ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 5806/22
27 Αυγούστου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.C.A.
Αιτητής,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Γ. Κωνσταντινίδου (κα) για Μ. Παπαλοΐζου (κ.), Δικηγόροι για τον Αιτητή
Ρ. Προδρόμου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται παράνομη, άκυρη, και στερούμενη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 1.9.2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής, υπήκοος Νιγηρίας, εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία και στις 5.4.2021 υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας. Περί τις 10.05.2021, ο Αιτητής υποβλήθηκε σε διαδικασία εκτίμησης της ευαλωτότητάς του, κατά την οποία χαρακτηρίστηκε ως «χαμηλού κινδύνου» και δεν κρίθηκε σκόπιμη η παραπομπή του σε άλλους αρμόδιους φορείς. Στις 23.8.2022, πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη του Αιτητή αναφορικά με το αίτημά του από λειτουργό, ο οποίος, με την από 26.8.2022 Έκθεση/Εισήγησή του προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: «ο Προϊστάμενος»), εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησής του. Ο Προϊστάμενος, με την από 1.9.2022 απόφασή του, ενέκρινε την ως άνω εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης χορήγησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν και, στις 13.9.2022, ο Αιτητής καταχώρισε αυτοπροσώπως την υπό εξέταση προσφυγή. Ακολούθως, στις 3.11.2022, διορίστηκε συνήγορος για την εκπροσώπηση του Αιτητή, ο οποίος, κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, καταχώρισε τροποποιημένη προσφυγή, προβάλλοντας, για πρώτη φορά, ότι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ήταν ο σεξουαλικός του προσανατολισμός και η εξ αυτού επαπειλούμενη δίωξή του. Ενόψει του καινοφανούς αυτού ισχυρισμού, καθώς και της τοποθέτησης των μερών ως προς τη διαδικαστική πτυχή της εξέτασής του, το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 7.2.2025, διέταξε τους Καθ’ ων η Αίτηση όπως προβούν στην εξέταση και αξιολόγηση των καινοφανών ισχυρισμών του Αιτητή, ήτοι του ισχυρισμού περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού και της δίωξής του από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, και γνωστοποιήσουν το σχετικό πόρισμά τους τόσο στον Αιτητή όσο και στο Δικαστήριο μέχρι τις 28.3.2025. Παρά ταύτα, και παρά τους επανειλημμένους ορισμούς της υπόθεσης στις 2.4.2025, στις 20.5.2025, στις 5.6.2025 και στις 16.6.2025, οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν συμμορφώθηκαν με το ως άνω διάταγμα του Δικαστηρίου, ενώ κατά τη δικάσιμο της 16.6.2025 το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του, κατόπιν της ρητής άρνησης των Καθ’ ων η Αίτηση να προβούν στην εντελλόμενη εξέταση και αξιολόγηση των καινοφανών ισχυρισμών. Ακολούθως, κατόπιν αιτήματος για επάνανοιγμα της διαδικασίας ημερομηνίας 20.6.2025, η υπόθεση ορίστηκε στις 2.7.2025 και, εν συνεχεία, τέθηκε νέα προθεσμία για υποβολή μέχρι τις 2.10.2025 της αξιολόγησης των Καθ’ ων η αίτηση και ορίστηκε δικάσιμος για τις 6.10.2025, χωρίς, ωστόσο, να υπάρξει εκ νέου συμμόρφωση εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση. Στις 7.10.2025 γνωστοποιήθηκε στο Δικαστήριο ότι ο Αιτητής είχε κληθεί σε συνέντευξη στις 8.10.2025, ενώ η υπόθεση επαναορίστηκε για οδηγίες στις 12.11.2025, με προθεσμία για την υποβολή και γνωστοποίηση του σχετικού πορίσματος μέχρι τις 7.11.2025. Τελικώς, με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 11.11.2025, η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση ενημέρωσε το Δικαστήριο αναφορικά με το πόρισμα της εξέτασης, το οποίο κοινοποιήθηκε ταυτόχρονα τόσο στο Δικαστήριο όσο και στους δικηγόρους του Αιτητή. Ο Αιτητής, διά του συνηγόρου του, αμφισβητεί τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης, προβάλλοντας ότι αυτή εκδόθηκε κατόπιν πλημμελούς διαδικασίας, χωρίς τη διενέργεια δέουσας έρευνας και χωρίς επαρκή αιτιολογία. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να αξιολογήσουν δεόντως την ευαλωτότητά του λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του, να του παράσχουν τις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις και να συνεκτιμήσουν το σύνολο των δηλώσεων και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η συμπληρωματική συνέντευξη και η επακόλουθη αξιολόγηση της αξιοπιστίας του διενεργήθηκαν πλημμελώς, με αποτέλεσμα να απορριφθούν εσφαλμένα οι ισχυρισμοί του περί ομοφυλοφιλικού προσανατολισμού και περί κινδύνου σύλληψης, δίωξης και κακομεταχείρισης σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία.
2. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι αυτή εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας, ορθής αξιολόγησης του συνόλου των ενώπιόν τους στοιχείων και επαρκούς αιτιολογίας. Προβάλλουν ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αξιολογήθηκαν πλήρως, πλην όμως οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι, λόγω αντιφάσεων, αοριστιών και έλλειψης επαρκούς τεκμηρίωσης. Ως εκ τούτου, υποστηρίζουν ότι δεν αποδείχθηκε βάσιμος φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του, ούτε παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, και ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Επισημαίνουν, επίσης, ότι η Νιγηρία έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας.
Το νομικό πλαίσιο
3. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
4. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
5. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
6. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
7. Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
8. Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).
9. Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
10. Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».
11. Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
12. Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:
13. Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:
«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
14. Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:
«53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
15. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:
«1. Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».
16. Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.
Κατάληξη
17. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. [Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024]. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
18. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320] αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου [βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010]. Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του [βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68].
19. Η ανωτέρω προσέγγιση δεν μεταβάλλεται υπό το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 εξακολουθεί να κατοχυρώνει την αρχή της κοινής υποχρέωσης συνεργασίας κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλέποντας αφενός την υποχρέωση του αιτητή να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει προς θεμελίωση της αίτησής του και, αφετέρου, την αντίστοιχη υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργάζονται ενεργά με τον αιτητή για τη συλλογή και αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια του προϊσχύσαντος άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτό είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 16 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (έως την αντικατάστασή του από τον περί Προσφύγων Νόμο του 2026), χωρίς να επιφέρει ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς την κατανομή του βάρους συνεργασίας και απόδειξης κατά την εξέταση της αίτησης.
20. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, προκύπτει ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας κτηματικών διαφορών, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη δολοφονία του πατέρα του τον Μάρτιο του 2021 και την απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του ιδίου. Ενόψει των περιστατικών αυτών, ανέφερε ότι βρήκε προσωρινά καταφύγιο στην οικία της γιαγιάς του, μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του (ερ. 1).
21. Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ημερομηνίας 20.6.2023, ο Αιτητής, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, δήλωσε ότι κατάγεται από την περιοχή Ngwo, Udi LGA, της πολιτείας Enugu, η οποία αποτελούσε και τον τόπο διαμονής του έως και την αναχώρηση του από χώρα καταγωγής του. Όπως ανέφερε, με εξαίρεση χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, κατά το οποίο διέμεινε στην Benue για διακοπές σε ηλικία 17 ετών, δεν είχε διαμείνει σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της χώρας καταγωγής του. Αναφορικά με την οικογένεια του δήλωσε ότι η μητέρα του και δύο αδελφές του διαμένουν στο χωριό του, ενώ ο πατέρας του, όπως δήλωσε, δολοφονήθηκε στις 4.2.2021, εξαιτίας της άρνησής του να παραχωρήσει τη γη που κατείχε. Ο Αιτητής είναι εθνοτικής καταγωγής Igbo, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και, κατά τον χρόνο παραμονής του στη χώρα καταγωγής του, συντηρείτο οικονομικά από την οικογένειά του. Εγκατέλειψε αεροπορικώς τη χώρα καταγωγής του στις 8.3.2021 (ερ. 29-26).
22. Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι, μετά τη δολοφονία του πατέρα του, ο βασιλιάς της κοινότητας και άλλα μέλη αυτής επιχείρησαν να του αφαιρέσουν τη γη που ανήκε στον πατέρα του και περιήλθε στον ίδιο ως μοναδικό υιό. Όπως ανέφερε, όταν ο ίδιος αρνήθηκε να την παραχωρήσει, δέχθηκε απειλές κατά της ζωής του, ενώ τα εν λόγω πρόσωπα φέρονται να τον καταδίωξαν με σκοπό να τον σκοτώσουν. Ως αποτέλεσμα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την οικία του και να βρει αρχικά καταφύγιο στην οικία φίλου του και, ακολούθως, στην οικία της γιαγιάς του, όπου παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα (ερ. 25).
23. Ακολούθως, υποβλήθηκαν στον Αιτητή διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τις βασικές παραμέτρους του αφηγήματός του και, ειδικότερα, σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ήτοι τις περιστάσεις που περιέβαλλαν τη δολοφονία του πατέρα του, τη διεκδίκηση της επίδικης γης από τον βασιλιά και μέλη της κοινότητας, καθώς και τις κατ’ ισχυρισμόν απειλές και την καταδίωξη που ο ίδιος υπέστη εξαιτίας της άρνησής του να παραχωρήσει τη γη (ερ. 25-24).
24. Κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, διακρίθηκαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, την ιθαγένεια και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την περιοχή Ngwo, Udi LGA, της πολιτείας Enugu, ενώ ο δεύτερος αφορούσε τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης του Αιτητή υπό τη μορφή απειλών κατά της ζωής του από τον King της κοινότητας και μέλη αυτής, με σκοπό την αφαίρεση τεμαχίου γης που ανήκε στον πατέρα του.
25. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν συνεπείς με τα στοιχεία του διαβατηρίου του, καθώς και με τις διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του.
26. Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές, συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες αναφορικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες φέρεται να δέχθηκε τις ως άνω απειλές. Ειδικότερα, διαπιστώθηκαν, κατά την αξιολόγηση, ασάφειες και ασυνέπειες στις δηλώσεις του, καθώς και στοιχεία τα οποία κρίθηκε ότι στερούνταν ευλογοφάνειας, με αποτέλεσμα να μην γίνει αποδεκτό ότι τα συγκεκριμένα περιστατικά έλαβαν χώρα κατά τον τρόπο και για τους λόγους που ο Αιτητής τα περιέγραψε.
27. Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση του κινδύνου που θα αντιμετώπιζε ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην πολιτεία Enugu, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών προσωπικών του στοιχείων, τα οποία έγιναν αποδεκτά στο πλαίσιο του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του ο Αιτητής ενδέχεται να αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Τέλος, στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε, περαιτέρω, ότι συντρέχει κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 καθώς στη περιοχή καταγωγής δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων.
28. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής, κατά την αρχική καταχώριση της προσφυγής του, την οποία προώθησε αυτοπροσώπως, επανέλαβε κατ’ ουσίαν τον ίδιο ισχυρισμό που είχε προβάλει και κατά τη διοικητική διαδικασία, ήτοι ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω των προβλημάτων που συνδέονταν με τη διεκδίκηση της πατρικής του γης και τις απειλές που, κατ’ ισχυρισμόν, δέχθηκε.
29. Ακολούθως, με τον διορισμό συνηγόρου και την καταχώριση τροποποιημένης προσφυγής, ο Αιτητής μετέβαλε ουσιωδώς τον πυρήνα του αιτήματός του, προβάλλοντας, για πρώτη φορά, ισχυρισμό περί σεξουαλικού προσανατολισμού και, ειδικότερα, περί της ομοφυλοφιλίας του και της δίωξης που, κατά τον ίδιο, υπέστη εξαιτίας αυτής. Κατόπιν της από 7.2.2025 ενδιάμεσης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η εξέταση και αξιολόγηση του καινοφανούς αυτού ισχυρισμού σε πρώτο βαθμό από την αρμόδια αρχή, ο Αιτητής κλήθηκε εκ νέου σε συνέντευξη, η οποία πραγματοποιήθηκε από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου στις 8.10.2025.
30. Κατά τη νέα αυτή συνέντευξη, αναφορικά με το προσωπικό του προφίλ, επανέλαβε ότι κατάγεται από την πολιτεία Enugu της Νιγηρίας, όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι διέμεινε για περίοδο τριών ετών στην πολιτεία Benue, για έξι μήνες στην πολιτεία Anambra και, τέλος, για δύο μήνες στην Abuja, μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Επανέλαβε ότι είναι εθνοτικής καταγωγής Igbo, χριστιανός στο θρήσκευμα, έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και εργαζόταν σε επιχείρηση του συντρόφου του στη χώρα καταγωγής του, ο οποίος και τον συντηρούσε οικονομικά. Αναφορικά με την οικογένεια του, δήλωσε ότι αυτή αποτελείται από τους γονείς του, οι οποίοι διαμένουν στην Benue, και πέντε αδέλφια, εκ των οποίων τα τρία διαμένουν στην πολιτεία Enugu και ο ένας του αδελφός στη Σουηδία (ερ. 88).
31. Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του το Μάρτιο του 2023, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πραγματικός λόγος ήταν η στοχοποίησή του εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Ειδικότερα, δήλωσε ότι είναι ομοφυλόφιλος, ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι αποδεκτή στη χώρα καταγωγής του και ότι, ως εκ τούτου αναγκαζόταν να αποκρύπτει τη σεξουαλική του ταυτότητα. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι έγινε αντιληπτός να έχει σεξουαλική επαφή με τον σύντροφό του, με αποτέλεσμα να υποστεί ξυλοδαρμό και να κληθεί από τις αστυνομικές αρχές. Δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, φοβάται είτε ότι θα θανατωθεί είτε ότι θα φυλακιστεί (ερ. 86-87).
32. Αναφορικά ειδικότερα με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι ομοφυλόφιλος και ότι έλκεται από άνδρες, επισημαίνοντας ότι στη Νιγηρία η ομοφυλοφιλία δεν είναι κοινωνικά αποδεκτή και ότι ο ίδιος αναγκαζόταν να αποκρύπτει τον προσανατολισμό του. Ανέφερε ότι άρχισε να αντιλαμβάνεται την έλξη του προς άτομα του ίδιου φύλου σε ηλικία περίπου 15 έως 16 ετών, διευκρινίζοντας ότι δεν αισθανόταν έλξη προς γυναίκες και ότι ήδη από την εφηβική του ηλικία αντιλαμβανόταν ότι έλκεται αποκλειστικά από άνδρες. Περιγράφοντας τη διαδικασία μέσω της οποίας αντιλήφθηκε και κατανόησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια παιχνιδιού με άλλο αγόρι, αναπτύχθηκε μεταξύ τους σωματική επαφή, γεγονός που του προκάλεσε συναισθήματα έλξης προς άτομο του ίδιου φύλου, τα οποία, με την πάροδο του χρόνου, αναγνώρισε ως μέρος της σεξουαλικής του ταυτότητας (ερ. 86-85).
33. Ως προς την περίοδο που άρχισε να συνειδητοποιεί τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ο Αιτητής δήλωσε ότι αντιμετώπισε δυσκολίες, απομόνωση και διακρίσεις, αναφέροντας ότι άλλα άτομα απέφευγαν να τον πλησιάζουν. Εξήγησε ότι αυτό συνέβη μετά από περιστατικό κατά το οποίο έγινε αντιληπτός στο σχολείο να φιλά άλλο αγόρι, όταν ήταν περίπου 16 ετών. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, το περιστατικό είχε ως αποτέλεσμα να τιμωρηθούν από τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι τους υποχρέωσαν να εκτελούν εργασίες καθαριότητας, ενώ το γεγονός γνωστοποιήθηκε και στους γονείς του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι αισθάνθηκε ντροπή για το περιστατικό και ότι, έκτοτε, απομονώθηκε και άρχισε να λειτουργεί περισσότερο μόνος του (ερ. 85-84).
34. Σε σχέση με την αντίδραση της οικογένειάς του, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι γονείς του ενημερώθηκαν για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό κατόπιν του ως άνω περιστατικού στο σχολείο. Δήλωσε ότι η μητέρα του διατήρησε υποστηρικτική στάση, ενώ ο πατέρας του αντέδρασε αρνητικά και επιχείρησε να τον απομακρύνει από την οικία. Ως προς τα λοιπά μέλη της οικογένειάς του, ανέφερε ότι ο αδελφός του τον υποστήριξε, ενώ οι αδελφές του εξέφρασαν την αποδοκιμασία τους. Δήλωσε ότι αισθάνθηκε άσχημα από την αντίδραση του πατέρα του και θεώρησε ότι η συμπεριφορά του ήταν λανθασμένη, συνδέοντας την αντίδραση αυτή με το γεγονός ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι αποδεκτή στη χώρα καταγωγής του και, ειδικότερα, στην οικογένειά του, η οποία, όπως ανέφερε, έχει θρησκευτικό υπόβαθρο. Ανέφερε ότι προσπάθησε να απολογηθεί στον πατέρα του, χωρίς, ωστόσο, η στάση του τελευταίου να μεταβληθεί, ενώ δήλωσε ότι η μεταξύ τους σχέση επιδεινώθηκε περαιτέρω όταν ο πατέρας του αρνήθηκε να στηρίξει οικονομικά τις σπουδές του, γεγονός που τον οδήγησε να εγκαταλείψει την οικογενειακή οικία (ερ. 84-83).
35. Ως προς τις προσωπικές του σχέσεις, ο Αιτητής ανέφερε ότι η πρώτη του σεξουαλική εμπειρία με άτομο του ίδιου φύλου έλαβε χώρα σε ηλικία περίπου 16 ετών με πρόσωπο από το ευρύτερο περιβάλλον του. Εξήγησε ότι η σχέση αυτή αναπτύχθηκε σταδιακά, στο πλαίσιο κοινών δραστηριοτήτων, και δήλωσε ότι δεν μετάνιωσε για την εμπειρία αυτή, αλλά, αντιθέτως, αισθάνθηκε καλά. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι στη συνέχεια διατήρησε αριθμό σχέσεων με άνδρες, οι οποίες δεν είχαν μακρά διάρκεια, και αναφέρθηκε ειδικότερα στην τελευταία του σχέση, η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, διήρκεσε από το 2019 μέχρι το 2020. Όπως δήλωσε, γνωρίστηκαν, αντάλλαξαν στοιχεία επικοινωνίας και ανέπτυξαν μεταξύ τους σχέση, η οποία τερματίστηκε μετά την αναχώρησή του από τη χώρα. Ανέφερε επίσης ότι χρησιμοποιούσε εφαρμογές γνωριμιών προκειμένου να έρχεται σε επαφή με άλλα άτομα και ότι λάμβανε μέτρα προφύλαξης ως προς την αποκάλυψη της ταυτότητάς του (ερ. 83-82).
36. Αναφορικά με το περιστατικό που ο Αιτητής επικαλείται ως περιστατικό βλάβης, ανέφερε ότι εντοπίστηκε μαζί με τον σύντροφό του σε οικία κατά τη διάρκεια προσωπικής επαφής, όταν τρίτο πρόσωπο τους αντιλήφθηκε και ειδοποίησε άλλα άτομα. Όπως ανέφερε, συγκεντρώθηκε πλήθος προσώπων, τα οποία τους ξυλοκόπησαν και τους απείλησαν ότι θα τους καταγγείλουν στην αστυνομία. Ο Αιτητής δήλωσε ότι την επόμενη ημέρα αναζήτησε φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση των τραυμάτων που υπέστη και ότι, λίγες ημέρες αργότερα, έλαβε πρόσκληση από την αστυνομία να παρουσιαστεί ενώπιόν της. Ανέφερε ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, αισθανόταν φόβο και ανασφάλεια και αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (ερ. 82).
37. Ως προς την τύχη του συντρόφου του, ο Αιτητής δήλωσε ότι, μετά το ανωτέρω περιστατικό, αυτός παρέμεινε στη χώρα καταγωγής του και ότι μεταγενέστερα ενημερώθηκε από φίλο του πως είχε συλληφθεί και ενδεχομένως βρισκόταν στη φυλακή. Ανέφερε ότι έκτοτε δεν είχε οποιαδήποτε περαιτέρω επικοινωνία μαζί του. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι οι πληροφορίες αυτές προέρχονταν από τρίτο πρόσωπο και ότι μέσω του ιδίου ενημερώθηκε επίσης ότι οι αρχές αναζητούσαν τον Αιτητή (ερ. 82 80).
38. Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι στη χώρα καταγωγής του η ομοφυλοφιλία θεωρείται παράνομη και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, ενώ ανέφερε ότι πρόσωπα τα οποία εντοπίζονται να εμπλέκονται σε ομόφυλες πράξεις υφίστανται, πέραν των συνεπειών εκ μέρους των αρχών, και πράξεις βίας από μέλη της κοινότητας. Ανέφερε ότι, μολονότι, κατά τους ισχυρισμούς του, αναζητείτο από τις αρχές, κατόρθωσε να εγκαταλείψει τη χώρα, εξηγώντας ότι τα στοιχεία του δεν είχαν δημοσιοποιηθεί (ερ. 81).
39. Σε ερωτήσεις που του τέθηκαν αναφορικά με τη διαφοροποίηση του αιτήματός του και, ειδικότερα, ως προς την παράλειψή του να αναφερθεί στον σεξουαλικό του προσανατολισμό κατά την προηγούμενη διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, ο Αιτητής εξήγησε ότι, στον χώρο φιλοξενίας όπου διέμενε, η στενή σχέση του με τον σύντροφό του είχε αποτελέσει αντικείμενο σχολιασμού από ομοεθνείς του. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι απέφυγε να αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με τη σεξουαλική του ταυτότητα κατά την καταγραφή της αίτησής του, καθότι, όπως υποστήριξε, είχαν πρόσβαση σε αυτή και άλλα πρόσωπα, ενώ, αναφορικά με την προσωπική του συνέντευξη, δήλωσε ότι θεωρούσε πως δεν θα μπορούσε στο στάδιο εκείνο να μεταβάλει το αίτημά του (ερ. 87).
40. Προς υποστήριξη των ως άνω ισχυρισμών του, ο Αιτητής προσκόμισε σειρά εγγράφων. Ειδικότερα, προσκόμισε: α) βεβαίωση μέλους του οργανισμού ACCEPT ημερομηνίας 6.9.2023 (ερ. 94), β) φωτογραφίες στις οποίες φέρεται να απεικονίζεται ο ίδιος να συμμετέχει σε εκδήλωση Pride στην Κύπρο (ερ. 98-95), γ) αντίγραφο ηλεκτρονικής επικοινωνίας με γνωστό του πρόσωπο, το οποίο φέρεται να κατακρίνει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό (ερ. 100-99), καθώς και δ) κλήση του Αιτητή από τις αστυνομικές αρχές της χώρας καταγωγής του ημερομηνίας 13.12.2020, με την οποία φέρεται να καλείτο να παρουσιαστεί ενώπιόν τους στις 15.12.2020 (ερ. 93).
41. Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι τα ίδια ως άνω έγγραφα είχαν προσκομιστεί από τον Αιτητή, για πρώτη φορά, και στο πλαίσιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, ως συνημμένα τεκμήρια στις ένορκες δηλώσεις του ημερομηνίας 14.6.2023 και 16.11.2023.
42. Κατά την αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση σχημάτισαν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε στην ταυτότητα, στο προσωπικό προφίλ και στη χώρα καταγωγής του, ο δεύτερος τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής είναι ομοφυλόφιλο άτομο και ο τρίτος τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής διώκεται από τις αρχές της χώρας καταγωγής του εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού.
43. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, οι Καθ’ ων η Αίτηση, μολονότι επισήμαναν ότι στις δηλώσεις του Αιτητή εντοπίζονται αντιφάσεις αναφορικά με το οικογενειακό του υπόβαθρο, τα μέσα βιοπορισμού και τον συνήθη τόπο διαμονής του, εντούτοις, συνεκτιμώντας το σύνολο των στοιχείων που προέκυψαν από τις δύο συνεντεύξεις του, καθώς και τα λοιπά διαθέσιμα στοιχεία, κατέληξαν στην αποδοχή του ισχυρισμού ως προς την ταυτότητα, την καταγωγή και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή.
44. Αντιθέτως, ο δεύτερος και ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκαν. Ειδικότερα, αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό περί του σεξουαλικού προσανατολισμού του Αιτητή, οι Καθ’ ων η Αίτηση, εφαρμόζοντας το μεθοδολογικό μοντέλο DSSH (Difference, Shame, Stigma and Harm), αξιολόγησαν τις σχετικές δηλώσεις του σε συνάρτηση με τα επιμέρους κριτήρια του μοντέλου και κατέληξαν ότι αυτές δεν πληρούν τις απαιτήσεις που τίθενται για την τεκμηρίωση του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς, σαφείς και συνεκτικές πληροφορίες αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιλήφθηκε, βίωσε και ανέπτυξε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, οι δε σχετικές αναφορές του χαρακτηρίζονταν από γενικότητα και έλλειψη προσωπικής διάστασης. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν περιέγραψε με επαρκή σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο αντιλήφθηκε και αποδέχθηκε τη σεξουαλική του διαφορετικότητα, ούτε ανέπτυξε επαρκώς τις εσωτερικές διεργασίες, τα συναισθήματα ή τυχόν συγκρούσεις που, κατά τους ισχυρισμούς του, συνόδευσαν τη διαδικασία αυτή. Περαιτέρω, επισημάνθηκε ότι, μολονότι αναφέρθηκε στο κοινωνικό περιβάλλον της Νιγηρίας ως μη αποδεκτικό έναντι των ομοφυλόφιλων ατόμων, δεν συνέδεσε επαρκώς το γενικό αυτό πλαίσιο με συγκεκριμένα προσωπικά βιώματα ή περιστατικά που να καταδεικνύουν την άμεση επίδρασή του στη δική του ζωή.
45. Περαιτέρω, ως προς τις εμπειρίες του Αιτητή στο σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι οι σχετικές αναφορές του παρέμειναν γενικόλογες, χωρίς επαρκή συγκεκριμενοποίηση ως προς τα πρόσωπα, τα περιστατικά και τον χρόνο κατά τον οποίο αυτά έλαβαν χώρα, με αποτέλεσμα να μην καταδεικνύεται με επάρκεια προσωπική στοχοποίηση ή συγκεκριμένη εμπειρία κοινωνικού αποκλεισμού λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Αντίστοιχα, σε σχέση με τις ερωτικές σχέσεις που επικαλέστηκε, κρίθηκε ότι ο Αιτητής αναφέρθηκε μεν σε σχέσεις με άνδρες, πλην όμως δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτές αναπτύχθηκαν, την εξέλιξη και τη διάρκειά τους, καθώς και τη συναισθηματική τους διάσταση, περιοριζόμενος σε γενικές περιγραφές χωρίς επαρκή ανάπτυξη προσωπικών βιωμάτων.
46. Αναφορικά με τα στοιχεία της ντροπής, του φόβου, του στίγματος και της εσωτερικής σύγκρουσης, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι, παρά τις σχετικές ερωτήσεις που τέθηκαν στον Αιτητή, αυτός δεν κατέδειξε με επαρκώς προσωπικό και συγκεκριμένο τρόπο την ύπαρξη τέτοιων βιωμάτων. Οι σχετικές αναφορές του περιορίστηκαν, κατά την κρίση τους, σε γενικές δηλώσεις, χωρίς επαρκή περιγραφή του τρόπου με τον οποίο τα συγκεκριμένα περιστατικά επηρέασαν προσωπικά τον ίδιο. Ειδικότερα, δεν κρίθηκε ότι καταδείχθηκε με επάρκεια συγκεκριμένη ψυχολογική αντίδραση στο κοινωνικό στίγμα ή στον αποκλεισμό που επικαλείται, ούτε συγκεκριμένες προσωπικές αντιδράσεις έναντι περιστατικών διάκρισης, φόβου ή απειλής. Παράλληλα, οι αναφορές του σε περιστατικά βίας και απειλών κρίθηκαν γενικές και χωρίς επαρκή συγκεκριμενοποίηση ως προς τις περιστάσεις, τον χρόνο και τον τρόπο εκδήλωσής τους.
47. Ως προς το οικογενειακό περιβάλλον του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγησαν τις δηλώσεις του αναφορικά με τη γνώση της οικογένειάς του για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και τις αντιδράσεις των επιμέρους μελών της. Κρίθηκε, ωστόσο, ότι οι σχετικές αναφορές δεν παρείχαν επαρκή εικόνα της δυναμικής των οικογενειακών σχέσεων ούτε του τρόπου με τον οποίο η οικογένεια, το θρησκευτικό υπόβαθρο και το κοινωνικό περιβάλλον επηρέασαν τη στάση του Αιτητή έναντι της σεξουαλικής του ταυτότητας. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκώς αναπτυγμένες πληροφορίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν ο ίδιος τη θέση του ως ομοφυλόφιλου άνδρα μέσα στο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο της Νιγηρίας και ως προς τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόταν την ταυτότητά του υπό τις συνθήκες αυτές.
48. Αναφορικά με το περιστατικό που, κατά τον Αιτητή, συνδεόταν με την αποκάλυψη της σεξουαλικής του ταυτότητας μέσω του Facebook, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι δεν παρασχέθηκαν σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς το περιεχόμενο της σχετικής ανάρτησης ή επικοινωνίας, την ταυτότητα του προσώπου που φέρεται να την πραγματοποίησε, τον τρόπο με τον οποίο αυτή διαδόθηκε και τις συγκεκριμένες συνέπειες που προέκυψαν. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι η περιγραφή του περιστατικού παρέμεινε γενική και δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς.
49. Συνολικά, ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν ότι ο Αιτητής δεν περιέγραψε με επαρκή σαφήνεια και προσωπικό τρόπο τη διαδικασία βίωσης και κατανόησης της σεξουαλικής του ταυτότητας, ούτε παρείχε επαρκώς συγκεκριμένες και αναλυτικές πληροφορίες αναφορικά με προσωπικά βιώματα, συναισθήματα, εμπειρίες στιγματισμού ή εσωτερικής σύγκρουσης. Κρίθηκε, περαιτέρω, ότι οι αναφορές του σε κοινωνικές δυσκολίες, φόβο και διακρίσεις παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό γενικές και χωρίς επαρκή εξατομίκευση, ενώ δεν προέκυπτε συνεκτική και επαρκώς αναπτυγμένη αφήγηση αναφορικά με την εξέλιξη της σεξουαλικής του ταυτότητας. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις του Αιτητή δεν παρουσίαζαν την απαιτούμενη συνοχή, σαφήνεια και λεπτομέρεια ώστε να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι είναι ομοφυλόφιλος.
50. Σε σχέση με τα έγγραφα που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι τη βεβαίωση μέλους του οργανισμού ACCEPT-ΛΟΑΤΚΙ Κύπρου, τις φωτογραφίες του Αιτητή από εκδήλωση Pride στην Κύπρο και το στιγμιότυπο οθόνης που, κατά τον ισχυρισμό του, απεικονίζει συνομιλία με φίλη του μέσω Facebook, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι αυτά δύνανται να έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα, πλην όμως δεν επαρκούν, αυτοτελώς, για την απόδειξη του ισχυρισμού περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ιδίως ενόψει της αξιολόγησης των προσωπικών δηλώσεων του Αιτητή.
51. Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση του γενικότερου πλαισίου στη χώρα καταγωγής, οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες στη Νιγηρία η ομοφυλοφιλία ποινικοποιείται και το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει αυστηρές κυρώσεις, ενώ η κοινωνική στάση έναντι των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με τις πηγές που τέθηκαν υπόψη, από έντονο κοινωνικό στίγμα, διακρίσεις, παρενόχληση, εκβιασμούς και περιστατικά βίας. Περαιτέρω, συνεκτιμήθηκαν πληροφορίες αναφορικά με αυθαίρετες συλλήψεις, περιορισμένη πρόσβαση σε αποτελεσματική προστασία και παραβιάσεις δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Παρά το δυσμενές αυτό γενικό πλαίσιο, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι, ενόψει της μη αποδοχής του προσωπικού ισχυρισμού του Αιτητή περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού, δεν τεκμηριώθηκε ότι ο ίδιος εμπίπτει προσωπικά στην κατηγορία των προσώπων που διατρέχουν κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης για τον λόγο αυτό.
52. Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυρισμό περί δίωξης του Αιτητή από τις αρχές της χώρας καταγωγής του λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές, επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες προς τεκμηρίωσή του. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι περιγραφές του αναφορικά με το περιστατικό κατά το οποίο φέρεται να εντοπίστηκε μαζί με τον σύντροφό του κατά τη διάρκεια σεξουαλικής επαφής ήταν γενικές και δεν περιείχαν επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τις περιστάσεις του περιστατικού, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα και την ακριβή ακολουθία τους.
53. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση εντόπισαν ασυνέπειες ως προς τη χρονική εξέλιξη των γεγονότων και τη μεταγενέστερη πορεία του Αιτητή, ενώ έκριναν ότι δεν κατέστη σαφές με ποιον τρόπο προέκυψε η εμπλοκή των αστυνομικών αρχών ούτε ποια ακριβώς ήταν η αντίδρασή τους. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε στο γεγονός ότι, σε κρίσιμα σημεία της αφήγησής του, ο Αιτητής βασίστηκε σε πληροφορίες που, κατά τα λεγόμενά του, έλαβε από τρίτο πρόσωπο, χωρίς να παρέχει επαρκείς διευκρινίσεις αναφορικά με την ταυτότητα του προσώπου αυτού και τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο απέκτησε γνώση των σχετικών γεγονότων. Το στοιχείο αυτό κρίθηκε ότι αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία του ισχυρισμού του.
54. Αντίστοιχα, ως προς την τύχη του συντρόφου του, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν παρείχε σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με το εάν, πότε και υπό ποιες συνθήκες αυτός συνελήφθη, περιοριζόμενος σε πληροφορίες που φέρεται να έλαβε από τρίτο πρόσωπο. Ως προς την προσωπική του πορεία μετά το επίδικο περιστατικό, κρίθηκε επίσης ότι δεν περιέγραψε επαρκώς τις συνθήκες διαβίωσής του, τις κινήσεις του, τον τρόπο με τον οποίο απέφυγε τον εντοπισμό του και τελικώς εγκατέλειψε τη χώρα, ενώ οι αναφορές του σε φόβο και ανασφάλεια παρέμειναν, κατά την κρίση των Καθ’ ων η Αίτηση, γενικές και χωρίς επαρκή προσωπική και συναισθηματική διάσταση.
55. Υπό το σύνολο των ανωτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμόν δίωξή του από τις αρχές παρουσιάζουν ασυνέπειες, ασάφειες και έλλειψη επαρκών και συγκεκριμένων πληροφοριών, ενώ στηρίζονται, σε σημαντικό βαθμό, σε μη επιβεβαιωμένες πληροφορίες τρίτων. Ως εκ τούτου, έκριναν ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν διαθέτει την απαιτούμενη εσωτερική αξιοπιστία και, συνεπώς, δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτός.
56. Ως προς την εξωτερική τεκμηρίωση του τρίτου ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη το έγγραφο που ο Αιτητής προσκόμισε και το οποίο, κατά τον ίδιο, αποτελεί κλήση από τις αστυνομικές αρχές της χώρας καταγωγής του. Κρίθηκε, ωστόσο, ότι το συγκεκριμένο έγγραφο, ακόμη και εάν ληφθεί υπόψη ως υποστηρικτικό στοιχείο, δεν είναι, αυτοτελώς, ικανό να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό περί δίωξης από τις αρχές, ιδίως ενόψει των ευρημάτων ως προς την αξιοπιστία των σχετικών προσωπικών δηλώσεων του Αιτητή.
57. Ακολούθως, κατά την αξιολόγηση του κινδύνου, οι Καθ’ ων η αίτηση, έχοντας ως βάση τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος έγινε αποδεκτός, και λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, και ειδικότερα στην πολιτεία Enugu, κατέληξαν ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, υπό τα αποδεκτά προσωπικά του δεδομένα, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν προκύπτει δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή κατά την έννοια του άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023, ούτε ότι συντρέχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 19(2) των ιδίων νόμων.
58. Κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία, ο Αιτητής, με την καταχωρισθείσα ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 14.6.2023, ισχυρίστηκε ότι, κατά την περίοδο που βρισκόταν στη χώρα καταγωγής του, διατηρούσε σχέση με ομοεθνή του, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν υπόδικος για αδικήματα που σχετίζονταν με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, και ότι οι ίδιοι εντοπίστηκαν από μέλη της κοινότητας να τελούν ερωτικές πράξεις. Ως αποτέλεσμα, ανέφερε ότι έλαβε κλήση από τις αστυνομικές αρχές της χώρας καταγωγής του και ότι ακολούθως εγκατέλειψε τη χώρα, διατηρώντας αρχικά την εν λόγω κλήση σε ηλεκτρονική μορφή και παραλαμβάνοντας μεταγενέστερα το πρωτότυπό της μέσω συγγενικών του προσώπων. Ως Τεκμήριο 1 προσκομίστηκε η από 13.12.2020 κλήση της Αστυνομίας της Νιγηρίας.
59. Περαιτέρω, με τη δεύτερη ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 16.11.2023, ο Αιτητής προσκόμισε ως τεκμήρια (α) φωτογραφικό υλικό, (β) αντίγραφα προσωπικών ηλεκτρονικών συνομιλιών και (γ) βεβαίωση μέλους του ACCEPT-ΛΟΑΤΚΙ Κύπρου ημερομηνίας 6.9.2023. Αναφερόμενος στα συνημμένα τεκμήρια και ειδικότερα, ως προς το προσκομισθέν φωτογραφικό υλικό, κατέγραψε ότι αυτό αφορούσε τη συμμετοχή του σε πορεία της κυπριακής ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, η οποία έλαβε χώρα στις 27.5.2023, ενώ τα αντίγραφα των ηλεκτρονικών συνομιλιών αφορούσαν, κατά τους ισχυρισμούς του, συνομιλία του με φιλικό του πρόσωπο.
60. Κατά την ακροαματική διαδικασία στις 6.5.2026, ο Αιτητής, κατόπιν σχετικών ερωτήσεων, ανέφερε ότι είναι μέλος της οργάνωσης ACCEPT-ΛΟΑΤΚΙ Κύπρου από τις 6.9.2023. Δήλωσε ότι προσκόμισε φωτογραφικό υλικό από τη συμμετοχή του στην εκδήλωση Pride τον Ιούνιο του 2023, κατά τη διάρκεια της οποίας έλαβε ορισμένες φωτογραφίες. Αναφορικά με τις αντιφάσεις που εντοπίστηκαν στις δηλώσεις του ως προς το οικογενειακό του υπόβαθρο και τους τόπους διαμονής του, ο Αιτητής εξήγησε ότι δεν είχε ερωτηθεί ειδικότερα ως προς τον τόπο διαμονής του κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα το επίμαχο περιστατικό.
61. Σε σχέση με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ο Αιτητής δήλωσε ότι άρχισε να συνειδητοποιεί τη διαφορετικότητά του ενώ βρισκόταν στη Νιγηρία, σε ηλικία περίπου 16 έως 17 ετών. Ανέφερε ότι, κατά τη διαδικασία αυτή, διερωτάτο για ποιο λόγο αισθανόταν διαφορετικός από τα άλλα άτομα και γιατί αισθανόταν έλξη προς πρόσωπα του ίδιου φύλου, γεγονός που, όπως δήλωσε, τον οδήγησε να αμφισβητεί τον εαυτό του και να αναζητά την αιτία της έλξης του προς άνδρες. Ως εκδήλωση της ως άνω συνειδητοποίησης ανέφερε ότι διατηρούσε σχέση με άτομο του ίδιου φύλου κατά την παραμονή του στη χώρα καταγωγής του. Επανέλαβε, περαιτέρω, τους ισχυρισμούς του αναφορικά με το περιστατικό κατά το οποίο, σε ηλικία περίπου 16 έως 17 ετών, έγινε αντιληπτός από συμμαθητές του να έχει ερωτικές περιπτύξεις με άτομο του ίδιου φύλου, με αποτέλεσμα να τιμωρηθούν και οι δύο. Ως προς την αντίδραση των γονέων του, όταν αυτοί ενημερώθηκαν για το περιστατικό, δήλωσε ότι ήταν θυμωμένοι και λυπημένοι, ενώ ο πατέρας του τον απείλησε ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψει την οικογενειακή οικία σε περίπτωση που επέλεγε να συνεχίσει τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν θυμάται πότε ακριβώς έλαβαν χώρα τα ανωτέρω περιστατικά. Παρά την αρχική αντίδραση του πατέρα του, δεν εγκατέλειψε τότε την οικογενειακή εστία, κατόπιν, όπως ανέφερε, παρέμβασης της μητέρας του. Ωστόσο, μετά την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής του και την εξασφάλιση εισαγωγής του στο πανεπιστήμιο, ο πατέρας του αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού, γεγονός που, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, τον οδήγησε να αποχωρήσει από την οικογενειακή οικία και να μεταβεί στην πολιτεία Benue, όπου άρχισε να εργάζεται.
62. Αναφορικά με την τελευταία του σχέση, ο Αιτητής δήλωσε ότι γνώρισε τον σύντροφό του, τον οποίο κατονόμασε ως «D», σε υπεραγορά, όπου αντάλλαξαν αριθμούς τηλεφώνου, άρχισαν να επικοινωνούν και, ακολούθως, σύνηψαν ερωτική σχέση. Ανέφερε ότι κατά την περίοδο αυτή διέμενε στην πολιτεία Benue, όπου παρέμεινε από το 2017 έως το 2020. Στη συνέχεια, όπως δήλωσε, μετέβη στην πολιτεία Anambra για περίοδο έξι μηνών και ακολούθως στην Abuja, πριν από την αναχώρησή του για την Κύπρο. Επεξήγησε ότι μετέβη στην Anambra προκειμένου να συγκατοικήσει με τον σύντροφό του και ότι παρέμεινε εκεί για περίπου έξι μήνες. Κληθείς να περιγράψει τη γειτονιά στην οποία διέμεναν, ανέφερε ότι δεν θυμόταν τη διεύθυνση και περιορίστηκε να δηλώσει ότι ζούσε εκεί μαζί με τον σύντροφό του. Αναφορικά με την καθημερινότητά τους στην Anambra, δήλωσε ότι βοηθούσε στο κατάστημα του συντρόφου του και ότι πραγματοποιούσαν από κοινού τις καθημερινές τους δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων και επισκέψεις στην υπεραγορά.
63. Σε σχέση με το περιστατικό το οποίο, κατά τον ισχυρισμό του, οδήγησε στην αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι, ενώ βρισκόταν μαζί με τον σύντροφό του στο διαμέρισμά του και καθάριζαν την οικία, έχοντας τα παράθυρα ανοικτά, έγιναν αντιληπτοί από γείτονες να έχουν ερωτικές περιπτύξεις. Όπως ανέφερε, οι γείτονες κάλεσαν στη συνέχεια και άλλα πρόσωπα, ενώ ο ίδιος και ο σύντροφός του ντύθηκαν αμέσως και άνοιξαν την πόρτα, έξω από την οποία είχαν συγκεντρωθεί, κατά τα λεγόμενά του, περίπου 10 έως 20 άτομα με σκοπό να τους επιτεθούν. Ανέφερε ότι τα εν λόγω πρόσωπα τους χτύπησαν και τους απείλησαν ότι θα ενημέρωναν την αστυνομία. Την επόμενη ημέρα ο Αιτητής έλαβε ιατρική περίθαλψη για τραυματισμό στο δεξί του πόδι, ενώ δύο ημέρες αργότερα, όπως δήλωσε, έλαβαν ειδοποίηση να παρουσιαστούν στο αστυνομικό τμήμα. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι μετά το περιστατικό δεν ενοχλήθηκαν εκ νέου από τα πρόσωπα που τους είχαν επιτεθεί. Ερωτηθείς ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές γνώριζαν το πλήρες όνομά του, ο Αιτητής υπέθεσε ότι οι γείτονες είχαν ακούσει το όνομά του κατά τη διάρκεια των μεταξύ τους συνομιλιών και το είχαν μεταφέρει στην αστυνομία.
64. Ως προς την κλήτευση από τις αστυνομικές αρχές, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτή επιδόθηκε στην οικία του συντρόφου του και ότι την εντόπισαν όταν επέστρεψαν στο σπίτι. Ανέφερε ότι, μόλις πληροφορήθηκε την ύπαρξη της ειδοποίησης, φοβήθηκε και πρότεινε στον σύντροφό του να εγκαταλείψουν την περιοχή. Ο σύντροφός του, ωστόσο, αρνήθηκε να αποχωρήσει και ο ίδιος μετέβη στην Abuja. Πριν από τη μετάβασή του στην Abuja, δήλωσε ότι πέρασε από την πατρική του οικία και άφησε εκεί την κλήση, μαζί με προσωπικά του αντικείμενα, καθότι δεν μπορούσε να τα μεταφέρει όλα μαζί του. Διευκρίνισε, περαιτέρω, ότι το έγγραφο τού απεστάλη μεταγενέστερα, περί το 2023 με 2024, από τον αδελφό του και όχι από τους γονείς του. Ως προς την επικοινωνία του με την οικογένειά του, ανέφερε ότι αυτή είναι περιορισμένη και πραγματοποιείται κυρίως με τον αδελφό του και, σπανιότερα, με τη μητέρα του, ενώ δεν επικοινωνεί με τον πατέρα του. Δήλωσε, τέλος, ότι δεν έχει ενημερωθεί για οποιαδήποτε μεταγενέστερη εξέλιξη αναφορικά με την υπόθεσή του ούτε γνωρίζει κατά πόσον οι αρχές εξακολουθούν να τον αναζητούν.
65. Μετά το επίμαχο περιστατικό, ο Αιτητής δήλωσε ότι διατήρησε επικοινωνία με τον «D» για περίπου τρεις εβδομάδες, κυρίως μέσω Facebook, πλην όμως απώλεσαν την επαφή τους όταν ο ίδιος άλλαξε αριθμό τηλεφώνου μετά την άφιξή του στην Κύπρο. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι πληροφορήθηκε μέσω φίλου του πως ο «D» συνελήφθη, ενώ υποστήριξε ότι, βάσει της νομοθεσίας της Νιγηρίας, οι προβλεπόμενες ποινές για σχετικές πράξεις μπορεί να περιλαμβάνουν φυλάκιση ή ακόμη και θανατική ποινή.
66. Ο Αιτητής δήλωσε επίσης ότι, μετά τη συμμετοχή του στην εκδήλωση Pride τον Ιούνιο του 2023, προέβη σε σχετική ανάρτηση στο Facebook, κατόπιν της οποίας έλαβε απειλητικό μήνυμα από γυναίκα την οποία γνώριζε. Ανέφερε ότι, αφού την απέκλεισε από την εφαρμογή, δεν υπήρξε οποιαδήποτε περαιτέρω ενόχλησή του. Αναφορικά με τον φόβο επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, επανέλαβε ότι έχει λάβει κλήση να παρουσιαστεί ενώπιον αστυνομικού σταθμού. Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσον θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής του, δήλωσε ότι, πριν από την αναχώρησή του, δεν αναζητείτο, πλην όμως σήμερα δεν γνωρίζει εάν έχει καταχωριστεί ως καταζητούμενος από τις αρχές.
67. Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, γίνεται δεκτό το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1] Καταρχάς το Δικαστήριο συντάσσεται ως προς τη διάκριση των ακόλουθων ουσιωδών ισχυρισμών: (α) την ταυτότητα, την υπηκοότητα και την περιοχή καταγωγής του Αιτητή, (β) τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό προσανατολισμό του ως ομοφυλόφιλου άνδρα και (γ) τον ισχυρισμό περί εντοπισμού του με τον σύντροφό του, της επακόλουθης κακομεταχείρισής τους και της αναζήτησής του από τις αστυνομικές αρχές της Νιγηρίας.
68. Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, γίνεται αποδεκτό ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, γεννηθείς στις 4.6.2000 στο Ngwo, Udi LGA, της πολιτείας Enugu, ανήκει στην εθνοτική ομάδα Igbo και είναι Χριστιανός. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν με επαρκή συνέπεια από τις δηλώσεις του και επιβεβαιώνονται, ως προς τον πυρήνα τους, από το διαβατήριο που προσκόμισε και με το οποίο ταξίδεψε στην Κύπρο. Η αποδοχή των ανωτέρω βασικών στοιχείων δεν συνεπάγεται, ωστόσο, την αποδοχή του συνόλου των δηλώσεών του αναφορικά με το οικογενειακό του υπόβαθρο και το ιστορικό διαμονής του.
69. Επί των ζητημάτων αυτών, εντοπίζονται ουσιώδεις και αντικειμενικά διαπιστώσιμες αντιφάσεις. Ειδικότερα, κατά την πρώτη συνέντευξη ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του είχε δολοφονηθεί στις 4.2.2021 εξαιτίας διαφοράς για πατρική γη και ότι ο ίδιος ήταν ο μοναδικός γιος, έχοντας δύο αδελφές. Κατά τη δεύτερη συνέντευξη, αντιθέτως, δήλωσε ότι αμφότεροι οι γονείς του βρίσκονται εν ζωή, ότι έχει δύο αδελφές και δύο αδελφούς, εκ των οποίων ο ένας είναι δίδυμος αδελφός του και διαμένει στη Σουηδία. Αντίστοιχη ασυνέπεια παρατηρείται ως προς το ιστορικό διαμονής του. Ενώ αρχικά παρουσίασε το Ngwo της πολιτείας Enugu ως τόπο της τελευταίας διαμονής του, κατά τη δεύτερη συνέντευξη αναφέρθηκε σε τριετή διαμονή στην Benue, εξάμηνη διαμονή στην Anambra με τον σύντροφό του και δίμηνη διαμονή στην Abuja πριν από την αναχώρησή του. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν αφορούν επουσιώδεις λεπτομέρειες, αλλά τον στενό οικογενειακό του πυρήνα και τους τόπους στους οποίους ισχυρίζεται ότι έζησε αμέσως πριν από την αναχώρησή του. Ο Αιτητής απέδωσε τις ανωτέρω διαφοροποιήσεις στην πρόθεσή του να αποκρύψει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Ακόμη, όμως, και αν γίνει δεκτό ότι η αρχική αναφορά περί θανάτου του πατέρα του δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και ότι ο πατέρας του βρισκόταν εν ζωή και αντιδρούσε στον σεξουαλικό του προσανατολισμό, η εξήγηση αυτή δεν δικαιολογεί τη μεταβολή άλλων, ουδέτερων ως προς τον επίμαχο ισχυρισμό, προσωπικών δεδομένων. Ειδικότερα, δεν εξηγείται για ποιον λόγο ο Αιτητής παρουσίασε διαφορετική σύνθεση της οικογένειάς του, δηλώνοντας αρχικά ότι ήταν ο μοναδικός γιος με δύο αδελφές και μεταγενέστερα ότι είχε δύο αδελφούς, μεταξύ των οποίων δίδυμο αδελφό, ούτε γιατί διαφοροποίησε ουσιωδώς τις δηλώσεις του ως προς τις σχέσεις και την επικοινωνία του με τα αδέλφια του και τους διαδοχικούς τόπους διαμονής του στη Νιγηρία. Τα στοιχεία αυτά δεν συνδέονται ευλόγως με την ανάγκη απόκρυψης του σεξουαλικού του προσανατολισμού και, συνεπώς, η προβαλλόμενη εξήγηση δεν αίρει τις σχετικές αντιφάσεις. Συνεπώς, ο πρώτος ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός μόνο ως προς την ταυτότητα, την υπηκοότητα, την εθνοτική και θρησκευτική ταυτότητα και την καταγωγή του από την πολιτεία Enugu, όχι όμως ως προς το μεταβαλλόμενο οικογενειακό και οικιστικό ιστορικό του.
70. Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, αναφορικά με τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό του προσανατολισμό, και σχετικά με το μοντέλο ανάλυσης που χρησιμοποιήσαν οι Καθ' ων η αίτηση [Difference, Stigma, Shame and Harm (DSSH) model], σημειώνεται σκεπτικισμός γύρω από τη χρήση του, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν στερεότυπα και να καταλήξει η αξιολόγηση αξιοπιστίας του Αιτητή σε ένα κατάλογο τυποποιημένων στοιχείων που ένας αιτών θα πρέπει ή όχι να πληροί, εις βάρος της εξατομικευμένης εξέτασης.[2] Χωρίς το εν λόγω μοντέλο να αποκλείεται ως καθοδηγητική μέθοδος για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Αιτητή, εν προκειμένω, το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τον εν λόγω ισχυρισμό στη βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά στο εν λόγω μοντέλο για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Προς τούτο επισημαίνονται τα κάτωθι. Αρχικώς, παρατηρείται πως κατά την συνέντευξή του, o Αιτητής υπεβλήθη σε πλήθος ερωτήσεων ανοικτού τύπου, αλλά και σε μεγάλο αριθμό διευκρινιστικών και κλειστού τύπου ερωτήσεων, ώστε να μπορέσει ο ίδιος να αναπτύξει με επαρκή λεπτομέρεια, τόσο τις εμπειρίες και τα βιώματά του, όσο και τις σκέψεις και τα συναισθήματά της και να αποσαφηνίσει τους ισχυρισμούς του περαιτέρω. Επίσης, ορθώς δεν τέθηκαν ερωτήσεις παρεμβατικές στην ιδιωτική ζωή του Αιτητή (βλ. σχετικά την απόφαση του ΔΕΕ της 2ας Δεκεμβρίου 2014, C-148/13 έως C-150/13, A, B, C, A B and C, ECLI:EU:C:2014:2406). Επισημαίνεται εξάλλου πως δεν αναμένεται από όλα τα ΛΟΑΤΚI+ άτομα να βιώσουν με τον ίδιο τρόπο την σεξουαλικότητά τους, η αντίδραση απέναντι στην διαφορετικότητα εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως τα προσωπικά βιώματα, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση και το πολιτισμικό πλαίσιο της χώρας διαμονής. Τα συναισθήματα που αναπτύσσονται κατά την διαδικασία της συνειδητοποίησης της σεξουαλικότητας είναι υποκειμενικά και προσωπικά. Μπορεί να υπάρχουν κάποια κοινά συναισθήματα και εμπειρίες (π.χ. απόρριψης, ντροπής) μεταξύ των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αποδυναμώνεται η αξιοπιστία ενός ισχυρισμού περί σεξουαλικού προσανατολισμού όταν ένα άτομο έτυχε θετικών εμπειριών ή ευτυχία σχετικά με τη σεξουαλικότητά του στην χώρα καταγωγής του.[3]
71. Διευκρινίζεται συναφώς εξαρχής ότι η αξιολόγηση δεν μπορεί να στηριχθεί σε στερεοτυπικές αντιλήψεις αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο ένα ομοφυλόφιλο πρόσωπο ανακαλύπτει, βιώνει ή περιγράφει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Ούτε μπορεί να απαιτηθεί από τον Αιτητή να παρουσιάσει συγκεκριμένο βαθμό συναισθηματικής έντασης, εσωτερικής σύγκρουσης, ντροπής ή αυτοαποδοχής. Η απουσία της αναμενόμενης από τον εξεταστή συναισθηματικής αφήγησης δεν αποτελεί, αφ’ εαυτής, έγκυρο λόγο απόρριψης του ισχυρισμού. Αναμένεται ωστόσο εύλογα από ένα πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι συνειδητοποίησε τη σεξουαλική του ταυτότητα ήδη από την ηλικία των 15 ή 16 ετών να είναι σε θέση να παραθέσει, έστω και με μη γραμμικό, αποσπασματικό ή άναρχο τρόπο, ορισμένα προσωπικά βιώματα, σκέψεις ή συναισθηματικές διεργασίες που συνόδευσαν τη διαδικασία αυτή. Ειδικότερα, θα αναμενόταν κάποια αναφορά στον εσωτερικό προβληματισμό, στις εμπειρίες ή στα συναισθήματα που βίωσε κατά τη διαδικασία αυτοπροσδιορισμού του. Ωστόσο, η αξιολόγηση των σχετικών δηλώσεων οφείλει να πραγματοποιείται με προσοχή και χωρίς στερεοτυπικές παραδοχές ως προς τον τρόπο με τον οποίο ένα πρόσωπο αναμένεται να εκφράζει ή να αφηγείται ζητήματα που άπτονται της σεξουαλικής του ταυτότητας, λαμβανομένων υπόψη του μορφωτικού επιπέδου, του κοινωνικοπολιτισμικού υποβάθρου και των προσωπικών χαρακτηριστικών του αιτητή. Ομοίως, η παράλειψη αναφοράς του σεξουαλικού προσανατολισμού κατά την αρχική αίτηση και την πρώτη συνέντευξη δεν μπορεί, αυτοτελώς, να θεωρηθεί αποφασιστική, δεδομένου ότι η καθυστερημένη αποκάλυψη σε υποθέσεις σεξουαλικού προσανατολισμού ενδέχεται να οφείλεται σε φόβο, ντροπή, προηγούμενες εμπειρίες στιγματισμού ή έλλειψη εμπιστοσύνης στη διαδικασία.
72. Εντούτοις, στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται απλώς για καθυστερημένη αποκάλυψη ενός ήδη υφιστάμενου λόγου δίωξης. Ο Αιτητής, κατά την αρχική αίτηση και την πρώτη συνέντευξη, προέβαλε λεπτομερή αλλά πλήρως διαφορετική ιστορία περί δολοφονίας του πατέρα του και απειλών λόγω κτηματικής διαφοράς. Επιβεβαίωσε ότι είχε συμπληρώσει ο ίδιος την αίτηση, ότι το περιεχόμενό της ήταν αληθές και ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναχώρησής του. Υπέγραψε, επίσης, το πρακτικό ως ακριβές. Μεταγενέστερα παραδέχθηκε ότι η ιστορία εκείνη δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Επισημαίνεται, επίσης, ότι την ίδια ιστορία προέβαλε στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτίμησης της ευαλωτότητάς του.
73. Η εξήγησή του ότι, στο Κέντρο Πουρνάρα, φοβόταν τους Νιγηριανούς που βρίσκονταν γύρω του και ότι δεν γνώριζε πως στην Κύπρο μπορούσε να μιλήσει ανοικτά για τον προσανατολισμό του είναι, σε γενικό επίπεδο, κατανοητή. Δεν εξηγεί, όμως, επαρκώς γιατί, κατά την προσωπική συνέντευξη, η οποία διεξήχθη υπό συνθήκες εμπιστευτικότητας, χωρίς την παρουσία τρίτων προσώπων, επέμεινε στην αναληθή εκδοχή, επιβεβαίωσε ρητώς ότι δεν υπήρχε άλλος λόγος αναχώρησης και προέβη σε ψευδείς δηλώσεις ακόμη και ως προς αντικειμενικά προσωπικά δεδομένα, όπως ο θάνατος του πατέρα του και η σύνθεση της οικογένειάς του. Ομοίως, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι αισθανόταν ανασφάλεια εξαιτίας της παρουσίας ομοεθνών του στον χώρο φιλοξενίας, το γεγονός αυτό δεν δικαιολογεί την επανάληψη της αναληθούς εκδοχής σχετικά με τον λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του και στο αρχικό δικόγραφο της διαδικασίας, το οποίο καταχώρισε αυτοπροσώπως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Το στοιχείο αυτό δεν αποκλείει αυτομάτως τον μεταγενέστερο ισχυρισμό, αλλά επιβαρύνει ουσιωδώς τη συνολική αξιοπιστία του.
74. Ως προς την ουσία του ισχυρισμού, ο Αιτητής ανέφερε ότι άρχισε να αντιλαμβάνεται την έλξη του προς άνδρες σε ηλικία 15–16 ετών, ότι είχε την πρώτη ερωτική επαφή με συνομήλικο γείτονά του και ότι ακολούθως διατήρησε πέντε ή έξι σχέσεις με άνδρες. Περιέγραψε, επίσης, περιστατικό κατά το οποίο έγινε αντιληπτός στο σχολείο να φιλά άλλο αγόρι, την ενημέρωση των γονέων του και την αντίδραση του πατέρα του.
75. Παρά το ότι οι δηλώσεις αυτές περιέχουν ορισμένα εξατομικευμένα στοιχεία, παρουσιάζουν ασυνέπειες ως προς την εξέλιξη της στάσης της οικογένειάς του. Ο Αιτητής δήλωσε αφενός ότι ο πατέρας του απείλησε να τον εκδιώξει και αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού και, αφετέρου, ότι η σχέση του με την οικογένειά του δεν μεταβλήθηκε ουσιωδώς. Παρά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις, δεν κατόρθωσε να αποσαφηνίσει επαρκώς τη μεταξύ των δηλώσεων αυτών σχέση.
76. Περαιτέρω, ενώ σε ορισμένα σημεία ανέφερε ότι ο προσανατολισμός του ήταν γνωστός στο σχολείο και στην κοινότητα της Enugu και ότι είχε επανειλημμένα υποστεί ξυλοδαρμούς και δημόσιους εξευτελισμούς, οι σοβαρές αυτές εμπειρίες δεν εμφανίστηκαν με σαφήνεια και συνέπεια στην ελεύθερη αφήγησή του, αλλά προστέθηκαν σταδιακά και, εν μέρει, κατά το κλείσιμο της συνέντευξης. Οι σχετικές αναφορές παρέμειναν ασαφείς ως προς τον αριθμό, τον χρόνο, τον τόπο και τους αυτουργούς των περιστατικών. Η αδυναμία αυτή αφορά τη συνοχή και την πληρότητα της πραγματολογικής αφήγησης και όχι τον τρόπο συναισθηματικής έκφρασης του Αιτητή.
77. Ως προς την εξωτερική πτυχή του εν λόγω ισχυρισμού, ο Αιτητής προσκόμισε βεβαίωση της οργάνωσης ACCEPT–ΛΟΑΤΙ Κύπρου, ημερομηνίας 6.9.2023. Επισημαίνεται συναφώς εκ προοιμίου ότι το Δικαστήριο, δεν έχει αρμοδιότητα καταρχήν να αποφανθεί επί της γνησιότητας ενός εγγράφου, τόσο διότι κατά πάγια νομολογημένη αρχή ο δικαστής δεν υποχρεούται να αποφασίζει επί τεχνικών θεμάτων, όπως εν προκειμένω η γνησιότητα ενός εγγράφου, αλλά ούτε έχει τη δυνατότητα προς τούτο αφού δεν έχει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να προβεί σε ένα τέτοιο εγχείρημα (βλ. και Λάμπρου Λάμπρος v. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου, (2009) 3 Α.Α.Δ. 79). Εξάλλου, δεδομένης της απαγόρευσης συνεργασίας με τις αρχές της χώρας καταγωγής, ακόμα κι αν υπάρχουν δημόσια έγγραφα που στηρίζουν τους ισχυρισμούς, αυτά θα είναι κατά κανόνα αμετάφραστα και ανεπικύρωτα. Αξιολογήσεις περί γνησιότητας ή πλαστότητας είναι συνεπώς δυσχερείς. Τελικώς, ακόμα και εάν η γνησιότητα των εγγράφων διασταυρωθεί μέσω των προφορικών ισχυρισμών, αυτά θα ενισχύσουν προφορικούς ισχυρισμούς αλλά δεν επαρκούν αφ' εαυτών για να τους αποδείξουν (βλ. Βλ. Κωνσταντίνος Δ. Φαρμακίδης - Μάρκου, Προσφυγικό Δίκαιο, Ερμηνευτική προσέγγιση και πρακτική διάσταση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σελ. 31.). Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο συναξιολογεί τα εν λόγω έγγραφα ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους (βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 10.6.2021, την υπόθεση C-921/19, LH κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2021:478, σκέψεις 44 και 66). Στο πλαίσιο αυτό, δύνανται να ληφθούν υπόψη και τυχόν εξόφθαλμες ενδείξεις μεταποίησης, οι οποίες είναι ευχερώς διακριτές ακόμη και χωρίς τη συνδρομή εμπειρογνώμονα.[4]
78. Στην υπό αναφορά βεβαίωση βεβαιώνεται ότι ο Αιτητής ήταν κατά τον χρόνο έκδοσής της μέλος της οργάνωσης και ότι συμμετείχε σε δραστηριότητες και εκδηλώσεις της. Επιβεβαιώνει, επίσης, ότι ήταν ενεργό μέλος αφρικανικής ΛΟΑΤKΙ κοινότητας στην Κύπρο. Η βεβαίωση έχει υποστηρικτικό χαρακτήρα, αλλά δεν πιστοποιεί ούτε μπορεί να πιστοποιήσει αφ’ εαυτής τον σεξουαλικό προσανατολισμό του Αιτητή, ο οποίος αποτελεί ζήτημα προσωπικής ταυτότητας και συνολικής αξιολόγησης των δηλώσεών του. Το γεγονός και μόνο της συμμετοχής του Αιτητή στην εν λόγω οργάνωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αυτοτελής και επαρκής απόδειξη του επικαλούμενου σεξουαλικού του προσανατολισμού, καθότι στην οργάνωση δύνανται να συμμετέχουν και πρόσωπα τα οποία, χωρίς να ασπάζονται κατ’ ανάγκην συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό, συμμερίζονται τις αρχές, τους σκοπούς και τη δράση της και στηρίζουν τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας.[5] Σε έρευνα του Δικαστηρίου στην ιστοσελίδα της ανωτέρω οργάνωσης αναφέρεται η δυνατότητα εγγραφής μέλους κατόπιν της καταβολής της ετήσιας συνδρομής των 10 ευρώ. Επίσης, αναφέρεται ότι τα μέλη έχουν τα κάτωθι δικαιώματα: Ψήφος στις γενικές συνεδριάσεις μελών και δυνατότητα υποψηφιότητας στις εκλογές του Διοικητικού Συμβουλίου της Οργάνωσης.[6]
79. Κατά τη στάθμιση της βεβαίωσης λαμβάνεται υπόψη και η χρονική αλληλουχία των αναφερόμενων γεγονότων και προσκομισθέντων εγγράφων. Η προσφυγή καταχωρίστηκε στις 22.2.2023, ο Αιτητής συμμετείχε στην εκδήλωση Pride στις 27.5.2023 και η βεβαίωση εκδόθηκε στις 6.9.2023. Ο ίδιος κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία ανέφερε ότι έγινε μέλος στην εν λόγω οργάνωση από τις 6.9.2023, ήτοι από την ημερομηνία έκδοσης της εν λόγω βεβαίωσης. Επομένως, η αποδεικνυόμενη ένταξη και δραστηριοποίησή του έπονται της καταχώρισης της προσφυγής και της ανάθεσης της υπόθεσης σε δικηγόρο. Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει ότι η συμμετοχή του ήταν προσχηματική, περιορίζει όμως τη βαρύτητα της βεβαίωσης ως απόδειξης μιας προϋπάρχουσας σεξουαλικής ταυτότητας και επιβάλλει να αξιολογηθεί σε συνδυασμό με το σύνολο της προσωπικής αφήγησης.
80. Οι φωτογραφίες από την εκδήλωση Pride επιβεβαιώνουν την παρουσία του στη συγκεκριμένη εκδήλωση και τη δημόσια συμμετοχή του σε δραστηριότητα υπέρ των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Δεν αποδεικνύουν, χωρίς πρόσθετα στοιχεία, τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, δεδομένου ότι σε τέτοιες εκδηλώσεις μπορούν να συμμετέχουν και φίλοι, υποστηρικτές ή σύμμαχοι της κοινότητας.
81. Ως προς τα στιγμιότυπα συνομιλίας στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook, αυτά παρουσιάζουν επικοινωνία με λογαριασμό υπό το όνομα «N. U.», στο πλαίσιο της οποίας διατυπώνονται ομοφοβικά και απειλητικά σχόλια. Δεν προσκομίστηκε, ωστόσο, το πρωτότυπο ηλεκτρονικό μέσο ή πλήρες εξαγόμενο αρχείο της συνομιλίας και δεν καθίσταται δυνατή η ανεξάρτητη επιβεβαίωση της ταυτότητας της συνομιλήτριας, της ακεραιότητας της συνομιλίας, του χρόνου δημιουργίας της ή του κατά πόσον αποτυπώνεται το πλήρες επικοινωνιακό πλαίσιο. Περαιτέρω, η συνομιλία έλαβε χώρα μετά την καταχώριση της προσφυγής και μετά τη συμμετοχή του στο Pride. Ως εκ τούτου, της αποδίδεται περιορισμένη υποστηρικτική αποδεικτική αξία.
82. Ως προς την αντιμετώπιση των ομοφυλόφιλων προσώπων στη χώρας καταγωγής του Αιτητή, παρατίθενται τα κάτωθι σε σχέση με την μεταχείριση (κοινωνική και κρατική) της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στη Νιγηρία.
83. Σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο στη Νιγηρία οι ομοφυλοφιλικές συμπεριφορές, οι γάμοι μεταξύ ομοφυλόφιλων και η εγγραφή ΛΟΑΤΚΙ+ οργανώσεων ποινικοποιούνται.[7] Όσοι καταδικάζονται για σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου μπορούν να φυλακιστούν έως και δεκατέσσερα χρόνια, και δώδεκα βόρειες πολιτείες διατηρούν την θανατική ποινή για ομοφυλοφιλικές δραστηριότητες.[8] Συγκεκριμένα, το άρθρο 214 του Ποινικού Κώδικα της Νιγηρίας του 1916 (Κεφάλαιο 21 - Αδικήματα κατά της Ηθικής) ορίζει ότι: «Κάθε άτομο που 1) έχει γνώση σαρκικής σχέσης οποιουδήποτε προσώπου ενάντια στην φυσική τάξη· 2) έχει σαρκική σχέση με ζώο· ή 3) επιτρέπει σε άρρεν άτομο να έχει σαρκική σχέση με τον ίδιο ενάντια στην φυσική τάξη, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 215, κάθε πρόσωπο που τελεί απόπειρα να διαπράξει τα παραπάνω αδικήματα είναι ένοχος για διάπραξη κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά (7) ετών. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 217, οποιοσδήποτε άντρας εμπλέκεται σε «προσβολή δημοσίας αιδούς» με άλλους άνδρες, δημοσίως ή ιδιωτικά, υπόκειται φυλάκιση τριών (3) ετών.[9]
84. Περαιτέρω, σύμφωνα με έκθεση, δημοσιευσθείσα το 2023, από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (U.S. Department of State), «ο νόμος ποινικοποιεί τον γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, τις σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, τη συμμετοχή σε ομάδες για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και τη δημόσια επίδειξη «ερωτικής τρυφερότητας» μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. Στις 12 πολιτείες της χώρας στις οποίες εφαρμόζεται ο ισλαμικός νόμος/σαρία (sharia) πέρα από ποινή φυλάκισης όσοι συλλαμβάνονται για ομοφυλοφιλική συμπεριφορά κινδυνεύουν να καταδικαστούν και σε θανατική ποινή δια λιθοβολισμού».[10]
85. Εν κατακλείδι, σύμφωνα με επισκόπηση (2023) του διεθνούς συνδέσμου ILGA (International Lesbian, Gay, Bisexual, Trans and Intersex Association, ILGA) το ποινικό δίκαιο στη Νιγηρία βασίζεται σε μια σειρά από ποικίλα νομικά πλαίσια. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι το πολιτειακό, ομοσπονδιακό και εθιμικό ή θρησκευτικό δίκαιο έχουν ποικίλους ρόλους, η ποινικοποίηση των συναινετικών σεξουαλικών πράξεων μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου αποτελεί κοινή προσέγγιση.[11]
86. Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ (US DOS, 2024), επιβεβαιώνει το ανωτέρω κοινωνικό και κρατικό πλαίσιο κακομεταχείρισης κατά της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, και αναφέρει τα κάτωθι σε σχέση με τις παραβιάσεις και τις επιθέσεις κατά ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων:
«Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ανέφεραν περιστατικά βίας, απειλών (συμπεριλαμβανομένων εκβιασμών) και παρενόχλησης με βάση τον πραγματικό ή αντιληπτό σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα ή έκφραση φύλου τους, μεταξύ άλλων και από κρατικούς φορείς. Στις 29 Αυγούστου, άνδρας 27 ετών επιτέθηκε σωματικά σε τρανς γυναίκα, η οποία φέρεται να στοχοποιήθηκε λόγω της ταυτότητάς της, και την ανάγκασε να μεταφέρει χρήματα στον τραπεζικό του λογαριασμό. Ο δράστης κατηγορήθηκε για αδικήματα που σχετίζονται με κλοπή και επίθεση. Η υπόθεση εκκρεμούσε στο τέλος του έτους. ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στοχοποιήθηκαν επίσης μέσω εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης από εγκληματικές ομάδες. Ένας ομοφυλόφιλος άνδρας ανέφερε σε μη κυβερνητική οργάνωση ότι τον Δεκέμβριο ταξίδεψε από το Λάγος στην Πολιτεία Ογκούν για να συναντήσει άνδρα με τον οποίο επικοινωνούσε μέσω εφαρμογής κοινωνικής δικτύωσης. Όπως δήλωσε, όταν έφτασε στη διεύθυνση, δέχθηκε επίθεση από ομάδα ατόμων που τον ανάγκασαν να αποκαλύψει το PIN της κάρτας του. Στη συνέχεια, η ομάδα απέσυρε τις αποταμιεύσεις του και προχώρησε στη σύναψη δύο δανείων στο όνομά του».[12]
87. Οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν ότι οι συναινετικές σχέσεις μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου ποινικοποιούνται στη Νιγηρία και ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα εκτίθενται σε σοβαρό κοινωνικό στιγματισμό, αυθαίρετες συλλήψεις, εκβιασμούς και βία από κρατικούς και μη κρατικούς φορείς. Το νομικό και κοινωνικό αυτό πλαίσιο καθιστά τον ισχυρισμό αντικειμενικά δυνατό. Δεν μπορεί, όμως, να θεραπεύσει τις ατομικές αντιφάσεις ούτε να αποδείξει ότι ο συγκεκριμένος Αιτητής είναι ομοφυλόφιλος ή ότι υπέστη τα γεγονότα που επικαλείται. Η εξωτερική συνοχή ενός ισχυρισμού με τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής αποτελεί υποστηρικτικό και όχι υποκατάστατο της εξατομικευμένης αξιολόγησης.
88. Συνολικά, η καθυστερημένη προβολή του ισχυρισμού και η απουσία συγκεκριμένου συναισθηματικού τρόπου αφήγησης δεν λαμβάνονται αυτοτελώς ως λόγοι απόρριψης. Εντούτοις, η συνειδητή προβολή πλήρως διαφορετικής και παραδεχθείσας ως αναληθούς ιστορίας, οι ψευδείς δηλώσεις επί βασικών προσωπικών δεδομένων, η σταδιακή προσθήκη κρίσιμων περιστατικών, οι ουσιώδεις ασυνέπειες και η περιορισμένη αποδεικτική ισχύς των μεταγενέστερων τεκμηρίων δεν επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής κατέστησε τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό επαρκώς αξιόπιστο. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός περί ομοφυλοφιλικού σεξουαλικού προσανατολισμού δεν γίνεται αποδεκτός.
89. Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή περί εντοπισμού του με τον σύντροφο και αναζήτησής του από τις αρχές επισημαίνονται τα εξής. Ο Αιτητής δήλωσε ότι, ενώ διέμενε με τον σύντροφό του στην Anambra, γείτονες τους αντιλήφθηκαν από ανοικτό παράθυρο κατά τη διάρκεια προσωπικών στιγμών, συγκεντρώθηκε πλήθος περίπου 10–20 προσώπων, τους εξύβρισαν, τους απογύμνωσαν, τους ξυλοκόπησαν και τους απείλησαν ότι θα τους καταγγείλουν στην Αστυνομία. Κατά τα λεγόμενά του, την επόμενη ημέρα μετέβη σε φαρμακείο για περιποίηση τραύματος στο πόδι και, δύο ή τρεις ημέρες αργότερα, παραδόθηκε στην κατοικία του συντρόφου του αστυνομική κλήση.
90. Αρχικά, να σημειωθεί ότι οι δηλώσεις του παρουσιάζουν ουσιώδεις ασυνέπειες ως προς τη μετέπειτα τύχη του συντρόφου του. Κατά τη δεύτερη συνέντευξη ανέφερε αρχικά ότι συνέχισαν να επικοινωνούν, στη συνέχεια ότι πληροφορήθηκε πως ο σύντροφός του συνελήφθη και τελικά ότι δεν επικοινώνησε ξανά μαζί του αλλά πληροφορήθηκε από κοινό φίλο ότι βρισκόταν στη φυλακή. Στην ένορκη δήλωση της 14.6.2023 προστέθηκε για πρώτη φορά ότι ο κατονομαζόμενος πλέον ως «D» είχε όχι μόνο συλληφθεί αλλά και καταδικαστεί σε δεκατετραετή φυλάκιση. Δεν διευκρινίστηκαν η ημερομηνία, το δικαστήριο, το αδίκημα, η διαδικασία ή η πηγή από την οποία πληροφορήθηκε τη φερόμενη καταδίκη, ούτε προσκομίστηκε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο.
91. Ασυνέπεια προκύπτει και ως προς την έκδοση της αστυνομικής κλήσης. Στην ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι έλαβαν κλήση τόσο ο ίδιος όσο και ο σύντροφός του, ενώ το προσκομισθέν έγγραφο απευθύνεται μόνο στον Αιτητή. Κατά τη συνέντευξη δήλωσε ότι η κλήση εστάλη στη διεύθυνσή του, ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία ανέφερε ότι είχε αφεθεί στην οικία του συντρόφου του. Διαφορετικές ήταν και οι αναφορές του ως προς τον χρόνο και τον τρόπο κατά τον οποίο το έγγραφο περιήλθε στην κατοχή του, αφού άλλοτε ανέφερε αποστολή του από συγγενείς και άλλοτε από τον αδελφό του περί το 2023 ή 2024.
92. Περαιτέρω, η περιγραφή του ίδιου του περιστατικού εντοπισμού και της επακόλουθης επίθεσης παρέμεινε ιδιαιτέρως γενική και ελλιπής. Μολονότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι περίπου δέκα έως είκοσι πρόσωπα συγκεντρώθηκαν έξω από την οικία, εισήλθαν σε αυτήν, τον απογύμνωσαν, τον ξυλοκόπησαν και τον απείλησαν ότι θα τον καταγγείλουν στην Αστυνομία, δεν παρέθεσε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τη χρονική αλληλουχία του περιστατικού, τον τρόπο εισόδου των προσώπων στην οικία, τη διάρκεια και τις ειδικότερες συνθήκες της επίθεσης, τον τρόπο με τον οποίο αυτή τερματίστηκε, καθώς και τις ενέργειες των εμπλεκομένων αμέσως μετά. Ιδίως, δεν αποσαφήνισε με ποιον τρόπο κατόρθωσε ο ίδιος να διαφύγει από ομάδα τόσων προσώπων, πότε και προς ποιο μέρος κατευθύνθηκε, ούτε γιατί ή με ποιες συνθήκες ο σύντροφός του παρέμεινε στην οικία. Αντίστοιχα αόριστες παρέμειναν οι αναφορές του ως προς τον τραυματισμό του, την ακριβή φύση και σοβαρότητά του και την περίθαλψη που φέρεται να έλαβε σε φαρμακείο. Οι ελλείψεις αυτές αφορούν καίρια και βιωματικά στοιχεία ενός γεγονότος το οποίο, κατά τον ισχυρισμό του, αποτέλεσε την άμεση αφορμή για τη διαφυγή του και, συνεπώς, αποδυναμώνουν ουσιωδώς την εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού
93. Τέλος, παρά τον ισχυρισμό ότι η Αστυνομία τον αναζητούσε, ο Αιτητής παρέμεινε στη Νιγηρία μέχρι τις 8.3.2021 και αναχώρησε νόμιμα μέσω του αεροδρομίου της Abuja, χρησιμοποιώντας το διαβατήριό του, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τον συνοριακό έλεγχο. Ο ίδιος δήλωσε ότι, πριν από την αναχώρησή του, δεν είχε πληροφορηθεί ότι είχε καταχωριστεί ως καταζητούμενος και, όταν ρωτήθηκε πώς κατόρθωσε να εξέλθει ενώ φερόταν να αναζητείται, απάντησε ότι η υπόθεση δεν είχε δημοσιευθεί. Οι απαντήσεις αυτές δεν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενεργού εθνικής αναζήτησης κατά τον χρόνο αναχώρησής του.
94. Ως Τεκμήριο προσκομίστηκε έγγραφο που φέρει τον τίτλο «The Nigeria Police – Police Invitation», ημερομηνίας 13.12.2020, και καλεί τον Αιτητή να παρουσιαστεί στις 15.12.2020 σε υπηρεσία που αναγράφεται χειρόγραφα ως “Anti-Cult (SPACS), Ukpo–Awka Sector”, για διερεύνηση υπόθεσης “Homosexuality/Gay Practice”.
95. Η ύπαρξη ειδικής μονάδας κατά του οργανωμένου εγκλήματος και του cultism στην πολιτεία Anambra επιβεβαιώνεται από εξωτερικές πληροφορίες. Το γεγονός αυτό παρέχει γενική εξωτερική συνάφεια στη μορφή της αναγραφόμενης υπηρεσίας. Δεν επιβεβαιώνει, όμως, ότι η συγκεκριμένη μονάδα εξέδωσε το επίδικο έγγραφο ή ότι ήταν αρμόδια να διερευνήσει το αναγραφόμενο περιστατικό.
96. Το έγγραφο δεν περιλαμβάνει αριθμό αστυνομικού φακέλου ή καταγγελίας, συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη, περιγραφή του φερόμενου αδικήματος, στοιχεία του καταγγέλλοντος ή σαφή αναφορά στον τόπο και στον χρόνο τέλεσης. Η γενική χειρόγραφη φράση “Homosexuality/Gay Practice” δεν αποτελεί από μόνη της συγκεκριμένο νομικό χαρακτηρισμό. Επιπλέον, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο σχετικά με την υπηρεσιακή ιδιότητα ή την εξουσιοδότηση του υπογράφοντος. Επισημαίνεται εξάλλου ότι το έγγραφο δεν αναφέρει διεύθυνση παρά καταγράφει ότι ο Αιτητής να παρουσιαστεί στο ανωτέρω γραφείο, ούτε διεύθυνση παραλήπτη.
97. Παρατίθενται συναφώς τα κάτωθι σε σχέση με τις αστυνομικές προσκλήσεις στη Νιγηρία. Σύμφωνα με το Immigration and Refugee Board of Canada (IRB) και ειδικότερα την έκθεση της 5ης Νοεμβρίου 2018 αναφορικά με τις αστυνομικές επιστολές πρόσκλησης στη Νιγηρία, οι εν λόγω επιστολές διακρίνονται γενικά σε δύο βασικούς τύπους ανάλογα με την εκδίδουσα αρχή. Ο πρώτος τύπος φέρει το επίσημο επιστολόχαρτο (letterhead) του αστυνομικού τμήματος που την εκδίδει. Στη συνέχεια, το κυρίως σώμα της επιστολής είναι εξ ολοκλήρου δακτυλογραφημένο, συμπεριλαμβανομένων του ονόματος και της διεύθυνσης του παραλήπτη. Η μορφή αυτή χρησιμοποιείται συνήθως από ανώτερα αστυνομικά κλιμάκια. […] Ο δεύτερος τύπος αστυνομικών επιστολών πρόσκλησης είναι αυτός που χρησιμοποιείται συνήθως από τοπικά αστυνομικά φυλάκια, διαιρέσεις και διοικήσεις περιοχών. Πρόκειται συνήθως για ένα προεκτυπωμένο ασπρόμαυρο έντυπο με κενά σημεία για τη συμπλήρωση των ονομάτων και των διευθύνσεων του παραλήπτη και του προσώπου που [ο παραλήπτης] καλείται προς εμφάνιση. Αυτός ο τύπος είναι πιο συνηθισμένος και χρησιμοποιείται κυρίως για λιγότερο σοβαρά αδικήματα.[13]
98. Σχετικά με τη μορφή των αστυνομικών επιστολών πρόσκλησης η ανωτέρω έκθεση επικαλείται και παραθέτει τις κάτωθι πληροφορίες :
«Υπάρχουν πάντοτε λογότυπα στις αστυνομικές επιστολές πρόσκλησης, αν και υπάρχουν «μικρές διαφοροποιήσεις» στα λογότυπα «καθώς κάθε τμήμα τα τυπώνει για δική του χρήση». Συνήθως υπάρχουν αριθμοί αναφοράς, ιδιαίτερα στις επιστολές πρόσκλησης που εκδίδονται από το γραφείο του Αστυνομικού Επιτρόπου και από το γραφείο του Αναπληρωτή Γενικού Επιθεωρητή Αστυνομίας. Οι επιστολές των προσκλήσεων της αστυνομίας του πρώτου τύπου περιλαμβάνουν τη διεύθυνση του γραφείου που τις εκδίδει […]. Για επιστολές που εκδίδονται από τοπικά αστυνομικά φυλάκια, διαιρέσεις ή διοικήσεις περιοχών, τόσο η διεύθυνση όσο και οι αριθμοί τηλεφώνου είναι «συνήθως» χειρόγραφοι από τους αστυνομικούς που συμπληρώνουν το έντυπο. Οι «διευθύνσεις email/Twitter/Instagram είναι σπάνιες και πιθανόν ασυνήθιστες» σε επιστολές που εκδίδονται από αστυνομικά φυλάκια, διαιρέσεις ή διοικήσεις περιοχών. Σφραγίδες εμφανίζονται «σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, με ελάχιστες εξαιρέσεις». Οι πληροφορίες που περιέχονται στις σφραγίδες περιλαμβάνουν το όνομα του τμήματος, υπογραφή και ημερομηνία. Οι αστυνομικές επιστολές πρέπει πάντοτε να φέρουν υπογραφή και «συνήθως υπογράφονται από ανώτερο αστυνομικό αξιωματικό με βαθμό τουλάχιστον Δόκιμου Βοηθού Αστυνομικού Υπευθύνου (Assistant Superintendent of Police - ASP)». Δεν υπάρχει «κάποιο συγκεκριμένο προκαθορισμένο πρότυπο» όσον αφορά τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο κυρίως σώμα του κειμένου των αστυνομικών επιστολών πρόσκλησης. Η μορφή των αστυνομικών επιστολών πρόσκλησης που εκδίδονται από αστυνομικά φυλάκια, διαιρέσεις ή διοικήσεις περιοχών είναι «σχεδόν πάντοτε» η ίδια σε ολόκληρη τη Νιγηρία και μεταξύ των αστυνομικών σταθμών, «καθώς χρησιμοποιείται το ίδιο έντυπο από όλους». Ενδέχεται να υπάρχουν ορισμένες διαφοροποιήσεις στη μορφή των αστυνομικών επιστολών πρόσκλησης, όπως αυτών που εκδίδονται από τον Αστυνομικό Επίτροπο, ανάλογα με το γραφείο που εκδίδει την επιστολή».[14]
99. Σε σχέση με την δυνατότητα έκδοσης παραποιημένων/πλαστών εγγράφων στη χώρα, έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών της Αυστραλίας του 2020 αναφέρει ότι παρά το γεγονός ότι ο Ποινικός Κώδικας (Penal Code) και ο Criminal Code της Νιγηρίας ποινικοποιούν την απάτη και την πλαστογράφηση εγγράφων, η χώρα έχει παρουσιάσει κατά το παρελθόν υψηλά ποσοστά εγγράφων αμφίβολης γνησιότητας. Πέραν των πιστοποιητικών γέννησης, θανάτου και γάμου, αξιωματούχοι των μεταναστευτικών αρχών αναφέρουν ότι μεταξύ των εγγράφων που συχνά υπόκεινται σε πλαστογράφηση συγκαταλέγονται τραπεζικές καταστάσεις, πιστοποιητικά ασφάλισης υγείας, επιστολές πρόσκλησης (invitation letters), συστατικές ή εισαγωγικές επιστολές, καθώς και βεβαιώσεις εργοδότησης από πολυεθνικές εταιρείες. Τα εν λόγω πλαστογραφημένα έγγραφα χρησιμοποιούνται συχνά για την έκδοση διαβατηρίων. Ενδεικτικά, τον Ιούνιο του 2017, η Ειδική Μονάδα Δίωξης Απάτης της Αστυνομίας ανέφερε ότι η Ιταλική Πρεσβεία απέστειλε σε μηνιαία βάση κατά μέσο όρο 50 νιγηριανά διαβατήρια που είχαν εκδοθεί βάσει πλαστών εγγράφων. Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές εντός της Νιγηρίας, λειτουργούν πολυάριθμα δίκτυα ή επιχειρήσεις μέσω των οποίων είναι σχετικά εύκολο και χαμηλού κόστους να αποκτήσει κανείς πλαστά έγγραφα, όπως άδειες οδήγησης, πιστοποιητικά γέννησης ή γάμου, δηλώσεις ηλικίας και επιστολές ταυτοποίησης από τοπικές αρχές, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την έκδοση γνήσιου διαβατηρίου. Παράλληλα, η Νιγηρία έχει λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση της απάτης, ενισχύοντας τους μηχανισμούς ελέγχου, τα βιομετρικά συστήματα ταυτοποίησης, καθώς και τις εξειδικευμένες μονάδες διερεύνησης απάτης. Ωστόσο, περιορισμένος αριθμός υποθέσεων καταλήγει τελικά σε καταδίκες.[15]
100. Η γενικότερη μορφολογία του εγγράφου που προσκόμισε ο Αιτητής δεν ασύμβατη με τα ανωτέρω. Ωστόσο, η γνησιότητα ενός εγγράφου δεν εξαντλείται στη μορφολογία, στη σφραγίδα ή στο λογότυπό του, αλλά αξιολογείται σε συνδυασμό με την προέλευση, την αλυσίδα κατοχής, τον χρόνο προσκόμισης και τη συνέπειά του με την προσωπική αφήγηση. Εν προκειμένω, οι αντιφατικές δηλώσεις ως προς τον τόπο επίδοσης, τα πρόσωπα προς τα οποία απευθυνόταν, τον χρόνο και τον τρόπο απόκτησής του, καθώς και η ασυμβατότητά του με επιμέρους στοιχεία της αφήγησης, μειώνουν ουσιωδώς την αποδεικτική του αξία.
101. Περαιτέρω, η κλήση δεν αποδεικνύει ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης, ότι ο Αιτητής καταχωρίστηκε ως καταζητούμενος ή ότι η αναζήτησή του συνεχίζεται. Πρόκειται, κατά το φερόμενο περιεχόμενό της, για πρόσκληση εμφάνισης σε αστυνομικό γραφείο. Ακόμη και εάν θεωρηθεί αυθεντική, δεν αποδεικνύει αφ’ εαυτής ούτε την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών που προηγήθηκαν ούτε τον σημερινό ισχυρισμό περί ενεργού αναζήτησης του Αιτητή από τις νιγηριανές αρχές.
102. Σημειώνεται επίσης ότι οι εξωτερικές πηγές που παρατέθηκαν ανωτέρω επιβεβαιώνουν ότι στη Νιγηρία υφίσταται ποινικοποίηση και ότι έχουν καταγραφεί συλλήψεις, αστυνομική παρενόχληση και κακομεταχείριση προσώπων λόγω πραγματικού ή αποδιδόμενου σεξουαλικού προσανατολισμού. Κατά συνέπεια, ένα τέτοιο περιστατικό είναι γενικά δυνατό στο συγκεκριμένο κοινωνικό και νομικό περιβάλλον. Η γενική αυτή συμβατότητα, όμως, δεν αίρει τις ουσιώδεις αντιφάσεις της συγκεκριμένης αφήγησης ούτε πιστοποιεί την ατομική αστυνομική αναζήτηση.
103. Υπό το φως των ανωτέρω, η αστυνομική κλήση διαθέτει περιορισμένη υποστηρικτική αποδεικτική αξία και δεν είναι ικανή, είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με την αναξιόπιστη προσωπική αφήγηση, να θεμελιώσει τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός περί εντοπισμού και κακομεταχείρισης του Αιτητή με τον σύντροφό του, της σύλληψης και καταδίκης του τελευταίου και της συνεχιζόμενης αναζήτησης του Αιτητή από τις αρχές της Νιγηρίας δεν γίνεται αποδεκτός.
104. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, πέραν των όσων ο ίδιος δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε αρχικώς οποιονδήποτε πρόσθετο ή ανεξάρτητο κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό του προφίλ ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις του. Κατά την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου λαμβάνονται υπόψη αποκλειστικά τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, σε συνδυασμό με τα ατομικά χαρακτηριστικά του Αιτητή και τις επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.
105. Ως προς τον τόπο συνήθους διαμονής, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι ο Αιτητής προέβη σε ασυνεπείς δηλώσεις ως προς τον τόπο όπου διέμενε έως και την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής. Εντούτοις, δεδομένου ότι οι επιμέρους δηλώσεις του δεν αξιολογήθηκαν αυτοτελώς, λαμβάνονται υπόψη, στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης, οι δηλώσεις του περί διαμονής του στην πολιτεία Anambra για χρονικό διάστημα έξι μηνών. Το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη κατάσταση που επικρατεί στο τόπο συνήθους καταγωγής του Αιτητή, την πολιτεία Anambra (όπου διέμεινε περί τους έξι μήνες προτού αποχωρήσει από την χώρα καταγωγής του), στη βάση της φυλετικής καταγωγής και θρησκείας του Αιτητή. Όσον αφορά στη θρησκεία του Αιτητή δεν προκύπτει φόβος δίωξης και/ή κίνδυνος σοβαρής βλάβης, καθώς σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για τη Θρησκευτική Ελευθερία στη Νιγηρία για το 2023, o χριστιανισμός είναι η δεύτερη δημοφιλέστερη θρησκεία συνολικά στη χώρα με ποσοστό 48,1% και μάλιστα, οι χριστιανικές ομάδες των καθολικών, των αγγλικανών και των μεθοδιστών, αποτελούν την πλειονότητα στην Νότια περιοχή της Νιγηρίας.[16] Ούτε, επίσης, προκύπτει τέτοιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος λόγω της εθνοτικής καταγωγής του Αιτητή, καθώς σύμφωνα με έτερη εξωτερική πηγή, η φυλή του Αιτητή (Igbo), η οποία κυρίως εμφανίζεται στα ανατολικά, αποτελεί μία εκ των τριών κύριων φυλών στη χώρα του.[17] Δεδομένου, εξάλλου, ότι ο Αιτητής δεν εξέφρασε οποιοδήποτε υποκειμενικό φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης εξαιτίας των συγκεκριμένων πτυχών του προσωπικού του προφίλ, ήτοι της θρησκευτικής και εθνοτικής του ταυτότητας, κρίνεται ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος από αυτές.
106. Όσον αφορά στην κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στην χώρα καταγωγής του και ειδικότερα στην περιοχή συνήθους διαμονής του, ήτοι στην πολιτεία Anambra (όπου ο Αιτητής ζούσε κατά τη δήλωσή του και εργαζόταν για έξι μήνες πριν την έξοδό του από τη χώρα και η οποία κρίνεται ως τόπος συνήθους διαμονής του), το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης.
107. Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, έκθεση του Ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung για τη Νιγηρία αναφέρει πως το Ισλαμικό κράτος για την δυτική Αφρική και άλλες ομάδες της Boko Haram συνεχίζουν να θέτουν απειλές στα βορειοανατολικά της χώρας, ενώ άλλες μη κρατικές ένοπλες ομάδες έχουν επεκτείνει τις δραστηριότητες τους στην βορειοδυτική περιοχή, ενώ η σύγκρουση αγροτών-βοσκών συνεχίζεται στη βόρεια-κεντρική περιοχή και επεκτείνεται επίσης πέρα από αυτήν προς τα νότια, και υπάρχει αύξηση σε αυτονομιστική αναταραχή στα νοτιοανατολικά της χώρας.[18]
108. Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Anambra, η πλέον πρόσφατη έκθεση του EUAA για την κατάσταση ασφαλείας στη Νιγηρία, δημοσιευμένη το Νοέμβριο του 2025[19], με περίοδο αναφοράς την 1η Ιανουαρίου 2024 έως την 31η Αυγούστου 2025,[20] καταγράφει τα εξής για την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Anambra: «Η πολιτεία Anambra αποτελείται από τις ακόλουθες 21 Περιοχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης (LGAs): Aguata, Awka North, Awka South, Anambra East, Anambra West, Anaocha, Ayamelum, Dunukofia, Ekwusigo, Idemili North, Idemili South, Ihiala, Njikoka, Nnewi North, Nnewi South, Ogbaru, Onitsha North, Onitsha South, Orumba North, Orumba South και Oyi. Πρωτεύουσα είναι η Awka.[21] Η κύρια εθνοτική ομάδα είναι οι Igbo (98%), ενώ επίσης υπάρχει ένας μικρός πληθυσμός Igala (2%) που ζουν στο βορειοδυτικό τμήμα του κρατιδίου.[22] Σύμφωνα με προβολές στη βάση των στοιχείων της απογραφής του 2006, ο πληθυσμός του κρατιδίου Anamra το 2022 υπολογίστηκε σε 5.953.517 κατοίκους.[23]
109. Η πολιτεία Anambra περιγράφηκε ως χαρακτηριζόμενη από «ανασφάλεια»,[24] καθώς αντιμετώπιζε μια σειρά από προβλήματα ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της δράσης αιρέσεων (cultism), ένοπλων ληστειών,[25] δολοφονιών[26] και απαγωγών.[27] Ένοπλοι πραγματοποίησαν πολλαπλές θανατηφόρες επιθέσεις στην πολιτεία Anambra στοχοποιώντας δυνάμεις ασφαλείας[28] και ομάδες αυτοάμυνας (vigilantes),[29] ενώ ορισμένες από αυτές τις επιθέσεις φέρεται να έχουν διαπραχθεί από αυτονομιστικά στοιχεία.[30] Αναφερόμενος γενικά στη Νοτιοανατολική περιοχή της Νιγηρίας ένας ανώτερος σύμβουλος ασφαλείας ο οποίος έδωσε συνέντευξη στην EUAA τον Ιούλιο του 2025, δήλωσε ότι η IPOB θεωρούνταν πλέον γενικά «λιγότερο μαχητική» σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια και φαινόταν να μην έχει εμπλακεί στην πλειονότητα των πρόσφατων επιθέσεων κατά του ομοσπονδιακού προσωπικού ασφαλείας.[31] Σύμφωνα με την ίδια πηγή, αυτές οι επιθέσεις φαίνεται να έχουν διαπραχθεί από εγκληματικές ομάδες που «παρίσταναν» τους υποστηρικτές της Biafra ή από στοιχεία που συνδέονται με την νεοσυσταθείσα οργάνωση BRGIE (Biafran Republic Government In Exile) του Simon Ekpa.[32] Σύμφωνα με το Nigeria Watch, το 2024, η Anambra κατέγραψε έναν από τους χαμηλότερους αριθμούς θανάτων που συνδέονται με εθνοτική και κοινοτική βία,[33] αν και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών ανέφεραν το Μάιο του 2025 «κλιμακούμενες επιθέσεις» από θεωρούμενους ένοπλους ληστές (bandits) και βοσκούς σε τοπικές κοινότητες.[34]
110. Κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως τις 31 Αυγούστου 2025, το ACLED κατέγραψε 218 περιστατικά ασφαλείας στην πολιτεία Anambra , τα οποία οδήγησαν σε 305 θανάτους. Από αυτά τα περιστατικά, 96 κωδικοποιήθηκαν ως μάχες, 1 κωδικοποιήθηκε ως έκρηξη/εξ αποστάσεως βία, 13 ως ταραχές και 108 ως βία κατά πολιτών.[35] Σύμφωνα με την ACLED, στην πλειονότητα των περιστατικών που κωδικοποιήθηκαν ως βία κατά πολιτών εμπλέκονταν άγνωστες ένοπλες ομάδες και άγνωστες πολιτοφυλακές συνδεόμενες με αιρέσεις.[36]
111. Επικουρικώς, και δεδομένων των ασυνεπειών στις δηλώσεις του Αιτητή ως προς τον τόπο συνήθους διαμονής του, για λόγους πληρότητας της έρευνας εξετάζεται η κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Enugu, η οποία αποτελεί αναμφισβήτητα τόπο καταγωγής και προηγούμενης διαμονής του Αιτητή, όπου διέμεινε για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και όπου εξακολουθούν να διαβιούν μέλη της οικογένειάς του.
112. Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη πολιτεία Enugu, σύμφωνα με πληροφορίες που παρατίθενται σε έκθεση της EUAA του 2025, κυβερνήτης της πολιτείας Enugu υποστήριξε ότι η εν λόγω πολιτεία αποτελεί μία από τις ασφαλέστερες πολιτείες της χώρας, με την κατάσταση σε ορισμένα τμήματα της Enugu να χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη «ανασφάλεια». Όπως αναφέρεται, η ESN έχει περιορίσει, αν δεν έχει εκδιώξει, με σημαντική επιτυχία την παρουσία των Fulani στα δάση της Νοτιοανατολικής Νιγηρίας, συμβάλλοντας, όπως φαίνεται, στη μείωση των περιστατικών απαγωγών από στοιχεία Fulani σε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική περιοχή. Ωστόσο, σε τμήματα της πολιτείας Enugu εξακολουθούσαν να σημειώνονται περιστατικά που αφορούσαν εγκληματικές ομάδες που δραστηριοποιούνται σε δασικές περιοχές.[37] Το IPOB θεωρείται πλέον γενικά «λιγότερο επιθετικό» σε σχέση με τα προηγούμενα έτη και ότι φαίνεται να μην έχει εμπλακεί στην πλειονότητα των πρόσφατων επιθέσεων κατά ομοσπονδιακού προσωπικού ασφαλείας. Επιθέσεις φαίνεται να πραγματοποιούνται είτε από εγκληματικές ομάδες που «παρίσταναν» τους υποστηρικτές της Biafra είτε από στοιχεία που συνδέονται με την BRGIE του Simon Ekpa.[38]
113. Αναφορικά με τον αριθμό των περιστατικών, όπως καταγράφει η EUAA στην ανωτέρω έκθεση, κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2024 έως 31 Αυγούστου 2025, καταγράφηκαν 133 περιστατικά ασφαλείας στην πολιτεία Enugu, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα συνολικά 135 θανάτους. Από τα περιστατικά αυτά, 43 καταγράφηκαν ως μάχες, 10 ως ταραχές και 80 ως βία κατά αμάχων.[39]
114. Με βάση την καθοδηγητική έκθεση της EUAA για τη χώρα του Μαρτίου 2026 αναφέρεται τόσο για την πολιτεία Anambra όσο και για την πολιτεία Enugu ότι «παρότι ορισμένα περιστατικά είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση βλάβης σε αμάχους, λαμβανομένης υπόψη της επικράτησης εγκληματικής και όχι αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης, συνάγεται ότι δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος ένας άμαχος να επηρεαστεί προσωπικά κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας.[40]
115. Ενόψει των ανωτέρω, ως προς την κατάσταση ασφαλείας τόσο στην πολιτεία Anambra όσο και στην πολιτεία Enugu, παρότι από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει ότι στις εν λόγω πολιτείας υφίστανται περιστατικά ανασφάλειας, περιλαμβανομένων ένοπλων επιθέσεων, απαγωγών, δολοφονιών, ληστειών και περιστατικών βίας κατά πολιτών, εντούτοις δεν προκύπτει ότι η κατάσταση έχει λάβει τέτοια ένταση ή έκταση ώστε να δημιουργείται, λόγω και μόνο της παρουσίας εκεί, πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης για τον άμαχο πληθυσμό κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας (νυν εφαρμοστέο άρθρο 15γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/ 1347). Η δε σχετική καθοδηγητική έκθεση της EUAA του Μαρτίου 2026 επιβεβαιώνει το ανωτέρω συμπέρασμα ότι, παρά την ύπαρξη περιστατικών που έχουν προκαλέσει βλάβη σε αμάχους, η επικρατούσα βία στην Anambra και την Enugu είναι κατά κύριο λόγο εγκληματικής φύσεως και όχι αδιάκριτη βία στο πλαίσιο ένοπλης σύρραξης, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται πραγματικός κίνδυνος ένας άμαχος να επηρεαστεί προσωπικά κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης. Επικουρικώς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Αιτητή, ο οποίος είναι νεαρός, ενήλικος και υγιής άνδρας, χωρίς να προκύπτει ότι διαθέτει οποιαδήποτε ιδιαίτερη ευαλωτότητα ή χαρακτηριστικό που θα τον καθιστούσε περισσότερο εκτεθειμένο στις γενικότερες συνθήκες ανασφάλειας που επικρατούν στην περιοχή. Ούτε άλλωστε ο ίδιος επικαλέστηκε οποιοδήποτε περιστατικό ή στοιχείο που να καταδεικνύει ότι, επηρεάζεται από τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας. Ως εκ τούτου, λαμβανομένης υπόψη τόσο της φύσης και της έντασης της βίας στην Anambra και στην Enugu όσο και του προσωπικού προφίλ του Αιτητή, δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής και διαμονής του στην εν λόγω πολιτεία, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας.
116. Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 10 αυτού. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
117. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 15 (α) και (β) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347].
118. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. άρθρο 15 (γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].
119. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους υπαγωγής του στο καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
120. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (βλ. αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. [Βλ. απόφαση της 30ης Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28]. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι στις περιοχές καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι τις πολιτείες Anambra και Enugu, δεν υφίσταται επί του παρόντος κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει η ύπαρξη παρατεταμένων και γενικευμένων ένοπλων συγκρούσεων στις εν λόγω περιοχές ώστε η κατάσταση να δύναται, υπό τα υφιστάμενα δεδομένα, να χαρακτηριστεί ως εσωτερική ένοπλη σύρραξη κατά την έννοια της σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ. Επομένως, παρέλκει η οποιαδήποτε άλλη εξέταση των συστατικών στοιχείων της υπό εξέταση διάταξης.
121. Επικουρικώς, ως προς τις περιστάσεις του Αιτητή, επισημαίνεται ότι πρόκειται για άνδρα νεαρής ηλικίας, χωρίς προβλήματα υγείας, και λειτουργικά αυτόνομο, ικανό προς εργασία και αυτοσυντήρηση πρόσωπο. Είναι περαιτέρω εξοικειωμένος με τις περιοχές, άρα σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί επαρκώς τους κινδύνους, δεν έχει τεκμηριώσει περιστατικό παρελθούσας δίωξης, ενώ στην Enugu διαθέτει ευρύτερο υποστηρικτικό δίκτυο. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι ο Αιτητής ως άμαχος δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, ένεκα της κατάστασης ασφαλείας στις περιοχές υπαγωγής.
122. Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω [βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51 και απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, υπόθεση C-313/25 PPU, GB κατά Minister van Asiel en Migratie [Adrar], ECLI:EU:C:2025:647, ιδίως σκέψεις 60 έως 66].
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, χωρίς έξοδα εναντίον του Αιτητή, λαμβανομένων υπόψη των επανειλημμένων καθυστερήσεων εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση να συμμορφωθούν με τις οδηγίες και τα διατάγματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την έγκαιρη εξέταση και αξιολόγηση του καινοφανούς ισχυρισμού του Αιτητή, γεγονός το οποίο είχε ως αποτέλεσμα αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας και την ανάγκη διεξαγωγής πρόσθετων δικασίμων και εμφανίσεων.
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA, https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 9.6.2026]
[2] European Union Agency for Asylum (E.U.A.A.), ‘Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis, Second edition’ (February 2023) σελ. 263-266 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 25.9.2025)
[3] Erin Gomez, The Post-ABC Situation of LGB Refugees in Europe, 30 Emory Int'l L. Rev. 475 (2016). Available at: https://scholarlycommons.law.emory.edu/eilr/vol30/iss3/4 σελ. 496-497, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]
[4] EUAA, 'Practical Guide on Evidence and Risk Assessment' (2024), 57-62 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/publications/practical-guide-evidence-and-risk-assessment (ημερομηνία πρόσβασης 13.5.2026)
[5] Bλ. ιστοσελίδα της οργάνωσης ACCEPT ΛΟΑΤΙ Κύπρου https://accept.cy/about-us/, πρόσβαση ημερομηνίας 24.8.2026.
[6] https://accept.cy/%ce%bc%ce%b5%ce%bb%ce%b7/ (ημερομηνία πρόσβασης 13.5.2026)
[7] HRW - Human Rights Watch, World Report 2025 – Nigeria, 16 January 2025, https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/nigeria [Ημερομηνία Πρόσβασης: 13.5.2026]
[8] Freedom House, Freedom in the World 2025 – Nigeria, 2025, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 (ημερομηνία Πρόσβασης: 13.5.2026)
[9] Nigeria: Criminal Code Act [Nigeria], Cap C38 LFN 2004, 1 June 1916, available at: https://www.refworld.org/docid/49997ade1a.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13.5.2026)
[10] USDOS - US Department of State, 2023 Country Reports on Human Rights Practices: Nigeria, https://www.ecoi.net/en/document/2107771.html (Ημερομηνία Πρόσβασης:13.5.2026)
[11] ILGA, Our Identities Under Arrest, A Global Overview on the Enforcement of Laws Criminalising Consensual Same-Sex Sexual Acts Between Adults and Diverse Gender Expressions, 2023, σελ. 97, Our_Identities_Under_Arrest_2023_SOGI.pdf (Ημερομηνία Πρόσβασης: 13.5.2026)
[12] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Nigeria, 23 April 2024
https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/nigeria/ (ημερομηνία πρόσβασης 13.5.2026)
[13] IRB (Immigration and Refugee Board of Canada), Nigeria: Update to NGA106121 of 11 June 2018 on police invitation letters, including legal status, uses and format; consequences for a person who does not comply with a police invitation letter (2016-May 2018) [NGA106209.E], 5 November 2018, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=457636&pls=1(ημερομηνία πρόσβασης 13.5.2026)
[14] IRB (Immigration and Refugee Board of Canada), Nigeria: Update to NGA106121 of 11 June 2018 on police invitation letters, including legal status, uses and format; consequences for a person who does not comply with a police invitation letter (2016-May 2018) [NGA106209.E], 5 November 2018, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=457636&pls=1(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19.5.2026)
[15] DFAT (Australian Government - Department of Foreign Affairs and Trade), DFAT Country Information Report Nigeria, 3 December 2020, https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/dfat-country-information-report-nigeria-3-december-2020.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19.5.2026)
[16] USDOS - U.S. Department of State, 2023 Report on International Religious Freedom: Nigeria, 30.6.2024, https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/nigeria/ (τελευταία πρόσβαση 13.5.2026)
[17]Nigeria - Country briefing, https://www.ecoi.net/en/countries/nigeria/briefing/#ftn13 (τελευταία πρόσβαση 13.5.2026)
[18]Bertelsmann Stiftung (Author): BTI 2024 Country Report Nigeria, 19 March 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105924/country_report_2024_NGA.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 13.5.2026)
[19] EUAA, Nigeria: Security Situation, Νοέμβριος 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, σελ. 121-125 (ημερομηνία πρόσβασης 13.5.2026)
[20] EUAA, Nigeria: Security Situation, Νοέμβριος 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, σελ. 11 (ημερομηνία πρόσβασης 13.5.2026)
[21] Nigeria, Federal Government of Nigeria, States, Anambra, n.d., https://nigeria.gov.ng/states/anambra/ (ημερομηνία πρόσβασης 13.5.2026)
[22] Nigeria, Federal Government of Nigeria, States, Anambra, n.d., https://nigeria.gov.ng/states/anambra/ (ημερομηνία πρόσβασης 13.5.2026)
[23] UNFPA and US Census Bureau, Nigeria – Subnational Population Statistics, 2022, modified 11 Σεπτεμβρίου 2024, https://data.humdata.org/dataset/a7c3de5e-ff27-4746-99cd-05f2ad9b1066/resource/d3a631f1-d9e1-430c-a10e-ff34be40410d/download/nga_admpop_2022.xlsx (ημερομηνία πρόσβασης 19.05.2026)
[24] Daily Post, Group stages protest over insecurity, activities of vigilante in Anambra, 22 Αυγούστου 2025, https://dailypost.ng/2025/08/22/group-stages-protest-over-insecurity-activities-of-vigilante-in-anambra/ (ημερομηνία πρόσβασης 19.05.2026)
[25] Punch, Insecurity: Anambra assembly passes homeland security bill, 16 Ιανουαρίου 2025, https://punchng.com/insecurity-anambra-assembly-passes-homeland-security-bill/ (ημερομηνία πρόσβασης 19.05.2026)
[26] Premium Times, Vigilante group arrest gunmen terrorising Anambra residents – Official, 17 Ιουλίου 2024, https://www.premiumtimesng.com/regional/ssouth-east/714354-vigilante-group-arrest-gunmen-terrorising-anambra-residents-official.html?tztc=1 (ημερομηνία πρόσβασης 19.05.2026)
[27] Punch, Gunmen shoot, abduct Anambra bizman, 29 Ιουλίου 2025, https://punchng.com/gunmen-shoot-abduct-anambra-bizman/ (ημερομηνία πρόσβασης 19/05/2026); Punch, Insecurity: Anambra assembly passes homeland security bill, 16 Ιανουαρίου 2025, https://punchng.com/insecurity-anambra-assembly-passes-homeland-security-bill/; Premium Times, Vigilante group arrest gunmen terrorising Anambra residents – Official, 17 Ιουλίου 2024, https://www.premiumtimesng.com/regional/ssouth-east/714354-vigilante-group-arrest-gunmen-terrorising-anambra-residents-official.html?tztc=1 (ημερομηνία πρόσβασης 19.05.2026)
[28] Punch, Panic as four killed, vehicles burnt in Anambra gunmen attack, 10 Ιουλίου 2025, https://punchng.com/panic-as-four-killed-vehicles-burnt-in-anambra-gunmen-attack/; Punch, Five feared killed
as gunmen attack two Anambra communities, 18 Νοεμβρίου 2024, https://punchng.com/five-feared-killed-as-gunmen-attack-two-anambra-communities/; THISDAY, Gunmen Attack Police Station in
Anambra, Kill Two Officers, 16 Σεπτεμβρίου 2024, https://www.thisdaylive.com/2024/09/16/gunmen-attack-police-station-in-anambra-kill-two-officers-2/; Vanguard, Gunmen attack another police station in Anambra,
kill corporal, 3 Σεπτεμβρίου 2024,https://www.vanguardngr.com/2024/09/gunmen-attack-another-police-station-in-anambra-kill-corporal/; Punch, Gunmen kill policeman in Anambra checkpoint attack, 18 Αυγούστου 2024, https://punchng.com/gunmen-kill-cop-in-fresh-anambra-police-checkpoint-attack/ (ημερομηνία πρόσβασης 19.05.2026)
[29] Premium Times, Gunmen kill four vigilante operatives in South-east Nigeria, 18 Νοεμβρίου 2024, https://www.premiumtimesng.com/regional/ssouth-east/755401-gunmen-kill-four-vigilante-operatives-in-south-east-nigeria.html (ημερομηνία πρόσβασης 19.05.2026)
[30] Premium Times, Gunmen kill four vigilante operatives in South-east Nigeria, 18 Νοεμβρίου 2024, https://www.premiumtimesng.com/regional/ssouth-east/755401-gunmen-kill-four-vigilante-operatives-in-south-east-nigeria.html; THISDAY, Gunmen Attack Police Station in
Anambra, Kill Two Officers, 16 Σεπτεμβρίου 2024, https://www.thisdaylive.com/2024/09/16/gunmen-attack-police-station-in-anambra-kill-two-officers-2/; Vanguard, Gunmen attack another police station in Anambra,
kill corporal, 3 Σεπτεμβρίου 2024,https://www.vanguardngr.com/2024/09/gunmen-attack-another-police-station-in-anambra-kill-corporal/ (ημερομηνία πρόσβασης 19.05.2026)
[31] Νιγηριανός ανώτερος σύμβουλος ασφάλειας, διαδικτυακή συνέντευξη με την EUAA, 30 Ιουλίου 2025, όπως παρατίθεται στο EUAA, Nigeria: Security Situation, Νοέμβριος 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, σελ. 121-125 (ημερομηνία πρόσβασης 19.05.2026)
[32] Νιγηριανός ανώτερος σύμβουλος ασφάλειας, διαδικτυακή συνέντευξη με την EUAA, 30 Ιουλίου 2025, όπως παρατίθεται στο EUAA, Nigeria: Security Situation, Νοέμβριος 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, σελ. 121-122 (ημερομηνία πρόσβασης 19.05.2026)
[33] Nigeria Watch, Fourteenth report on violence in Nigeria 2024, 2025, https://nigeriawatch.org/media/html/Reports/NGA-Watch-Report24.pdf, σελ. 15 (ημερομηνία πρόσβασης 19.5.2026)
[34] Vanguard, CSOs decry herdsmen attacks in Southeast, demand justice, 11 Μαΐου 2025, https://www.vanguardngr.com/2025/05/csos-decry-herdsmen-attacks-in-southeast-demand-justice/ (ημερομηνία πρόσβασης 19.5.2026)
[35] Ανάλυση της EUAA βασισμένη σε δημόσια διαθέσιμα δεδομένα της ACLED. ACLED, Curated Data Files Africa, Dεδομένα που καλύπτουν την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2024 έως 31 Αυγούστου 2025, όπως είχαν διαμορφωθεί στις 10 Σεπτεμβρίου 2025, https://acleddata.com/curated/data-africa, όπως παρατίθεται στο EUAA, Nigeria: Security Situation, Νοέμβριος 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, σελ. 122 (ημερομηνία πρόσβασης 19.5.2026)
[36] Ανάλυση της EUAA βασισμένη σε δημόσια διαθέσιμα δεδομένα της ACLED. ACLED, Curated Data Files Africa, Dεδομένα που καλύπτουν την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2024 έως 31 Αυγούστου 2025, όπως είχαν διαμορφωθεί στις 10 Σεπτεμβρίου 2025, https://acleddata.com/curated/data-africa, όπως παρατίθεται στο EUAA, Nigeria: Security Situation, Νοέμβριος 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, σελ. 122 (ημερομηνία πρόσβασης 19/5/2026)
[37] EUAA, COI Report - Nigeria: Security Situation, November 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-11/2025_11_EUAA_COI_Report_Nigeria_Security_Situation_1.pdf, σελ. 129 (ημερομηνία πρόσβασης 26.8.2026)
[38] EUAA, COI Report - Nigeria: Security Situation, November 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-11/2025_11_EUAA_COI_Report_Nigeria_Security_Situation_1.pdf, σελ. 129 (ημερομηνία πρόσβασης 26.8.2026)
[39] EUAA, COI Report - Nigeria: Security Situation, November 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-11/2025_11_EUAA_COI_Report_Nigeria_Security_Situation_1.pdf, σελ. 130 (ημερομηνία πρόσβασης 26.8.2026)
[40] EUAA, Country Guidance: Nigeria, March 2026, available at: https://www.euaa.europa.eu/country-guidance-nigeria/country-guidance-nigeria, σελ.72(ημερομηνία πρόσβασης 13.5.2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο