Α. S. P. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2286/24, 21/8/2026
print
Τίτλος:
Α. S. P. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2286/24, 21/8/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ


Υπόθεση Αρ.: 2286/24

 

21 Αύγουστου, 2026

 

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

                                                     Α. S. P.

                                                                                                                         Αιτητού

           

  και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 .........

 

Ο Αιτητής είναι παρών

 

Τζ. Μπετίτο (κος) για Πιερίδης & Πιερίδης, Δικηγόροι για τον Αιτητή

 

Κ. Μιχαηλίδη (κα) για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της  απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 29.4.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τoυ για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Αιτείται επιπλέον την χορήγηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 Γεγονότα

1.           Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό (στο εξής: ΛΔΚ) και στις 30.5.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 8.3.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό (στο εξής: λειτουργός), ο οποίος στις 29.3.2024 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο αυθημερόν, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 23.5.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.           Ο Αιτητής προβάλλει, διά των συνηγόρων του, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς τη διενέργεια δέουσας έρευνας και κατόπιν πλημμελούς αξιολόγησης των δηλώσεών του από τους Καθ’ ων η αίτηση. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν δεόντως υπόψη ότι υπήρξε ενεργό μέλος πολιτικού κόμματος της αντιπολίτευσης και ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ενδέχεται να αντιμετωπίσει σύλληψη ή άλλης μορφής κακομεταχείριση από τις αρχές ή από οπαδούς του κυβερνώντος πολιτικού κόμματος. Προς υποστήριξη της θέσης του παραπέμπει σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και, ειδικότερα, σε απόσπασμα σχετικό με περιστατικό βίας μεταξύ οπαδών αντίπαλων πολιτικών κομμάτων.

 

3.           Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να εξετάσουν δεόντως τις αναφορές του περί σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης, την οποία φέρεται να υπέστη συνεπεία της συμμετοχής του σε διαδήλωση διαμαρτυρίας το 2020, παρά το γεγονός ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, έφερε εμφανή σημάδια τραυματισμού. Υποστηρίζει, επίσης, ότι δεν εξετάστηκε ο ισχυρισμός του περί απόκτησης ανήλικου τέκνου στη Δημοκρατία και ότι παραλείφθηκε η αξιολόγηση τυχόν αναγκών διεθνούς προστασίας του ανηλίκου, τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνάρτηση με την αίτηση διεθνούς προστασίας του ιδίου.

 

4.           Επιπλέον, προβάλλει ότι, μολονότι είχε δηλώσει ότι υπήρξε θύμα βασανιστηρίων, δεν αναγνωρίστηκε ως ευάλωτο πρόσωπο και/ή ως πρόσωπο με ειδικές ανάγκες υποδοχής και/ή ως αιτών που έχρηζε ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων. Συναφώς, παραπονείται ότι η προσωπική του συνέντευξη διενεργήθηκε χωρίς τη συνδρομή ή συνεργασία αρμόδιου ιατρού, κατά παράβαση των δικαιωμάτων του και των σχετικών διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου.

 

5.           Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι αυτή εκδόθηκε νομίμως και κατόπιν διενέργειας δέουσας έρευνας. Σε σχέση με την προβαλλόμενη παραβίαση του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου, υποβάλλουν ότι η παραπομπή του Αιτητή σε ιατρικές και ψυχολογικές εξετάσεις ενέπιπτε στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης. Προσθέτουν ότι δεν διαπιστωνόταν οποιαδήποτε εσκεμμένη αποστέρηση της πρόσβασής του σε υπηρεσίες υγείας στη χώρα καταγωγής του και, συνακόλουθα, δεν προέκυπτε η ύπαρξη φορέα δίωξης.

 

6.           Ως προς την ουσία του αιτήματός του, οι Καθ’ ων η αίτηση, παραπέμποντας στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία, υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να προβάλει κατά τρόπο αξιόπιστο τους ισχυρισμούς του περί δίωξης λόγω, αφενός, του θανάτου γυναίκας με την οποία διατηρούσε σχέση και, αφετέρου, της πολιτικής του δραστηριοποίησης σε κόμμα της αντιπολίτευσης.

 

Το νομικό πλαίσιο

7.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

 

8.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

9.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

 

10.          Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.

 

11.          Το άρθρο 3 στοιχείο (5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».

 

12.          Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).

 

13.          Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

14.          Το άρθρο 3 στοιχείο (6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».

 

15.          Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

16.          Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:

 

17.          Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:

«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».

18.          Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:

 «53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».

19.       Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:

«1.   Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».

20.          Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.

Κατάληξη

21.          Ως προς τους λοιπούς εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται  ότι το παρόν Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ' ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C 283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552].

 

22.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

 

23.          Ειδικώς αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι έπρεπε να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα λόγω της φερόμενης ευαλωτότητάς του ως θύμα βασανιστηρίων, σημειώνονται τα εξής:  Από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προέκυψε αντικειμενική αδυναμία του Αιτητή να ανταποκριθεί στις ερωτήσεις και περαιτέρω, δεν παρατέθηκαν από πλευράς του ισχυρισμοί, ώστε να αναγνωριστεί η ανάγκη ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Αιτητής δεν εμφάνισε δυσκολία στο να δώσει οποιεσδήποτε απαντήσεις ούτε και παρουσίασε συμπτώματα όπως μετατραυματικό στρες, σύγχυση ή κλάμα.  Επιπλέον, για το φερόμενο περιστατικό επίθεσης που υπέστη, ανέφερε μόνο ότι εξαναγκάστηκε με τη χρήση βίας σε γενετήσια πράξη από άτομα του κυβερνώντος πολιτικού κόμματος, ότι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και εκεί έλαβε φαρμακευτική αγωγή και γενικότερα ότι λόγω αυτού ένοιωθε έντονους πόνους για τον οποίους έπρεπε να λαμβάνει αναλγητική αγωγή χωρίς ωστόσο να παραθέτει την όποια άλλη ουσιώδη πληροφορία.

 

24.          Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι o Αιτητής είχε πραγματική και αποτελεσματική πρόσβαση στη διαδικασία, καθώς και τη δυνατότητα να εκθέσει πλήρως τους ισχυρισμούς του και να προσκομίσει τα αναγκαία στοιχεία προς τεκμηρίωση της αίτησής του. Επιπλέον, κατά τη  συνέντευξη εξετάστηκαν διεξοδικά οι λόγοι επί των οποίων θεμελίωνε το αίτημά του για διεθνή προστασία, σε συνδυασμό με το προσωπικό του προφίλ.

 

25.          Επισημαίνεται ότι η επίδικη πράξη συνίσταται στην απορριπτική απόφαση επί της αίτησής του για διεθνή προστασία. Συνεπώς, για τη λυσιτελή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, θα πρέπει αφενός να καταδεικνύεται η άμεση συνάφειά του με την αξιολόγηση της ουσίας της αίτησής του και αφετέρου να προκύπτει ότι το εύρος της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τα δικονομικά μέσα που είχε στη διάθεσή του ο Αιτητής, δεν επαρκούσαν για την κάλυψη τυχόν ελλείψεων ή κενών στο αφήγημά του.

 

26.          Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν εξειδικεύει κατά τρόπο συγκεκριμένο με ποιον τρόπο η κατ' ισχυρισμόν ευαλωτότητά του επηρεάζει την εξέταση της αίτησής του, ενώ δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι, ως προς την ουσία των ισχυρισμών του, παραπέμπει γενικώς στις δηλώσεις του κατά το στάδιο της συνέντευξης, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ή ουσιαστικό σχολιασμό των επιμέρους ευρημάτων της διοίκησης.

 

27.          Περαιτέρω, ως προς τον συναφή ισχυρισμό περί μη παραπομπής του Αιτητή σε ψυχολογική εξέταση, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 15 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023, η παραπομπή σε ιατρικές και/ή ψυχολογικές εξετάσεις εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του λειτουργού που εξετάζει την αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η υποβολή του Αιτητή σε τέτοιες, λαμβάνοντας υπόψη της δηλώσεις του Αιτητή.  Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Αιτητής ανέφερε ότι ακολούθως του περιστατικού, είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο και είχε λάβει φαρμακευτική αγωγή και ότι γενικώς ένοιωθε έντονους πόνους και έπρεπε να λαμβάνει αναλγητική αγωγή. Περαιτέρω, δεν προσκόμισε κανένα ιατρικό πιστοποιητικό.  Από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι συνέτρεχε υποχρέωση ή αναγκαιότητα παραπομπής του σε ιατρικές ή ψυχολογικές εξετάσεις. Σε κάθε περίπτωση, ο Αιτητής διατηρούσε τη δυνατότητα να προσκομίσει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Ως εκ των ανωτέρω, ο υπό εξέταση ισχυρισμός προβάλλεται αλυσιτελώς και σε κάθε περίπτωση, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, αβασίμως.

 

28.          Προχωρώντας στην κατ' ουσίαν εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή, παρατηρείται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής του ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα λόγω ενός περιστατικού με τη σύντροφό του. Ειδικότερα, η κοπέλα αυτή, ήταν έγκυος και χωρίς τη συγκατάθεση του, μετέβη σε νοσοκομείο για να υποβληθεί σε επέμβαση τεχνητής διακοπής της κύησης, κατά τη διάρκεια της οποίας παρουσιάστηκε επιπλοκή που οδήγησε στο θάνατό της.  Ακολούθως, μέλη της οικογένειάς της, θεωρώντας τον ως υπόλογο για την απόφαση να τερματίσει την εγκυμοσύνη, τον αναζητούσαν για να τον σκοτώσουν. Επιπλέον, τα εν λόγω πρόσωπα προσέλαβαν κακοποιούς «fetishists and bandits» για να τον εντοπίσουν, γεγονός το οποίο και έθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο (βλ. ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 6 του δ.φ.).

 

29.          Κατά το στάδιο της συνέντευξης, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε το 1987 στη κοινότητα Ngaba Kinshasa της ΛΔΚ, που αποτελεί και τον συνήθη τόπο διαμονής του. Περί τους 6 μήνες προτού αναχωρήσει από τη χώρα, δήλωσε ότι ζούσε στην πόλη Boma της επαρχίας Kongo Central.  Δήλωσε ότι είναι χριστιανός καθολικός στο θρήσκευμα, ομιλεί γαλλικά και λινγκάλα, και ανήκει στη φυλή Muyombe, Bakongo. Όσον αφορά στην οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι κατά την παραμονή του στη Δημοκρατία νυμφεύθηκε τελώντας παραδοσιακό γάμο με ομοεθνή του, επίσης αιτήτρια ασύλου και είναι πατέρας ενός τέκνου γεννηθέν στη Δημοκρατία το 2022.  Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια, ανέφερε ότι οι γονείς, οι δύο αδερφές και ο αδερφός του βρίσκονται στην Kinshasa, με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία.  Ως προς την εκπαίδευση και την εργασία του, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο κλάδο των τεχνικών σπουδών στην ηλεκτρολογία και ότι από το 2012 εργαζόταν στην αρχή ηλεκτρισμού της χώρας του.

 

30.          Όσον αφορά στην κατάσταση της υγείας του, ο Αιτητής ανέφερε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα λόγω της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη προκαλώντας του προβλήματα ακόμα και στην καθημερινότητά του.

 

31.          Σχετικά με το ταξίδι του, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του αεροπορικώς με τη βοήθεια του αρχηγού του πολιτικού κόμματος που υποστήριζε, ο οποίος διευθέτησε μέσω της αστυνομίας την έξοδό του από τη χώρα.

 

32.          Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής αναφέρθηκε αρχικά στον θάνατο της συντρόφου του. Ειδικότερα, δήλωσε ότι αυτή, ενώ ήταν έγκυος, έλαβε φαρμακευτική αγωγή, παρουσίασε επιπλοκές και απεβίωσε, με αποτέλεσμα να του αποδοθεί ευθύνη για τον θάνατό της και να αρχίσουν να τον αναζητούν. Ως δεύτερο λόγο επικαλέστηκε την πολιτική του δραστηριότητα στο κόμμα «ECIDE», στο πλαίσιο του οποίου ήταν μέλος της νεολαίας και υπεύθυνος για την κινητοποίηση και υποστήριξη των μελών στη Ngaba.

 

33.          Στις 3.6.2019 συμμετείχε σε διαδήλωση στον κεντρικό δρόμο Kiansa, κατά την οποία σημειώθηκαν επεισόδια και η αστυνομία επενέβη με πυροβολισμούς, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό και τη σύλληψη διαδηλωτών. Το «ECIDE» επιχείρησε να συνδράμει τους συλληφθέντες, ορισμένοι από τους οποίους αφέθηκαν ελεύθεροι. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ήταν επικεφαλής της κοινότητάς του στη Ngaba.

 

34.          Στις 14.10.2020 πραγματοποιήθηκε δεύτερη διαδήλωση, στην οποία συμμετείχαν νεαροί από τις περιοχές Ngaba, Matete, Lemba και Kisenso. Η πορεία ξεκίνησε από το Superlemba με κατεύθυνση το Limete, αλλά η αστυνομία επιτέθηκε στους διαδηλωτές με ξυλοδαρμούς και πυροβολισμούς. Επίθεση δέχθηκε και ο ηγέτης του κόμματος, Martin Fayulu, με αποτέλεσμα οι διαδηλωτές να πετάξουν πέτρες εναντίον της αστυνομίας, να τραυματιστούν αστυνομικοί και να προκληθούν ζημιές σε οχήματα. Ορισμένοι φίλοι του Αιτητή συνελήφθησαν, ενώ άλλοι, οι οποίοι είχαν τεθεί στη διάθεση της υπηρεσίας ασφαλείας ANR, εξακολουθούσαν να κρατούνται στη φυλακή Makala.

 

35.          Τρεις ημέρες αργότερα, τρία πρόσωπα, τα οποία ο Αιτητής συνέδεσε με το κόμμα «UDPS», τον προσέγγισαν οπλισμένα με μαχαίρια και ρόπαλα, τον ξυλοκόπησαν και τον κακοποίησαν σεξουαλικά. Τον απείλησαν, επίσης, ότι θα τον σκότωναν, λέγοντάς του ότι όσα του είχαν ήδη πράξει δεν ήταν τίποτε. Ακολούθως, μεταφέρθηκε σε ιατρικό κέντρο, όπου παρέμεινε για δύο ημέρες. Επειδή θεωρούσε ότι είχε στοχοποιηθεί, αναχώρησε από την Kinshasa και μετέβη στη Boma.

 

36.          Στη συνέχεια, ο ηγέτης του «ECIDE» υποσχέθηκε να τον βοηθήσει να εγκαταλείψει τη χώρα και τον έφερε σε επαφή με πρόσωπο που ανέλαβε τις σχετικές διευθετήσεις. Ο ίδιος κάλυψε τα έξοδα του ταξιδιού και δωροδόκησε αστυνομικούς στο αεροδρόμιο, ώστε να επιτρέψουν την έξοδο του Αιτητή από τη χώρα. Ο Αιτητής δήλωσε ότι η ζωή του εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κίνδυνο και ότι παρέμενε καταζητούμενος, καθώς η μητέρα του τον ενημέρωσε ότι οι αρχές συνέχιζαν να τον αναζητούν.

 

37.          Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής ανέφερε ότι διατηρούσε σχέση με την αποβιώσασα από το 2005 και ότι είχαν αποκτήσει ένα αγόρι, ηλικίας 11 ετών. Δεν ήταν παντρεμένοι ούτε συμβίωναν, λόγω οικογενειακού εθίμου που δεν επέτρεπε τη συμβίωση πριν από τον γάμο, ενώ το παιδί διέμενε εναλλάξ με τους δύο γονείς. Δήλωσε ότι η σύντροφός του απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2019, μετά τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής για τον τερματισμό δεύτερης εγκυμοσύνης. Αρχικά ανέφερε ότι δεν γνώριζε τους λόγους της απόφασής της, ακολούθως όμως τη συνέδεσε με τις συνεχείς διαφωνίες μεταξύ των δύο οικογενειών. Κατά τον ίδιο, η οικογένειά της τού απέδωσε ευθύνη, θεωρώντας ότι την είχε παροτρύνει να διακόψει την εγκυμοσύνη, και υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία. Πρόσθεσε ότι μία αδελφή της είχε παντρευτεί μέλος της προεδρικής οικογένειας Tshisekedi και, ως εκ τούτου, η οικογένεια διέθετε επιρροή στη χώρα.

 

38.          Αναφορικά με την πολιτική του δραστηριότητα, ο Αιτητής απέδωσε το ακρωνύμιο «ECIDE» ως «Engagement for Citizens and Development» και ανέφερε ότι σκοπός του κόμματος ήταν η ενδυνάμωση των πολιτών και η προώθηση του σεβασμού προς το κράτος δικαίου. Ως προς το «Lamuka», δήλωσε ότι αποσκοπούσε στην ευαισθητοποίηση των πολιτών ως προς την αδιαφορία των αρχών και ότι το «Lamuka» και το «ECIDE» ήταν το ίδιο. Ανέφερε ότι ανήκε στο πολιτικό στρατόπεδο του Martin Fayulu, ότι εντάχθηκε στο κόμμα στις 25.1.2019 και ότι κίνητρό του αποτέλεσε η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα.

 

39.          Ως προς τη διαδικασία ένταξής του, ανέφερε ότι, μετά την εγγραφή του, έλαβε φανέλα, ύφασμα και ταυτότητα μέλους. Περιέγραψε την ταυτότητα ως κίτρινη, με φωτογραφία, όνομα, το λογότυπο του κόμματος και ένα δέντρο στο μέσο, καθώς και αναφορά στους σκοπούς του κόμματος. Δεν κατόρθωσε, ωστόσο, να περιγράψει το έμβλημα, επικαλούμενος τον χρόνο που είχε παρέλθει από την αναχώρησή του. Ως προς την οργανωτική δομή, τοποθέτησε στην κορυφή τον πρόεδρο, Martin Fayulu, και τον γραμματέα, ακολουθούμενους από τους βοηθούς και τα μέλη, ενώ ανέφερε τον Bob Bolabwe ως γραμματέα του «Lamuka». Δήλωσε, ακόμη, ότι ήταν υπεύθυνος για την ενημέρωση, κινητοποίηση και οργάνωση των νέων της Ngaba ενόψει των δραστηριοτήτων και των διαδηλώσεων του κόμματος.

 

40.          Κληθείς να διευκρινίσει τη θέση του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν απλό μέλος και ότι δεν γνώριζε όλα τα ζητήματα του κόμματος. Όταν του επισημάνθηκε ότι προηγουμένως είχε παρουσιαστεί ως επικεφαλής της νεολαίας, διευκρίνισε ότι ήταν υπεύθυνος για τη μεταφορά των οδηγιών που λάμβανε από ανώτερό του και για την κινητοποίηση και οργάνωση των νέων της Ngaba. Θεωρούσε τον ρόλο του σημαντικό λόγω της δυνατότητάς του να κινητοποιεί υποστηρικτές. Ως προς τον τρόπο ανάληψης του ρόλου, αρχικά αναφέρθηκε στην ιδιότητά του ως αρχηγού αθλητικού συλλόγου και ακολούθως δήλωσε ότι εξελέγη κατόπιν εσωτερικής εκλογικής διαδικασίας μεταξύ δύο υποψηφίων.

 

41.          Αναφορικά με τη διαδήλωση του 2019, ανέφερε ότι σκοπός της ήταν η καταγγελία των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θανάτων στο ανατολικό Κονγκό. Η διαδήλωση του 2020, αντιθέτως, αφορούσε τον τρόπο διεξαγωγής των εκλογικών διαδικασιών και είχε ως προορισμό το κοινοβούλιο. Κατά τη δεύτερη διαδήλωση, ο ρόλος του ήταν να βρίσκεται δίπλα στον Martin Fayulu, με σκοπό την προστασία του.

 

42.          Ως προς την επίθεση που φέρεται να υπέστη τρεις ημέρες μετά τη δεύτερη διαδήλωση, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι δράστες τον χτύπησαν με ράβδους και κλωτσιές, τον τραυμάτισαν με μαχαίρι ενώ επιχειρούσε να διαφύγει και ακολούθως τον κακοποίησαν σεξουαλικά. Απέδωσε τη στοχοποίησή του στον ρόλο του στην κινητοποίηση των πολιτών της Ngaba και ισχυρίστηκε ότι είχαν αναρτηθεί φωτογραφίες του με σκοπό τον εντοπισμό του, ενώ πληροφορίες για τη δράση του είχαν διαβιβαστεί και σε στρατιωτικό αξιωματικό. Όταν του επισημάνθηκε ότι οι περιορισμένες γνώσεις του για την οργανωτική δομή του κόμματος δεν συνάδουν ευχερώς με τον ισχυρισμό περί στοχοποίησής του λόγω της θέσης του, επανέλαβε ότι κατέστη στόχος επειδή κινητοποιούσε τους νέους. Αναφορικά με τους πέντε γραμματείς που, σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα του «ECIDE», βρίσκονταν στην κορυφή της ιεραρχίας, ανέφερε γενικά ότι αυτοί συναντούσαν τις αρχές και ενημέρωναν τα μέλη για αποφάσεις, συναντήσεις και διαδηλώσεις.

 

43.          Ως προς τον φόβο του σε περίπτωση επιστροφής, ο Αιτητής δήλωσε ότι εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει σοβαρό κίνδυνο, καθώς μέλη της οικογένειάς του τον είχαν ενημερώσει ότι συνέχιζαν να τον αναζητούν και ότι η οικογένειά του σκεφτόταν να μετακομίσει σε άλλη περιοχή.

 

44.          Ερωτηθείς κατά πόσο οι αρχές θα του επέτρεπαν να εισέλθει στη χώρα, ο Αιτητής απάντησε ότι στη χώρα του δεν υπήρχε σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δήλωσε ότι δεν υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία, επειδή φοβόταν ότι θα συλλαμβανόταν. Ως προς την παράλειψη αναφοράς των πολιτικών λόγων κατά την καταγραφή του αιτήματός του, εξήγησε ότι του είχε ζητηθεί να καταγράψει συνοπτικά τους λόγους αναχώρησης και ανέμενε ότι θα τους ανέπτυσσε κατά τη συνέντευξη. Τέλος, απέκλεισε τη δυνατότητα ασφαλούς εγκατάστασής του στη Lubumbashi, με την αιτιολογία ότι οι αρχές ήταν οι ίδιες σε ολόκληρη τη χώρα.

 

 

45.          Ο Αιτητής υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου τα εξής σχετικά έγγραφα: αντίγραφα δελτίου εγγραφής αλλοδαπού και πιστοποιητικού γέννησης του ανήλικου γιου του ονόματι Sasa Dzesi Nzundu, γεννηθείς στις 31.5.2022 (ερυθρά 36 και 35 του δ. φ.), αντίγραφο εναντίον του εντάλματος σύλληψης που φέρει τόπο έκδοσης (Kinshasa/Matete), ημερομηνία έκδοσης (10.4.2021) και υπογραφή από εισαγγελικό λειτουργό (L’ Officier du Ministere Public).  Αναγράφεται ότι ζητείται η σύλληψη του Αιτητή και αυτό λόγω των αδικημάτων της εξέγερσης και της πρόκλησης σε ανυπακοή προς τους κρατικούς νόμους ως προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 133 και 135bis του Ποινικού Κώδικα της ΛΔΚ  (ερυθρό 33 του δ. φ.), αντίγραφο από άρθρο σχετικό με διαδήλωση στις 14 Οκτωβρίου 2020 (ερυθρό 32 του δ.φ.), αντίγραφο κειμένου σχετιζόμενο με αυθαίρετη σύλληψη 10 νεαρών ακτιβιστών (ερυθρό 25 του δ.φ.) και φωτοαντίγραφα (βλ. ερ. 31-26 του δ.φ.).

 

46.          Ως προς τα προσκομισθέντα έγγραφα, ο Αιτητής ανέφερε ότι το έγγραφο ημερ. 10.4.2021, αφορούσε αντίγραφο εντάλματος το οποίο και έλαβαν οι γονείς του και που ανέγραφε ότι καταζητείτο στη ΛΔΚ. Δήλωσε ότι το έγγραφο με τη φωτογραφία και το κείμενο από το άρθρο φανέρωνε ότι όταν διαδήλωναν διεκδικούσαν τα δικαιώματά τους και περαιτέρω, το έγγραφο με το κείμενο δείκνυε ότι ο ηγέτης του πολιτικού τους κόμματος προσπάθησε να διευθετήσει την απελευθέρωση μελών που είχαν συλληφθεί.  Όσον αφορά τα φωτοαντίγραφα, δήλωσε ότι ορισμένα απεικόνιζαν τη διαδήλωση και άλλα την πρώην σύντροφό του παίρνοντας τα χάπια για να τερματίσει τη δεύτερη εγκυμοσύνη.    

 

47.          Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο δεύτερος ότι ο Αιτητής αναζητείτο καθώς η οικογένεια της αποβιώσασας συντρόφου του τον θεωρούσε ως υπόλογο για το θάνατο της κόρης τους, η οποία απεβίωσε κατά τη διάρκεια μιας έκτρωσης και ο τρίτος ότι ο Αιτητής είχε στοχοποιηθεί από μέλη του κόμματος «UDPS», λόγω της ιδιότητάς του ως ηγέτη της νεολαίας «ECIDE» στην πόλη Ngaba και της συμμετοχής του στη διαδήλωση τον Οκτώβρη του 2020.

 

48.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε μερικώς αποδεκτός. Κρίθηκε ότι οι συναφείς δηλώσεις του Αιτητή υπήρξαν συνεκτικές, αποδεικνύονταν από τα έγγραφα ταυτοποίησης που προσκόμισε καθώς και από έτερες εξωτερικές πηγές, στις οποίες παρέπεμψαν οι Καθ' ων η αίτηση. Ωστόσο, δεν έγινε αποδεκτό το σκέλος του ισχυρισμού του Αιτητή που αφορούσε στην πατρότητα του ανήλικου τέκνου, το οποίο ο ίδιος ανέφερε ότι επρόκειτο για παιδί του. Ειδικότερα, οι Καθ’ ων η αίτηση, σημείωσαν ότι παρότι ο Αιτητής προσκόμισε πιστοποιητικό γέννησης του ανήλικου, το όνομα του Αιτητή δεν αναγραφόταν στο σχετικό πεδίο που αφορούσε τα στοιχεία του πατέρα.  Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έκαναν αποδεκτό το συγκεκριμένο μέρος του ισχυρισμού του Αιτητή.

 

49.          Ως προς το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό αυτός έτυχε απόρριψης, καθώς κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ήταν αόριστοι και ασαφείς.  Επισήμαναν ότι δεδομένου του μορφωτικού του επιπέδου αλλά και του γεγονότος ότι ο Αιτητής βίωσε τα συγκεκριμένα γεγονότα ως ενήλικας θα αναμενόταν από αυτόν να είναι σε θέση να παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες. Ειδικότερα, οι δηλώσεις του ως προς την αποβιώσασα σύντροφό του, τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να τον αναζήτησαν μετά τον θάνατό της, τους λόγους της φερόμενης αναζήτησής του, καθώς και τη σύνδεση μεταξύ των κατηγοριών που δέχθηκε και της υποτιθέμενης εμπλοκής του στον θάνατό της, παρέμειναν γενικές και ασαφείς.  Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να παράσχει ουσιαστικές πληροφορίες σχετικά με τα πρόσωπα που τον κατηγόρησαν, αναφερόμενος μόνο, στην οικογένεια της συντρόφου του. Ακόμα, κρίθηκε ότι οι αποκρίσεις του Αιτητή ήταν σύντομες σε συγκεκριμένα ερωτήματα που του τέθηκαν χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη παρά το ότι του δόθηκαν ευκαιρίες να το πράξει.  Ως προς την έλλειψη αναφοράς συγκεκριμένων και προσωπικών πληροφοριών σχετικά με τη σύντροφό του παρουσιαζόταν αντίφαση στα λεγόμενά του δεδομένης της μακροχρόνιας σχέσης που διατηρούσαν για 14 χρόνια.

 

50.          Επιπρόσθετα, κρίθηκε από τους Καθ’ ων ότι ο Αιτητής δεν παρέσχε συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι αναζητείτο μετά τον θάνατο της συντρόφου του. Οι αναφορές του για τις απειλές και τα πρόσωπα που τον αναζητούσαν παρέμειναν γενικές και αόριστες, καθώς δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τους φερόμενους δράστες. Επιπλέον, η εξήγησή του για το λόγο που θεωρούσε πως αναζητείτο, ότι δηλαδή η σχέση του με τη σύντροφό του ήταν γνωστή στην κοινότητα και, μετά τον θάνατό της, οι άλλοι υπέθεσαν ότι ο ίδιος έφερε ευθύνη για την έκτρωση και τον θάνατό της, κρίθηκε ασαφής.

 

51.          Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι διέτρεχε κίνδυνο λόγω της σχέσης της αδελφής της αποβιώσασας συντρόφου του με μέλος της προεδρικής οικογένειας. Ωστόσο, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες ή ουσιαστικές λεπτομέρειες σχετικά με τη σχέση αυτή.  Ειδικότερα, γνώριζε μόνο το μικρό όνομα της αδελφής, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αναφέρει το επώνυμό της, ενώ δήλωσε ότι δεν ήξερε το όνομα του συζύγου της, ο οποίος φέρεται να ανήκε στην προεδρική οικογένεια. Περαιτέρω, οι πληροφορίες που παρέσχε για το εν λόγω πρόσωπο περιορίστηκαν στον ισχυρισμό ότι επρόκειτο για δικηγόρο που διέθετε εξουσία. Ως εκ τούτου, οι δηλώσεις του κρίθηκαν ως μη επαρκώς συγκεκριμένες για να τεκμηριώνουν τους λόγους για τους οποίους ισχυριζόταν ότι διέτρεχε κίνδυνο στη ΛΔΚ.

 

52.          Ως προς την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες οι γυναίκες επέλεγαν να υποβληθούν σε έκτρωση. Από έρευνα διαπιστώθηκε ότι πράγματι οι γυναίκες προέβαιναν σε αυτή την πρακτική υπό συνθήκες μυστικότητας και συχνά υπό μη ασφαλείς περιστάσεις με συνεπεία η ζωή τους να τίθετο σε κίνδυνο.  Ωστόσο λόγω της μη απαιτούμενης σαφήνειας και συνοχής  στις αναφορές του, ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή έτυχε απόρριψης.

 

53.          Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό του Αιτητή και την πολιτική του δραστηριότητα, κρίθηκε ομοίως ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ήταν αόριστοι και ασαφείς.  Συγκεκριμένα, οι Καθ’ ων η αίτηση επισημαίνουν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το κόμμα «ECIDE», του οποίου ισχυρίστηκε ότι ήταν μέλος.  Ειδικότερα, περιορίστηκε στην αναφορά της ονομασίας του κόμματος και σε γενικές δηλώσεις περί ενδυνάμωσης του λαού.  Περαιτέρω, η περιγραφή που παρέσχε σχετικά με την κάρτα μέλους του πολιτικού κόμματος, ήταν γενικευμένη απαντώντας μόνο ότι περιλάμβανε τη φωτογραφία, το όνομα του κατόχου και το λογότυπο του κόμματος. Όσον αφορά το λογότυπο, οι Καθ’ ων σημείωσαν την απάντηση του Αιτητή ότι δε μπορούσε να θυμηθεί πως έμοιαζε.

 

54.          Σχετικά με τις γνώσεις του για την οργανωτική δομή, κρίθηκε ότι ο Αιτητής παρέσχε γενικές και μη εξειδικευμένες πληροφορίες, περιοριζόμενος σε αναφορές για τον πρόεδρο, τον γραμματέα, τους  βοηθούς και τα μέλη χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένα στοιχεία για το κόμμα «ECIDE». Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο Αιτητής μπόρεσε να κατονομάσει μόνο έναν γραμματέα, τον Bob Bolabwe, και ερωτώμενος εκ νέου σε κατοπινό σημείο ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν ένα μέλος και έτσι δεν γνώριζε όλες τις πληροφορίες.  Σύμφωνα με τους Καθ’ ων, έκριναν ότι η δήλωσή του αυτή δεν σύναδε με τον ισχυρισμό ότι αποτελούσε βασικό πρόσωπο του κόμματος της πόλης Ngaba όπως ισχυρίστηκε κατά την ελεύθερη αφήγησή του. Σχετικά με το πως κατέστη ηγέτης, κρίθηκε ότι ο Αιτητής παρέσχε αντιφατικές δηλώσεις αφού σε μια περίπτωση ανέφερε ότι έγινε από τη στιγμή που ενεγράφη ως μέλος, ενώ σε άλλη ανέφερε ότι αναδείχθηκε με εσωτερικές εκλογές και ψηφοφορία. Τέλος σχετικά με την επίθεση που δέχτηκε κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με σαφήνεια ποιοι ήταν αυτοί που του επιτέθηκαν αφού αναφέρθηκε μόνο σε πρόσωπα προερχόμενα από το κόμμα «UDPS».

 

55.          Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, η έρευνα των Καθ’ ων η αίτηση επιβεβαίωσε μεν τη διαδήλωση στις 3 Ιουνίου 2019και γενικώς τη διεξαγωγή διαδηλώσεων τον τότε χρόνο, ως επίσης και  τη διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2020, , πλην όμως οι εξωτερικές πληροφορίες για την οργανωτική δομή του κόμματος «ECIDE» και ποιοι το στελέχωναν δεν συνάδαν με ουσιώδεις δηλώσεις του Αιτητή. Ομοίως, η αυθεντικότητα του προσκομισθέντος εγγράφου περί του εντάλματος σύλληψης, δεν κατέστη δυνατό να επαληθευθεί.  Ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε.

 

56.          Στη βάση του μοναδικού ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι η ταυτότητα και η χώρα καταγωγής του Αιτητή και λαμβανομένων υπόψιν τόσο του προσωπικού προφίλ, όσο και των πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, και ειδικότερα πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, καθότι ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση εκεί διέμεινε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, δεν διαπιστώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση η συνδρομή φόβου δίωξης ή βλάβης του Αιτητή. 

 

57.          Προχωρώντας στην νομική ανάλυση, διαπιστώθηκε ότι δεν προέκυπτε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού, δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023. Στο πλαίσιο εξέτασης της υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) των ιδίων νόμων, λαμβάνοντας υπόψη το ατομικό προφίλ του Αιτητή σε συνάρτηση με επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, κρίθηκε ότι αυτός δεν διέτρεχε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας καθώς η Kinshasa δεν εμπλέκετο σε οποιαδήποτε διεθνή ή εσωτερική ένοπλη διαμάχη.

 

58.          Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

 

59.          Όσον αφορά στο διαχωρισμό των ουσιωδών ισχυρισμών, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν διέκριναν ορθά τους προς αξιολόγηση ουσιώδεις ισχυρισμούς που προέβαλε ο Αιτητής.  Συνολικά όφειλαν να σχηματιστούν οι ακόλουθοι ουσιώδεις ισχυρισμοί: ως πρώτος, η χώρα καταγωγής, το προφίλ και ο τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, ως δεύτερος, ότι ο Αιτητής αναζητείτο καθώς η οικογένεια της αποβιώσασας συντρόφου του τον θεωρούσε ως υπόλογο για το θάνατο της κόρης τους, ως τρίτος ότι ο Αιτητής υπήρξε μέλος και δραστηριοποιήθηκε στο πολιτικό κόμμα «ECIDE» και συμμετείχε στις διαδηλώσεις που έλαβαν χώρα στις 3 Ιουνίου 2019 και στις 14 Οκτωβρίου 2020 και ως τέταρτος, ότι ο Αιτητής τρεις μέρες μετά τη διαδήλωση στις 14 Οκτωβρίου 2020, δέχτηκε επίθεση από μέλη του κυβερνώντος πολιτικού κόμματος «UDPS» και εξαναγκάστηκε με τη χρήση βίας σε γενετήσια πράξη.

 

60.          Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το ευρήματα των Καθ' ων η αίτηση σχετικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό. Διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής στις δηλώσεις του, η αξιοπιστία των οποίων εδραιωνόταν περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονταν στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριο του Αιτητή.  Η μη αποδοχή των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή ως προς το σκέλος που αφορούσε την πατρότητα του ανήλικου τέκνου, βρίσκει επίσης σύμφωνο το Δικαστήριο αφού παρότι είχε προσκομίσει πιστοποιητικό γέννησης ανηλίκου, ωστόσο το όνομα του Αιτητή δεν αναγραφόταν στο σχετικό πεδίο που αφορούσε τα στοιχεία του πατέρα.  Επισημαίνεται περαιτέρω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στην ακροαματική διαδικασία στις 26.6.2026, προσκομίστηκαν δυο αντίγραφα πιστοποιητικών γέννησης για δυο ανήλικα τέκνα με ημερ. γέννησης 31.05.2022 και 23.3.2024 (Τεκμ. 3 και 4), τα οποία θα εξεταστούν σε κατοπινό στάδιο της παρούσας.

 

61.          Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό περί του ότι ο Αιτητής αναζητείτο καθώς η οικογένεια της αποβιώσασας συντρόφου του τον θεωρούσε ως υπόλογο για το θάνατο της κόρης τους, και ειδικότερα ως προς την εσωτερική του πτυχή, παρατηρείται καταρχάς ότι οι δηλώσεις του τόσο για τη γνωριμία του με τη σύντροφό του όσο και για τον θάνατό της, παρέμειναν γενικές και στερούμενες βιωματικών στοιχείων. Ειδικότερα, ανέφερε ότι τη γνώρισε το 2005 και ότι εκείνη πέθανε το 2019, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να προσδιορίσει τις ακριβείς γι’ αυτά τα συμβάντα ημερομηνίες. Επιπλέον, ανέφερε ότι ενημερώθηκε τηλεφωνικώς για τον θάνατό της από έναν ξάδελφό του, ενώ δεν εξήγησε τον λόγο που χρειάστηκε να πληροφορηθεί το συμβάν από τρίτο πρόσωπο. Ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνουν συναφώς οι δηλώσεις του ότι δεν θυμόταν την ημερομηνία γέννησής της και ότι το μόνο που μπορούσε να μοιραστεί για τη σχέση τους ήταν ότι είχαν σχέση ζευγαριού, αναφορές οι οποίες δύσκολα συμβιβάζονται με τον ισχυρισμό του ότι με την εν λόγω κοπέλα διατηρούσαν δεσμό επί 14 συναπτά έτη.

 

62.          Περαιτέρω, στην αρχική γραπτή του δήλωσή ανέφερε ότι η σύντροφός του μετέβη στο νοσοκομείο και υποβλήθηκε σε επέμβαση τεχνητής διακοπής της κύησης και τότε, παρουσιάστηκε επιπλοκή και πέθανε, ισχυρισμό τον οποίον ωστόσο στη συνέντευξή διαφοροποίησε εμμένοντας στο ότι ο θάνατός της επήλθε από επιπλοκές οφειλόμενες σε      λήψη φαρμάκων.  Μεταβαλλόμενες υπήρξαν και οι δηλώσεις του αναφορικά με τους λόγους που η κοπέλα αυτή ήθελε να τερματίσει την εγκυμοσύνη, δηλώνοντας αρχικώς άγνοια ως προς αυτούς πλην όμως στην πορεία ισχυρίστηκε ότι οδηγήθηκε σ’ αυτήν την απόφαση λόγω των συνεχών διαφωνιών μεταξύ των οικογενειών τους. 

 

63.          Πλέον, τα όσα ανέφερε σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμόν αναζήτησή του από τις αρχές κατόπιν της εναντίον του καταγγελίας από συγγενικά της αποβιώσας συντρόφου του πρόσωπα, δεν παρουσίασαν την αναμενόμενη σαφήνεια.  Ειδικότερα, ανέφερε ότι καθώς ήταν ζευγάρι, λόγω του τρόπου που πέθανε, άνθρωποι συνήγαγαν και τον κατηγόρησαν ότι την παρότρυνε στην εν λόγω ενέργεια, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει το πως αυτές οι κατηγορίες τον ώθησαν στο να πιστεύει ότι διωκόταν στη χώρα. Ομοίως, δεν διευκρίνισε ποια μέλη της οικογένειας της κοπέλας αυτής ήταν και αυτά που τον κατήγγειλαν, ούτε ποια η εναντίον του κατηγορία ενώ ανέφερε ότι μια από τις αδελφές της παντρεύτηκε με μέλος της προεδρικής οικογένειας Tshisekedi, μιας οικογένειας με μεγάλη επιρροή, και γι’ αυτό κινδύνευε, ενώ δεν εξήγησε τον λόγο που συνέδεσε το νομικό αυτό δεσμό με την φερόμενη δίωξή του.  

 

64.          Για θεμελίωση της εξωτερικής του αξιοπιστίας και ως προς δε τα φωτοαντίγραφα τα οποία προσκομίστηκαν προς υποστήριξη του ισχυρισμού του (βλ. ερ. 31 και 29 δ.φ.).  Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι ως προς την αξιολόγηση των εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που η γνησιότητά τους δεν δύναται να επιβεβαιωθεί, αυτά εκτιμώνται ελεύθερα σε συνάρτηση με τα λοιπά στοιχεία που έχει ενώπιόν του το Δικαστήριο. Κατά πάγια νομολογημένη αρχή, ο δικαστής δεν υποχρεούται να αποφασίζει επί τεχνικών θεμάτων, όπως εν προκειμένω η γνησιότητα ενός εγγράφου, ούτε έχει τη δυνατότητα προς τούτο, αφού δεν διαθέτει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να προβεί σε τέτοιο εγχείρημα (βλ. Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3866, Λάμπρου Λάμπρος v. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου, (2009) 3 Α.Α.Δ. 79).

 

65.          Τελικώς, η γνησιότητα των εγγράφων θα διασταυρωθεί μέσω των προφορικών ισχυρισμών, άλλως τα έγγραφα δύνανται να ενισχύσουν προφορικούς ισχυρισμούς, αλλά δεν επαρκούν αφ' εαυτών για να τους αποδείξουν.[2] Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο συναξιολογεί τα εν λόγω έγγραφα, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους (βλ. Απόφαση ΔΕΕ 10.6.2021, υπόθεση C-921/19, LH κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2021:478, σκέψεις 44 και 66).

 

66.          Εν προκειμένω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι πρόκειται για θολές φωτογραφίες που απεικονίζουν αμυδρά, τμήματα ανθρώπινων σωμάτων, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατή η όποια ταυτοποίηση των εικονιζόμενων προσώπων ενώ δεν μπορεί να συναχθεί, ως ο ισχυρισμός του Αιτητή, ότι εκεί απεικονίζεται η σύντροφός του να παίρνει τα χάπια για να τερματίσει την εγκυμοσύνη.  Συνεπώς, το σύνολο των δυο αυτών εγγράφων δεν ενισχύει, κατά τρόπο επαρκή ή ουσιώδη, τον ισχυρισμό του Αιτητή περί δίωξής λόγω του θανάτου της αποβιώσασας συντρόφου του.

 

67.          Υπό το σύνολο των ανωτέρω, και αξιολογώντας σωρευτικά τις δηλώσεις του Αιτητή, τις διαπιστωθείσες γενικότητες και ελλείψεις, και τα προσκομισθέντα έγγραφα, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ούτε η εσωτερική ούτε η εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού έχει στοιχειοθετηθεί σε επαρκή βαθμό. Ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός απορρίπτεται. 

 

68.          Ως προς τον τρίτο νεοσχηματισθέντα ισχυρισμό περί του ότι ο Αιτητής υπήρξε μέλος και δραστηριοποιήθηκε στο πολιτικό κόμμα «ECIDE» και συμμετείχε στις διαδηλώσεις που έλαβαν χώρα στις 3 Ιουνίου 2019 και στις 14 Οκτωβρίου 2020, εντοπίζονται σ’ αυτόν ιδιαίτερες αδυναμίες ως προς την εσωτερική του πτυχή. Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι τοποθέτησε την έναρξη της πολιτικής του δραστηριοποίησης στο «ECIDE» στις 25 Ιανουαρίου 2019, δεν μπόρεσε να εξηγήσει με επαρκή σαφήνεια ποια συγκεκριμένα στοιχεία της ιδεολογίας, των επιδιώξεων ή της δράσης του κόμματος τον ώθησαν προσωπικά στην απόφαση αυτή. Περιορίστηκε στη γενική αναφορά ότι στη χώρα του δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα, χωρίς όμως να δώσει τις αναγκαίες λεπτομέρειες που ευλόγως αναμένονταν από πρόσωπο το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, όχι μόνο επεδίωξε την ένταξή του στο κόμμα, αλλά ανέλαβε ενεργό ρόλο σε αυτό.

 

69.          Περαιτέρω, όταν κλήθηκε να εξηγήσει τι είναι το «ECIDE»και ποια η σχέση του με το «Lamuka», οι απαντήσεις του παρέμειναν γενικές και συγκεχυμένες, παρουσιάζοντας τα δύο ως κατ’ ουσίαν το ίδιο πολιτικό κόμμα, χωρίς να αποσαφηνίζει τη μεταξύ τους σχέση. Ομοίως, η αναφορά του ότι σκοπός του κόμματος ήταν η ενδυνάμωση του λαού, λόγω της έλλειψης σεβασμού του νόμου στη χώρα, παρέμεινε αόριστη και χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των πολιτικών θέσεων και επιδιώξεών του.

 

70.          Περαιτέρω, οι δηλώσεις του σχετικά με την κάρτα μέλους του κόμματος υπήρξαν γενικές και μεταβαλλόμενες. Συγκεκριμένα, ανέφερε αρχικώς ότι αυτή περιλάμβανε τη φωτογραφία και το όνομα του κατόχου και το λογότυπο του κόμματος, πλην όμως, όταν κλήθηκε να περιγράψει το τελευταίο, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να το θυμηθεί λόγω της παρέλευσης του χρόνου. Κατόπιν, όμως, και όταν το ζήτημα τέθηκε εκ νέου μετά από διακοπή της συνέντευξης, παρουσίασε σαφώς λεπτομερέστερη εκδοχή, αναφέροντας ότι η κάρτα είχε κίτρινο χρώμα, περιλάμβανε ένα δέντρο στο μέσο, καθώς και λογότυπο και αναγραφή της σημασίας ή των σκοπών του πολιτικού κόμματος.

 

71.          Ομοίως, γενικά και ασαφή ήταν όσα ανέφερε σε σχέση με την οργανωτική δομή του κόμματος, αναφέροντας ότι στην κορυφή της ιεραρχίας βρισκόταν ο πρόεδρος, ακολουθούσαν ο γραμματέας, οι βοηθοί του γραμματέα και τα μέλη. Οι ασάφειες αυτές αποκτούν σημασία, καθόσον, ως μέλος του κόμματος και, κατά μείζονα λόγο, ως πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι κατείχε οργανωτικό ρόλο κινητοποίησης νέων, ευλόγως αναμενόταν να είναι σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τη βασική οργανωτική του λειτουργία. Κατονόμασε μεν έναν γραμματέα, τον Bob Bolabwe, πλην όμως, ερωτηθείς περαιτέρω για τη δομή και τα λοιπά πρόσωπα που κατείχαν σχετικές θέσεις, δεν ήταν σε θέση να παράσχει ουσιώδεις πληροφορίες.

 

72.          Οι δηλώσεις του αναφορικά με τις δραστηριότητες του κόμματος και τη δική του συμμετοχή σ’ αυτές παρέμειναν εξίσου γενικές και, σε επιμέρους σημεία, αντιφατικές. Αναφέρθηκε στον εκεί ρόλο του άλλοτε ως επικεφαλής της νεολαίας και άλλοτε κατ’ ουσίαν ως μέλους επιφορτισμένου με την κινητοποίηση νέων στην περιοχή Ngaba, χωρίς ωστόσο να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες για το συγκεκριμένο περιεχόμενο των καθηκόντων του, τη σύνθεση της ομάδας, τη συχνότητα της δράσης του ή συγκεκριμένα παραδείγματα της δραστηριότητάς του. Ανέφερε ότι, όταν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί διαδήλωση, λάμβανε πληροφορίες από πρόσωπο που βρισκόταν ιεραρχικά πάνω από αυτόν και ακολούθως τις μετέφερε στα μέλη, χωρίς να παράσχει περαιτέρω ουσιώδεις πληροφορίες για τον τρόπο λειτουργίας της δομής στην οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, συμμετείχε.

 

73.          Περαιτέρω, ως προς τον τρόπο ανάληψης του συγκεκριμένου ρόλου, αρχικά συνέδεσε την επιλογή του με την ενασχόλησή του με τον αθλητισμό και ειδικότερα το judo στην Ngaba, εξαιτίας της οποίας ήταν γνωστός και μπορούσε να κινητοποιεί πρόσωπα. Ακολούθως, όμως, όταν κλήθηκε να περιγράψει τη διαδικασία ανάδειξης του υπευθύνου νεολαίας, ανέφερε ότι στο κόμμα διεξάγονταν εκλογές, υπήρχαν υποψήφιοι και τα μέλη ψήφιζαν γραπτώς. Όταν δε του επισημάνθηκε ότι προηγουμένως είχε δηλώσει ότι ήταν επικεφαλής ήδη από τον χρόνο εγγραφής του στο κόμμα, εξήγησε ότι, όταν εγγράφηκε, του γνωστοποιήθηκε ότι επρόκειτο να επιλεγεί υπεύθυνος κινητοποίησης και ότι, λόγω της ενασχόλησής του με το judo και της αναγνωρισιμότητάς του, έγινε αμέσως υποψήφιος και εξελέγη. Η εξήγηση αυτή δεν αίρει πλήρως την ασάφεια που προέκυψε ως προς τον ακριβή τρόπο και τον χρόνο ανάληψης της επικαλούμενης θέσης του.

 

74.          Ιδιαίτερης μνείας χρήζει το γεγονός ότι, παρότι ο Αιτητής απέδωσε στον εαυτό του έναν ρόλο τον οποίο χαρακτήρισε σημαντικό, δηλώνοντας ότι ήταν υπεύθυνος για την κινητοποίηση νέων και τη διανομή προς τα μέλη πληροφοριών σχετικών με τις διαδηλώσεις, δεν ήταν σε θέση να επιδείξει αντίστοιχου βαθμού γνώση για τη λειτουργία και την οργανωτική δομή του κόμματος. Η διάσταση μεταξύ της επικαλούμενης ενεργού και οργανωτικής συμμετοχής του και του περιορισμένου επιπέδου γνώσεων που επέδειξε επί βασικών στοιχείων του κόμματος αποδυναμώνει περαιτέρω την εσωτερική συνοχή του ισχυρισμού.

 

75.          Ως προς τη συμμετοχή του στις δύο διαδηλώσεις, μολονότι ο Αιτητής προσδιόρισε συγκεκριμένες ημερομηνίες διεξαγωγής τους, οι δηλώσεις του για την προσωπική του συμμετοχή παρέμειναν περιορισμένες. Ως προς τη διαδήλωση του 2019, αναφέρθηκε γενικά στην κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στους θανάτους προσώπων στο ανατολικό τμήμα της χώρας. Ως προς δε τη διαδήλωση της 14ης Οκτωβρίου 2020, ανέφερε ότι αυτή αφορούσε την εκλογική διαδικασία και ότι ο δικός του ρόλος κατά τη συγκεκριμένη ημέρα ήταν να βρίσκεται πλησίον του Martin Fayulu, παρέχοντας ασφάλεια στον τελευταίο. Πρόκειται, ωστόσο, για ρόλο σαφώς περισσότερο προβεβλημένο από εκείνον της κινητοποίησης νέων που είχε προηγουμένως περιγράψει, χωρίς ο Αιτητής να παράσχει αντίστοιχα συγκεκριμένες και βιωματικές λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο με τον οποίο του ανατέθηκε τέτοιο καθήκον, την οργάνωση της ομάδας ασφαλείας, τα λοιπά πρόσωπα με τα οποία συνεργάστηκε ή τις συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβη.

 

76.          Περαιτέρω, ως προς την επίθεση που ο Αιτητής τοποθέτησε τρεις ημέρες μετά τη διαδήλωση του Οκτωβρίου 2020, αυτός περιέγραψε πράξεις σωματικής και σεξουαλικής βίας σε βάρος του. Διαφορετικό, ωστόσο, ζήτημα αποτελεί η σύνδεση του περιστατικού με την επικαλούμενη πολιτική του δραστηριότητα και, ειδικότερα, η ταυτότητα και τα κίνητρα των δραστών. Ο Αιτητής απέδωσε στους δράστες ιδιότητα μελών ή υποστηρικτών του «UDPS», στηριζόμενος ουσιαστικά σε όσα, κατά τον ίδιο, οι τελευταίοι ανέφεραν κατά τη διάρκεια της επίθεσης. Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι γνώριζε τα πρόσωπα αυτά προηγουμένως, ενώ ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι δεν είχε προηγουμένως δεχθεί απειλές συνδεόμενες με την πολιτική του δραστηριότητα.

 

77.          Ερωτηθείς δε γιατί στοχοποιήθηκε ειδικά ο ίδιος και όχι άλλο μέλος του κόμματος, παρέπεμψε στη δραστηριότητά του για κινητοποίηση νέων στην Ngaba και στο γεγονός ότι φωτογραφίες του βρίσκονταν «παντού», χωρίς όμως να παραθέσει συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι οι δράστες γνώριζαν πράγματι την επικαλούμενη ιδιότητά του ή ότι η επίθεση οργανώθηκε λόγω αυτής. Συνεπώς, ακόμη και ανεξαρτήτως της επέλευσης του ίδιου του περιστατικού βίας, η προβαλλόμενη αιτιώδης σύνδεσή του με την πολιτική δραστηριότητα του Αιτητή δεν παρουσιάστηκε με την αναγκαία συνοχή και ειδικότητα.

 

78.          Τα πιο πάνω αποκτούν πρόσθετη σημασία υπό το φως των εξωτερικών πληροφοριών που συγκέντρωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση και οι οποίες επιβεβαιώνουν μεν την ύπαρξη και δράση του «ECIDE», πλην όμως δεν επιβεβαιώνουν την προσωπική συμμετοχή του Αιτητή σε αυτό. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες πληροφορίες παρέχουν συγκεκριμένα στοιχεία αναφορικά με την οργανωτική δομή και τις δραστηριότητες του κόμματος, ως προς τα οποία οι δηλώσεις του Αιτητή παρουσίασαν τις προαναφερθείσες ελλείψεις και αποκλίσεις. Παρέχουν, ωστόσο, και στοιχεία που έρχονται σε συμφωνία με όσα δήλωσε ως προς τις ημερομηνίες διεξαγωγής διαμαρτυριών και την ύπαρξη πολιτικών αναταραχών στην Kinshasa. Ως εκ τούτου, η εξωτερική πληροφόρηση επιβεβαιώνει το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου τοποθετείται ο ισχυρισμός, όχι όμως το κρίσιμο εξατομικευμένο γεγονός της ένταξης, του επικαλούμενου οργανωτικού ρόλου και της προσωπικής πολιτικής δραστηριοποίησης του Αιτητή.

 

79.           Προς ενίσχυση των ισχυρισμών του, ο Αιτητής προσκόμισε έγγραφο (βλ. ερ. 33 δ.φ.) με τίτλο «AVIS DE RECHERCHE», το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από την Parquet Près Le Tribunal de Paix de Kinshasa/Matete. Το έγγραφο φέρει ημερομηνία 10.4.2021, αναφέρεται ονομαστικά στον Αιτητή και στα αδικήματα «rébellion et provocation à désobéir aux lois», με παραπομπή στα άρθρα 133 και 135bis του Ποινικού Κώδικα της ΛΔΚ.

 

80.          Ως προς το περιεχόμενό του, διαπιστώνεται ότι η αναφορά στα άρθρα 133 και 135bis δεν είναι αφ’ εαυτής ασύμβατη με το δίκαιο της χώρας καταγωγής. Ειδικότερα, τα άρθρα 133 και 135bis του Ποινικού Κώδικα της ΛΔΚ αφορούν, το πρώτο, το αδίκημα της rébellion και, το δεύτερο, το αδίκημα της provocation à désobéir aux lois. Συνεπώς, δεν κρίνεται ασφαλές να συναχθεί έλλειψη γνησιότητας του εγγράφου απλώς από τη μορφή του ή από την αναγραφόμενη νομική βάση.

 

81.          76. Τούτο, ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι το εν λόγω έγγραφο αποδεικνύει τους προβαλλόμενους ουσιώδεις ισχυρισμούς. Πρωτίστως, το περιεχόμενό του δεν συνδέει την έκδοσή του με το «ECIDE», με την πολιτική δραστηριότητα του Αιτητή ή με τις διαδηλώσεις στις οποίες αυτός ισχυρίζεται ότι συμμετείχε στις 3 Ιουνίου 2019 και στις 14 Οκτωβρίου 2020. Αντιθέτως, περιορίζεται στην αναγραφή των προαναφερθέντων αδικημάτων, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών που φέρονται να τα θεμελιώνουν, του χρόνου ή του τόπου τέλεσής τους ή της συγκεκριμένης συμπεριφοράς που αποδίδεται στον Αιτητή. Ως εκ τούτου, από το ίδιο το περιεχόμενο του εγγράφου δεν καθίσταται δυνατή η άμεση σύνδεση των αναγραφόμενων αδικημάτων με τα συγκεκριμένα περιστατικά πολιτικής δραστηριοποίησης που επικαλέστηκε ο Αιτητής.

 

82.          Ιδιαίτερη σημασία έχει, περαιτέρω, η προέλευση και ο τρόπος με τον οποίο το έγγραφο φέρεται να περιήλθε στην κατοχή του Αιτητή. Από τις δηλώσεις του προκύπτει ότι το Avis de Recherche δεν παραδόθηκε στον ίδιο, αλλά ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, οι αρχές το έδωσαν στην οικογένειά του προκειμένου να εντοπιστεί ο ίδιος. Ωστόσο, δεν παρασχέθηκαν επαρκώς συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς το ποιο ακριβώς μέλος της οικογένειάς του παρέλαβε το έγγραφο, από ποια συγκεκριμένη αρχή, υπό ποιες περιστάσεις και με ποιον τρόπο το προσκομισθέν αντίγραφο περιήλθε εν τέλει στην κατοχή του. Οι ελλείψεις αυτές δεν επιτρέπουν την ασφαλή εξακρίβωση της αλυσίδας προέλευσης του συγκεκριμένου εγγράφου και συνεκτιμώνται κατά τον καθορισμό της αποδεικτικής του βαρύτητας.

 

83.          Περαιτέρω, μολονότι πρόκειται για έγγραφο το οποίο φέρεται να αφορά προσωπικά τον Αιτητή και να καταδεικνύει την αναζήτησή του από τις αρχές της χώρας καταγωγής, ο ίδιος, ερωτηθείς σχετικά, δεν ήταν σε θέση να παράσχει ουσιώδεις πληροφορίες για το περιεχόμενό του, πέραν της γενικής αναφοράς ότι ανέγραφε ότι καταζητείτο στη ΛΔΚ. Η αδυναμία αυτή συνεκτιμάται δεδομένου ότι πρόκειται για έγγραφο το οποίο προσκόμισε ο ίδιος προς επίρρωση του προσωπικού του ισχυρισμού περί αναζήτησής του από τις κρατικές αρχές.

 

84.          Συναφώς, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η χρονική τοποθέτηση του εγγράφου σε σχέση με την αναχώρηση του Αιτητή από τη χώρα καταγωγής. Ειδικότερα, το Avis de Recherche (βλ. ερ. 33 δ.φ.) φέρει ημερομηνία 10.4.2021, ήτοι χρόνο μεταγενέστερο της νόμιμης αναχώρησης του Αιτητή από τη ΛΔΚ τον Μάρτιο του 2021. Το χρονικό αυτό δεδομένο συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνολικού αφηγήματός του, καθόσον, παρά την επικαλούμενη προηγηθείσα πολιτική στοχοποίησή του και τα περιστατικά τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα, ο ίδιος κατόρθωσε να εξέλθει από αυτήν νομίμως, χωρίς να προκύπτει ότι αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα από τις κρατικές αρχές κατά την αναχώρησή του. Η δε φερόμενη επίσημη αναζήτησή του από τις αρχές, βάσει του προσκομισθέντος εγγράφου, εμφανίζεται το πρώτον μεταγενέστερα της εξόδου του από τη χώρα.

 

85.          Το γεγονός αυτό δεν αποκλείει αφ’ εαυτού το ενδεχόμενο μεταγενέστερης αναζήτησής του ούτε επιτρέπει, από μόνο του, την εξαγωγή συμπεράσματος περί μη γνησιότητας του εγγράφου. Εντούτοις, δεν παρέχει επιβεβαίωση του ισχυρισμού ότι ήδη πριν από την αναχώρησή του τελούσε υπό εξατομικευμένη κρατική αναζήτηση λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας ενώ παρατηρείται ότι παρήλθε σημαντικό χρονικό διάστημα της έκδοσης του εν λόγω εγγράφου και των κρίσιμων γεγονότων. Πολύ περισσότερο, ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής αναφοράς στο ίδιο το έγγραφο, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η φερόμενη μεταγενέστερη αναζήτησή του συνδεόταν πράγματι με την ιδιότητά του ως μέλους του «ECIDE» ή με τη συμμετοχή του στις προαναφερθείσες διαδηλώσεις.

 

86.          Συνεπώς, το Avis de Recherche (βλ. ερ. 33 δ.φ.) είναι μεν άμεσα συναφές με τον ισχυρισμό περί αναζήτησης του Αιτητή από τις αρχές και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να παραγνωριστεί κατά την αποδεικτική αξιολόγηση. Ωστόσο, η αποδεικτική του βαρύτητα ως προς τον υπό εξέταση τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό περιορίζεται από τα ανωτέρω στοιχεία που αφορούν την προέλευση και τον τρόπο κτήσης του, την έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών στα οποία αφορούν οι αναγραφόμενες κατηγορίες, την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο «ECIDE» ή στις συγκεκριμένες διαδηλώσεις και τη χρονική έκδοσή του μετά τη νόμιμη αναχώρηση του Αιτητή από τη χώρα. Ως εκ τούτου, ακόμη και εάν ληφθεί υπόψη κατά το περιεχόμενό του, δύναται κατ’ ανώτατο να αποτελέσει ένδειξη ότι εκδόθηκε, μεταγενέστερα της αναχώρησης του Αιτητή, έγγραφο αναζήτησής του. Δεν αποδεικνύει, όμως, την αιτία της φερόμενης αναζήτησης ούτε, κυρίως, ότι αυτή συνδεόταν με την ιδιότητά του ως μέλους του «ECIDE» και την επικαλούμενη πολιτική του δραστηριότητα. Επομένως, δεν δύναται να θεραπεύσει τις ουσιώδεις αδυναμίες που εντοπίστηκαν στην εσωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού.

87.           Ως προς το έγγραφο το οποίο συνίσταται σε εκτύπωση ανακοίνωσης (βλ. ερ. 32 δ.φ.), παρατηρείται ότι περιλαμβάνει φωτογραφία με λεζάντα και αναφέρεται στη διαδήλωση της 14ης Οκτωβρίου 2020, τονίζοντας την επιμονή του προέδρου του «ECIDE», Martin Fayulu, να συνεχίζει αυτήν. Πέραν του ότι το περιεχόμενό του δεν περιέχει οποιαδήποτε αναφορά στο πρόσωπο του Αιτητή, οι αναφορές σ’ αυτό δύνανται, κατ’ ανώτατο, να ενισχύσουν το γενικό πραγματικό πλαίσιο ως προς τη διεξαγωγή της συγκεκριμένης διαδήλωσης και όχι να επιβεβαιώσουν την προσωπική συμμετοχή ή τον επικαλούμενο ρόλο του Αιτητή σε αυτήν. Περαιτέρω, η προέλευση και ο συντάκτης του εν λόγω εγγράφου δεν προκύπτουν, ενώ ούτε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και η εν γένει ποιότητά του είναι ικανά να του προσδώσουν οποιαδήποτε ιδιαίτερη αποδεικτική αξία. Ως εκ τούτου, το έγγραφο έχει περιορισμένη αποδεικτική βαρύτητα ως προς το εξατομικευμένο σκέλος του ισχυρισμού.

 

88.          Ως προς το απόσπασμα από δελτίο Τύπου που εξέδωσε η Διεθνής Αμνηστία στις 19.1.2021 (βλ. ερ. 31 δ.φ.), ζητώντας από τις αρχές της ΛΔΚ την άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση δέκα νεαρών ακτιβιστών, μελών του ειρηνικού κινήματος πολιτών «LUCHA», οι οποίοι συνελήφθησαν στις 19.12.2020 στην πόλη Beni κατά τη διάρκεια ειρηνικής πορείας, παρατηρείται ότι αυτό παρέχει μεν πληροφορίες για το ευρύτερο πλαίσιο αντιμετώπισης πολιτικών ακτιβιστών στη χώρα, πλην όμως δεν προκύπτει οποιοσδήποτε συγκεκριμένος σύνδεσμος μεταξύ του περιεχομένου του και του «ECIDE», πολλώ δε μάλλον με τις διαδηλώσεις που έλαβαν χώρα στις 3 Ιουνίου 2019 και στις 14 Οκτωβρίου 2020 ή με το πρόσωπο και την επικαλούμενη πολιτική δραστηριότητα του Αιτητή. Συνεπώς, η αποδεικτική του αξία ως προς τα εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά του υπό εξέταση ισχυρισμού είναι περιορισμένη.

 

89.          Ως προς τα προσκομισθέντα φωτοαντίγραφα φωτογραφιών (βλ. ερ. 30, 28–26 δ.φ.), παρατηρείται ότι πρόκειται για θολές φωτογραφίες που απεικονίζουν συμβάντα ή στιγμιότυπα διαδήλωσης, όπου σε κάποιες παρατηρείται ένστολο πρόσωπο να επιτίθεται σε πλήθος και σε άλλες διαδηλωτές να φορούν διακριτικά κασκόλ ή να κρατούν πινακίδες με το λογότυπο του «ECIDE». Τα εν λόγω φωτογραφικά τεκμήρια δύνανται να υποστηρίξουν μόνο το γενικό γεγονός της ύπαρξης σχετικής πολιτικής κινητοποίησης, δεν καθιστούν όμως δυνατή την εξακρίβωση της προσωπικής συμμετοχής του Αιτητή ή του συγκεκριμένου ρόλου που αυτός ισχυρίζεται ότι κατείχε. Εξάλλου, ερωτηθείς γι’ αυτά, απάντησε μόνο ότι απεικόνιζαν τη διαδήλωση, χωρίς να διευκρινίσει εάν επρόκειτο για τη διαδήλωση της 3ης Ιουνίου 2019 ή εκείνη της 14ης Οκτωβρίου 2020, ούτε να προσδιορίσει οποιαδήποτε προσωπική σύνδεσή του με τα απεικονιζόμενα περιστατικά.

 

90.          Συνεκτιμώντας, επομένως, τα ανωτέρω έγγραφα (βλ. ερ. 33–26 δ.φ.) με τις δηλώσεις του Αιτητή, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι ορισμένα εξ αυτών παρέχουν υποστήριξη ως προς το γενικό πολιτικό και πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου ο Αιτητής τοποθετεί την αφήγησή του, δεν διαθέτουν τέτοια αποδεικτική βαρύτητα ώστε να στοιχειοθετούν τα κρίσιμα εξατομικευμένα στοιχεία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ειδικότερα, δεν επαρκούν για να αποδείξουν την ιδιότητα του Αιτητή ως ενεργού μέλους ή στελέχους του «ECIDE» με τον επικαλούμενο ρόλο, την έκταση της πολιτικής του δραστηριοποίησης, την αιτιώδη σύνδεση της επίθεσης που επικαλείται με την πολιτική αυτή δραστηριότητα ή ότι η φερόμενη μεταγενέστερη αναζήτησή του από τις αρχές οφειλόταν στη συμμετοχή του στο «ECIDE» και στις συγκεκριμένες διαδηλώσεις.

 

91.          Τα έγγραφα, επομένως, δεν θεραπεύουν τις ουσιώδεις ελλείψεις, ασάφειες και ασυνέπειες που εντοπίστηκαν στην προσωπική αφήγηση του Αιτητή ως προς την πολιτική του ένταξη, τον επικαλούμενο οργανωτικό του ρόλο, τη συμμετοχή του στις διαδηλώσεις και τη συνακόλουθη προσωπική στοχοποίησή του. Ομοίως, οι γενικές πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και δράση του «ECIDE» ή τη διεξαγωγή πολιτικών διαδηλώσεων δεν δύνανται, χωρίς περαιτέρω εξατομικευμένα στοιχεία, να καλύψουν το αποδεικτικό αυτό κενό.

 

92.          Υπό το σύνολο των ανωτέρω και κατόπιν σωρευτικής αξιολόγησης των δηλώσεων του Αιτητή, των διαπιστωθεισών γενικοτήτων, ασαφειών και αντιφάσεων, των προσκομισθέντων εγγράφων (βλ. ερ. 33–26 δ.φ.) και των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ούτε η εσωτερική ούτε η εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού έχει στοιχειοθετηθεί σε επαρκή βαθμό. Ειδικότερα, μολονότι οι εξωτερικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και πολιτική δράση του «ECIDE» και το γενικό πλαίσιο πολιτικών διαμαρτυριών στη ΛΔΚ, δεν επιβεβαιώνουν το κρίσιμο εξατομικευμένο σκέλος του αφηγήματος, ήτοι ότι ο Αιτητής υπήρξε ενεργό μέλος και στέλεχος του κόμματος με τον επικαλούμενο ρόλο, ότι στοχοποιήθηκε εξαιτίας της συγκεκριμένης πολιτικής του δραστηριότητας και ότι αναζητήθηκε από τις κρατικές αρχές για τον λόγο αυτό. Ως εκ τούτου, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

93.          Ως προς τον τέταρτο νεοσχηματισθέντα ισχυρισμό περί του ότι ο Αιτητής τρεις μέρες μετά τη διαδήλωση στις 14 Οκτωβρίου 2020, δέχτηκε επίθεση από μέλη του κυβερνώντος πολιτικού κόμματος «UDPS» και εξαναγκάστηκε με τη χρήση βίας σε γενετήσια πράξη, εντοπίζονται σε αυτόν ιδιαίτερες αδυναμίες ως προς την εσωτερική του πτυχή. Παρά τον εξαιρετικά σοβαρό χαρακτήρα του περιστατικού που επικαλείται, δεν παρέθεσε ουσιώδεις πληροφορίες γι’ αυτό. Δεν προσδιόρισε πόσα άτομα συμμετείχαν, ποιο ήταν το πρόσωπο το οποίο έδωσε την εντολή για την τελευταία αυτή πράξη, αν τυχόν και πως τον ακινητοποίησαν, αν πρόβαλε αντίσταση, ποια τα συναισθήματα του τόσο καθ’ όλη τη διάρκεια του περιστατικού όσο και ακολούθως αυτού, όπως επίσης και το λόγο που το συνέδεσε με τα μέλη του «UDPS».  Αντιθέτως, μεγάλο μέρος της αφήγησής του είχε γενικευμένο χαρακτήρα.  Ανέφερε απλώς ότι τρία άτομα τον χτυπούσαν κλωτσώντας τον και στη συνέχεια κάποιος πρότεινε να τον εξαναγκάσουν βίαια σε γενετήσια πράξη, πρόταση την οποία εν τέλη υλοποίησαν.  Η αφήγηση που παρέθεσε δεν συνοδεύτηκε από τα προσωπικά στοιχεία που θα ήταν ευλόγως αναμενόμενα από κάποιον ο οποίος ισχυρίζεται ότι κατέστη δέκτης ενός τέτοιου περιστατικού.  Αξιοσημείωτο είναι εξάλλου ότι στην αρχική γραπτή του δήλωσή δεν υπάρχει καμία αναφορά στο περιστατικό παρά το γεγονός ότι, αν είχε συμβεί, θα αποτελούσε αναμφίβολα από τα σοβαρότερα γεγονότα του προσωπικού του ιστορικού. Η παράλειψη αυτή δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής «αντίφαση», αποκτά όμως αυξημένη σημασία σε συνδυασμό με την εξαιρετική αοριστία με την οποία τα περιστατικά εισάγονται αργότερα.

 

94.          Ως προς το γενικό πλαίσιο, οι ισχυρισμοί του είναι σαφώς συμβατοί με τις πληροφορίες της χώρας καταγωγής. Όπως έχε αποτυπωθεί σε εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας[3], άνδρες πολιτικοί ακτιβιστές ή υποστηρικτές της αντιπολίτευσης έχουν αποτελέσει στοχοποιημένα θύματα σεξουαλικής βίας[4].  Οι εν λόγω πράξεις δεν αποτελούν απλώς ποινικά αδικήματα του κοινού δικαίου, αλλά μέσο πολιτικής τρομοκράτησης, κάμψης του ηθικού των αντικαθεστωτικών και τιμωρίας για την πολιτική τους δράση[5]

 

95.          Συνεπώς, η εξωτερική αξιοπιστία επιβεβαιώνει ότι οι πράξεις αυτές είναι απολύτως δυνατές και εντασσόμενες στις στη χώρα πρακτικές. Δεν παράσχει όμως καμία εξατομικευμένη επιβεβαίωση ότι ο συγκεκριμένος Αιτητής υπήρξε τέτοιο θύμα. Παρά την αντικειμενική πιθανοφάνεια του γενικού σεναρίου, κρίνεται ότι ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως προσωπικό βιωμένο γεγονός, λόγω της ουσιώδους έλλειψης συγκεκριμένων πληροφοριών.

 

96.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει ο Αιτητής, στη βάση του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού του, επιπρόσθετα προς όσα καταγράφονται στην Εισηγητική-Έκθεση, ιδίως όσον αφορά στην επικαιροποιημένη εικόνα της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, παρατηρούνται τα εξής:

 

97.          Σύμφωνα με το portal "War Watch" της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23[6]. Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[7], και το Συμβούλιο Ασφαλείας,  με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[8]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα[9]. Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες[10].

 

98.          Με βάση το COI Query της EUAA (2025)[11] για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa και ειδικότερα το COI Focus του Φεβρουαρίου 2025 του CEDOCA (CGRS, Βέλγιο), αναφέρεται ότι στην Kinshasa καταγράφηκαν κατά το 2024 περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά ασφάλειας, όπως διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τη φυλακή Makala και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλακού, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντομπέ[12]. Στο ίδιο σημείωμα, η ίδια πηγή, με παραπομπή στο Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνει ότι η επαρχία της Kinshasa θεωρείται ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση και ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών[13].

 

99.          Όσον αφορά στις εξελίξεις στις αρχές του 2025, το ίδιο COI Query της EUAA (2025) καταγράφει ότι τον Ιανουάριο διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές, στο πλαίσιο διαμαρτυριών κατά της επίθεσης των ανταρτών του M23 στην ανατολική ΛΔΚ[14].

 

100.        Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας που καταγράφηκαν γενικότερα στην πόλη Kinshasa της ΛΔΚ τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 6.8.2026), καταγράφηκαν 64 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία επέφεραν 44 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[15]  Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το 2026 ο πληθυσμός της πόλης Kinshasa της ΛΔΚ ανερχόταν σε 21,852,144 εκατομμύρια κατοίκους.[16]

 

101.        Όλως επικουρικώς και καθώς ο Αιτητής ανέφερε ότι 6 μήνες προτού αναχωρήσει από τη χώρα, ζούσε στην επαρχία Kongo Central, παρατίθεται και για αυτήν επικαιροποιημένη αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας.  Βάσει στοιχείων από το ACLED, που αφορούν την ως άνω ημερομηνία, καταγράφηκαν 4 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία επέφεραν 7 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[17]  Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, μέχρι πρότινος ο πληθυσμός της επαρχίας Kongo Central ανερχόταν σε 6,838,500 εκατομμύρια κατοίκους.[18] Τα ανωτέρω ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι σε αμφότερες τις περιοχές, καίτοι παρουσιάζονται περιστατικά ασφαλείας, η ένταση και η συχνότητά τους κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα.

 

102.        Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανός, πέραν της απουσίας εκπεφρασμένου φόβου ένεκα αυτής της παραμέτρου ή άλλων συναφών προσωπικών περιστάσεων, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία.  Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη ΛΔΚ, οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1% του πληθυσμού και 48,1% των χριστιανών είναι προτεστάντες. Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών[19]. Ως εκ τούτου, ούτε ένεκα του θρησκευτικού του προφίλ ευλόγως αναμένεται ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα.

 

103.        Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, υψηλού μορφωτικού επιπέδου, με εργασιακή πείρα στη χώρα καταγωγής του και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο, και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης,  κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε κίνδυνο.

 

104.        Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 10 αυτού.

 

105.        Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

106.        Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 15 (α) και (β) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347].

 

107.        Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τόπο συνήθους διαμονής του, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. άρθρο 15 (γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43].

 

108.        Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους υπαγωγής του στο καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 15 (γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

 

109.        Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. [Βλ. απόφαση της 30ης Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28].

 

110.        Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, δεν υφίσταται ένοπλη σύρραξη στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή  συνεπώς παρέλκει η περαιτέρω εξέταση των υπόλοιπων συστατικών στοιχείων της εν λόγω διάταξης. Επικουρικώς, ο Αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο του προφίλ το οποίο θα επέτεινε τυχόν κίνδυνο. Υπό το φως των ανωτέρω, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο αντίστοιχο καθεστώς.

 

111.        Ως προς την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει καταρχήν οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51, υπόθεση C-313/25 PPU, GB κατά Minister van Asiel en Migratie [Adrar], ECLI:EU:C:2025:647, ιδίως σκέψεις 60 έως 66).

 

112.        Δεν εκφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι, κατά τη δικαστική διαδικασία, ο Αιτητής προσκόμισε πιστοποιητικά γέννησης ανηλίκων στη Δημοκρατία με έτος γέννησης το 2022 και 2024, αντίστοιχα (Τεκμήρια 3 και 4), στο οποίο αναγράφεται ως πατέρας ανηλίκων τέκνων καθώς επίσης και ως Τεκμήριο 2 ηλεκτρονική εκτύπωση από το σύστημα της υπηρεσίας ασύλου των πληροφοριών της αίτησης της μητέρα των ανηλίκων. Πέραν, όμως, του εν λόγω εγγράφου, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, είτε κατά τη διοικητική είτε κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία, αναφορικά με τη φύση και την πραγματική υπόσταση της σχέσης του Αιτητή με τα ανήλικα τέκνα του ή τη φερόμενη ως σύντροφό του, τις συνθήκες συμβίωσης, τον βαθμό προσωπικής, συναισθηματικής ή οικονομικής εμπλοκής του στη ζωή του τέκνου ή οποιοδήποτε άλλο δεδομένο ικανό να καταδείξει την πραγματική άσκηση οικογενειακής ζωής. Συναφώς, παραπέμπεται στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Μ.Μ.Ν. κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 4166/24, ημερ. 15.5.2026 και την εκεί μνημονευόμενη νομολογία, όπου αναλύονται, υπό το φως και της συναφούς νομολογίας του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ, οι παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της ύπαρξης και της ουσιαστικής υπόστασης οικογενειακής ζωής, καθώς και η υποχρέωση του ενδιαφερομένου να συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία, θέτοντας ενώπιον της αρμόδιας αρχής τα πραγματικά δεδομένα και τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις.

 

113.        Ιδιαίτερη σημασία έχει εν προκειμένω ότι, παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής εκπροσωπείτο κατά την παρούσα διαδικασία από συνήγορο, ουδείς συγκεκριμένος ισχυρισμός αναπτύχθηκε ως προς τις συνέπειες που θα είχε η επίδικη απόφαση και η συνακόλουθη επιστροφή του στην οικογενειακή του ζωή ή, ειδικότερα, στη σχέση του με το ανήλικο τέκνο του. Ούτε προσκομίστηκε οποιοδήποτε πρόσθετο στοιχείο προς τεκμηρίωση της πραγματικής και ουσιαστικής άσκησης της σχέσης αυτής ή των συγκεκριμένων επιπτώσεων που η απομάκρυνσή του θα επέφερε στο τέκνο. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του, πέραν της απλής απόδειξης της πατρότητας, συγκεκριμένο πραγματικό ή αποδεικτικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να στηριχθεί περαιτέρω εξατομικευμένη αξιολόγηση των συνεπειών της επιστροφής του Αιτητή υπό το πρίσμα της προστασίας της οικογενειακής ζωής και του συμφέροντος των ανήλικων τέκνων του.

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

                                                                       

                                                                                   

                                                                                                Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 

 



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA  https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] Βλ. Κωνσταντίνος Δ. Φαρμακίδης - Μάρκου, Προσφυγικό Δίκαιο, Ερμηνευτική προσέγγιση και πρακτική διάσταση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σελ. 31.

[3] ΑΙ, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.gr/, τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[4] ΑΙ, “Raped for supporting the opposition”, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/documents/afr62/017/2007/en/ , τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[5] ΑΙ, “Raped for supporting the opposition”, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/documents/afr62/017/2007/en/ , τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

 

[6] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, 'Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo', διαθέσιμο στο:

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[7] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, 'Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo', διαθέσιμο στο:

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[8] UNSC, S/RES/2765 (2024), διαθέσιμο στο: https://digitallibrary.un.org/record/4069994?v=pdf, τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[9] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, 'Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo', διαθέσιμο στο:

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[10] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, διαθέσιμο στο: https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf,  Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023), τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[11] EUAA, COI Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, (2025), διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf, τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[12] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σ. 2

 διαθέσιμο στο: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[13] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σ. 2

διαθέσιμο στο: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[14] Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025, διαθέσιμο στο:

https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/ ; Euro News, Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance, 28 January 2025, διαθέσιμο στοhttps://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/, τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[15]  Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer , τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[16] World Population Review, Kinshasa, διαθέσιμο στο: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa, τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[17]  Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kongo Central, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer , τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[18] City Population, Kongo Central, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ , τελευταία πρόσβαση 18.8.2026

[19] USDOS - US Department of State, 'DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT' (26 June 2024) σελ. 3 διαθέσιμο στοhttps://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/democratic-republic-of-the-congo/, τελευταία πρόσβαση 18.8.2026


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο