ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.Τ287/26
13 Ιουλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α. D.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Α. Κιρακόζοβα - Δικηγόρος για τον αιτητή
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δοθείσα αυθημερόν)
Μονομερής Αίτηση ημ.08/07/26
Η παρούσα μονομερής αίτησε καταχωρήθηκε και εκδικάζεται στη βάση του αρ.8 (1Α) του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(I)/2000 και Κ.13 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), στη βάση δε του Κ.17 «[οι] περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023, όπως αυτοί ισχύουν, και ως εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών και εφόσον οι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο, σε κάθε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται στους παρόντες Κανονισμούς ή εκτός εάν το Δικαστήριο άλλως ήθελεν ορίσει».
Στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, Μέρος 25.6, ορίζεται ότι ενδιάμεση αίτηση εκδικάζεται στη βάση της ένορκης δήλωσης (ΕΔ) που την υποστηρίζει, η οποία θα πρέπει να «παραθέτει τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο αιτητής για την απαίτηση εναντίον του καθ’ ου η αίτηση, περιλαμβανομένων όλων των ουσιωδών γεγονότων προς υποστήριξη της αίτησης τα οποία πρέπει να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου.». Και εδώ λοιπόν η υπό κρίση αίτηση θα εξεταστεί με βάση τα όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που τη στηρίζει και στο δικόγραφο της προσφυγής.
Σημειώνω ότι θεωρώ πως η παρούσα αποτελεί μία ιδιάζουσα περίπτωση μονομερούς αιτήσεως, η οποία από τη φύση της συνιστά ένα sui generis ένδικο μέσο, το οποίο θα εξεταστεί με βάση τις δικές του ιδιαίτερες προϋποθέσεις, όπου το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια και η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα γεγονότα που την περιβάλλουν.
Τελικό μέτρο στάθμισης και σημείο αναφοράς βεβαίως για την έγκριση αιτήματος ως το εδώ υπό κρίση δεν μπορεί να είναι άλλο από την διασφάλιση του δικαιώματος σε πραγματική προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας (που είναι η επίδικη στην προσφυγή), ως αυτό κατοχυρώνεται στο αρ.46 Οδηγίας 2013/32/ΕΕ (Οδηγία), στο αρ.47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης) και η εφαρμογή της Αρχής της μη Επαναπροώθησης, ως κατοχυρώνεται στο αρ.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και στο αρ.19 (2) του Χάρτη, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να συνυπολογιστούν και να σταθμιστούν και τυχόν άλλες παράμετροι.
Ενόψει των ως άνω θεωρώ ότι σε περίπτωση που, ως εν προκειμένω, επίδικη (στην προσφυγή) είναι απόφαση επί μεταγενέστερης αιτήσεως, που σημαίνει ότι η απόφαση επιστροφής έχει ήδη εκδοθεί – εν προκειμένω προ 3 και πλέον ετών - στα πλαίσια της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως ασύλου (εδώ στις 28/02/23, βλ. σελ.1 «Απόφαση Α΄ Βαθμού […]» - συνημμένο προσφυγής), η εξέταση δυνητικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή (κατ’ εφαρμογή της Αρχής της μη επαναπροώθησης) συνδέεται εκ των πραγμάτων και με τις διαφαινόμενες πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ως άνω δύο βασικοί παράμετροι που σταθμίζονται συνιστούν κατ’ αναλογία εφαρμογή της πάγιας νομολογίας του «κλασσικού διοικητικού», αφού η μεν εξέταση των διαφαινόμενων πιθανοτήτων επιτυχίας της προσφυγής θεωρώ πως αντιστοιχεί στο έλεγχο του κατά πόσο προκύπτει έκδηλη παρανομία και ο δε έλεγχος του κατά πόσο (τυχόν απομάκρυνση του αιτητή) θα είναι κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και του δικαιώματος σε πραγματική προσφυγή αντιστοιχεί στην εξέταση του κατά πόσο (σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος) ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά.
Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C239/14, Abdoulaye Amadou Tall, EU:C:2015:824, ημ.17/12/15, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«57. Αντιθέτως, εάν στο πλαίσιο της εξετάσεως αιτήσεως ασύλου προγενέστερης ή μεταγενέστερης σε σχέση με απόφαση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, ένα κράτος μέλος λάβει εις βάρος του οικείου υπηκόου τρίτης χώρας απόφαση επιστροφής κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας 2008/115, ο εν λόγω υπήκοος θα πρέπει να είναι σε θέση να ασκήσει κατά της αποφάσεως αυτής το δικαίωμά του πραγματικής προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας αυτής.
58. Επ’ αυτού, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, σε κάθε περίπτωση, η προσφυγή πρέπει οπωσδήποτε να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα οσάκις ασκείται κατά αποφάσεως επιστροφής, η εκτέλεση της οποίας είναι ικανή να εκθέσει τον οικείο υπήκοο τρίτης χώρας σε σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση, κατά τρόπο που να διασφαλίζεται, έναντι του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας, η τήρηση των απαιτήσεων των άρθρων 19, παράγραφος 2, και 47 του Χάρτη (βλ., συναφώς, απόφαση Abdida, C‑562/13, EU:C:2014:2453, σκέψεις 52 και 53).
59. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η έλλειψη ανασταλτικού αποτελέσματος κατά αποφάσεως όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η εκτέλεση της οποίας δεν είναι ικανή να εκθέσει τον οικείο υπήκοο τρίτης χώρας σε κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, δεν συνιστά προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 39 της οδηγίας 2005/85, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 19, παράγραφος 2, και 47 του Χάρτη. »
Σημειώνεται εδώ ότι στην παρούσα έχει εκδοθεί απόφαση τερματισμού δικαιώματος παραμονής στα πλαίσια (επίδικης) απόφασης επί μεταγενέστερης αιτήσεως στη βάση των προνοιών του αρ.16Δ (4) (β) [και αρ.41 (1) (α) Οδηγίας 2013/32/ΕΕ], όπου δίδεται το δικαίωμα στον Προϊστάμενο να το πράξει σε περίπτωση που αιτητής «έχει υποβάλει πρώτη μεταγενέστερη αίτηση, η οποία δεν εξετάζεται περαιτέρω βάσει του άρθρου 40 παράγραφος 5, απλώς για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση απόφασης, η οποία θα οδηγούσε στην άμεση απομάκρυνσή του από το συγκεκριμένο κράτος» νοουμένου βεβαίως ότι τυχόν «απόφαση επιστροφής […] δεν συνεπάγεται άμεση ή έμμεση επαναπροώθηση» [βλ. και επιφύλαξη αρ.41 (1) Οδηγίας 2013/32/ΕΕ]. Η εν λόγω πρόνοια επιβεβαιώνει ότι τελικό σημείο αναφοράς κατά την εξέταση αιτήσεων ως η παρούσα αποτελεί σε κάθε περίπτωση η Αρχή της μη Επαναπροώθησης, λαμβανομένου δε υπόψη πάντοτε, του γεγονότος ότι – ως και στην προκείμενη περίπτωση – το δικαίωμα παραμονής έχει ήδη τερματιστεί (εδώ προ πολλού), ως αποτέλεσμα απορρίψεως ως απαράδεκτης μεταγενέστερης αιτήσεως.
Άλλωστε δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι οι εξαιρέσεις που προνοεί το επίδικο αρ.8 (1Α) από το αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα κατόπιν άσκησης ένδικου βοηθήματος κατά της απόφασης απόρριψης μιας αιτήσεως διεθνούς προστασίας (το οποίο είναι ο κανόνας) προβλέπονται σε συγκεκριμένες και μόνο περιπτώσεις, ως εκεί εξαντλητικά αναφέρονται [βλ. και αρ.46 (6) Οδηγίας 2013/32/ΕΕ], όπου ο νομοθέτης, θεώρησε ότι δεν υφίσταται – κατά κανόνα – επιτακτική ανάγκη για παροχή αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος εκκρεμούσης της προσφυγής προκειμένου να διασφαλισθεί ότι «το ένδικο μέσο [που ασκείται] παράγει αποτελέσματα στην περίπτωσή του» [βλ. συναφώς αιτ. σκέψη 30, Οδηγία 2013/32/ΕΕ].
Ας σημειωθεί ότι είναι δέον όπως, στην απουσία οιουδήποτε άλλου στοιχείου ενώπιον του Δικαστηρίου, να συνάπτεται σε αιτήσεις ως η παρούσα η επίδικη (στην προσφυγή) μεταγενέστερη αίτηση και η όποια προηγηθείσα αυτής αίτηση διεθνούς προστασίας ή να γίνεται αναφορά σε αυτές στα πλαίσια της μαρτυρίας που υποστηρίζει την αίτηση, το οποίο δεν γίνεται εν προκειμένω.
Θα πρέπει δε τέλος να τονισθεί ότι η ανάγκη να καταδειχθεί ειδικός και συγκεκριμένος κίνδυνος, εκ του οποίου ο αιτητής ισχυρίζεται ότι απειλείται, καθώς και της έκτασης το κινδύνου αυτού καθίσταται έτι επιτακτικότερη όταν η χώρα καταγωγής του έχει, ως και εν προκειμένω, καθοριστεί ως ασφαλής χώρα ιθαγενείας δια της Κ.Δ.Π. 242/2026 και συνεπώς θεωρείται - κατά τεκμήριο - ασφαλής, λαμβανομένης υπόψη της τήρησης των δικαιωμάτων και ελευθερίων, της ύπαρξης συμβατής προς τα δικαιώματα αυτά νομοθεσίας, της αποτελεσματικής εφαρμογής της νομοθεσίας αυτής και της ύπαρξης μηχανισμού πραγματικής προσφυγής κατά παραβάσεων δικαιωμάτων και ελευθεριών στη χώρα αυτή.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση έχουν ως εξής.
Ως διαφαίνεται στην απόφαση επί της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης (συνάπτεται στην προσφυγή) ο αιτητής εισήλθε στη Δημοκρατία στις 08/02/21, κατά την 1η αίτηση ασύλου που υπέβαλε ανέφερε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του άρχισε διαμάχη μεταξύ του ίδιου και των ετεροθαλών του αδελφών με αντικείμενο την κληρονομητέα περιουσία (του αποβιώσαντος πατέρα του) και υπήρξαν απόπειρες δολοφονίας κατά του αιτητή. Η αίτηση αυτή είχε απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού οι ισχυρισμοί του αιτητή κρίθηκαν αναξιόπιστοι, και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή (ημ.28/02/23), η δε προσφυγή κατά της απόφασης αυτής (υπ. αρ.1859/23) απορρίφθηκε (λόγω μη προώθησης) από το Δικαστήριο στις 24/01/24. Έκτοτε ουδέν έπραξε ο αιτητής μέχρι που, στις 28/05/26, περί τα 2 ½ χρόνια αφότου απορρίφθηκε το τελευταίο διάβημα του (προσφυγή αρ.1859/23), ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη (στην με τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγή) μεταγενέστερη αίτηση, στην οποία – ως και πάλι καταγράφεται επί της επίδικης απόφασης (σελ.4) – ο αιτητής επικαλέστηκε και πάλι ότι δέχεται απειλές, ισχυρισμοί που – ως κρίθηκε – δεν αποτελούν νέα στοιχεία. Για τον λόγο αυτό η αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και, ενόψει της προηγούμενης απόφαση επιστροφής, το δικαίωμα παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία τερματίστηκε ρητά, στη βάση του αρ.16 (4) (β) (i) του Νόμου.
Στην προσφυγή ο αιτητής επισυνάπτει αντίγραφο εγγράφου το οποίο φέρεται να έχει συνταχθεί στις 11/06/25 και το οποίο περιέχει δήλωση από αστυνομικό σταθμό όπου παρατίθεται μια πολύ σύντομη αναφορά σε περιουσιακή διαμάχη στην οικογένεια του αιτητή (2019-2020), η οποία, ως καταγράφεται, «πρόσφατες πληροφορίες δεικνύουν ότι […] έχει επανέλθει στην επιφάνεια» και έτσι «εγείρονται σοβαροί προβληματισμοί σχετικά με την προσωπική ασφάλεια του [αιτητή]». Ουδείς λόγος γίνεται αναφορικά με την πηγή εκ της οποίας έλαβε γνώση όσων (όλως γενικώς, χωρίς καμία λεπτομέρεια) ο φερόμενος συντάκτης του εν λόγω εγγράφου αναφέρει σχετικά με το αφήγημα του αιτητή. Σύμφωνα δε με την ένορκη δήλωση δικηγόρου που συνεργάζεται με το γραφείο της δικηγόρου του αιτητή (στην οποία επισυνάπτεται το εν λόγω έγγραφο) «δεν ήταν εφικτό να επισυναφθεί κατά το στάδιο της υποβολής της μεταγενέστερης του αίτησης στην Υπηρεσία Ασύλου στις 28/05/26, καθότι [αυτός] το έλαβε μεταγενέστερα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείο (email)». Επισυνάπτει προς τούτο σχετική εκτύπωση από εφαρμογή email (στο κινητό), όπου εμφανίζεται να έχει σταλεί email (από άγνωστο αποστολέα) με συνημμένο το ως άνω έγγραφο.
Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση (η οποία – ομοίως με την ως άνω ένορκη δήλωση – γίνεται από δικηγόρο που συνεργάζεται με το γραφείο της δικηγόρου του αιτητή) αναφέρεται ότι δεν έγινε δέουσα έρευνα κατά την απόφαση επί της μεταγενέστερης αίτησης, η επίδικη απόφαση είναι προϊόν πλάνης και είναι έκδηλα παράνομη, δεδομένου του ότι, ως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, το αίτημα του αιτητή είναι γνήσιο. Περαιτέρω αναφέρει ότι η ζημία που θα προκληθεί (αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα) είναι ανεπανόρθωτη, αφού - ως εισηγείται - ο αιτητής «ενδέχεται να κινδυνέψει και να υποστεί βασανιστήρια, ταπεινωτικό εξευτελισμό και καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του από την οικογένεια του σε περίπτωση επιστροφής του». Συνεπώς, ως τέλος εισηγείται η ενόρκως δηλούσα, «για σκοπούς διασφάλισης της αποτελεσματικότητας της παρούσας προσφυγής, καθώς και της διασφάλισης της μη επαναπροώθησης του στην Γκάμπια […] είναι επείγον, ορθό, δίκαιον και προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης όπως εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα έτσι ώστε να εξασφαλιστέι η παραμονή του […] στη Δημοκρατία, καθώς και η ασφάλεια του, μέχρι ολοκληρωτικής εκδίκασης της παρούσας προσφυγής του.».
Αγορεύοντας προφορικά στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας η συνήγορος του αιτητή, εμμένοντας στην ανάγκη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ανέφερε ότι θα προκληθεί - σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα - ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτητή (σε περίπτωση σύλληψης, κράτησης ή απομάκρυνσης του) και θα πληγεί η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη, σημειώνοντας ότι η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση του είναι γνήσια και, ως αυτή εισηγήθηκε, είναι προς το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα ως πιο πάνω καταγράφονται παρατηρώ τα εξής.
Ο αιτητής, αφότου απορρίφθηκε η 1η αίτηση ασύλου που αυτός υπέβαλε αλλά και η προσφυγή που άσκησε στο Δικαστήριο κατά της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως του, ουδέν έπραξε για περίπου 2 ½ έτη, μέχρι που υπέβαλε την εδώ επίδικη μεταγενέστερη αίτηση του, επί της οποίας ουδέν ανέφερε που να συνιστά νέο στοιχείο, με αποτέλεσμα αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Στα πλαίσια δε της παρούσας προσφυγής αλλά και της υπό κρίση ενδιάμεσης αιτήσεως το μόνο που παραθέτει είναι το έγγραφο που επισυνάπτει στην προσφυγή (το περιεχόμενου του οποίου καταγράφεται πιο πάνω), στη δε ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση (το περιεχόμενο της οποίας – ομοίως – παρατίθεται πιο πάνω) γίνονται αναφορές στις παραμέτρους που εξετάζονται στα πλαίσια αιτήσεως ως η παρούσα και στο ότι ο αιτητής «ενδέχεται να κινδυνέψει και να υποστεί βασανιστήρια, ταπεινωτικό εξευτελισμό και καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του από την οικογένεια του σε περίπτωση επιστροφής του», χωρίς τελικά να αναφέρεται κάποιος περαιτέρω ισχυρισμός γεγονότος επί της ουσίας του αιτήματος διεθνούς προστασίας.
Δεν θεωρώ ότι οι γενικές αναφορές του αιτητή (εν προκειμένω δια της δικηγόρου που συνεργάζεται με το γραφείο της δικηγόρου του) περί του ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο από την οικογένεια του ή και η προσκόμιση του εγγράφου που επισυνάπτει (και πάλι χωρίς να αναφέρει κάποιο περαιτέρω ισχυρισμό επί της ουσίας του αιτήματος του στα πλαίσια της μεταγενέστερης αίτησης του) στην προσφυγή αρκούν – δεδομένης εδώ και της επί μακρώ απραξίας του αιτητή (επί 2 ½ έτη) – για να καταδείξει ότι υφίσταται εδώ κάποια πλημμέλεια στην επίδικη απόφαση επί της μεταγενέστερης αίτησης του ή ότι – σε κάθε περίπτωση – σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, λαμβανομένου υπόψη βεβαίως και του ότι πρόκειται για ασφαλή χώρα ιθαγενείας (βλ. ΚΔΠ, πιο πάνω), υφίσταται εδώ – μέσα από μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση των ενώπιον μου στοιχείων – εύλογη πιθανότητα ο αιτητής, σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και επιστρέψει στην Γκάμπια, να υποστεί δίωξη ή και βλάβη ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (αρ.3 ΕΣΔΑ). Ουδέν στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να δεικνύει τέτοιον κίνδυνο ή που να δεικνύει ότι η επίδικη απόφαση επί της μεταγενέστερης αίτησης πάσχει (εκ πρώτης όψεως) καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή και ότι αυτός διατηρεί εύλογες πιθανότητες ανατροπής αυτής στα πλαίσια της παρούσης. Τονίζεται βεβαίως ότι η εκφορά καταληκτικής κρίσης επί της νομιμότητας και ορθότητας της επίδικης απόφασης επί της μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή είναι ζήτημα που αφορά την τελική απόφαση του Δικαστηρίου επί της προσφυγής.
Αντίθετη προσέγγιση θεωρώ ότι θα επέτρεπε στον εκάστοτε αιτητή, προερχόμενο από ασφαλή χώρα, του οποίου οι ισχυρισμοί (εδώ περί κινδύνου εξαιτίας οικογενειακής περιουσιακής διαμάχης) έχουν εξεταστεί και απορριφθεί στα πλαίσια της 1η αίτησης που υπέβαλε (η δε προσφυγή που άσκησε κατά της απόφασης αυτής έχει ομοίως απορριφθεί), να προσκομίζει – χωρίς να παραθέτει κάποιον άλλο ισχυρισμό γεγονότος – ένα έγγραφο, το οποίο δεν εξηγεί τελικά από ποιόν το έλαβε και γιατί δεν έχει κατά τα 2 ½ (περίπου) χρόνια που διέρρευσαν από την απόρριψη της προσφυγής του κατά της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως μέχρι την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης προβεί σε άλλο διάβημα και δεν έχει συμβεί κάτι άλλο σε σχέση με τα όσα ισχυρίζεται.
Εκ των ανωτέρω είναι κατάληξη μου εν προκειμένω ότι τα όσα ο αιτητής αναφέρει δεν καταδεικνύουν κάποια διαφαινόμενη πλημμέλεια στην επίδικη απόφαση απόρριψης της μεταγενέστερης αιτήσεως του ή τερματισμού του δικαιώματος παραμονής του στη Δημοκρατία (δεδομένου του ότι απόφαση επιστροφής έχει εκδοθεί από τις 28/02/23, στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως του) ή κάποιο άλλο λόγο που να δεικνύει ότι ενδεχόμενη επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του θα συνιστούσε επαναπροώθηση ή θα του στερούσε το δικαίωμα σε πραγματική προσφυγή και ούτε αποκαλύπτουν κάποια άλλη ιδιαίτερη περίσταση στη βάση της οποίας θα μπορούσε το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, εγκρίνοντας το αίτημα του.
Καταλήγω λοιπόν περαιτέρω ότι εδώ «η έλλειψη ανασταλτικού αποτελέσματος κατά αποφάσεως όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η εκτέλεση της οποίας δεν είναι ικανή να εκθέσει τον οικείο υπήκοο τρίτης χώρας σε κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, δεν συνιστά προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (βλ. Tall, ανωτέρω).
Για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα.
Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο