S. K. M κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Aρ. 860/2023, 2700/25, 24/7/2026
print
Τίτλος:
S. K. M κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Aρ. 860/2023, 2700/25, 24/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

24 Ιουλίου 2026

[ Β. ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

 

Υπόθεση Aρ. 860/2023

 

Μεταξύ:

1)  S. K. M , 2) S.S.M ανήλικο τέκνο                                                                                                               

                                                                                                            Αιτητές

                                                        Και

                   Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                           Καθ' ων η αίτηση

 

 

Υπόθεση Aρ. 2700/25

 

Μεταξύ:

D. S. M                                                                                                              

Αιτητές

                                                        Και

                   Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                           Καθ' ων η αίτηση

 

  

 Χαραλάμπους Ελένη Δικηγόρος για τους Αιτητές

 Δημητρίου Παυλίνα και Δημητρίου Χριστίνα Δικηγόροι  για τους Καθ' ων η Αίτηση

 

                                              Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με τις ανωτέρω προσφυγές όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν οι Αιτητές προσβάλλουν αντιστοίχως τις από 25/2/2023 και 9/9/2025 αποφάσεις της Υπηρεσίας Ασύλου, με τις οποίες απορρίφθηκε το αίτημά τους για χορήγηση διεθνούς προστασίας και ζητούν από το Δικαστήριο όπως: Α) κηρύξει αυτές άκυρες και τους αναγνωρίσει ως πρόσφυγες, Β) άλλως και επικουρικώς τους αναγνωρίσει ως δικαιούχους επικουρικής προστασίας, Γ) προβεί σε οιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει και Δ) τους αποδοθούν τα έξοδα.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Οι Αιτητές, πολίτες Ινδίας, τυγχάνουν οικογένεια, γονείς και ένα ανήλικο τέκνο. Η πρώτη προσφεύγουσα (εφεξής Αιτήτρια) συμπλήρωσε αίτηση διεθνούς προστασίας για την ίδια και το ανήλικο τέκνο στις 2/2/2021. Στις 19/1/2023 πραγματοποιήθηκε η προσωπική της συνέντευξη από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο (EUAA), ο οποίος με την από 24/2/2023 Έκθεση/Εισήγησή του προς τον Προϊστάμενο της Υ.Α. εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο τελευταίος, στις 25/2/2023 ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης και την επιστροφή των Αιτητών στην χώρα καταγωγής τους. Η απορριπτική απόφαση με την αιτιολογία της κοινοποιήθηκαν νομότυπα στην Αιτήτρια στις 17/3/2023. Στις 22/3/2023 καταχωρήθηκε η με αριθμό 860/23 προσφυγή. 

 

Ο δεύτερος προσφεύγων (εφεξής Αιτητής), σύζυγος της Αιτήτριας και πατέρας του ανήλικου τέκνου, συμπλήρωσε αίτηση διεθνούς προστασίας 21/12/2021. Την 1η/4/2022 πραγματοποιήθηκε η προσωπική του συνέντευξη από αρμόδιο λειτουργό της Υ.Α., ο οποίος με την από 24/4/2022 Έκθεση/Εισήγησή του προς τον Προϊστάμενο της Υ.Α. εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο τελευταίος, στις 10/5/2022 ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης και την επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Η απορριπτική απόφαση με την αιτιολογία της κοινοποιήθηκαν νομότυπα στον Αιτητή στις 14/6/2022. Κατά αυτής της απόφασης, ο Αιτητής άσκησε προσφυγή με αριθμό 3834/22 ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., η οποία έγινε δεκτή από το Δικαστήριο με την από 16/5/2023 Απόφασή του ακυρώνοντας την απόφαση της Υ.Α. Στις 19/8/2025 πραγματοποιήθηκε νέα συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Υ.Α., ο οποίος με την από 4/9/2025 Έκθεση/Εισήγησή του προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης και την έκδοση απόφασης επιστροφής εις βάρος του Αιτητή. Με την απόφαση του ημερομηνίας 9/9/2025 ο Προϊστάμενος της Υ.Α. έκανε αποδεκτή την εισήγηση στο σύνολό της, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης και επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Η απορριπτική απόφαση μαζί με τη αιτιολογία της κοινοποιήθηκαν στον Αιτητή στις 3/10/2025. Στις 31/10/2025 ο Αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή με αριθμό 2700/25.

 

Το Δικαστήριο, κατόπιν σχετικής αίτησης των Αιτητών ημερομηνίας 12/12/2025, αποφάσισε την συνεκδίκαση των ως άνω προσφυγών.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν ως τεκμήριο 2 και 3 Ιατρικές Βεβαιώσεις σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ανήλικου τέκνου ημερομηνίας 22/1/2024 και 17/12/2025 αντιστοίχως.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία στις 5/2/2026 αμφότερες Αιτήτρια και η συνήγορός της αναφέρθηκαν στην κατάσταση υγείας του ανήλικου τέκνου, δηλώνοντας πως πλέον έχει αυξηθεί η δόση φαρμάκων που λαμβάνει, ενώ υπεβλήθη και σε επέμβαση τοποθέτησης εμφυτεύσιμου υποδόριου.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ 

 

Κατά την καταχώρηση της τροποποιητικής προσφυγής, οι Αιτητές  δια του συνηγόρου τους  επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ή/και οποιεσδήποτε ενδιάμεσες ή/και προπαρασκευαστικές πράξεις παραβιάζουν το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο, τις διεθνείς Συμβάσεις, ότι λήφθηκαν στη βάση διαδικασιών που παραβιάζουν το ανωτέρω νομικό πλαίσιο όπως και το Εγχειρίδιο και τις Κατευθυντήριες Οδηγίες του Υπάτου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων. Προβάλλουν ακόμα πως η προσβαλλόμενη απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ή/και οποιεσδήποτε ενδιάμεσες ή/και προπαρασκευαστικές πράξεις ή/και ενέργειες αυτής, λήφθηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση τελώντας υπό πλάνη περί το Νόμο υπό πλάνη περί τα πράγματα, ότι στερείται επαρκούς και/ή δέουσας έρευνας και/ή είναι αποτέλεσμα νομικής και/ή πραγματικής πλάνης και είναι αναιτιολόγητη. Κατά τη γραπτή της αγόρευση η Αιτήτρια δια της συνηγόρου το στοιχειοθετεί ειδικότερα τους ισχυρισμούς επικαλούμενη ότι δεν λήφθηκε υπόψιν το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και εισφέροντας περεταίρω στοιχεία αναφορικά με την εσφαλμένη αξιολόγησης αξιοπιστίας της  και την πιθανότητα ο Αιτητής 2 να υποστεί μεταχείριση που συνιστά δίωξη ή ισοδυναμεί με βλάβη.

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της ορθότητας της επίδικης πράξης. Επισημαίνουν δε, ότι η επίδικη απόφαση είναι νόμιμη και σύμφωνη με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Σχετική Νομοθεσία και με τους βάσει αυτής εκδοθέντες Κανονισμούς, καθώς και με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, είναι δε επαρκώς και   δεόντως αιτιολογημένη και έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα μετά από δέουσα έρευνα σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου κα ύστερα από ορθή ενάσκηση της διακριτικής  εξουσίας των Καθ’ ων η Αίτηση και αφού λήφθησαν υπόψιν όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστάσεις της υπόθεσης.

Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού λήφθηκε υπόψιν και η συνέντευξη ήταν στοχευμένη προς αυτό τον σκοπό. Συντάσσονται δε ως προς την αξιολόγηση τόσο των ισχυρισμών με της αιτήτριας όσο και κινδύνου άμα τη επιστροφή της με τη γνωμοδότηση του λειτουργού

Στην απαντητική τους αγόρευση, οι Αιτητές εμμένουν στις θέσεις τους, επικαλούμενοι ιατρικά έγγραφα, στις πηγές πληροφόρησης  και τις Κατευθηντήριες Οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων προσφυγής με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση.

Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία.  Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως. 

«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ.  Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας.  Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

O συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου  χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:

«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύ­ρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγό­ρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σχετική είναι και  η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.

«Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρό­τητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κά­ποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγό­μενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».

Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc.

 Οι Αιτητές αναμένεται να προβάλουν, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω,  οι Αιτητές εκπροσωπούμενοι και δια συνηγόρου, έχουν την ευκαιρία να εκθέσουν τους ισχυρισμούς τους και να λάβουν όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς  χαρακτηρίζονται  οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

Όπως επισημάνθηκε, αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).

Η γενική αυτή νομολογιακή αρχή θα πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω υπό το φως του ειδικού δικαίου που διέπει τη διαδικασία εξέτασης μίας αιτήσεως ασύλου και των αρχών που θεσπίζει τόσο η εθνική όσο και η ενωσιακή νομοθεσία. Συναφές εν προκειμένω είναι το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας των αιτητών ασύλου να τεκμηριώσουν με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή τους, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI:EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

Αναφορικά με τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη, οι Καθ' ων αντιτάσσουν ότι η Υπηρεσία Ασύλου βασίστηκε σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αναλύθηκαν και επεξηγήθηκαν από τους Αιτητές. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση εξέτασαν ουσιαστικά την αίτηση των Αιτητών και όλα όσα είχαν θέσει  με τους ισχυρισμούς τους και στάθμισαν και αξιολόγησαν πλήρως τα ενώπιον τους δεδομένα και ουδέποτε ενήργησαν υπό πλάνη.

Έχει νομολογηθεί ότι δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η Διοίκηση σταθμίζει και αξιολογεί στοιχεία και γεγονότα όπως αυτά τίθενται ενώπιον της προς κρίση. Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.  Όταν η πλάνη του αρμόδιου οργάνου έγκειται στην λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου, τότε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου πάσχει διότι η πλάνη του αυτή οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και κατά συνέπεια με αυτό τον τρόπο συντρέχει πλάνη περί το Νόμο.

Περαιτέρω θα πρέπει να αναφερθεί ότι  το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για ύπαρξη πλάνης το έχει  η Αιτήτρια (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ήτοι της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενη στο ορθό νομικό υπόβαθρο όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί νομικής και πραγματικής πλάνης ή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πεπλανημένα κριτήρια απορρίπτεται.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα όσων οι Αιτητές δήλωσαν με την αίτησή τους για διεθνή προστασία, κατά τη διάρκεια των  συνεντεύξεων  ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου  και όσων προβάλουν με τις προσφυγές τους.

Κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό, να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλαν οι Αιτητές στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός τους για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.

Κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας αμφότεροι οι Αιτητές δήλωσαν ότι εγκατέλειψαν τη χώρα τους και δεν επιθυμούν να επιστρέψουν σε αυτή λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας του υιού τους και της αδυναμίας τους να  καλύψουν το κόστος θεραπείας, επισημαίνοντας δε ότι στην Δημοκρατία λαμβάνει δωρεάν και επιτυχώς τη σχετική θεραπεία.

Κατά την προσωπική της συνέντευξη η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατάγεται από την το Mackaki Mal της Punjab και από το 2015 και μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα της το 2017 διέμενε με τον σύζυγό της στο χωριό Shergarh Gian Singh της Punjab. Σιχ στο θρήσκευμα, απόφοιτη μέσης εκπαίδευσης, παρέδιδε μαθήματα περιποίησης/ομορφιάς. Τελεί σε γάμο με τον Αιτητή και μητέρα του ανήλικου τέκνου το οποίο γεννήθηκε στην Κύπρο στις 21/5/2018. Η πατρική της οικογένεια αποτελείται από τους γονείς της και δύο αδέρφια, εκ των οποίων όλοι τους πλην ενός αδερφού διαβιούν στην Punjab.

Η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της το 2017 αποκλειστικά για σπουδές. Το 2020 επέστρεψε, ωστόσο, λόγω της σοβαρής κατάστασης υγείας του υιού της και των δυσκολιών που αντιμετώπισε στην πρόσβαση σε κατάλληλη και οικονομικά προσιτή θεραπεία, αποφάσισε να επιστρέψει εκ νέου στην Κύπρο.

Ειδικότερα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο υιός της πάσχει από σοβαρή αιμορροφιλία και χρειάζεται θεραπεία με Factor VIII / Advate 1000, τρεις φορές την εβδομάδα. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, η θεραπεία αυτή στην Κύπρο παρέχεται δωρεάν από το κράτος, ενώ οι γιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό είναι άμεσα διαθέσιμοι σε περίπτωση ανάγκης. Αντίθετα, στην India, κατά την παραμονή της το 2020, επισκέφθηκε νοσοκομεία και γιατρούς σε Delhi, Faridkot, Bathinda και Ludhiyana, καθώς και γιατρούς σε χωριά και ομοιοπαθητικούς, χωρίς όμως να καταφέρει να εξασφαλίσει, ασφαλή και επαρκή ιατρική φροντίδα  για το παιδί της.

Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι, αν και στην Ινδία υπάρχουν γιατροί που γνωρίζουν την αιμορροφιλία και η θεραπεία κατ’ αρχήν είναι διαθέσιμη, το βασικό πρόβλημα είναι το υψηλό κόστος και η πρακτική πρόσβαση σε αυτή. Ανέφερε ότι, όταν εργαζόταν στην India, ο μηνιαίος μισθός της ανερχόταν σε 10.000 Ινδικές Ρουπίες, ενώ το κόστος μίας ένεσης ανερχόταν σε 46.400 Ινδικές Ρουπίες. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ακόμη και όταν είχε μαζί της τις ενέσεις από την Κύπρο, έπρεπε να πληρώνει 200 Ινδικές Ρουπίες ως έξοδα εγγραφής και 1.400 Ινδικές Ρουπίες για τη χορήγηση κάθε ένεσης.

Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, η Αιτήτρια υπέβαλε ιατρικά έγγραφα σχετικά με την κατάσταση υγείας του τέκνου της, καθώς και έγγραφο από το Guru Kirpa Medicos, φαρμακείο στην Ινδία, στο οποίο αναφερόταν κόστος θεραπείας ύψους 46.400 Ινδικές Ρουπίες, ήτοι περίπου 527 ευρώ. Υπέβαλε επίσης έγγραφο από το Punjab Health System Corporation, το οποίο, σύμφωνα με την ίδια, αφορούσε ιατρικό κέντρο κοντά στην περιοχή όπου διέμενε και καταδείκνυε ότι, σε περίπτωση επείγοντος περιστατικού, το εν λόγω κέντρο δεν θα διέθετε την αναγκαία ένεση για τον υιό της.

Ως προς τις συνέπειες μη λήψης της θεραπείας, η Αιτήτρια ανέφερε ότι πριν την τακτική θεραπεία ο υιός της παρουσίαζε πρήξιμο, πόνο στις αρθρώσεις, μώλωπες και αδυναμία κίνησης. Ακόμη και με τη συνεχή θεραπεία, εξακολουθεί κατά καιρούς να παρουσιάζει μώλωπες και εσωτερικές αιμορραγίες, μεταξύ άλλων από τη μύτη και τα αυτιά. Τόνισε ότι η θεραπεία δεν οδηγεί σε πλήρη ίαση, αλλά είναι δια βίου αναγκαία, καθώς ο υιός της θα χρειάζεται συνεχώς ενέσεις και προσοχή ώστε να αποφεύγονται τραυματισμοί ή αιμορραγικά επεισόδια.

Αναφορικά με το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης, και ειδικότερα διαμονής στο Δελχί για ευκολότερη πρόσβαση σε νοσοκομεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αυτό δεν θα ήταν λειτουργικό, λόγω της κυκλοφορίας, των καθυστερήσεων και της γενικότερης δυσλειτουργίας του συστήματος υγείας, υποστηρίζοντας ότι οι γιατροί δεν άκουγαν επαρκώς όσα τους εξηγούσε και ότι οι καθυστερήσεις θα έθεταν σε κίνδυνο τον υιό της.

Καταληκτικά, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει άλλο πρόβλημα στη χώρα καταγωγής της, παρά μόνο τον κίνδυνο για τη ζωή του υιού της λόγω της ανάγκης συνεχούς και άμεσης θεραπείας. Ζήτησε να παραμείνει στην Κύπρο μαζί με τον υιό και τον σύζυγό της, ώστε το παιδί να συνεχίσει να λαμβάνει την αναγκαία θεραπεία. Επιπλέον, ζήτησε όπως ο φάκελός της συνδεθεί με τον φάκελο του συζύγου της, αναφέροντας ότι και εκείνος είχε επικαλεστεί την κατάσταση υγείας του παιδιού τους, πλην όμως, κατά την ίδια, ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε εξεταστεί.

Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της η Αιτήτρια προσκόμισε τα κάτωθι έγγραφα:
- Πρωτότυπο διαβατήριο της ίδιας και του τέκνου της.

- Πιστοποιητικό Εγγραφής Γέννησης Ινδού Πολίτη υπ’ αρ. 27/2018, ημερομηνία εγγραφής: 05/10/2018

- Πρωτότυπο Πιστοποιητικό Γέννησης του ανήλικου τέκνου υπ’ αρ. 2820516, ημερομηνία έκδοσης: 11/06/2018

- Ιατρικά έγγραφα εκδοθέντα από τη Μαρία Αργυρού, Παιδίατρο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, με ημερομηνίες έκδοσης 13/07/2020, 12/10/2020 και 15/07/2020, από τον Dr Marios Antoniades, Βοηθό Διευθυντή της Αιματολογικής Κλινικής του Nicosia General Hospital, με ημερομηνία έκδοσης 29/10/2020, από την Dr Eustathiou Elisavet, Παιδίατρο του Larnaca General Hospital, με ημερομηνίες έκδοσης 06/11/2020 και 08/02/2021 (βλ. ερυθρά 25-28, 31, 37), και από την Dr. Pafiti, Παιδίατρο του Limassol General Hospital (βλ. ερυθρό 72).

-   Αντίγραφο εγγράφου εκδοθέντος από το Guru Kirpa Medicos, χωρίς ημερομηνία έκδοσης και με δυσανάγνωστη υπογραφή (βλ. ερυθρό 67).

-   Αντίγραφο εγγράφου εκδοθέντος από τον ιατρικό λειτουργό του Punjab Health Systems Corporation στις 27/06/2022 (βλ. ερυθρό 68).

-   Πρωτότυπο πιστοποιητικό γάμου υπ’ αρ. 54 στις 05/05/2015, εκδούσα αρχή: Register of Marriages of Punjab Compulsory (βλ. ερυθρό 74).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από τα πρακτικά των συνεντεύξεων και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην εισήγησή του τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, προφίλ  και χώρα προέλευσης της Αιτήτριας και του ανήλικου τέκνου της, ο δεύτερος αναφορικά με την αναχώρηση της από την πατρίδα της το 2017 προκειμένου να σπουδάσει στην Κύπρο και ο τρίτος αναφορικά με την αναχώρηση της Αιτήτριας και του τέκνου της από την Ινδία το 2020 λόγω αυξημένων εξόδων θεραπείας της αιμορροφιλίας του ανήλικου τέκνου.

 

Ο πρώτος ισχυρισμό έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι οι απαντήσεις της Αιτήτριας ήταν συγκεκριμένες και διέπονταν από συνοχή ενώ αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία της, οι Καθ’ ων η αίτηση  επεσήμαναν ότι η ταυτότητα των Αιτητών επιβεβαιώνεται από προσκομισθέντα ταυτοποιητικά έγγραφα, ενώ οι πληροφορίες που παρείχε η αιτήτρια αναφορικά με τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής  ήταν  συνεπείς με τις διαθέσιμες εξωτερικές πληροφορίες.

 

Παρομοίως και ο δεύτερος ισχυρισμός της Αιτήτριας, σχετικά με την αναχώρησή της από την Ινδία προκειμένου να σπουδάσει στην Κύπρο το 2017 έγινε αποδεκτός, λαμβάνοντας υπόψη την συνοχή στις δηλώσεις της και τη φοιτητική visa που προσκόμισε.

Ο τρίτος ισχυρισμός, σχετικά με το ότι οι αιτητές εγκατέλειψαν την Ινδία λόγω των αυξημένων εξόδων θεραπείας της αιμορροφιλίας του ανήλικου τέκνου τους, απορρίφθηκε. Ειδικότερα, οι Καθ’ ων έκριναν ότι η Αιτήτρια ήταν σε θέση να περιγράψει με συνεκτικό και συγκεκριμένο τρόπο την ασθένεια του τέκνου της, τα συμπτώματα από τα οποία αυτό πάσχει, καθώς και τη θεραπευτική αγωγή που λαμβάνει στην Κύπρο. Ωστόσο, αναφορικά με τις δυσκολίες που ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπισε στην Ινδία το 2020 ως προς την εξασφάλιση θεραπείας για το τέκνο της, οι δηλώσεις της κρίθηκαν αόριστες και στερούμενες επαρκών λεπτομερειών. Συγκεκριμένα, παρότι ανέφερε ότι τα προβλήματα αφορούσαν την έλλειψη κατάλληλης θεραπείας, την απόσταση των νοσοκομείων από τον τόπο διαμονής της και το κόστος της θεραπείας, δεν μπόρεσε να εξηγήσει με σαφήνεια εάν υπήρχε αποτελεσματική θεραπεία στην Ινδία ούτε να περιγράψει επαρκώς τις προσπάθειες που κατέβαλε για την εξεύρεσή της.

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να μεταφέρει με συνεκτικό και λεπτομερή τρόπο τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την παραμονή της στην Ινδία προκειμένου να εξασφαλίσει θεραπεία για το τέκνο της. Ειδικότερα, περιορίστηκε να αναφέρει ότι επισκέφθηκε διάφορους ιατρούς και νοσοκομεία στο Delhi, Faridkot, Bathinda και Ludhiana, χωρίς να είναι σε θέση να κατονομάσει τους ιατρούς ή να παραθέσει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τις γνωματεύσεις που έλαβε. Επιπλέον, ανέφερε ότι οι ιατροί που επισκέφθηκε της συνέστησαν ουσιαστικά την ίδια θεραπεία που ακολουθούσε το τέκνο της στην Κύπρο και ότι θα ήταν προτιμότερο να επιστρέψει στην Κύπρο λόγω του κόστους της θεραπείας. Παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, οι απαντήσεις της παρέμειναν αόριστες και δεν κατέδειξαν ότι είχε εξαντλήσει τις δυνατότητες εξεύρεσης θεραπείας στην Ινδία.

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία, οι Καθ’ ων εξέτασαν πληροφορίες χώρας καταγωγής σχετικά με την αιμορροφιλία και τη θεραπεία της στην Ινδία, από τις οποίες προέκυπτε ότι πρόκειται μεν για σοβαρή και δαπανηρή πάθηση, η οποία συχνά συνδέεται με σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις για τις οικογένειες, πλην όμως υφίστανται διαθέσιμες μορφές θεραπείας και σχετικές ιατρικές δομές στη χώρα. Επιπλέον, λήφθηκαν υπόψη τα ιατρικά έγγραφα που υπέβαλε η Αιτήτρια τόσο από την Κύπρο όσο και από την Ινδία. Εντούτοις, κρίθηκε ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν επαρκούσαν για να επιβεβαιώσουν ότι η αιτήτρια αδυνατούσε πράγματι να εξασφαλίσει κατάλληλη θεραπεία για το τέκνο της στην Ινδία ή ότι οι συνθήκες αυτές την εξανάγκασαν να εγκαταλείψει τη χώρα. Ως εκ τούτου, λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας ως προς το κρίσιμο μέρος του ισχυρισμού, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.

Περαιτέρω κατά το στάδιο της αξιολόγησης του κινδύνου, ο λειτουργός έκρινε βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών της Αιτήτριας και των πληροφοριών σχετικά με τη γενική κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο τελευταίας διαμονής της δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα σε περίπτωση επιστροφής τους, οι Αιτητές να υποστούν μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.

Οι Καθ΄ ων η αίτηση,  έκριναν πώς,   λαμβάνοντας υπόψιν το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν εξέφρασε κανένα φόβο αναφορικά με κάποιο πραγματικό περιστατικό καθώς και  εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με το εκπαιδευτικό επίπεδο στην Ινδία, δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να υποστούν  μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.

Επιπροσθέτως, έκριναν ότι παρόλο που ο ισχυρισμός αναφορικά με την υγεία του ανήλικου Αιτητή 2 απορρίφθηκε, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγεία του θα πρέπει να αξιολογηθεί  σε σχέση με τη πιθανότητα να υποστεί μεταχείριση που  ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.  Βάσει εξωτερικών πηγών πληροφόρησης που παρέθεσαν, η θεραπεία για τη αιμορροφιλία στην Ινδία είναι ικανοποιητική ωστόσο ο τομέας που υστερεί είναι η διάγνωση.  Επομένως, καθώς ο Αιτητής 2 έχει ήδη διαγνωσθεί και λαμβάνει θεραπεία δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα επέλευσης σχετικών κινδύνων.

Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των Αιτητών σε προσφυγικό καθεστώς καθώς δεν θεμελιώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης  για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους στο άρθρο 1(Α)(2) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων και στο άρθρο 2(δ) του «Qualification Directive» ως επίσης και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου [Ν.6(Ι)/2000],

 

Εξετάζοντας δε ενδεχόμενη υπαγωγή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κρίθηκε ότι  βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών της Αιτήτριας,

 

(α)  δεν θεωρείται ότι  οι Αιτητές  θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 15 (α) του Qualification Directive,

 (β) δεν θεωρείται ότι θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15 (β) του Qualification Directive σε περίπτωση που επιστρέψουν στην χώρα καταγωγής τους και

(γ) συνεκτιμώντας τη κατάσταση που επικρατεί στον τόπο τελευταίας διαμονής, σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ τους κρίθηκε δεν διατρέχουν  κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας.

 

Σε σχέση με τον Αιτητή,3 και πατέρα του ανήλικου κατά την προσωπική του συνέντευξη δήλωσε ότι είναι υπήκοος Ινδίας, με καταγωγή και τόπο συνήθους διαμονής το χωριό Shergarh Gian Singh Wala της επαρχίας Muktsar στην πολιτεία Punjab. Ανήκει στην κάστα Jat Sikh και είναι σιχιστής στο θρήσκευμα. Είναι απόφοιτος λυκείου, πριν την αναχώρησή του από την Ινδία εργαζόταν ως γεωργός στην οικογενειακή φάρμα, ενώ στην Κυπριακή Δημοκρατία εργάζεται στο χώρο της εστίασης. Έγγαμος με την Αιτήτρια και πατέρας του ανήλικου τέκνου τους. Ανέφερε ότι η μητέρα, ο αδερφός και η αδερφή του εξακολουθούν να διαμένουν στην Punjab, ενώ διατηρεί τακτική επικοινωνία με αυτούς και με άλλα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του.

Αναφορικά με τους λόγους αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε την Ινδία μαζί με τη σύζυγό του τον Φεβρουάριο του 2017, ταξιδεύοντας νόμιμα προς την Κυπριακή Δημοκρατία με σκοπό τις σπουδές. Ειδικότερα, ανέφερε ότι φοίτησε στο Alexander College μέχρι τη γέννηση του τέκνου του, οπότε και διέκοψε τη φοίτησή του και άρχισε να εργάζεται.

Περαιτέρω, ο Αιτητής υποστήριξε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στην Ινδία λόγω της κατάστασης υγείας του ανήλικου υιού του, ο οποίος πάσχει από αιμορροφιλία Α. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, το τέκνο λαμβάνει στην Κυπριακή Δημοκρατία εξειδικευμένη θεραπεία και παρακολούθηση, ενώ σε περίπτωση επιστροφής στην Ινδία δεν θα έχει άμεση και επαρκή πρόσβαση στην απαιτούμενη θεραπεία. Υποστήριξε ότι όταν η σύζυγός του μετέβη στην Ινδία μαζί με το παιδί, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε η αναγκαία θεραπεία και για τον λόγο αυτό επέστρεψε στην Κύπρο.

Ο Αιτητής ανέφερε ότι στην Κυπριακή Δημοκρατία η θεραπεία του τέκνου του παρέχεται δωρεάν, ενώ στην Ινδία η πρόσβαση στη θεραπεία είναι ιδιαίτερα δύσκολη και δαπανηρή. Παρότι δήλωσε ότι είχε πληροφορηθεί πως σε περιοχές όπως το Δελχί ενδέχεται να παρέχεται σχετική θεραπεία, υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει ότι το παιδί του θα λάμβανε την απαιτούμενη φροντίδα σε περίπτωση επιστροφής. Επιπλέον, εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τη λειτουργία του συστήματος υγείας στην Ινδία και ως προς τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε νοσοκομειακή περίθαλψη σε περίπτωση επείγοντος αιμορραγικού επεισοδίου.

Ως προς τις συνέπειες πιθανής επιστροφής, ο Αιτητής 3 δήλωσε ότι ο ίδιος δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε προσωπικό πρόβλημα στην Ινδία, ωστόσο εξέφρασε φόβο ότι ο υιός του κινδυνεύει λόγω της ανάγκης συνεχούς θεραπείας και παρακολούθησης.

 

Καταληκτικά ανέφερε ότι θα επέστρεφε στην Ινδία εάν υπήρχε διαβεβαίωση ότι το παιδί του θα μπορούσε να λαμβάνει απρόσκοπτα την αναγκαία θεραπεία και ότι η ζωή του δεν θα τεθεί σε κίνδυνο.

 

Ο αρμόδιος Λειτουργός στην Έκθεση/Εισήγησή του διέκρινε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος σχετικά με την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία προφίλ του Αιτητή, ο δεύτερος σχετικά με την φυγή του για λόγους οικονομικού περιεχομένου και ο τρίτος σχετικά με την αδυναμία του να επιστρέψει στη χώρα του λόγω της κατάστασης υγείας του ανήλικου τέκνου του (αιμορροφιλία).


O πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, έγινε αποδεκτός λαμβάνοντας υπόψη τη συνοχή στις δηλώσεις του Αιτητή, καθώς και τη συνέπεια τους με τα προσκομισθέντα έγγραφα και λοιπές εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.  


Παρομοίως και ο δεύτερος ισχυρισμός σχετικά με τη φυγή του από τη χώρα του για οικονομικούς λόγους έγινε αποδεκτός, με σχετικές αναφορές στις δηλώσεις του Αιτητή.  


Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι δεν δύναται να επιστρέψει στην Ινδία λόγω της κατάστασης υγείας του ανήλικου υιού του, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του δεν χαρακτηρίζονται από το απαιτούμενο επίπεδο συνέπειας, σαφήνειας και ευλογοφάνειας ώστε να γίνουν αποδεκτές. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, διαπιστώθηκαν ουσιώδεις αντιφάσεις, χρονικές ασυνέπειες και μεταβαλλόμενες θέσεις ως προς βασικές πτυχές της αφήγησής του.

 

O λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής συνέδεσε την αδυναμία πρόσβασης σε κατάλληλη θεραπεία με ταξίδι της συζύγου και του ανήλικου τέκνου του στην Ινδία, το οποίο τοποθέτησε χρονικά περί το έτος 2018. Εντούτοις, από τα επίσημα στοιχεία του Τμήματος Μετανάστευσης προέκυψε ότι η εν λόγω αναχώρηση έλαβε χώρα το 2020 και όχι το 2018, όπως ο ίδιος υποστήριξε. Περαιτέρω, ενώ δήλωσε ότι η παραμονή της συζύγου του στην Ινδία διήρκεσε περίπου δεκαπέντε ημέρες, τα διαθέσιμα διοικητικά στοιχεία καταδείκνυαν παραμονή πέραν του ενός μηνός. Ο λειτουργός έκρινε ότι οι αποκλίσεις αυτές δεν αφορούν επουσιώδεις λεπτομέρειες, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα του ισχυρισμού.


Επιπλέον, διαπιστώθηκε ουσιώδης εσωτερική αντίφαση ως προς τη διαθεσιμότητα της θεραπείας. Ενώ αρχικά ο Αιτητής υποστήριξε κατηγορηματικά ότι στην Ινδία δεν υπάρχει η αναγκαία θεραπεία για την αιμορροφιλία του υιού του, στη συνέχεια αναγνώρισε ότι είχε πληροφορηθεί πως θεραπεία ήταν διαθέσιμη στην περιοχή του Delhi. Παράλληλα, μετέβαλε τη βάση του ισχυρισμού του, μετατοπίζοντας το ζήτημα από την πλήρη έλλειψη θεραπευτικών επιλογών στο αυξημένο οικονομικό κόστος αυτών.

Περαιτέρω, όταν τέθηκαν υπόψη του Αιτητή πληροφορίες περί λειτουργίας εξειδικευμένων κέντρων αιμορροφιλίας στην πολιτεία Punjab, ο ίδιος δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά την ύπαρξή τους ούτε προέβαλε συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν αδυναμία πρόσβασης σε αυτά. Αντιθέτως, περιορίστηκε να αναφέρει ότι επιθυμεί διαβεβαίωση πως ο υιός του θα λάβει «καλή θεραπεία» σε περίπτωση επιστροφής.

Ομοίως, οι αναφορές του Αιτητή περί «κακού» συστήματος υγείας στην Ινδία και περί δυσχέρειας εξεύρεσης των αναγκαίων φαρμάκων κρίθηκαν γενικές και ατεκμηρίωτες, καθόσον δεν συνοδεύονταν από συγκεκριμένα περιστατικά ή στοιχεία ικανά να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς του.

Τέλος, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε στη δήλωση του Αιτητή ότι ο ίδιος δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε προσωπικό πρόβλημα σε περίπτωση επιστροφής στην Ινδία και ότι ο μοναδικός λόγος παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία συνδέεται με την ιατρική θεραπεία του παιδιού του. Υπό το φως των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις αντιφάσεις, χρονικές ασυνέπειες, αοριστία και έλλειψη λογικής συνοχής, στοιχεία τα οποία δεν επέτρεπαν την αποδοχή της εσωτερικής αξιοπιστίας του.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη τις ιατρικές βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν σχετικά με την κατάσταση υγείας του ανήλικου υιού του Αιτητή. Από τις εν λόγω βεβαιώσεις προέκυπτε ότι ο Maan Sparshveer Singh πάσχει από Αιμοφιλία Α, ότι λαμβάνει αγωγή με Advate 1000 IU, καθώς και ότι χρήζει συστηματικής θεραπείας και παρακολούθησης. Συγκεκριμένα, λήφθηκαν υπόψη βεβαίωση παιδιάτρου του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, βεβαίωση ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, καθώς και βεβαίωση του βοηθού διευθυντή της Αιματολογικής Κλινικής, όπου αναφέρεται ότι το παιδί πάσχει εκ γενετής από σοβαρή Αιμοφιλία Α και ότι, χωρίς θεραπεία, τα άτομα με την ασθένεια αυτή εμφανίζουν αυτόματες ή παρατεταμένες αιμορραγίες μετά από τραυματισμό, οι οποίες ενδέχεται να αποβούν απειλητικές για τη ζωή.

Ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε επίσης σε παράθεση πληροφοριών αναφορικά με τη φύση της Αιμορροφιλίας Α. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρατέθηκαν, η Αιμορροφιλία Α είναι κληρονομική αιμορραγική διαταραχή που οφείλεται σε έλλειψη ή σοβαρή μείωση του παράγοντα πήξης VIII. Η κλινική της εικόνα μπορεί να περιλαμβάνει αιμορραγία στις αρθρώσεις, μώλωπες, αιματώματα, αιμορραγίες σε βλεννογόνους και, σε σοβαρές μορφές, αυτόματες ή απειλητικές αιμορραγίες στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Χωρίς θεραπευτική παρέμβαση, τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια αιμορραγίας μπορούν να οδηγήσουν σε χρόνιες αρθροπάθειες, μόνιμες βλάβες, κινητική αναπηρία και αυξημένο κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών.

Περαιτέρω, ως προς τη θεραπευτική αντιμετώπιση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι ο κορμός της θεραπείας είναι η χορήγηση συμπυκνωμένου παράγοντα VIII με ενδοφλέβια έγχυση, είτε κατ’ επίκληση για έλεγχο ενεργού αιμορραγίας είτε προφυλακτικά σε τακτική βάση, συνήθως δύο έως τρεις φορές εβδομαδιαίως στις σοβαρές μορφές. Παράλληλα, παρέθεσε τις κατευθυντήριες οδηγίες της World Federation of Hemophilia, σύμφωνα με τις οποίες η σύγχρονη αντιμετώπιση της αιμορροφιλίας περιλαμβάνει όχι μόνο τους κλασικούς παράγοντες VIII, αλλά και νεότερες θεραπευτικές προσεγγίσεις, οργανωμένη παρακολούθηση σε εξειδικευμένα κέντρα, εκπαίδευση της οικογένειας και έγκαιρη παρέμβαση σε αιμορραγικά επεισόδια.

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε ειδικά τη διαθεσιμότητα θεραπείας για την Αιμορροφιλία Α στην Ινδία και ιδίως στην Punjab, τόπο καταγωγής του Αιτητή. Από τις πληροφορίες χώρας καταγωγής προέκυψε ότι στην Ινδία λειτουργεί ευρύ δίκτυο Κέντρων Θεραπείας Αιμρροφιλίας, με παρουσία σε πολλές πολιτείες, μεταξύ των οποίων και η Punjab. Τα κέντρα αυτά παρέχουν πρόσβαση σε παράγοντες πήξης VIII/IX για κατ’ επίκληση θεραπεία αλλά και για προφυλακτική αγωγή, διαθέτουν υποδομές για εργαστηριακή διάγνωση, παρακολούθηση και υποστηρικτικές υπηρεσίες, όπως φυσικοθεραπεία.

Ειδικά ως προς την Punjab, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι έχουν καταγραφεί πολλαπλά θεραπευτικά κέντρα εντός κυβερνητικών νοσοκομείων και πανεπιστημιακών κλινικών, τα οποία συμμετέχουν στο εθνικό πρόγραμμα διαχείρισης της αιμορροφιλίας. Οι ασθενείς δύνανται να λαμβάνουν δωρεάν συμπυκνώματα παραγόντων πήξης που παρέχονται από κρατικά αποθέματα και διανέμονται σε τακτική βάση, σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες. Περαιτέρω, επισημάνθηκε ότι στην Punjab υπάρχει θεσμοθετημένη πρόσβαση στη βασική θεραπεία που απαιτείται για την ασθένεια του υιού του Αιτητή.

Πρόσθετα, ο λειτουργός αναφέρθηκε σε προγράμματα που εφαρμόζονται σε άλλες πολιτείες της Ινδίας, τα οποία καταδεικνύουν γενικευμένη πολιτική βούληση για ενίσχυση της πρόσβασης σε θεραπείες αιμοφιλίας. Ειδικά για την Punjab, όπου συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός καταγεγραμμένων ασθενών με αιμορροφιλία, οι κυβερνητικές δομές έχουν αναπτύξει μηχανισμούς δωρεάν ή επιδοτούμενης χορήγησης θεραπείας. Η ύπαρξη ειδικών μονάδων και κλινικών κρίθηκε ότι αποδεικνύει πως οι ασθενείς εξυπηρετούνται συστηματικά και βάσει πρωτοκόλλων.

Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι το 2020 η κυβέρνηση της Punjab εγκαινίασε δεκαοκτώ Integrated Care Centres σε όλη την πολιτεία, εκ των οποίων τρία σε ιατρικά κολέγια και δεκαπέντε σε περιφερειακά νοσοκομεία, στα οποία παρέχονται δωρεάν και επί εικοσιτετραώρου βάσεως αντι-αιμοφιλικοί παράγοντες σε ασθενείς. Το 2021 ανακοινώθηκε η σύσταση επιπλέον είκοσι Integrated Centers for Haemoglobinopathies and Hemophilia σε ιατρικά κολέγια και νοσοκομεία, μεταξύ άλλων σε Amritsar, Faridkot, Patiala, Bathinda, Ludhiana και άλλες περιοχές της Punjab. Η επέκταση αυτή, κατά τον λειτουργό, κάλυψε συστηματικά την πολιτεία και παρέχει δωρεάν θεραπεία σε περίπου 500 εγγεγραμμένους ασθενείς.


Με βάση τα πιο πάνω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι, λαμβάνοντας υπόψη πως ο Αιτητής προέρχεται από την Punjab, οι εξωτερικές πηγές τεκμηριώνουν την ύπαρξη κρατικών θεραπευτικών κέντρων αιμοφιλίας, με πρόσβαση σε παράγοντες πήξης και σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές.
Συνεπώς, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό ότι ο ανήλικος υιός του Αιτητή δεν θα έχει πρόσβαση στην αναγκαία θεραπεία σε περίπτωση επιστροφής στην Ινδία.

Καταληκτικά, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι, αφενός, οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν εσωτερικά αναξιόπιστες λόγω ουσιωδών αντιφάσεων, ανακριβειών, αοριστίας και έλλειψης συνοχής και, αφετέρου, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι στην Punjab υφίσταται οργανωμένο σύστημα θεραπευτικής αντιμετώπισης της αιμοφιλίας, με πρόσβαση σε εξειδικευμένα κέντρα, παράγοντες πήξης και δωρεάν ή επιδοτούμενη θεραπεία.


Ακολούθως, προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, δεδομένου ότι ο μόνος αποδεκτός λόγος αναχώρησης του Αιτητή αφορούσε οικονομικούς και εκπαιδευτικούς λόγους, δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης για κάποιον από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, δεν διαπιστώθηκε πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου σε περίπτωση επιστροφής του στην Ινδία.

Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη πληροφορίες χώρας καταγωγής σύμφωνα με τις οποίες στην πολιτεία Punjab λειτουργεί οργανωμένο δίκτυο κέντρων θεραπείας αιμορροφιλίας, παρέχονται παράγοντες πήξης μέσω κρατικών δομών και υφίστανται εξειδικευμένες υπηρεσίες παρακολούθησης ασθενών με αιμορροφιλία. Υπό το φως των εν λόγω πληροφοριών, κρίθηκε ότι δεν τεκμηριώνεται αδυναμία πρόσβασης του ανήλικου τέκνου σε κατάλληλη θεραπεία ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης συνεπεία της κατάστασης της υγείαςτου.

Ενόψει των ανωτέρω, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης επί τη βάσει του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή
.

 

Αρχικά, δεν  συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον τρόπο διαμόρφωσης ισχυρισμών.  Θεωρώ περιττή την ύπαρξη ισχυρισμού αναφορικά με την πρώτη φυγή της Αιτήτριας από την πατρίδα της.  Επίσης, θεωρώ πως θα έπρεπε να υπάρχουν δυο διακριτοί ισχυρισμοί :  ένας αναφορικά με την ασθένεια και  αναφορικά  με την αδυναμία θεραπείας στη χώρα καταγωγής.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση των ισχυρισμών των Αιτητών,   λαμβάνοντας  υπόψιν τις δηλώσεις της καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι η γενική αξιοπιστία της συνηγορεί στην στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών της καθώς οι πληροφορίες που παρείχε  κρίνονται επαρκείς και επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές.

 

Αρχικά, συντάσσομαι με το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση, περί αξιοπιστίας των Αιτητών αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό τους, για τους λόγους που καταγράφονται στην εισηγητική έκθεση, η οποία αποτελεί και την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης.

 

Ανεξαρτήτως της αναφοράς  του δικαστηρίου  πιο πάνω αναφορικά με το δεύτερο ισχυρισμό, κρίνω πως ορθά έγινε δεκτός  και ο δεύτερος ισχυρισμός των Αιτητών.  Όσον αφορά στην εσωτερική αξιοπιστία τους αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό, κρίνω πως οι Αιτητές   παρείχαν επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με την αρχική έλευση τους στην Κύπρο. Επίσης αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία, διαπιστώνω πως οι δηλώσεις τους επιβεβαιώνονται από προσκομισθέντα έγγραφα.

 

Αξιολογώντας τον τρίτο  ισχυρισμό των Αιτητών κρίνω πως πρέπει να γίνει αποδεκτός καθώς πληρούται τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία. Ειδικότερα όσον αφορά στην εσωτερική αξιοπιστία των Αιτητών, θεωρώ πως οι πληροφορίες που παρείχε  κρίνονται ικανοποιητικές. Αφενός,  διέπονται από επάρκεια καθώς ο βαθμός παρεχομένων πληροφοριών αρκεί ώστε να σχηματιστεί  απαραίτητη εικόνα για την στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών. Αφετέρου, διέπονται από την απαιτούμενη πτυχή της ιδιαιτερότητας  που αφορά τις προσωπικές, ατομικές περιστάσεις και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται και εκφράζεται ένα γεγονός. Η βασική ιστορία πολλών υποθέσεων μπορεί να είναι ιδιαίτερα παρεμφερής, αλλά κάθε υπόθεση έχει τις δικές της μεμονωμένες ιδιαιτερότητες οι οποίες την καθιστούν μοναδική πράγμα το οποίο δεν ελλείπει από την αφήγηση αμφότερων των Αιτητών.

 

Αντιθέτως, δεν συντάσσομαι με τις θέσεις των Καθ΄ ων η αίτηση αναφορικά με την αξιολόγηση του δεύτερου σκέλους του τρίτου ισχυρισμού των Αιτητών, ήτοι τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν στην Ινδία για την αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας του γιού της. Παρατηρώ πως οι πληροφορίες που παρείχε αξιολογήθηκαν  αποσπασματικά και όχι σε συνδυασμό η μια με την άλλη.  Ως εκ τούτου, δεν συντάσσομαι με τα πορίσματα των Καθ’ ων η αίτηση περί ανακολουθιών και μη συνοχής των δηλώσεων των Αιτητών. Θεωρώ πως τόσο η αιτούσα, όσο και ο Αιτητής παρείχαν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν προκειμένου να εξασφαλίσουν θεραπεία στο υιό της.

 

Επιπλέον, διαφωνώ με το συμπέρασμα των Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν ήταν προφανές πως οι Αιτητές κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξασφαλίσουν τις θεραπείες του γιου της στην Ινδία. Θεωρώ ότι δεν είναι σε θέση να κρίνουν τη συγκεκριμένη κατάσταση, καθώς δεν μπορούν να αξιολογήσουν πλήρως τις ιδιαιτερότητες και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν. Αυτή η αξιολόγηση είναι υποκειμενική και οι Καθ’ ων η αίτηση δεν μπορούν να λάβουν υπόψη όλες τις προσωπικές και οικογενειακές παραμέτρους που επηρέασαν τις προσπάθειες της. Αντιθέτως, δεν έλαβαν υπόψιν τις ιδιάζουσες ατομικές και προσωπικές περιστάσεις των Αιτητών και τους συναφείς παράγοντες στρέβλωσης που δύνανται να επηρεάσουν τις απαντήσεις της κατά τη διάρκεια συνέντευξης. Για τους λόγους αυτούς θεωρώ πως οι απαιτήσεις του λειτουργού κρίνονται υπερβολικές και θέτουν ένα παράλογα υψηλό πρότυπο αξιολόγησης αξιοπιστίας. Τέλος, εξετάζοντας το ιστορικό, θεωρώ πώς δεν θα υπήρχε λόγος να αποχωρήσουν από την Κύπρο και να μεταβούν στην Ινδία αν δεν διερευνούσαν τη δυνατότητα θεραπείας του γιού τους. Διαφορετικά, θα παρέμεναν στην Κύπρο εξαρχής και θα υπέβαλαν αίτημα.

 

Επιπροσθέτως, οι Αιτητές προσκόμισαν ιατρικά έγγραφα από την Ινδία,  τα οποία επιβεβαιώνουν την ασθένεια του υιού τους, το υψηλό κόστος θεραπείας  και αδυναμία πρόσβασης σε αυτήν  τα οποία δεν αξιοποιήθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Επίσης, το δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα προκειμένου να διαπιστώσει αν βάσει διαθέσιμων πηγών, επιβεβαιώνεται η αδυναμία πρόσβασης σε συγκεκριμένη θεραπεία λόγω κόστους και απόστασης.

Η Ινδία καταγράφεται από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Αιμορροφιλίας (World Federation of Hemophilia, WFH) ως χώρα με πολύ μεγάλο αριθμό ατόμων με αιμορροφιλία. Στην Ετήσια Παγκόσμια Έρευνα 2023, η WFH ανέφερε για την Ινδία 26.352 καταγεγραμμένα άτομα με αιμορροφιλία, εκ των οποίων 22.133 με αιμορροφιλία Α, 3.687 με αιμορροφιλία Β και 532 με άγνωστο τύπο.[1]

Παράλληλα, ινδική κυβερνητική ανακοίνωση του Δεκεμβρίου 2024 για την πρώτη ανθρώπινη γονιδιακή θεραπεία αιμορροφιλίας Α στην Ινδία ανέφερε ότι η χώρα έχει το δεύτερο μεγαλύτερο φορτίο αιμορροφιλίας παγκοσμίως και έκανε λόγο για περίπου 1,36,000 περιστατικά. Η απόκλιση μεταξύ των καταγεγραμμένων ασθενών και του εκτιμώμενου φορτίου δείχνει ότι η υποδιάγνωση και η άνιση πρόσβαση σε ειδικά κέντρα παραμένουν κρίσιμα ζητήματα.[2]

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της αιμορροφιλίας Α βασίζεται στην υποκατάσταση του παράγοντα VIII. Οι κατευθυντήριες οδηγίες της WFH αναφέρουν την προφυλακτική θεραπεία ως θεραπευτική προσέγγιση που αποσκοπεί στη μείωση των αιμορραγιών και της αρθρικής βλάβης.[3]

Η ίδια η WFH αναφέρεται ειδικά στη χαμηλής δόσης προφύλαξη σε περιβάλλοντα περιορισμένων πόρων, όπου η πρόσβαση σε συμπυκνώματα παραγόντων πήξης είναι περιορισμένη και το κόστος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα οργάνωσης της θεραπείας. Στην ινδική βιβλιογραφία αναφέρεται ότι τα συμπυκνώματα παραγόντων πήξης είναι η προτιμώμενη θεραπεία, αλλά το υψηλό τους κόστος τα καθιστά απρόσιτα για μεγάλο μέρος των ασθενών, οδηγώντας σε ορθοπεδική νοσηρότητα, πρόωρη θνησιμότητα και εκτεταμένες άμεσες ιδιωτικές πληρωμές.[4]

Για την περιοχή Punjab/Chandigarh, οι διαθέσιμες πηγές καταγράφουν δύο παράλληλα επίπεδα πρόσβασης: αφενός το PGIMER Chandigarh ως τριτοβάθμιο και εξειδικευμένο κέντρο και αφετέρου τα κρατικά Ολοκληρωμένα Κέντρα Φροντίδας για αιμορροφιλία και αιμοσφαιρινοπάθειες του Punjab (Integrated Care Centres for Hemophilia and Hemoglobinopathies). Το PGIMER, Sector 12 Chandigarh, εμφανίζεται σε κατάλογο κέντρων θεραπείας αιμορροφιλίας ως κέντρο με δυνατότητα έγχυσης παραγόντων πήξης, 24ωρη δυνατότητα μέσω ημερήσιας φροντίδας και επειγόντων περιστατικών, αντιμετώπιση οξέων αιμορραγιών και χρόνιας υμενίτιδας, προφυλακτική θεραπεία και μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις εφόσον υπάρχουν διαθέσιμοι παράγοντες πήξης, πλήρεις εργαστηριακές υπηρεσίες και θεραπεία ανοσολογικής ανοχής.[5]

Σε επίπεδο τοπικής οργάνωσης, η Ομοσπονδία Αιμορροφιλίας Ινδίας (Hemophilia Federation (India), HFI) καταγράφει στη βόρεια περιφέρεια τοπικά παραρτήματα σε Chandigarh, Patiala και Ludhiana.[6]

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Punjab News Express της 17.4.2021, ο Υπουργός Υγείας του Punjab δήλωσε ότι είχαν δημιουργηθεί 20 Ολοκληρωμένα Κέντρα Φροντίδας για αιμορροφιλία και αιμοσφαιρινοπάθειες και ότι η Πολιτεία παρείχε δωρεάν αντιαιμορροφιλική θεραπεία, δηλαδή παράγοντα VIII, παράγοντα IX, παράγοντα VIIa, FEIBA/APCC και Emicizumab, σε όλους τους εγγεγραμμένους ασθενείς με αιμορροφιλία. Το ίδιο δημοσίευμα ανέφερε ότι οι παράγοντες ήταν διαθέσιμοι σε 24ωρη βάση και ότι η ετήσια δαπάνη της Πολιτείας ανερχόταν περίπου σε Rs. 10 crore.[7]

Η θεραπεία της αιμορροφιλίας Α είναι ιδιαιτέρως δαπανηρή, επειδή το κόστος καθορίζεται από την ποσότητα παράγοντα VIII ανά κιλό σωματικού βάρους, τη συχνότητα χορήγησης, τον τύπο προϊόντος και τη διάρκεια θεραπείας. Σε υλικό του WHO Expert Committee / Essential Medicines List 2025 για την ένταξη ανασυνδυασμένων παραγόντων πήξης στον Κατάλογο Βασικών Φαρμάκων αναφέρεται ότι τα συμπυκνώματα παραγόντων πήξης συνήθως αντιπροσωπεύουν πάνω από 90% του άμεσου ιατρικού κόστους σε ασθενείς με σοβαρή αιμορροφιλία.[8]

Στην ιδιωτική αγορά της Ινδίας, η Apollo Pharmacy καταχωρίζει το ADVATE 1000 IU Injection με τιμή Rs. 17.100 ανά μονάδα. Η τιμή αυτή είναι ενδεικτικές λιανικές καταχωρίσεις και δεν αποδεικνύουν ούτε σταθερό απόθεμα ούτε τελική νοσοκομειακή ή κρατική τιμή προμήθειας.[9]

Οι ετήσιες εκθέσεις της HFI ενισχύουν την εικόνα ότι μέρος της πρόσβασης στηρίζεται σε στοχευμένα προγράμματα, δωρεές και συνεργασίες. Η Ετήσια Έκθεση 2024-2025 περιγράφει επίπεδα φροντίδας, με το Level II να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μετρήσεις παραγόντων VIII και IX και έλεγχο αναστολέων. Η Ετήσια Έκθεση 2023-2024 αναφέρεται στη σημασία της προφύλαξης για τη διατήρηση επιπέδων παραγόντων VIII/IX πάνω από 1% και σε συνεργασίες WFH/HFI. Παλαιότερη έκθεση της HFI για το 2019 καταγράφει πρόγραμμα με 87 ασθενείς παράγοντα VIII, 30 παράγοντα IX και 20 FEIBA από aspirational districts, με συνολικό προϋπολογισμό Rs. 78,2 lakh, ενώ η Ετήσια Έκθεση 2022-2023 αναφέρει 160 δικαιούχους, μεταξύ αυτών 105 παράγοντα VIII. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν πραγματική προσπάθεια στήριξης, αλλά αποτυπώνουν προγράμματα περιορισμένου αριθμού δικαιούχων και όχι καθολική αυτοδίκαιη πρόσβαση όλων των ασθενών σε κάθε αναγκαία θεραπεία.[10]

Πέραν του φαρμάκου, υπάρχουν και δαπάνες παρακολούθησης. Ιδιωτική καταχώριση εργαστηρίου στην Ινδία αναφέρει κόστος περίπου Rs. 3.200 για λειτουργικό έλεγχο/μέτρηση δραστικότητας παράγοντα VIII. Το κόστος αυτό είναι μικρότερο από τη φαρμακευτική δαπάνη, αλλά μπορεί να λειτουργήσει σωρευτικά όταν απαιτούνται τακτική αιματολογική παρακολούθηση, έλεγχος αναστολέων, μετακινήσεις και επείγουσα αντιμετώπιση αιμορραγιών.[11]

Περαιτέρω το ADVATE είναι εμπορικό σκεύασμα ανασυνδυασμένου παράγοντα VIII. Οι δημόσιες πηγές για το Punjab και το PGIMER αναφέρονται σε παράγοντα VIII ή σε αντιαιμορροφιλικούς παράγοντες. Δεν αναφέρουν ονομαστικά εγγυημένη, σταθερή και αδιάλειπτη χορήγηση ADVATE ως συγκεκριμένου εμπορικού σκευάσματος.[12]

Το υλικό WHO/EML του 2025 αναγνωρίζει ότι οι τιμές των ανασυνδυασμένων παραγόντων έχουν μειωθεί σε ορισμένες αγορές, αλλά η πρόσβαση παραμένει άνιση και συνδεδεμένη με κόστος, διαθέσιμες ποσότητες και δυνατότητες των συστημάτων υγείας.[13]

Σημειώνεται ότι στην εξειδικευμένη ιατρική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην βάση δεδομένων (MedCOI portal) του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) δεν ανευρέθησαν πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω πάθηση, τυχόν θεραπεία και φαρμακευτική αγωγή στην Ινδία.

Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο τόπος συνήθους διαμονής είναι το Shergarh Gian Singh Wala, χωριό στην περιοχή Faridkot του Punjab, έχει σημασία η γεωγραφική εγγύτητα προς ειδικά κέντρα. Διαδικτυακές καταχωρίσεις για το χωριό αναφέρουν περιορισμένες τοπικές υγειονομικές υποδομές, όπως λίγους ιατρούς και φαρμακείο, χωρίς ένδειξη εξειδικευμένης αιματολογικής ή αιμορροφιλικής φροντίδας.[14]

Το Christian Medical College & Hospital (CMC), Ludhiana βρίσκεται περίπου 171 χιλιόμετρα από το Shergarh Gian Singh Wala, σύμφωνα με στοιχεία διαδρομής Google Maps, και διαθέτει τμήμα Κλινικής Αιματολογίας (Clinical Haematology). Το PGIMER Chandigarh βρίσκεται περίπου 290 χιλιόμετρα από το Shergarh Gian Singh Wala και διαθέτει Department of Hematology. Οι αποστάσεις αυτές δεν αποκλείουν πρόσβαση, αλλά σημαίνουν ότι η τακτική παρακολούθηση, η επαναλαμβανόμενη χορήγηση φαρμάκου ή η επείγουσα αντιμετώπιση αιμορραγίας ενδέχεται να απαιτούν σημαντική μετακίνηση, χρόνο και πρόσθετο κόστος.[15]

Από τις διαθέσιμες πηγές προκύπτει ότι η θεραπεία της αιμορροφιλίας Α στην Ινδία είναι ιατρικά διαθέσιμη, ιδίως σε μεγάλα κέντρα και σε Πολιτείες που έχουν οργανώσει ειδικά προγράμματα. Στην περιοχή Punjab, το PGIMER εμφανίζεται ως εξειδικευμένο κέντρο με δυνατότητα χορήγησης παραγόντων πήξης, επείγουσας φροντίδας, εργαστηριακής διάγνωσης και προφύλαξης εφόσον υπάρχουν διαθέσιμοι παράγοντες. Παράλληλα, το Punjab έχει αναφερθεί ότι λειτουργεί 20 Ολοκληρωμένα Κέντρα Φροντίδας που παρέχουν δωρεάν παράγοντα VIII και άλλους παράγοντες σε εγγεγραμμένους ασθενείς.[16]

Η ύπαρξη αυτών των υπηρεσιών δεν αναιρεί το ζήτημα της πραγματικής πρόσβασης. Η θεραπεία με παράγοντα VIII είναι εξαιρετικά δαπανηρή όταν καλύπτεται ιδιωτικά, καθώς το κόστος καθορίζεται από βάρος, δόση, συχνότητα και τύπο προϊόντος. Εάν ο ασθενής δεν έχει πρακτική πρόσβαση σε δωρεάν δημόσια χορήγηση ή εάν υπάρχουν διακοπές αποθέματος, η οικονομική πρόσβαση στην αγωγή μπορεί να καταστεί σοβαρά προβληματική.[17]

Βάσει των ανωτέρω πληρούται η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού.

Οι Καθ’ ων η αίτηση  έκριναν ότι παρόλο που ο ισχυρισμός αναφορικά με την υγεία του ανήλικου απορρίφθηκε, η υγεία του λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της, θα πρέπει να αξιολογηθεί  σε σχέση με τη πιθανότητα να υποστεί μεταχείριση που  ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.  Βάσει εξωτερικών πηγών πληροφόρησης που παρέθεσαν, η θεραπεία για τη αιμορροφιλία στην Ινδία είναι ικανοποιητική ωστόσο ο τομέας που υστερεί είναι η διάγνωση.  Επομένως, καθώς το ανήλικο τέκνο έχει ήδη διαγνωσθεί και λαμβάνει θεραπεία δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα επέλευσης σχετικών κινδύνων.

Διαβάζοντας ωστόσο τις πηγές στις οποίες παραπέμπουν, κρίνω ότι δεν είναι ακριβείς. Αρχικά, δεν εξειδικεύεται ο τύπος αιμορροφιλίας και αναγκαίας θεραπείας. Επιπροσθέτως, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι αναφέρεται στην θεραπεία του ανήλικου τέκνου καταλήγω στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα. Πιο συγκεκριμένα, στις πηγές στις οποίες παραπέμπουν γίνεται  αναφορά στο ότι 2645 ασθενείς λαμβάνουν δωρεάν θεραπεία σε κυβερνητικά νοσοκομεία σε ετήσια βάση, ωστόσο, αυτό είναι ένα εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό, το οποίο προϋποθέτει μάλιστα ότι κάποιος έχει πρόσβαση στα συγκεκριμένα νοσοκομεία.

Βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, και αξιολογώντας κατά πόσο οι Αιτητές ενδέχεται να εκτεθούν σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης διαπιστώνω τα ακόλουθα:

Από το άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 προκύπτει:  «ότι πρόσφυγας είναι ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, βρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν μπορεί ή λόγω του φόβου αυτού δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος, βρισκόμενος εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του για τους ίδιους προαναφερθέντες λόγους, δεν μπορεί ή λόγω του φόβου αυτού δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 12 της Συνθήκης.»

 

 Aρχικά, εξετάζοντας ενδεχόμενη υπαγωγή στο προσφυγικό καθεστώς, διαπιστώνω ότι ναι μεν, η αδυναμία λήψης απαιτούμενης αγωγής, είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να επηρεάσει δραστικά τη ζωή του ανήλικου τέκνου, ωστόσο δεν πληροί τα χαρακτηριστικά της δίωξης. Για να θεωρηθεί μια τέτοια κατάσταση ως δίωξη, πρέπει να υπάρχει μια σκόπιμη ενέργεια ή αμέλεια από συγκεκριμένο φορέα π.χ. από την πλευρά του κράτους ή άλλων φορέων που να έχει ως αποτέλεσμα τη στέρηση ιατρικής περίθαλψης. Επιπροσθέτως για να θεωρηθεί η πράξη ή παράλειψη ως δίωξη θα πρέπει να υφίσταται ο απαραίτητος αιτιώδης σύνδεσμος της πράξης  με έναν εκ των περιοριστικά αναφερόμενων λόγων ( αρ. 2 d, 10,  QD,). Εν προκειμένω, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, τέτοιος σύνδεσμος δεν υφίσταται.

Δεδομένου ότι απαιτείται σωρευτικώς η πλήρωση των προϋποθέσεων της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για την υπαγωγή στο προσφυγικό καθεστώς, καθώς εν προκειμένω  δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων  κρίνεται ότι οι Αιτητές δεν δύνανται να υπαχθούν σε προσφυγικό καθεστώς.

 

Επιπροσθέτως,  οι Αιτητές δεν τεκμηρίωσαν  κανένα ουσιώδη λόγο ώστε  να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψουν στη χώρα ιθαγένειάς τους, θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη ώστε να υπαχθούν  σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Περί προσφύγων Νόμου. 

 

Αρχικά, δεν επικαλέστηκαν πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης.

 

Περαιτέρω, στη γραπτή τους αγόρευση οι Αιτητές επικαλέστηκαν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη  λόγω βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στην χώρα καταγωγής τους, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια  (β), του περί Προσφύγων Νόμου. Ωστόσο, βάσει ων αποδεκτών ισχυρισμών, δεν πληρούνται τα κριτήρια υπαγωγής στο συγκεκριμένο άρθρο.

 

Στην υπόθεση Mohamed M'Bodj v Βελγικού Δημοσίου (ΔΕΕ C-542/13) του ΔΕΕ κατά την οποία ο αιτών έπασχε από σοβαρή ασθένεια και δεν υπήρχε κατάλληλη θεραπεία στη χώρα καταγωγής, το Δικαστήριο επισήμανε ότι «[ε]πιπλέον, ορισμένα στοιχεία του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 15, στοιχείο β΄, της [ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)], καθώς και η ratio της συγκεκριμένης οδηγίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη». Ειδικότερα, τόνισε πως «το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής»[18]Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι «ο κίνδυνος επιδεινώσεως της καταστάσεως του πάσχοντος από σοβαρή ασθένεια υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος απορρέει από την ανυπαρξία κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής του, δεν αρκεί προκειμένου να χορηγηθεί η επικουρική προστασία, εκτός αν απορρέει από την εκ προθέσεως άρνηση χορηγήσεως ιατρικής περιθάλψεως στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας»[19].

Τα ανωτέρω επιβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση C‑353/16 MP κατά Secretary of State for the Home Department η οποία δημοσιεύτηκε στις 28 Απριλίου 2018. Το ΔΕΕ έκρινε ότι η σοβαρή επιδείνωση της υγείας δεν αρκεί από μόνη της για να χαρακτηριστεί ως «σοβαρή βλάβη» κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο β΄, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Ωστόσο, τόνισε ότι αν η επιδείνωση της υγείας οφείλεται σε εκ προθέσεως άρνηση ιατρικής περίθαλψης από τις αρχές της χώρας καταγωγής, τότε μπορεί να θεωρηθεί ως «απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση» κατά την έννοια του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 4 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ[20]

 

Στην περίπτωση του ανήλικου τέκνου, δεν προκύπτει ότι η αδυναμία θεραπείας είναι αποτέλεσμα εσκεμμένου αποκλεισμού ή διάκρισης από τις αρχές. Η αδυναμία πρόσβασης  αν υφίσταται, είναι λόγω γενικής ανεπάρκειας του συστήματος υγείας, χωρίς εσκεμμένο στοιχείο.

 

Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω,  δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής των Αιτητών στο συγκεκριμένο άρθρο.

 

Περαιτέρω, αναφορικά με το κατά πόσο οι Αιτητές μπορούν να υπαχθούν σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, το Άρθρο 15(γ) της Οδηγίας για αναγνώριση προσώπων ως δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει πως «σοβαρή απειλή» σημαίνει η «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης

Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν τα στοιχεία που συνιστούν τη διάταξη και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά για να τύχει εφαρμογής η εν λόγω πρόνοια. Η ευρωπαϊκή οδηγία δεν παρέχει ορισμό του στοιχείου της «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης», εντούτοις στην υπόθεση Aboubacar Diakite ν. Commissaire general aux refugies et aux apatrides,  C-285/12, το ΔΕΕ ερμηνεύοντας την έννοια «ένοπλη σύρραξη» κατέληξε πως πρέπει να δοθεί μια ερμηνεία, αυτόνομη από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, καθώς επίσης έθεσε ένα κατώτατο επίπεδο/όριο (low  hreshold) ως προς το κατά πόσο μια «ένοπλη σύρραξη» λαμβάνει χώρα, αναφέροντας στη σκέψη 35:

«[.] το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως πρέπει να γίνεται δεκτή, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, όταν οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή όταν δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός της συρράξεως αυτής ως ένοπλης συρράξεως που δεν έχει διεθνή χαρακτήρα, υπό την έννοια του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, και χωρίς η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργανώσεως των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων ή η διάρκεια της συρράξεως να αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς εκτιμήσεως σε σχέση με την εκτίμηση του βαθμού βίας που δεσπόζει στην οικεία επικράτεια.»

Περαιτέρω όμως, μια επιπλέον και καθοριστική προϋπόθεση για τη εφαρμογή του άρθρου 15 (γ) είναι η ύπαρξη «αδιάκριτης άσκησης βίας» αφού όπως αναφέρθηκε η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» αποτελεί μεν αναγκαία, αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση όπως τονίζεται και στη δικαστική ανάλυση του EASO. Θα πρέπει συνεπώς να εκτιμάται τόσο η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης (διεθνούς ή εσωτερικής) όσο και ο βαθμός της βίας, αφού όπως επισημάνθηκε από το ΔΕΕ, στην απόφαση του στην Diakité (σκέψη 30):

«Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43).»

Σε σχέση με τον ορισμό της «αδιάκριτης άσκησης βίας» στην απόφαση του ΔΕΕ που εκδόθηκε στην υπόθεση Elgafaji αποφάνθηκε ότι ο όρος «αδιάκριτη» σημαίνει ότι η βία «μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους». Το ΔΕΕ έχει επισημάνει ότι απαιτείται η ύπαρξη «εξαιρετικής κατάστασης» για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) στους αμάχους εν γένει.

Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι για να ισχύει κάτι τέτοιο:

«[.] ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη . [πρέπει να] είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας.»

Στη σκέψη 39 το ΔΕΕ τόνισε την ίδια στιγμή πως θα:

"[.] πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»

Παραδείγματα πράξεων αδιακρίτως ασκούμενης βίας μπορεί να είναι τα εξής: μαζικές στοχευμένες βομβιστικές επιθέσεις, αεροπορικοί βομβαρδισμοί, επιθέσεις ανταρτών, παράπλευρες απώλειες σε άμεσες ή τυχαίες επιθέσεις σε περιοχές πόλεων, πολιορκία, καμένη γη, ελεύθεροι σκοπευτές, τάγματα θανάτου, επιθέσεις σε δημόσιους χώρους, λεηλασίες, χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών κ.λπ.

Με βάση και τις σκέψεις 35, 39 και 43 του ΔΕΕ, στην υπόθεση Elgafaji, η EASO αναφέρει πως εκεί όπου υφίσταται «αδιάκριτη άσκηση βίας» μπορεί να γίνει η ακόλουθη διαφοροποίηση σε δύο κατηγορίες ως προς το βαθμό της:

1. Εδάφη όπου ο βαθμός βίας φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας

2. Εδάφη όπου λαμβάνει χώρα αδιάκριτη άσκηση βίας, εντούτοις δεν φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, και σε σχέση με την οποία περαιτέρω ατομικά χαρακτηριστικά θα πρέπει να αποδειχθούν,……

Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να αναφερθεί ότι βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» ('sliding scale'), σύμφωνα με την οποία:

«όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakité, σκέψη 31).»

Όπως αναφέρεται και στη σχετική δικαστική ανάλυση του EASO για το Άρθρο 15 στοιχείο γ) εν σχέση με τις ενδείξεις αδιάκριτης άσκησης βίας θα πρέπει να εξετάζεται από τα δικαστήρια τι προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία. Τα «κριτήρια Sufi και Elmi» βάσει της απόφασης του ΕΔΔΑ είναι (χωρίς να αποτελούν εξαντλητικό κατάλογο):

·         οι αντιμαχόμενες πλευρές και η αντίστοιχη στρατιωτική τους ισχύς·

·         οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι και τακτικές πολέμου (κίνδυνος θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού)·

·         το είδος των χρησιμοποιούμενων όπλων·

·         η γεωγραφική έκταση των μαχών (τοπικές ή εκτεταμένες)·

·         ο αριθμός νεκρών, τραυματιών και εκτοπισμένων αμάχων ως αποτέλεσμα των μαχών.

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προέβη εκ νέου σε έρευνα  αναφορικά με την χώρα καταγωγής  και ειδικότερα με τον τόπο διαμονής των Αιτητών.

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων της ACLED  (The Armed Conflict Location & Event Data Project) στην περιφέρεια τελευταίας διαμονής των αιτητών Punjab κατά το τελευταίο έτος (τελευταία επικαιροποίηση 12/6/2026)  καταγράφηκαν συνολικά 2110 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 32 απώλειες ανθρωπίνων ζωών. Λαμβάνεται δε υπόψη ότι ο πληθυσμός στο στο Punjab Ινδίας υπολογίζεται περίπου στα 30.000.000.[21]

Τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία, εξεταζόμενα υπό το φως των ποιοτικών δεδομένων που παρατέθηκαν ανωτέρω αναφορικά με τους ένοπλους φορείς, το είδος των επιχειρήσεών τους και τις δυναμικές της σύγκρουσης, ενδεικνύουν ότι στον τόπο τελευταίας διαμονής των Αιτητών , η ένταση της βίας δεν φαίνεται να είναι τόσο υψηλή, ώστε να θεωρείται ότι κάποιος/α κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη εξαιτίας της παρουσίας του/της και μόνον σε αυτήν, αλλά απαιτείται η συνδρομή πρόσθετων στοιχείων, που να αφορούν τα ατομικά χαρακτηριστικά τους.

Συνεπώς και με  βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα των Αιτητών εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, αποτελεί  προϊόν δέουσας και/ή επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, σύμφωνα και με το Νόμο.

 

Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω  ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη και  εύλογη και λήφθηκε κατ' ορθή ενάσκηση της νόμιμης διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι ενήργησαν σύννομα και συνεκτίμησαν όλα τα ενώπιον τους στοιχεία. Κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται στην υπό εξέταση περίπτωση και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν και δεν στηρίζουν τις υπό του περί Προσφύγων Νόμου (άρθρα 3-3Δ) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του εν λόγω Αιτητή στο προστατευτικό καθεστώς του πρόσφυγα.  η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως αυτοί οι λόγοι εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, δεν απέδειξε ότι μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς  συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου άρθρο 19(1) του προαναφερθέντος  πάνω Νόμου, καθότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.

 

Περαιτέρω, και ενόψει της κατάστασης υγείας του ανήλικου τέκνου, θα πρέπει να εξετασθεί αν τυχόν εκτέλεση της απόφασης επιστροφής παραβιάζει την αρχή της της μη επαναπροώθησης, λαμβάνοντας υπόψη και το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου.

 

Όπως έκρινε το ΕΔΔΑ σε νομολογία του σε πολύ εξαιρετικές περιστάσεις, η απέλαση του προσφεύγοντος θα ισοδυναμούσε με παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, θέτοντας ένα υψηλό όριο προς τεκμηρίωση της παραβίασης του άρθρου 3 για λόγους που αφορούν την υγεία.

 

Ειδικότερα στην υπόθεση N. κατά Ηνωμένου Βασιλείου,[22] η απέλαση μιας οροθετικής γυναίκας στην Ουγκάντα δεν κρίθηκε ως παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ διότι από τα διαθέσιμα στοιχεία προέκυψε ότι υπήρχε διαθέσιμη κάποια μορφή ιατρικής περίθαλψης στη χώρα καταγωγής της γυναίκας για όσους έχουν μολυνθεί με τον ιό HIV, καθώς και ότι δεν βρισκόταν τη δεδομένη χρονική στιγμή στο τελικό στάδιο της ασθένειάς της. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρχε καμία παραβίαση του άρθρου 3 παρόλο που η πρόσβασή της στην κατάλληλη ιατρική περίθαλψη ήταν αβέβαιη. [23]

Στην ανωτέρω απόφαση αναφέρεται πως:

«42. Συνοπτικά, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, μετά την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση D. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, εφαρμόζει παγίως τις ακόλουθες αρχές. Αλλοδαποί οι οποίοι υπόκεινται σε απέλαση δεν μπορούν καταρχήν να επικαλεστούν οποιοδήποτε δικαίωμα παραμονής στην επικράτεια συμβαλλόμενου κράτους προκειμένου να συνεχίσουν να επωφελούνται ιατρικής, κοινωνικής ή άλλης μορφής βοήθειας και υπηρεσιών που παρέχει το κράτος που προβαίνει στην απέλασή τους. Το γεγονός ότι οι περιστάσεις του προσφεύγοντος, συμπεριλαμβανομένου του προσδόκιμου ζωής του, θα επιδεινωθούν σημαντικά εάν απομακρυνθεί από το συμβαλλόμενο κράτος δεν επαρκεί αφ’ εαυτού για να υπάρχει παράβαση του άρθρου 3. Η απόφαση απομάκρυνσης αλλοδαπού που πάσχει από σοβαρή ψυχική ή σωματική ασθένεια σε χώρα στην οποία τα μέσα αντιμετώπισης της συγκεκριμένης ασθένειας είναι λιγότερο αποτελεσματικά σε σχέση με τα διαθέσιμα στο συμβαλλόμενο κράτος ενδέχεται να εγείρει ζήτημα βάσει του άρθρου 3, αλλά μόνο σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι όταν συντρέχουν σοβαροί ανθρωπιστικοί λόγοι κατά της απέλασης. Στην υπόθεση D. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, οι όλως εξαιρετικές περιστάσεις συνίσταντο στο γεγονός ότι η κατάσταση της υγείας του προσφεύγοντος ήταν κρίσιμη και φαινόταν να είναι ετοιμοθάνατος, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να εξασφαλίσει φροντίδα ή ιατρική περίθαλψη στη χώρα καταγωγής του και δεν διέθετε συγγενείς εκεί οι οποίοι θα ήταν σε θέση ή θα επιθυμούσαν να τον φροντίσουν και να του παράσχουν ακόμη και το βασικό επίπεδο τροφής, καταλύματος ή κοινωνικής στήριξης»[24].

 

Στην υπόθεση Paposhivili κατά Βελγίου[25] το ΕΔΔΑ βασίστηκε στην προσέγγιση που είχε ακολουθήσει στην υπόθεση D. κατά Ηνωμένου Βασιλείου για την ανάλυση των εξαιρετικών περιστάσεων. Διευκρίνισε ότι, ακόμα και αν δεν υπήρχε επικείμενος κίνδυνος θανάτου, η έλλειψη κατάλληλης και προσβάσιμης περίθαλψης στη χώρα υποδοχής που εκθέτει το πρόσωπο σε «σοβαρή, ταχεία και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του με αποτέλεσμα έντονη οδύνη ή σε σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής του» θα ενέπιπτε στο άρθρο 3.

 

Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι εναπόκειται στον αιτούντα να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τον πραγματικό κίνδυνο που διατρέχει να υποστεί μεταχείριση που αντιβαίνει στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και στις αρχές να αξιολογήσουν αν υπάρχει διαθέσιμη κατάλληλη θεραπεία στη χώρα υποδοχής, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ο αιτών να αντιμετωπίσει κατάσταση που συνιστά κακομεταχείριση. Τα κράτη πρέπει να αξιολογούν τις επιπτώσεις της απομάκρυνσης στο πρόσωπο συγκρίνοντας την υγεία του πριν από την απομάκρυνση και την εξέλιξή της μετά την απομάκρυνση. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι βελγικές αρχές δεν είχαν εξετάσει τις παθήσεις του αιτούντος στο πλαίσιο της απομάκρυνσής του και, ως εκ τούτου, παραβίασαν το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

 

Σε συμφωνία με την ανωτέρω ανάλυση του ΕΔΔΑ, το ΔΕΕ σε πρόσφατη απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022 στην υπόθεση C-69/21,[26] αποφάνθηκε σχετικά με την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, σύμφωνα με την Οδηγία 2008/115/ΕΚ, σε περιπτώσεις που πάσχουν από σοβαρή ασθένεια πως το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 4 καθώς και το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την έννοια ότι “δεν επιτρέπει να ληφθεί απόφαση επιστροφής ή μέτρο απομάκρυνσης εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως σε κράτος μέλος και πάσχει από σοβαρή ασθένεια, όταν υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι ο ενδιαφερόμενος θα εκτεθεί, στην τρίτη χώρα προς την οποία θα απομακρυνθεί, σε πραγματικό κίνδυνο σημαντικής, μη αναστρέψιμης και ταχείας επιδείνωσης του πόνου του, σε περίπτωση επιστροφής, λόγω της απαγόρευσης στη χώρα αυτή της μόνης αποτελεσματικής αναλγητικής θεραπείας. […]”. Η ανωτέρω απόφαση του ΔΕΕ συνεχίζει στο διατακτικό της επισημαίνοντας ότι η Οδηγία 2008/115/ΕΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 4 και 7 του Χάρτη, “ δεν επιβάλλει στο κράτος μέλος στο οποίο διαμένει παρανόμως υπήκοος τρίτης χώρας να χορηγήσει σε αυτόν άδεια διαμονής σε περίπτωση που δεν μπορεί να λάβει εις βάρος του ούτε απόφαση επιστροφής ούτε μέτρο απομάκρυνσης διότι υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι αυτός θα εκτεθεί, στη χώρα προορισμού, σε πραγματικό κίνδυνο ταχείας, σημαντικής και μη αναστρέψιμης επιδείνωσης του πόνου που προκαλείται από τη σοβαρή ασθένεια από την οποία πάσχει· […].”

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΕ της 15ης Φεβρουαρίου του 2023, C‑484/22, Bundesrepublik Deutschland κατά GS, ECLI:EU:C:2023:122, η προστασία των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού και της οικογενειακής ζωής του επιβάλλεται και στο πλαίσιο διαδικασίας που οδηγεί στην έκδοση απόφασης για την επιστροφή ανηλίκου, έστω και αν ο ανήλικος έχει τη δυνατότητα να τα επικαλεστεί στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας για την αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω απόφασης επιστροφής, προκειμένου να επιτύχει, ενδεχομένως, την αναστολή της εκτέλεσης.

 

Οι δε αξιολογήσεις σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού οφείλουν να λαμβάνονται υπόψιν σε όλες τις αποφάσεις οι οποίες αφορούν παιδιά αμέσως ή εμμέσως (ΔΕΕ, απόφαση ημερ. 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψεις 36 έως 38). Εν προκειμένω, η επίδικη απόφαση επιστροφής αφορά τόσο τους Αιτητές όσο και το ανήλικο τέκνο που πάσχει από αιμορροφιλία.

 

Σε σχέση με τη λήψη υπόψιν των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού, βάσει της αιτιολογικής σκέψης 22 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, «Σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (1989), τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν πρωτίστως υπόψη το «συμφέρον του παιδιού» κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.». Το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, ορίζει ότι κατά την εφαρμογή της Οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη, τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, την οικογενειακή ζωή, την κατάσταση υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας και τηρούν την αρχή μη επαναπροώθησης. Το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το άρθρο 180Ζ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου. Δυνάμει του άρθρου 18ΟΖ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεων Νόμου κατά την εφαρμογή των διατάξεων της επιστροφής και δη κατά την έκδοση της απόφασης επιστροφής τηρείται η αρχή της μη επαναπροώθησης κατά τρόπο να λαμβάνονται δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και η οικογενειακή ζωή. Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 18ΟΖ, οι ανωτέρω αρχές δεσμεύουν την αποφαίνουσα αρχή κατά την έκδοση της απόφασης επιστροφής δυνάμει του άρθρου 18ΟΗ.[27]

 

Με βάση τα όσα αναλύθηκαν ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου η απόφαση επιστροφής ακυρώνεται. Ενόψει της απόφασης μου καμία διαταγή για έξοδα δεν εκδίδεται.  

                                  

 

                                        Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1]World Federation of Hemophilia, Report on the Annual Global Survey 2023, country data for India, published 2024, https://www1.wfh.org/publications/files/pdf-2525.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[2]Press Information Bureau, Ministry of Health and Family Welfare, “India’s First in human Gene Therapy for Hemophilia A supported by Department of Biotechnology”, 11.12.2024, https://www.pib.gov.in/PressReleasePage.aspx?PRID=2083455 (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[3]World Federation of Hemophilia, Guidelines for the Management of Hemophilia, 3rd edition, Chapter 6, Table 6-2, conventional factor prophylaxis by intensity, https://www1.wfh.org/publications/files/pdf-1863.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[4]WFH, Guidelines for the Management of Hemophilia, 3rd edition, sections on low-dose prophylaxis in resource-constrained settings· Kar A., “Epidemiology & social costs of haemophilia in India”, Indian Journal of Medical Research, https://ijmr.org.in/epidemiology-social-costs-of-haemophilia-in-india (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[5]International Association of Hemophilia and Allied Disorders / HTC Directory, “Haemophilia Treatment Centre”, entry for PGIMER, Sector 12 Chandigarh, accessed 19.6.2026, https://www.iahad.org/haemophilia-treatment-centre (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[6]Hemophilia Federation (India), “Northern Region”, entries for Chandigarh, Patiala and Ludhiana chapters, accessed 19.6.2026, https://hemophilia.in/northern-region/ (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[7]Punjab News Express, “20 ICHHs set up and makes treatment free for Hemophilia patients: Balbir Sidhu”, 17.4.2021, https://www.punjabnewsexpress.com/news/news/20-ichhs-set-up-and-makes-treatment-free-for-hemophilia-patients-balbir-sidhu-135940 (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[8]WHO Expert Committee / EML 2025, “Proposal for the inclusion of recombinant coagulation factors VIII and IX”, discussion of direct medical costs, https://cdn.who.int/media/docs/default-source/2025-eml-expert-committee/addition-of-new-medicines/a.23_recombinant-cfcs.pdf?sfvrsn=9dba590d_9 (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[9]Apollo Pharmacy, product listings for ADVATE 1000 IU Injection and ADVATE 500 IU Injection, accessed 19.6.2026, https://www.apollopharmacy.in/medicine/advate-1000iu-injection-1-s and https://www.apollopharmacy.in/medicine/advate-500iu-inj (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[10]Hemophilia Federation (India), Annual Report 2024-2025· Annual Report 2023-2024· Annual Report 2019· Annual Report 2022-2023, https://hemophilia.in/annual-reports (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[11]DNA Labs India, “Factor VIII Functional / Activity Test Cost”, accessed 19.6.2026, https://dnalabsindia.com/test/factor-viii-functional-activity-test (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[12]Punjab News Express, 17.4.2021, ό.π.· International Association of Hemophilia and Allied Disorders / HTC Directory, PGIMER entry, ό.π. (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[13]WHO Expert Committee / EML 2025, “Proposal for the inclusion of recombinant coagulation factors VIII and IX”, comparative costs and access discussion for recombinant FVIII/FIX and LMIC access constraints, ό.π. (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[14]Google Maps, Shergarh Gian Singh Wala, Punjab, route/location information, accessed 19.6.2026· OneFiveNine, “Shergarh Gian Singh Village”, https://www.onefivenine.com/india/census/village/Muktsar/Malout/Shergarh-Gian-Singh (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[15]Google Maps, route from Shergarh Gian Singh Wala to Christian Medical College & Hospital, Ludhiana, and to PGIMER Chandigarh, accessed 19.6.2026· CMC Ludhiana, Department of Clinical Haematology, https://www.cmcludhiana.in/department/?department-name=clinical-haematology&d_id=12· PGIMER, Department of Hematology / faculty information, https://pgimer.edu.in (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[16]IAHAD / HTC Directory, PGIMER entry, ό.π.· Punjab News Express, 17.4.2021, ό.π.· National Health Mission Punjab, registration page, ό.π. (ημερομηνία πρόσβασης 19/6/2026)

[17]Apollo Pharmacy, ADVATE 1000 IU listing, ό.π.· WFH, Guidelines for the Management of Hemophilia, 3rd edition, ό.π.· υπολογισμός κόστους όπως παρατίθεται νωτέρων

[18] ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου2014, Mohamed M'Bodj v Βελγικού Δημοσίου, C-542/13, EU:C:2014:2452, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=160947&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=374690, σκέψη 35 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/05/2025). 

[19] ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου2014, Mohamed M'Bodj v Βελγικού Δημοσίου, C-542/13, EU:C:2014:2452, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=160947&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=374690 σκέψη 36 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/05/2025). 

[20]  ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), απόφαση της 28ης  Απριλίου 2018, MP κατά Secretary of State for the Home Department, C‑353/16https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=201403&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=19951745 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/05/2025)

[21] Explorer - ACLED (acleddata.com), https://acleddata.com/explorer/, ημ. τελευταίας πρόσβασης 19/6/2026.

[22] ΕΔΔΑ, N. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [τμήμα ευρείας συνθέσεως], προσφυγή αριθ. 26565/05, 27 Μαΐου 2008, διαθέσιμο σε: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-86490%22]}  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/05/2025)

[23] ECHR-KS, Key Theme – Immigration Health and immigration, 08/09/2022, available at: Health and immigration (coe.int)  p. 4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/05/2025)

[24] ΕΔΔΑ, N. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [τμήμα ευρείας συνθέσεως], προσφυγή αριθ. 26565/05, 27 Μαΐου 2008, διαθέσιμο σε: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-86490%22]}  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/05/2025)

[25] ΕΔΔΑ, Paposhvili κατά Βελγίου [τμήμα ευρείας συνθέσεως], προσφυγή αριθ. 41738/10, 13 Δεκεμβρίου 2016, διαθέσιμο σε: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22appno%22:[%2241738/10%22]} σκέψεις 183-191 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/05/2025)

[26] ΔΕΕ Υπόθεση C-69/21, X κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, 22 Νοεμβρίου 2022, διαθέσιμη σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:62021CJ0069  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/05/2025). 

[27] Κατά την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ, ο Αvώτερoς Λειτουργός Μετανάστευσης τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης και λαμβάνει δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού,  την οικογενειακή ζωή και την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο