ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
31 Ιουλίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
N.N.F.,
από Δημοκρατία του Κονγκό,
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου,
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Τζ. Μπετίτο (κος) για Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Κ. Σάββα (κα) Ν. Κουρσάρη (κος)
Αιτητής παρών
( Μ. Σταύρου- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την γαλλική στην ελληνική και αντίστροφα)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 26.02.2024, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Δημοκρατίας του Κονγκό την οποία εγκατέλειψε τον Ιανουάριο του 2020, αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του, και στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 10.03.2020. Ακολούθως, υπέβαλλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 24.03.2020 και στις 04.12.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο («EUAA») (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 14.02.2024 υπέβαλε έκθεση/εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε στις 26.02.2024 την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 12.03.2024 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Από την πλευρά τους, οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης υποστηρίζοντας ότι έγινε πλήρης και δέουσα έρευνα πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Υποστηρίζουν επίσης ότι ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε διεξοδικά τους προβαλλόμενους στην αίτηση διεθνούς προστασίας ισχυρισμούς καθώς και όσα ο Αιτητής ανέφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του και ότι ο αριθμός των ερωτήσεων οι οποίες τέθηκαν στον Αιτητή ήταν επαρκής λαμβάνοντας υπόψιν τις απαντήσεις του.
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ ΛΟΓΟΥ ΑΚΥΡΩΣΗΣ
Αναφορικά με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως, παρατηρώ ότι αυτός
προωθείται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της Αιτήτριας[1]. Τούτο δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[2]. Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[4]. Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθούνται οι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.
Εν πάση περιπτώσει ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5], θα προχωρήσω να εξετάσω τον ισχυρισμό αυτόν -παρά την γενικότητα με την οποία προωθείται- σε συνάρτηση και με την ουσία της υπόθεσης αυτής.
Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας
Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή, ως αυτή προβάλλεται με την κατ' ισχυρισμό έλλειψη δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[6]
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Οι πραγματικοί ισχυρισμοί του Αιτητή
Κατά τη διοικητική διαδικασία
Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για δύο λόγους. Πρώτον λόγω της μιζέριας και δεύτερον λόγω της έλλειψης υποστήριξης στους μαθητές. Γι’ αυτό το λόγο δήλωσε ότι οι γονείς του αποφάσισαν να τον στείλουν στην Ευρώπη για να σπουδάσει και να γίνει κάποιος στη ζωή του όπως και να βοηθήσει την οικογένειά του. Αλλά μόλις έφτασε στο πανεπιστήμιο, του είπαν ότι θα έπρεπε να πληρώσει και άλλα χρήματα για να ξεκινήσει τα μαθήματα και για τη διαμονή του. Δεδομένου ότι ίδιος δεν είχε χρήματα, αποφάσισε να μιλήσει με τους γονείς του, οι οποίοι του είπαν ότι δεν είχαν χρήματα να του στείλουν. Έτσι ο Αιτητής δήλωσε ότι χρειάστηκε να βρει δουλειά για να συντηρηθεί (βλ. ερ. 16 δ.φ.).
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του ενώπιον του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής ανέφερε σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία ότι είναι υπήκοος της Δημοκρατίας του Κονγκό και ότι γεννήθηκε στην πόλη Loudima, όπου διέμεινε έως το 2010. Στη συνέχεια μετακόμισε στην πόλη Mossendjo όπου παρέμεινε για επτά έτη, έπειτα έμεινε για ένα έτος στην πόλη Dolisie και το Σεπτέμβρη του 2018 μετακόμισε στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ). Ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του τον Ιανουάριο του 2020, μετά την παραμονή του για ένα μήνα στη Brazzaville, από όπου παρέλαβε το διαβατήριό του (βλ. ερ. 34, 39, 40, 45 δ.φ.).
Ανέφερε ότι είναι ανήκει στην φυλή Kugni, ως προς το θρήσκευμα είναι μάρτυρας του Ιεχωβά, άγαμος και ομιλεί γαλλικά, lingala και kikongo. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του το 2018, και στη συνέχεια σπούδασε τηλεπικοινωνίες για ενάμιση χρόνο στο πανεπιστήμιο Ista στη Boma, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Δεν έχει εργαστεί στη χώρα του και υποστηριζόταν οικονομικά από την οικογένειά του. Ανέφερε ότι διατηρούσε συχνή επικοινωνία με τους γονείς του, οι οποίοι διέμεναν στη Loudima, όπως και με τον αδερφό του, οποίος διέμενε στο Pointe-Noire, στη Δημοκρατία του Κονγκό (βλ. ερ. 41, 42 δ.φ.).
Ο Αιτητής αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του, και στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 10.03.2020 (βλ. ερ. 39, 40 δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι έφυγε από το Κονγκό λόγω της ανασφάλειας και επειδή το άτομο που υποτίθεται ότι θα χρηματοδοτούσε τις σπουδές του απεβίωσε. Κατά τα λεγόμενά του, οι γονείς του αποφάσισαν να τον στείλουν στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, επειδή ο πατέρας του γεννήθηκε εκεί, και ήθελε να τον στείλει στα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία όμως είχαν αποβιώσει. Στη συνέχεια, ο Αιτητής πήγε στη Boma όπου προσπάθησε να συνεχίσει τις σπουδές του. Πέρασε ενάμισι χρόνο εκεί και βρήκε ένα γραφείο όπου του μίλησαν για την Κύπρο. Μίλησε με τους γονείς του, οι οποίοι αποφάσισαν να βρουν χρήματα ώστε να τον στείλουν στην Κύπρο για να συνεχίσει τις σπουδές του και για να είναι ασφαλής, επειδή στη Δημοκρατία του Κονγκό και στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δεν ήταν ασφαλής. Ο Αιτητής προσέθεσε ότι όταν υπήρχαν πολιτικά προβλήματα μεταξύ των δύο χωρών, και τα άτομα με καταγωγή από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό αντιμετώπιζαν λεκτική βία παρά το γεγονός ότι είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει στη Δημοκρατία του Κονγκό. Δήλωσε ακόμη ότι όταν βρέθηκε στην Κινσάσα, στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, αντιμετώπισε και εκεί προβλήματα λόγω της καταγωγής του. Γι’ αυτό το λόγο οι γονείς του θεώρησαν ότι θα ήταν καλό για τον Αιτητή να μείνει σε κάποιο άλλο μέρος (βλ. ερ. 37, 39 δ.φ.).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Λειτουργού αναφορικά με τα περιστατικά λεκτικής βίας, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι συμμαθητές του και άτομα της γειτονιάς τον κορόιδευαν και του έλεγαν ότι εάν δεν είναι προσεκτικός θα του επιτεθούν. Προσέθεσε ότι οι απειλές σε βάρος του ξεκίνησαν το 2013 και διήρκησαν για πέντε έτη. Ειδικότερα, δήλωσε ότι μετά το συμβάν Mbata Bakolo, πολίτες με καταγωγή από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό που ζούσαν στη Δημοκρατία του Κονγκό αλλά και πολίτες με καταγωγή από τη Δημοκρατία του Κονγκό που ζούσαν στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό απελάθηκαν και σκοτώθηκαν. Έκτοτε, σύμφωνα με τον Αιτητή, ντόπιοι ξεκίνησαν να ψάχνουν την προέλευση του κάθε ατόμου (βλ. ερ. 35-39 δ.φ.).
Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματιική διαδικασία της 06.05.2026 ο συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι ο ίδιος έχει δεχθεί δυσμενή διάκριση στην χώρα καταγωγής του, καθώς κατάγεται από την άλλη πλευρά του Κογκό όπου δέχθηκε απειλές, υβριστικά σχόλια, δεν μπορούσε να βρει εργασία και αντιμετώπισε ρατσισμό.
Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ο Αιτητής επανέλαβε κατ' ουσίαν ότι αντιμετώπισε προβλήματα λόγω της καταγωγής του, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, συνδέονταν με τις σχέσεις μεταξύ της Δημοκρατίας του Κονγκό και της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι τα άτομα που κατάγονταν από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και διέμεναν στη Δημοκρατία του Κονγκό υφίσταντο διακρίσεις, ενώ γύρω στα έτη 2014-2015 πολλοί εξ αυτών εκδιώχθηκαν από τη Δημοκρατία του Κονγκό. Υποστήριξε ότι, επειδή ο πατέρας του είχε γεννηθεί στην Κινσάσα και ακολούθως εγκαταστάθηκε στη Δημοκρατία του Κονγκό, ο ίδιος, παρότι γεννήθηκε στη Δημοκρατία του Κονγκό, θεωρούνταν από τρίτους ως πρόσωπο καταγόμενο από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Αντίστοιχα, όταν μετέβη στην Κινσάσα, αντιμετωπιζόταν ως πρόσωπο προερχόμενο από τη Δημοκρατία του Κονγκό. Κατά τους ισχυρισμούς του, εξαιτίας της αντίληψης αυτής δεχόταν εξυβρίσεις και απειλές, με άτομα να του λένε ότι, εάν δεν ήταν προσεκτικός, «δεν θα περνούσε καλά».
Ερωτηθείς κατά πόσον είχε υποστεί και σωματική βία, απάντησε καταφατικά, αναφέροντας ότι αντιμετώπισε προβλήματα τόσο στο σχολείο όσο και στην οικία του, όπου, όπως ανέφερε, είχαν μεταβεί κάποια πρόσωπα. Δήλωσε επίσης ότι ως μαθητής αντιμετώπιζε δυσκολίες στο σχολικό περιβάλλον, χωρίς, ωστόσο, να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά ή να προσδιορίσει τον χρόνο, τον τρόπο ή τους δράστες των ισχυριζόμενων επιθέσεων.
Περαιτέρω, ερωτηθείς για το ενδεχόμενο επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ανέφερε ότι δεν θα μπορούσε να εργαστεί στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, διότι, κατά δήλωσή του, «η ζωή εκεί είναι δύσκολη». Αναφορικά με την πιθανή επιστροφή του στη Δημοκρατία του Κονγκό, περιορίστηκε να επαναλάβει, κατά γενικό τρόπο, ότι εξακολουθεί να φοβάται λόγω του ότι ο πατέρας του γεννήθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ότι από το 2014 άρχισαν οι διωγμοί προσώπων με καταγωγή από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, χωρίς να εξειδικεύσει ποια συγκεκριμένα προβλήματα εκτιμά ότι θα αντιμετώπιζε ο ίδιος σήμερα.
Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσον θα μπορούσε να τύχει προστασίας από τις αρχές της χώρας του, απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι οι Κονγκολέζοι καταγόμενοι από την Κινσάσα, οι οποίοι διέμεναν στη Brazzaville, αντιμετώπιζαν προβλήματα, χωρίς όμως να εξηγήσει για ποιο λόγο οι αρμόδιες αρχές αδυνατούσαν ή δεν επιθυμούσαν να του παράσχουν προστασία.
Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση υποστήριξαν ότι ο Αιτητής δεν περιέγραψε οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό που να βίωσε προσωπικά και το οποίο να στοιχειοθετεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Αντιθέτως, η συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι η βία δεν περιορίζεται στη σωματική, αλλά περιλαμβάνει και την ψυχολογική βία, ισχυριζόμενη ότι ο Αιτητής υπέστη ψυχολογική κακομεταχείριση λόγω της καταγωγής του, γεγονός που, κατά τη θέση της, καθιστά τον φόβο του γνήσιο.
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, από τον λειτουργό ασύλου, παρατηρώ τα ακόλουθα:
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, o λειτουργός διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο διαμονής του, και ο δεύτερος αναφορικά με τις διακρίσεις που υπέστη στη Δημοκρατία του Κονγκό λόγω της καταγωγής του πατέρα του από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Καταγράφεται δε, ότι ο Αιτητής προσκόμισε το πρωτότυπο διαβατήριό του εκδοθέν στις 30.01.2020 στη Brazzaville στη Δημοκρατία του Κονγκό. Αποδεκτός έγινε ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως ακριβείς και σαφείς, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ο δεύτερος ισχυρισμός περί διακρίσεων στη Δημοκρατία του Κονγκό λόγω της καταγωγής του πατέρα του απορρίφθηκε καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως ανακριβείς και μη λεπτομερείς και ο Αιτητής δεν μπόρεσε να παράσχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις ισχυριζόμενες διακρίσεις (βλ. ερ. 56-59 δ.φ.).
Ακολούθως, ο Λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Δημοκρατία του Κονγκό, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών. Στο πλαίσιο αυτό, ο Λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και στον τόπο συνήθους διαμονής του, την πόλη Loudima (βλ. ερ. 55, 56 δ.φ.).
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη Δημοκρατία του Κονγκό, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στη Δημοκρατία του Κονγκό και συγκεκριμένα στην πόλη Loudima, πως ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας, καθώς δε λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στην περιοχή. Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. ερ. 53, 54 δ.φ.).
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή, ως αυτοί προβλήθηκαν τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα:
Καταρχάς, συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αξιοπιστία του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα καταγωγής, τον τόπο συνήθους διαμονής και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, τον οποίον και αποδέχομαι.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, διευκρινίζεται ότι, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των δηλώσεών του τόσο κατά τη διοικητική όσο και κατά τη δικαστική διαδικασία, ο πυρήνας του ισχυρισμού του συνίσταται στο ότι υπέστη διακρίσεις, απειλές και δυσμενή μεταχείριση λόγω της οικογενειακής του καταγωγής και ειδικότερα του γεγονότος ότι ο πατέρας του γεννήθηκε στην Κινσάσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, τόσο στη Δημοκρατία του Κονγκό όσο και στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Υπό το πρίσμα αυτό εξετάζεται ο εν λόγω ισχυρισμός, ως προς τον οποίο επίσης συντάσσομαι με την κρίση του αρμόδιου λειτουργού ότι δεν κατέστη εσωτερικά αξιόπιστος.
Ειδικότερα, εξετάζοντας το σύνολο των δηλώσεων του Αιτητή, διαπιστώνω ότι η αφήγησή του χαρακτηρίζεται από γενικόλογες αναφορές και έλλειψη της απαιτούμενης συγκεκριμενοποίησης. Μολονότι υποστήριξε ότι από το έτος 2013 ή 2014 δεχόταν λεκτικές επιθέσεις, απειλές και διακρίσεις λόγω της καταγωγής του πατέρα του, ουδέποτε περιέγραψε με σαφήνεια συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία βίωσε προσωπικά. Αντιθέτως, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι συμμαθητές και άτομα της γειτονιάς τον εξύβριζαν και του έλεγαν ότι, εάν δεν ήταν προσεκτικός, «δεν θα περνούσε καλά», χωρίς να εξειδικεύσει τον χρόνο, τις περιστάσεις, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που θα επέτρεπε την εξατομίκευση των ισχυριζόμενων γεγονότων.
Η εικόνα αυτή δεν διαφοροποιήθηκε ούτε κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία. Παρότι ο Αιτητής επανέλαβε ότι υπήρχε ένταση μεταξύ των δύο κρατών και ότι πρόσωπα καταγόμενα από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό αντιμετώπιζαν διακρίσεις στη Δημοκρατία του Κονγκό, δεν κατόρθωσε ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου να περιγράψει συγκεκριμένα περιστατικά προσωπικής δίωξης ή κακομεταχείρισης που να τον αφορούν. Αντιθέτως, παρέμεινε σε γενικές περιγραφές της κατάστασης που, κατά τους ισχυρισμούς του, επικρατούσε κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα.
Περαιτέρω, ενώ κατά τη διοικητική διαδικασία οι ισχυρισμοί του περιορίζονταν ουσιαστικά σε λεκτικές επιθέσεις και απειλές, ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά ισχυρίστηκε ότι υπέστη και σωματική βία τόσο στο σχολείο όσο και στην οικία του. Ωστόσο, ούτε ο νέος αυτός ισχυρισμός συνοδεύτηκε από οποιαδήποτε ουσιαστική εξειδίκευση, αφού δεν διευκρίνισε από ποιους δέχθηκε τη φερόμενη σωματική βία, πότε έλαβαν χώρα τα περιστατικά, υπό ποιες συνθήκες συνέβησαν ή ποιες ήταν οι συνέπειές τους. Ως εκ τούτου, η μεταγενέστερη αυτή αναφορά δεν θεραπεύει τις ελλείψεις του αφηγήματός του, αλλά αντιθέτως ενισχύει τις επιφυλάξεις ως προς την αξιοπιστία του.
Τέλος, ούτε ως προς τον επικαλούμενο μελλοντικό κίνδυνο κατόρθωσε να παρουσιάσει συγκεκριμένη και εξατομικευμένη αιτιολογία. Ερωτηθείς ποια προβλήματα εκτιμά ότι θα αντιμετωπίσει σήμερα σε περίπτωση επιστροφής του, περιορίστηκε να επαναλάβει ότι ο πατέρας του γεννήθηκε στην Κινσάσα και ότι το 2014 είχαν ξεκινήσει διωγμοί προσώπων καταγόμενων από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, χωρίς να εξηγήσει πώς τα γεγονότα αυτά δημιουργούν σήμερα προσωπικό κίνδυνο για τον ίδιο. Αντίστοιχα, ούτε η απάντησή του ως προς την αδυναμία προστασίας από τις κρατικές αρχές υπερέβη το επίπεδο γενικών ισχυρισμών.
Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός στερείται της απαιτούμενης εσωτερικής συνοχής, συγκεκριμενοποίησης και λεπτομέρειας που θα αναμενόταν από πρόσωπο το οποίο επικαλείται προσωπικά βιώματα δίωξης, με αποτέλεσμα να συμφωνώ με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ότι αυτός δεν κατέστη αξιόπιστος.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, παρατηρώ ότι οι αντικειμενικές πληροφορίες περί της χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν μερικώς το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζεται το αφήγημα του Αιτητή, όχι όμως και τους εξατομικευμένους ισχυρισμούς του.
Ειδικότερα, από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει ότι κατά τα έτη 2014-2015 έλαβε χώρα στη Δημοκρατία του Κονγκό η επιχείρηση Mbata ya Bakolo[7], στο πλαίσιο της οποίας οι αρχές προέβησαν σε μαζικές επιχειρήσεις εναντίον υπηκόων της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Σύμφωνα με αναφορά της Διεθνούς Αμνηστίας, κατά το διάστημα από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο του 2014, τουλάχιστον 179.000 υπήκοοι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, συμπεριλαμβανομένων προσφύγων και αιτητών διεθνούς προστασίας, συνελήφθησαν αυθαίρετα ή εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Δημοκρατία του Κονγκό. Η επιχείρηση, μολονότι παρουσιάστηκε ως μέτρο αντιμετώπισης της εγκληματικότητας και των συμμοριών «kuluna», στην πράξη στράφηκε κατά υπηκόων της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό ανεξαρτήτως του μεταναστευτικού τους καθεστώτος[8].
Οι ίδιες πηγές καταγράφουν ότι κατά τη διάρκεια της επιχείρησης σημειώθηκαν αυθαίρετες συλλήψεις, εκβιασμοί, σωματική κακοποίηση, ακόμη και περιστατικά σεξουαλικής βίας από μέλη των δυνάμεων ασφαλείας[9]. Παράλληλα, οι αρχές χρησιμοποίησαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και δημόσιες ανακοινώσεις προκειμένου να εντοπιστούν άτομα καταγόμενα από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ενώ αναπτύχθηκε έντονη ξενοφοβική ρητορική, με αποτέλεσμα πρόσωπα καταγόμενα από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό να απειλούνται, να εκφοβίζονται και να παρενοχλούνται από ιδιώτες, να απολύονται από την εργασία τους ή ακόμη και να εκδιώκονται από τις κατοικίες τους[10].
Ωστόσο, οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι δεν υπάρχουν πρόσφατες ειδικές πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η κυβέρνηση ή οι κρατικές αρχές της Δημοκρατίας του Κονγκό εξακολουθούν να στοχοποιούν πρόσωπα μικτής καταγωγής ή πρόσωπα των οποίων συγγενείς κατάγονται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Ειδικότερα, μολονότι οι συνθήκες που οδήγησαν στην επιχείρηση Mbata ya Bakolo, όπως η οικονομική δυσχέρεια, η περιορισμένη νομική προστασία και η σύνδεση της καταγωγής από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό με την εγκληματικότητα, δεν καταγράφονται ως πλήρως εξαλειφθείσες, εντούτοις έκτοτε δεν έχει αναφερθεί οποιαδήποτε νέα μαζική απέλαση ή άλλο αντίστοιχης έκτασης γεγονός.
Συνεπώς, οι πληροφορίες περί της χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν ότι κατά το παρελθόν υπήρξε πράγματι περίοδος αυξημένης ξενοφοβίας και σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων εις βάρος υπηκόων της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό στη Δημοκρατία του Κονγκό, στοιχείο το οποίο συνάδει με το γενικό ιστορικό πλαίσιο που περιέγραψε ο Αιτητής. Δεν επιβεβαιώνουν, όμως, ότι ο ίδιος υπήρξε προσωπικά θύμα των γεγονότων αυτών ή ότι πρόσωπα στη δική του ιδιαίτερη θέση, ήτοι άτομα γεννημένα στη Δημοκρατία του Κονγκό των οποίων ένας γονέας κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, εξακολουθούν σήμερα να αποτελούν αντικείμενο συστηματικών διακρίσεων ή διώξεων.
Κατά συνέπεια, κρίνω ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός επιβεβαιώνεται μόνο ως προς το γενικό ιστορικό και κοινωνικό του υπόβαθρο, όχι όμως ως προς τον εξατομικευμένο πυρήνα του, ο οποίος παραμένει ανεπιβεβαίωτος από τις διαθέσιμες αντικειμενικές πληροφορίες και δεν αρκεί, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις της εσωτερικής αξιοπιστίας, για να καταστεί αποδεκτός.
ΝΟΜΙΚΗ ΥΠΑΓΩΓΗ
Ως προς το καθεστώς του πρόσφυγα
Υπό το φως των προλεχθέντων και του ισχυρισμού περί προσωπικών στοιχείων του Αιτητή που έγινε αποδεκτός από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη Δημοκρατία του Κογκό, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως προς το καθεστώς επικουρικής προστασίας
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής του στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκόμενων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[11]).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmi[12] αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[13] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Loudima της Δημοκρατίας του Κογκό από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα:
· Οι πολιτικές εντάσεις αυξήθηκαν ενόψει των προεδρικών εκλογών του Μαρτίου 2026.[14] Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, πριν από την ψηφοφορία, συνελήφθησαν ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολλά κόμματα της αντιπολίτευσης ανεστάλησαν και οι δημόσιες συγκεντρώσεις παρακολουθούνταν στενά.[15]
· Ωστόσο, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, η εσωτερική κατάσταση ασφαλείας στη Δημοκρατία του Κονγκό παραμένει σταθερή, παρά την αστάθεια που επικρατεί σε γείτονες χώρες.[16] Σύμφωνα με το διαδραστικό χάρτη War Watch, στη Δημοκρατία του Κονγκό δε λαμβάνει χώρα καμία διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη,[17] ενώ σύμφωνα με την πλατφόρμα ACLED, το επίπεδο κινδύνου στη Δημοκρατία του Κονγκό χαρακτηρίζεται ως «χαμηλό/ανενεργό».[18]
· Αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 05.06.2026), στη Δημοκρατία του Κονγκό καταγράφηκαν συνολικά 3 περιστατικά πολιτικής βίας, τα οποία προκάλεσαν 3 θανάτους. Κανένα από αυτά δεν έλαβε χώρα στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, την πόλη Loudima.[19]
Αποτιμώντας τα ανωτέρω αντικειμενικά δεδομένα, δεν προκύπτει ότι η κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Loudima της Δημοκρατίας του Κονγκό, χαρακτηρίζεται από τέτοιο βαθμό αδιάκριτης βίας ώστε, λόγω και μόνον της παρουσίας του εκεί, να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Αντιθέτως, από τις επικαιροποιημένες πληροφορίες περί της χώρας καταγωγής προκύπτει ότι, παρά τις πολιτικές εντάσεις που καταγράφηκαν ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2026, η γενική κατάσταση ασφαλείας στη Δημοκρατία του Κονγκό παραμένει σταθερή, δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη και ειδικότερα στην πόλη Loudima δεν καταγράφηκαν περιστατικά πολιτικής βίας κατά το τελευταίο έτος.
Περαιτέρω, εξετάζοντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι πρόκειται για νεαρό ενήλικα άνδρα, ο οποίος ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και φοίτησε επί ενάμιση έτος σε πανεπιστημιακό ίδρυμα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, γεγονός που καταδεικνύει ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο. Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ή ότι ανήκει σε ευάλωτη κατηγορία προσώπων. Επιπλέον, διατηρεί οικογενειακούς δεσμούς στη χώρα καταγωγής του, καθόσον οι γονείς του εξακολουθούν να διαμένουν στη Loudima, ενώ ο αδελφός του διαμένει στο Pointe-Noire, με τους οποίους, κατά δήλωσή του, διατηρούσε συχνή επικοινωνία.
Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του περί διακρίσεων και απειλών λόγω της καταγωγής του δεν έγιναν αποδεκτοί ως αξιόπιστοι, ενώ δεν προέβαλε ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε άλλο εξατομικευμένο στοιχείο ικανό να καταδείξει ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει προσωπικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων έχουν ανωτέρω εκτεθεί, καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη και ορθή τόσο ως προς τη διαδικασία έκδοσής της όσο και ως προς την ουσιαστική της κρίση. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, καθόσον δεν τεκμηρίωσε βάσιμο φόβο δίωξης για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, δεν απέδειξε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Δημοκρατία του Κονγκό, συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Κατά συνέπεια, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14 ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2 η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552
[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598
[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[6] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[7] Amnesty International, Operation Mbata ya Bakolo: mass expulsions of foreign nationals in the Republic of Congo, 1 July 2015, Operation Mbata ya Bakolo: mass expulsions of foreign nationals in the Republic of Congo (τελευταία πρόσβαση 10.06.2026).
[8] Amnesty International, Operation Mbata ya Bakolo: mass expulsions of foreign nationals in the Republic of Congo, 1 July 2015, Operation Mbata ya Bakolo: mass expulsions of foreign nationals in the Republic of Congo (τελευταία πρόσβαση 10.06.2026); Amnesty International, Congo-Brazzaville: Mass deportations of DRC nationals may amount to crimes against humanity, 2 Ιουλίου 2015, Congo-Brazzaville: Mass deportations of DRC nationals may amount to crimes against humanity (τελευταία πρόσβαση 10.06.2026).
[9] Amnesty International, Operation Mbata ya Bakolo: mass expulsions of foreign nationals in the Republic of Congo, 1 July 2015, Operation Mbata ya Bakolo: mass expulsions of foreign nationals in the Republic of Congo (τελευταία πρόσβαση 10.06.2026); Amnesty International, Congo-Brazzaville: Mass deportations of DRC nationals may amount to crimes against humanity, 2 Ιουλίου 2015, Congo-Brazzaville: Mass deportations of DRC nationals may amount to crimes against humanity (τελευταία πρόσβαση 10.06.2026).
[10] Amnesty International, Operation Mbata ya Bakolo: mass expulsions of foreign nationals in the Republic of Congo, 1 July 2015, Operation Mbata ya Bakolo: mass expulsions of foreign nationals in the Republic of Congo (τελευταία πρόσβαση 10.06.2026); Amnesty International, Congo-Brazzaville: Mass deportations of DRC nationals may amount to crimes against humanity, 2 Ιουλίου 2015, Congo-Brazzaville: Mass deportations of DRC nationals may amount to crimes against humanity (τελευταία πρόσβαση 10.06.2026).
[11] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[13] Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[14] Amnesty International, The State of World’s Human Rights; Congo 2025, 21 Απριλίου 2026, Human rights in Congo Amnesty International (τελευταία πρόσβαση 09.06.2026).
[15] Reuters, Congo Republic’s Sasou wins re-election with nearly 95% in tightly controlled vote, 17 Μαρτίου 2026, Congo Republic's Sassou wins re-election with nearly 95% in tightly controlled vote | Reuters (τελευταία πρόσβαση 10.06.2026).
[16] UNHCR, Republic of the Congo Multi-year strategy 2025-2027, Νοέμβριος 2025, Republic of the Congo - Strategy 2025 – 2027_0.pdf (τελευταία πρόσβαση 10.06.2026).
[17] War Watch, Explore, Armed Conflicts 2024-2026, Explore - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 10.06.2026)
[18] ACLED Conflict Index, Republic of Congo, Conflict Index | ACLED (τελευταία πρόσβαση 10.06.2026).
[19] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, Explorer | ACLED (ημερομηνία πρόσβασης 10.06.2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο