U. W. O. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: Τ234/26, 31/7/2026
print
Τίτλος:
U. W. O. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: Τ234/26, 31/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: Τ234/26

 

31 Ιουλίου, 2026

 [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

U. W. O. από Νιγηρία και τώρα Λευκωσία

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Ο Αιτητής Παρών.

Μ. Σταυρινίδου (κα) παρούσα για διερμηνεία από την Ελληνική στην Αγγλική και αντίστροφα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 26/05/26 η οποία του κοινοποιήθηκε στις 27/05/26, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη του αίτηση ως απαράδεκτη.  

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 31/05/21, στις 28/02/22 διεξήχθη συνέντευξή του, στις 02/03/22 ετοιμάστηκε σχετική έκθεση/εισήγηση και ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης στις 17/03/22. Με επιστολή ημερομηνίας 12/04/22 (του κοινοποιήθηκε αυθημερόν) ο Αιτητής ενημερώθηκε για την απόρριψη του αιτήματός του. Ακολούθως ο Αιτητής καταχώρησε προσφυγή με αριθμό 2312/22 η οποία απορρίφθηκε κατά ή περί τον 5ο/2025. Στις 09/07/25, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση, ακολούθησε έκθεση/εισήγηση ημερομηνίας 10/07/25 και απόφαση απόρριψης στις 24/07/25. Με επιστολή ημερομηνίας 05/08/25 (του κοινοποιήθηκε αυθημερόν) ο Αιτητής ενημερώθηκε για την απόρριψη του μεταγενέστερου αιτήματός του και ακολούθως καταχώρησε την προσφυγή αρ. Τ359/25 η οποία απορρίφθηκε στις 25/02/26 λόγω μη προώθησής της. Ο Αιτητής υπέβαλε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση στις 21/04/26, ακολούθησε έκθεση/εισήγηση ημερομηνίας 24/04/26 και απόφαση απόρριψης της ως απαράδεκτη αυθημερόν. Ο Αιτητής ενημερώθηκε για την απόρριψη του δεύτερου μεταγενέστερου αιτήματός του με επιστολή ημερομηνίας 26/05/26 η οποία του κοινοποιήθηκε στις 27/05/26,  απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Με τη προσφυγή του ο Αιτητής καταγράφει ότι ο πατέρας του ανήκε στο «Eastern Security Networking» το οποίο είναι παρακλάδι του κινήματος για την ανεξαρτησία της Biafra. Τον Αύγουστο 2020, ο στρατός επιτέθηκε στο σπίτι του Αιτητή με αποτέλεσμα το θάνατο της αδερφής του και την εξαφάνιση του πατέρα του. Ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα για να σώσει τη ζωή του. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία ο Αιτητής υιοθέτησε το περιεχόμενο της μεταγενέστερης αίτησής του.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Η παρούσα υπόθεση αφορά απόρριψη δεύτερου μεταγενέστερου αιτήματος του Αιτητή για διεθνή προστασία το οποίο εξετάστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στη βάση του Άρθρου 12Βτετράκις και Άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Όπως ορίζεται στο σχετικό Άρθρο 16Δ του Νόμου δεν θεωρείται οτιδήποτε το οποίο υποβλήθηκε ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Αυτό το οποίο πρωτίστως αξιολογείται από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στα πλαίσια παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης είναι κατά πόσο ο αιτών υπέβαλε νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης επί του αρχικού αιτήματος του. Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτών δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη. Εάν δε διαπιστωθεί ότι υπέβαλε νέα στοιχεία, δεν καθίσταται υποχρεωτικό για τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου να προβεί πάντα σε νέα κλήση του ενδιαφερόμενου σε συνέντευξη καθότι θα πρέπει τα στοιχεία αυτά (α) να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης σ΄ αυτόν του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και (β) ο αιτών - ενδιαφερόμενος προκύπτει να αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη και/ή αρχική διαδικασία εξέτασης ασύλου. Οι πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου ενσωματώθηκαν στην εθνική νομοθεσία σε σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[1]. Η μεθοδολογία προκαταρκτικής αξιολόγησης επί των μεταγενέστερων αιτήσεων και/ή οι προϋποθέσεις για απόφαση επί του παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης επιβεβαιώνονται και στην απόφαση ΔΕΕ C-921/19, LH v Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ημερ.10/06/2021, ήτοι:

 

«34     Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.

35      Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.

36      Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ’ αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

37      Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.

38      Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»

 

(ο τονισμός δικός μου)

 

Πρόσθετα των πιο πάνω, σημαντικότατη πρόνοια που περιλαμβάνεται στο Άρθρο 42 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και τυγχάνει εφαρμογής στις μεταγενέστερες αιτήσεις προβλέπει ότι (α) ο αιτών έχει υποχρέωση να αναφέρει τα γεγονότα και να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη νέα διαδικασία, και (β) επιτρέπεται η διεξαγωγή της προκαταρκτικής εξέτασης μόνο βάσει γραπτών παρατηρήσεων χωρίς να απαιτείται η εκ νέου προσωπική συνέντευξη του αιτούντα.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός που εξέτασε το δεύτερο μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή, ετοίμασε σημείωμα (ερυθρά 126-122 του διοικητικού φακέλου στο εξής «Δ.Φ.») με εισήγηση όπως η μεταγενέστερη αίτηση κριθεί ως απαράδεκτη. Γίνεται εκτενής περιγραφή από τον λειτουργό στο σχετικό σημείωμα αναφορικά με την αρχική διαδικασία ασύλου, τους λόγους που έγινε επίκληση από τον Αιτητή στην πρώτη αίτηση ασύλου του, ότι η απόφαση επί της αρχικής αίτησης του κοινοποιήθηκε σε αυτόν ο οποίος την προσέβαλε αλλά μετέπειτα απορρίφθηκε η προσφυγή του λόγω μη προώθησης της και ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αρχικού αιτήματος του κατέστη τελική. Ο Αιτητής με το δεύτερο μεταγενέστερο αίτημα που υπέβαλε, κατέγραψε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη Νιγηρία καθώς ο νιγηριανός στρατός συνεχίζει να στοχοποιεί τα μέλη της οικογένειάς του λόγω της ανάμειξης του πατέρα του στο κίνημα «ΙΡΟΒ». Σύμφωνα με τον Αιτητή μέλη της οικογένειάς του υφίστανται κακοποίηση και ο ίδιος βρίσκεται σε κίνδυνο λόγω αποδιδόμενων πολιτικών πεποιθήσεων. Επιπρόσθετα κατέγραψε ότι κατά την επίθεση σκοτώθηκε η αδερφή του και σε μεταγενέστερο στάδιο ο αδερφός του (ερυθρό 112 ΔΦ).

 

Καταρχάς, σε πλήρη σύμπνοια με τα συμπεράσματα του λειτουργού, δεν προβληθήκαν οποιοιδήποτε λόγοι από τον Αιτητή που να δικαιολογούν το επανάνοιγμα και/ή την κλήση του σε συνέντευξη και/ή την επανεξέταση επί της ουσίας της αίτησης του. Ούτε θεωρώ, σε συνάρτηση με τα ευρήματα του λειτουργού ότι έχουν στην προκειμένη περίπτωση προσκομιστεί στην ουσία νέα στοιχεία ή πορίσματα εφόσον ως ορθώς αξιολογήθηκαν με γραπτές παρατηρήσεις από τον λειτουργό-εξεταστή της υπόθεσης οι ουσιώδεις ισχυρισμοί που συνδέονται με τα προσκομισθέντα στοιχεία εξετάστηκαν και στην αρχική του αίτηση και απορρίφθηκαν ως εσωτερικά αναξιόπιστοι. Ούτε θεωρώ ότι με τους ισχυρισμούς που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία υποδείχθηκαν σημεία επί της έκθεσης/σημειώματος που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των στα πλαίσια της 2ης μεταγενέστερης αίτησης. Ούτε δε αποτελούν λόγοι που αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας ή μπορούν να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Στην νεότερη απόφαση του ΔΕΕ C-563-22, SN, LN κατά Zamestnik -predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 13/06/2024, γίνεται επανάληψη της νομολογίας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι η αρμόδια αποφαινόμενη αρχή περιορίζεται να ελέγχει αν υφίστανται στοιχεία ή πορίσματα που δεν εξετάσθηκαν στο πλαίσιο της απρόσβλητης πλέον αποφάσεως επί της προηγούμενης αιτήσεως και, αφετέρου, αν τα νέα αυτά στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν αφ' εαυτών ουσιωδώς την πιθανότητα υπαγωγής του αιτούντος σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, μόνον κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού της μεταγενέστερης αιτήσεως. Οι απλές και μόνο ελλιπείς αναφορές του στα πλαίσια της 2ης μεταγενέστερης του αίτησης, στοιχεία που προβλήθηκαν και στην 1η μεταγενέστερη του αίτηση η οποία απορρίφθηκε επίσης ως απαράδεκτη, δεν είναι επαρκείς για να κριθεί παραδεκτό το αίτημα του. Όπως προκύπτει από την απόφαση ΔΕΕ C-651/19, JP v Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, ημερ.02/09/2020, το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής που αφορά μεταγενέστερο αίτημα αξιολογεί κατά πόσο:

 

«58. Στο πλαίσιο αυτό επισημαίνεται, πρώτον, αφενός, ότι πριν από κάθε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας προηγείται μια πρώτη αίτηση η οποία έχει οριστικώς απορριφθεί, στο πλαίσιο της οποίας η αρμόδια αρχή διενήργησε εξαντλητική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει αν ο αιτών πληρούσε τις προϋποθέσεις για την παροχή διεθνούς προστασίας. Αφετέρου, πριν καταστεί απρόσβλητη η απορριπτική απόφαση, ο αιτών έχει δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατά της απόφασης αυτής.

59. Σημειώνεται συναφώς ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 40 της οδηγίας 2013/32, η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας αποσκοπεί στην υποβολή, από τον ενδιαφερόμενο αιτούντα, νέων στοιχείων ή πορισμάτων σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αίτησης, τα οποία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Όταν η προκαταρκτική εξέταση στην οποία υποβάλλεται μια τέτοια αίτηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου II της οδηγίας αυτής. Αντιθέτως, όταν από την προκαταρκτική εξέταση δεν προκύπτουν τέτοια στοιχεία ή πορίσματα, η εν λόγω αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 2 στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2013/32.

60. Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ' ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του.»

 

(ο τονισμός δικός μου)

 

Ως εκ των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε μετά από έρευνα και δεν διαπιστώνεται πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της (Βλέπε  Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ). Η δε προσβαλλόμενη απόφαση είναι αιτιολογημένη, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου της, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270).

 

Είναι εμφανές από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ότι η 2η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή υποβλήθηκε καταχρηστικά και/ή είναι αντίθετη με τους σκοπούς του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και τις σχετικές πρόνοιες που θεσπίσθηκαν αναφορικά με τις μεταγενέστερες αιτήσεις. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η Προσφυγή 2312/22 απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας περί τον 5ο/25, σε 2 μήνες μετά υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα (χωρίς λόγους που αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας), καταχώρησε νέα προσφυγή μετά την απόρριψη με αριθμό Τ359/25 η οποία απορρίφθηκε τον 2ο/26, υπέβαλε 2η μεταγενέστερη αίτηση τον 4ο/26 (παρούσα υπόθεση) και παραμένει στο έδαφος της Δημοκρατίας χωρίς να διευθετήσει την παραμονή του και/ή  παράνομα διαμένει από τον 5ο/25 χωρίς να ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο απομάκρυνσης του από τις αρμόδιες αρχές. 

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και καταχρηστική με €1600 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

                             

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 



[1]  της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο