ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 316/24
18 Aυγούστου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
L. P. K. N.
Αιτήτριας,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Δημητρίου Α. (κ.), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Κουρσάρης Ν. (κ.), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 27.12.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 και αποφασίστηκε η επιστροφή της στη χώρα καταγωγής του. Αιτείται επιπλέον την αναγνώριση/χορήγηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν. Εισήλθε παράτυπα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές και περί τις 27.1.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 31.10.2023 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη της Αιτήτριας αναφορικά με το αίτημά της για διεθνή προστασία από αρμόδιο, ο οποίος στις 12.12.2023, υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: «ο Προϊστάμενος»), εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας και επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 27.12.2023. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 29.1.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Η Αιτήτρια, διά της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της, προβάλλει ότι υπήρξε πλημμελής εξέταση και αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών της και ότι εσφαλμένα δεν της χορηγήθηκε το καθεστώς του πρόσφυγα ή της δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας, ενώ υποστηρίζει ότι έχει υποστεί δίωξη λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού.
3. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης, την οποία, κατά τους ίδιους, ορθώς κρίθηκε η αξιοπιστία των δηλώσεων της, παραπέμποντας στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία και ότι υπήρξε εξατομικευμένη αξιολόγηση του αιτήματος της.
Το νομικό πλαίσιο
4. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
5. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
6. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
7. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
8. Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
9. Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).
10. Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
11. Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».
12. Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
13. Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:
14. Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:
«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
15. Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:
«53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
16. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:
«1. Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».
17. Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.
Κατάληξη
18. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. [Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024]. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
19. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320] αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου [βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010]. Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του [βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
20. Η ανωτέρω προσέγγιση δεν μεταβάλλεται υπό το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 εξακολουθεί να κατοχυρώνει την αρχή της κοινής υποχρέωσης συνεργασίας κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλέποντας αφενός την υποχρέωση του αιτητή να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει προς θεμελίωση της αίτησής του και, αφετέρου, την αντίστοιχη υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργάζονται ενεργά με τον αιτητή για τη συλλογή και αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια του προϊσχύσαντος άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτό είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 16 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (έως την αντικατάστασή του από τον περί Προσφύγων Νόμο του 2026), χωρίς να επιφέρει ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς την κατανομή του βάρους συνεργασίας και απόδειξης κατά την εξέταση της αίτησης.
21. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, επισημαίνεται ότι κατά την καταγραφή της αίτησής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, καθώς είναι επιζώσα βιασμού, είναι λεσβία και ζούσε κρυφά με τα παιδιά της και τις συντρόφους της, βρισκόταν υπό τον έλεγχο της οικογένειάς της και ήταν αδύνατο να ενσωματωθεί στην κοινωνία, παρά τον μισθό της και τις πολλαπλές εκπαιδεύσεις που έλαβε, ενώ επικρατούσε βία στους δρόμους και, όπως κάθε άνθρωπος, επιθυμούσε να έχει το δικαίωμα στη ζωή, στην κοινωνική ενσωμάτωση και να βιώνει ελεύθερα τη σεξουαλικότητά της (ερ. 8).
22. Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια, αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, ανέφερε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα το 1990 στην Douala, όπου διέμενε έως την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής, με εξαίρεση την περίοδο 2012-2014, κατά την οποία διέμενε στην πόλη Edea. Δήλωσε ότι είναι άγαμη και ότι έχει δύο ανήλικα τέκνα, απότοκο σεξουαλικής κακοποίησης, εκ των οποίων το πρώτο δόθηκε σε θετή οικογένεια, ενώ το δεύτερο διαβιεί με την οικογένεια του ατόμου που την κακοποίησε, ότι είναι Χριστιανή Καθολική στο θρήσκευμα, εθνοτικής καταγωγής Bamileke και ότι ομιλεί γαλλικά. Αναφορικά με την οικογένειά της, δήλωσε ότι δεν έχει αδέλφια, ότι ο πατέρας της απεβίωσε το 2019 λόγω καρδιακής προσβολής και ότι η μητέρα της απεβίωσε το 2020 λόγω καρκίνου. Αναφορικά με το μορφωτικό της επίπεδο, δήλωσε ότι φοίτησε για 13 έτη, χωρίς να ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ έχει παρακολουθήσει διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα. Ως προς την επαγγελματική της δραστηριότητα, δήλωσε ότι έχει πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση στον τομέα της υγείας και ότι υποστηριζόταν οικονομικά από την οικογένειά της (ερ. 56-51).
23. Αναφορικά με το ταξίδι της προς τη Δημοκρατία, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 26.11.2020 και, μέσω Τουρκίας, εισήλθε αρχικά στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και, ακολούθως, στις 5.1.2021, εισήλθε παρατύπως στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές (ερ. 61-60).
24. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, η Αιτήτρια ανέφερε ότι έφυγε από τη χώρα της επειδή είναι λεσβία και ότι ήδη από τα εφηβικά της χρόνια συνειδητοποίησε ότι ό,τι έκανε θεωρούνταν ανδρικό, ενώ ήταν διαφορετική από τις άλλες κοπέλες της ηλικίας της. Πρόσθεσε ότι της άρεσε το ποδόσφαιρο και η μουσική, ότι τραγουδούσε, της άρεσε να χορεύει και να ντύνεται σαν αγόρι, ενώ ένιωθε έλξη μόνο προς τις κοπέλες. Ανέφερε επίσης ότι προέρχεται από χριστιανική οικογένεια και ότι ο πατέρας της ήταν πρόεδρος της χορωδίας μίας εκκλησίας, ενώ η μητέρα της ήταν γραμματέας της επιτροπής της ίδιας εκκλησίας, με αποτέλεσμα να μεγαλώσει ως χριστιανή, και ότι ο πατέρας της ήταν ιδιαίτερα αυστηρός σε ό,τι αφορούσε τη θρησκεία τους. Δήλωσε ότι, παρότι τα παιδικά της χρόνια ήταν ευτυχισμένα, μεγάλωσε με τον φόβο του Θεού. Ακολούθως, ανέφερε ότι, λόγω όλων όσων λέγονταν στην εκκλησία, στην τηλεόραση και στην κοινωνία σχετικά με την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα και την ομοφυλοφιλία, αισθανόταν σαν να ήταν καταραμένη και αναρωτιόταν γιατί ο Θεός τη δημιούργησε με αυτόν τον τρόπο. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι στις 17 Ιουλίου 2009 πραγματοποιήθηκε ένα πάρτι κοριτσιών στο Ange Raphael, κοντά στο Πανεπιστήμιο της Douala, και ότι, μετά το τέλος του πάρτι, επέστρεφε στο σπίτι μαζί με μία φίλη της. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, η φίλη της άρχισε να την αγγίζει, ενώ πρόσθεσε ότι μία ομάδα νεαρών τις είδε και άρχισε να τις εξυβρίζει, αποκαλώντας τες λεσβίες και χαρακτηρίζοντάς τες ως «λάθος της φύσης». Πρόσθεσε ότι άρχισαν να τις πετούν πέτρες, με αποτέλεσμα να τραπούν σε φυγή, αλλά ακολούθησαν ένα μονοπάτι το οποίο κατέληγε σε αδιέξοδο, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να διαφύγουν. Όταν επιχείρησαν να επιστρέψουν, οι νεαροί βρίσκονταν ήδη εκεί, ορισμένοι κρατώντας μαχαίρια και άλλοι μπουκάλια. Ακολούθως, πρόσθεσε ότι τους είπαν να σωπάσουν, διαφορετικά θα τις χτυπούσαν και θα τις μαχαίρωναν, ενώ ισχυρίζονταν ότι θα τους έδειχναν τι σημαίνει να είναι άνδρες και ότι θα αφαιρούσαν την «αρρώστια» που υπήρχε μέσα τους. Περαιτέρω, δήλωσε ότι, μετά το περιστατικό αυτό, παρακάλεσε τον πατέρα της να τη στείλει για εκπαίδευση, γεγονός που εκείνος τελικά έκανε, αν και, όπως ανέφερε, η κατάσταση παρέμενε ιδιαίτερα δύσκολη για την ίδια. Πρόσθεσε ότι συνέχισε να συναντά κρυφά την κοινότητά της και ότι ο πατέρας της την υποχρέωνε να παρακολουθεί συνεδρίες προσευχής, προκειμένου να αφαιρεθεί η «αρρώστια» της, καθώς θεωρούσε ότι ο σεξουαλικός της προσανατολισμός αποτελούσε τιμωρία από τον Θεό. Στη συνέχεια, δήλωσε ότι μίλησε για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στην κοινότητά της, η οποία τη σύστησε στη δικηγόρο «A. K.», στην οποία και εξήγησε την κατάσταση που αντιμετώπιζε στο οικογενειακό της περιβάλλον, ωστόσο εκείνη της απάντησε ότι δεν παρεμβαίνει σε τέτοιου είδους υποθέσεις, καθώς ασχολείται κυρίως με την υπεράσπιση ατόμων που υφίστανται διώξεις, και της συνέστησε να βρει κάποιο πρόσωπο που θα μπορούσε να μιλήσει στον πατέρα της. Δήλωσε επίσης ότι παρά το γεγονός ότι η θρησκεία της το απαγορεύει, επισκέφθηκε έναν ιερέα προκειμένου να δεχθεί να μιλήσει στον πατέρα της και απευθύνθηκε σε έναν ακόμη δικηγόρο, τον «K. S.», ο οποίος ήταν δικηγόρος του πατέρα της, και του ζήτησε να τη βοηθήσει να συνομιλήσει μαζί του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Πρόσθεσε ότι, μετά από όλες αυτές τις εξελίξεις, αισθανόταν μπερδεμένη, εγκαταλελειμμένη και μόνη. Δήλωσε ότι επισκέφθηκε ε την Clarice από την κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ, στην περιοχή Deido, κοντά σε ένα φαρμακείο και ότι εκείνη της είπε πως θα επικοινωνούσε με την κοινότητα προκειμένου να βρεθεί κάποια λύση. Ανέφερε επίσης ότι, κατά την επόμενη συνάντησή τους, η Clarice την ενημέρωσε ότι γνώριζε έναν ομοφυλόφιλο άνδρα, τον Patrice, ο οποίος αντιμετώπιζε παρόμοια προβλήματα και ότι όταν ήρθε σε επαφή μαζί του, του εξήγησε την κατάστασή της και εκείνος της πρότεινε να εμφανίζονται ως ζευγάρι ώστε να αποκρύπτουν τον πραγματικό τους σεξουαλικό προσανατολισμό από τις οικογένειές τους. Ανέφερε ότι ο Patrice παρουσιάστηκε στην οικογένειά της ως σύντροφός της και στη συνέχεια μετακόμισε για να ζήσει μαζί του. Δήλωσε ότι διέμεναν στην περιοχή Red Light, κοντά στο θέατρο, σε διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων, όπου μπορούσαν να ζουν ελεύθερα σύμφωνα με τον αντίστοιχο σεξουαλικό τους προσανατολισμό. Πρόσθεσε ότι εργαζόταν περιστασιακά, διέθετε ένα κουτί με φαρμακευτικά προϊόντα και πουλούσε φάρμακα, ενώ παράλληλα φρόντιζε και το σπίτι. Εν κατακλείδι, επανέλαβε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή είναι λεσβία και ότι, μετά από όλα όσα είχε βιώσει, σε συνδυασμό με τη θρησκευτική και κοινωνική πίεση που δεχόταν, είχε πλέον φθάσει σε σημείο να μην έχει τη δύναμη να συνεχίσει να αγωνίζεται εναντίον της κατάστασης αυτής (ερ. 50-49).
25. Αναφορικά με τον φόβο που διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι στη χώρα της ένα άτομο σαν εκείνη δεν είναι ελεύθερο, ενώ, εάν χαρακτηριστεί ως λεσβία, η λεγόμενη «λαϊκή δικαιοσύνη» θα την τιμωρήσει και, εάν συλληφθεί από την αστυνομία, κινδυνεύει με ποινή φυλάκισης από πέντε έως δέκα έτη (ερ. 49).
26. Ακολούθως, τέθηκαν στην Αιτήτρια διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό της. Σε σχετικά ερωτήματα ως προς τη διαδικασία αυτοπροσδιορισμού της, ανέφερε ότι από την εφηβική ηλικία άρχισε να νιώθει έλξη προς τις γυναίκες, γεγονός που την έκανε να αισθάνεται άσχημα, καθώς προσπαθούσε να καταλάβει γιατί αισθανόταν έτσι και γιατί ήταν διαφορετική από τις άλλες κοπέλες. Πρόσθεσε επίσης ότι φοβόταν να εκφράσει την άποψή της για τις γυναίκες, καθώς φοβόταν ότι οι άλλοι θα υποπτεύονταν ότι της άρεσαν οι κοπέλες. Επιπλέον, σε σχετικά ερωτήματα ως προς την αντίδραση της οικογένειάς της και του κοινωνικού της περίγυρου, ανέφερε ότι ο πατέρας της είχε αμφιβολίες για τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, καθώς ασχολούνταν πολύ με τα αθλήματα, ενώ εκ των υστέρων βρήκε μία φωτογραφία της με τη σύντροφό της στο κινητό της, την τιμώρησε και την υποχρέωσε να παρακολουθεί συναντήσεις προσευχής, προκειμένου να φύγει από μέσα της η «αμαρτία». Πρόσθεσε επίσης ότι, τα χρόνια που ακολούθησαν, υπήρχε πίεση στην οικογένεια και το κλίμα δεν ήταν ευχάριστο. Επιπροσθέτως αναφέρθηκε σε μία ΛΟΑΤΚΙ οργάνωση στο Καμερούν στις συναντήσεις της οποίας συμμετείχε. Ως προς τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, δήλωσε ότι επί του παρόντος νιώθει ελεύθερη να τον εκφράζει και ότι η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα είναι σαν την οικογένειά της. Τέλος, αναφέρθηκε στις σχέσεις που είχε στη χώρα καταγωγής της, ενώ δήλωσε ότι το 2017 υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από ομοφυλόφιλο άνδρα με τον οποίο συμβίωνε, προκειμένου να αποκρύπτουν τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό (ερ. 48-38).
27. Εν κατακλείδι, ως προς τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασής της, δήλωσε ότι το νομοθετικό πλαίσιο για τα ΛΟΑΤΚΙ εφαρμόζεται σε ολόκληρη τη χώρα (ερ. 38).
28. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η Αιτήτρια κατέθεσε εννέα έγγραφα σχετικά με εκπαιδεύσεις που έχει παρακολουθήσει, δύο ιατρικά έγγραφα, εκ των οποίων το ένα προέρχεται από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και το άλλο από το Νοσοκομείο Μακάρειο, καθώς και φωτογραφίες της οικογένειάς της (ερ. 56 35-22).
29. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, (β) το ότι η Αιτήτρια είναι ομοφυλόφιλη.
30. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθόσον κρίθηκε ότι η Αιτήτρια παρείχε ακριβείς και επαρκείς πληροφορίες ως προς την οικογενειακή και προσωπική της κατάσταση και τον τόπο διαμονής της, οι οποίες επιβεβαιώνονται από το πρωτότυπο διαβατήριο που κατέθεσε, τα αντίγραφα των πιστοποιητικών εκπαίδευσης και πρακτικής άσκησης που προσκόμισε, καθώς και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
31. Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, αναφορικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό της Αιτήτριας, απορρίφθηκε. Οι Καθ’ ων η αίτηση χρησιμοποίησαν το μοντέλο DSSH (Difference, Stigma, Shame and Harm) κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού.
32. Όσον αφορά στο στοιχείο της διαφορετικότητας, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας στερούνταν επαρκών πληροφοριών, καθώς δεν επεκτάθηκε στα συναισθήματα που βίωνε και στον τρόπο με τον οποίο αυτά εξελίχθηκαν, ούτε αναφέρθηκε επαρκώς στη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Αναφορικά με προγενέστερες σχέσεις της, κρίθηκε ότι παρείχε αντιφατικές δηλώσεις ως προς το χρονικό πλαίσιο εξέλιξης της πρώτης της σχέσης, ενώ οι δηλώσεις της ως προς τη γνωριμία με τη πρώην σύντροφος της και τη μετέπειτα σύναψη σχέσης στερούνταν επαρκών πληροφοριών. Παρομοίως, ως προς τη δεύτερη σχέση στην οποία αναφέρθηκε η Αιτήτρια, οι Καθ’ ων έκριναν ότι δεν παρείχε συνεπείς και επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες, ιδίως ως προς τον τρόπο γνωριμίας και προσέγγισης της συντρόφου της, καθώς και ως προς την περιγραφή της, ενώ οι δηλώσεις της ως προς τη διάρκεια της σχέσης κρίθηκαν αντιφατικές.
33. Σχετικά με το στοιχείο του στίγματος και της ντροπής, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς τη μεταχείρισή της από τους γονείς της μετά την αποκάλυψη του σεξουαλικού της προσανατολισμού ήταν ασυνεπείς και στερούνταν επαρκών πληροφοριών, ενώ δεν παρείχε επαρκείς εξηγήσεις όταν της επισημάνθηκαν ορισμένες αντιφάσεις αναφορικά με την ανεύρεση φωτογραφίας της με τη σύντροφό της από τον πατέρα της.
34. Αναφορικά με το στοιχείο της βλάβης, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια παρείχε λεπτομερή περιγραφή ως προς το περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη το 2009 και δήλωσε με επαρκή τρόπο ότι δεν έλαβαν χώρα μεταγενέστερα περιστατικά. Καταλήγοντας, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, δεδομένης της έλλειψης αξιοπιστίας ως προς τα λοιπά στοιχεία αξιολόγησης, δεν θεωρείται ότι η σεξουαλική κακοποίηση συνδέεται με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να θεμελιωθεί η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, επί τη βάσει διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα στο Καμερούν, το νομοθετικό πλαίσιο και την πρακτική εφαρμογή του, καθώς και τις οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό, κρίθηκε ότι, παρόλο που οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης καταδεικνύουν την ποινικοποίηση των ομόφυλων σχέσεων στο Καμερούν, δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.
35. Βάσει του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας και επί τη βάσει των διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης για την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν και τις συγκρούσεις στις Νοτιοδυτική και Βορειοδυτική Περιφέρειες, καθώς και δεδομένου ότι η Douala κρίθηκε ως ο τόπος συνήθους διαμονής της, και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας ως νέας γυναίκας, με επαγγελματική εκπαίδευση σε δύο τομείς, ήτοι ως φροντίστρια και τεχνικός εργαστηρίου, και με σωματική και πνευματική ικανότητα να υποστηρίζει τον εαυτό της, οι Καθ’ ων η αίτηση συμπέραναν ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, θα υποστεί δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
36. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας, κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(1)(α) και (β) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023. Περαιτέρω, έκριναν ότι δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας, δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) των ιδίων νόμων, καθόσον στην Douala, όπου αναμένεται να επιστρέψει η Αιτήτρια, δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκαν την απόρριψη της αίτησής της και την έκδοση απόφασης επιστροφής.
37. Στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας και ειδικότερα κατά το στάδιο κατά τη ακροαματική διαδικασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατέληξε άστεγη, μετά από διαφορές με τους γονείς της, για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ενώ η πρώην σύντροφός της τη βοήθησε οικονομικά να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής. Ως προς το περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη το 2009, δήλωσε ότι επέστρεφε με κάποια κορίτσια και είχαν καταναλώσει αλκοόλ, όταν κάποια αγόρια άρχισαν να τις ακολουθούν, με αποτέλεσμα να τη βιάσουν. Ανέφερε επίσης ότι προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά ένας εξ αυτών της έβαλε ένα χαρτομάντηλο στη μύτη, με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις της, ενώ όταν συνήλθε βρισκόταν στο νοσοκομείο. Αναφορικά με τα ανήλικα τέκνα της, δήλωσε ότι το ένα βρίσκεται στη Νιγηρία, σε θετή οικογένεια, όπως την ενημέρωσε ο ιερέας της περιοχής της, ενώ το δεύτερο της το πήραν, καθώς η ίδια έπασχε από κατάθλιψη. Ερωτηθείσα αναφορικά με τον τόπο διαμονής της μετά τη γέννηση του δεύτερου τέκνου της, δήλωσε ότι παρέμεινε στην οικία όπου διέμενε με το ομοφυλόφιλο άτομο με το οποίο προσποιούνταν ότι διατηρούσαν σχέση και με τη σύντροφό της, ενώ, όταν της επισημάνθηκε ότι κατά τη συνέντευξη είχε αναφέρει πως επέστρεψε στην πατρική της οικία, δήλωσε ότι αυτό συνέβη κατά την πρώτη εγκυμοσύνη της και ότι είχε υπάρξει κάποια σύγχυση. Επιπλέον, δήλωσε ότι το 2015 ο πατέρας της την κατήγγειλε στην αστυνομία, ότι κλήθηκε και κρατήθηκε για δύο ημέρες και ότι αφέθηκε ελεύθερη αφού υπέγραψε δήλωση ότι δεν ήταν ομοφυλόφιλη.
38. Δήλωσε επίσης ότι σύναψε σχέση στην Κυπριακή Δημοκρατία και διέμενε μαζί με τη σύντροφό της, η οποία είχε ένα ανήλικο τέκνο και ήταν αμφιφυλόφιλη, ενώ από το 2024 μετακόμισε, καθώς η τελευταία την είχε συναισθηματικά πληγώσει. Κατά την ακροαματική διαδικασία, ζητήθηκε από την Αιτήτρια να προσέλθει μαζί με τη σύντροφό της, κάτι το οποίο τελικώς δεν συνέβη λόγω της διάρρηξης του δεσμού τους.
39. Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, γίνεται δεκτό το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
40. Συγκεκριμένα, ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, διαπιστώνεται ότι υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά της στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο, συμπεριλαμβανομένων των πιστοποιητικών εκπαίδευσής της και από το διαβατήριό της.
41. Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, αναφορικά με τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό του προσανατολισμό, και σχετικά με το μοντέλο ανάλυσης που χρησιμοποιήσαν οι Καθ' ων η αίτηση [Difference, Stigma, Shame and Harm (DSSH) model], σημειώνεται ο σκεπτικισμός γύρω από τη χρήση του, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν στερεότυπα και να καταλήξει η αξιολόγηση αξιοπιστίας του Αιτητή σε ένα κατάλογο τυποποιημένων στοιχείων που ένας αιτών θα πρέπει ή όχι να πληροί, εις βάρος της εξατομικευμένης εξέτασης.[2] Χωρίς το εν λόγω μοντέλο να αποκλείεται ως καθοδηγητική μέθοδος για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Αιτητή, εν προκειμένω, το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τον εν λόγω ισχυρισμό στη βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά στο εν λόγω μοντέλο για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Προς τούτο επισημαίνονται τα κάτωθι. Αρχικώς, παρατηρείται πως κατά την συνέντευξή του, η Αιτήτρια υπεβλήθη σε πλήθος ερωτήσεων ανοικτού τύπου, αλλά και σε μεγάλο αριθμό διευκρινιστικών και κλειστού τύπου ερωτήσεων, ώστε να μπορέσει η ίδια να αναπτύξει με επαρκή λεπτομέρεια, τόσο τις εμπειρίες και τα βιώματά της, όσο και τις σκέψεις και τα συναισθήματά της και να αποσαφηνίσει τους ισχυρισμούς της περαιτέρω. Επίσης, ορθώς δεν τέθηκαν ερωτήσεις παρεμβατικές στην ιδιωτική ζωή της Αιτήτριας (βλ. σχετικά την απόφαση του ΔΕΕ της 2ας Δεκεμβρίου 2014, C-148/13 έως C-150/13, A, B, C, A B and C, ECLI:EU:C:2014:2406). Επισημαίνεται εξάλλου πως δεν αναμένεται από όλα τα ΛΟΑΤΚI+ άτομα να βιώσουν με τον ίδιο τρόπο την σεξουαλικότητά τους, η αντίδραση απέναντι στην διαφορετικότητα εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως τα προσωπικά βιώματα, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση και το πολιτισμικό πλαίσιο της χώρας διαμονής. Τα συναισθήματα που αναπτύσσονται κατά την διαδικασία της συνειδητοποίησης της σεξουαλικότητας είναι υποκειμενικά και προσωπικά. Μπορεί να υπάρχουν κάποια κοινά συναισθήματα και εμπειρίες (π.χ. απόρριψης, ντροπής) μεταξύ των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αποδυναμώνεται η αξιοπιστία ενός ισχυρισμού περί σεξουαλικού προσανατολισμού όταν ένα άτομο έτυχε θετικών εμπειριών ή ευτυχία σχετικά με τη σεξουαλικότητά του στην χώρα καταγωγής του.[3]
42. Ειδικότερα, η Αιτήτρια προβάλλει ότι είναι ομοφυλόφιλη και ότι, εξαιτίας του σεξουαλικού της προσανατολισμού και του τρόπου με τον οποίο αυτός έγινε αντιληπτός από το οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον, βίωσε περιορισμούς, απόρριψη και περιστατικά βίας και κακοποίησης. Στο πλαίσιο της ίδιας αφήγησης αναφέρθηκε στη σταδιακή συνειδητοποίηση της έλξης της προς γυναίκες, στις σχέσεις και στους συναισθηματικούς δεσμούς που ανέπτυξε με πρόσωπα του ιδίου φύλου, στην αντίδραση της οικογένειάς της και ιδίως του πατέρα της, στη συμμετοχή της σε κύκλους της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, καθώς και σε δύο περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης. Τα τελευταία, μολονότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διακριτής πραγματικής αξιολόγησης, εξετάζονται εν προκειμένω ως επιμέρους παράμετροι του ευρύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, καθόσον η ίδια η Αιτήτρια τα εντάσσει στη συνολική προσωπική της διαδρομή σε συνάρτηση με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό.
43. Καταρχάς, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη διαχρονική προβολή του βασικού πυρήνα του ισχυρισμού. Ήδη κατά το αρχικό στάδιο καταγραφής της αίτησής της, πολύ πριν από τη διεξοδική συνέντευξη επί της ουσίας, η Αιτήτρια δήλωσε ρητώς ότι είναι λεσβία, ότι ζούσε κρυφά τη ζωή της με τις συντρόφους της και ότι επιθυμούσε να μπορεί να ζει ελεύθερα τη σεξουαλικότητά της. Η αναφορά αυτή έχει σημασία, καθόσον δεν πρόκειται για ισχυρισμό που εμφανίσθηκε μεταγενέστερα ή διαμορφώθηκε για πρώτη φορά κατά τη λεπτομερή εξέταση της αίτησης. Αντιθέτως, ο ίδιος βασικός ισχυρισμός επαναλαμβάνεται στη μεταγενέστερη συνέντευξη και ενώπιον του Δικαστηρίου.
44. Περαιτέρω, κατά τη διοικητική συνέντευξη η Αιτήτρια δεν περιορίστηκε στην απλή δήλωση ότι είναι ομοφυλόφιλη. Αναφέρθηκε στη διαδρομή συνειδητοποίησης του σεξουαλικού της προσανατολισμού, τοποθετώντας την πρώτη αντίληψη της έλξης της προς γυναίκες ήδη κατά την εφηβεία της. Περιέγραψε ότι αισθανόταν διαφορετική από τις συνομήλικές της, ότι διαπίστωνε έλξη προς γυναίκες και ότι η αντίληψη αυτή της προκαλούσε φόβο και προβληματισμό, ιδίως ενόψει των θρησκευτικών και κοινωνικών αντιλήψεων μέσα στις οποίες είχε ανατραφεί. Όταν ερωτήθηκε για το πώς βίωνε αυτή τη διαφορετικότητα, ανέφερε ότι φοβόταν να εκφράσει ενώπιον φίλων της τις απόψεις ή την έλξη της προς κορίτσια, μήπως γίνει αντιληπτή η σεξουαλική της προτίμηση. Οι αναφορές αυτές παρουσιάζουν προσωπικό και βιωματικό χαρακτήρα και δεν εξαντλούνται σε γενικές πληροφορίες περί της κοινωνικής θέσης των ομοφυλόφιλων στο Καμερούν.
45. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί εν προκειμένω καθοριστικό το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν ήταν πάντοτε σε θέση να περιγράψει με μεγαλύτερη ψυχολογική ή συναισθηματική λεπτομέρεια τη διαδικασία συνειδητοποίησης του προσανατολισμού της. Η αξιοπιστία ενός ισχυρισμού περί σεξουαλικού προσανατολισμού δεν μπορεί να εξαρτάται από την ικανότητα του αιτούντος να διατυπώσει μία συγκεκριμένου τύπου εσωτερική ή συναισθηματική αφήγηση ούτε από προκαθορισμένες αντιλήψεις ως προς το πώς αναμένεται να βιώνει ή να εκφράζει ένα ομοφυλόφιλο πρόσωπο την ταυτότητά του. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι αιτητές που προέρχονται από κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα στα οποία ζητήματα σεξουαλικού προσανατολισμού αντιμετωπίζονται με στιγματισμό, κοινωνική απόρριψη ή ακόμη και ποινικοποίηση, η έκφραση και η περιγραφή της σχετικής εμπειρίας ενδέχεται να είναι περιορισμένη, αποσπασματική ή να χαρακτηρίζεται από δυσκολία στην εξωτερίκευση προσωπικών και συναισθηματικών βιωμάτων. Συνεπώς, η σχετική λιτότητα ορισμένων απαντήσεών της δεν αξιολογείται αφ' εαυτής ως αρνητικός δείκτης αξιοπιστίας και δεν αναιρεί τον εν γένει βιωματικό χαρακτήρα των δηλώσεών της.
46. Επιπλέον, η Αιτήτρια προέβη σε συγκεκριμένες αναφορές σε πρόσωπα και προσωπικές σχέσεις. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στη «S.», περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο γνωρίστηκαν στο πλαίσιο σχολικών ή αθλητικών δραστηριοτήτων, την ανάπτυξη μεταξύ τους έλξης και συναισθηματικού δεσμού και τη μεταγενέστερη ερωτική τους προσέγγιση. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην «C.», περιγράφοντας τη γνωριμία τους, τον ρόλο της τελευταίας ως προσώπου στο οποίο μπορούσε να εμπιστευθεί ζητήματα σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και τη μεταξύ τους συναισθηματική ή ερωτική σχέση. Ως προς την «C.», έδωσε περαιτέρω στοιχεία αναφορικά με την προσωπικότητά της, την ηλικία της, τον τόπο όπου διέμενε, τον τρόπο που περνούσαν χρόνο μαζί και τις συζητήσεις τους σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν και την προσδοκία να μπορούν κάποτε να ζουν ελεύθερα.
47. Σημαντική είναι επίσης η περιγραφή της στάσης του οικογενειακού της περιβάλλοντος. Η Αιτήτρια αναφέρθηκε επανειλημμένως στις υποψίες του πατέρα της σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, στους περιορισμούς που, κατά την εκδοχή της, της επέβαλε ως προς την εμφάνιση, την ένδυση και τη συμμετοχή της στο ποδόσφαιρο, καθώς και στην παρακολούθηση ή τον έλεγχο της συμπεριφοράς της. Περιέγραψε ακόμη κατά τρόπο συγκεκριμένο την αντίδρασή του όταν φέρεται να εντόπισε στο τηλέφωνό της φωτογραφία της με άλλη γυναίκα και τις μεταγενέστερες πιέσεις της οικογένειας και του θρησκευτικού της περιβάλλοντος, περιλαμβανομένων συνεδριών προσευχής που, κατά την ίδια, αποσκοπούσαν στην απομάκρυνση αυτού που η οικογένειά της αντιλαμβανόταν ως αμαρτωλή ή ανεπιθύμητη κατάσταση. Οι αναφορές αυτές εμφανίζουν συνοχή ως προς τον βασικό τους πυρήνα: ότι η Αιτήτρια αντιλαμβανόταν πως η έκφραση του προσανατολισμού της έπρεπε να παραμένει κρυφή και ότι το οικογενειακό της περιβάλλον αντιμετώπιζε αρνητικά την πραγματική ή αποδιδόμενη σε αυτήν έλξη προς γυναίκες.
48. Προς την ίδια κατεύθυνση κινούνται οι αναφορές της ως προς τη συμμετοχή της σε κύκλους της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Κατά τη συνέντευξη αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο δίκτυο ή οργάνωση, στον τρόπο με τον οποίο ήλθε σε επαφή με αυτό, στον τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των μελών και στη δική της συνεισφορά, μεταξύ άλλων υπό την ιδιότητά της ως προσώπου με κατάρτιση στον χώρο της φροντίδας υγείας. Περιέγραψε ακόμη ότι οι επαφές πραγματοποιούνταν κυρίως με διακριτικότητα και ότι οι συναντήσεις ήταν περιορισμένες. Ανεξαρτήτως της δυνατότητας εξωτερικής επιβεβαίωσης κάθε λεπτομέρειας, οι συγκεκριμένες αναφορές εντάσσονται με λογική συνέχεια στην ευρύτερη αφήγησή της περί ανάγκης απόκρυψης του σεξουαλικού της προσανατολισμού.
49. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι κατά τη διοικητική και τη δικαστική διαδικασία εντοπίζονται αποκλίσεις και χρονικές ανακολουθίες σε επιμέρους σημεία του αφηγήματος της. Ειδικότερα, υπάρχουν διαφοροποιήσεις ως προς τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο γνώρισε τη «S.», την έναρξη και την εξέλιξη της μεταξύ τους σχέσης και τον χρόνο κατά τον οποίο ο πατέρας της φέρεται να αντιλήφθηκε τη φύση της σχέσης τους. Στη διοικητική συνέντευξη εμφανίζονται αναφορές στα έτη 2013-2014, 2014-2015 και 2017, ενώ η ίδια επιχείρησε να εξηγήσει ότι ορισμένες διαφοροποιήσεις οφείλονταν στον τρόπο με τον οποίο υπολόγιζε τα σχολικά έτη και ότι η ερωτική σχέση εξελίχθηκε σταδιακά, με την πιο σαφή ερωτική προσέγγιση να λαμβάνει χώρα μεταγενέστερα. Η εξήγηση αυτή δεν αίρει πλήρως κάθε χρονική ασάφεια και οι σχετικές αποκλίσεις λαμβάνονται υπόψη.
50. Αντίστοιχα, εμφανίζονται χρονικές και πραγματικές ασάφειες ως προς την «C.» και τον «P.». Κατά τα διαφορετικά στάδια της διαδικασίας δεν αποδίδεται πάντοτε με απόλυτη σταθερότητα ο χρόνος γνωριμίας της με την «C.», η ακριβής διάρκεια της μεταξύ τους σχέσης, η χρονική στιγμή κατά την οποία η τελευταία την έφερε σε επαφή με τον «P.» και η αλληλουχία της συγκατοίκησης ή των επαφών μεταξύ των τριών. Επιπλέον, η Αιτήτρια περιέγραψε τον «P.» αφενός ως πρόσωπο που εντάχθηκε σε μία σχέση αμοιβαίας «κάλυψης» έναντι του κοινωνικού και οικογενειακού περιβάλλοντος και αφετέρου ως δράστη σεξουαλικής κακοποίησης εις βάρος της. Οι σχετικές αναφορές παρουσιάζουν ορισμένα σημεία που θα μπορούσαν ευλόγως να είχαν αποδοθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια.
51. Εντούτοις, οι αποκλίσεις αυτές πρέπει να αξιολογηθούν ως προς τη φύση και τη βαρύτητά τους και όχι απλώς αριθμητικά. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αφορούν πρωτίστως την ακριβή χρονική τοποθέτηση και αλληλουχία γεγονότων που εκτείνονται σε περίοδο αρκετών ετών και όχι την ύπαρξη του βασικού προσωπικού αφηγήματος περί έλξης και σχέσεων με γυναίκες. Δεν προκύπτει, για παράδειγμα, ότι η Αιτήτρια σε ένα στάδιο αρνήθηκε οποιαδήποτε έλξη προς γυναίκες ή παρουσίασε τον εαυτό της ως αποκλειστικά ετεροφυλόφιλο πρόσωπο και σε μεταγενέστερο στάδιο προέβαλε για πρώτη φορά αντίθετη εκδοχή. Αντιθέτως, ο πυρήνας της αυτοπαρουσίασής της ως γυναίκας που έλκεται από γυναίκες παραμένει σταθερός ήδη από την αρχική καταγραφή της αίτησης και καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.
52. Περαιτέρω, δεν θα ήταν ορθό να θεωρηθεί ότι οι σχέσεις της με άτομα του αντίθετου φύλου ή η απόκτηση τέκνων με άνδρες αναιρούν καθ' εαυτές τον προβαλλόμενο σεξουαλικό της προσανατολισμό. Η ίδια παρέσχε συγκεκριμένη εξήγηση για τη σχέση της με τον «P.», την οποία παρουσίασε ως σχέση που αρχικά εξυπηρετούσε την αμοιβαία κοινωνική κάλυψη των δύο προσώπων, ενώ συνέδεσε τη σύλληψη του δεύτερου τέκνου της με περιστατικό μη συναινετικής σεξουαλικής επαφής. Ανεξαρτήτως της αυτοτελούς αξιοπιστίας κάθε λεπτομέρειας του τελευταίου περιστατικού, η ύπαρξη ετεροφυλοφιλικών επαφών ή τέκνων, ιδίως ελλείψει συναίνεσης της ίδιας, δεν αποτελεί από μόνη της αντίφαση προς τον ισχυρισμό περί ομοφυλοφιλικού προσανατολισμού.
53. Ως προς τα δύο περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης, το Δικαστήριο διακρίνει μεταξύ της αξιολόγησης των συγκεκριμένων γεγονότων και της αξιολόγησης του κεντρικού ισχυρισμού περί σεξουαλικού προσανατολισμού. Ως προς το πρώτο περιστατικό, η Αιτήτρια τοποθέτησε κατά βάση το συμβάν το 2009 και συνέδεσε με αυτό τη γέννηση του πρώτου της τέκνου τον επόμενο χρόνο. Κατά τη δικαστική διαδικασία έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες για την παρουσία της με άλλη γυναίκα, την καταδίωξη από ομάδα ανδρών, τις ύβρεις που, κατά την εκδοχή της, συνδέονταν με την αντιληφθείσα μεταξύ τους σχέση, την επίθεση, την απώλεια των αισθήσεών της και τη μεταφορά της στο νοσοκομείο. Υπάρχουν ορισμένες διαφοροποιήσεις ως προς επιμέρους χρονολογικά στοιχεία και ιδίως ως προς το πότε και με ποιον ακριβώς τρόπο έλαβαν γνώση οι γονείς της για τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Οι διαφοροποιήσεις αυτές λαμβάνονται υπόψη, πλην όμως δεν κρίνονται επαρκείς για να αναιρέσουν συνολικά την αφήγηση περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού.
54. Ως προς το δεύτερο περιστατικό, το οποίο αποδίδει στον «P.», διαπιστώνονται επίσης ορισμένες ασάφειες ως προς την ακριβή χρονική ακολουθία και τη σχέση του με τη συγκατοίκησή τους. Η Αιτήτρια, πάντως, διατήρησε ως βασικό πυρήνα ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν άνδρας με τον οποίο συνδέθηκε για λόγους κοινωνικής κάλυψης και ότι μεταγενέστερα υπέστη από αυτόν μη συναινετική σεξουαλική πράξη, την οποία συνδέει με τη γέννηση του δεύτερου τέκνου της. Ενόψει της φύσης του ισχυρισμού καθώς και της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος, ιδίως όσον αφορά το πρώτο περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης το Δικαστήριο δεν θεωρεί ορθό να προσδώσει αποφασιστική σημασία σε επιμέρους χρονικές ή περιφερειακές αποκλίσεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι κάθε λεπτομέρεια του συμβάντος θεωρείται αυτομάτως αποδεδειγμένη.
55. Σημαντική για τη συνολική αξιολόγηση είναι και η ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσίαση της προσωπικής της ιστορίας. Παρά τα προβλήματα που εμφανίστηκαν στη χρονολογική τοποθέτηση ορισμένων συμβάντων, η Αιτήτρια παρέμεινε σταθερή ως προς το ότι επιθυμούσε να ζήσει σύμφωνα με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, ότι η οικογένειά της και το περιβάλλον της δεν αποδέχονταν αυτή την πτυχή της ζωής της και ότι κατέφευγε σε στρατηγικές απόκρυψης ή προσαρμογής. Εξήγησε επίσης τη σημασία που απέδιδε στην «C.» ως πρόσωπο υποστήριξης, τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκε σε εξαιρετικά ευάλωτη κατάσταση και τη δυσκολία της να οικοδομήσει ανεξάρτητη ζωή. Οι αναφορές αυτές δεν εμφανίζονται αποκομμένες από όσα είχε προηγουμένως καταθέσει, αλλά αποτελούν, σε σημαντικό βαθμό, περαιτέρω ανάπτυξη της ίδιας προσωπικής ιστορίας.
56. Επίσης, το γεγονός ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία η Αιτήτρια προσέθεσε ορισμένες λεπτομέρειες που δεν είχαν αποδοθεί με την ίδια έκταση κατά τη διοικητική συνέντευξη δεν εκλαμβάνεται αυτομάτως ως μεταγενέστερη κατασκευή. Κρίσιμο είναι κατά πόσον οι νεότερες πληροφορίες ανατρέπουν ή μεταβάλλουν τον πυρήνα προηγούμενων δηλώσεων. Εν προκειμένω, παρά τις διαφοροποιήσεις ως προς τον χρόνο και την ακριβή αλληλουχία, δεν διαπιστώνεται συνολική μεταβολή της βασικής θέσης της Αιτήτριας ότι ήδη από νεαρή ηλικία αισθανόταν έλξη προς γυναίκες, ότι ανέπτυξε πραγματικούς δεσμούς με γυναίκες, ότι επιχείρησε να αποκρύψει αυτή την πτυχή της ζωής της και ότι αντιμετώπισε έντονα αρνητική στάση από το οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον.
57. Το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη σωρευτική εικόνα της μαρτυρίας. Η αξιοπιστία δεν κρίνεται με απομόνωση μίας ημερομηνίας, μίας εσφαλμένης χρονικής αναφοράς ή μίας ανεπαρκώς διατυπωμένης απάντησης, αλλά από τη συνολική ποιότητα και συνέπεια της αφήγησης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αντιφάσεις που εντοπίστηκαν δεν είναι αμελητέες και για τον λόγο αυτό καταγράφονται ρητώς. Ωστόσο, δεν είναι τέτοιας έκτασης ώστε να δημιουργούν δύο ουσιωδώς διαφορετικές ή αμοιβαίως αποκλειόμενες εκδοχές αναφορικά με τον ίδιο τον σεξουαλικό προσανατολισμό της Αιτήτριας. Αντιθέτως, το αφηγηματικό υπόβαθρο παραμένει κατά βάση αναγνωρίσιμο και σταθερό στα διαδοχικά στάδια της διαδικασίας.
58. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι διαπιστωθείσες χρονικές και επιμέρους πραγματικές αποκλίσεις μειώνουν σε κάποιο βαθμό την αποδεικτική βαρύτητα συγκεκριμένων επιμέρους επεισοδίων, ιδίως ως προς την ακριβή χρονολόγηση, τη διάρκεια ορισμένων σχέσεων και ορισμένες περιστάσεις των καταγγελλόμενων περιστατικών κακοποίησης. Δεν είναι, όμως, ικανές να αποδομήσουν τον κεντρικό και διαχρονικά σταθερό πυρήνα του ισχυρισμού περί του σεξουαλικού προσανατολισμού της.
59. Τέλος, στον βαθμό που, μετά τη συνολική συνεκτίμηση όλων των πιο πάνω στοιχείων, παραμένει αμφιβολία ως προς επιμέρους χρονικά ή περιφερειακά στοιχεία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η Αιτήτρια έχει καταβάλει ουσιαστική προσπάθεια να εκθέσει την προσωπική της ιστορία, έχει προβάλει τον βασικό ισχυρισμό από το αρχικό στάδιο της διαδικασίας και έχει παράσχει σημαντικό αριθμό συγκεκριμένων προσωπικών πληροφοριών. Οι εναπομένουσες αμφιβολίες ως προς τις επιμέρους αυτές πτυχές δεν κρίνονται επαρκείς για να δικαιολογήσουν την απόρριψη του συνολικού ισχυρισμού.
60. Από το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας, ως προς το ότι είναι ομοφυλόφιλη, παρουσιάζει επαρκή εσωτερική αξιοπιστία και γίνεται αποδεκτός.
61. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του εν λόγω ισχυρισμού και τον βιωματικό χαρακτήρα των αναφερόμενων γεγονότων, τα οποία δεν δύνανται να επαληθευθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, διενεργήθηκε, για λόγους πληρότητας της έρευνας, γενικότερη έρευνα αναφορικά με τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στο Καμερούν κατά το υπό κρίση χρονικό διάστημα.
62. Σύμφωνα με COI Query της EUAA, το οποίο δημοσιεύθηκε το 2021, οι συναινετικές σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου ποινικοποιούνται στο Καμερούν, ενώ κατά την περίοδο 2018-2021 καταγράφηκαν πολλαπλές συλλήψεις ατόμων βάσει της σχετικής νομοθεσίας, καθώς και περιστατικά σωματικής βίας σε βάρος τους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πηγές που παρατίθενται στην εν λόγω αναφορά, το Καμερούν χαρακτηρίζεται ως «μία από τις πλέον ομοφοβικές χώρες στον κόσμο», ενώ τα ομοφυλόφιλα άτομα συχνά θεωρούνται «μάγισσες» ή ότι τα «έχουν καταραστεί» και αναφέρουν επίσης ότι ορισμένα μέλη των οικογενειών τους προβαίνουν σε πράξεις βασανιστηρίων, βιασμού και ανθρωποκτονίας σε βάρος τους.[4] Επιπροσθέτως, σύμφωνα με πληροφορίες που παρατίθενται σε απάντηση σε ερώτημα του Immigration and Refugee Board of Canada, η οποία δημοσιεύθηκε το 2020, περιστατικά κακομεταχείρισης εις βάρος ατόμων που ανήκουν σε σεξουαλικές μειονότητες αναφέρονται σε καθημερινή βάση, ενώ καταγράφεται και υψηλή συχνότητα περιστατικών σωματικής βίας εις βάρος των εν λόγω ατόμων.[5]
63. Αναφορικά με τη δικηγόρο στην οποία αναφέρθηκε η Αιτήτρια, ονόματι «Α.Κ.», επισημαίνεται ότι σε εξωτερικές πηγές εντοπίζεται δικηγόρος ονόματι Alice Nkom, η οποία δραστηριοποιείται στην προάσπιση των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στο Καμερούν.[6]
64. Υπό το σύνολο των ανωτέρω, και συνεκτιμώντας την προηγηθείσα θετική αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι διαθέσιμες εξωτερικές πληροφορίες δεν αναδεικνύουν οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να αναιρέσει ή να αποδυναμώσει τον βασικό πυρήνα της αφήγησης της Αιτήτριας. Αντιθέτως, επιβεβαιώνουν το κοινωνικό και νομικό πλαίσιο εντός του οποίου η ίδια τοποθετεί την προσωπική της εμπειρία και είναι, ως προς τούτο, υποστηρικτικές της αξιοπιστίας του ισχυρισμού της. Ως εκ τούτου, λαμβανομένης υπόψη της συνολικής συνεκτικότητας των δηλώσεών της, της διαχρονικής προβολής του σεξουαλικού της προσανατολισμού, των συγκεκριμένων και προσωπικού χαρακτήρα αναφορών της, καθώς και της συμβατότητας των βασικών πτυχών της αφήγησής της με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας περί του ομοφυλοφιλικού σεξουαλικού της προσανατολισμού γίνεται αποδεκτός. Η αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι κάθε επιμέρους περιστατικό κακοποίησης ή κάθε λεπτομέρεια της αφήγησής της θεωρείται αυτοτελώς πλήρως αποδεδειγμένη, αλλά ότι ο κεντρικός ουσιώδης ισχυρισμός περί της σεξουαλικής της ταυτότητας κρίνεται αξιόπιστος.
65. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει η Αιτήτρια βάσει των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών της, κρίσιμη είναι καταρχάς η αποδεκτή παράμετρος του προφίλ της ως ομοφυλόφιλης γυναίκας καταγόμενης από το Καμερούν. Προς αξιολόγηση της μεταχείρισης που δύναται να λάβει η Αιτήτρια λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού στη χώρα καταγωγής παρατίθενται οι κάτωθι πηγές πληροφόρησης.
66. Αναφορικά με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, σύμφωνα με έκθεση του USDOS, δημοσιευθείσα τον Μάρτιο του 2023, αναφέρεται ότι «η συναινετική σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ ενηλίκων του ίδιου φύλου απαγορεύεται και τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών έως πέντε ετών και με επιβολή χρηματικού προστίμου». Στην ίδια έκθεση αναφέρεται επίσης ότι το Σύνταγμα του Καμερούν προβλέπει ίσα δικαιώματα για όλους τους πολίτες, πλην όμως η νομοθεσία δεν απαγορεύει ρητά τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή έκφρασης φύλου ή χαρακτηριστικών φύλου, ενώ δεν αναγνωρίζει ειδικότερα τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα ως νόμιμα ζευγάρια ούτε τις οικογένειές τους.[7]
67. Σε COI Query της EUAA, η οποία δημοσιεύθηκε το 2024, γίνεται αναφορά στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα του Καμερούν, οι οποίες ποινικοποιούν τις συναινετικές σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι «κάθε άτομο που έχει σεξουαλική επαφή με άτομο του ιδίου φύλου τιμωρείται με φυλάκιση από έξι (6) μήνες έως πέντε (5) έτη και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) φράγκα CFA».[8]
Αναφορικά με την πρακτική εφαρμογή του προαναφερθέντος νομοθετικού πλαισίου, και σύμφωνα με έκθεση του USDOS, η οποία δημοσιεύθηκε το 2024, οι αρχές προέβαιναν στην εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, με την αστυνομία να συλλαμβάνει ή να κρατεί συχνά ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αποκλειστικά λόγω του πραγματικού ή του αποδιδόμενου σε αυτά σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας φύλου ή/και της έκφρασης φύλου τους. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι μεταξύ των συλληφθέντων ή κρατουμένων περιλαμβάνονταν και άτομα τα οποία είχαν απευθυνθεί στην αστυνομία αναζητώντας προστασία, αφού είχαν καταστεί θύματα βίαιων εγκλημάτων.[9] Στην ίδια έκθεση αναφέρεται επίσης ότι οργανώσεις προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων συνέχισαν να καταγράφουν περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων.[10]
68. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με έκθεση του Human Rights Watch για το Καμερούν, δημοσιευθείσα τον Ιανουάριο του 2023, αναφέρεται ότι «από τον Μάρτιο έως τον Μάιο, οι δυνάμεις ασφαλείας συνέλαβαν αυθαίρετα τουλάχιστον έξι άτομα και κράτησαν άλλα έντεκα για υποτιθέμενη συναινετική ομοφυλοφιλική συμπεριφορά και μη συμμόρφωση προς τους έμφυλους κοινωνικούς κανόνες. Τον Απρίλιο, ομάδα περίπου οκτώ ανδρών, οπλισμένων με μαχαίρια, ματσέτες και ξύλινες σανίδες, επιτέθηκε σε ομάδα τουλάχιστον δέκα ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Χωροφύλακες συνέλαβαν και ξυλοκόπησαν τουλάχιστον δύο από τα θύματα. Επιπλέον, καταγράφηκε αύξηση της βίας και της κακοποίησης κατά των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στο Καμερούν κατά το 2022».[11]
69. Περαιτέρω, η νομοθεσία περί εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο προβλέπει ποινή φυλάκισης έως δύο (2) ετών για πρόσωπα που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο με σκοπό την αναζήτηση ομόφυλων σεξουαλικών σχέσεων. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι οι διώξεις συχνά ασκούνται χωρίς να υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία περί τέλεσης ομόφυλων σεξουαλικών πράξεων, αλλά στηρίζονται αποκλειστικά στην υποψία ότι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα είναι ομοφυλόφιλα.[12]
70. Αναφορικά με τη μεταχείριση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων από τις κρατικές αρχές, επισημαίνεται ότι οι δυνάμεις ασφαλείας, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρενόχλησαν, έθεσαν υπό κράτηση και επιτέθηκαν σε άτομα λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου τους. Επισημαίνεται επίσης ότι η νομοθεσία δεν ρυθμίζει ρητώς τις εν λόγω πρακτικές.[13] Όπως καταγράφεται από το Human Rights Watch, σε δημοσίευμα του 2023, κυβερνητικοί και πολιτικοί αξιωματούχοι χαρακτήριζαν τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ως «αντίθετα προς τη φύση», «ανωμαλία», «πολίτες-βαμπίρ», «καταστροφικά για την οικογένεια», «καταστροφικά για το κράτος» ή ως άτομα που επιδίδονται σε «σατανικές και δαιμονικές πρακτικές».[14]
71. Αναφορικά με τη μεταχείριση των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων από την κοινωνία, έκθεση του BTI, η οποία δημοσιεύθηκε το 2026 και παραπέμπει σε άλλη πηγή πληροφόρησης, καταγράφει ότι τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα υφίστανται ξυλοδαρμούς και άλλες μορφές σωματικής κακοποίησης από ιδιώτες, ενώ η κυβέρνηση λαμβάνει ελάχιστα ή και καθόλου μέτρα για την προστασία τους ή για τη δίωξη των δραστών.[15] Σε έκθεση του USDOS, η οποία δημοσιεύθηκε το 2024, αναφέρεται ότι τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αντιμετώπιζαν έντονο κοινωνικό στιγματισμό και βία από τις οικογένειές τους και τις κοινότητές τους. Επισημαίνεται, επίσης, ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που παρατίθενται στην ίδια έκθεση, κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 2023 καταγράφηκαν 129 περιστατικά βίας και παρενόχλησης από μη κρατικούς δρώντες, συμπεριλαμβανομένης της παρακράτησης μισθών, της ψυχολογικής κακοποίησης, της απόρριψης από την οικογένεια και της σωματικής βίας, όπως ξυλοδαρμοί, επιθέσεις και βιασμοί. Σε μία περίπτωση, αναφέρθηκε ότι η οικογένεια ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμου το παρότρυνε να αυτοκτονήσει. Επιπλέον, σύμφωνα με την ίδια πηγή, σε βίντεο που περιήλθε στην κατοχή ακτιβιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσω μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μέλος της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας εμφανιζόταν να έχει καταφύγει, εμφανώς τρομοκρατημένο, στη γωνία ενός μικρού δωματίου, ενώ άγνωστα άτομα, εκτός του οπτικού πεδίου της κάμερας, εκσφενδόνιζαν εναντίον του τσιμεντόλιθους.[16]
72. Σύμφωνα με COI Query της EUAA, το οποίο δημοσιεύθηκε το 2024, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αναγκάζονταν να ζουν τη σεξουαλική τους ταυτότητα ή/και την ταυτότητα φύλου τους κρυφά ή να την αποκρύπτουν. Επιπλέον, αναφέρεται ότι οι οικογένειές τους ασκούσαν πιέσεις προκειμένου να αλλάξουν τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό ή/και την ταυτότητα φύλου τους. Ειδικότερα, όσον αφορά τις γκέι γυναίκες, ορισμένες οικογένειες φέρονται να οργάνωναν «διορθωτικούς βιασμούς» ή να τις εξανάγκαζαν σε γάμους χωρίς τη συναίνεσή τους.[17]
73. Αναφορικά με τη διαθεσιμότητα κρατικής προστασίας, COI Query της EUAA, το οποίο δημοσιεύθηκε το 2024 και παραπέμπει σε διάφορες πηγές πληροφόρησης, καταγράφει ότι δεν υφίσταται αποτελεσματική κρατική προστασία για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στο Καμερούν. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι οι αρχές δεν ανταποκρίνονται αποτελεσματικά σε περιστατικά βίας που διαπράττονται τόσο από κρατικούς αξιωματούχους όσο και από ιδιώτες σε βάρος ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, καθώς δεν διεξάγονται άμεσες, αποτελεσματικές και αμερόληπτες έρευνες επί καταγγελιών που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου, την έκφραση φύλου ή τα χαρακτηριστικά φύλου των θυμάτων, συμπεριλαμβανομένων καταγγελιών για βασανιστήρια, κακομεταχείριση και «διορθωτικό βιασμό».[18]
66. Στη βάση των ανωτέρω πηγών καθώς και των πηγών που παρατέθηκαν κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού προκύπτει ότι τα ομοφυλόφιλα πρόσωπα στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα ιδιαίτερα δυσμενές νομικό και κοινωνικό περιβάλλον. Ειδικότερα, οι συναινετικές σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου ποινικοποιούνται, ενώ καταγράφονται συλλήψεις και διώξεις βάσει της σχετικής νομοθεσίας, καθώς και περιστατικά σωματικής και σεξουαλικής βίας, κακομεταχείρισης, στιγματισμού και κοινωνικού αποκλεισμού εις βάρος ΛΟΑΤΚΙ προσώπων. Οι διαθέσιμες πληροφορίες, παλαιότερες και πιο πρόσφατες, που παρατίθενται εν προκειμένω, καταδεικνύουν περαιτέρω ότι οι σχετικές συμπεριφορές δεν περιορίζονται στις κρατικές αρχές, αλλά εκδηλώνονται και από ιδιώτες, περιλαμβανομένων μελών του οικογενειακού και ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος των ενδιαφερομένων. Τα ανωτέρω αντικειμενικά δεδομένα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν εξεταστούν σε συνδυασμό με τις ατομικές περιστάσεις της Αιτήτριας. Εν προκειμένω, δεν πρόκειται απλώς για πρόσωπο το οποίο εντάσσεται αφηρημένα στην κατηγορία των ομοφυλόφιλων γυναικών στο Καμερούν. Έχει γίνει αποδεκτός ο σεξουαλικός της προσανατολισμός, ενώ από την προσωπική της διαδρομή προκύπτει ότι η έκφραση ή η αποκάλυψη αυτού του χαρακτηριστικού της είχε ήδη προκαλέσει αρνητικές αντιδράσεις στο οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον και την είχε οδηγήσει στην απόκρυψη ουσιωδών πτυχών της προσωπικής της ζωής. Οι περιστάσεις αυτές, συνεκτιμώμενες με το γενικότερο νομικό και κοινωνικό πλαίσιο που επικρατεί στη χώρα καταγωγής, αποτελούν ουσιώδεις ενδείξεις κατά την προγνωστική εκτίμηση του κινδύνου που θα αντιμετώπιζε σε περίπτωση επιστροφής.
67. Συναφώς, κατά την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου δεν μπορεί να απαιτηθεί από την Αιτήτρια, προκειμένου να αποφύγει πράξεις δίωξης, να αποκρύπτει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ή να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση ως προς την έκφρασή του (βλ. Άρθρο 10 παράγραφος 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 5ης Σεπτεμβρίου 2012 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-71/11 και C-99/11, Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Z, EU:C:2012:518, σκέψεις 78 και 79). Η εκτίμηση του κινδύνου πρέπει να διενεργείται με βάση την παραδοχή ότι θα μπορεί να ζει σύμφωνα με το θεμελιώδες αυτό χαρακτηριστικό της ταυτότητάς της, χωρίς να εξαναγκάζεται να το αποκρύπτει προς αποφυγή δίωξης. Υπό το πρίσμα αυτό, η τυχόν δυνατότητά της στο παρελθόν να διατηρεί μυστικές τις σχέσεις της ή να προσαρμόζει τη συμπεριφορά της στο κοινωνικό της περιβάλλον δεν δύναται να θεωρηθεί στοιχείο που εξαλείφει τον μελλοντικό κίνδυνο.
68. Επομένως, λαμβανομένων σωρευτικά υπόψη του αποδεκτού προφίλ της Αιτήτριας ως ομοφυλόφιλης γυναίκας, της προηγούμενης προσωπικής της εμπειρίας, της ποινικοποίησης των ομόφυλων σεξουαλικών σχέσεων, της πρακτικής εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας και της καταγεγραμμένης έκθεσης των ΛΟΑΤΚΙ προσώπων στο Καμερούν σε κρατική και μη κρατική βία, κακομεταχείριση και σοβαρές διακρίσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίστανται εύλογες πιθανότητες η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, να εκτεθεί σε μεταχείριση η οποία, αναλόγως της μορφής, της έντασης ή της σωρευτικής της επίδρασης, δύναται να ανέλθει στο επίπεδο πράξεων δίωξης. Η εκτίμηση αυτή δεν στηρίζεται στην απλή ή θεωρητική δυνατότητα επέλευσης βλάβης, αλλά στην εξατομικευμένη συνεκτίμηση του αποδεκτού προφίλ της με τις αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής της.
74. Περαιτέρω, για την πληρότητα της έρευνας και της αξιολόγησης, εξετάζεται η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή συνήθους διαμονής της Αιτήτριας. Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, δελτίο πληροφοριών της Ύπατης Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) του 2024 αναφέρει ότι «το Καμερούν αντιμετωπίζει μια πολυδιάστατη ανθρωπιστική και προστατευτική κρίση που προκαλείται από συγκρούσεις, διακοινοτική βία και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής».[19] Άλλες πηγές αναφέρουν ότι το Καμερούν συνέχιζε να επηρεάζεται από δύο κύριες συγκρούσεις: τη σύγκρουση στη Λίμνη Τσαντ στον Βορρά Άπω (Far North) και την εσωτερική κρίση στις περιοχές Northwest και Southwest (NWSW).[20] Στις περιοχές Northwest και Southwest, ευρέως γνωστές ως οι Αγγλόφωνες περιοχές, οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστών μαχητών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αυτονομιστές επιχείρησαν να εγκαθιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος,[21] και εξακολουθούν να υφίστανται, έχοντας προκαλέσει τον εκτοπισμό σχεδόν ενός εκατομμυρίου ανθρώπων.[22]
75. Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στη Douala της Περιφέρειας Littoral, σύμφωνα με συνοπτική έκθεση του ACCORD για το πρώτο τετράμηνο του 2025, σημειώθηκε ένα περιστατικό ασφαλείας στην Περιφέρεια Littoral, το οποίο δεν οδήγησε σε ανθρώπινες απώλειες.[23] Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στη βάση δεδομένων του ACLED, για σκοπούς πληρότητας της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 25.6.2026), καταγράφηκαν τριάντα ένα περιστατικά βίας, δώδεκα εκ των οποίων συνιστούν περιστατικά πολιτικής βίας («Political violence», η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), ενώ προκλήθηκαν τριάντα μία ανθρώπινες απώλειες, δώδεκα εκ των οποίων οφείλονταν σε περιστατικά πολιτικής βίας.[24] Να σημειωθεί ότι ο πληθυσμός της Περιφέρειας Littoral το 2025 ανερχόταν σε 4.498.900 κατοίκους,[25] ενώ ο πληθυσμός της πόλης Douala υπολογίζεται ότι, το 2026, ανέρχεται σε 4.493.090 κατοίκους.[26]
76. Τα ανωτέρω ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι στο τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, καίτοι παρουσιάζονται περιστατικά ασφαλείας, η ένταση και η συχνότητά τους κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα.
77. Προχωρώντας στην εξέταση των νομικών προϋποθέσεων υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα, εξετάζεται καταρχάς η συνδρομή βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, «στο στοιχείο του φόβου —πνευματική κατάσταση και υποκειμενική κατάσταση— προστίθεται ο χαρακτηρισμός “βάσιμος”. Αυτό σημαίνει ότι το καθεστώς πρόσφυγα δεν καθορίζεται μόνο από την πνευματική κατάσταση του ενδιαφερομένου, αλλά η εν λόγω κατάσταση πρέπει να υποστηρίζεται από αντικειμενική κατάσταση. Επομένως, ο όρος “βάσιμος φόβος” περιέχει ένα υποκειμενικό και ένα αντικειμενικό στοιχείο και, κατά τον καθορισμό του κατά πόσον υπάρχει βάσιμος φόβος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αμφότερα τα στοιχεία».[27] Όπως επισημαίνεται άλλωστε και από το ΔΕΕ στην απόφαση C-440/25 «ως «βάσιμος φόβος δίωξης» νοείται η περίπτωση κατά την οποία μπορεί να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι ο αιτών διεθνή προστασία θα υποστεί δίωξη εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ενώ, για την εξακρίβωση της ύπαρξης ή μη τέτοιου φόβου, οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να προβαίνουν σε εξατομικευμένη, συγκεκριμένη και αντικειμενική αξιολόγηση των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος καθώς και των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων που αφορούν την αίτησή του και την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του».[28]
78. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, επισημαίνεται ότι ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου, η Αιτήτρια ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής της δεν δύναται να ζήσει ελεύθερα εκφράζοντας τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, ενώ, ως προς το αντικειμενικό στοιχείο, προκύπτει από τις παρατεθείσες πηγές πληροφόρησης ότι τόσο οι κρατικές αρχές όσο και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο ποινικοποιούν, αποδοκιμάζουν, στιγματίζουν και αποκλείουν άτομα με σεξουαλικό προσανατολισμό αντίστοιχο με εκείνον της Αιτήτριας.
79. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ως πράξεις δίωξης ορίζονται όσες είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: η ΕΣΔΑ).
80. Σύμφωνα με την Δικαστική Ανάλυση για την Αναγνώριση Προσώπων ως Δικαιούχων Διεθνούς Προστασίας του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο:
«Το άρθρο 9(1) [της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011][29] απαιτεί την εξέταση του εάν η πράξη (ή οι πράξεις) συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων (άρθρο 9(1)(α)) ή εάν συνιστούν συσσώρευση διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ισοδύναμης επαρκούς σοβαρότητας (άρθρο 9(1)(β)). Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι κατά την εφαρμογή του άρθρου 9 στην πράξη, πρέπει πάντα να γίνεται μία αυστηρή διάκριση μεταξύ των δύο, ιδιαίτερα όταν είναι αμφίβολο εάν μία παρέμβαση σε ατομικά δικαιώματα ισοδυναμεί με παραβίαση «βασικών» ανθρώπινων δικαιωμάτων. Το καθοριστικό στοιχείο της δίωξης είναι «[ε]πομένως, η σοβαρότητα των μέτρων και των κυρώσεων που ελήφθησαν ή μπορούν να ληφθούν σε βάρος του ενδιαφερομένου», και αυτή «θα είναι καθοριστική για το αν συνιστά δίωξη, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, τυχόν προσβολή του κατοχυρωμένου [.] δικαιώματος.».[30]
81. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-199/12, C-200/12 και C-201/12 (X, Y, Z), ενώπιον του ΔΕΕ τέθηκε προδικαστικό ερώτημα ως προς το κατά πόσον το γεγονός ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί ποινικό αδίκημα στη χώρα καταγωγής αιτούντος διεθνή προστασία, είναι ικανό να θεωρηθεί πράξη δίωξης. Στην απόφασή του, το ΔΕΕ προέβη σε ερμηνεία του άρθρου 9 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο του ισχύοντος εν προκειμένω άρθρου 9 του Κανονισμού(ΕΕ) 2024/1347):
«51. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 9 της οδηγίας ορίζει τα στοιχεία που καθιστούν δυνατό να θεωρηθεί ότι πράξεις συνιστούν δίωξη υπό την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, της Συμβάσεως της Γενεύης. Εν προκειμένω, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας, στο οποίο παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, διευκρινίζει ότι οι σχετικές πράξεις πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσεως ή της επαναλήψεώς τους, ώστε να συνιστούν σοβαρή προσβολή βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, και ειδικότερα των απόλυτων δικαιωμάτων από τα οποία βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ δεν χωρεί παρέκκλιση.
52. Επιπλέον, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας διευκρινίζει ότι ως δίωξη πρέπει να θεωρείται επίσης η σώρευση διαφόρων μέτρων, περιλαμβανομένων προσβολών δικαιωμάτων του ανθρώπου, η οποία είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να θίγει ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
53. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για να συνιστά μια προσβολή των βασικών δικαιωμάτων δίωξη υπό την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, της Συμβάσεως της Γενεύης, η προσβολή αυτή πρέπει να έχει κάποιο επίπεδο σοβαρότητας. Κατά συνέπεια, κάθε προσβολή των βασικών δικαιωμάτων ενός ομοφυλόφιλου αιτούντος άσυλο δεν θα φθάνει κατ' ανάγκην σε αυτό το επίπεδο σοβαρότητας.
54. Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ευθύς εξαρχής ότι τα βασικά δικαιώματα που συνδέονται ειδικά με τον επίμαχο σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών γενετήσιο προσανατολισμό, όπως το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, στο οποίο αντιστοιχεί το άρθρο 7 του Χάρτη, σε συνδυασμό, αν παρίσταται ανάγκη, με το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, από το οποίο εμπνέεται το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, δεν περιλαμβάνονται στα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση.
55. Υπό τις συνθήκες αυτές, απλώς και μόνον η ύπαρξη νομοθεσίας που ποινικοποιεί ομοφυλοφιλικές πράξεις δεν δύναται να θεωρηθεί πράξη θίγουσα τον αιτούντα κατά τόσο σημαντικό τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται το επίπεδο σοβαρότητας που είναι αναγκαίο για να θεωρηθεί ότι η ποινικοποίηση αυτή συνιστά δίωξη υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας.
56. Αντιθέτως, η ποινή φυλακίσεως ή καθείρξεως με την οποία συνοδεύεται νομοθετική διάταξη η οποία, όπως οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών, ποινικοποιεί ομοφυλοφιλικές πράξεις δύναται, από μόνη της, να αποτελέσει πράξη διώξεως υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, αρκεί όντως να εφαρμόζεται στη χώρα καταγωγής η οποία θέσπισε μια τέτοια νομοθεσία.».
82. Με βάση τις πηγές που καταγράφηκαν κατά την ανωτέρω ανάλυση κινδύνου, συνάγεται ότι στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις ποινικοποιούνται ρητά από το εθνικό νομικό πλαίσιο και οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ενεργά. Η επιβολή του νόμου εκδηλώνεται με ποικίλες μορφές, κυρίως μέσω ποινικών διώξεων που επισύρουν ποινή φυλάκισης. Επιπλέον, η εφαρμογή του νόμου ενισχύεται και από πρακτικές των αρχών επιβολής του νόμου, όπως συλλήψεις, εκβιασμούς, παράνομες κρατήσεις κ.α.. Οι πρακτικές αυτές συνοδεύονται ταυτόχρονα και από κοινωνική πίεση ή κατακραυγή, όπως επιθέσεις, παρενόχληση, εκφοβισμό και βίαιες ενέργειες κατά ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, επιβεβαιώνοντας ότι η ποινικοποίηση εφαρμόζεται στην πράξη και μάλιστα δημιουργεί πραγματικό, καθημερινό κίνδυνο για όσους δηλώνουν ή θεωρούνται ΛΟΑΤΚΙ. Κατά την εξατομικευμένη δε αξιολόγηση των περιστάσεων της Αιτήτριας, υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
83. Επίσης, το οικογενειακό περιβάλλον της Αιτήτριας λόγω των αξιών που πρεσβεύει, δεν αναμένεται να αποδεχθούν ή να είναι θετικά διακείμενοι απέναντι στη φερόμενη σεξουαλική της ταυτότητα. Η στάση αυτή δημιουργεί πρόσθετο κίνδυνο για την Αιτήτριας, τόσο σε επίπεδο ψυχολογικής πίεσης και αποκλεισμού, όσο και σε πρακτικό επίπεδο, καθώς ενδέχεται να την εκθέσει σε επιπλέον περιορισμούς ή και παρενόχληση.
84. Ως προς την έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, σύμφωνα με το άρθρο 10 του (ΕΕ) 2024/1347, μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του γενετήσιου προσανατολισμού. Επιπλέον, η ίδια διάταξη κωδικοποιεί τις συντρέχουσες προϋποθέσεις υπαγωγής στην έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας: (i) τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει, και (ii) η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.
85. Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) για την «Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στα πλαίσια του Άρθρου 1 Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων:[31]
«[...] Οι κανόνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορούν να βοηθήσουν στον εντοπισμό χαρακτηριστικών που θεωρούνται τόσο θεμελιώδη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που δεν πρέπει να αναγκαστεί κανείς να τα απαρνηθεί. Ένας υπεύθυνος λήψης αποφάσεων που υιοθετεί αυτήν την προσέγγιση θα εξετάσει εάν η ισχυριζόμενη ομάδα ορίζεται: (1) από ένα έμφυτο, αμετάβλητο χαρακτηριστικό, (2) από μια παρελθούσα προσωρινή ή εθελοντική κατάσταση που είναι αμετάβλητη λόγω της ιστορικής της μονιμότητας, ή (3) από ένα χαρακτηριστικό ή συσχέτιση που είναι τόσο θεμελιώδης για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που τα μέλη της ομάδας δεν πρέπει να υποχρεωθούν να το εγκαταλείψουν. Εφαρμόζοντας αυτήν την προσέγγιση, τα δικαστήρια και τα διοικητικά όργανα σε πολλές δικαιοδοσίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι και οι οικογένειες, για παράδειγμα, μπορούν να αποτελούν μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 1Α παράγραφος 2.».[32]
86. Στις προαναφερθείσες υποθέσεις X,Y,Z, το ΔΕΕ προχώρησε σε ερμηνεία των προϋποθέσεων σύμφωνα με τις οποίες μια ομάδα θεωρείται «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα»:
«45. Κατά τον ορισμό αυτόν, μια ομάδα θεωρείται «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» όταν πληρούνται ειδικά δύο σωρευτικές προϋποθέσεις. Αφενός, τα μέλη της ομάδας πρέπει να έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί, ή ακόμη να έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τα αποκηρύξει. Αφετέρου, η ομάδα αυτή πρέπει να έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην περί ης πρόκειται τρίτη χώρα επειδή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα.
46. Όσον αφορά την πρώτη από τις εν λόγω προϋποθέσεις, δεν αμφισβητείται ότι ο γενετήσιος προσανατολισμός ενός προσώπου αποτελεί τόσο θεμελιώδους σημασίας χαρακτηριστικό της ταυτότητάς του ώστε το πρόσωπο αυτό να μην πρέπει να αναγκάζεται να τον αποκηρύξει. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, από το οποίο προκύπτει ότι, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής, ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα δύναται να είναι μια ομάδα της οποίας τα μέλη έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό έναν γενετήσιο προσανατολισμό.
47. Η δεύτερη προϋπόθεση απαιτεί όπως, στη συγκεκριμένη χώρα καταγωγής, η ομάδα της οποίας τα μέλη έχουν τον ίδιο γενετήσιο προσανατολισμό έχει ιδιαίτερη ταυτότητα, επειδή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο η ομάδα αυτή γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική.
48. Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη ποινικής νομοθεσίας όπως οι επίμαχες σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία αφορά ειδικά τους ομοφυλόφιλους, καθιστά δυνατή τη διαπίστωση ότι τα πρόσωπα αυτά αποτελούν χωριστή ομάδα η οποία από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική.
49. Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ύπαρξη ποινικής νομοθεσίας όπως οι επίμαχες σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία αφορά ειδικά τους ομοφυλόφιλους, καθιστά δυνατή τη διαπίστωση ότι τα πρόσωπα αυτά πρέπει να θεωρηθούν ως αποτελούντα ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.»
87. Με βάση τις ανωτέρω πληροφορίες, το κοινό στοιχείο του γενετήσιου προσανατολισμού δύναται να αποτελεί χαρακτηριστικό ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση ως παρατίθεται ανωτέρω. Ως προς την δεύτερη προϋπόθεση, σύμφωνα με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα υπόκεινται σε διακριτική μεταχείριση, στιγματισμό, και δίωξη η οποία προωθείται από το εθνικό νομικό πλαίσιο. Οι συγκεκριμένες πληροφορίες από την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, αποτελούν σαφή ένδειξη ως προς την επικρατούσα κοινωνική, αντίληψη περί διαφορετικότητας, ιδιαίτερη έκφανση της οποίας αποτελεί και η ποινικοποίηση της συμπεριφοράς των εν λόγω ατόμων αποκλειστικά και μονό λόγω της σεξουαλικής τους ταυτότητας, ενώ η ποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων θεμελιώνει τον κίνδυνο δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της.
88. Συνεπώς, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, σε συνάρτηση πάντα με τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ως ενδεχόμενοι φορείς δίωξης του θεωρούνται το ίδιο το κράτος και η κοινωνία η οποία περιλαμβάνει και την οικογένεια και ευτύτερη κοινότητά της.
89. Ακολούθως, ως προς τη δυνατότητα εναλλακτικής εγχώριας προστασίας, κρίσιμη είναι η ρύθμιση του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 2 της εν λόγω διάταξης, όταν το κράτος ή όργανα του κράτους αποτελούν τους φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης, τεκμαίρεται ότι ο αιτών δεν έχει στη διάθεσή του αποτελεσματική προστασία και δεν απαιτείται η διενέργεια εξέτασης εναλλακτικής εγχώριας προστασίας κατά την παράγραφο 1. Μόνον κατ’ εξαίρεση δύναται να διενεργηθεί τέτοια εξέταση, όταν αποδεικνύεται σαφώς ότι ο κίνδυνος προέρχεται από φορέα του οποίου η εξουσία περιορίζεται σαφώς σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή ή όταν το ίδιο το κράτος ασκεί έλεγχο μόνο επί ορισμένων τμημάτων της χώρας.
90. Εν προκειμένω, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, η Αιτήτρια διατρέχει κίνδυνο δίωξης λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, σε ένα πλαίσιο στο οποίο η ίδια η κρατική έννομη τάξη ποινικοποιεί τις συναινετικές σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Ως εκ τούτου, το κράτος δεν αποτελεί απλώς φορέα από τον οποίο δεν μπορεί να αναμένεται αποτελεσματική προστασία έναντι πράξεων ιδιωτών, αλλά εντάσσεται το ίδιο στους φορείς της ενδεχόμενης δίωξης. Ενεργοποιείται, συνεπώς, το τεκμήριο του άρθρου 8 παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και δεν απαιτείται περαιτέρω εξέταση της δυνατότητας εναλλακτικής εγχώριας προστασίας.
91. Σε κάθε περίπτωση, δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να υπαγάγει την περίπτωση της Αιτήτριας στην εξαιρετική περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2. Η ποινικοποίηση των ομόφυλων σεξουαλικών σχέσεων απορρέει από την εθνική έννομη τάξη και δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή του Καμερούν. Παράλληλα, το δυσμενές κοινωνικό περιβάλλον έναντι των ΛΟΑΤΚΙ προσώπων, όπως αυτό αποτυπώνεται στις ανωτέρω πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, δεν εμφανίζεται ως φαινόμενο γεωγραφικά περιορισμένο σε συγκεκριμένο τμήμα της χώρας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η μετεγκατάσταση της Αιτήτριας σε άλλο τμήμα του Καμερούν δεν συνιστά διαθέσιμη εναλλακτική εγχώριας προστασίας.
92. Καταληκτικώς, δικαιολογείται καταρχήν η υπαγωγή της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα. Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται η πιθανολογούμενη δίωξή της ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ένεκα του σεξουαλικού της προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλου προσώπου, προερχόμενη από το ίδιο κράτος και το κοινωνικό σύνολο. Ταυτόχρονα, η δυνατότητα για μετεγκατάσταση παραμένει αδύνατη λόγω της φύσεως των φορέων δίωξής του, διότι δεν είναι ούτε ασφαλές, ούτε εύλογο να αναμένεται να ζήσει η Αιτήτρια σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής της.
93. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει να συντρέχει ένας ή περισσότεροι από τους λόγους αποκλεισμού από το καθεστώς πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 12 του του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 .
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει με €1000 υπέρ της Αιτήτριας και η επίδικη πράξη τροποποιείται ως ανωτέρω, αναγνωρίζοντας την Αιτήτρια ως πρόσφυγα.
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA, https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 9.6.2026]
[2] European Union Agency for Asylum (E.U.A.A.), ‘Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis, Second edition’ (February 2023) σελ. 263-266 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 25.9.2025)
[3] Erin Gomez, The Post-ABC Situation of LGB Refugees in Europe, 30 Emory Int'l L. Rev. 475 (2016). Available at: https://scholarlycommons.law.emory.edu/eilr/vol30/iss3/4 σελ. 496-497, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]
[4] EUAA, Cameroon; LGBT people in Cameroon [Q23-2021], Αύγουστος 2021, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2058237/2021_08_Q23_EASO_COI_Query_Response_CAMEROON_LGBT.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[5] IRB, Cameroon: Situation of sexual and gender minorities, including legislation, treatment by authorities and society, state protection and support services (2017-August 2020) [CMR200309.FE], Αύγουστος 2020, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458182&pls=1 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[6] BBC News, The lawyer risking everything to defend LGBT rights, Ιανουάριος 2025, https://www.bbc.co.uk/news/articles/czep3gplr00o; France 24, Alice Nkom, Cameroon’s tireless defender of LGBTQ rights, Οκτώβριος 2021, https://www.france24.com/en/africa/20211008-alice-nkom-cameroon-s-tireless-defender-of-lgbtq-rights (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[7] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, Μάρτιος 2023, https://www.ecoi.net/en/document/2089132.html (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[8] EUAA, Cameroon; Situation of LGBTIQ people; legislation and implementation; treatment by the state; treatment by society; availability of state protection; access to support services [Q8-2024], Ιανουάριος 2024, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_01_EUAA_COI_Query_Response_Q8_Cameroon_LGBTIQ.pdf, σελ. 3, (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[9] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, Απρίλιος 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[10] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, Απρίλιος 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[11] HRW – Human Rights Watch (Author): World Report 2023 - Cameroon, Ιανουάριος 2023,
https://www.ecoi.net/en/document/2085399.html (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[12] FREEDOM HOUSE, Freedom in the World Cameroon, 2022, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2022 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[13] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, Μάρτιος 2023, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2089132.html (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[14] HRW, Online Incitement Against LGBT People in Cameroon, Ιούλιος 2023, https://www.hrw.org/news/2023/07/11/online-incitement-against-lgbt-people-cameroon (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[15] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 12, (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[16] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, Απρίλιος 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[17] EUAA, Cameroon; Situation of LGBTIQ people; legislation and implementation; treatment by the state; treatment by society; availability of state protection; access to support services [Q8-2024], Ιανουάριος 2024, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_01_EUAA_COI_Query_Response_Q8_Cameroon_LGBTIQ.pdf, σελ. 7 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[18] EUAA, Cameroon; Situation of LGBTIQ people; legislation and implementation; treatment by the state; treatment by society; availability of state protection; access to support services [Q8-2024], Ιανουάριος 2024, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_01_EUAA_COI_Query_Response_Q8_Cameroon_LGBTIQ.pdf, σελ. 10 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[19] UNHCR, Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee; Ιούλιος 2024, https://data.unhcr.org/en/documents/download/111089, σελ. 1 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[20] European Commission, Cameroon, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en; UNOCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2024, Απρίλιος 2024, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/32c8a7cb-5dac-4c5f-92ec-f232a7bed6d0/CMR_HNO_2024_EN_20240123_v2%20%281%29.pdf, σελ. 9 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[21] GCR2P, Cameroon – Population at risk, Νοέμβριος 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/; ACLED, Non-State Armed Groups and Illicit Economies, Σεπτέμβριος 2024, https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 10 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[22] Amnesty International, The State of the World's Human Rights; Cameroon 2025, Απρίλιος 2026, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[23] ACCORD (Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation), Cameroon, first quarter 2025: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), Αύγουστος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2129153/2025q1Cameroon_en.pdf
[24] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[25] City Population, Cameroon, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[26] World Population Review, Douala, https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/douala (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)
[27] UNHCR, Εγχειρίδιο, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/docid/5cb474b27.html, παράγραφος 38 (ημερομηνία πρόσβασης 18.8.2026)
[28] ΔΕΕ, C‑440/25 ημερομηνίας 4.6.2026, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62025CJ0440 , σκέψη. 89 (ημερομηνία πρόσβασης 18.8.2026)
[29] Αντίστοιχο του άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου.
[30] EUAA, Qualification for International Protection : Judicial Analysis (2nd ed), January 2023, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-01/Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_0.pdf, 47-48 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]
[31] UNHCR, Guidelines on International Protection No2 : "Membership of a particular social group" within the context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and /or its 1967 Protocol related to the status of refugees, Guidelines on International Protection No. 2: "Membership of a Particular Social Group" Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees | Refworld [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]
[32] Ibid, παρ. 6
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο