J.T.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 894/25, 16/7/2026
print
Τίτλος:
J.T.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 894/25, 16/7/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 894/25

16 Ιουλίου, 2026

 [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

 

J.T.T. εκ Καμερούν

Αιτήτρια

- και -

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια.

Λ. Βελίκοβα (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Η Αιτήτρια παρούσα

Μ. Katchatrian (κα) για διερμηνεία από Ελληνικά σε Γαλλικά και αντίστροφα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 31/03/25 η οποία της κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά την παραχώρηση σε αυτήν του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία του Δικαστηρίου κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 17/05/22, ακολούθησε διαδικασία συνέντευξης της στις 08/01/24 και 13/11/24, ετοιμάστηκε έκθεση/εισήγηση στις 17/01/25. Στις 25/02/25 απορρίφθηκε το αίτημα της, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η συνήγορος της Αιτήτριας υιοθετεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης τον πυρήνα του αιτήματος ασύλου και υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αποτέλεσμα εσφαλμένης εφαρμογής του Νόμου, Κανονισμών και Διαδικασίας και/ή πάσχει λόγω ελλιπούς έρευνας και/ή αιτιολογίας. Τονίζει ότι η Αιτήτρια θα έπρεπε λόγω αποδοχής ισχυρισμών της ως πρόσωπο που έχει υποστεί βιασμό, φορέας HIV (Human Immunodeficiency Virus – ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας) και/ή έχει κοινωνικά στιγματιστεί να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας, ότι η χώρα της δεν αποτελεί ασφαλή χώρα και/ή βρίσκεται σε κοινωνικοπολιτική αναταραχή και αποσταθεροποίηση και ότι η Αιτήτρια δέχεται διακρίσεις λόγω του ότι είναι φορέας HIV και/ή ότι εμπίπτει και/ή θεωρείται ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Επίσης, προβάλλεται ότι η αρμόδια αρχή παρέλειψε να αξιολογήσει την υγεία της Αιτήτριας ως καθοριστικό στοιχείο για την ευαλωτότητα της, την διαθεσιμότητα φαρμάκων στη χώρα καταγωγής της και/ή δεν συνεκτιμήθηκαν αυτοί οι παράγοντες κατά την αξιολόγηση αιτήματος ασύλου της και/ή δεν εφαρμόστηκαν οι προβλεπόμενες από τον Νόμο διαδικαστικές εγγυήσεις και/ή δεν αξιολογήθηκαν τα υποστηρικτικά έγγραφα που προσκόμισε η Αιτήτρια (ιατρικές βεβαιώσεις και/ή πιστοποιητικά σε σχέση με την υγεία της και βιασμό). Ούτε το Δικαστήριο μπορεί να υποκαταστήσει την διοίκηση καθότι δεν διαθέτει τα ιατρικά εργαλεία για να υποκαταστήσει πρωτοβάθμια ιατρική/ψυχολογική αξιολόγηση η οποία απουσιάζει, συνιστώντας ουσιώδη παραβίαση. Θεωρεί δε ότι η Αιτήτρια θα πρέπει να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας λόγω του ότι ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα λόγω του προφίλ της με διώκτες συγγενικά μέλη οικογένειας λόγω κληρονομικής ιδιότητας, ότι η κρατική προστασία είναι ανεπαρκής και/ή θα πρέπει τουλάχιστον λόγω των περιστάσεων της αθροιστικά να της παραχωρηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.  

Οι Καθ' ων η αίτηση απαντώντας στα επιχειρήματα της Αιτήτριας υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι οι λόγοι ακύρωσης δεν αιτιολογούνται δεόντως. Η απορριπτική απόφαση επί της αίτησης ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών επί των οποίων βασίζεται και/ή θεμελιώνεται το αίτημα ασύλου το φέρει πρωτίστως η Αιτήτρια το οποίο δεν κατάφερε να τεκμηριώσει. Προβάλλουν, οι Καθ΄ ων η αίτηση, ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να παρουσιάσει στοιχεία για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της ότι δεχόταν απειλές από συγγενείς για περιουσιακά/κληρονομικά ζητήματα και ότι απορρίφθηκε από την οικογένεια της λόγω της πάθησης της με HIV (συνεπεία βιασμού). Απαντούν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν ότι έγινε έρευνα σε σχέση με τις περιστάσεις της Αιτήτριας και έγινε αξιολόγηση σε σχέση με την υγεία της μέσω πηγών πληροφόρησης. Δεν κατάφερε, σημειώνουν, η Αιτήτρια να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο δίωξης, ούτε απέδειξε ότι μπορεί να υπαχθεί στο καθεστώς πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Προτού το Δικαστήριο προβεί σε εξέταση της ουσίας της υπόθεσης προχωρεί σε εξέταση αναφορικά με τον νομικό ισχυρισμό της Αιτήτριας περί παράλειψης αξιολόγησης ευαλωτότητας της και/ή παράβασης των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) και/ή ότι δεν ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις που αφορούν ευάλωτα πρόσωπα όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο (στο εξής «ΔΦ») από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας, κατά τον ισχυρισμό της συνηγόρου της Αιτήτριας.

 

Μετά από έλεγχο των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης είναι εμφανής η απουσία οποιουδήποτε εντύπου αξιολόγησης ευαλωτότητας στη βάση του Άρθρου 9ΚΔ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000). Διαπιστώνεται εν προκειμένω ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας —τόσο κατά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας όσο και μεσούσης της διαδικασίας των συνεντεύξεων στις 08/01/24 και 13/11/24 — η αρμόδια αρχή παρέλειψε να θέσει σε εφαρμογή τον μηχανισμό διαδικαστικών εγγυήσεων για ευάλωτα πρόσωπα, ειδικά για την Αιτήτρια η οποία κρίθηκε αξιόπιστη ως θύμα βιασμού. Το δεδομένο αυτό, όμως από μόνο του, δεν μπορεί να επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της διοικητικής διαδικασίας. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της πλευράς της Αιτήτριας, η μη ρητή ενεργοποίηση του μηχανισμού διαδικαστικών εγγυήσεων κατά την υποβολή της αίτησης ή κατά τις συνεντεύξεις της 08/01/24 και 13/11/24, δεν συνιστά αυτοτελώς παραβίαση ουσιώδους τύπου ικανή να συμπαρασύρει σε ακύρωση την τελική πράξη. Η μόνη αναφορά σε σχέση με το Άρθρο 9ΚΓ του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), είναι ότι «Κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9Α μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους την ειδική κατάσταση των ευάλωτων προσώπων, όπως οι ανήλικοι, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες, οι ηλικιωμένοι, οι εγκυμονούσες, οι μονογονεϊκές οικογένειες με ανήλικα παιδιά, τα θύματα εμπορίας προσώπων, τα πρόσωπα με σοβαρές ασθένειες, τα πρόσωπα με πνευματικές διαταραχές και τα άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, φυσικής ή σεξουαλικής βίας, όπως γυναίκες θύματα ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων». Αυτό βεβαίως αφορά πρωτίστως τις ειδικές ανάγκες υποδοχής και όχι αναγκαία την κατ΄ ουσία συνέντευξη ως προκύπτει σαφώς και από το Άρθρο 9ΚΔ του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) όπου ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι οι εκτιμήσεις, ειδικών αναγκών, διενεργούνται χωρίς επηρεασμό της εκτίμησης των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, ότι οι ατομικές εκτιμήσεις που αναφέρονται διενεργούνται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος κατά τα αρχικά στάδια υποβολής της αίτησης, χωρίς η εμβέλεια αυτής της εκτίμησης να περιορίζεται κατ’ ανάγκην στο ειδικό έντυπο, είναι δε στην διακριτική ευχέρεια της Υπηρεσίας Ασύλου αν το κρίνει αναγκαίο εάν ο ενδιαφερόμενος είναι πρόσωπο με ειδικές ανάγκες υποδοχής ενώ καθίσταται σαφές ότι οι διατάξεις της νομοθεσίας εφαρμόζονται και σε περίπτωση που οι ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες εμφανιστούν σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας. Συνεπώς, ως τα διαλαμβανόμενα του πιο πάνω άρθρου η μη συμπλήρωση του εντύπου δεν καθιστά άκυρη ολόκληρη την διοικητική ενέργεια, ούτε βεβαίως αποτελεί ουσιώδη παράβαση τύπου. Είναι θεωρώ ζήτημα το οποίο συναξιολογείται από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα στοιχεία του αιτήματος διεθνούς προστασίας για να καθοριστεί κατά πόσο η παράλειψη να τύχει η Αιτήτρια των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και/ή μηχανισμών προστασίας επέφερε ουσιωδώς αρνητικές επιπτώσεις στο σύνολο αξιολόγησης του αιτήματος διεθνούς προστασίας αυτής. Επί αυτού, σημαντικές είναι και οι πρόνοιες του Άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), οι οποίες ορίζουν ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτούντα άσυλο όπου αφορά περιπτώσεις όπου υπάρχουν: «(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και (β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας». Στην παρούσα περίπτωση, αν και ο λειτουργός αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας σε σχέση με τον βιασμό και/ή ότι πάσχει από HIV δεν έκρινε σκόπιμο να παραπεμφθεί σε ειδική εξέταση σε ιατρό ή ψυχολόγο ούτε αυτό εμπόδισε τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης. Ως δε κρίθηκε στην EMMAH ANDOH EVA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 137/2023, 21/5/25 «η λήψη ή μη απόφασης παραπομπής αιτούντος άσυλο προσώπου σε ιατρό και/ή ψυχολόγο, δυνάμει του Άρθρου 15 του Νόμου, συνιστά απόφαση δυνητική, ανήκουσα στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε αρμόδιου λειτουργού και δεν αποτελεί δέσμια υποχρέωση του». Εξάλλου, κατά το στάδιο της συνέντευξής της, δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε ιατρικό πρόβλημα ή πρόβλημα με την ψυχική της υγεία, ούτε ότι έχει οιεσδήποτε ειδικές ανάγκες πέραν της πάθησης της HIV για την οποία λαμβάνει θεραπεία στην Δημοκρατία (ερυθρά 114-113, 44-43 ΔΦ). Ούτε, θεωρώ, η συνήγορος της Αιτήτριας υπέδειξε μέσω τεκμηριωμένων λόγων ακύρωσης και/ή μαρτυρίας κατά πόσο επηρεάστηκαν οι δηλώσεις της κατά την συνέντευξη λόγω δυσχερούς ψυχολογικής και/ή σωματικής κατάστασης και/ή ούτε υποδείχθηκαν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας και/ή οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Αιτήτρια χρήζει ψυχολογικής ή ψυχιατρικής παρακολούθησης ή νοσηλείας που τυχόν επηρέαζε ουσιωδώς την αξιολόγηση του αιτήματος της. Μέρος δε των ισχυρισμών της Αιτήτριας και ιδιαίτερα αυτός που αφορά τόσο την σεξουαλική κακοποίηση/ βιασμό της ιδίας όσο και της πάθησης της (HIV) έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος από την αρμόδια αρχή στο σύνολο του, επομένως αυτό που απομένει είναι κατά πόσο αξιολογήθηκε δεόντως o μελλοντοστραφής κίνδυνος επιστροφής της και/ή μελλοντικός κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

 

Στη βάση της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας σε συνάρτηση με τους λοιπούς νομικούς ισχυρισμούς έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης πράξης στη βάση του περιεχομένου του ΔΦ. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών της (συμπεριλαμβανομένου του αποδεκτού βιασμός/HIV ως επίσης και των μη αποδεκτών ισχυρισμών της – περιουσιακή διαμάχη/απειλές με συγγενείς, περιθωριοποίησης της ως φορέας HIV) είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους. Επιπλέον, αξίζει να καταγραφεί ότι, οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Ως δε πρόσφατα έχει επισημανθεί με επανάληψη στην υφιστάμενη νομολογία που διαμορφώθηκε από το Διοικητικό Εφετείο: «Στην παρούσα περίπτωση αυτό ακριβώς προβλέπεται στο Άρθρο 11 (3) (α),(β) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(I)/2018, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδικη ενώπιον του απόφαση και «προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής [.]» και «επικυρώνει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση ή πράξη, ή ακυρώνει και τροποποιεί εν όλω ή εν μέρει αυτήν:[.]» (οι υπογραμμίσεις δικές μας). Η δικαιοδοσία εξέτασης επί της ουσίας, εξυπακούει ότι δυνητικά η δικαστική απόφαση μπορεί να θέσει τον προσφεύγοντα σε ευνοϊκότερη ή χειρότερη μοίρα. Είναι, δηλαδή, διαπλαστικής φύσεως (βλ. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 18.12.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 KΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. Β. Α.» (Βλέπε ΕΔΔΔΠ Αρ.22/2026 I.D. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α. ημερ.30/06/26).

 

Ως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της Αιτήτριας στην αίτησή της κατέγραψε ότι είναι μητέρα ενός τέκνου και κατόπιν του θανάτου του πατέρα της, κληρονόμησε περιουσία – ως μοναχοκόρη – το οποίο η οικογένεια του πατέρα της δεν μπορούσε να αποδεχτεί καθότι ήταν γυναίκα. Η μητέρα της απεβίωσε λόγω των απειλών και ακολούθως απέστειλαν εγκληματίες να την βιάσουν όταν ο σύζυγός της ήταν απών. Η ζωή της βρισκόταν σε διαρκώς αυξανόμενο κίνδυνο οπότε επικοινώνησε με φίλους του συζύγου της (ερ.1, 12 σε μετάφραση ΔΦ).

 

Κατά την πρώτη της συνέντευξη ανέφερε ότι είναι οροθετική (φορέας του ιού HIV), προσκόμισε δε επί τούτου ιατρικά πιστοποιητικά εκδοθέντα στην χώρα καταγωγής της και/ή ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή (ερ.43, 30 ΔΦ). Γεννήθηκε στην Douala που αποτελεί και τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής της (είχε διαμείνει ένα διάστημα και στην Yaoundé), ανήκει στην εθνοτική ομάδα Bamileke και ομιλεί γαλλικά και Bangate (ερ.42, 41, 39 ΔΦ). Η Αιτήτρια είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στη χώρα καταγωγής διατηρούσε επιχείρηση μεταπώλησης ενδυμάτων στην τοπική αγορά της Douala (ερ.41, 39 ΔΦ). Η Αιτήτρια νυμφεύθηκε παραδοσιακά το 2021 στην Douala και απέκτησε δύο τέκνα με τον σύζυγό της (ο οποίος είχε ήδη δύο τέκνα) τα οποία διαμένουν με εκείνον στην Douala και με τα οποία βρίσκεται σε επικοινωνία (ερ.42, 41 ΔΦ). Με τον σύζυγό της βρίσκεται σε διάσταση από τότε που εγκατέλειψε τη χώρα (ερ.40 ΔΦ), ενώ ο πατέρας της απεβίωσε το 2000 και η μητέρα της το 2012. Η Αιτήτρια ήταν το μοναδικό βιολογικό τέκνο τους και έχει δύο αδέλφια (από υιοθεσία) που διαμένουν στην Douala (ερ.40 ΔΦ). Κατά την ελεύθερη αφήγησή της, δήλωσε ότι η οικογένεια του πατέρα της, αφότου αυτός απεβίωσε, δεν μπορούσε να την αποδεχτεί ως κληρονόμο της περιουσίας του και ξεκίνησαν να την απειλούν (και ότι η μητέρα της απεβίωσε λόγω των απειλών), αρχικά λεκτικώς έως ότου οι απειλές μετουσιώθηκαν σε επιθέσεις, με την πρώτη το 2012 όταν μαχαίρωσαν την Αιτήτρια στο πόδι της και την δεύτερη το 2021 όταν τρία άτομα εισέβαλαν στην οικία της και την βίασαν, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να μολυνθεί με τον ιό HIV και να αντιμετωπίσει περιθωριοποίηση (ερ.37 ΔΦ). Ερωτηθείσα σχετικά με τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής της, δήλωσε ότι τα άτομα που την κακοποίησαν είχαν σκοπό να την σκοτώσουν (ερ.36 ΔΦ). Σε διευκρινιστική ερώτηση σχετικά με την πρώτη επίθεση, δήλωσε ότι το 2012, κατόπιν του θανάτου της μητέρας της, επέστρεφε από την εργασία της και κάποια άτομα επιχείρησαν αρχικά να γραπώσουν την τσάντα της και την μαχαίρωσαν στο πόδι όταν εκείνη αντιστάθηκε (ερ.34 ΔΦ). Σε σχέση με τις απειλές, δήλωσε ότι έλαβε τρία τηλεφωνήματα (δύο το 2012 και ένα το 2021) από άγνωστα άτομα που απαιτούσαν την επιστροφή σε αυτούς του δικαιώματος τους επί των ιδιοκτησιών, τις οποίες η Αιτήτρια διεκδίκησε μονάχα μία φορά, δύο μήνες μετά τον θάνατο της μητέρας της (ερ.34, 33 ΔΦ). Ερωτηθείσα πως απέκτησε τις ιδιοκτησίες, απάντησε ότι δεν τις είχε αποκτήσει, ωστόσο, ήθελαν να την εξαλείψουν διότι όσο ήταν εν ζωή θα μπορούσε να τις διεκδικήσει (ερ.34 ΔΦ). Ανέφερε, επίσης, ότι δεν λάμβανε φαρμακευτική αγωγή στη χώρα της διότι δεν μπορούσε να αποδεχτεί την κατάστασή της και ξεκίνησε την αγωγή στην Δημοκρατία (ερ.30 ΔΦ). Ερωτηθείσα εάν είχε πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη στη χώρα της, δήλωσε ότι θεωρεί πως είχε (ερ.30 ΔΦ).

 

Κατά την δεύτερη συνέντευξη, η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατά την δεύτερη επίθεση, ένας εκ των δραστών της φανέρωσε πως είχαν σταλεί από τον θείο της και πως συνήθιζε να λαμβάνει απειλές πέραν δια του τηλεφώνου και δια ζώσης πριν την εν λόγω επίθεση (ερ.110 ΔΦ). Ερωτηθείσα εάν έχει κάποια απόδειξη ότι οι δράστες είχαν σταλεί από τους συγγενείς της, απάντησε αποφατικά (ερ.106 ΔΦ). Η Αιτήτρια δήλωσε, επίσης, ότι στη Δημοκρατία σύναψε σχέση με έναν άντρα, ομοεθνή της, ο οποίος ήταν κακοποιητικός σε βάρος της και προσκόμισε επί τούτου αποδεικτικό έγγραφο (ερ.106, 105 ΔΦ). Σε σχέση με την κατάσταση υγείας της, δήλωσε ότι, ως την είχαν ενημερώσει, πάσχει και από φυματίωση (TB) πέραν του ιού HIV και είναι πολύ ευάλωτη (ερ.103 ΔΦ). Ερωτηθείσα εάν υπάρχει διαθέσιμη θεραπεία στη χώρα καταγωγής για τον ιό HIV απάντησε πως δεν γνωρίζει διότι δεν έψαξε ποτέ για αυτή, αδυνατώντας να αποδεχτεί ότι είχε μολυνθεί (ερ.103 ΔΦ). Περαιτέρω υποστήριξε ότι η κοινωνία κακομεταχειρίζεται τους φορείς του ιού και πως εκείνη βίωσε περιθωριοποίηση (ερ.103, 102 ΔΦ). Σε σχέση με τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης, δήλωσε πως θεωρεί ότι θα κινδυνεύσει με την επιστροφή της (ερ.99 ΔΦ). Η Αιτήτρια, σημειώνεται ότι, κατά το στάδιο των συνεντεύξεών της, προσκόμισε προς επίρρωση των ισχυρισμών της τα εξής έγγραφα: (α) Βιβλιάριο υγείας από το Περιφερειακό Νοσοκομείο Deida, ιατρικά έγραφα ημερομηνίας 20/01/21 και ιατρικό σημείωμα ημερομηνίας 20/02/21, στην γαλλική γλώσσα (ερ.58 – 54 ΔΦ - μετάφραση του ιατρικού σημειώματος στην αγγλική γλώσσα ανευρίσκεται στο ερ.83 ΔΦ), (β) Βιβλιάριο υγείας από το Στρατιωτικό Νοσοκομείο στη Douala, ιατρικά έγγραφα ημερομηνίας 15/12/20 και ιατρική βεβαίωση, ημερομηνίας 16/12/20, από το εν λόγω νοσοκομείο, στην γαλλική γλώσσα (ερ.53 – 49 ΔΦ - μεταφράσεις των εγγράφων στην αγγλική γλώσσα ανευρίσκονται στα ερ.77, 76, 85 ΔΦ), (γ) Ιατρικός φάκελος της Αιτήτριας από το Ιατρικό Κέντρο της Αστυνομίας Bertaud – Douala, ιατρικά έγγραφα ημερομηνίας 02/10/12 και ιατρική βεβαίωση, ημερομηνίας 03/[μη αναγνώσιμο]/12, στην γαλλική γλώσσα (ερ.63 – 59 ΔΦ - μεταφράσεις των εγγράφων στην αγγλική γλώσσα ανευρίσκονται στα ερ.87, 84, 81 ΔΦ), (δ) Έγγραφο κλήτευσης (Convocation), εκδοθέν από τις αστυνομικές αρχές της Douala, ημερομηνίας 02/02/21, στη γαλλική γλώσσα (ερ.64 ΔΦ), (ε) Αντίγραφο βεβαίωσης καταγγελίας θύματος, υποβληθείσα από την Αιτήτρια στις 04/10/24 στο Κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια – Τ.Α.Ε. Λάρνακας όπου αναγράφονται ως καταγγελθέντες πράξεις αυτές της σοβαρής σωματικής βίας, της απειλής και της ψυχολογικής βίας (ερ.95 ΔΦ), (στ) Ιατρική βεβαίωση από ιατρό της Γρηγορίου Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, ημερομηνίας 31/10/24, στην οποία αναγράφεται ότι η Αιτήτρια λαμβάνει αντιρετροϊκή αγωγή λόγω HIV λοίμωξης (ερ.97 ΔΦ).

 

Ο λειτουργός-ερευνητής, στην έκθεση/εισήγηση που ετοίμασε κατέληξε σε 4 ουσιώδεις ισχυρισμούς, ήτοι (α) ταυτότητα, χώρα καταγωγής/τόπος διαμονής της Αιτήτριας και κατάσταση υγείας (έγινε αποδεκτός), (β) ότι λάμβανε απειλές από τους συγγενείς του πατέρα της εξαιτίας των ιδιοκτησιών που θα κληρονομούσε από εκείνον (μη αποδεκτός), (γ) ότι βιάσθηκε τον 10ο/2021 από αγνώστους σε εκείνη άντρες (έγινε αποδεκτός), και (δ) ότι απορρίφθηκε από την οικογένειά της και την κοινωνία διότι είναι φορέας του ιού HIV και διότι υπήρξε θύμα βιασμού (μη αποδεκτός).

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, οι δηλώσεις της κρίθηκαν ως ασαφείς, ασυνάρτητες και μη ικανοποιητικώς λεπτομερείς. Ειδικότερα: (i) εντοπίζεται έλλειψη λεπτομερειών στις δηλώσεις της αναφορικά με την εξέλιξη των απειλών καθώς αρχικά ανέφερε ότι είχαν λάβει χώρα προ του θανάτου της μητέρας της συναντήσεις στις οποίες, ως προέκυψε από τα λεγόμενά της, είχε παρευρεθεί και η ίδια, στη συνέχεια, κληθείσα να αναφερθεί με περισσότερη λεπτομέρεια σε αυτές τις συναντήσεις, απάντησε ασυνεπώς, μεταβάλλοντας τις δηλώσεις της, αφού δήλωσε ότι πως είχαν λάβει μέρος δύο συναντήσεις στις οποίες εκείνη λόγω του νεαρού της ηλικίας της δεν είχε συμμετάσχει. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η μητέρα της απεβίωσε από μία ασθένεια το 2012 συνδέοντας την ασθένειά της με τις συναντήσεις αυτές, δίχως να επεξηγεί την σύνδεση, με αποτέλεσμα να διαφαίνεται ότι αυτή επρόκειτο για δική της υπόθεση. Ούτε, ήταν σε θέση να περιγράψει με συνέπεια το χρονοδιάγραμμα των γεγονότων και απειλών που έλαβε από τους συγγενείς της, (ii) σημειώνεται έλλειψη λεπτομερειών και σαφήνειας στις δηλώσεις της σε σχέση με τις απειλές που ξεκίνησε να λαμβάνει αφότου τηλεφώνησε σε έναν εκ των θείων της αναφορικά με το ζήτημα της κληρονομιάς, καθότι ενώ αναφέρθηκε σε μία επίθεση που βίωσε το 2012 την οποία συνέδεσε με μέλη της οικογένειάς του πατέρα της και σε τρία απειλητικά τηλεφωνήματα, δεν παρέθεσε επαρκείς λεπτομέρειες για να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς της. Κληθείσα να εξηγήσει τον τρόπο που απέκτησε τις ιδιοκτησίες του πατέρα της εφόσον στα τηλεφωνήματα την απειλούσαν ότι δεν θα σταματούσαν εάν δεν τους μεταβίβαζε το δικαίωμα επί των ιδιοκτησιών, απάντησε ότι δεν τις είχε λάβει ποτέ στην πραγματικότητα αλλά ήθελαν να την εξαλείψουν για να μην τις διεκδικήσει ποτέ, (iii) αντίφαση εντοπίζεται και στις δηλώσεις της αναφορικά με τον χρόνο που έλαβε τις κατά δήλωση απειλές και συγκεκριμένα, αφενός ανέφερε ότι έλαβε απειλητικό τηλεφώνημα προ και κατόπιν της επίθεσης το 2012 και ακολούθως, το 2021 και αφετέρου δήλωσε ότι ανά τα χρόνια βίωνε πολλαπλές επιθέσεις και όταν κλήθηκε να επεξηγήσει τι μεσολάβησε μεταξύ 2012 και 2021, δήλωσε ότι δεν έλαβε ξανά απειλές μέχρι το περιστατικό του βιασμού της το 2021, (iv) ασυνέχεια καταγράφεται αναφορικά με το προφίλ και τον αριθμό των θείων της που την απειλούσαν. Έτσι, αρχικά αναφέρθηκε σε ένα πρόσωπο για το οποίο δεν μπορούσε να παράσχει περισσότερες πληροφορίες πέραν της οικογενειακής του κατάστασης, στη συνέχεια αναφέρθηκε σε περισσότερα πρόσωπα και κληθείσα να τα συγκεκριμενοποιήσει, δήλωσε ότι επρόκειτο για δύο πρόσωπα που την παρενοχλούσαν, υποπίπτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε αντίφαση. Σε προτροπή του λειτουργού να αποσαφηνίσει τις δηλώσεις της ανέφερε ότι επρόκειτο ως επί το πλείστο για δύο πρόσωπα ενώ τους λοιπούς δεν τους γνώριζε και σε περαιτέρω προτροπή του λειτουργού για διασαφήνιση,  απάντησε ασυναρτήτως ότι ο αδελφός του πατέρα της την απειλούσε και οι λοιποί ήταν έτεροι συγγενείς που είχαν ταχθεί με εκείνον κατά αυτής. Ο λειτουργός εντόπισε και/ή αξιολόγησε μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα των γυναικών επί ιδιοκτησιών γης καθώς και σε σχέση με το φαινόμενο ενδοοικογενειακής βίας, οι οποίες επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις της Αιτήτριας, ωστόσο, ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός της απορρίφθηκε.

 

Αναφορικά με τον τέταρτο ισχυρισμό, οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ως ασυνάρτητες και μη ικανοποιητικώς λεπτομερείς. Ειδικότερα: (i) δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει τα μέλη της οικογένειας και του περίγυρού της τα οποία είχαν πληροφορηθεί την ιατρική της κατάσταση, δηλώνοντας αρχικά ότι η ίδια είχε μοιραστεί αυτό το γεγονός με την ξαδέλφη της, η οποία το αποκάλυψε σε έτερα άτομα, αδυνατώντας ωστόσο να επεξηγήσει σε ποια άτομα αναφερόταν. Σε σχέση με την κατά δήλωση περιθωριοποίηση που βίωσε, διευκρίνισε ότι είχε παραγκωνιστεί μονάχα από την ξαδέλφη της και όχι από έτερα άτομα ως αρχικά είχε αφήσει να εννοηθεί, (ii) εντοπίστηκε αντίφαση μεταξύ της πρώτης και δεύτερης συνέντευξής της αναφορικά με την αντιμετώπισή της από τον σύζυγό της αφότου εκείνος πληροφορήθηκε την ιατρική της κατάσταση, αφού αρχικά είχε δηλώσει ότι την είχε περιθωριοποιήσει και στη συνέχεια ότι ήταν υποστηρικτικός. Ο λειτουργός εντόπισε μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης πληροφορίες σχετικά με την επικράτηση του ιού HIV στη χώρα καταγωγής και την περιθωριοποίηση των νοσούντων, οι οποίες επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις της Αιτήτριας, ωστόσο, ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός της απορρίφθηκε.

 

Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων και εγγράφων αλλά και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία διαπιστώνω ότι αυτή δεν τεκμηριώνεται σε σχέση με τον δεύτερο και τέταρτο ισχυρισμό της. Μη αληθοφανές και στερούμενων βιωματικών στοιχείων κρίνεται το αφήγημα της περί δίωξης της για κληρονομικά/περιουσιακά ζητήματα, καθότι οι δηλώσεις της επί αυτού ήτο συγκεχυμένες, ελλιπείς, ατεκμηρίωτες και αντιφατικές. Ειδικά το σκέλος του αφηγήματός της περιουσιακής διαμάχης που το συνέδεσε με τον θάνατο της μητέρας της 10 έτη μετά τον θάνατο του πατέρα της καθίσταται μη ευλογοφανές και/ή αντιφατικό και/ή υποθέσεις της ιδίας, ενώ υπάρχουν χρονολογικές ασάφειες ως προς την εξέλιξη των κατ΄ ισχυρισμό γεγονότων. Ούτε μπόρεσε να παρουσιάσει σαφή, ειλικρινή, λεπτομερή αλληλουχία γεγονότων σε σχέση με τις απειλές ή δίωξη από τους συγγενείς της αναφορικά με τις περιουσιακές διενέξεις μετά τον θάνατο του πατέρα της. Οι συνθήκες δίωξής της, οι περιγραφές των πρωταγωνιστών του αφηγήματός της και γενικότερα οι ελλιπείς πληροφορίες που παρέθεσε, επί αυτού του σημείου του αιτήματος της, αποδυναμώνουν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας της. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τον τέταρτο ισχυρισμό της όπου οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ως ασυνάρτητες και μη ικανοποιητικώς λεπτομερείς αφού δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει τα μέλη της οικογένειας και του περίγυρού της τα οποία είχαν πληροφορηθεί την ιατρική της κατάσταση, ενώ εντοπίστηκε αντίφαση μεταξύ της πρώτης και δεύτερης συνέντευξής της αναφορικά με την αντιμετώπισή της από τον σύζυγό της. Εξάλλου, ακόμα και να γινόταν αποδεκτό αυτό το σημείο του αιτήματος της (τέταρτος ισχυρισμός της) ήτοι περί περιθωριοποίησης της, θεωρώ ότι δεν αποτελεί ζήτημα που από μόνο του μπορεί να οδηγήσει σε παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθότι το ζήτημα μόνο του στιγματισμού και/ή μόνο περιθωριοποίησης δεν συγκεντρώνει αθροιστικά στοιχεία αρκούντως σοβαρής μεταχείρισης που φτάνει στο επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης εκτός εάν υπάρχει εσκεμμένος αποκλεισμός από φαρμακευτική αγωγή λόγω της πάθησης που δυνατόν να οδηγήσει σε κίνδυνο ή στέρηση της ζωής της. Επανερχόμενοι, τώρα, στους αποδεκτούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας ήτοι του προφίλ/τόπου καταγωγής/διαμονής της σε συνάρτηση με τον βιασμό από αγνώστους και λόγω του ότι είναι φορέας HIV, ο λειτουργός προχωρώντας στην αξιολόγηση μελλοντικού κινδύνου, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό πως θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Διαφωνώ με τις εισηγήσεις της συνηγόρου της Αιτήτριας ότι δεν αξιολογούνται επαρκώς αυτά τα στοιχεία από τον λειτουργό-εξεταστή της υπόθεσης. Υπάρχει εκτενής αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος της από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής, λόγω δε του προφίλ της, για την διαχείριση προσώπων που έχουν υποστεί σεξουαλική βία, οι συνθήκες που επικρατούν για τους πάσχοντες με HIV ως επίσης και το σύστημα υγείας που αφορά αυτά τα πρόσωπα καθώς και ότι δεν θα αντιμετωπίσει μελλοντοσταφή κίνδυνο κατά την επιστροφή της (ερυθρά 168-165,161-154, 147-120 ΔΦ).

 

Από έρευνα του Δικαστηρίου στη βάση εξωτερικών πηγών πληροφόρησης (επισημαίνεται ότι είχε διενεργηθεί έρευνα επί τούτου και από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την διαδικασία εξέτασης ασύλου) επιβεβαιώνεται ότι στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας είναι υπαρκτά τα φαινόμενα βιασμού, σωματικής, ψυχικής και σεξουαλικής βίας ειδικά κατά των γυναικών. Υπάρχει, όμως, νομικό πλαίσιο για τα θύματα βιασμού[1], επίσης, έκθεση για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Καμερούν με αποσπασματικά δεδομένα για τη βία λόγω φύλου (GBV - Gender Based Violence), η οποία συλλέχθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Καμερούν και καλύπτει το 2021, περιέγραφε ότι «από 219 υποθέσεις βιασμού που κατατέθηκαν στα δικαστήρια, οι 168 κατέληξαν σε καταδίκες των δραστών με ποινές φυλάκισης», προηγούμενη δε έκδοση της Έκθεσης ανέφερε ότι «οι αρχές του Καμερούν κατέγραψαν 9.292 περιπτώσεις έμφυλης βίας, εκ των οποίων οι 856 αφορούσαν περιπτώσεις βιασμού, το 2020»[2]. Η Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ (USDOS) σημείωσε ότι «η αστυνομία και τα δικαστήρια σπάνια ερευνούν ή διώκουν υποθέσεις βιασμού, ιδιαίτερα αφού τα θύματα συχνά δεν τις αναφέρουν»[3]. Το Freedom House, σε μια αναφορά για το 2022, σημείωσε ότι ο βιασμός ήταν «διαδεδομένος και οι δράστες σπάνια διώκονται»[4]. Επισημαίνεται, βέβαια, ότι η USDOS δήλωσε ότι η κυβέρνηση δημιούργησε μηχανισμούς όπως «νομική υποστήριξη στους επιζώντες μέσω του δικαστικού δικτύου, γενική κλινική φροντίδα που προσφέρεται στις υγειονομικές εγκαταστάσεις και συλλογή δεδομένων μέσω του Συστήματος Υγειονομικών Πληροφοριών Περιφέρειας και παροχή ανάλυσης της κατάστασης» για να υποστηρίξει τα θύματα σεξουαλικής βίας και ότι «πολλά από τα προγράμματα πρόληψης και βασικής υποστήριξης για τους επιζώντες έμφυλης βίας υλοποιήθηκαν από κοινοτικές οργανώσεις»[5]. Ως εκ τούτου, πληροφορίες επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας  σε σχέση με το περιστατικό βιασμού της, ενώ το Δικαστήριο αποδέχεται με βάση εξωτερικές πηγές ότι η κρατική προστασία σε κάποιες των περιπτώσεων να μην είναι επαρκής που μπορεί να οδηγήσει (σε κάποιες των περιπτώσεων) και/ή να χαρακτηριστεί με βάση τη νομολογία ως πρόσωπο που ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ήτοι γυναίκα, θύμα συνεχούς σωματικής, σεξουαλικής και ψυχικής κακοποίησης, βιασμού (σχετική επί αυτού του σημείο είναι η απόφαση του ΔΕΕ C‑621/21 WS κατά Intervyuirasht organ na Darzhavna agentsia za bezhantsite pri Ministerskia savet, ημερομηνίας 16/01/24). Το αποδεκτό, όμως, περιστατικό βιασμού αποτελεί με βάση το αφήγημα της Αιτήτριας ένα μεμονωμένο συμβάν, από αγνώστους σε αυτήν άντρες και/ή δεν προκύπτει να αντιμετώπισε ή να τεκμηρίωσε μέσω των ισχυρισμών της οποιαδήποτε άλλα προβλήματα πέραν της πάθησης της (HIV που θα αξιολογηθεί κατωτέρω) και/ή δεν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υποστεί δίωξη στο μέλλον λόγω του αποδεκτού της ισχυρισμού (βιασμού που υπέστη το 2021). Σύμφωνα με το εγχειρίδιο EASO «Δικαστική Ανάλυση του (2018) Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)», σελίδα 92:

 

«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υπο­στεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον. Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρί­σμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης. Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο. Το ΔΕΕ ενέκρινε αυτή την προσέγγιση δύο σταδίων:

 

Στην πραγματικότητα, η «αξιολόγηση» αυτή γίνεται σε δύο αυτοτελή στάδια. Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτή­σεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκει­μένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας.»

 

Σύμφωνα με το ίδιο εγχειρίδιο[6]:

 

«Ο όρος «φόβος» αντικατοπτρίζει τη μελλοντοστραφή έμφαση των ορισμών της σύμβασης για τους πρόσφυγες και της ΟΕΑΑ. Η ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) επεκτείνει την προστασία όχι μόνο στα πρόσωπα που υπέστησαν πραγματικά δίωξη, αλλά και σε εκείνα που διατρέχουν κίνδυνο δίωξης. Αντικατοπτρίζει επίσης την αποδοχή της ιδέας ότι η απειλή δίωξης αρκεί για να διαπιστωθεί ύπαρξη δίωξης. Επομένως, ένα πρόσωπο δεν χρειάζεται να περιμένει να υποστεί διώξεις για να υποβάλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, αλλά μπορεί να «φοβάται» μελλοντική δίωξη.

 

Το ΔΕΕ τόνισε τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Y και Z, όπου αποφάνθηκε ότι:

 

[ο]σάκις οι αρμόδιες αρχές καλούνται να εκτιμήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο γ) αυτής, αν ο αιτών διακατέχεται βασίμως από τον φόβο ότι θα διωχθεί, οφείλουν να διερευνήσουν αν οι στοιχειοθετημένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να φοβείται βασίμως, λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης καταστάσεώς του, ότι αποτελεί πράγματι αντικείμενο πράξεων διώξεως.»[7]

 

(οι τονισμοί δικοί μου)

 

Στην βάση όλων των πιο πάνω, είναι κρίση του Δικαστηρίου ότι: (α) ορθώς δεν έγιναν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της αναφορικά με δίωξη λόγω περιουσιακών διαφορών/διενέξεων από συγγενείς της, (β) ούτε έχει τεκμηριωθεί ότι τα μέλη της οικογένειας και του περίγυρού της την έχουν αποκλείσει λόγω της πάθησης της, (γ) το αποδεκτό περιστατικό βιασμού αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό που δεν συνδέεται με το υπόλοιπο αφήγημα της Αιτήτριας, (δ) δεν υπάρχει μελλοντοστραφές ρίσκο ή στοχευμένη δίωξη της Αιτήτριας για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, (ε) η Αιτήτρια παρουσιάζεται να έχει επαρκές μορφωτικό επίπεδο, επαρκές εργασιακό υπόβαθρο και ευκαιρίες απασχόλησης, οι ιδιαίτερες περιστάσεις της δεικνύουν ένα ανεξάρτητο πρόσωπο με μέλη της οικογενείας της βρίσκονται στην χώρα καταγωγής της (τα παιδία και ο σύζυγος της), επομένως υπάρχει επαρκές οικογενειακό και υποστηρικτικό περιβάλλον στην χώρα της (απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της επί τούτου αφού προκύπτει σαφώς από κάποιες εκ των δηλώσεων της ότι υπάρχει επικοινωνία με μέλη της οικογενείας της). Δεν θεωρώ ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Αναφορικά με τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου με βάση την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι αρμόδιες διοικητικές αρχές θα πρέπει να εκτιμήσουν εάν ο αιτούντας άσυλο διακατέχεται βασίμως από τον φόβο ότι θα διωχθεί και οφείλουν να διερευνήσουν κατά πόσο συνίσταται τέτοια απειλή από τα γεγονότα της υπόθεσης  του και εάν ο ενδιαφερόμενος φοβάται βασίμως λόγω των περιστάσεων του, ότι πράγματι αποτελεί αντικείμενο πράξεων διώξεως εις βάρος του[8]. Στην παρούσα υπόθεση, δεν συγκεντρώνονται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία βάσιμου φόβου δίωξης στην χώρα καταγωγής της. Ούτε έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας του, είτε ότι καταδιώκεται από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000)). Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) καθώς οι σχετικοί δεύτερος/τέταρτος ισχυρισμός απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι ενώ οι αποδεκτοί ισχυρισμοί της που αφορούν προφίλ/βιασμός δεν τεκμηριώνουν ότι σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα καταγωγής, υπάρχει κίνδυνος μελλοντοστραφούς δίωξής της. Ούτε, όμως, λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει η Αιτήτρια (σε συνάρτηση με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς της) μπορεί να της παραχωρηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας (ισχυρισμός που θα αναλυθεί πλήρως κατωτέρω).

 

Ούτε η περίπτωση της Αιτήτριας εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτήν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ο λειτουργός, επίσης, κατά την νομική ανάλυση εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής της Αιτήτριας και κατέληξε ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την έννοια του Άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 95/11/ΕΕ δηλαδή λόγω ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» στο έδαφος μιας χώρας ή μιας περιοχής της ή διάφορων περιοχών της, (όπως στην προκειμένη περίπτωση) αν και αναγκαία, δεν είναι επαρκής προϋπόθεση από μόνη της για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας. Σύμφωνα, τώρα, με  ανάλυση για την χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS (Φεβρουαρίου 2024) αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στην χώρα. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonias στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό  στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram  στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Μπόκο Χαράμ και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους.[9] Στις περιοχές Southwest και Northwest, κοινώς γνωστές ως αγγλόφωνες περιοχές,[10] οι μάχες μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστών μαχητών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αυτονομιστές προσπάθησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος.[11] Το Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των ηγετών των αυτονομιστών χώρισαν τις αυτοαποκαλούμενες «αγγλόφωνες κυβερνήσεις» σε περισσότερες από 50 αυτονομιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας  με αυτόν τον τρόπο τα πολιτικά τους αιτήματα και την ικανότητά τους να αντιστέκονται στις κρατικές επιθέσεις.[12] Επισημαίνεται ωστόσο ότι η Douala (Littoral)[13], η οποία αποτελεί τον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν περιλαμβάνεται στις επηρεαζόμενες ως άνω περιφέρειες. Επίσης, θα παρατεθούν ποσοτικά δεδομένα αναφορικά την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Littoral( στην οποία εντοπίζεται η περιοχή Douala). Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος σημειώθηκαν στην περιοχή Littoral συνολικά 26 περιστατικά ασφαλείας (διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία, καταστολή, βιαιότητες, εμπλοκή ξένων δυνάμεων) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 31 απώλειες.[14] Ο πληθυσμός της Littoral περιοχής σύμφωνα με την επίσημη καταμέτρηση του 2015 ανέρχεται σε 4,498,900 κατοίκους.[15] Εξάλλου, η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε ειδικά ότι υπάρχει ένοπλη σύρραξη και/ή αδιάκριτη βία στην περιοχή της και/ή ούτε προκύπτει να είναι μέλος κάποιας αντιμαχόμενης πλευράς και/ή δεν έχει πολιτικό προφίλ και/ή ούτε είναι αγγλόφωνη αλλά γαλλόφωνη κατά τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου της. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων της για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[16]. Ούτε, όμως, τα ατομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία της Αιτήτριας, ως αναλύθηκαν ανωτέρω, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή της στον τόπο διαμονής (όπου τα περιστατικά ασφαλείας είναι πολύ χαμηλά), θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.

 

Παραμένει, όμως, το ζήτημα HIV της Αιτήτριας που κρίνεται ότι δεν μπορεί σε σχέση με αυτό το γεγονός να της αποδοθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας λόγω δηλαδή και μόνο της κατάστασης της υγείας της. Σύμφωνα με την ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 31/10/24 που προσκόμισε η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, η οποία εκδόθηκε από ιατρό της Γρηγορίου Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, είναι φορέας του ιού HIV και «λαμβάνει αντιρετροϊκή αγωγή με άριστη συμμόρφωση, ιολογική (μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο) και ανοσολογική ανταπόκριση». Kατά την συνέντευξή της την 08/01/24 ανέφερε πως λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή Tivicay και Emtricitabine/Tenofovir Disoproxil Krka. Κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης διαπιστώθηκε πως το φάρμακο Tivicay περιλαμβάνει την δραστική ουσία dolutegravir[17] και το Emtricitabine/Tenofovir Disoproxil Krka περιέχει τον συνδυασμό δύο δραστικών ουσιών, την emtricitabine και την tenofovir disoproxil[18]. Βάσει των ανωτέρω δραστικών ουσιών, πραγματοποιήθηκε έρευνα στη βάση δεδομένων του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA MedCOI portal) όπου διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω φαρμακευτική αγωγή είναι διαθέσιμη τόσο στο Γενικό Νοσοκομείου της Douala όσο και στο φαρμακείο του Γενικού Νοσοκομείο της Yaoundé στο Ngousso, Yaoundé (η Αιτήτρια δήλωσε ότι διέμενε και εκεί για ορισμένο χρόνο). Επιπλέον γενικές πληροφορίες σχετικά με τον ιό HIV και το σύστημα υγείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας σε πρόσφατο άρθρο του World Health Organization (του Οκτωβρίου 2025) αναγράφεται ότι μεταξύ 2017-2024 σημειώθηκε σημαντική πρόοδος προς την επίτευξη των στόχων 95-95-95 του UNAIDS για τον έλεγχο και τη θεραπεία του ιού HIV στο Καμερούν.[19] Η ενημέρωση προς τον ιό HIV αυξήθηκε από 55,6% σε 92%, γεγονός που αντικατοπτρίζει βελτιωμένες πρακτικές εξέτασης.[20] Η πρόσβαση στη θεραπεία παρέμεινε υψηλή, φτάνοντας το 96% το 2024, ενώ η ιολογική καταστολή αυξήθηκε από 80,1% σε 93%, υποδεικνύοντας καλύτερη συμμόρφωση και ποιότητα φροντίδας.[21] Σύμφωνα με εκτιμήσεις του UNAIDS (ημερομηνία δημοσίευσης 7ος/2025), ο επιπολασμός του HIV στον πληθυσμό ηλικίας 15-49 ετών στο Καμερούν ανερχόταν σε 5,2% το 1999, ενώ σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία ανέρχεται σε 2,5% το 2024[22]. Περαιτέρω, δημοσίευση του Management Sciences for Health του Ιουνίου 2024 αναφέρεται πως από τον Απρίλιο του 2023 136.000 Καμερουνέζοι που ζουν με HIV έχουν πλέον δωρεάν πρόσβαση σε ένα ευρύ φάσμα βασικών υπηρεσιών για την θεραπεία του HIV σε δημόσιες εγκαταστάσεις υγείας της χώρας ενώ μέχρι τότε μόνο τα αντιρετροϊκά φάρμακα χορηγούνταν δωρεάν. Μάλιστα, ο Διευθυντής του περιφερειακού νοσοκομείου Biyem-Assi District Hospital  στην Yaoundé, τον οποίο επικαλείται η ανωτέρω πηγή, ανέφερε πως τώρα που το τεστ ιικού φορτίου προσφέρεται δωρεάν μέσω του προγράμματος Καθολικής Κάλυψης Υγείας (UHC), η ποιότητα της περίθαλψης για ασθενείς με HIV έχει φθάσει στο βέλτιστο επίπεδο.[23] Μετά την ανακοίνωση της προσωρινής αναστολής της χρηματοδότησης από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, το Υπουργείο Υγείας του Καμερούν στις 14/03/25 επανέλαβε τη δέσμευση της κυβέρνησης ότι οι θεραπείες για τον HIV θα παραμείνουν δωρεάν για όσους τις χρειάζονται.[24] Σε  εθνική αναφορά του Καμερούν στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, καταγράφονται συγκεκριμένες ενέργειες προς την προαγωγή του τομέα της υγείας στην χώρα, ενώ γίνεται και ειδική αναφορά στην ίση πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και καταπολέμηση των διακρίσεων σε βάρος των ατόμων που ζουν με HIV – AIDS στη χώρα.[25] Ως προς το τελευταίο, καταγράφεται  (μεταξύ άλλων) συγκριμένα ότι: «[η] ίση πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη είναι εγγυημένη. Ο Ποινικός Κώδικας τιμωρεί τις διακρίσεις λόγω κατάστασης υγείας (άρθρο 242). Η καταπολέμηση των διακρίσεων περιλαμβάνεται στο Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Ελέγχου του HIV – AIDS και των ΣΜΝ (2021-2023). Οι προκλήσεις που σχετίζονται με τον στιγματισμό και τις διακρίσεις βασικών πληθυσμών στις δομές υγείας οδήγησαν στο άνοιγμα κέντρων 'Drop-in', τα οποία προσφέρουν μια σειρά από υπηρεσίες πρόληψης και προσυμπτωματικού ελέγχου. Προκειμένου να προωθηθούν οι βέλτιστες πρακτικές με έμφαση στην καταπολέμηση του στιγματισμού και των διακρίσεων, το υγειονομικό προσωπικό και οι επιθεωρητές εργασίας ευαισθητοποιούνται και εκπαιδεύονται στις ηθικές και νομικές προκλήσεις που σχετίζονται με το HIV/AIDS».[26] Σε σχέση με την κοινωνική μεταχείριση όσων νοσούν από HIV/AIDS, έκθεση του USDOS για την χώρα η οποία καλύπτει το έτος 2023 αναφέρει πως τα άτομα με HIV συχνά υπέφεραν κοινωνικές διακρίσεις και απομόνωση από τις οικογένειες και την κοινωνία, εν μέρει λόγω έλλειψης εκπαίδευσης σχετικά με την ασθένεια. Όπως και το προηγούμενο έτος (2022), ενώ δεν βρέθηκαν διαθέσιμες αναφορές/καταγγελίες για διακριτική μεταχείριση στην εργασία, ανέκδοτες αναφορές τις οποίες επικαλείται η ανωτέρω έκθεση έδειξαν ότι σημειώθηκαν κάποιες διακρίσεις στο τομέα της εργασίας όσον αφορά την κατάσταση του HIV, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα[27]. Η 2026 έκθεση του Bertelsmann Stiftung που καλύπτει το διάστημα από 01/02/23-31/01/25 επιβεβαιώνει ότι οι φορείς του ιού HIV αντιμετωπίζουν κοινωνικό στιγματισμό[28].

 

Τώρα, όπως έχει λεχθεί στην απόφαση του ΔΕΕ C-542/13, Mohamed M’Bodj v Βελγικού Δημοσίου, ημερομηνίας 18/12/14:

«35. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής.

36. Ομοίως, η αιτιολογική σκέψη 26 της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζει ότι οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη. Επομένως, ο κίνδυνος επιδεινώσεως της καταστάσεως του πάσχοντος από σοβαρή ασθένεια υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος απορρέει από την ανυπαρξία κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής του, δεν αρκεί προκειμένου να χορηγηθεί η επικουρική προστασία, εκτός αν απορρέει από την εκ προθέσεως άρνηση χορηγήσεως ιατρικής περιθάλψεως στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας.

[…]

40. Εντούτοις, το γεγονός ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν είναι δυνατή, δυνάμει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευτεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η απομάκρυνση πάσχοντος από σοβαρή ασθένεια υπηκόου τρίτης χώρας προς χώρα στην οποία δεν υπάρχει κατάλληλη θεραπευτική αγωγή δεν σημαίνει ότι είναι υποχρεωτικό να του χορηγηθεί άδεια διαμονής σε κράτος μέλος, δυνάμει του καθεστώτος επικουρικής προστασίας που προβλέπει η οδηγία 2004/83.

41. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το άρθρο 15, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η σοβαρή προσβολή που αυτό διαλαμβάνει δεν καλύπτει περίπτωση κατά την οποία τυχόν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, κατά τα προβλεπόμενα από την εφαρμοστέα στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία, την οποία ενδέχεται να υποστεί αιτών διεθνή προστασία σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του είναι απόρροια της ελλείψεως κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη συγκεκριμένη χώρα, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εκ προθέσεως αρνήσεως χορηγήσεως ιατρικής περιθάλψεως στον εν λόγω αιτούντα.

[…]

43. Εντούτοις, η επιφύλαξη του άρθρου 3 της οδηγίας 2004/83 απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ διατάξεις που χορηγούν το προβλεπόμενο από την οδηγία καθεστώς της επικουρικής προστασίας σε υπήκοο τρίτης χώρας πάσχοντα από σοβαρή ασθένεια λόγω του κινδύνου επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του συνεπεία της ελλείψεως κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής, καθόσον τέτοιου είδους διατάξεις δεν συνάδουν με τη συγκεκριμένη οδηγία.»

 

Σε αντίθεση με το τί γίνεται επίκληση από την συνήγορο της Αιτήτριας η δίωξη ή η σοβαρή βλάβη θα πρέπει αυτή να πηγάζει από συμπεριφορά τρίτου, κάτι που δεν υφίσταται στην παρούσα περίπτωση. Οι δε ισχυρισμοί της Αιτήτριας σε δυσχερείς/ελλείψεις και/ή κοινωνικοοικονομικές ή υγειονομικές και/ή επαρκών συνθηκών πρόνοιας/υγείας δεν επιβεβαιώνονται με τις πιο πάνω πηγές πληροφόρησης. Άλλωστε, ακόμα και εάν υπήρχαν ελλείψεις ή ανεπάρκειες στο σύστημα υγείας, χωρίς την ύπαρξη άλλων παραγόντων ως ανωτέρω φορέα δίωξης/πράξεων αρκούντων σοβαρών που να συνιστούν δίωξη δεν μπορούν να οδηγήσουν σε επιτυχία της αίτησης διεθνούς προστασίας και/ή προστασίας που παρέχεται από την Σύμβαση της Γενεύης. Επίσης, ζητήματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και/ή πρόνοιας λόγω της υγείας της Αιτήτριας, ούτε αυτό επηρεάζει με θετικό πρόσημο το αίτημα ασύλου της. Όπως καταγράφεται στην M' Bodj ανωτέρω σκέψη 31:

«Οι κίνδυνοι υπηκόου τρίτης χώρας που δεν απορρέουν από εκ προθέσεως άρνηση χορηγήσεως ιατρικής περιθάλψεως στον συγκεκριμένο υπήκοο τρίτης χώρας, ως προς τους οποίους η εφαρμοστέα στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία παρέχει προστασία, δεν καλύπτονται από το άρθρο 15, στοιχεία α΄ και γ΄, της εν λόγω οδηγίας, καθόσον οι προσβολές που ορίζει η διάταξη αυτή συνίστανται, αντιστοίχως, σε ποινή θανάτου ή εκτελέσεως και σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

32. Το άρθρο 15, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/83 ορίζει ως σοβαρή βλάβη την επιβολή σε υπήκοο τρίτης χώρας βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως στη χώρα καταγωγής του. [.]

35. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής.

36. Ομοίως, η αιτιολογική σκέψη 26 της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζει ότι οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη. Επομένως, ο κίνδυνος επιδεινώσεως της καταστάσεως του πάσχοντος από σοβαρή ασθένεια υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος απορρέει από την ανυπαρξία κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής του, δεν αρκεί προκειμένου να χορηγηθεί η επικουρική προστασία, εκτός αν απορρέει από την εκ προθέσεως άρνηση χορηγήσεως ιατρικής περιθάλψεως στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρα».

 

Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και/ή επαναβεβαιώνεται και στην ΔΕΕ C-353/16, MP ν. Secretary of State for the Home Department, ημερ.24/04/18:

«57. Εναπόκειται κατά συνέπεια στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει, υπό το πρίσμα όλων των πρόσφατων και κρίσιμων στοιχείων, ιδίως δε των εκθέσεων διεθνών οργανισμών και μη κυβερνητικών οργανώσεων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, εάν, εν προκειμένω, ο MP ενδέχεται να εκτεθεί, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, σε κίνδυνο να μην του παρασχεθεί εκ προθέσεως η κατάλληλη περίθαλψη για την αντιμετώπιση των σωματικών ή ψυχολογικών συνεπειών από τα βασανιστήρια που υπέστη από τις αρχές της εν λόγω χώρας. Τούτο θα συμβαίνει αν [.] είναι προφανές ότι οι ίδιες αυτές αρχές, παρά την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 14 της Συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων, δεν θα ήσαν διατεθειμένες να διασφαλίσουν την επαναπροσαρμογή του. Ένας τέτοιος κίνδυνος θα μπορούσε επίσης να ανακύψει εάν διαφαινόταν ότι οι εν λόγω αρχές επιδεικνύουν συμπεριφορά που εισάγει διάκριση, όσον αφορά την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερέστερη, για ορισμένες εθνοτικές ομάδες ή ορισμένες κατηγορίες προσώπων, στις οποίες ανήκει ο MP, η πρόσβαση στην κατάλληλη περίθαλψη για την αντιμετώπιση των σωματικών ή ψυχολογικών συνεπειών από τα βασανιστήρια που διέπραξαν οι αρχές αυτές.».

 

Χωρίς βέβαια να αμφισβητείται το σοβαρότατο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει η Αιτήτρια, δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε μαρτυρία η οποία να τεκμηριώνει επαρκώς κάποια εξειδικευμένη θεραπεία ή φαρμακευτική αγωγή η οποία δεν θα είναι διαθέσιμη ή προσβάσιμη στη χώρα καταγωγής της. Ολιστικά από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από την Αιτήτρια σε συνάρτηση με πηγές πληροφόρησης προκύπτουν τα εξής ευρήματα: (α) δεν διαπιστώνεται κάποια σκοπιμότητα/πρόθεση ηθελημένης παρεμπόδισης πρόσβασης της από συγκεκριμένο φορέα δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε κατάλληλη θεραπεία επί της κατάστασης της υγείας της στη χώρα της - ούτε προκύπτει οποιαδήποτε υπαίτια αποστέρηση από αυτήν της πρόσβασής της σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, (β) δεν προκύπτει από τις πιο πάνω εξωτερικές πηγές ότι υπάρχει σε τέτοιο βαθμό έλλειψη κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής της που να καθιστά αδύνατη και/ή επικίνδυνη για την ζωή της την επάνοδο στην χώρα της, (γ) δεν έχει τεκμηριώσει με αποδεικτικά στοιχεία και/ή μέσω μαρτυρίας και/ή εμπεριστατωμένης ιατρικής έκθεσης ότι η κατάσταση της υγείας της σε περίπτωση απομάκρυνσης της ελλείψει κατάλληλης αγωγής στη χώρα προορισμού, διατρέχει κίνδυνο να εκτεθεί σε ταχεία, σημαντική και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της υγείας της, (δ) όπως προκύπτει από τα στοιχεία της αίτησης της κατά τη διαμονή της στην Κύπρο λαμβάνει θεραπεία και αποτελεί σημαντική ένδειξη ότι η κατάσταση της υγείας της δεν είναι ανησυχητική, (ε) εξάλλου δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο παραχώρησης διεθνούς προστασίας λόγω μόνο του εν λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει (βλέπε σχετικά ΔΕΕ C-542/13, Mohamed M’Bodj v Βελγικού Δημοσίου, ημερ.18/12/2014).

 

Καταληκτικά οι λοιποί νομικοί λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται συγκεχυμένα και/ή χωρίς νομική συνάφεια από την συνήγορο της Αιτήτριας ειδικά επί της αξιολόγησης εγγράφων που αφορούν σαφώς το περιστατικό βιασμού και πάθησης της Αιτήτριας (που έγιναν αποδεκτά από την αρμόδια αρχή) καθώς και άλλους διάσπαρτους ισχυρισμούς μέσω της Γραπτής Αγόρευσης καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης (Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), και/ή δεν εξειδικεύονται ή αιτιολογούνται (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Ούτε δε, όμως, αυτά τα σημεία επηρεάζουν τα πιο πάνω ευρήματα επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας που να προσδίδουν θετικό πρόσημο στο αίτημα ασύλου της.

 

Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας όπως αναλύεται ανωτέρω, και μετά από συμπλήρωση κάποιων κενών επί της διαθεσιμότητας της ιατροφαρμακευτικής αγωγής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής και/ή επικαιροποιημένου ελέγχου ασφαλείας στο τόπο συνήθους διαμονής της καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[2] Cameroon, Ministry of Justice, Rapport du Ministère de la Justice sur l'état des droits de l'homme au Cameroun en 2021 [Ministry of Justice report on the state of human rights in Cameroon in 2021], February 2023, http://www.minjustice.gov.cm/components/com_flexicontent/uploads/rapport_minjustice_2021_fr.pdf , p. 339, επίσης Cameroon, Ministry of Justice, Rapport du Ministère de la Justice sur l'état des droits de l'homme au Cameroun en 2020 [Ministry of Justice report on the state of human rights in Cameroon in 2020], February 2022, http://www.minjustice.gov.cm/components/com_flexicontent/uploads/rapport_minjustice_2020_fr.pdf , p. 290

[3] Ibid 2

[4] Freedom House, Freedom in the World 2023 - Cameroon, 2023, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2023

[5] Ibid 2&4

[6] EASO (2018), Δικαστική Ανάλυση «Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ), σελ. 94-95

[7] Βλέπε επί αυτού σχετικά απόφαση ΔΕΕ C‑199/12 to C‑201/12, X, Y, Z κατά Minister voor Immigratie en Asiel, ημερομηνίας 07/11/13, απόφαση ΔΕΕ C‑71/11 και C‑99/11 Bundesrepublik Deutschland κατά Y, Ζ ημερομηνίας 05/09/12,

[8] Απόφαση ΔΕΕ, C‑71/11 και C‑99/11,  Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Ζ, ημερ.05/09/12

[9]    ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024,  https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/06/2026).

[10] International Crisis Group, ‘A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status’, 31 Μαρτίου 2023, διαθέσιμο στη διεύθυνση: A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status | Crisis Group

[11] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/06/2026).

[12] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 3, 13

[14] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED).    

[15] CITY POPULATION, Africa / CAMEROON:  https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/, 

[16] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. Η έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».

[17] European Medicines Agency, Tivicay, Product details, https://www.ema.europa.eu/en/medicines/human/EPAR/tivicay#product-details

[19] World Health Organization, Cameroon: A beacon of hope for adolescents and young people living with HIV, 16 Οκτωβρίου 2026, Cameroon: A beacon of hope for adolescents and young people living with HIV | WHO | Regional Office for Africa

[20] Ibid 19

[21] Ibid 19

[22] Ibid 19

[23] Management Sciences for Health, Universal Health Coverage to Revolutionize HIV Care in Cameroon with the U.S. Government’s Contribution, 10 Ιουνίου 2024, Universal Health Coverage to Revolutionize HIV Care in Cameroon with the U.S. Government’s Contribution - Management Sciences for Health

[24] Cameroon Tribune, HIV, Tuberculosis, Malaria: Treatment still free of charge, 17 Μαρτίου 2025, HIV, Tuberculosis, Malaria : Treatment Still Free Of Charge

[25] United Nations General Assembly, National report submitted pursuant to Human Rights Council resolutions 5/1 and 16/21, Cameroon, A/HRC/WG.6/44/CMR/1, 4 Σεπτεμβρίου 2023, διαθέσιμο σε: G2318007.pdf, σελ. 8 – 9

[26] Ibid 25

[27] United States Department of State (USDOS), 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267-CAMEROON-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 49

[28] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report — Cameroon. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 23


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο