S.M.Q. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 3135/25, 7/8/2026
print
Τίτλος:
S.M.Q. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 3135/25, 7/8/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

    Υπόθεση Αρ. 3135/25

 

07 Αυγούστου 2026

                                                                                               

[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

S.M.Q.  

Αιτητής

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω  

Διευθυντή Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η αίτηση.

 …………………….

 

Αίτηση ημερομηνίας 13/03/2026 για επαναφορά της προσφυγής

 

 

Θ. Αναστασιάδης (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή

 

Μελ. Βασιλείου (κα), για Ρ. Προδρόμου, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.: Ο Αιτητής με την προσφυγή του προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 04/12/2025, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε.

 

Η προσφυγή την οποία καταχώρησε ο Αιτητής αυτοπροσώπως την 31/12/2025 ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 02/02/2025, ημερομηνία κατά την οποίο ο Αιτητής δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο ως η υποχρέωσή του για προώθηση της προσφυγής του, ωστόσο το Δικαστήριο έκρινε ορθό και δίκαιο όπως αναβάλει την υπόθεση σε νέα ημερομηνία ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον Αιτητή να προωθήσει την υπόθεσή του, δίδοντας παράλληλα οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο για ενημέρωση του Αιτητή για την νέα δικάσιμο η οποία ορίστηκε η 9ην Μαρτίου 2026.

 

Στις 09/03/2026, η εκ νέου μη εμφάνιση του Αιτητή ενώπιον του Δικαστηρίου, οδήγησε στην απόρριψη της προσφυγής λόγω μη προώθησής της, εφόσον προηγουμένως επιβεβαιώθηκε η ενημέρωσή του για την νέα ημερομηνία ενόψει της προηγούμενης απουσίας του, σύμφωνα με σχετικό σημείωμα επί του δικαστικού φακέλου.

 

Την 13/03/2026, ο Αιτητής, διορίζοντας πλέον δικηγόρο, καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση, αιτούμενος την επαναφορά της προσφυγής του.

 

Η αίτησή του βασίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 146 του Συντάγματος, στον Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν 73(Ι)/2018, στους Περί Λειτουργία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019, στους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Κ. 37.2, στη νομολογία καθώς και επί των συναφών εξουσιών του Δικαστηρίου και των αρχών του δικαίου της επιείκειας.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Τζιάζα δικηγόρου συνεργάτη με τον διορισθέντα δικηγόρο του Αιτητή, ο οποίος ισχυρίζεται πως ο εξ όσων ενημερώθηκε από τον Αιτητή, κάποιος μεταφραστής τον οποίο ο Αιτητής συνάντησε στις 04/12/2025 όταν πήγε να παραλάβει την προσβαλλόμενη απόφαση, του είπε ότι θα τον βοηθήσει να καταχωρήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου και να μη ανησυχεί. Κατά τον ομνύοντα ο Αιτητής υπέθεσε ότι το άτομο αυτό θα χειριζόταν την υπόθεσή του και ότι δεν θα χρειαζόταν να προβεί ο ίδιος σε άλλες ενέργειες. Κατά τον ισχυρισμό του κ. Τζιάζα, o Αιτητής αφενός μεν είναι απόφοιτος δημοτικού αφετέρου μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευήθης και βασίστηκε στα λόγια του μεταφραστή και δεν κατάλαβε τι έγινε. Δηλώνει ενόρκως ο ομνύοντας ότι ο Αιτητής ουδέποτε είχε πρόθεση να εγκαταλείψει την προσφυγή του και την προσπάθεια του για παροχή διεθνούς προστασίας εξού και άμεσα προέβη στην υποβολή αίτησης επαναφοράς. Ολοκληρώνοντας ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι δεδομένου ότι δεν έχει καταχωρηθεί από πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση ένσταση δεν θα προκύψει καθυστέρηση με τυχόν επαναφορά της προσφυγής, αντίθετα ο Αιτητής θα κινδυνεύσει ο Αιτητής να απωλέσει τα συνταγματικά και διεθνώς κατοχυρωμένα δικαιώματά του χωρίς να εξεταστεί η ουσία της υπόθεσής του. 

    

Η αίτηση έφερε την αντίδραση των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι καταχώρησαν Ένστασης εισηγούμενοι την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, προβάλλοντας μεταξύ άλλων ότι δεν έχουν καταδειχθεί οποιεσδήποτε εξαιρετικές συνθήκες και/ή περιστάσεις ή/και το ότι υπήρχε εύλογη αιτία και ουσιαστική αδυναμία που να δύναται να ικανοποιήσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπερ της αποδοχής του αιτήματος του Αιτητή.

 

Την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της κ. Λ. Βελίκωβα  δικηγόρου, η οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους προωθούμενους με την ένσταση λόγους. Ειδικότερα η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι ευλόγως απορρίφθηκε η προσφυγή του Αιτητή εφόσον αυτός αδικαιολόγητα δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για την προώθησή της, τα όσα δε περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επαναφοράς δεν αποκαλύπτουν κανένα λόγο που να επιτρέπει την επαναφορά της προσφυγής και ουσιαστικά επιδιώκεται η καταστρατήγηση της αρχής της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, πράγμα ανεπίτρεπτο.

 

Αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, οι συνήγοροι των μερών υποστήριξαν εκατέρωθεν τους προωθούμενους ήδη ισχυρισμούς τους.

 

Έχω ακούσει με μεγάλη προσοχή τις θέσεις των διαδίκων όπως έχουν προωθηθεί από τους ευπαίδευτους συνηγόρου τους.

 

Κατ’ αρχήν θα πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αίτηση επαναφοράς προσφυγής αντιμετωπίζεται πάντοτε με αυστηρότητα, εφόσον η προθεσμία καταχώρησης προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, δεν μπορεί να επεκταθεί με οποιοδήποτε τρόπο (βλ. Issam Lotfy Mohamed El Aassy v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1252/2010, ημερ. 17.5.2011 και Nader Mt Matanes v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 540/2012, ημερ. 30.11.2012).  

 

Θα πρέπει βέβαια να αναφερθεί πως ακριβώς λόγο της προθεσμίας καταχώρησης προσφυγής λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσον υπήρχε πρόθεση εγκατάλειψης της προσφυγής και κατά πόσον ο χρόνος που ο Aιτητής υποβάλλει το αίτημα επαναφοράς του, ήταν εύλογο.  Το εύλογο χρονικό διάστημα καταχώρησης αίτησης επαναφοράς μπορεί να καθοριστεί και από τα γεγονότα που ο Aιτητής προωθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση η προσφυγή του Αιτητή, απορρίφθηκε στις 09/03/2026 εφόσον ήταν η δεύτερη φορά που παρέλειψε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστήριο για προώθηση της προσφυγής του χωρίς την οποιαδήποτε δικαιολογία.

 

Αποτελεί αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε για την νέα δικάσιμο στις 09/03/2026 μετά την πρώτη μη εμφάνισή του στις 02/02/2026 (παράγραφος 7 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), ωστόσο επέλεξε να μην εμφανιστεί βασιζόμενος, ως διαφαίνεται σε αβέβαιη πληροφορία που έλαβε από κάποιο μεταφραστή, τον οποίο ούτε κατονομάζει, ούτε το Δικαστήριο έχει ενώπιον του στοιχεία περί του αληθές των δηλώσεων του.

 

Η υποχρέωση εμφάνισης του Αιτητή ενώπιον του Δικαστήριο για προώθηση της υπόθεσής του είναι επιβεβλημένη ώστε να διαφαίνεται το ενδιαφέρον του για προώθηση της προσφυγής του και δεν αίρεται απλά και μόνο επειδή ο Αιτητής δεν αντιλήφθηκε τη διαδικασία βασιζόμενος σε αβέβαιες διευθετήσεις με τρίτο πρόσωπο για το χειρισμό της υπόθεσής του.

 

Τούτων λεχθέντων, κρίνω ότι ο Αιτητής με την όλη συμπεριφορά του σε σχέση με την υπόθεσή του επέδειξε αδιαφορία η οποία προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας, όπως λέχθηκε στην Χ.Π. ν Unigoods Trading Company Ltd (2004) 1 ΑΑΔ 1761, κατ’ αναλογία αντιμετωπίζοντας αίτηση παραμερισμού απόφασης «διαφορετική αντιμετώπιση θα είχε ως αποτέλεσμα η πορεία της δικαστικής διαδικασίας να χαράσσεται ανάλογα με τη διάθεση του εναγόμενου, χωρίς καμία βεβαιότητα για το χρόνο διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων και την διάγνωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα». 

 

Πέραν των πιο πάνω, σημαντικό στοιχείο στην εξέταση αίτησης επαναφοράς αποτελεί και η σπουδή με την οποία καταχωρείται μία αίτηση επαναφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνω ότι πράγματι ο Αιτητής αντέδρασε άμεσα με την υποβολή της υπό εκδίκαση αίτησης, στοιχείο το οποίο υπερτονίζει ο συνήγορός του, ωστόσο, η προηγούμενη συμπεριφορά του, όπως αναλυτικά αναφέρεται πιο πάνω, δεν αναιρεί την αδιαφορία που επέδειξε στην προώθηση της προσφυγής του. 

 

Τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση ημερ. 7/08/15 σε αίτηση επαναφοράς της προσφυγής αρ. 1483/13, Εύης Δρουσιώτης και Πανεπιστήμιο Κύπρου, είναι σχετικά, καθώς παρόμοιος ισχυρισμός τέθηκε από την πλευρά του Αιτητή:

«Δεν με βρίσκει σύμφωνη ότι η δικαστική πρακτική πλήττει συνταγματικό δικαίωμα, αυτό της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, Άρθρο 30, κατά τρόπο που η δικαστική πρακτική να υπερισχύει του Συντάγματος.  Σε κάθε περίπτωση ο αιτητής είχε πρόσβαση στο Δικαστήριο ανεμπόδιστα από την ημέρα καταχώρισης της προσφυγής, 27.5.2013, και ήταν ελεύθερος κατά πάντα χρόνο να την προωθήσει, εντός του ταχθέντος υπό του Δικαστηρίου χρόνου και αναλόγως των οδηγιών του, ώστε να ανταποκριθεί και να εξασφαλίσει την προστασία που το Σύνταγμα του παρέχει και της θεραπείας που δυνατόν να πετύχει δυνάμει του Άρθρου 146(4) του Συντάγματος.  Το δικαίωμα δεν μπορεί να είναι ούτε απεριόριστο, ούτε και ανεξέλεγκτο, σε σημείο που να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.  Το δικαίωμα του αιτητή προστατεύεται εφόσον προωθεί νομοτύπως την προσφυγή του και δεν δικαιούται να παρακάμπτει τις διαδικασίες και οδηγίες του Δικαστηρίου.  Διαφορετικά θα υπάρχει καταστρατήγηση του δικαιώματος για διαπίστωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αμφοτέρων, διοίκησης και διοικούμενου εντός ευλόγου χρόνου, σύμφωνα με το Άρθρο 30(2) του Συντάγματος και κατ΄ επέκταση πλημμέλεια του Δικαστηρίου να τηρήσει τις προθεσμίες.

[………….]

          Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι ουσιαστικά ο αιτητής δια της συμπεριφοράς του, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, λειτούργησε περιφρονητικά προς τις οδηγίες του Δικαστηρίου κατά τρόπο που αντικειμενικά δύναται να θεωρηθεί ότι δεν ενδιαφερόταν κατ΄ ουσίαν να προωθήσει την προσφυγή του.»

Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει επαναφορά της προσφυγής αποτελεί μέρος των συμφυών εξουσιών του. Παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Tsingi v. Republic (1984) 3 C.L.R. 1262. Πρόσθετη πηγή εξουσίας επί του προκειμένου παρέχει η Δ.33, θ.5 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας στο βαθμό που οι περιστάσεις επιτρέπουν την εφαρμογή της σε διαδικασίες προσφυγών κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος. Μόνο όπου λόγοι πέραν της θελήσεως του διαδίκου εμποδίζουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού, εγείρεται θέμα επαναφοράς της προσφυγής του, γιατί, σ' εκείνη την περίπτωση, τεκμαίρεται ότι ο διάδικος στερήθηκε της ευκαιρίας να παρουσιάσει την υπόθεσή του. Αυτό δεν συμβαίνει εκεί όπου η μη άσκηση του δικαιώματος οφείλεται σε αδιαφορία, αμέλεια, ή σφάλμα του.

Στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει τεκμηριωθεί λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επαναφορά της προσφυγής, υπό το φως των γεγονότων που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Διασφαλίστηκε το δικαίωμα του Αιτητή να προβάλει την υπόθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν το άσκησε. Η απόρριψη της προσφυγής του ήταν το αποτέλεσμα των δικών του παραλείψεων και το επακόλουθο της εφαρμογής των σχετικών διαδικαστικών διατάξεων.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει διότι δεν έχει υποστηριχτεί με επάρκεια ούτε το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο Αιτητής όντως δεν είχε πρόθεση να εγκαταλείψει την προσφυγή του.

 

Για τους λόγους που έχω αναφέρει ανωτέρω,  η αίτηση επαναφοράς απορρίπτεται, με €300 έξοδα, υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.                   

                                                                            

Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ ΔΔΔΠ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο