Μ.Κ.Α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 4635/23, 5/8/2026
print
Τίτλος:
Μ.Κ.Α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 4635/23, 5/8/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 4635/23

05 Αυγούστου 2026

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Μ.Κ.Α.

Αιτητής 

-και- 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Γ. Βασιλόπουλος (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή  

Θ. Παπανικολάου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Ο Αιτητής είναι παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 23/10/2023, παράτημα Α επί της αίτησης ακυρώσεως, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας ή άλλως συμπληρωματικής προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Με δεύτερη αιτούμενη θεραπεία ο Αιτητής καλεί το Δικαστήριο όπως αναγνωρίσει αυτόν ως πρόσφυγα, ή δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας αντικαθιστώντας την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση.

Όπως προκύπτει από τα δικόγραφα αλλά και από το περιεχόμενο του Διοικητικού φακέλου κατατεθέν ως τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Σομαλίας, κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέν από τις αρχές της χώρας του, ο οποίος στις 26/02/2021, σύμφωνα με δική του δήλωση, εγκατέλειψε νομότυπα τη Σομαλία και μέσω Αιθιοπίας και Τουρκίας αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου από όπου στη συνέχεια στις 07/03/2021, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 27/04/2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. 

 

Στις 06/07/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum, στο εξής: EUAA) παρέχοντάς του δωρεάν βοήθεια διερμηνέα. Στις 12/09/2023, ο εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή, και στις 18/09/2023 συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης, εκδίδοντας παράλληλα απόφαση επιστροφής του Αιτητή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Σομαλίας.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 23/10/2023 εστάλη ταχυδρομικώς στον Αιτητή, δια συστημένης επιστολής.

 

Εμπρόθεσμα, ο Αιτητής υπέβαλε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή προβάλλοντας πλήθος λόγων ακύρωσης, καλώντας το Δικαστήριο όπως ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίζοντας τον Αιτητή ως πρόσφυγα ή δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας.

Με τη γραπτή του αγόρευσης, ο συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη δέουσας έρευνας και ανεπαρκή αιτιολογία, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση τελούσαν σε πλάνη περί τα πράγματα αφενός διότι δεν έλαβαν υπόψη την προσκομισθείσα ιατρική βεβαίωση αφετέρου διότι προέκριναν ως τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή εσφαλμένη περιοχή όπου ο Αιτητής ουδέποτε έζησε μόνιμα και δεν διαθέτει οποιοδήποτε υποστηρικτικό περιβάλλον ή κοινωνικούς δεσμούς. Επιπλέον, ο συνήγορος προβάλλει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να εξετάσουν κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για παροχή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, υποστηρίζοντας ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι συστηματικές διακρίσεις τις οποίες υφίστατο σε όλο το φάσμα της ζωής του ως μέλος της μειονοτικής ομάδας Gabooye και οι οποίες συνίσταντο στην περιορισμένη πρόσβαση στην εργοδότηση, σε οικονομικούς πόρους, στην ιδιοκτησία γης/περιουσίας, στην πρόσβαση στις αρχές και στην ελλιπή εκπροσώπηση στην πολιτική ζωή της χώρας. Περαιτέρω, ο συνήγορος υποστηρίζει ότι εμφιλοχώρησε πλάνη περί τον νόμο κατά την έκδοση της συμπροσβαλλόμενης απόφασης επιστροφής, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατά παράβαση της ορθής και/ή νόμιμης διαδικασίας και ελήφθη από αναρμόδιο πρόσωπο, όπως επίσης ότι δεν αξιολογήθηκε η τυχόν υπαγωγή του αιτητή στην κατηγορία αιτητών με ειδικές ανάγκες υποδοχής και άρα δεν του παρασχέθηκαν ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις.

 

Οι Καθ'ων η αίτηση από τη πλευρά τους με την γραπτή τους αγόρευση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης πράξης απορρίπτοντας όλους τους προωθούμενους από τον Αιτητή ισχυρισμούς. Αποτελεί θέση τους πως οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν ορθά και νόμιμα και μετά από δέουσα έρευνα εξέδωσαν πλήρως αιτιολογημένη απόφαση. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι ουδόλως εμφιλοχώρησε πλάνη περί τον νόμο κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι αυτή εκδόθηκε αρμοδίως κατ’ ορθή και νόμιμη διαδικασία. Ως εκ τούτου καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή και επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Διά της απαντητικής αγόρευσης, ο συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι οι Καθ’ ων δεν απάντησαν αναφορικά με τη μη εξέταση των προσκομισθέντων υποστηρικτικών εγγράφων και παραπέμπει στο άρθρο 18 εδάφια (3), (4) και (5) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αποτελεί μεταφορά του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθώς και σε σχετική ενωσιακή και εθνική νομολογία.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο των διευκρινήσεων ο συνήγορος υιοθέτησε το περιεχόμενο της αίτησης και της απαντητικής αγόρευσης. Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησαν το σύνολο της ένστασης και της γραπτής αγόρευσης, εμμένοντας στην νομιμότητα και την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των μερών και δεδομένου ότι το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτός προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενος από τον Αιτητή ισχυρισμούς.

 

Ο Αιτητής με την αίτηση διεθνούς προστασίας ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του λόγω κακομεταχείρισης που έχει υποστεί στη ζωή του, λόγω του τραυματισμού του και της απόπειρας δολοφονίας σε βάρος του.

Στο πλαίσιο της συνέντευξής του και σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς στην περιοχή Burao της Σομαλιλάνδης και ανατραφείς στο χωριό Cilmidalamiye, κοντά στην πόλη Ghasama, district Jaraar του Somali region της Αιθιοπίας, όπου διέμενε με την, ήδη αποβιώσασα από το έτος 2020, γιαγιά του. Ως προς τη φυλή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι έλκει την εθνοτική καταγωγή του από την εθνοτική υπο-ομάδα Bina Hanifa, η οποία ανήκει στη φυλή Gabooye, υπο-φυλή Yibre και περαιτέρω ομάδα Adan Galan, ενώ η πλειοψηφία των κατοίκων του χωριού του ανήκει στη φυλή Isaak. Κατά δήλωσή του άγαμος και άτεκνος, οι δε γονείς του έχουν αποβιώσει καθώς και ο μεγαλύτερος αδελφός του. Σε σχέση με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι δεν έχει φοιτήσει σε σχολείο λόγω των διακρίσεων που υφίστατο λόγω της φυλής του και ότι έλαβε κατ’ οίκον διδασκαλία. Αναφορικά με το επαγγελματικό του προφίλ, δήλωσε ότι ήταν κτηνοτρόφος. Επιπλέον ο Αιτητής δήλωσε σχετικά με τη διαδικασία αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του, ότι εξέδωσε διαβατήριο με τη βοήθεια της μητρικής του θείας, η οποία κατοικεί στο Mogadishu και με την οποία δεν ευρίσκεται πια σε επικοινωνία, ενώ επίσης ισχυρίστηκε ότι υπέστη δυσμενή διάκριση λόγω φυλής από τους υπαλλήλους του αεροδρομίου στον διαβατηριακό έλεγχο οι οποίοι αρχικά αρνήθηκαν τη διέλευσή του (ερυθρό 44-40 στο διοικητικό φάκελο).

 

Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, ο Αιτητής επέδειξε τραυματισμό στο λαιμό του και κατέθεσε σχετικά, την ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 19/05/2020 εκδοθείσα από τον φορέα «Saint Michael Clinic», Addis Ababa, Αιθιοπία, σύμφωνα με την οποία ο Αιτητής εξετάστηκε στις 18/05/2020 και διαγνώστηκε με τραυματισμό από μαχαίρι και δευτεροπαθές μαζικό αιμορραγικό οίδημα και αιμορραγία (stab injury with secondary hemorrhagic swelling and bleeding) (ερυθρό 23 στο διοικητικό φάκελο).

 

Σχετικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής αναφέρθηκε στις φυλετικές διακρίσεις που έχει υποστεί, στη δολοφονία του πατέρα (έτος 2000) και του μεγαλύτερου αδερφού του (έτος 2018) από άτομα που ανήκουν στις τοπικές φυλές, καθώς και στην απόπειρα δολοφονίας του ιδίου στις 18/05/2020 κατά την οποία μαχαιρώθηκε και τραυματίστηκε στον λαιμό και στα πλευρά. Επιπλέον, ο Αιτητής αναφέρθηκε στην αναγκαστική κατάσχεση της οικογενειακής τους φάρμας.

 

Αναφορικά με την επίθεση σε βάρος του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι στις 10/05/2020 οι συγχωριανοί του τού πήραν όλα τα υπάρχοντα, συμπεριλαμβανομένων των ζώων, και ότι στις 18/05/2020, πέντε άτομα που ανήκουν στη φυλή Isaak (Jarhagis Habaryonis), και μένουν στο χωριό του μετέβησαν στη φάρμα του και ισχυρίστηκαν ότι η φάρμα και τα ζώα τους ανήκουν. Όταν ο Αιτητής τους απάντησε ότι η φάρμα είναι δική του, ακολούθησε έντονος διαπληκτισμός κατά τη διάρκεια του οποίου δύο άτομα, τα οποία ο Αιτητής κατονόμασε, τον μαχαίρωσαν. Ο Αιτητής έχασε τις αισθήσεις του και διεκομίσθη με τη βοήθεια άγνωστου τρίτου προσώπου, του οποίου ο Αιτητής γνωρίζει μόνο το όνομα, σε φαρμακείο στην Adis Ababa της Αιθιοπίας, όπου νοσηλεύτηκε για 20 ημέρες. Στη συνέχεια, ο Αιτητής επέστρεψε στο χωριό του όπου συνέχισε να λαμβάνει απειλές για τη ζωή του, οπότε τον Ιούλιο του 2020 κατέφυγε στο χωριό Qotan Dabo, κοντά στην πόλη Hargeisa, περιφέρεια Σομαλιλάνδης, Σομαλία, όπου παρέμεινε έως τον Φεβρουάριο του 2021 οπότε εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.

 

Σε συνέχεια ερωτήσεων από τον αρμόδιο λειτουργό, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι το χωριό Cilmidalamiye στο οποίο μεγάλωσε και διέμενε ανήκει στο Somali region της Αιθιοπίας. Ο Αιτητής ανέφερε ότι στην εν λόγω περιοχή διαμένουν Σομαλοί, ότι η κυρίαρχη φυλή είναι η φυλή Isaak και ειδικότερα η ομάδα Kharhajis, ότι ο ίδιος ποτέ δεν εξέδωσε αιθιοπικά έγγραφα λόγω των φυλετικών διακρίσεων που υφίστατο και ότι ως φορολογική εισφορά τα μέλη της φυλής του παρείχαν ζώα στους ντόπιους.

 

Ερωτηθείς ως προς τον λόγο για τον  οποίον επέλεξε να μείνει στο χωριό Qotan Dabo από τον Ιούλιο 2020 έως τον Φεβρουάριο του 2021, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι απλά εκεί βρήκε δουλειά σε μία φάρμα (ερυθρό 34).

 

Κληθείς να περιγράψει τις φυλετικές διακρίσεις στις οποίες εκτίθετο, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τα παιδιά τον χτυπούσαν όταν ήταν μικρότερος, ότι δεν μπορεί να εργαστεί, ότι δεν έχει πρόσβαση σε δημόσιες δομές υγείας και ότι δεν μπορεί να απευθυνθεί στην αστυνομία για προστασία καθώς οι αστυνομικοί ανήκουν στις κυρίαρχες φυλές. Όσον αφορά τον λόγο που τα μέλη της φυλής του δέχονται δυσμενή μεταχείριση, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτό είναι στοιχείο της σομαλικής κουλτούρας (ερυθρό 32, 29).

 

Σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, τόσο στον τόπο γέννησής του, Burao, όσο και στις πόλεις Hargeisa ή Mogadishu ή στο χωριό Qotan Dabo όπου διέμενε κατά τους τελευταίους οκτώ μήνες, ο Αιτητής δήλωσε ότι θα υποστεί διακρίσεις και ρατσισμό, ότι φοβάται ότι θα τον σκοτώσουν, ότι δεν θα μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν έχει οικογένεια στη χώρα του.

 

Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο Αιτητής κατέθεσε το πρωτότυπο εθνικό διαβατήριο, με ημερομηνία έκδοσης 12/01/2021 και ημερομηνία λήξης  11/01/2026, την από 19/05/2020 ιατρική βεβαίωση και το πιστοποιητικό επιτυχούς παρακολούθησης μαθημάτων ελληνικής γλώσσας ημερομηνίας 28/6/2022.

 

Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, το προφίλ, την υπηκοότητα και τη φυλή του Αιτητή, ενώ ο δεύτερος αφορά τις διακρίσεις που υπέστη λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους της φυλής Gabooye και συγκεκριμένα τις ισχυριζόμενες δολοφονίες του πατέρα του, του μεγαλύτερου αδερφού του και των ζώων της φάρμας τους, την απόπειρα δολοφονίας του ίδιου του Αιτητή και την αναγκαστική κατάσχεση της φάρμας τους από μέλη της κυρίαρχης φυλής.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Επιπλέον, ο Αιτητής προσκόμισε διαβατήριο από τη χώρα καταγωγής του.

 

Στο πλαίσιο αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους τα μέλη της φυλής Gabooye υφίστανται διακριτική μεταχείριση, ενώ η αφήγησή του αναφορικά με το περιστατικό της εις βάρος του επίθεσης και τις φερόμενες διακρίσεις που υπέστη καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του παραπέμπει σε εμπειρίες που δεν έχουν βιωθεί από τον ίδιο. Ειδικότερα, οι σχετικοί ισχυρισμοί του κρίθηκαν αόριστοι, μη λεπτομερείς και εσωτερικά ασυνεπείς, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από την κατάσταση της υγείας του ή την ηλικία του. Επιπλέον, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις που του τέθηκαν, δεν περιέγραψε συγκεκριμένα περιστατικά διακρίσεων, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές περί ρατσισμού και διακρίσεων. Όσον αφορά ειδικότερα το περιστατικό της σωματικής επίθεσης σε βάρος του, οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τη σχέση του με τους δράστες, πλην της ικανότητάς του κατονομάσει τα εν λόγω πρόσωπα, κρίθηκαν μη λεπτομερείς, καθώς αυτός περιορίστηκε στις εξής γενικόλογες αναφορές «με απειλούσαν», «μας διέκριναν όλη την ώρα» , «κυριαρχούσαν […] δουλεύαμε για αυτούς αλλά δεν μας πλήρωναν μισθό», «δεν είχαμε σχέσεις». Μη εύλογος κρίθηκε ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι μεταφέρθηκε από το χωριό Cilmidalamiye στην Addis Ababa που απέχει 1.200 χιλιόμετρα, ενώ το γεγονός ότι σε ένα σημείο της συνέντευξης δήλωσε ότι μεταφέρθηκε με το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο (ερυθρό 38 στο διοικητικό φάκελο) ενώ σε μεταγενέστερο σημείο της συνέντευξης δήλωσε ότι μεταφέρθηκε σε ένα φαρμακείο με τη βοήθεια ενός άγνωστου περαστικού συνιστά αντίφαση. Όσον αφορά περαιτέρω το διάστημα μετά τη νοσηλεία του στην Addis Ababa, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει επαρκώς τους ισχυρισμούς του περί των απειλών που δέχτηκε στο χωριό του, τόσο ως προς τη συχνότητα όσο και ως προς το περιεχόμενο και τη σοβαρότητα αυτών, περιοριζόμενος στο να αναφέρει ότι απειλήθηκε προσωπικά πέντε φορές και ότι θα τον σκοτώσουν αν δεν εγκαταλείψει τη γη του. Μη συγκεκριμένες και ανεπαρκείς κρίθηκαν επίσης οι απαντήσεις του ως προς τις φερόμενες διακρίσεις που υπέστη στο χωριό Qotan Dabo όπου διέμεινε κατά τους τελευταίους οκτώ μήνες πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, καθώς αρκέστηκε στο να αναφέρει ότι οι ερωτήσεις των κατοίκων τού ενστάλαζαν φόβο. Συμπερασματικά, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ως προς την ένταση, τη φύση και τη συχνότητα των περιστατικών φυλετικής διάκρισης που επικαλέστηκε τόσο στη Σομαλία όσο και στην περιοχή Somali region της Αιθιοπίας είναι εσωτερικά αναξιόπιστοι, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι οι ίδιος κατάφερε να εκδώσει εθνικό διαβατήριο και να αναχωρήσει νόμιμα από τη χώρα.

 

Eν όψει ως εκ τούτου της μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του ανωτέρω ισχυρισμού και παρά την επιβεβαίωση από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης των συστηματικών διακρίσεων που υφίστανται τα μέλη της φυλής Gabooye και την επιβεβαίωση των δηλώσεων του Αιτητή περί τραυματισμού του δυνάμει της προσκομισθείσας ιατρικής βεβαιώσεις (ερ. 23), οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν τον εν λόγω ισχυρισμό στο σύνολό του ως αναξιόπιστο.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση, αφού έλαβαν υπόψη πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια της Σομαλιλάνδης όπου ο Αιτητής διέμενε κατά τους τελευταίους οκτώ μήνες πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, κατέληξαν ότι δεν υφίστανται εύλογοι/βάσιμοι λόγοι ώστε να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Hargeisa, περιφέρεια Σομαλιλάνδη, Σομαλία, αυτός θα αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης είτε για λόγους που αφορούν στην εκεί επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας ούτε για λόγους που αφορούν στην αποδεχθείσα ως αξιόπιστη συμμετοχή αυτού στη μειονοτική φυλή Gabooye.

 

Επί τη βάσει του προβαλλόμενου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή και της ανάλυσης κινδύνου, κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής του σε περίπτωση επιστροφής του στη Σομαλία και ειδικά στην πόλη Hargeisa, Wogoyi Galbeed region, περιφέρεια Σομαλιλάνδης, δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Όσον αφορά το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα, ήτοι στο ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, καθώς κρίθηκε ότι δεν προκύπτει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του ίδιου Νόμου προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή  να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία.   Ο/Η Αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η Αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημα για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της Αιτητή/τρια, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης, αυτή είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414). 

 

Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».

 

Έχοντας μελετήσει με προσοχή τους ισχυρισμούς του Αιτητή, παρατηρώ κατ’ αρχάς ότι οι Καθ’ων η αίτηση όφειλαν να διακρίνουν ως ξεχωριστό και αυτοτελή ισχυρισμό τον ισχυρισμό του περί της φυλετικής του καταγωγής, εφόσον εξ αυτής προκύπτει και ο κατ’ ισχυρισμό κίνδυνος δίωξής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του θα εξετάσεις τους εξής ισχυρισμούς: 1. Προσωπικά στοιχεία, τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής, 2. Ο Αιτητής ανήκει στη φυλετική ομάδα Gaboye, υπο φυλή Yibre και 3 Μέλη της κυρίαρχης φυλής Isaak προέβησαν σε κατάσχεση της περιουσίας του και αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, όπως δολοφόνησαν και τον πατέρα του το 2000 και τον αδελφό του το 2018.

 

Το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής. Διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής παρείχε κατά τη συνέντευξή του συνεκτικές, επαρκώς λεπτομερείς και εσωτερικά συνεπείς πληροφορίες. Ο Αιτητής δήλωσε με σαφήνεια ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς στη Burao της Σομαλιλάνδης, ενώ από νεαρή ηλικία ανατράφηκε και διέμενε με την γιαγιά του στο χωριό Cilmidalamiye, πλησίον της Ghasama, στην περιοχή Jarar του Somali Region της Αιθιοπίας, όπου παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή του. Παράλληλα, περιέγραψε με συνέπεια τη μετέπειτα διαμονή του στο χωριό Qotan Dabo, πλησίον της πόλης Hargeisa, κατά το διάστημα από τον Ιούλιο του 2020 έως τον Φεβρουάριο του 2021, πριν την αναχώρησή του από την περιοχή, τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει ως το τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής αφού εκεί εργαζόταν.

 

Οι δηλώσεις του ως προς την γεωγραφική τοποθέτηση των περιοχών, τη σύνθεση του πληθυσμού, την επικράτηση σομαλικών φυλών στο Somali Region της Αιθιοπίας, καθώς και τη διασυνοριακή μετακίνησή του μεταξύ της Αιθιοπίας και της Σομαλιλάνδης, παρουσιάζουν συνοχή και δεν εμφάνισαν ουσιώδεις αντιφάσεις ή ασάφειες. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί του συνάδουν με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, σύμφωνα με τις οποίες το Somali Region της Αιθιοπίας κατοικείται κατά πλειοψηφία από σομαλικούς πληθυσμούς, ενώ οι διασυνοριακοί οικογενειακοί και κοινωνικοί δεσμοί μεταξύ του Somali Region, της Σομαλιλάνδης και της Σομαλίας είναι ιδιαίτερα συνήθεις[1].

 

Περαιτέρω, προς υποστήριξη της ταυτότητας και της υπηκοότητάς του, ο Αιτητής προσκόμισε πρωτότυπο σομαλικό διαβατήριο, το οποίο κατατέθηκε στον διοικητικό φάκελο. Η προσκόμιση του εν λόγω εγγράφου ενισχύει την αξιοπιστία των δηλώσεών του αναφορικά με την υπηκοότητα και τα βασικά στοιχεία της ταυτότητάς του.

 

Ως προς τον δεύτερο, διακριθέντα από το Δικαστήριο ισχυρισμό του Αιτητή περί του ότι ανήκει στη μειονοτική φυλετική ομάδα Gabooye και ειδικότερα στην υπο-φυλή Yibre, διαπιστώνεται ότι οι σχετικές δηλώσεις του είναι εσωτερικά συνεπείς, επαρκώς συγκεκριμένες και παρέμειναν σταθερές καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος του. Ειδικότερα, ο Αιτητής δήλωσε με σαφήνεια ότι ανήκει στην ομάδα Bina Hanifa, η οποία υπάγεται στην υπο-φυλή Yibre της φυλετικής ομάδας Gabooye, ενώ ανέφερε ότι η πλειονότητα των κατοίκων της περιοχής όπου διέμενε ανήκε στη φυλή Isaak. Επιπλέον, συνέδεσε την εθνοτική του καταγωγή με συγκεκριμένες εμπειρίες κοινωνικού αποκλεισμού, όπως η μη φοίτησή του σε σχολείο, η δυσχέρεια πρόσβασης στην εργασία και στις υπηρεσίες υγείας, καθώς και η αδυναμία αποτελεσματικής προστασίας από τις αρχές.

 

Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, το Δικαστήριο προχώρησε σε επιπλέον έρευνα γύρω από τη φυλή Gabοoye και εντόπισε ότι αποτελεί μια μειονοτική ομάδα στη Σομαλία, μια επαγγελματική «κάστα», η οποία ορίζεται από τα παραδοσιακά επαγγέλματα των μελών της.   Οι Gaboοye παραδοσιακά εργάζονταν για κυρίαρχες φυλές σε επαγγέλματα όπως κουρείς ή εργάτες δέρματος, με τις γυναίκες να εκτελούν αγγειογραφίες και περιτομές[2].

 

Σύμφωνα με το COI Query της EUAA του 2019, με τον όρο Gaboοye χαρακτηρίζονται συλλογικά οι εθνοτικές ομάδες των Madhibaan και των Muse Diriye, τα μέλη των οποίων συναποτελούν την πιο πολυάριθμη επαγγελματική μειονότητα στη Σομαλιλάνδη, ενώ διαβιούν επίσης, σε μικρότερους αριθμούς, στην Αιθιοπία, στην Puntland και στη νότια Σομαλία. Πρόκειται για ορολογία «ομπρέλα», στην οποία περιλαμβάνονται και άλλες υπό-φυλές[3].  Οι Gabooye ζουν σε ορισμένες περιθωριοποιημένες γειτονιές, ιδιαίτερα στις πόλεις της βόρειας Σομαλίας (π.χ. στη Hargeisa, η συνοικία Gabooye ονομάζεται Dami). Ακόμη και οι ανώτατες αρχές των υποομάδων (των Gabooye) Madhibaan και Muse Diriye - οι θρησκευτικοί και παραδοσιακοί ηγέτες τους - δεν έχουν καμία επιρροή έξω από την κοινότητά τους[4].

 

Σε σχέση με τα χαρακτηριστικά των Gaboοye, παλαιότερη έκθεση της επιτροπής Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα φυσικά διακριτικά χαρακτηριστικά των Gabooye, ενώ σε αλληλογραφία με τη Διεύθυνση Έρευνας, ένας συνεργάτης του Ινστιτούτου Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Max Planck, ο οποίος έχει δημοσιεύσει μια ακαδημαϊκή εργασία σε θέματα που σχετίζονται με τη Σομαλία και έχει πραγματοποιήσει έρευνα πεδίου στη βόρεια Σομαλία, εξήγησε ότι οι Gabooye διακρίνονται με βάση τη γενεαλογία τους και μπορούν να χωριστούν σε τέσσερις άλλες υποομάδες: Madhiban, Muuse Deriyo, Tumaal και Yibir. Αν και ορισμένα μέλη των υποομάδων Midgaan και Yibir έχουν τη δική τους διάλεκτο, γενικά οι Gabooye χρησιμοποιούν την «τυπική» σομαλική γλώσσα.  Οι Gabooye συχνά ζουν σε ξεχωριστές περιοχές μακριά από τις πλειοψηφικές φυλές που θεωρούν τους Gabooye "βρώμικους"[5].

 

Οι ισχυρισμοί Αιτητή συνάδουν με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής. Ειδικότερα, από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι οι Gabooye αποτελούν παραδοσιακά μία περιθωριοποιημένη σομαλική μειονοτική ομάδα, στην οποία περιλαμβάνεται και η υπο-ομάδα Yibir (ή Yibre), τα μέλη της οποίας υφίστανται κοινωνικό στιγματισμό και διακρίσεις σε διάφορους τομείς της καθημερινής ζωής, όπως η εκπαίδευση, η απασχόληση, οι κοινωνικές σχέσεις και η πρόσβαση στην προστασία των κυρίαρχων φυλών. Παράλληλα, οι πληροφορίες καταδεικνύουν ότι η κοινωνική θέση των Gabooye εξακολουθεί να είναι κατώτερη έναντι των κυρίαρχων φυλών, παρά τη σταδιακή βελτίωση που παρατηρείται σε ορισμένες περιοχές.

 

Ωστόσο, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επιβεβαιώνουν ότι κάθε μέλος της ομάδας Gabooye υφίσταται, αποκλειστικά λόγω της ιδιότητάς του αυτής, μεταχείριση τέτοιας έντασης ώστε να συνιστά δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης ή σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Αντιθέτως, η έκταση και η σοβαρότητα των διακρίσεων διαφοροποιούνται ανάλογα με την περιοχή διαμονής, τις τοπικές συνθήκες και τις ατομικές περιστάσεις κάθε περίπτωσης.

 

Ως εκ τούτου, γίνεται δεκτός ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι ανήκει στη μειονοτική φυλετική ομάδα Gabooye, υπο-φυλή Yibre, καθώς οι δηλώσεις του κρίνονται εσωτερικά αξιόπιστες και συνάδουν με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.

 

Ωστόσο, το ζήτημα κατά πόσον οι διακρίσεις που επικαλείται ο Αιτητής υπερβαίνουν το επίπεδο της κοινωνικής περιθωριοποίησης και συνιστούν πράξεις δίωξης θα αξιολογηθεί σε συνδυασμό με τον τρίτο διακριθέντα ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τα συγκεκριμένα περιστατικά βίας, την κατάσχεση της περιουσίας του και την αποδιδόμενη στοχοποίησή του από μέλη της φυλής Isaak.

 

Αξιολογώντας ακολούθως την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή περί του ότι μέλη της κυρίαρχης φυλής Isaak δολοφόνησαν τον πατέρα και τον αδελφό του, κατέλαβαν την οικογενειακή του περιουσία και αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν λόγω της φυλετικής του καταγωγής, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή παρουσιάζουν ουσιώδεις ασάφειες, εσωτερικές ανακολουθίες και μη εύλογα στοιχεία ως προς τα κρίσιμα περιστατικά.

 

Καταρχάς, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε το 2000 και ο μεγαλύτερος αδελφός του το 2018 από μέλη της φυλής Isaak. Ωστόσο, παρά τη σοβαρότητα των γεγονότων αυτών, δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβαν χώρα οι δολοφονίες, την ταυτότητα των δραστών, τον τρόπο με τον οποίο πληροφορήθηκε τα περιστατικά ή τους λόγους για τους οποίους τα μέλη της οικογένειάς του στοχοποιήθηκαν ειδικά εκείνα τα χρονικά σημεία. Οι σχετικοί ισχυρισμοί παρέμειναν γενικοί και δεν συνοδεύτηκαν από εξατομικευμένες λεπτομέρειες που θα επέτρεπαν την αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους.

 

Περαιτέρω, η περιγραφή των γεγονότων του Μαΐου 2020 εμφανίζει εσωτερικές ανακολουθίες. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής δήλωσε ότι στις 10/05/2020 οι συγχωριανοί του κατέλαβαν όλα τα υπάρχοντά του, συμπεριλαμβανομένων των ζώων του. Ωστόσο, οκτώ ημέρες αργότερα, 18/05/2020, ισχυρίστηκε ότι τα ίδια πρόσωπα μετέβησαν εκ νέου στη φάρμα του και ισχυριζόμενοι ότι η φάρμα και τα ζώα τους ανήκαν, γεγονός που οδήγησε στην μεταξύ τους αντιπαράθεση και στην επίθεση εναντίον του. Ο Αιτητής δεν διευκρίνισε επαρκώς τη σχέση μεταξύ των δύο περιστατικών ούτε εξήγησε γιατί οι φερόμενοι δράστες επανήλθαν για να διεκδικήσουν περιουσία την οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είχαν ήδη καταλάβει οκτώ ημέρες νωρίτερα.

 

Επιπλέον, ο Αιτητής δήλωσε ότι, μετά τον τραυματισμό του, μεταφέρθηκε από άγνωστο πρόσωπο, του οποίου γνώριζε μόνο το μικρό όνομα, από το χωριό του στο Somali Region της Αιθιοπίας μέχρι την Addis Ababa. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει ποιο ήταν το πρόσωπο αυτό, γιατί αποφάσισε να τον βοηθήσει, με ποιο μέσο πραγματοποιήθηκε η μεταφορά κυρίως δε γιατί μεταφέρθηκε απευθείας στην Addis Ababa αντί σε πλησιέστερη υγειονομική δομή. Οι εξηγήσεις του ως προς το κρίσιμο αυτό σημείο παρέμειναν αόριστες και μη πειστικές.

 

Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ως προς τη νοσηλεία του δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ιατρικής βεβαίωσης που ο ίδιος προσκόμισε. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι νοσηλεύτηκε επί είκοσι ημέρες μετά την κατ’ ισχυρισμό επίθεση. Ωστόσο, σύμφωνα με την από 19/05/2020 ιατρική βεβαίωση της κλινικής «Saint Michael Clinic», ο Αιτητής εξετάστηκε στις 18/05/2020, υποβλήθηκε άμεσα σε χειρουργική αντιμετώπιση του τραύματος, παρέμεινε υπό παρακολούθηση μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας και έλαβε εξιτήριο τη επόμενη ημέρα με σύσταση για επανεξέταση ανά δεύτερη ημέρα. Ως εκ τούτου, το ίδιο το αποδεικτικό έγγραφο αντικρούει τον ισχυρισμό του περί νοσηλείας διάρκειας είκοσι ημερών.

 

Περαιτέρω, η ίδια ιατρική βεβαίωση αναφέρει ότι ο Αιτητής προσήλθε στην κλινική περίπου μία ώρα μετά τον τραυματισμό του («one hour duration prior to presentation»). Ο ισχυρισμός αυτός δεν συμβαδίζει με την αφήγησή του ότι τραυματίστηκε στο χωριό Cilmidalamiye, στην περιοχή Jarar του Somali Region της Αιθιοπίας, και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Addis Ababa, δεδομένου ότι σύμφωνα με σχετικές πληροφορίες, η απόσταση μεταξύ των δύο περιοχών είναι τέτοια ώστε δεν είναι αντικειμενικά δυνατή η μετάβαση εντός περίπου μίας ώρας[6]. Η ανακολουθία αυτή πλήττει έτη περαιτέρω την αξιοπιστία των δηλώσεων του ως προς τον τόπο και τις συνθήκες της κατ΄ισχυρισμό επίθεσης.

 

Επιπλέον, δεν κρίνεται εύλογη η μεταγενέστερη συμπεριφορά του. Ενώ ισχυρίστηκε ότι τα ίδια πρόσωπα επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν και συνέχισαν να τον απειλούν, εντούτοις, μετά το εξιτήριό του επέστρεψε στο ίδιο χωριό όπου, κατά δήλωσή του, διέμεναν οι δράστες της επίθεσης. Ο Αιτητής δεν παρείχε πειστική εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους επέστρεψε στον τόπο όπου θεωρούσε ότι κινδύνευε άμεσα η ζωή του.

 

Τέλος, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, στη συνέχεια μετέβη στο Qotan Dabo, όχι για την προστασία του αλλά για σκοπούς εργασίας, όπου παρέμεινε και εργάστηκε σε φάρμα για περίπου οκτώ μήνες μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα, χωρίς να επικαλεστεί οποιοδήποτε νέο περιστατικό αναζήτησής του, απειλής ή επίθεσης. Η συμπεριφορά αυτή δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του ότι αποτελούσε πρόσωπο που οι δράστες επιδίωκαν να εντοπίσουν και να θανατώσουν.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι ο πυρήνας του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού δεν χαρακτηρίζεται από το απαιτούμενο επίπεδο εσωτερικής συνοχής και αξιοπιστίας. Οι ουσιώδεις ασάφειες, οι εσωτερικές ανακολουθίες, οι αντιφάσεις μεταξύ των δηλώσεών του και της ιατρικής βεβαίωσης που ο ίδιος προσκόμισε, καθώς και τα μη εύλογα στοιχεία της αφήγησής του, δεν επιτρέπουν να γίνει αποδεκτό ότι τα περιστατικά έλαβαν χώρα υπό τις συνθήκες που περιγράφει ούτε ότι συνδέονται αιτιωδώς με τη φυλετική του καταγωγή.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, το Δικαστήριο μετά από σχετική έρευνα εντόπισε σε σχέση με την εν γένει αντιμετώπιση των μελών της υπό εξέταση μειονοτικής ομάδας και τα προφίλ που στοχοποιούνται στη Σομαλία, ότι τα μέλη της φυλής Gaboye/Yibre αντιμετωπίζουν πράγματι διάφορες μορφές διακρίσεων, οι οποίες εκδηλώνονται κυρίως με την περιορισμένη πρόσβασή τους στην εκπαίδευση, στην ενασχόλησή τους με ορισμένα επαγγέλματα και στην απόκτηση οικονομικών πόρων, στην προστασία τους από τις κρατικές αρχές, καθώς και με την ελλιπή συμμετοχή τους στον πολιτικό βίο[7].

 

Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί του γενικού πλαισίου διακρίσεων σε βάρος των μελών της φυλής του κρίνεται κατ' αρχήν αντικειμενικά πιθανός. Εντούτοις, οι ίδιες πληροφορίες δεν επιβεβαιώνουν ότι ο Αιτητής υπήρξε προσωπικά θύμα των συγκεκριμένων πράξεων που επικαλείται ούτε ότι οι φερόμενες δολοφονίες του πατέρα και του αδελφού του, η κατάσχεση της περιουσίας του και η επίθεση εναντίον του συνδέονται αιτιωδώς με τη φυλετική του καταγωγή. Δεδομένου ότι η εξωτερική αξιοπιστία δεν δύναται, αφ' εαυτής, να θεραπεύσει τις ουσιώδεις αδυναμίες της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος.

 

Κατόπιν της αξιολόγησης των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, γίνεται δεκτό ότι πρόκειται για υπήκοο Σομαλίας, γεννηθέντα στη Burao της Σομαλιλάνδης, ο οποίος ανατράφηκε και διέμενε στο Somali Region της Αιθιοπίας και ανήκει στη μειονοτική φυλετική ομάδα Gabooye, υπο-φυλή Yibre.

 

Ως εκ τούτου, η εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου περιορίζεται στις περιστάσεις που απορρέουν από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, ήτοι την ιδιότητά του ως μέλος της μειονοτικής ομάδας Gabooye. Από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι τα μέλη της εν λόγω ομάδας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν κοινωνικές διακρίσεις, περιθωριοποίηση και δυσχέρειες στην πρόσβαση σε ορισμένα δικαιώματα και ευκαιρίες. Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές δεν καταδεικνύουν ότι κάθε μέλος της ομάδας εκτίθεται, αποκλειστικά λόγω της φυλετικής του καταγωγής, σε πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης ή της ισχύουσας νομοθεσίας περί διεθνούς προστασίας.

 

Επιπλέον, δεδομένου ότι δεν έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός περί εξατομικευμένης στοχοποίησης του Αιτητή, δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο ίδιος αναζητείται ή ότι αποτελεί πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για οποιονδήποτε κρατικό ή μη κρατικό δρώντα. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο ο οποίος να υπερβαίνει εκείνον που αντιμετωπίζουν γενικά τα λοιπά μέλη της μειονοτικής ομάδας στην οποία ανήκει.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι o Αιτητής δεν απέδειξε λόγο δίωξης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου και συνεπώς ορθά απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δύναται να παραχωρηθεί σε οποιοδήποτε Αιτητή σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619.).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.  

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στο τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή που όπως κρίθηκε ήδη αποτελεί η Qutan Dabo όπου από επιλογή ο Αιτητής εγκαταστάθηκε για σκοπούς εργασίας οκτώ μήνες πριν την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του.

 

Η Qutan Dabo υπάγεται διοικητικά στην Περιφέρεια Woqooyi Galbeed (Maroodi Jeex) της Σομαλιλάνδη, και συγκεκριμένα στην Επαρχία Hargeisa[8].

 

Η Σομαλιλάνδη αποτελεί μία αποσχισθείσα ημιερημική περιοχή της Σομαλίας στις ακτές του Κόλπου Aden, η οποία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991  μετά την ανατροπή του στρατιωτικού δικτάτορα, Siad Barre[9]. Έκτοτε ακολούθησε αποσχιστικός αγώνας στα πλαίσια του οποίου δυνάμεις του Siad Barre καταδίωκαν αντάρτες, σκοτώθηκαν χιλιάδες άνθρωποι και πόλεις ισοπεδώθηκαν. Δεν πρόκειται για διεθνώς αναγνωρισμένη χώρα, ωστόσο διαθέτει λειτουργικό πολιτικό σύστημα, κυβερνητικούς θεσμούς, αστυνομική δύναμη, εθνικό νόμισμα και ο πληθυσμός της εκτιμήθηκε το 2024 σε περίπου 5.700.000 κατοίκους[10].  Σε σχέση με της επαρχίες της Σομαλιλάνδης, διεθνείς πηγές χαρτογράφησης επιβεβαιώνουν ότι η επικράτεια της Σομαλιλάνδης αποτελείται από τις επαρχίες Sool και Sanaag στα ανατολικά, τις επαρχίες Togdheer, Hargeisha και Sahil στα κεντρικά και την επαρχία Awdal στα Δυτικά της περιφέρειας[11].

 

Σύμφωνα με έκθεση του ACLED για τη Σομαλία το Μάρτιο του 2024, μάχες μεταξύ της κυβέρνησης της Σομαλιλάνδης και της πολιτοφυλακής SSC ξέσπασαν από τον Ιανουάριο του 2023 στην περιοχή Cayn, η οποία εντοπίζεται ανάμεσα στις περιφέρειες της Σομαλιλάνδης και του Puntland[12]. Η σύγκρουση ξέσπασε αφού οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας σκότωσαν πάνω από δώδεκα διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν για τη δολοφονία ενός μέλους του κόμματος της αντιπολίτευσης στα τέλη Δεκεμβρίου 2022. Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που αυτοί οι δύο παράγοντες συμμετείχαν σε στρατιωτικές συγκρούσεις. Αν και η βία έχει υποχωρήσει σε μεγάλο βαθμό στη Σομαλιλάνδη, οι εντάσεις συνεχίζουν να είναι υψηλές, καθώς οι κυβερνητικές δυνάμεις της Σομαλιλάνδης παρέμειναν αναπτυγμένες στην περιοχή Cayn. Η δε σύγκρουση δεν δείχνει σημάδια ύφεσης, σε μεγάλο βαθμό λόγω δύο βασικών παραγόντων  των οικονομικών κεφαλαίων και της αναγνώρισης της διοίκησης Σομαλιλάνδης από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Σομαλίας - που δεν υπήρχαν κατά τους προηγούμενους γύρους συγκρούσεων[13].

 

Περαιτέρω, η έκθεση του Insecurity Insight, μίας ανθρωπιστικής ομοσπονδίας με σκοπό τη στήριξη των οργανισμών βοήθειας, παροχών υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, εκπαίδευσης και προστασίας και άλλων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στη Σομαλιλάνδη το έτος 2023, καταγράφει ότι το Φεβρουάριο του 2023, στην αμφισβητούμενη από Σομαλιλάνδη και Puntland, πόλη Las Anod - πρωτεύουσα της επαρχίας Sool, ξέσπασε βία μεταξύ των πολιτοφυλακών της φυλής Dhulbahante και των ένοπλων δυνάμεων της Σομαλιλάνδης. Σχεδόν 200.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν και αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της βίας[14].

 

Ειδικότερα, ως προς την Hargeisa, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της EUAA, η οποία δημοσιεύτηκε το 2025, σημειώνονται τα εξής: Η Hargeisa είναι η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Σομαλιλάνδης. Η κυβέρνηση στη Hargeisa θεωρεί τη Σομαλιλάνδη ως ανεξάρτητη χώρα, αν και της λείπει η διεθνής αναγνώριση. Η Hargeisa έχει γίνει κέντρο τόσο οικονομικής δραστηριότητας όσο και ανθρωπιστικής ανταπόκρισης, καθιστώντας την μαγνήτη για αναζητούντες εργασία και πρόσφυγες καθώς και εσωτερικά εκτοπισμένους. Η Hargeisa θεωρείται μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες πόλεις στη Σομαλική χερσόνησο[15].

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 10/07/2026), στη περιοχή Hargeisa, ευρύτερη περιοχή όπου βρίσκεται το χωριό  Quoton Dabo, έχουν καταγραφεί 8 περιστατικά πολιτικής βίας, εκ των οποίων προέκυψαν 2 θάνατοι,[16].

 

Τα εν λόγω στοιχεία, ως αναφέρεται πιο πάνω, καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Εφαρμόζοντας άλλωστε τη μέθοδο της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη νομολογία του ΔΕΕ, εκ του περισσού βεβαίως εφόσον κρίθηκε ήδη ότι στο τόπο δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης βίας, και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ του ότι αυτός, λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, θίγεται ειδικώς και αυξάνονται οι πιθανότητες να εκτεθεί σε περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά αμάχων, αφού πρόκειται για άνδρα, υγιή και αρτιμελή, με ικανότητα προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον ανωτέρω κίνδυνο.

 

Το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2) (γ) του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας ως προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, η δε απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση κρίνεται πλήρως αιτιολογημένη.

 

Λαμβάνεται υπόψιν και το γεγονός ότι ούτε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ο Αιτητής κατόρθωσε να αντικρούσει τα ευρήματα περί αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του από τους Καθ’ ων η αίτηση, ούτε όμως προέβαλε οποιονδήποτε στοιχειοθετημένο ισχυρισμό σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός του για διεθνή προστασία.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα και δεδομένης της ελλιπούς έρευνας που διεξήχθη από τους Καθ’ ων η αίτηση, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστούν μειωμένα έξοδα στο ποσό των €700 υπερ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ

 

 

 

 



[1] EASO - Somalia Targeted profiles, Country of Origin Information Report, September 2021, σ. 61-62

https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf; (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/07/2026)

[3] Somalia - The Madhiban cast - EASO COI Query Response, 29/01/2019, Publisher(s): EU - European Asylum Support Office (EASO), www.coi.easo.europa.eu/administration/easo/PLib/SOM_Q3.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/12/2025)

[4]EUAA-European Union Agency for Asylum formerly: European Asylum Support Office, EASO): Somalia; Targeted Profiles September2021

https://www.ecoi.net/en/file/local/2060580/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf σελ. 63

[5] Immigration and Refugee Board of Canada, Responses to Information Requests, October 2013, www.justice.gov/file/294391/dl?inline

[7] EUAA -European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Somalia Targeted profiles, Country of Origin Information Report September 2021, available at: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf σς. 62 - 63 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/12/2025)

[9] ΒΒC News, "Somaliland profile", 02/01/2024,  https://www.bbc.com/news/world-africa-14115069 

[10] Όπ. π.

[13] ΑCLED, Somalia: Al-Shabaab's Infiltration of a Military Base in Mogadishu and Somaliland's Conflict 1 March 2024 https://acleddata.com/2024/03/01/situation-update-february-2024-al-shabaabs-infiltration-of-a-military-base-in-mogadishu-and-somalilands-conflict/

[14]Insecurity Insight, Somalia, Violence Against Healthcare in Conflict, 2023, σ. 3  https://insecurityinsight.org/wp-content/uploads/2024/05/2021-2023-SHCC-Somalia.pdf

 

[15]  EUAA - European Union Agency for Asylum (Author):, Somalia Country Focus, May 2025, σ. 111-114 https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf 

[16] Πλατφόρμα ACLEDExplorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Events/ Fatalities, AllEvents, PastYear, διαθέσιμη σεExplorer | ACLED  , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/07/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο