ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 1506/24
11 Αυγούστου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
L. C.
Αιτητού,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Χρ. Θεοδούλου (κ.), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Σ. Πιτσιλλίδου (κα.) Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 30.3.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023. Περαιτέρω, αιτείται την αναγνώρισή του ως πρόσφυγά ή, επικουρικώς, τη χορήγηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής: ΛΔΚ). Εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και περί τις 16.2.2020, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 16.1.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 30.3.2024, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη ΛΔΚ. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 14.4.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Ο Αιτητής, διά του συνηγόρου του, κατά την ακροαματική διαδικασία της 12.6.2026, δήλωσε ότι προωθεί ως λόγους προσφυγής την έλλειψη δέουσας έρευνας και την απουσία επαρκούς αιτιολογίας, υποστηρίζοντας ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε πλημμελή αξιολόγηση των δηλώσεών του και των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσής του. Ειδικότερα, προβάλλει ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, διατρέχει κίνδυνο λόγω της δράσης της συμμορίας με την ονομασία «Kolunas», η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, δραστηριοποιείται στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του.
3. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης, την οποία, κατά τους ίδιους, εξέδωσαν κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης του συνόλου των ενώπιόν τους στοιχείων και δεδομένων. Υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη και παραπέμπουν συναφώς στα επιμέρους ευρήματα στα οποία κατέληξαν κατά τη διοικητική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας ο Αιτητής κρίθηκε αναξιόπιστος ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του. Ως εκ τούτου, και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, σε συνάρτηση με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, υποστηρίζουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Το νομικό πλαίσιο
4. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
5. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο».
6. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
7. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
8. Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
9. Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).
10. Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
11. Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».
12. Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
13. Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:
14. Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:
«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
15. Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:
«53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
16. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται
«Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:
«1. Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».
17. Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.
Κατάληξη
18. Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ' ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552].
19. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί, έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
20. Η ανωτέρω προσέγγιση δεν μεταβάλλεται υπό το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 εξακολουθεί να κατοχυρώνει την αρχή της κοινής υποχρέωσης συνεργασίας κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλέποντας αφενός την υποχρέωση του αιτητή να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει προς θεμελίωση της αίτησής του και, αφετέρου, την αντίστοιχη υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργάζονται ενεργά με τον αιτητή για τη συλλογή και αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια του προϊσχύσαντος άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτό είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 16 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (έως την αντικατάστασή του από τον περί Προσφύγων Νόμο του 2026), χωρίς να επιφέρει ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς την κατανομή του βάρους συνεργασίας και απόδειξης κατά την εξέταση της αίτησης.
21. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνονται συναφώς τα ακόλουθα. Στην αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω ανασφάλειας, προσθέτοντας ότι έλαβε απειλές από συγγενείς του εξαιτίας του θανάτου του πατέρα του, για τον οποίο ως ισχυρίζεται ψευδώς κατηγόρησαν τον ίδιο (ερ.1-3 και ερ. 15-16).
22. Κατά το στάδιο της προσωπικής του συνέντευξης, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1993 στην Kinshasa της ΛΔΚ, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο διαμονής του μέχρι την αναχώρησή του. Δήλωσε ότι είναι Χριστιανός Ευαγγελιστής ως προς το θρήσκευμα και ότι ως προς την οικογενειακή του κατάσταση είναι άγαμος, ωστόσο στη Κύπρο διατηρεί σχέση με ομοεθνή του και αιτήτρια διεθνούς προστασίας, με την οποία έχει αποκτήσει ένα παιδί, γεννηθέν στις 13.3.2022. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι ομιλεί Lignala. Αναφορικά με την εργασιακή του πείρα, δήλωσε ότι στη χώρα καταγωγής του εργαζόταν ως καθαριστής. Ως προς την οικογένεια του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε και ότι η μητέρα του και τα τρία του αδέρφια διαμένουν στην Kinshasa με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία (ερ. 48-42).
23. Αναφορικά με το ταξίδι του προς τη Κυπριακή Δημοκρατία, ανέφερε ότι εγκατέλειψε νόμιμα τη χώρα καταγωγής του με το διαβατήριο του, και μέσω Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από τη Κυβέρνηση περιοχών εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες περιοχές.
24. Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής ανέφερε ότι έλαβε απειλές από την οικογένεια του πατέρα του, καθώς τον κατηγόρησαν ότι ο ίδιος σε συνεργασία με εγκληματίες σκότωσε τον πατέρα του με σκοπό να λάβει χρήματα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, οι συγγενείς του τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν με αποτέλεσμα ο ίδιος να αναγκαστεί να εγκαταλείψει την οικία του, να κοιμάται στο δρόμο και να πλένει αυτοκίνητα για να βιοπορίζεται (ερ. 41-40).
25. Ερωτηθείς τι ενδέχεται να του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι η οικογένεια του, και δη οι θείοι του και οι θείες του, τους οποίους ονοματίζει, απείλησαν ότι αν τον εντοπίσουν θα τον σκοτώσουν (ερ.40).
26. Ακολούθως, υποβλήθηκαν στον Αιτητή διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε από την πατρική του οικογένεια. Ο Αιτητής ανέφερε ότι οι συγγενείς του τον κατηγορούσαν, χωρίς να διαθέτουν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, ότι συνεργάστηκε με εγκληματίες για τη δολοφονία του πατέρα του, ενώ απέδωσε τη στάση τους στην επιθυμία τους να οικειοποιηθούν την περιουσία του τελευταίου. Διευκρίνισε ότι δεν υποβλήθηκε εναντίον του καταγγελία στην αστυνομία και ότι οι εν λόγω συγγενείς διαμένουν στην Kinshasa, χωρίς να γνωρίζει την ακριβή τοποθεσία τους.
27. Περαιτέρω, ερωτηθείς ειδικότερα ως προς τις συνθήκες θανάτου του πατέρα του, ανέφερε ότι, στις 23.04.2019, άγνωστα και καλυμμένα πρόσωπα εισήλθαν κατά τις βραδινές ώρες στην οικία τους και επιτέθηκαν στον πατέρα του, ο οποίος εντοπίστηκε την επόμενη ημέρα νεκρός, φέροντας τραύματα από μαχαίρι και πυροβολισμό. Ο ίδιος δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας της επίθεσης, αλλά διέφυγε από την οικία όταν άκουσε πυροβολισμό, ενώ τις πληροφορίες για τους δράστες και το κίνητρό τους τις πληροφορήθηκε από τη μητέρα του. Δήλωσε ότι αγνοεί την ταυτότητα των δραστών και ότι, σύμφωνα με τη μητέρα του, κίνητρο της επίθεσης ήταν η ληστεία. Ανέφερε, τέλος, ότι η αστυνομία διερεύνησε το περιστατικό, χωρίς ο ίδιος να ενημερωθεί για οποιοδήποτε αποτέλεσμα της έρευνας ( ερ. 39-40).
28. Σε περαιτέρω διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής επανέλαβε ότι αγνοεί την ταυτότητα των δραστών της δολοφονίας και απέδωσε το περιστατικό σε οικονομικό κίνητρο. Ανέφερε επίσης ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, η οικογένειά του αντιμετώπισε οικονομικές δυσχέρειες, ενώ οι συγγενείς του πατέρα του άρχισαν, κατά τους ισχυρισμούς του, να οικειοποιούνται την περιουσία του (ερ. 38).
29. Εκτενείς διευκρινιστικές ερωτήσεις υποβλήθηκαν και ως προς τις κατ’ ισχυρισμό απειλές και επιθέσεις που ακολούθησαν. Ο Αιτητής ανέφερε ότι, μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου 2019 και μεταγενέστερα, δέχθηκε συνολικά τέσσερις απειλές ή περιστατικά εκφοβισμού. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι συγγενείς του τον επισκέφθηκαν δύο φορές στην οικία του, τον κατηγόρησαν για τον θάνατο του πατέρα του και τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν, ενώ ακολούθως μέλη της συμμορίας «Kulunas» τον αναζήτησαν στον χώρο εργασίας του και, σε μεταγενέστερο περιστατικό, τέσσερα πρόσωπα τον εντόπισαν και του επιτέθηκαν σωματικά. Ως προς τη σύνδεση των «Kulunas» με τους συγγενείς του, διευκρίνισε ότι δεν είχε άμεση γνώση περί αυτής, αλλά επρόκειτο για δική του εκτίμηση, στηριζόμενη στο γεγονός ότι, κατά την επίμαχη περίοδο, θεωρούσε τους συγγενείς του ως τη μόνη πηγή κινδύνου για τον ίδιο. Δήλωσε, επίσης, ότι κατήγγειλε τις δύο πρώτες απειλές στην Αστυνομία, χωρίς αποτέλεσμα, και για τον λόγο αυτό δεν κατήγγειλε τα μεταγενέστερα περιστατικά (ερ. 34-36).
30. Τέλος, ερωτηθείς ως προς τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασής του, ο Αιτητής υποστήριξε ότι, εάν οι συγγενείς του πληροφορηθούν την επιστροφή του στη χώρα, θα τον αναζητήσουν, με αποτέλεσμα, κατά τον ίδιο, να εξακολουθεί να διατρέχει κίνδυνο.
31. Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή και ο δεύτερος αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι απειλήθηκε τέσσερεις φορές από την οικογένεια του πατέρα του, η οποία θεωρεί ότι ευθύνεται ο ίδιος για τον θάνατο του πατέρα του.
32. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός στον οποίο εντάσσονται, η ταυτότητα, η χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ του Αιτητή έγινε αποδεκτός. Κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή υπήρξαν συνεκτικές, και αποδεικνύονται από τα έγγραφα ταυτοποίησης που προσκόμισε καθώς και από έτερες εξωτερικές πηγές, στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ' ων η αίτηση.
33. Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, αυτός απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι αναφορές του Αιτητή στις τέσσερις κατ’ ισχυρισμό απειλές από συγγενείς του πατέρα του ήταν γενικές, αόριστες και στερούνταν επαρκών λεπτομερειών ως προς τον χρόνο, τις συνθήκες και την εξέλιξη των επιμέρους περιστατικών. Περαιτέρω, ως προς τα δύο περιστατικά στα οποία φέρονται να εμπλέκονται μέλη των «Kulunas», κρίθηκε ότι η σύνδεσή τους με την οικογένεια του πατέρα του στηριζόταν αποκλειστικά σε εικασίες του Αιτητή και όχι σε συγκεκριμένα στοιχεία.
34. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, επισημάνθηκε ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές που να επιβεβαιώνουν τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή. Ως εκ τούτου, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της διαπιστωθείσας έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
35. Στη βάση του μοναδικού ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι η ταυτότητα και η χώρα καταγωγής του Αιτητή και λαμβανομένων υπόψιν τόσο του προσωπικού προφίλ, όσο και των πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, και ειδικότερα πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν διαπιστώθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή θα υποστεί δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης..
36. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού, δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του ιδίου νόμου. Στο πλαίσιο εξέτασης της υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ), λαμβάνοντας υπόψη το ατομικό προφίλ του Αιτητή σε συνάρτηση με επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, κρίθηκε ότι αυτός δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας καθώς η Kinshasa δεν εμπλέκεται σε οποιαδήποτε διεθνή ή εσωτερική ένοπλη διαμάχη.
37. Στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, ο Αιτητής προσκόμισε μαρτυρία αποτελούμενη από ένορκη δήλωση και συνημμένα σε αυτήν τεκμήρια. Στην ένορκη δήλωσή του αναφέρει για πρώτη φορά ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει εσπευσμένα τη χώρα καταγωγής του, υπό συνθήκες ιδιαίτερης πίεσης, καθότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αναζητείτο από την αστυνομία σε σχέση με τον θάνατο του πατέρα του, κατόπιν κατηγοριών που διατυπώθηκαν εναντίον του από συγγενικά του πρόσωπα και τις οποίες χαρακτηρίζει ψευδείς και αβάσιμες.
38. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι συγγενείς του πατέρα του τον θεωρούν υπεύθυνο για τον θάνατό του και τον απείλησαν επανειλημμένα κατά της ζωής του. Ισχυρίζεται ότι, παρά τις σχετικές καταγγελίες του στις αρμόδιες αρχές, δεν λήφθηκαν μέτρα για την προστασία του, γεγονός που, κατά τον ίδιο, καταδεικνύει την αδυναμία του κράτους να του παράσχει αποτελεσματική προστασία, ιδίως λόγω της εκτεταμένης διαφθοράς που επικρατεί στη χώρα. Αναφέρει ότι, μέχρι την αναχώρησή του, κρυβόταν τόσο από τα συγγενικά του πρόσωπα όσο και από την αστυνομία και ότι, σε περίπτωση επιστροφής, διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, αυθαίρετης φυλάκισης ή καταδίκης για αδίκημα που δεν διέπραξε.
39. Ως προς τη μη υποβολή των σχετικών εγγράφων κατά τη διοικητική διαδικασία, ο Αιτητής αποδίδει το γεγονός στις συνθήκες της αιφνίδιας αναχώρησής του, καθώς και στο ότι, κατά τη συνέντευξή του, δεν ενημερώθηκε επαρκώς ως προς τη σημασία της προσκόμισης υποστηρικτικών τεκμηρίων ούτε του παρασχέθηκε επαρκής χρόνος για την εξασφάλισή τους. Υποστηρίζει ότι τα έγγραφα που προσκομίζει δεν μεταβάλλουν ούτε συμπληρώνουν τον πυρήνα του αιτήματός του, αλλά αποσκοπούν στην υποστήριξη ήδη προβληθέντων περιστατικών και, ειδικότερα, των ισχυρισμών του ότι είχε καταγγείλει τις απειλές που δεχόταν και ότι αναζητείται από τις αρχές της χώρας του. Περαιτέρω, αναφέρεται στην οικογενειακή του κατάσταση, και συγκεκριμένα στη συμβία του και στο ανήλικο τέκνο τους, το οποίο γεννήθηκε στη Δημοκρατία, καθώς και στην εκκρεμή αίτηση διεθνούς προστασίας της συμβίας του.
40. Ειδικότερα, προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο Αιτητής προσκόμισε: ως Τεκμήριο 1, φωτοαντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 17.05.2019, την οποία, κατά τον ίδιο, κατέθεσε στην αστυνομία εναντίον των θείων του αναφορικά με απειλές κατά της ζωής του και απόπειρα εναντίον του στις 15.5.2019· ως Τεκμήριο 2, φωτοαντίγραφο κλήσης για παρουσίασή του στην αστυνομία στις 13.6.2019 σε σχέση με την κατηγορία περί εμπλοκής του στον θάνατο του πατέρα του· και, ως Τεκμήριο 3, φωτοαντίγραφο εντάλματος έρευνας και σύλληψης εναντίον του, ημερομηνίας 16.6.2019, αναφορικά με την ίδια υπόθεση.
41. Ο Αιτητής προσκόμισε περαιτέρω έγγραφα και συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποία αναφέρει ότι δεν ενθυμείται να του ζητήθηκε κατά τρόπο σαφή, κατά τη συνέντευξή του στην Υπηρεσία Ασύλου, η προσκόμιση υποστηρικτικών εγγράφων. Υποστηρίζει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε λάβει νομική συμβουλή και θεωρούσε ότι η προφορική εξιστόρηση των περιστατικών αρκούσε για την εξέταση του αιτήματός του. Μόνο μετά τον διορισμό δικηγόρου, όπως αναφέρει, αντιλήφθηκε τη σημασία των αποδεικτικών στοιχείων και προέβη σε ενέργειες για την εξασφάλισή τους από τη χώρα καταγωγής του. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση παρέχει περαιτέρω επεξηγήσεις ως προς τα ήδη προσκομισθέντα τεκμήρια και κατονομάζει το πρόσωπο που, κατά τον ίδιο, τα εξασφάλισε και του τα απέστειλε από τη χώρα καταγωγής του, προσκομίζοντας και στοιχεία ταυτοποίησής του.
42. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι κατά τη διοικητική διαδικασία δεν ερωτήθηκε ειδικώς κατά πόσον αναζητείτο από την αστυνομία και ότι ο ίδιος θεώρησε το γεγονός αυτό αυτονόητο υπό το πρίσμα των περιστάσεων που είχε ήδη περιγράψει. Αναφέρει ότι είχε ενημερώσει τον δικηγόρο του ότι είχε προβεί σε καταγγελίες στις αρχές και ότι αναζητείτο από την αστυνομία, χωρίς, ωστόσο, να διαθέτει τότε τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Κατά τον ίδιο, τα εν λόγω ζητήματα εμπίπτουν στα πραγματικά και νομικά ζητήματα που εγείρονται με την προσφυγή του και συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την κατ’ ισχυρισμό ελλιπή έρευνα και αξιολόγηση του αιτήματός του και τον προβαλλόμενο κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς τα θεμελιώδη δικαιώματά του. Ως προς την προέλευση των εγγράφων, αναφέρει ότι αυτά εξασφαλίστηκαν με τη συνδρομή συγγενικού του προσώπου, το οποίο πιστεύει στην αθωότητά του, και του αποστάλθηκαν ηλεκτρονικά υπό μορφή φωτοαντιγράφων μέσω εφαρμογής ανταλλαγής μηνυμάτων.
43. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 12.6.2026, ο Αιτητής κλήθηκε να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις ως προς τους ισχυρισμούς του και τα προσκομισθέντα τεκμήρια. Ανέφερε ότι, πριν από την αναχώρησή του, διέμενε και εργαζόταν στην περιοχή Victoire της Kinshasa και ότι εγκατέλειψε τη χώρα λόγω απειλών κατά της ζωής του από συγγενείς του πατέρα του, οι οποίοι τον θεωρούσαν υπεύθυνο για τον θάνατο του τελευταίου.
44. Ως προς το υπόβαθρο της διαφοράς, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του ήταν ιδιαίτερα εύπορος και δολοφονήθηκε από εγκληματίες. Προσέθεσε ότι ήδη πριν από τον θάνατό του υπήρχαν οικογενειακές διαφορές αναφορικά με την περιουσία του και ότι, μετά τον θάνατό του, συγγενείς του πατέρα του τον κατηγόρησαν για τη δολοφονία, αποδίδοντας τη στάση τους σε περιουσιακά κίνητρα και ζήλια. Δήλωσε, επίσης, ότι σήμερα οι εν λόγω συγγενείς διαχειρίζονται το σύνολο της πατρικής περιουσίας. Ερωτηθείς πώς αυτό κατέστη δυνατό χωρίς νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας, επικαλέστηκε την εκτεταμένη διαφθορά στη χώρα και τη δυνατότητα προσώπων με οικονομική επιφάνεια να επηρεάζουν τις αρχές.
45. Διευκρινίσεις ζητήθηκαν από τον Αιτητή ως προς τη χρονολογία θανάτου του πατέρα του και τη χρονική συμβατότητά της με τα προσκομισθέντα έγγραφα. Κατά την ακροαματική διαδικασία τοποθέτησε τον θάνατο του πατέρα του τον Ιούνιο του 2019. Όταν του επισημάνθηκε ότι το έγγραφο που παρουσίασε ως καταγγελία του στην αστυνομία έφερε ημερομηνία Μαΐου 2019, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε προσφύγει στην αστυνομία μετά τον θάνατο του πατέρα του, απάντησε ότι συγχέει τους μήνες και ότι θα ήταν ευκολότερο για τον ίδιο εάν αυτοί αναφέρονταν ονομαστικά. Όταν περαιτέρω του υποδείχθηκε ότι κατά τη διοικητική συνέντευξη είχε τοποθετήσει τον θάνατο του πατέρα του στον τέταρτο μήνα του 2019, απέδωσε τη σχετική διαφοροποίηση στο έντονο άγχος υπό το οποίο τελούσε κατά τη συνέντευξή του.
46. Ως προς την προέλευση των προσκομισθέντων εγγράφων, ο Αιτητής εξήγησε ότι τα εξασφάλισε ξάδελφός του, κατόπιν δικών του οδηγιών, από αστυνομικό σταθμό στη χώρα καταγωγής του και του τα απέστειλε. Ερωτηθείς πώς κατέστη δυνατό τρίτο πρόσωπο να παραλάβει έγγραφα που αφορούσαν τον ίδιο, ανέφερε ότι ο ξάδελφός του μετέβη στον σταθμό, ανέφερε το όνομα του Αιτητή και ζήτησε τα σχετικά έγγραφα. Ερωτηθείς, περαιτέρω, εάν θεωρούσε ότι με την ενέργεια αυτή εξέθετε τον ξάδελφό του σε κίνδυνο, απάντησε ότι ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που διέτρεχε κίνδυνο και δεν θεωρούσε ότι θα συνέβαινε οτιδήποτε στον συγγενή του.
47. Ως προς τις ενέργειές του για αναζήτηση κρατικής προστασίας, ο Αιτητής ανέφερε ότι είχε προσφύγει στον αστυνομικό σταθμό της Matete και, σε μία περίπτωση, στον σταθμό της Limete. Περιγράφοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες διαβιούσε μετά τις απειλές, δήλωσε ότι κοιμόταν σε εξωτερικούς χώρους και μετακινούνταν συνεχώς μεταξύ διαφορετικών περιοχών της Kinshasa. Κατά τον ίδιο, λόγω της μεγάλης έκτασης της πόλης, τα πρόσωπα που τον αναζητούσαν δεν κατάφερναν να τον εντοπίσουν. Ερωτηθείς ως προς το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης σε διαφορετική περιοχή και δη στη Lubumbashi, απάντησε ότι δεν θα ήταν ασφαλής ούτε εκεί, καθότι θεωρεί ότι τα πρόσωπα που τον αναζητούν θα μπορούσαν να τον εντοπίσουν.
48. Τέλος, διευκρινιστικές ερωτήσεις τέθηκαν ως προς τον ισχυρισμό του ότι αναζητείτο από τις αστυνομικές αρχές και, ειδικότερα, ως προς το προσκομισθέν ένταλμα σύλληψης. Ο Αιτητής ανέφερε ότι πληροφορήθηκε από μέλη της οικογένειάς του ότι επρόκειτο να καταγγελθεί και τοποθέτησε τη σχετική ενημέρωση, κατά την καλύτερη ανάμνησή του, στις 13.6.2019. Ερωτηθείς πώς κατόρθωσε να εξέλθει από τη χώρα παρά την ύπαρξη εντάλματος σε βάρος του, υποστήριξε ότι στη χώρα του δεν υφίστανται ηλεκτρονικά συστήματα ελέγχου αντίστοιχα με εκείνα που χρησιμοποιούνται στην Ευρώπη και ότι οι αρχές βασίζονται κυρίως σε έγγραφα, γεγονός που, κατά τον ίδιο, κατέστησε δυνατή την αναχώρησή του. Τέλος, όταν του επισημάνθηκε ότι δεν είχε αναφέρει κατά τη διοικητική διαδικασία την ύπαρξη εντάλματος σύλληψης εις βάρος του, απάντησε ότι, μολονότι γνώριζε την ύπαρξή του, δεν είχε αντιληφθεί τότε τη σημασία της συγκεκριμένης πληροφορίας και ότι μόνο κατόπιν νομικής συμβουλής κατανόησε τη βαρύτητά της.
49. Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
50. Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες εντοπίζονται στο διοικητικό φάκελο.
51. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο διαπιστώνει, κατόπιν συνολικής συνεκτίμησης των δηλώσεων του Αιτητή κατά τη διοικητική και τη δικαστική διαδικασία, ουσιώδεις ελλείψεις, ασυνέπειες και μεταβολές σε καίρια σημεία της αφήγησής του. Καταρχάς, οι αναφορές του ως προς τις τέσσερις κατ’ ισχυρισμό απειλές και επιθέσεις που δέχθηκε παρέμειναν γενικές και αόριστες ως προς τον χρόνο, τις περιστάσεις και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, ενώ, ειδικότερα ως προς τα περιστατικά στα οποία φέρονται να εμπλέκονται μέλη των «Kulunas», δεν παρέθεσε οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο που να συνδέει τα πρόσωπα αυτά με την πατρική του οικογένεια, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι η σύνδεση αυτή αποτελούσε δική του εκτίμηση. Περαιτέρω, ασυνέπεια εντοπίζεται ως προς τον χρόνο θανάτου του πατέρα του, τον οποίο κατά τη διοικητική διαδικασία τοποθέτησε στις 23.4.2019, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου τον Ιούνιο του 2019. Μολονότι η αδυναμία ακριβούς ανάκλησης μιας ημερομηνίας δεν θα ήταν αφ’ εαυτής καθοριστική, εν προκειμένω αφορά το γεγονός που, κατά την ίδια την αφήγησή του, αποτέλεσε την αφετηρία όλων των μεταγενέστερων προβλημάτων του. Ιδιαίτερη δε βαρύτητα αποδίδεται στον καινοφανή ισχυρισμό ότι ο ίδιος αναζητείτο από τις αστυνομικές αρχές και ότι εκκρεμούσε σε βάρος του ένταλμα σύλληψης για τη δολοφονία του πατέρα του, ο οποίος προβλήθηκε ουσιαστικά για πρώτη φορά κατά τη δικαστική διαδικασία. Και τούτο παρά το γεγονός ότι κατά τη διοικητική διαδικασία ο Αιτητής αναφέρθηκε επανειλημμένως στην αστυνομία, πλην όμως αποκλειστικά υπό την έννοια της δικής του προσφυγής στις αρχές προς αναζήτηση συνδρομής και προστασίας αναφορικά με τη δολοφονία του πατέρα του και τις απειλές που δεχόταν. Ουδέποτε ανέφερε ότι ο ίδιος αποτελούσε αντικείμενο αναζήτησης ή ποινικής δίωξης από τις ίδιες αρχές, όπως ευλόγως αναμενόταν εάν πράγματι γνώριζε ήδη από το 2019 ότι αναζητείτο για ένα τόσο σοβαρό ποινικό αδίκημα. Η δε εξήγησή του ότι δεν είχε αντιληφθεί τη σημασία της συγκεκριμένης πληροφορίας παρά μόνο μετά τη λήψη νομικής συμβουλής δεν κρίνεται πειστική, ενόψει της προφανούς σημασίας ενός τέτοιου γεγονότος τόσο για τους λόγους αναχώρησής του όσο και για τον φόβο επιστροφής του. Στην ίδια κατεύθυνση συνεκτιμάται και το γεγονός ότι τον Φεβρουάριο του 2020 αναχώρησε αεροπορικώς από την Kinshasa, χρησιμοποιώντας το δικό του διαβατήριο και χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τον έλεγχο εξόδου ούτε προκύπτει ο ίδιος να έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για το σκοπό αυτό (π.χ. μέτρα για αποφυγή του εντοπισμού του καθώς ήταν κατ’ ισχυρισμό υπό δίωξη), γεγονός το οποίο, χωρίς να είναι αυτοτελώς καθοριστικό, δυσχερώς συμβιβάζεται με τον μεταγενέστερο ισχυρισμό ότι ήδη από τον Ιούνιο του 2019 εκκρεμούσε σε βάρος του ενεργό ένταλμα σύλληψης για τη δολοφονία του πατέρα του. Υπό το φως των ανωτέρω, οι διαπιστωθείσες ελλείψεις και ασυνέπειες δεν αφορούν περιφερειακές λεπτομέρειες, αλλά ουσιώδη στοιχεία του πυρήνα της αφήγησης και αποδυναμώνουν ουσιωδώς την εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού.
52. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο επισημαίνει καταρχάς ότι, λόγω της κατεξοχήν προσωπικής και εξατομικευμένης φύσης των προβαλλόμενων περιστατικών, δεν θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να εντοπιστούν σε ανεξάρτητες εξωτερικές πηγές πληροφορίες ικανές να επιβεβαιώσουν τη δολοφονία του πατέρα του Αιτητή, τις συγκεκριμένες απειλές και επιθέσεις που φέρεται να δέχθηκε ή την κατ’ ισχυρισμό ανάθεση από συγγενείς του σε μέλη εγκληματικών ομάδων να τον εντοπίσουν και να τον σκοτώσουν. Ούτε, εξάλλου, ο ίδιος ο Αιτητής προσκόμισε οποιοδήποτε ανεξάρτητο στοιχείο ή άλλη εξωτερική πηγή που να επιβεβαιώνει τα συγκεκριμένα αυτά περιστατικά. Ωστόσο, στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας προσκόμισε έγγραφα, τα οποία τυγχάνουν αυτοτελούς αξιολόγησης ως προς την αποδεικτική τους βαρύτητα. Επισημαίνεται συναφώς εκ προοιμίου ότι το Δικαστήριο, δεν έχει αρμοδιότητα καταρχήν να αποφανθεί επί της γνησιότητας ενός εγγράφου, τόσο διότι κατά πάγια νομολογημένη αρχή ο δικαστής δεν υποχρεούται να αποφασίζει επί τεχνικών θεμάτων, όπως εν προκειμένω η γνησιότητα ενός εγγράφου, αλλά ούτε έχει τη δυνατότητα προς τούτο αφού δεν έχει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να προβεί σε ένα τέτοιο εγχείρημα (βλ. και Λάμπρου Λάμπρος v. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου, (2009) 3 Α.Α.Δ. 79). Εξάλλου, δεδομένης της απαγόρευσης συνεργασίας με τις αρχές της χώρας καταγωγής, ακόμα κι αν υπάρχουν δημόσια έγγραφα που στηρίζουν τους ισχυρισμούς, αυτά θα είναι κατά κανόνα αμετάφραστα και ανεπικύρωτα. Αξιολογήσεις περί γνησιότητας ή πλαστότητας είναι συνεπώς δυσχερείς. Τελικώς, ακόμα και εάν η γνησιότητα των εγγράφων διασταυρωθεί μέσω των προφορικών ισχυρισμών, αυτά θα ενισχύσουν προφορικούς ισχυρισμούς αλλά δεν επαρκούν αφ' εαυτών για να τους αποδείξουν (βλ. Βλ. Κωνσταντίνος Δ. Φαρμακίδης - Μάρκου, Προσφυγικό Δίκαιο, Ερμηνευτική προσέγγιση και πρακτική διάσταση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σελ. 31.). Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο συναξιολογεί τα εν λόγω έγγραφα ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 10.6.2021, την υπόθεση C-921/19, LH κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2021:478, σκέψεις 44 και 66). Στο πλαίσιο αυτό, δύνανται να ληφθούν υπόψη και τυχόν εξόφθαλμες ενδείξεις μεταποίησης, οι οποίες είναι ευχερώς διακριτές ακόμη και χωρίς τη συνδρομή εμπειρογνώμονα.
53. Εν προκειμένω, παρατηρείται καταρχάς, ότι τα έγγραφα προσκομίστηκαν σε χρόνο αρκετά μεταγενέστερο της υποβολής της αίτησης του Αιτητή και συγκεκριμένα μόλις κατά τη δικαστηρική διαδικασία, υπό μορφή φωτοαντιγράφων και όχι πρωτοτύπων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η ασφαλής επαλήθευση της γνησιότητας των υπογραφών, σφραγίδων ή άλλων χαρακτηριστικών τους. Περαιτέρω, ο τρόπος εξασφάλισής τους δεν τεκμηριώθηκε κατά τρόπο επαρκή, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τον Αιτητή, εξάδελφός του μετέβη αρκετά χρόνια αργότερα σε αστυνομικό σταθμό και, αναφέροντας το όνομά του, εξασφάλισε έγγραφα που αφορούσαν τον ίδιο και φερόμενη ποινική υπόθεση, χωρίς να δοθούν επαρκείς πληροφορίες ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ή την εξουσιοδότηση βάσει της οποίας παραδόθηκαν σε τρίτο πρόσωπο. Πέραν τούτων, το περιεχόμενο των εγγράφων παρουσιάζει ουσιώδη προβλήματα συνοχής με την προηγούμενη αφήγηση του Αιτητή. Ειδικότερα, η φερόμενη καταγγελία ημερομηνίας 17.5.2019 αναφέρεται σε απόπειρα δολοφονίας του στις 15.5.2019 από εγκληματίες που φέρονται να είχαν πληρωθεί από συγγενείς του επειδή τον θεωρούσαν υπεύθυνο για τον θάνατο του πατέρα του. Τούτο δεν συμβαδίζει με τη μεταγενέστερη δήλωσή του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο πατέρας του απεβίωσε τον Ιούνιο του 2019, ενώ ακόμη και σε συνάρτηση με την εκδοχή που είχε δώσει κατά τη διοικητική διαδικασία περί θανάτου στις 23.4.2019, το έγγραφο εισάγει συγκεκριμένο περιστατικό απόπειρας δολοφονίας ήδη από τις 15.5.2019, το οποίο δεν συμβαδίζει με τη χρονική ακολουθία των απειλών και επιθέσεων όπως αυτή είχε προηγουμένως παρουσιαστεί από τον ίδιο. Επιπροσθέτως, στο συγκεκριμένο έγγραφο εμφανίζονται ιδιαιτέρως συγκεκριμένες πληροφορίες, όπως ονόματα συγγενών, συγκεκριμένη ημερομηνία και διεύθυνση, ισχυρισμός περί πληρωμής εγκληματιών και κατονομαζόμενη εγκληματική ομάδα, οι οποίες δεν είχαν αναφερθείαπό τον Αιτητή κατά την αναλυτική προσωπική του συνέντευξη, παρά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ως προς τις φερόμενες απειλές και επιθέσεις. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι το εν λόγω έγγραφο προέρχεται πράγματι από την αναγραφόμενη αρχή, το περιεχόμενό του συνιστά κατ’ ουσίαν καταγραφή καταγγελίας και των ισχυρισμών του ίδιου του Αιτητή και όχι ανεξάρτητη επιβεβαίωση ότι οι κατονομαζόμενοι συγγενείς προσέλαβαν πράγματι εγκληματίες για να τον σκοτώσουν. Ομοίως, η προσκομισθείσα κλήση ημερομηνίας 12.6.2019 δεν αναφέρει ότι ο Αιτητής ήταν κατηγορούμενος ή ύποπτος για τη δολοφονία του πατέρα του ούτε ότι εκκρεμούσε ήδη ένταλμα σύλληψης σε βάρος του, αλλά τον καλεί να παρουσιαστεί στις 13.6.2019 για παροχή πληροφοριών σε σχέση με δικαστική υπόθεση, προβλέποντας ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του, θα μπορούσε να ακολουθήσει ενημέρωση του Εισαγγελέα και ενδεχόμενη μεταγενέστερη έκδοση εντάλματος. Συνεπώς, το ίδιο το περιεχόμενο του εγγράφου δεν επιβεβαιώνει τον μεταγενέστερο ισχυρισμό ότι ήδη κατά τον χρόνο εκείνο ο Αιτητής διωκόταν για τη δολοφονία του πατέρα του ή ότι εκκρεμούσε σε βάρος του ένταλμα σύλληψης. Συνεκτιμώντας, επομένως, τη μορφή και τον μη επαρκώς τεκμηριωμένο τρόπο απόκτησης των προσκομισθέντων εγγράφων, τις ουσιώδεις αποκλίσεις του περιεχομένου τους από τις προηγούμενες δηλώσεις του Αιτητή και το γεγονός ότι αυτά δεν παρέχουν ανεξάρτητη επιβεβαίωση των βασικών πραγματικών περιστατικών του αφηγήματός του, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να τους αποδοθεί τέτοια αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ανατρέπουν τις διαπιστωθείσες ελλείψεις της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού.
54. Το Δικαστήριο, προχωρώντας σε αυτοτελή έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με το περιεχόμενο των εγγράφων που προσκόμισε ο Αιτητής, καθώς και σε σχέση με επιμέρους πτυχές των δηλώσεών του, εντόπισε τα ακόλουθα:
55. Ως προς το έγγραφο με την ένδειξη «Convocation», αυτό φέρει ημερομηνία έκδοσης 12.06.2019 και καλεί τον Αιτητή να παρουσιαστεί στις 13.06.2019 ενώπιον αξιωματικού της δικαστικής αστυνομίας, προκειμένου να παράσχει πληροφορίες σχετικά με δικαστική υπόθεση, με αναφορά στα άρθρα 41 και 42 της υπ’ αρ. 78/289 διάταξης της 03.07.1978. Το έγγραφο φέρει επίσης σφραγίδα.
56. Σύμφωνα με πληροφορίες του Immigration and Refugee Board of Canada (IRB) [2], τα δικαστικά έγγραφα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εκδίδονται ανάλογα με το στάδιο της νομικής διαδικασίας και τις περιστάσεις του εκάστοτε αδικήματος και, ως εκ τούτου, διαφοροποιούνται αναλόγως του κατά πόσον μία υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της έρευνας ή της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, οι κλήσεις προς εμφάνιση και τα εντάλματα σύλληψης ρυθμίζονται από το Διάταγμα της 6ης Αυγούστου 1959 περί Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σύμφωνα με το άρθρο 15 αυτού, ο δημόσιος κατήγορος δύναται να καλέσει πρόσωπο που φέρεται ως δράστης αδικήματος να παρουσιαστεί ενώπιόν του, ενώ, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του, δύναται να εκδώσει ένταλμα για την προσαγωγή ή σύλληψή του. Ανεξαρτήτως προηγούμενης κλήσης, τέτοιο ένταλμα δύναται επίσης να εκδοθεί όταν ο φερόμενος ως δράστης δεν εμφανίζεται ή όταν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ενοχής και το αδίκημα επισύρει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο μηνών. Τα σχετικά εντάλματα έχουν τρίμηνη διάρκεια και δύνανται να ανανεωθούν.
57. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι οι κλήσεις προς εμφάνιση και τα εντάλματα αποτελούν επίσημα έγγραφα, τα οποία δύνανται να εκδίδονται από αρμόδιες δικαστικές ή αστυνομικές αρχές και φέρουν την υπογραφή του εκδότη και τη σφραγίδα της αρμόδιας υπηρεσίας. Ως προς ειδικότερα τις κλήσεις προς εμφάνιση, αυτές δεν ακολουθούν ενιαίο πρότυπο σε ολόκληρη τη ΛΔΚ, πλην όμως συνήθως περιλαμβάνουν την εκδούσα αρχή, τον τόπο και την ημερομηνία έκδοσης, τα στοιχεία του καλούμενου προσώπου, τον χρόνο και τον τόπο εμφάνισής του, τα στοιχεία του αρμόδιου αξιωματικού, την υπογραφή του εκδότη και τη σφραγίδα της αρμόδιας αρχής. [3]
58. Οι πληροφορίες αυτές καταδεικνύουν ότι το είδος του εγγράφου που προσκόμισε ο Αιτητής, ήτοι κλήση προς εμφάνιση ενώπιον αρμόδιας αρχής, απαντά πράγματι στο σύστημα ποινικής διαδικασίας της ΛΔΚ και ότι ορισμένα από τα τυπικά χαρακτηριστικά του προσκομισθέντος εγγράφου συνάδουν, σε γενικές γραμμές, με εκείνα που καταγράφονται στις εξωτερικές πηγές. Τούτο, ωστόσο, δεν επαρκεί για να επιβεβαιώσει ούτε τη γνησιότητα του συγκεκριμένου εγγράφου ούτε, κυρίως, την ερμηνεία που αποδίδει σε αυτό ο Αιτητής. Ειδικότερα, από το ίδιο το περιεχόμενο της «Convocation» δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής αναζητείτο ως ύποπτος ή κατηγορούμενος για τη δολοφονία του πατέρα του ούτε ότι κατά τον χρόνο έκδοσής της εκκρεμούσε σε βάρος του ένταλμα σύλληψης. Αντιθέτως, καλείται να παρουσιαστεί για παροχή πληροφοριών σχετικά με δικαστική υπόθεση. Η δε εξωτερική πληροφόρηση επιβεβαιώνει τη διάκριση μεταξύ κλήσης προς εμφάνιση και εντάλματος σύλληψης και καταδεικνύει ότι η έκδοση του τελευταίου δύναται να αποτελεί μεταγενέστερο και διακριτό διαδικαστικό μέτρο. Ως εκ τούτου, η προσκομισθείσα κλήση δεν επιβεβαιώνει αφ’ εαυτής τον μεταγενέστερο ισχυρισμό του Αιτητή ότι ήδη κατά τον χρόνο εκείνο διωκόταν από τις αρχές για τη δολοφονία του πατέρα του.
59. Περαιτέρω, σύμφωνα με ανεξάρτητη έκθεση της Research Directorate του IRB, στη ΛΔΚ καταγράφεται σημαντική διαθεσιμότητα πλαστών ή παραποιημένων νομικών και διοικητικών εγγράφων, ενώ τοπικές πηγές αναφέρουν ακόμη και δραστηριοποίηση δικτύων που προβαίνουν στην έκδοση τέτοιων εγγράφων. [4] Η γενική αυτή πληροφορία δεν επιτρέπει ασφαλώς στο Δικαστήριο να συναγάγει ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα του Αιτητή είναι πλαστά. Αποτελεί, όμως, παράγοντα που επιβάλλει αυξημένη προσοχή κατά την αξιολόγηση της αποδεικτικής τους βαρύτητας, ιδίως δεδομένου ότι αυτά προσκομίστηκαν υπό μορφή αντιγράφων, δεν κατέστη δυνατή η ανεξάρτητη επαλήθευση της προέλευσής τους και ο τρόπος με τον οποίο, κατά τον Αιτητή, εξασφαλίστηκαν μέσω τρίτου προσώπου δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς.
60. Ως προς το προσκομισθέν έγγραφο «Avis de Recherche», σε αυτό αναφέρεται ότι ο Αιτητής αναζητείται για αδικήματα που σχετίζονται με απειλές κατά της ζωής, με παραπομπή στα άρθρα 159 και 160 του Ποινικού Κώδικα της ΛΔΚ. Η αυτοτελής έρευνα του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ότι το Κεφάλαιο ΙΙ του οικείου Ποινικού Κώδικα περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με απειλές κατά προσώπων ή περιουσίας. Ειδικότερα, το άρθρο 159 προβλέπει ποινική ευθύνη για απειλές που διατυπώνονται εγγράφως, υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που καθορίζει η διάταξη, ενώ το άρθρο 160 αφορά, μεταξύ άλλων, προφορικές απειλές ή απειλές που εκδηλώνονται με χειρονομίες ή σύμβολα. [5]
61. Συνεπώς, η νομοθετική παραπομπή που περιλαμβάνεται στο προσκομισθέν «Avis de Recherche» αντιστοιχεί πράγματι σε υφιστάμενες ποινικές διατάξεις της ΛΔΚ περί απειλών. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, επιβεβαιώνει αποκλειστικά την ύπαρξη και το γενικό αντικείμενο των συγκεκριμένων ποινικών διατάξεων και όχι την αυθεντικότητα του εγγράφου ή το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος Αιτητής αποτελεί πράγματι αντικείμενο ποινικής αναζήτησης βάσει αυτών. Ούτε αίρει τις διαπιστωθείσες ελλείψεις της προσωπικής του αφήγησης, και ιδίως το γεγονός ότι, παρά τις επανειλημμένες αναφορές του στην Αστυνομία κατά τη διοικητική διαδικασία ως αρχή από την οποία ο ίδιος αναζητούσε συνδρομή και προστασία, ουδέποτε είχε αναφέρει ότι οι ίδιες οι αρχές τον αναζητούσαν ή τον δίωκαν ποινικά.
62. Ως προς τον ισχυρισμό περί εμπλοκής των «Kulunas», οι διαθέσιμες εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και τη δράση τέτοιων εγκληματικών ομάδων στην Kinshasa. Ειδικότερα, σύμφωνα με δημοσίευμα της οργάνωσης Friends of the Congo (FOTC), η εγκληματικότητα στους δρόμους της Kinshasa συνδέεται συχνά με συμμορίες γνωστές ως «Kulunas», οι οποίες εμπλέκονται, μεταξύ άλλων, σε βίαιες ληστείες, εκβιασμούς και επιθέσεις και δραστηριοποιούνται σε διάφορες συνοικίες της πρωτεύουσας, μεταξύ των οποίων οι Ngiri-Ngiri, Ngaba, Kalamu, Matete και Kisenso.[6] Η ίδια πηγή αναφέρεται στην εντατικοποίηση των επιχειρήσεων των κρατικών αρχών εναντίον των εν λόγω ομάδων, περιλαμβανομένης της επιχείρησης «Ndobo» και μαζικών συλλήψεων υπόπτων. Αντίστοιχα, το Associated Press μετέδωσε τον Ιανουάριο του 2025 τη μεταφορά περισσότερων από 170 καταδικασθέντων για ένοπλες ληστείες, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν ως μέλη των «Kulunas», σε φυλακή υψίστης ασφαλείας.[7]
63. Περαιτέρω πληροφορίες καταδεικνύουν ότι ο όρος «Kuluna» χρησιμοποιείται για ομάδες κυρίως νεαρών παραβατών και συμμορίες δρόμου, συχνά οπλισμένες με ματσέτες, οι οποίες ασκούν βία και εκφοβισμό και παρουσιάζουν έντονο εδαφικό χαρακτήρα στη δράση τους.[8] Έκθεση της Global Initiative against Transnational Organized Crime αναφέρει ότι οι ομάδες αυτές επεκτάθηκαν σταδιακά από περιφερειακές προς κεντρικότερες περιοχές της Kinshasa, παρουσιάζουν έντονη σύνδεση με συγκεκριμένες γειτονιές και εμπλέκονται σε βίαιες επιθέσεις, ενώ καταγράφεται επίσης η κατά περίπτωση αξιοποίησή τους από πολιτικά πρόσωπα ως «μισθώσιμου» ανθρώπινου δυναμικού.[9]
64. Οι ανωτέρω πληροφορίες επιβεβαιώνουν, συνεπώς, αποκλειστικά το γενικό και αντικειμενικό στοιχείο της ύπαρξης και της βίαιης δράσης των «Kulunas» στην Kinshasa και, ως εκ τούτου, η σχετική αναφορά του Αιτητή δεν είναι αφ’ εαυτής ασύμβατη με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής. Δεν εντοπίστηκε, ωστόσο, οποιαδήποτε εξωτερική πληροφορία που να επιβεβαιώνει τον εξατομικευμένο ισχυρισμό ότι συγκεκριμένα μέλη των «Kulunas» αναζητούσαν τον Αιτητή ή ότι είχαν προσληφθεί από συγγενείς του πατέρα του προκειμένου να τον εντοπίσουν ή να τον σκοτώσουν. Τούτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε συνδυασμό με τις ίδιες τις δηλώσεις του Αιτητή, ο οποίος δεν είχε προσωπική γνώση οποιασδήποτε ανάθεσης από τους συγγενείς του προς τους «Kulunas», αλλά συνέδεσε τα πρόσωπα αυτά με την πατρική του οικογένεια στη βάση δικής του εκτίμησης, επειδή, όπως ανέφερε, κατά την επίμαχη περίοδο δεν αντιμετώπιζε προβλήματα με άλλα πρόσωπα. Οι εξωτερικές πληροφορίες περί της γενικότερης δράσης των «Kulunas» δεν μπορούν, επομένως, να καλύψουν το συγκεκριμένο αποδεικτικό κενό ούτε να επιβεβαιώσουν την προβαλλόμενη αιτιώδη σύνδεση μεταξύ της πατρικής οικογένειας και των φερόμενων δραστών.
65. Συνολικά, η αυτοτελής έρευνα του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ορισμένα γενικά στοιχεία του αντικειμενικού πλαισίου εντός του οποίου ο Αιτητής τοποθετεί την αφήγησή του: αφενός, ότι στο ποινικό δικονομικό σύστημα της ΛΔΚ προβλέπονται κλήσεις προς εμφάνιση και εντάλματα σύλληψης και, αφετέρου, ότι οι «Kulunas» αποτελούν υπαρκτό φαινόμενο βίαιων εγκληματικών ομάδων στην Kinshasa. Επιβεβαιώνεται επίσης ότι τα άρθρα 159 και 160 του Ποινικού Κώδικα αφορούν αδικήματα σχετικά με απειλές. Οι πληροφορίες αυτές, όμως, δεν επιβεβαιώνουν τα κρίσιμα εξατομικευμένα στοιχεία του αφηγήματος του Αιτητή: ότι οι συγγενείς του προσέλαβαν «Kulunas» για να τον σκοτώσουν, ότι οι συγκεκριμένες επιθέσεις που περιέγραψε συνδέονταν με αυτούς, ότι αναζητείτο από τις κρατικές αρχές για τη δολοφονία του πατέρα του ή ότι εκκρεμούσε πράγματι σε βάρος του ενεργό ένταλμα σύλληψης για τον λόγο αυτό. Αντιθέτως, ως προς την προσκομισθείσα «Convocation», το περιεχόμενό της δεν επιβεβαιώνει τον τρόπο με τον οποίο ο Αιτητής επιχειρεί να την εντάξει στο αφήγημά του, ενώ η γενικότερη διαθεσιμότητα μη γνήσιων νομικών εγγράφων στη ΛΔΚ, χωρίς να επιτρέπει οποιοδήποτε συμπέρασμα περί πλαστότητας των συγκεκριμένων εγγράφων, επιβάλλει την αξιολόγησή τους με αυξημένη περίσκεψη.
66. Ενόψει των ανωτέρω, και συνεκτιμώντας τα ευρήματα της εξωτερικής έρευνας με τις ήδη διαπιστωθείσες ουσιώδεις ελλείψεις και ασυνέπειες της προσωπικής αφήγησης του Αιτητή, κρίνεται ότι οι εξωτερικές πληροφορίες και τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν είναι ικανά να αποκαταστήσουν τα προβλήματα εσωτερικής αξιοπιστίας ούτε να τεκμηριώσουν τα κρίσιμα εξατομικευμένα περιστατικά επί των οποίων ερείδεται ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, περιλαμβανομένου του μεταγενέστερα προβληθέντος ισχυρισμού περί προσωπικής δίωξης και αναζήτησής του από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, δεν γίνεται αποδεκτός
67. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει ο Αιτητής, στη βάση του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού του, επιπρόσθετα προς όσα καταγράφονται στην Εισηγητική-Έκθεση, ιδίως όσον αφορά στην επικαιροποιημένη εικόνα της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του επισημαίνονται τα εξής:
68. Όσον αφορά στη γενική κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, σύμφωνα με το portal “War Watch” της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23.[10] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[11], και το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[12]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[13] Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[14]
69. Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας που καλύπτει το 2024, αναφέρει ότι οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν καθώς κλιμακώθηκε η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων. Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από τις κυβερνητικές δυνάμεις και τις ένοπλες ομάδες. Οι κυβερνητικές δυνάμεις εκτέλεσαν εξωδικαστικά 250 άτομα. Υπήρξε ανησυχητική αύξηση των αναφερόμενων περιπτώσεων σεξουαλικής και έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας που σχετίζεται με τη σύγκρουση. Περισσότεροι από 7 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της χώρας - το 80% των οποίων είχε διαφύγει από τις ένοπλες συγκρούσεις - και ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Η επέκταση των έργων εξόρυξης οδήγησε σε μαζικές αναγκαστικές εξώσεις και στην άρνηση δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων για στέγαση, υγεία, νερό και άλλες βασικές υπηρεσίες. Τα δικαιώματα της ελευθερίας της έκφρασης, της ειρηνικής συνάθροισης και του συνεταιρίζεσθαι περιορίστηκαν, ιδίως στις επαρχίες Ituri και Nord-Kivu, όπου επιβλήθηκε μια μορφή στρατιωτικού νόμου. Ακτιβιστές, μέλη της αντιπολίτευσης, δημοσιογράφοι και άλλοι υποβλήθηκαν σε αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις και στερήθηκαν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Ένα μέλος του κόμματος της αντιπολίτευσης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης αφού δήλωσε ότι είχε βιαστεί κατά τη διάρκεια της αυθαίρετης κράτησής του. Περισσότεροι από 120 κρατούμενοι πέθαναν και εκατοντάδες γυναίκες κρατούμενες βιάστηκαν στις φυλακές Μακάλα όταν, σύμφωνα με τις αρχές, ορισμένοι κρατούμενοι έκαναν απόπειρα απόδρασης. Υπήρξε έξαρση των θανατικών καταδικών μετά την ανακοίνωση της κυβέρνησης ότι θα επαναλάβει τις εκτελέσεις[15].
70. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι, τον Ιανουάριο του 2024, ο πρόεδρος Tshisekedi ορκίστηκε για δεύτερη θητεία μετά τις προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές του Δεκεμβρίου 2023. Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε έξι μήνες μετά τις εκλογές, με πρωθυπουργό για πρώτη φορά μια γυναίκα.
71. Οι ένοπλες συγκρούσεις στα ανατολικά συνεχίστηκαν, καθώς οι πολιτικές διαδικασίες παρέμεναν στάσιμες. Τον Σεπτέμβριο, οι κυβερνητικές δυνάμεις πολέμησαν εναντίον των Δημοκρατικών Δυνάμεων για την Απελευθέρωση της Ρουάντα (FDLR), μιας ένοπλης ομάδας, στην επαρχία Nord-Kivu. Εν τω μεταξύ, οι δυνάμεις της Ουγκάντα και της κυβέρνησης συνέχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τους στις επαρχίες Nord-Kivu και Ituri κατά των Συμμαχικών Δημοκρατικών Δυνάμεων (ADF), μιας ένοπλης ομάδας της Ουγκάντα, και απελευθέρωσαν τουλάχιστον 500 άτομα που είχαν απαχθεί από τις ADF. Οι στρατιωτικές αυτές επιχειρήσεις είχαν ως αποτέλεσμα τον περαιτέρω εκτοπισμό του πληθυσμού και την επιδείνωση της ανθρωπιστικής κρίσης.
72. Διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν σε εθνικό επίπεδο, μεταξύ άλλων στην πρωτεύουσα Κινσάσα, σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Κινήματος της 23ης Μαρτίου (M23), μιας ένοπλης ομάδας που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Ρουάντα, και των κυβερνητικών δυνάμεων της ΛΔΚ και των συμμάχων τους. Οι διαμαρτυρίες αφορούσαν επίσης τη φερόμενη υποστήριξη των δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ, προς τη Ρουάντα. Η διακοινοτική βία επεκτάθηκε στις επαρχίες Kasai, Kwango, Kwilu, Mai-Ndombe και Tshopo και οδήγησε σε περαιτέρω σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τον Οκτώβριο (2024), ο πρόεδρος Tshisekedi ανακοίνωσε την πρόθεσή του να αναθεωρήσει το σύνταγμα του 2006. Η Καθολική Εκκλησία και άλλοι φορείς της κοινωνίας των πολιτών προειδοποίησαν ότι η κίνηση αυτή θα αποσταθεροποιούσε περαιτέρω τη χώρα. Τον Αύγουστο (2024), ο ΠΟΥ κήρυξε την έξαρση των κρουσμάτων ευλογιάς ως «έκτακτη ανάγκη δημόσιας υγείας διεθνούς ενδιαφέροντος». Οι δάσκαλοι σε αρκετές επαρχίες οργάνωσαν απεργίες με αίτημα αυξήσεις μισθών[16].
73. Πρόσφατη έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ημερομηνίας 27.2.2026 αναφέρει ότι «Η βία κλιμακώθηκε στα ανατολικά της χώρας παρά την κατάπαυση του πυρός που διαπραγματεύτηκε η Αγκόλα και επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ στις 18 Φεβρουαρίου. Αναφορές έκαναν λόγο για επιθέσεις με drones, δολοφονίες, απαγωγές και άλλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε πληγείσες περιοχές. Επίσης, καταγράφηκε μαζικός εσωτερικός εκτοπισμός στους νομούς Βόρειο Κίβου, Νότιο Κίβου και Ιτούρι ως αποτέλεσμα αυτών των συγκρούσεων».[17]
74. Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 12.6.2026), καταγράφηκαν 56 περιστατικά πολιτικής βίας[18], από τα οποία προκλήθηκαν 47 θάνατοι.[19] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 21,9 εκατομμύρια (εκτίμηση του 2026) κατοίκους.[20]
75. Από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ότι, παρά τις κατά καιρούς πολιτικές αναταραχές και τα μεμονωμένα περιστατικά βίας που καταγράφονται στην Kinshasa, η πρωτεύουσα δεν αποτελεί περιοχή στην οποία λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη, καθώς οι ένοπλες συγκρούσεις που πλήττουν τη ΛΔΚ εντοπίζονται κυρίως στις ανατολικές περιοχές της χώρας. Ειδικότερα, οι κύριες ένοπλες ομάδες που εμπλέκονται στις συγκρούσεις δεν παρουσιάζονται ως δρώσες στην Kinshasa. Περαιτέρω, λαμβανομένων υπόψη του αριθμού και της φύσης των καταγεγραμμένων περιστατικών ασφαλείας σε συνάρτηση με τον ιδιαίτερα μεγάλο πληθυσμό της πρωτεύουσας, δεν προκύπτει κατάσταση γενικευμένης και αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε η παρουσία και μόνον ενός αμάχου στην Kinshasa να τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
76. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανός, πέραν της απουσίας εκπεφρασμένου φόβου ένεκα αυτής της παραμέτρου ή άλλων συναφών προσωπικών περιστάσεων, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, την δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α. του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη ΛΔΚ, οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1% του πληθυσμού και 48,1% των χριστιανών είναι προτεστάντες. Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών.[21] Ως εκ τούτου, ούτε ένεκα του θρησκευτικού του προφίλ ευλόγως αναμένεται ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα.
77. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα του όπου διαμένουν η μητέρα και άλλα συγγενικά του πρόσωπα του, χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε κίνδυνο.
78. Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 10 αυτού.
79. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
80. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ. άρθρο 15(2)(α) και (β) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ].
81. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 15 (γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43).
82. Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή δεν προκύπτει η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].
83. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
84. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (βλ. αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους (βλ. απόφαση της 30ης Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28).
85. Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, δεν υφίσταται ένοπλη σύρραξη στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή συνεπώς παρέλκει η περαιτέρω εξέταση των υπόλοιπων συστατικών στοιχείων της εν λόγω διάταξης. Επικουρικώς, ο Αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο του προφίλ το οποίο θα επέτεινε τυχόν κίνδυνο. Υπό το φως των ανωτέρω, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο αντίστοιχο καθεστώς.
86. Ως προς την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει καταρχήν οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51, υπόθεση C-313/25 PPU, GB κατά Minister van Asiel en Migratie [Adrar], ECLI:EU:C:2025:647, ιδίως σκέψεις 60 έως 66).
87. Δεν εκφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, ο Αιτητής προσκόμισε πιστοποιητικό γέννησης (ερ. 32), στο οποίο αναγράφεται ως πατέρας ανήλικου τέκνου, γεννηθέντος στη Δημοκρατία το 2022. Πέραν, όμως, του εν λόγω εγγράφου, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, είτε κατά τη διοικητική είτε κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία, αναφορικά με τη φύση και την πραγματική υπόσταση της σχέσης του Αιτητή με το ανήλικο τέκνο ή τη φερόμενη ως σύντροφό του, τις συνθήκες συμβίωσης, τον βαθμό προσωπικής, συναισθηματικής ή οικονομικής εμπλοκής του στη ζωή του τέκνου ή οποιοδήποτε άλλο δεδομένο ικανό να καταδείξει την πραγματική άσκηση οικογενειακής ζωής. Συναφώς, παραπέμπεται στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Μ.Μ.Ν. κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 4166/24, ημερ. 15.5.2026 και την εκεί μνημονευόμενη νομολογία, όπου αναλύονται, υπό το φως και της συναφούς νομολογίας του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ, οι παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της ύπαρξης και της ουσιαστικής υπόστασης οικογενειακής ζωής, καθώς και η υποχρέωση του ενδιαφερομένου να συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία, θέτοντας ενώπιον της αρμόδιας αρχής τα πραγματικά δεδομένα και τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις.
88. Ιδιαίτερη σημασία έχει εν προκειμένω ότι, παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής εκπροσωπείτο κατά την παρούσα διαδικασία από συνήγορο, ουδείς συγκεκριμένος ισχυρισμός αναπτύχθηκε ως προς τις συνέπειες που θα είχε η επίδικη απόφαση και η συνακόλουθη επιστροφή του στην οικογενειακή του ζωή ή, ειδικότερα, στη σχέση του με το ανήλικο τέκνο του. Ούτε προσκομίστηκε οποιοδήποτε πρόσθετο στοιχείο προς τεκμηρίωση της πραγματικής και ουσιαστικής άσκησης της σχέσης αυτής ή των συγκεκριμένων επιπτώσεων που η απομάκρυνσή του θα επέφερε στο τέκνο. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του, πέραν της απλής απόδειξης της πατρότητας, συγκεκριμένο πραγματικό ή αποδεικτικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να στηριχθεί περαιτέρω εξατομικευμένη αξιολόγηση των συνεπειών της επιστροφής του Αιτητή υπό το πρίσμα της προστασίας της οικογενειακής ζωής και του συμφέροντος του ανήλικου τέκνου.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Judiciary documents, including summonses to appear (mandats de comparution), bench warrants (mandats d'amener) and arrest warrants (mandats d'arrêt); issuing authorities; features of judiciary documents, including contents and appearance; samples (2022–March 2022) [COD200966.FE], 4 April 2022
https://www.ecoi.net/en/document/2072295.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/06/2026)
[3] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Judiciary documents, including summonses to appear (mandats de comparution), bench warrants (mandats d'amener) and arrest warrants (mandats d'arrêt); issuing authorities; features of judiciary documents, including contents and appearance; samples (2022–March 2022) [COD200966.FE], 4 April 2022
https://www.ecoi.net/en/document/2072295.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/06/2026)
[4] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Judiciary documents, including summonses to appear (mandats de comparution), bench warrants (mandats d'amener) and arrest warrants (mandats d'arrêt); issuing authorities; features of judiciary documents, including contents and appearance; samples (2022–March 2022) [COD200966.FE], 4 April 2022
https://www.ecoi.net/en/document/2072295.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/06/2026)
[5] Penal Code (consolidated as of November 30, 2004), Democratic Republic of the Congo, WIPO Lex: https://www.wipo.int/wipolex/en/legislation/details/7510
[6] Friends of the Congo (FOTC), Kinshasa: Urban and armed banditry on the rise, 11 Ιουνίου 2025, https://friendsofthecongo.org/kinshasa-urban-and-armed-banditry-on-the-rise/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026); Friends of the Congo (FOTC), Mission & Vision, https://friendsofthecongo.org/mission-vision/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/06/2026);
[7] Associated Press (AP), Congo will execute more than 170 people convicted of armed robbery, official says, 6 Ιανουαρίου 2025, https://apnews.com/article/congo-executes-kulunas-bandits-dc460aa0fc69489f2c1005b33796e0c9 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[8] Next is Africa, The looming shadow of the «Kulunas», 19 Ιουνίου 2025, https://nextisafrica.com/looming-shadow-kulunas (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/06/2026)
[9] Global Initiative against Transnational Organized Crime, Criminals or vigilantes? The Kuluna gangs of the Democratic Republic of Congo, Μάιος 2021, https://globalinitiative.net/wp-content/uploads/2021/06/Criminals-or-vigilantes-The-Kuluna-gangs-of-the-Democratic-Republic-of-Congo-GITOC.pdf, σελ. 4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026); Global Initiative against Transnational Organized Crime, Our story, https://globalinitiative.net/about-us/our-story/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/06/2026)
[10] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[11] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[12] UNSC, S/RES/2765 (2024)
[13] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[14] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf, Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023)
https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[15] Human rights in Democratic Republic of the Congo Amnesty International: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[16] Human rights in Democratic Republic of the Congo Amnesty International: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ ( ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[17] UNHCR (UN High Commissioner for Refugees), Regional External Update #33; West and Central Africa Region; Eastern DRC Situation; 14 - 27 February 2026, 27 February 2026, https://data.unhcr.org/en/documents/download/121329, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)
[18] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)
[19] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/06/2026)
[20] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)
[21] USDOS - US Department of State, 'DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT' (26 June 2024) σ. 3
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο