αιτητής δήλωσε ότι, όταν πήγε να μείνει μαζί με τη γιαγιά του, ο θείος του ερχόταν και προσπαθούσε να τον πείσει να ενταχθεί στην Al-Shabaab. Αργότερα, όταν ο Αιτητής άρχισε να εργάζεται για την προαναφερθείσα εκστρατεία, ο θείος του άρχισε να του τηλεφωνεί και να τον απειλεί, λέγοντάς του ότι έγινε χριστιανός και ότι πρέπει να πάει σε αυτόν, διαφορετικά η Al-Shabaab θα τον σκοτώσει (ερ. 30 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς για το πώς γνώριζε ότι ο θείος του ήταν μέλος της Al-Shabaab, δήλωσε ότι οποιοσδήποτε μπορούσε να το καταλάβει από τον τρόπο που ήταν ντυμένος, ενώ σε περαιτέρω σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πότε ακριβώς ο θείος του έγινε μέλος, ότι δεν είχε κάποια θέση αλλά ένα παρατσούκλι το οποίο υποδήλωνε ότι έχει κάποιο ηγετικό ρόλο, ότι ο θείος του πίστευε ότι η Al-Shabaab είναι καλύτερη από την κυβέρνηση και ότι δεν υπήρχαν άλλα μέλη της οικογένειάς του ενταγμένα στην Al-Shabaab (ερ. 30 3χ – 8χ του Δ.Φ.). Κληθείς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το πώς ο θείος του προσπαθούσε να τον πείσει να ενταχθεί στην Al-Shabaab, ο Αιτητής δήλωσε ότι στην περιοχή Galgaduud η Al-Shabaab είχε τον έλεγχο και ότι, όταν αρνήθηκε, τον τιμωρούσε στέλνοντας στρατιώτες, οι οποίοι του έσπασαν το χέρι (ερ. 30 9χ, 29 1χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς πώς ο θείος του έμαθε ότι ο Αιτητής δούλευε για την εκστρατεία, απάντησε ότι πολλά άτομα δούλευαν για αυτήν και η πληροφορία έφτασε στον θείο του, ενώ αναφορικά με τα τηλεφωνήματα που λάμβανε, δήλωσε ότι ο θείος του άρχισε να του τηλεφωνεί το 2018, αλλά έγινε πιο έντονος το 2021, ότι του έστελνε και μηνύματα, και ότι την τελευταία φορά που του απάντησε το τηλέφωνο, ο θείος του απείλησε ότι θα τον σκοτώσει (ερ. 29 2χ – 5χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς τι ακριβώς συνέβη, το οποίο οδήγησε στη σύλληψή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατά το τελευταίο τηλεφώνημα που είχε με τον θείο του, αυτός απείλησε ότι θα τον σκοτώσει, και τότε ο Αιτητής επικοινώνησε με την «CID»( Criminal Investigation Directorate) για να αναφέρει τις απειλές από τον σχετικό τηλεφωνικό αριθμό. Η CID του είπε ότι αυτοί οι τηλεφωνικοί αριθμοί ανήκουν σε μέλη της Al-Shabaab και τον υποψιάστηκαν ότι μοιράζεται πληροφορίες με την Al-Shabaab, συλλαμβάνοντάς τον χωρίς να ακολουθήσουν κάποια δικαστική διαδικασία. Δήλωσε ότι τελούσε υπό σύλληψη σχεδόν τρεις μήνες, από τα μέσα Ιανουαρίου 2021 μέχρι τις αρχές Απριλίου 2021 και ότι κατά τη διάρκεια της σύλληψής του τον έβαζαν να τηλεφωνεί τους προαναφερθέντες αριθμούς που είχε στο τηλέφωνό του και, όταν αυτοί δεν απαντούσαν, τον κτυπούσαν (ερ. 27-26 του Δ.Φ.). Αναφορικά με την απελευθέρωσή του από τη φυλακή, δήλωσε ότι ένας άντρας από τη φυλή του πήρε την ευθύνη να γίνει ο εγγυητής του και έτσι απελευθερώθηκε και έφυγε για την Κένυα (ερ. 28 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, ερωτηθείς από το λειτουργό για τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι έφυγε λόγω της έλλειψης ασφαλείας και τα προβλήματα που αντιμετώπισε στη Σομαλία, ότι ήθελε να δουλέψει στην πολιτική όμως συλλήφθηκε από την  «CID» και έτσι απέκτησε προβλήματα και με την κυβέρνηση (ερ. 27 2χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς για το τι ακριβώς φοβάται σε περίπτωση επιστροφής, δήλωσε ότι θα λάβει τιμωρία από την Al-Shabaab  και την «CID» (ερ. 26 του Δ.Φ.).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ο δεύτερος αναφορικά με τη στοχοποίηση και τα προβλήματα του Αιτητή από το θείο του, ο οποίος ήταν μέλος της Al-Shabaab, και ο τρίτος αναφορικά με το ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι συλλήφθηκε από τη CID της Σομαλίας (ερ. 214 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, όσον αφορά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής του, το προφίλ, τα προσωπικά του στοιχεία, την εκπαιδευτική και επαγγελματική του εμπειρία και το ταξίδι του, κρίνοντας ότι ο Αιτητής αναφέρθηκε με συνεκτικότητα στη σύσταση της οικογένειάς του και την τρέχουσα κατάστασή της, ότι ανταποκρίθηκε με επάρκεια πληροφοριών σε ερωτήσεις σχετικά με την εκπαίδευσή του και ότι παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες βιωματικού χαρακτήρα σε ερωτήματα που τέθηκαν σχετικά με την εργασιακή του απασχόληση στη χώρα καταγωγής του.   Ακολούθως, στην εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, σημείωσε στο φάκελο του Αιτητή υπάρχει το πρωτότυπο διαβατήριο του Αιτητή, το οποίο αναγράφει την περιοχή γεννήσεώς του ως το Mogadishu, και ότι πηγές πληροφόρησης επικυρώνουν τα λεγόμενά του σχετικά με την περιοχή καταγωγής και διαμονής του, τη φυλή του, την ύπαρξη των σχολείων και του πανεπιστημίου του και της πολιτικής καμπάνιας UPD στην οποία εργαζόταν ο Αιτητής. Καταληκτικά, ο λειτουργός έκανε τον εν λόγω ισχυρισμό αποδεκτό (ερ. 213-210 του Δ.Φ.).

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ότι στοχοποιήθηκε από το θείο του, ο οποίος ήταν μέλος της Al-Shabaab, ορθά ο λειτουργός έκρινε πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του και ότι στις δηλώσεις του σχετικά μετά γεγονότα παρατηρήθηκε έλλειψη επαρκών λεπτομερειών, έλλειψη ευλογοφάνειας, λογικής συνέχειας και στοιχείων βιωματικού χαρακτήρα όπως αυτά καταγράφονται στις σελ. 10- 12 της έκθεσης /εισήγησης του (ερ. 209-207 του Δ.Φ.). Ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε με επαρκείς λεπτομέρειες τον ισχυρισμό του περί συμμετοχής του θείου του στην Al-Shabaab και ότι δεν ανταποκρίθηκε με επάρκεια και σαφήνεια στην κλήση του λειτουργού για παροχή περισσότερων πληροφοριών σχετικά με τις προσπάθειες του θείου του να τον εντάξει στην Al-Shabaab. Επιπλέον, θεώρησε ότι οι λόγοι για τους οποίους ο Αιτητής παρέθεσε για την αδυναμία του θείου του να τον στρατολογήσει στην Al-Shabaab στερούνται ευλογοφάνειας και συνοχής, όπως ομοίως κρίθηκαν και οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τις κλήσεις που λάμβανε από τον θείο του. Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής σχετικά με τη στρατολόγηση ατόμων στην Al-Shabaab και τις συνέπειες της άρνησης των ατόμων για ένταξη, καθώς και την απειλή κατά ατόμων που συνδέονται με τη σομαλική κυβέρνηση και τον στρατό. Καταληκτικά, ωστόσο, συμπέρανε ότι, παρόλο που επιβεβαιώνονται οι επιθέσεις από την Al-Shabaab  προς στελέχη της κυβέρνησης της Σομαλίας ή άτομα που θεωρούνται ως σχετιζόμενα με αυτή, εντούτοις ορθά ο λειτουργός σημείωσε ότι το αφήγημα του Αιτητή δεν τεκμηριώνεται επαρκώς από τα λεγόμενά του, τα οποία δεν παρουσιάζουν βιωματικού χαρακτήρα λεπτομέρειες. Επίσης οι ισχυρισμοί του περί στοχοποίησης του απο την Al-Shabaab λόγω άρνησης του να ενταχθεί στους κόλπους της βρίσκονται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του κατά την καταγραφή της αίτησης του ήτοι ήταν μέλος της και λάμβανές. Ερωτηθείς για την αντίφαση αυτή στους ισχυρισμούς του η απάντηση το ορθά κρίνεται ως μη ευλογοφανής. Συνεπώς ορθά ο αρμόδιος λειτουργός ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός.

 Περαιτέρω, ορθά ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε πως  εξαιτίας της εγγενώς ιδιωτικής φύσεως των κατ’ ισχυρισμό περιστατικών που προέβαλε αναφορικά με τη στοχοποίησή του, δεν ευνοείται περαιτέρω διερεύνηση αυτών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης (ερ. 209–204 του Δ.Φ.).  

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ότι ισχυρίστηκε ότι συλλήφθηκε από την CID της Σομαλίας, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του και ότι και ότι στις δηλώσεις του σχετικά μετά γεγονότα παρατηρήθηκε έλλειψη επαρκών λεπτομερειών, έλλειψη ευλογοφάνειας, λογικής συνέχειας και στοιχείων βιωματικού χαρακτήρα και ασυνέπεια. Ο λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τη σύλληψή του και σημείωσε ότι ο Αιτητής δεν παραχώρησε τεκμηριωμένη εξήγηση των ανωτέρων ισχυρισμών του και δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες εκ των οποίων να διαφαίνεται ότι επρόκειτο για εμπειρίες πράγματι βιωμένες. Ακολούθως, σημείωσε ότι ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε με επάρκεια τα στοιχεία που αφορούσαν τους λόγους της σύλληψής του, ότι δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο χωρίς να προβάλει κάποιο λόγο προς τούτο, και ότι δεν παρέθεσε λεπτομέρειες βιωματικού χαρακτήρα αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσής του και την απελευθέρωσή του. Τέλος, αναφορικά με την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός ορθά έκρινε ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με το πώς κατάφερε να εγκαταλείψει τη Σομαλία δύο φορές, παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, σε σχέση με τη σχέση της CID με την αστυνομία, παρουσιάζει ασυνέπεια με βάση εξωτερικές πηγές και ότι ο ισχυρισμός του στερείται λογικής συνέχειας διότι ο Αιτητής αντιμετώπιζε προβλήματα από την κυβέρνηση. Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός ανέφερε πληροφορίες σχετικά με την CID, η οποία είναι η Διεύθυνση Εγκληματικής Έρευνας της Αστυνομίας της Σομαλίας, και σχολίασε ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η CID δεν σχετίζεται με την αστυνομία φέρει ασυνέπεια με βάση τις πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής. [σ.σ. ο Αιτητής δήλωσε συγκεκριμένα ότι η CID τον υποπτευόταν και ότι τα προβλήματά του δεν σχετιζόταν με την μετανάστευση και την αστυνομία]

Περαιτέρω εντοπίζω πως καμία αναφορά δεν έκανε στην αίτηση του για τη σύλληψη του από την αστυνομία καθότι θεωρήθηκε ύποπτος αναφορικά με τους δεσμούς του με την   Al-Shabaab και  ότι διώχθηκε από τις αρχές τη χώρας του. Περαιτέρω δεν εξήγησε πως αναχώρησε από την χώρα του ενώ αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση.

Συμπερασματικά, ο λειτουργός ορθά  σημείωσε ότι το αφήγημα του Αιτητή δεν τεκμηριώνεται επαρκώς από τα λεγόμενά του, τα οποία παρουσιάζουν έλλειψη ευλογοφάνειας, λογικής συνέχειας, λεπτομερειών βιωματικού χαρακτήρα και ασυνέπεια και ότι, περαιτέρω, εξαιτίας της εγγενώς ιδιωτικής φύσεως των κατ’ ισχυρισμό περιστατικών που προέβαλε αναφορικά με τη στοχοποίησή του, δεν ευνοείται περαιτέρω διερεύνηση αυτών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης (ερ. 204–202 του Δ.Φ.). 

Ακολούθως, o αρμόδιoς λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί του τόπου καταγωγής του, των προσωπικών του στοιχείων και του προφίλ του. Επί τούτου, παρέθεσε πληροφορίες για τη γενική επικρατούσα κατάσταση στη Σομαλία και για την κατάσταση ασφαλείας στο Mogadishu, Banadir region, καταλήγοντας στο ότι υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι, εάν ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως απόρροια της κατάστασης ανασφάλειας που επικρατεί στην περιοχή του Mogadishu, Banadir region.

Ακολούθως, ο λειτουργός προχώρησε στη νομική ανάλυση, σημειώνοντας ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής στη Σομαλία για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 και στο άρθρο 1Α2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου), καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή/και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή/και τιμωρίας. Ακολούθως, ο λειτουργός σημείωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη Σομαλία ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης στην περιοχή του Mogadishu, Banadir region, ενώ ακολούθως προχώρησε σε ανάλυση των επιμέρους στοιχείων του άρθρου 15(γ), εσωτερική ένοπλη σύρραξη, αδιάκριτη άσκηση βίας και σοβαρή και προσωπική απειλή, σημειώνοντας ότι η περιοχή καταγωγής του Αιτητή βρίσκεται σε κατάσταση ένοπλης σύρραξης, ότι υπάρχει μεν υψηλός βαθμός αδιάκριτης βίας, εντούτοις όχι σε επίπεδο που η απλή παρουσία ενός αμάχου να δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, και ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές καταστάσεις του Αιτητή, ότι δεν έχει πληγεί από τις συγκρούσεις που σημειώνονται στο Mogadishu μεταξύ το 2017 και το 2021, ότι διαθέτει υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ισχυρό οικογενειακό δίκτυο, ότι είναι άντρας υγιής, ενήλικας νεαρής ηλικίας με τη δυνατότητα να εργάζεται και να συντηρήσει οικονομικά τον εαυτό του και ότι δεν έγινε δεκτό ότι αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα στη χώρα καταγωγής του, δεν υπάρχει εξατομικευμένος παράγοντας ο οποίος να αυξάνει την πιθανότητα έκθεσής του σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση που επιστρέψει στην εν λόγω περιοχή. Επιπλέον, ο λειτουργός σημείωσε ότι, λαμβάνοντας υπόψη την περίοδο διαμονής του στο Mogadishu, συνάγεται ότι ο Αιτητής είναι σε θέση να αναγνωρίσει τυχόν κινδύνους που ενδεχομένως να προκύψουν στην περιοχή και να τους αποφύγει.  Ως εκ τούτου, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ως προς την ουσία του αιτήματος για διεθνή προστασία του Αιτητή, κατά τη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορός του παραθέτει πηγές πληροφόρησης από τη χώρα καταγωγής του και προβάλλει ότι στη διοικητική περιφέρεια του Αιτητή εκτυλίσσεται ένοπλη σύρραξη στα πλαίσια της οποίας παρατηρούνται συνθήκες αδιάκριτης βίας και ότι, συνεπώς, ο Αιτητής δικαιούται καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Έχω εξετάσει με προσοχή τις απαντήσεις που ο Αιτητής έδωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και έχω διαπιστώσει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει, τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ενώ ακολούθησε την ορθή διερευνητική διαδικασία.

Συγκεκριμένα, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή αφού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου.

Σε σχέση με τον δεύτερο και τρίτο  ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ορθά και πάλι οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν τον  Αιτητή εσωτερικά  αναξιόπιστο και απέρριψαν τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του, καθώς οι πλειονότητα των απαντήσεων του είναι διατυπωμένες με γενικότητα, χωρίς συνέπεια και συνοχή ενώ παράλληλα ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του. Περαιτέρω οι απαντήσεις του σε ουσιώδη ερωτήματα ορθά δεν έγιναν αποδεκτοί ως ευλογοφανείς από του Καθ΄ων η αίτηση. Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του  Αιτητή το Δικαστήριο προέβη σε δική του έρευνα. Συγκεκριμένα όπως διαπιστώνεται το τοπίο ασφάλειας του Mogadishu έχει χαρακτηριστεί ως «πορώδες».[1] Παρότι η Al Shabaab δεν διαθέτει μόνιμες βάσεις στο Mogadishu , συνεχίζει να δραστηριοποιείται στην πόλη, βασιζόμενη στην παρουσία πρακτόρων της υπηρεσίας πληροφοριών της, της Αμνίγιατ, σε περιοχές που ελέγχονται από την κυβέρνηση, των οποίων τις επιχειρήσεις δυσκολεύονται να αποτρέψουν οι κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας.[2] Όσον αφορά ειδικότερα τη στρατολόγηση στην πόλη Mogadishu, η έκθεση της EUAA αναφέρει ότι αυτή έχει γίνει πιο περίπλοκη για την Al Shabaab, σύμφωνα με τα λεγόμενα εμπειρογνώμονα, Αστυνομικού Επιθεωρητή, που συμβουλεύτηκε η EUAA. Παλαιότερα, η οργάνωση στρατολογούσε σε θρησκευτικά σχολεία (Koranic schools) της πρωτεύουσας της Σομαλίας. Ωστόσο, σύμφωνα με την πηγή, τα τελευταία χρόνια, πολλοί νέοι στο Mogadishu δείχνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα χρήματα και την κοσμική επιτυχία παρά για την ένταξή τους στον ενδεχομένως θανατηφόρο αγώνα της Al Shabaab για ιδεολογικούς λόγους.  Στην πρωτεύουσα, η Al Shabaab επικεντρώνεται στην στρατολόγηση ατόμων με κοινωνική επιρροή, συμπεριλαμβανομένων πανεπιστημιακών καθηγητών, δασκάλων, πρεσβυτέρων και επαγγελματιών του ιατρικού κλάδου. Επίσης, εσωτερικά εκτοπισμένοι που διαμένουν στις εξωτερικές συνοικίες του Mogadishu, όπου η Al Shabaab ασκεί πολύ σημαντική επιρροή, στρατολογούνται συχνά από την οργάνωση. Οι εσωτερικά εκτοπισμένοι δεν χρησιμεύουν τόσο ως μαχητές ή βομβιστές αυτοκτονίας, αλλά ως πληροφοριοδότες, κατάσκοποι ή/και άτομα που μπορούν να προσφέρουν κρυψώνες για όπλα, πυρομαχικά ή εκρηκτικά. Μπορεί να λαμβάνουν μια μέτρια αμοιβή, αλλά πολλοί συνεργάζονται επίσης επειδή φοβούνται.[3]

Όσον αφορά τις επιπτώσεις απέναντι σε άτομα που αρνήθηκαν την στρατολόγηση, συμπεριλαμβανομένων των μελών της τοπικής κοινότητας που αρνήθηκαν να δώσουν νεότερα μέλη των οικογενειών τους στην οργάνωση, πηγές αναφέρουν ότι αυτά έχουν απειληθεί και χαρακτηριστεί ως άπιστοι που απορρίπτουν το Ισλάμ και το νόμο της Σαρία και σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν ακόμη και σκοτωθεί για να σταλεί ένα προειδοποιητικό μήνυμα στους υπόλοιπους της κοινότητας.[4] Παλαιότερες πηγές του 2018 αναφέρουν ότι η άρνηση κάποιου να ενταχθεί στην Al Shabaab ή να παραδώσει νεοσύλλεκτους θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιθέσεις της οργάνωσης εναντίον τοπικών κοινοτήτων.[5]

Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία του το μορφωτικό του επίπεδο και γενικότερα το προφίλ του δεν τον εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά  ούτε  κατά την ενώπιον μου διαδικασία. 

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI  ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).

Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v.Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία,Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Για λόγους πληρότητας της έρευνας θα παρατεθούν ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Banadir όπου υπάγεται η πρωτεύουσα Mogadishu. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 08/05/2026), στην εν λόγω περιοχή, καταγράφηκαν 383 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 228 θάνατοι.[6] Σημειώνεται πως σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2025, ο πληθυσμός της περιοχής Banadir ανήλθε σε 3,262,132 κατοίκους και για την πόλη Mogadishu σε 2,846,420 κατοίκους για το ίδιο έτος.[7]

 

Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ του  Αιτητή, ο οποίος είναι υγιής, ικανός προς εργασία, υψηλού μορφωτικού επιπέδου,  η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, στην πόλη του,  συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ του Αιτητή δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή του, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα  δέουσας έρευνας  και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Υπό το φως των πιο πάνω η  προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

                                   

                                    Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] The Somali Digest, Al-Shabab Establishes Bases North of Mogadishu, Temporarily Cleared by Government Forces, 28 Σεπτεμβρίου 2024, https://thesomalidigest.com/al-shabab-establishes-bases-north-of-mogadishu-temporarily-cleared-by-government-forces/ , (τελευταία πρόσβαση 19/05/2026).

[2] European Union Agency for Asylum – EUAA, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 88-89, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf; Heritage Institute for Policy Studies – HIPS, Mogadishu: City Report, 28 Αυγούστου 2024, σελ.10, https://heritageinstitute.org/wp-content/uploads/2024/08/Mogadishu-City-report.pdf ; UNSC, Report of the Panel of Experts on Somalia pursuant to resolution 2713 (2023), S/2024/748, 28 Οκτωβρίου 2024, παρα. 6, σελ. 7-8, https://digitallibrary.un.org/record/4066421/files/S_2024_748-EN.pdf?ln=en, (τελευταία πρόσβαση 19/05/2026).

[3] Τηλεφωνική συνέντευξη με εμπειρογνώμονα που διεξήγαγε η EUAA στο πλαίσιο σύνταξης της έκθεσης EUAA, Somalia: Country Focus, May 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf , σελ. 21, (ημερομηνία πρόσβασης 19/05/2026).

[4] Denmark, DIS, South and Central Somalia - Security situation, forced recruitment, and conditions for returnees, July 2020,

https://www.nyidanmark.dk/-/media/Files/US/Landenotater/South-and-Central-Somalia--Security-Situation-Forced-Recruitment-and-Conditions-for-Returnees.pdf?la=da&hash=40C768AC5F2EF82AC0DD7158B3D9CFD28DBE9615 , σελ. 13 , (ημερομηνία πρόσβασης 19/05/2026).

[5] HRW, Somalia: Al-Shabab Demanding Children, 14 January 2018, https://www.hrw.org/news/2018/01/15/somalia-al-shabab-demanding-children , (ημερομηνία πρόσβασης 19/05/2026).

[6] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση τωνεξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 19/05/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο