A.K.H.Z. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. Τ141/2025, 9/7/2026
print
Τίτλος:
A.K.H.Z. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. Τ141/2025, 9/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση αρ. Τ141/2025

 

09 Ιουλίου 2026

 

[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

A.K.H.Z.

 

Αιτητής

Και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Ν. Χαραλαμπίδου (κα) για ΝΑΤΑΣΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή

Καμία εμφάνιση για τους Καθ’ ων η Αίτηση

Ο Αιτητής παρών.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή του ο Αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ.21/02/2025 η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 07/03/2025 και με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης και στερημένης οιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος.

Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του Κανονισμού 3(ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπεται στην πρώτη επιφύλαξη του εν λόγω εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, συνοδευόμενο από τον σχετικό διοικητικό φάκελο. Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3 των ανωτέρω Διαδικαστικών Κανονισμών, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η Αίτηση κατά την παρούσα διαδικασία.

Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο έκρινε ότι δεν χρειαζόταν η καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων καθότι σύμφωνα και πάλι με τη δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3 των πιο πάνω Διαδικαστικών Κανονισμών, «[.] ουδεμία καταχώριση γραπτής αγόρευσης από τον αιτητή ή τους καθ' ων η αίτηση απαιτείται [..] εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.».

Επομένως, ως εκτίθεται στο υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (εφεξής «Δ.Φ.»), ο Αιτητής είναι ενήλικας υπήκοος του Αφγανιστάν. Στις 19/04/2023 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 08/05/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου της Ε.Ε. (European Union Asylum Agency, στο εξής «EUAA»). Ακολούθως, στις 26/05/2023 ο εν λόγω λειτουργός της EUAA υπέβαλε σχετική Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Στις 31/05/2023, αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την πιο πάνω εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία. Στις 13/07/2023, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική επιστολή ενημέρωσης περί της ως άνω αναφερόμενης απόρριψης του αιτήματος του Αιτητή, την οποία παρέλαβε ιδιοχείρως την ίδια ημέρα. Στις 20/07/2023, ο Αιτητής καταχώρησε (αυτοπροσώπως) την προσφυγή με αρ. 2339/23 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (εφεξής «Δ.Δ.Δ.Π.»), η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δ.Δ.Δ.Π. ημερ.04/10/2024, με 300 ευρώ έξοδα υπερ των καθ΄ων η αίτηση. Ακολούθως, στις 21/11/2024, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για επανεξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία, και στις 19/02/2025, αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε σχετική Έκθεση/Εισήγηση προς τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή. Στις 21/02/2025, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης, απόφαση, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 07/03/2025 κατόπιν επιστολής ημερομηνίας 26/02/2025, όπου το περιεχόμενο της μεταφράστηκε στον Αιτητή σε γλώσσα που κατανοεί. Ακολούθως, ο Αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στις 19/03/2025.

Σε αυτό το στάδιο, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το παρόν Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι στις 04/10/2024, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, το Δ.Δ.Δ.Π. στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ. 2339/23 ενώπιον του, απέρριψε την προσφυγή του Αιτητή κατά της πρωτοβάθμιας απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αίτησής του για διεθνή προστασία, επιδικάζοντας 300 ευρώ έξοδα εναντίον του και υπέρ της Δημοκρατίας.

Στη βάση του Κανονισμού 4 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί, το παρόν Δικαστήριο δύναται να απορρίψει προσφυγή σε περίπτωση που αιτητής δεν συμμορφωθεί με προηγούμενη διαταγή του Δ.Δ.Δ.Π. ως προς τα έξοδα δικαστικής διαδικασίας και δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη εξόφλησης των προηγούμενων εξόδων της δικαστικής διαδικασίας.

Ωστόσο, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής προσκόμισε στο Δικαστήριο όλες τις αποδείξεις εξόφλησης της προηγούμενης διαταγής του Δικαστηρίου όσον αφορά το ποσό των 300 ευρώ και ενόψει τούτου θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της παρούσας προσφυγής.

Η συνήγορος του αιτητή προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης επί της αιτήσεως ακυρώσεως (προσφυγής) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθήθηκαν και εγκαταλείφθηκαν κατά την προφορική αγόρευση της συνηγόρου του αιτητή στο στάδιο των διευκρινήσεων, κατά την οποία διατήρησε και περιόρισε τους λόγους ακύρωσης στην μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας και την μη επαρκή αιτιολογία. Ενόψει λοιπόν των δηλώσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή, όλοι οι λόγοι ακύρωσης ως καταγράφονται στην προσφυγή, πέραν από τον λόγο ακύρωσης που αφορά την μη δέουσα έρευνα και την μη επαρκή αιτιολογία, αποσύρονται και απορρίπτονται.

Υπό το φως του περιεχομένου του οικείου διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση της θέσης του αιτητή μέσω της συνηγόρου του, προχωρώ να εξετάσω τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, στο βαθμό που αυτοί έχουν δικογραφηθεί και αναπτυχθεί προφορικώς κατά το στάδιο των διευκρινήσεων.

Θα προχωρήσω με την εξέταση του ισχυρισμού περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση.

Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλουν ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).

Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και ορθώς αποφάσισε να απορρίψει το μεταγενέστερο αίτημα του αιτητή.

Κατά την υποβολή της (αρχικής) αίτησης του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της ανασφάλειας που επικρατούσε, καταγράφοντας επίσης ότι, ο πατέρας του έχει γη και είναι πλούσιος, αλλά έκτοτε που εκείνος πώλησε ένα μέρος της γης του, κάποια άτομα ήθελαν να απαγάγουν τον Αιτητή για τα χρήματα. Επιπλέον, ο Αιτητής ανέφερε ότι έφυγε από τη χώρα του, επειδή ούτε υπήρχαν δικαιώματα στην εκπαίδευση. (βλ. ερυθρό 1 του Δ.Φ.).

Στο πλαίσιο της συνέντευξης του, ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι υπήρχαν δύο λόγοι που έφυγε από το Αφγανιστάν (βλ. ερυθρό 30 του Δ.Φ.). Ως πρώτο λόγο, ισχυρίστηκε πως ο πατέρας του, που είναι γαιοκτήμονας και λαμβάνει χρήματα από την πώληση γης σε τρίτους, φοβόταν για την ασφάλεια του ιδίου (του Αιτητή) και επικαλέστηκε, επίσης, τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας που επικρατούσε στο Αφγανιστάν, προβάλλοντας ότι υπήρχαν, λόγω της κακής γενικότερα κατάστασης εκεί, περισσότερα περιστατικά απαγωγών πολιτών, κάτι που του προκάλεσε φόβο ότι θα μπορούσε και ο ίδιος να είναι θύμα απαγωγής, ως ανέφερε (βλ. ερυθρά 30 και 29 του Δ.Φ.). Ως δεύτερο λόγο, ο Αιτητής επικαλέστηκε το γεγονός πως ο ίδιος δεν κατάφερε οτιδήποτε στη χώρα του σε σχέση με τις σπουδές του και το μέλλον του, προβάλλοντας συνάμα, την έλλειψη εκπαιδευτικών και εργασιακών ευκαιριών εκεί, καθώς και της ανεργίας που επικρατούσε (βλ. ερυθρά 30 και 29 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς (ακολούθως) κατά πόσο συνέβη κάτι στον ίδιο που τον οδήγησε στο να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής αποκρίθηκε δηλώνοντας πως στην πραγματικότητα δεν συνέβη οτιδήποτε συγκεκριμένο στον ίδιο προσωπικά, αλλά ο ίδιος φοβόταν να συνεχίσει να ζει εκεί, προβάλλοντας επιπλέον πως δεν μπορούσε να καταφέρει οτιδήποτε στη χώρα του (βλ. ερυθρό 29 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς (επίσης), σε σχέση με το φόβο που εξέφρασε περί κινδύνου απαγωγής του στη χώρα του, κατά πόσο συνέβη οτιδήποτε παρόμοιο στον ίδιο στο παρελθόν, ο Αιτητής αποκρίθηκε αρνητικά (βλ. ερυθρό 29 του Δ.Φ.). Αρνητικά απάντησε επίσης στην ερώτηση κατά πόσο είχε ποτέ συλληφθεί ή κρατηθεί για οιονδήποτε λόγο στη χώρα καταγωγής του (βλ. ερυθρό 29 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς στη συνέχεια, συγκεκριμένα για το φόβο που ο ίδιος εξέφρασε περί κινδύνου απαγωγής στη χώρα του, ο Αιτητής επικαλέστηκε πως λόγω των (δυσχερών) οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν και των περιστατικών με απαγωγές ατόμων από οικογένειες που είχαν περισσότερα χρήματα από τους υπόλοιπους, που σημειώνονταν ιδιαίτερα στην επαρχία διαμονής του στο Αφγανιστάν, υπήρχε ο κίνδυνος να απαχθεί και ο ίδιος, ειδικότερα λόγω του ότι ο πατέρας του ήταν γαιοκτήμονας και είχε αρκετά χρήματα, ως ανέφερε (βλ. ερυθρά 28 και 27 του Δ.Φ.). Επίσης, ισχυρίστηκε πως ο ίδιος κινδύνευε περισσότερο από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του καθότι βρισκόταν εκτός σπιτιού συχνότερα (βλ. ερυθρό 27 του Δ.Φ.). Σε σειρά ερωτημάτων που ακολούθησαν αναφορικά με τον κατ’ ισχυρισμό κίνδυνο απαγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως άρχισε να φοβάται για τούτο περί το 2019 όταν είχε ξεκινήσει ο γενικευμένος πόλεμος στη χώρα του και όταν ο ίδιος βρισκόταν στην Kabul, ωστόσο, ως επίσης δήλωσε, ο ίδιος ουδέποτε αντιμετώπισε οιαδήποτε περιστατικά σε σχέση με τον εν λόγω φόβο περί απαγωγής του, ούτε και κάποιο μέλος από την οικογένεια του, ενώ επιβεβαίωσε ότι τα περιστατικά απαγωγών γίνονταν για τα χρήματα και καμία συσχέτιση δεν είχαν με την εθνοτική ομάδα των θυμάτων απαγωγής (βλ. ερυθρά 27 και 26 του Δ.Φ.). Περαιτέρω, δήλωσε πως κατά την περίοδο που βρισκόταν στην Kabul μεταξύ του 2020 και 2022, ο ίδιος είχε δεχθεί σε πέντε (5) περιπτώσεις, προφορική προειδοποίηση από κυβερνητικούς διαφόρων κρατικών τμημάτων, ως προς την εμφάνιση του και σχετικά με το μήκος της γενειάδας του, επικαλούμενος πως μετά την πρώτη περίπτωση, κατά τις επόμενες φορές που τον σταμάτησαν υπήρχε το ενδεχόμενο να συλληφθεί για παρακοή, ωστόσο, δεν έγινε κάτι τέτοιο αφού δεν γνώριζαν για τις προηγούμενες προειδοποιήσεις που είχε δεχθεί, ως ανέφερε (βλ. ερυθρό 25 του Δ.Φ.). Αναφορικά με τις συνθήκες διαμονής του στην Kabul κατά το διάστημα μεταξύ του 2022 και μέχρι τη στιγμή που έφυγε από το Αφγανιστάν το 2023, ο Αιτητής δήλωσε πως όλα ήταν κανονικά και ο ίδιος δεν έβγαινε συχνά από το σπίτι, ωστόσο, ως ισχυρίστηκε, δεν αισθανόταν καλά λόγω του κινδύνου απαγωγής του και έτσι αποφάσισε να φύγει από τη χώρα του, αναφέροντας επίσης ότι ήθελε να πάει σε μια χώρα όπου θα μπορούσε να σπουδάσει και να πετύχει κάτι (βλ. ερυθρό 24 του Δ.Φ.). Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσο πιστεύει πως θα μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του και να εγκατασταθεί με ασφάλεια σε κάποια άλλη πόλη εκεί, ο Αιτητής αποκρίθηκε αρνητικά, επικαλούμενος πως υπήρχε ανασφάλεια παντού (βλ. ερυθρό 23 του Δ.Φ.).

Ο λειτουργός της EUAA αξιολογώντας τα όσα ο Αιτητής δήλωσε κατά τη συνέντευξή του, διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, όπου ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, προφίλ, τόπο καταγωγής και περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, και ο δεύτερος σχετικά με το ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του αποσκοπώντας σε περαιτέρω σπουδές και καριέρα, καθώς και σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. (βλ. ερυθρό 87 του Δ.Φ.).

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Αιτητή αναφορικά με τους δύο (πιο πάνω) ουσιώδεις ισχυρισμούς, τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος ισχυρισμός έγινα αμφότεροι αποδεκτοί.

Ο λειτουργός κατέληξε ότι στην περίπτωση του Αιτητή, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί πως κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ο ίδιος θα αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή απειλή σοβαρής βλάβης, με βάση τους ισχυρισμούς που έγιναν αποδεκτοί. (βλ. ερυθρό 81 του Δ.Φ.). Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν δικαιολογούν στην περίπτωσή του, την παραχώρηση καθεστώς διεθνούς προστασίας, εφόσον δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για κάποιον από τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε διαπιστώθηκε πως υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται πως ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του και ειδικότερα, στην περιοχή συνήθους διαμονής του στην Kabul του Αφγανιστάν, σύμφωνα με το άρθρο 19, εδάφια (1) και (2), του περί Προσφύγων Νόμου. (βλ. ερυθρά 81-75 του Δ.Φ.).

Συνεπεία των ως άνω αναφερόμενων γεγονότων, η αρχική αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου. (βλ. ερυθρό 90 του Δ.Φ.).

Στα πλαίσια της προηγούμενης του προσφυγής με αρ. 2339/23 ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., κατά της παραπάνω απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αίτησής του για διεθνή προστασία, η οποία είχε καταχωρηθεί στις 20/07/2023 και που απορρίφθηκε με απόφαση του Δ.Δ.Δ.Π. ημερ. 04/10/2024, ο αιτητής δήλωσε στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του, που καταχώρησε αυτοπροσώπως, ως προκύπτει από την πιο πάνω αναφερθείσα δικαστική απόφαση ημερ. 04/10/2024, πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή τον απειλούσαν οι Ταλιμπάν για να ενταχθεί σ΄αυτούς, αλλά ο ίδιος διαφωνούσε με τούτο και έτσι έφυγε από το Αφγανιστάν, ενώ, μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε πως τον καταδίωκαν οι Ταλιμπάν επειδή ο ίδιος εμπλεκόταν στην προεκλογική ομάδα της πολιτικής παράταξης Watan κατά τις εκλογές του 2016. (βλ. ερυθρά 175-174 του Δ.Φ.).

Παραθέτω επίσης κατωτέρω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω αναφερόμενη δικαστική απόφαση ημερ. 04/10/2024, στην υπόθεση με αρ. 2339/23, Α.Κ.Η.Ζ. ν. Υπηρεσίας Ασύλου:

«[…] Με την γραπτή του αγόρευση ο Αιτητής δήλωσε πως εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του επειδή τον απειλούσαν οι Ταλιμπάν να ενταχθεί στις τάξεις τους, δεν συμφώνησε μαζί τους και για αυτό εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του. Πρόσθεσε πως όταν οι Ταλιμπάν ανακάλυψαν πως έχει φύγει του είπαν πως δεν μπορεί να επιστρέψει, πήγαν επίσης πολλές φορές στο σπίτι του και ρωτούσαν τον πατέρα του για το που βρίσκεται. Τέλος, δήλωσε πως τον κυνηγούσαν οι Ταλιμπάν επειδή ήταν στην Δημοκρατία το 2016 στην ομάδα των εκλογών (watan poll group) του Δρα. Najib.».

Στη συνέχεια, εμφανιζόμενος (αυτοπροσώπως) ενώπιον του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της εκδίκασης της εν λόγω προηγούμενης προσφυγής του, ως προκύπτει από την εκδοθείσα δικαστική απόφαση ημερ. 04/10/2024, ο Αιτητής επικαλέστηκε ότι διώκεται από τους Ταλιμπάν εξαιτίας της προηγούμενης συνεργασίας/εμπλοκής που ο ίδιος είχε με την πολιτική παράταξη Watan ενόσω βρισκόταν στο Αφγανιστάν. Ειδικότερα, ο Αιτητής, ως καταγράφεται στην δικαστική απόφαση της πιο πάνω αναφερθείσας προσφυγής, παρουσίασε έγγραφο ημερ.22/07/2023 ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο ως ανέφερε του έστειλαν οι γονείς του μέσω συσκευής κινητού τηλεφώνου, επικαλούμενος ότι οι Ταλιμπάν απέστειλαν την εν λόγω (φερόμενη ως απειλητική) επιστολή στο σπίτι του, στο Αφγανιστάν, και με την οποία τον καλούσαν να παρουσιαστεί για εξηγήσεις στις 23/07/2023. (βλ. ερυθρό 174 του Δ.Φ.).

Παραθέτω επίσης κατωτέρω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω αναφερόμενη δικαστική απόφαση ημερ. 04/10/2024, στην υπόθεση με αρ. 2339/23, Α.Κ.Η.Ζ. ν. Υπηρεσίας Ασύλου:

« […] Κατά το στάδιο των Διευκρινήσεων στις 28 Μαρτίου 2024 ο Αιτητής εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο και επικαλέστηκε για πρώτη φορά δίωξη από τους Ταλιμπάν εξαιτίας της προηγούμενης συνεργασίας του ενόσω ήταν στην χώρα καταγωγής του με την πολιτική ομάδα Hezb-e Watan. Ειδικότερα, δήλωσε πως οι Ταλιμπάν έστειλαν στο σπίτι του ένα απειλητικό γράμμα με το οποίο του ζητούσαν να παρουσιαστεί για εξηγήσεις στις 22 Ιουλίου 2023, το οποίο του έστειλαν οι γονείς του στο κινητό του τηλέφωνο και το οποίο επέδειξε στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον διερμηνέα ο οποίος κλήθηκε από το Δικαστήριο να μεταφράσει το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, το ανωτέρω έγγραφο συντάχθηκε στις 22/07/2023 και κλήθηκε ο Αιτητής να παρουσιαστεί στις 23/07/2023. Ο Αιτητής πρόσθεσε πως κάλεσαν για εξηγήσεις όλους όσους συμμετείχαν σε τέτοια κόμματα.».

Όσον αφορά τον ανωτέρω ισχυρισμό του Αιτητή περί ότι ο ίδιος κινδυνεύει από τους Ταλιμπάν λόγω της συμμετοχής του στην πολιτική ομάδα Watan, ισχυρισμός για τον οποίο ο ίδιος είχε παρουσιάσει και σχετική επιστολή που (φέρεται) να του απέστειλαν οι Ταλιμπάν στη χώρα του (ως αναφέρεται παραπάνω), στη σχετική απόφαση του Δ.Δ.Δ.Π. ημερ.04/10/2024 (υπόθεση αρ. 2339/23, Α.Κ.Η.Ζ. ν. Υπηρεσίας Ασύλου, απόφαση ημερ. 04/10/2024), κρίθηκε ότι (παραθέτω αυτολεξεί):

«[….]

Αναφορικά με τον ισχυρισμό που προέβαλε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο περί του κινδύνου που θα διατρέξει από τους Ταλιμπάν ένεκα της προηγούμενης συμμετοχής του στην πολιτική ομάδα Hezb-e Watan η οποία αποδεικνύεται και από επιστολή που έστειλαν οι Ταλιμπάν στο σπίτι του, με την οποία του ζητούσαν να παρουσιαστεί για εξηγήσεις στις 23/07/2023, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει αυτόν με επάρκεια συγκεκριμένων πληροφοριών, σαφήνεια και ευλογοφάνεια, ενώ και οι δηλώσεις του κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία αποκλίνουν από το περιεχόμενο της γραπτής του αγόρευσης και ένστασης, στις οποίες ισχυρίστηκε ότι έχει απειληθεί πολλές φορές από τους Ταλιμπάν και ότι κινδυνεύει από αυτούς επειδή δεν ήθελε να συνεργαστεί μαζί τους και για αυτό τον λόγο εγκατέλειψε την χώρα.

Επίσης, ως μη πειστική κρίνεται η απόκριση του σχετικά με τον λόγο για τον οποίο δεν ανέφερε τίποτα από τα παραπάνω κατά την διάρκεια της συνέντευξης του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώ τέθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό πλήθος ερωτήσεων ώστε να αναπτύξει ο Αιτητής τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, παρά ταύτα καμία αναφορά δεν έκανε σε απειλές που δέχθηκε προκειμένου να ενταχθεί στους Ταλιμπάν ενόσω διέμενε στην χώρα καταγωγής του (ισχυρισμός κατά την γραπτή αγόρευση) ή για προηγούμενη συμμετοχή σε πολιτικό κόμμα/ομάδα της προηγούμενης κυβέρνησης.

Περαιτέρω, εντοπίζω πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει την συμμετοχή του στην ανωτέρω πολιτική ομάδα, αποκρινόμενος όταν του τέθηκε σχετική ερώτηση από το Δικαστήριο γενικόλογα και αόριστα πως «ο δάσκαλος του στο σχολείο τον προσκαλούσε στέλνοντας του κάρτα όταν λάμβαναν χώρα συζητήσεις ενημερώνοντας τον για την ημερομηνία της συζήτησης» χωρίς να προσφέρει οιανδήποτε άλλη πληροφορία περί αυτών των συζητήσεων και της συμμετοχής του σε αυτό το πολιτικό κόμμα, ενώ αόριστες ήταν και οι αποκρίσεις του σχετικά με το εν λόγω πολιτικό κόμμα. Επισημαίνω, ως ανέλυσα και ανέφερα ανωτέρω, ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε δύο φορές την χώρα καταγωγής του με νόμιμα έγγραφα και άδεια των αρχών της χώρας του και εξέδωσε με μεγάλη ευκολία νέα έγγραφα προκειμένου να αναχωρήσει για δεύτερη φορά από την χώρα καταγωγής του τον Φεβρουάριο του 2023.» (βλ. ερυθρά 162-160 του Δ.Φ.).

Περαιτέρω, όσον αφορά συγκεκριμένα το έγγραφο επιστολής ημερ. 22/07/2023 που είχε παρουσιάσει τότε ο Αιτητής, στη σχετική απόφαση του Δ.Δ.Δ.Π. ημερ.04/10/2024 (υπόθεση αρ. 2339/23, Α.Κ.Η.Ζ. ν. Υπηρεσίας Ασύλου, απόφαση ημερ. 04/10/2024) σημειώθηκε ότι (παραθέτω αυτολεξεί):

«[…]

Ως εκ των ανωτέρω το έγγραφο-επιστολή που προσκόμισε ο Αιτητής, το οποίο είναι και αντίγραφο ως παρατηρώ, κρίνω πως ενόψει και της μη θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας του ως άνω καινοφανούς ισχυρισμού του περί δίωξης του από τους Ταλιμπάν, δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν πληροφορίες από το ανωτέρω έγγραφο, ενώ από μόνο του δεν αποδεικνύει ούτε την συμμετοχή του Αιτητή σε πολιτική ομάδα, ούτε την δίωξη του από τους Ταλιμπάν.». (βλ. ερυθρό 159 του Δ.Φ.).

Στο πλαίσιο της μεταγενέστερης του αίτησης, ο Αιτητής (στην ουσία) επαναλαμβάνει τους (ανωτέρω) ισχυρισμούς του, ως τους πρόβαλε στην προηγούμενη προσφυγή του, περί του ότι κινδυνεύει η ζωή του στη χώρα καταγωγής του από τους Ταλιμπάν εξαιτίας της (κατ’ ισχυρισμό) ενεργής συμμετοχής του ιδίου στην πολιτική παράταξη Watan στο Αφγανιστάν, καταγράφοντας επίσης, ότι του απέστειλαν κλήσεις αρκετές φορές και ότι σε περίπτωση επιστροφής του θα τον σκοτώσουν οι Ταλιμπάν. Πρόσθεσε ότι έχουν σκοτώσει ήδη κάποιους φίλους του.

Παράλληλα, ο αιτητής κατέγραψε ότι θα παρουσιάσει σχετική κλήση από την επιτροπή στρατιωτικών υποθέσεων (βλ. ερυθρά 193-194 του Δ.Φ.).

Το προσκομισθέν έγγραφο ημερ.20/07/2023, φέρεται να αποτελεί επιστολή από την εν λόγω επιτροπή στρατιωτικών υποθέσεων των Ταλιμπάν, στην οποία καταγράφεται ότι οι Ταλιμπάν έδωσαν αρκετές προειδοποιήσεις στον αιτητή για να αποχωρήσει από το καθεστώς μέλους του κόμματος Watan, ωστόσο ως καταγράφεται δεν τους άκουσε και ενόψει τούτου τον καλούσαν να παρουσιαστεί ενώπιον τους στις 21/07/2023,αλλιώς θα αντιμετώπιζε σοβαρή τιμωρία και θάνατο, ως αναφέρεται σε αυτήν. (βλ. ερυθρό 193 -194 του Δ.Φ.).

Η αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, μετά από εξέταση των πιο πάνω ισχυρισμών του Αιτητή στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής του, εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτησή του κριθεί απαράδεκτη δυνάμει του άρθρου 16 (Δ) του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. ερυθρό 210 του Δ.Φ.), όπου ακολούθως αποφασίστηκε η απόρριψη της εν λόγω μεταγενέστερης αίτησης, ως απαράδεκτης (βλ. ερυθρό 215 του Δ.Φ.).

Συγκεκριμένα, στη σχετική Έκθεση/Εισήγηση της, η εν λόγω λειτουργός διέκρινε κατά την προκαταρκτική εξέταση, ότι τα όσα προβάλλει ο Αιτητής στη μεταγενέστερη του αίτηση δεν αποτελούν νέους ισχυρισμούς, αλλά επανάληψη των ίδιων ισχυρισμών που είχε προβάλει στο Δ.Δ.Δ.Π. (κατά την προηγούμενη προσφυγή του). Ειδικότερα δε, όσον αφορά το έγγραφο που προσκόμισε ο Αιτητής με τη μεταγενέστερη του αίτηση, η λειτουργός παρατήρησε ότι αυτό αποτελεί μεταφρασμένο αντίγραφο επιστολής ημερ.20/07/2023, σημειώνοντας πως το γεγονός τούτο εγείρει προβληματισμό ως προς το λόγο για τον οποίο ο Αιτητής δεν παρουσίασε την αυθεντική επιστολή, καθώς επίσης, ως προς την ίδια τη μετάφραση του εγγράφου, δεδομένα που καθιστούν αδύνατη την επαλήθευση και την ταυτότητα του αποστολέα, ούτε δε, προκύπτει από κάπου, η αυθεντικότητα και γνησιότητα του εν λόγω εγγράφου. Επιπλέον, η λειτουργός διέκρινε πως δεν υφίστανται λόγοι που να αιτιολογούν το γιατί ο Αιτητής δεν είχε προσκομίσει το εν λόγω έγγραφο ημερ.20/07/2023 ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π. (κατά την προηγούμενη προσφυγή του), όπου δε, είχε προσκομίσει παρόμοιο έγγραφο ημερ.22/07/2023, ενώ ούτε ο ίδιος αναφέρθηκε στη μεταγενέστερη του αίτηση στην εν λόγω επιστολή ημερ.22/07/2023 την οποία είχε παρουσιάσει στο Δ.Δ.Δ.Π. Συνάμα, η λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής στη μεταγενέστερη του αίτηση, δεν αναφέρθηκε στους λόγους που δεν προσκόμισε το έγγραφο ημερ.20/07/2023 νωρίτερα, αλλά ούτε ανέφερε το πότε και πως ο ίδιος εξασφάλισε το εν λόγω έγγραφο. Καταλήγοντας, η λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, διαπίστωσε πως το εν λόγω έγγραφο ημερ.20/07/2023, δεν δύναται να αποτελέσει ενισχυτικό στοιχείο επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών του Αιτητή κατά τη μεταγενέστερη του αίτηση. (βλ. ερυθρά 212-211 του Δ.Φ.).

Για σκοπούς εξέτασης του νομοθετικού πλαισίου που εφαρμόζεται στα μεταγενέστερα αιτήματα, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 το οποίο καθορίζει τη διαδικασία υποβολής μεταγενέστερης αίτησης, ως κατωτέρω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

«16Δ.-(1)(α)  Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο

(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii)  νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

(β)  Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

(2)  Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης.  Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων.

(3)(α)  Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»

Το άρθρο 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

«12Βτετράκις.-...

(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-

[.]

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ...».

Από τα πιο πάνω άρθρα συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση, για να εξετάσει το παραδεκτό της αίτησης, προκειμένου να διαπιστώσει:

α) κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή,  νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης. Αν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη.  

β) αν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε θα προχωρήσει σε ουσιαστική εκτίμηση των τυχόν νέων ισχυρισμών μόνο εφόσον  ικανοποιηθεί πως τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και ο αιτητής χωρίς δική του υπαιτιότητα δεν υπέβαλε τα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία. Επομένως, αν ο προϊστάμενος κρίνει ότι από τα νέα στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν αυξάνονται οι πιθανότητες χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή και από δική του υπαιτιότητα δεν τα υπέβαλε κατά την προηγούμενη διαδικασία τότε θα απορρίψει την μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.

Προκύπτει επίσης, από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου, ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης για την οποία λήφθηκε ήδη απόφαση από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης.

Επομένως το μόνο που παραμένει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι αν ορθώς κρίθηκε από την αρμόδια αρχή ως απαράδεκτο το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή για επανεξέταση του φακέλου της υπόθεσής του.

Στην απόφαση του ΔΕΕ, στην υπόθεση αρ.C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ημερ.09/09/2021, ξεκαθαρίστηκε ότι η έννοια «νέα στοιχεία ή πορίσματα», τα οποία «έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα», κατά τη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει τα στοιχεία ή τα πορίσματα που προέκυψαν μετά την οριστική περάτωση της διαδικασίας που είχε ως αντικείμενο προγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, καθώς και τα στοιχεία ή τα πορίσματα τα οποία υφίσταντο μεν ήδη πριν από την περάτωση της διαδικασίας, αλλά δεν προβλήθηκαν από τον αιτούντα (βλ. σκέψεις 31 έως 44).

Στην απόφαση του ΔΕΕ, στην υπόθεση αρ.C-651/19, JP v Commissaire general aux réfugiés et aux apatrides, ημερ.09/09/2020, λέχθηκαν τα εξής:

«……..60     Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ' ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του…..»

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό που αφορά την παρούσα υπόθεση, διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί που επικαλέστηκε ο Αιτητής κατά την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματός του, παρότι είναι ισχυρισμοί που δεν προβλήθηκαν κατά την υποβολή της πρώτης αίτησης ασύλου του, εντούτοις, πρόκειται στην ουσία για επανάληψη των ισχυρισμών που ο ίδιος είχε προβάλει στα πλαίσια προηγούμενης προσφυγής του με αρ. 2339/23 ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π. κατά της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης του επι του πρώτου αιτήματος του για άσυλο, οι οποίοι εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο ως προκύπτει από την προαναφερθείσα δικαστική απόφασή του Δ.Δ.Δ.Π. ημερ. 04/10/2024 (ως αναλύθηκε ανωτέρω), απόφαση που αποτελεί (πλέον) δεδικασμένο.

Επομένως, οι εν λόγω ισχυρισμοί που καταγράφηκαν στην μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή, εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν από το Δ.Δ.Δ.Π. στα πλαίσια της προσφυγής με αρ. 2339/23 και το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε οποιοδήποτε περαιτέρω έλεγχο λόγω δεδικασμένου και ενόψει τούτου καταλήγω ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αποτελούν νέα στοιχεία ή πορίσματα που χρήζουν εξέτασης σε σχέση με αυτά που ήδη εξετάστηκαν από το Δ.Δ.Δ.Π. στα πλαίσια της προαναφερθείσας προσφυγής κατά την εξέταση της πρώτης απορριπτικής απόφασης επι του αιτήματος ασύλου του αιτητή.

Περαιτέρω, όσον αφορά την επιστολή ημερ.20/07/2023, που υπέβαλε ο Αιτητής στην Υπηρεσία Ασύλου στα πλαίσια της μεταγενέστερης του αίτησης (βλ. ερυθρό 193 του Δ.Φ.), ως εμφαίνεται, αυτή παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες ως προς το περιεχόμενό της καθώς και πολύ κοντινές αναφερόμενες ημερομηνίες, με το έγγραφο επιστολής ημερ.22/07/2023 που είχε παρουσιάσει ο Αιτητής ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π. στα πλαίσια της προηγούμενης προσφυγής του, ως καταγράφηκε στην ανωτέρω δικαστική απόφαση.

Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, ως προς την εν λόγω επιστολή ημερ. 20/07/2023, που προσκόμισε ο Αιτητής κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης του, παρατηρώ ότι αποτελεί υποστηρικτικό έγγραφο των ισχυρισμών του που προβλήθηκαν κατά την προγενέστερη αίτηση ασύλου του κατά το στάδιο εξέτασης της προσφυγής του με αρ. 2339/2023, αναφορικά με τον ισχυριζόμενο φόβο και κίνδυνο κατά της ζωής του από τους Ταλιμπάν λόγω της συμμετοχής του στην πολιτική παράταξη Watan στο Αφγανιστάν και ο αιτητής όφειλε να τα παρουσιάσει σε προγενέστερο στάδιο προς εξέταση.

Επομένως, από την εν λόγω επιστολή, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι σκοπό έχει να στηρίξει τους ισχυρισμούς του που προβλήθηκαν κατά την προσφυγή του ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π. και επομένως ο αιτητής είχε την δυνατότητα να τα προσαγάγει στα πλαίσια της προσφυγής του αλλά εξ υπαιτιότητας του ιδίου δεν τα πρόβαλε σε προγενέστερο στάδιο και δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π προς εξέταση. Συνάμα, παρατηρείται επιπρόσθετα ότι ουδόλως ο ίδιος αναφέρει τους λόγους που αυτή δεν είχε παρουσιαστεί ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π. κατά τη διαδικασία της προηγούμενης προσφυγής του (κατά την οποία μάλιστα, ο ίδιος είχε προσκομίσει παρόμοια επιστολή ημερ.22/07/2023). Ενόψει τούτων, το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε οποιοδήποτε περαιτέρω έλεγχο επί του περιεχομένου του.

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι βασικές προϋποθέσεις προς εξέταση της ουσίας του μεταγενέστερου αιτήματος, ως αναφέρονται στη νομοθεσία που έχει παρατεθεί ανωτέρω, και ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κατά το προκαταρκτικό στάδιο, ως απαράδεκτη.

Συνακόλουθα, και ενόψει των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων, δεν διαπιστώνω μη διενέργεια δέουσας έρευνας από μέρους της Διοίκησης. Κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη δεόντως στην απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα και δια τούτο, κατά την λήψη της απόφασης.

Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί μη επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι παρατηρώ ότι στην σχετική Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού όσο και στην απόφαση των καθ' ων η αίτηση αναφέρονται επαρκώς οι λόγοι, νομικοί και πραγματικοί, για τους οποίους απορρίφθηκε η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση ασύλου. Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη. Κρίνω ότι η επίδικη πράξη είναι ορθή.

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο