Μ.B.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 598/23, 10/8/2026
print
Τίτλος:
Μ.B.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 598/23, 10/8/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ. 598/23

 

10 Αυγούστου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

Μ.B.Μ.

 

                                                                                                                                    Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

Αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας

 

Αγγελική Πλιάκα για Διονυσία Κυριάκου Ζησιμοπούλου, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Νικόλας Κουρσάρης, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή ο αιτητής ζητά την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 10/02/2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Εκκρεμούσης της παρούσας προσφυγής και αφού καταχωρήθηκε η Γραπτή Αγόρευση του αιτητή και η Γραπτή Αγόρευση των καθ’ων η αίτηση, η δικηγόρος του αιτητή προέβη στην καταχώρηση αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας.  Η δικηγόρος του αιτητή καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας με την οποία ο αιτητής αιτείται άδειας και/ή διαταγής του Δικαστηρίου όπως του επιτραπεί η προσαγωγή της μαρτυρίας που παρατίθεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή και τα επισυνημμένα σ' αυτήν τεκμήρια.

 

Η αίτηση βασίζεται στα  άρθρα 11 και 17 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964 (Ν. 33/64), στους Κανονισμούς 9(6), 10(2),11(2),11(3),17 18 και 19 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1962, στον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών, στον Περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι) του 2018), στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί, στο Άρθρο 9 (1) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα Μέρη 1, 3, 3.8.(1,2), 23.6 (1) (α) και (δ) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών του 2023, επί του άρθρου 1Α, 146, 169, 79 του Συντάγματος, επί της πρακτικής του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, τις αρχές της επιείκειας και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στη Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, στον περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο Ν. 158 (Ι)/1999, της Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ανθρώπων, στον περί της Ίδρυσης και λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμο του 2015 ( 131(Ι)/2015 ), στον Περί Απόδειξης Νόμο Κεφ. 9 (όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα), στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 και ειδικότερα, στα μέρη 31,32 και το Έντυπο 34.

 

Η υπό εξέταση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κυρίας Ραφαέλλας Καλογήρου, συνεργάτιδας της συνηγόρου του αιτητή η οποία αναφέρει ότι έχει πλήρη γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από τον αιτητή να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Η κυρία Καλογήρου υποστηρίζει πως πρόσφατα περιήλθαν στην κατοχή του αιτητή τρεις κλήσεις από το Γενικό Αστυνομικό Τμήμα, με τις οποίες καλείτο να παρουσιαστεί στο Γραφείο του Δικαστικού Επιθεωρητή Losambo Manya Benoit για να δώσει κατάθεση αναφορικά με αδικήματα. Επιπλέον, περιήλθε στην κατοχή του ένταλμα προσαγωγής, ημερομηνίας 22/01/2022, με τίτλο «Καταζητούμενο Πρόσωπο», σύμφωνα με το οποίο ο αιτητής καταζητείται για το αδίκημα της συμμετοχής σε εξέγερση, ενώ καλούνται οι αρμόδιοι φορείς να διεξαγάγουν έρευνα σε ολόκληρη την επικράτεια του Κονγκό και να τον προσαγάγουν ενώπιον του πιο πάνω Δικαστικού Επιθεωρητή. Περαιτέρω, ο αιτητής επιθυμεί να προσκομίσει την κάρτα του με αριθμό 008, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύει ότι είναι μέλος της μονάδας επικοινωνίας, καθώς και έγγραφο ημερομηνίας 1/04/2021 με τίτλο «Λίστα προσθήκης μελών της μονάδας επικοινωνίας της Εθνοσυνέλευσης».

 

Περαιτέρω, η κυρία Καλογήρου υποστήριξε ότι τα προαναφερόμενα στοιχεία καταδεικνύουν την αναγκαιότητα αποδοχής της παρούσας αίτησης, ώστε να θεμελιωθεί η αξιοπιστία των ισχυρισμών του αιτητή και να του παρασχεθεί προστασία στην Κυπριακή Δημοκρατία.  Επιπρόσθετα, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίστηκε ότι η παρούσα αίτηση αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής του αιτητή, καθότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθείς και αποδεικνύονται από τα τεκμήρια που επιδιώκουν να θεσουν ενώπιον του Δικαστηρίου.  Τέλος, η κυρία Καλογήρου υποστήριξε ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα καταστεί αδύνατη σε μεταγενέστερο στάδιο η διεξαγωγή δίκαιης δίκης και η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης, διευκρινίζοντας ότι η παρούσα αίτηση δεν είναι καταχρηστική, αλλά υποβάλλεται στο παρόν στάδιο, αφού οι λόγοι για τους οποίους προσαγάγεται έχουν δεόντως επεξηγηθεί.

 

Στην ένορκη δήλωση του αιτητή, η οποία συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται πως στις 10/02/2023 του παραδόθηκε επιστολή της ίδιας ημερομηνίας, στην αγγλική γλώσσα, με την οποία ενημερώθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι η αίτησή του εξετάστηκε και απορρίφθηκε, καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι δικαιούται να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας ή ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας.  Ακολούθως, ο αιτητής καταχώρισε προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης, διότι θεωρεί ότι η Υπηρεσία Ασύλου λανθασμένα έκρινε ως αναξιόπιστο τον βασικό του ισχυρισμό ότι έχει δεχθεί απειλές κατά της ζωής του και ότι διώκεται στο Κονγκό, χωρίς να προβεί σε δέουσα έρευνα, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ανασφάλειας που επικρατεί στο Κονγκό και τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

Περαιτέρω, υποστηρίζει πως προβαίνει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησής του για προσαγωγή ένορκης μαρτυρίας, καθότι έχει στην κατοχή του τρεις κλήσεις από το Γενικό Αστυνομικό Τμήμα, ημερομηνιών 12/01/2022, 17/01/2022 και 20/01/2022, με τις οποίες καλείτο να παρουσιαστεί στο Γραφείο του Δικαστικού Επιθεωρητή Losambo Manya Benoit για να δώσει κατάθεση για αδικήματα. Επιπλέον, αναφέρει ότι έλαβε από φιλικό του πρόσωπο ένταλμα προσαγωγής ημερομηνίας 22/01/2022, με τίτλο «Καταζητούμενο Πρόσωπο», σύμφωνα με το οποίο διώκεται για το αδίκημα της συμμετοχής σε εξέγερση, μέσω του οποίου καλούνται οι αρμόδιοι φορείς να διεξαγάγουν έρευνα σε όλη την επικράτεια του Κονγκό και να τον προσαγάγουν στο Γραφείο του Δικαστικού Επιθεωρητή Losambo Manya Benoit. Επιπλέον, επιθυμεί να προσκομίσει την κάρτα του με αριθμό 008, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύει ότι είναι μέλος της μονάδας επικοινωνίας, καθώς και έγγραφο ημερομηνίας 1/04/2021 με τίτλο «Λίστα προσθήκης μελών της μονάδας επικοινωνίας της Εθνοσυνέλευσης». Αναφέρει ότι τα εν λόγω έγγραφα επιθυμεί να προσκομισθούν, επειδή σχετίζονται άμεσα με τους ισχυρισμούς του και ενισχύουν την αξιοπιστία όσων ανέφερε κατά τη συνέντευξή του.

 

Όπως ισχυρίζεται, κατά το στάδιο της συνέντευξής του δεν είχε τα εν λόγω έγγραφα στην κατοχή του, καθώς του είχαν αποσταλεί από φίλο του μετά τη συνέντευξή του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.  Συγκεκριμένα αναφέρει πως επιθυμεί να προσκομίσει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 έγγραφο ημερομηνίας 12/01/2022, με τίτλο «Πρώτη Κλήση», από το Γενικό Αστυνομικό Τμήμα, με το οποίο καλείτο να παρουσιαστεί στο Γραφείο του Δικαστικού Επιθεωρητή Losambo Manya Benoit στις 14/01/2022 για να δώσει κατάθεση για αδικήματα. Ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1Α προσκομίζει τη μετάφραση του Τεκμηρίου 1 στην ελληνική γλώσσα. 

 

Επιπλέον, επιθυμεί να προσκομίσει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 έγγραφο ημερομηνίας 17/01/2022, με τίτλο «Δεύτερη Κλήση», από το Γενικό Αστυνομικό Τμήμα, με το οποίο καλείτο να παρουσιαστεί στο Γραφείο του Δικαστικού Επιθεωρητή Losambo Manya Benoit στις 19/01/2022 για να δώσει κατάθεση για αδικήματα. Ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2Α προσκομίζει τη μετάφραση του Τεκμηρίου 2 στην ελληνική γλώσσα.  Πρόσθετα, επιθυμεί να προσκομίσει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 έγγραφο ημερομηνίας 20/01/2022, με τίτλο «Τρίτη Κλήση», από το Γενικό Αστυνομικό Τμήμα, με το οποίο καλείτο να παρουσιαστεί στο Γραφείο του Δικαστικού Επιθεωρητή Losambo Manya Benoit στις 21/01/2022 για να δώσει κατάθεση για αδικήματα. Ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3Α προσκομίζει τη μετάφραση του Τεκμηρίου 3 στην ελληνική γλώσσα.

 

Επιπλέον, επιθυμεί να προσκομίσει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 έγγραφο ημερομηνίας 22/01/2022, με τίτλο «Καταζητούμενο Πρόσωπο», από το Γενικό Αστυνομικό Τμήμα, με το οποίο διατάσσεται η έρευνα για τον εντοπισμό, τη σύλληψη και την προσαγωγή του στο Γραφείο του Δικαστικού Επιθεωρητή Losambo Manya Benoit για να δώσει κατάθεση για αδικήματα. Ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4Α προσκομίζει τη μετάφραση του Τεκμηρίου 4 στην ελληνική γλώσσα.  Επιθυμεί να προσκομίσει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 τη δημοσιογραφική του κάρτα, η οποία επιβεβαιώνει ότι είναι δημοσιογράφος. Ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5Α προσκομίζει τη μετάφραση του Τεκμηρίου 5 στην ελληνική γλώσσα.

 

Επιπλέον, επιθυμεί να προσκομίσει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 έγγραφο ημερομηνίας 1/04/2021, με τίτλο «Λίστα προσθήκης μελών της μονάδας επικοινωνίας της Εθνοσυνέλευσης», το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύει ότι εργαζόταν ως δημοσιογράφος στην Εθνοσυνέλευση. Ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6Α προσκομίζει τη μετάφραση του Τεκμηρίου 6 στην ελληνική γλώσσα.  Υποστηρίζει ότι, υπό το φως των ανωτέρω, είναι αναγκαίο να επιτραπεί από το Δικαστήριο η προσαγωγή της μαρτυρίας του με ένορκη δήλωση, ώστε το Δικαστήριο να έχει πλήρη εικόνα όλων των σχετικών γεγονότων που αφορούν την εξέταση της προσφυγής του κατά την απόφαση των καθ’ ων η αίτηση και να είναι σε θέση να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης επί της ουσίας.  Περαιτέρω, αναφέρει ότι τα εν λόγω έγγραφα αποδεικνύουν ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και ότι, εφόσον τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θα βοηθήσουν στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

 

Αναφέρει ακόμη ότι, σύμφωνα με όσα πληροφορήθηκε από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεσή του, η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας είναι αναγκαίο να εγκριθεί προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και για την αποκατάσταση της χρηστής διοίκησης.  Τέλος, υποστηρίζει ότι, εφόσον γίνει δεκτή η μαρτυρία, οι καθ’ ων η αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε αδικία ούτε θα επηρεαστούν αρνητικά τα δικαιώματά τους, αφού θα εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να τον αντεξετάσουν και να προσφέρουν τη δική τους μαρτυρία.  Ισχυρίζεται ότι τυχόν απόρριψη του αιτήματός του θα βλάψει τα δικαιώματά του, καθότι η απόρριψη της αίτησης θα ισοδυναμεί με αποστέρηση του δικαιώματός του να ακουστεί, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς του, θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος που εκπροσωπεί τους καθ’ων η αίτηση υπέβαλε ένσταση στην αίτηση του αιτητή, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Κάλλιας Σάββα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου των καθ’ων η αίτηση, στην οποία εξηγεί για ποιους λόγους, κατά τους ισχυρισμούς του, πρέπει η υπό εξέταση αίτηση να μην εγκριθεί και να προχωρήσει το Δικαστήριο στην απόρριψή της. Με την ένσταση στην αίτηση, η κυρία Σάββα εισηγείται πως δεν θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση γιατί κατά τον ισχυρισμό της είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά αβάσιμη ή/και απαράδεκτη, δεν πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για να επιτραπεί η προσαγωγή της σκοπούμενης μαρτυρίας, η οποία όπως αναφέρει δεν είναι αναγκαία και/ή ουσιώδης για να κριθεί η νομιμότητας της επίδικης απόφασης, δεν είναι ικανή να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς του αιτητη και ούτε είναι δυνατόν να αποτελέσει αποδεκτή μαρτυρία. 

 

Η συνήγορος του αιτητή στη γραπτή της αγόρευση αναφέρει ότι η αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας είναι νόμιμη και στηρίζεται στις σχετικές συνταγματικές, νομοθετικές και δικονομικές διατάξεις, καθώς και στη σχετική νομολογία και πρακτική των Δικαστηρίων. Επιπρόσθετα, υποστήριξε ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί είναι άμεσα συναφής με τα επίδικα ζητήματα και με τους ισχυρισμούς του αιτητή, όπως αυτοί είχαν τεθεί κατά την εξέταση του αιτήματός του ενώπιον της διοικητικής διαδικασίας και του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα και γενικότερα στο Κονγκό δεν επιτρέπει την ασφαλή επιστροφή του αιτητή χωρίς κίνδυνο να υποστεί δίωξη ή εξευτελιστική μεταχείριση.

 

Η συνήγορος του αιτητή ανέφερε επίσης ότι τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τεκμήρια αποδεικνύουν ότι ο αιτητής καταζητείται στην Kinshasa και ειδικότερα ότι υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή του. Πρόσθετα, αναφέρθηκε στη σχετική νομολογία, υποστηρίζοντας ότι η προσαγωγή νέας μαρτυρίας επιτρέπεται όταν αυτή είναι ουσιώδης για την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, παραπέμποντας σε σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της νομολογίας που διέπει το ζήτημα της προσαγωγής μαρτυρίας.

 

Η συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση, με τη Γραπτή της Αγόρευση, παραθέτοντας τις βασικές αρχές που διέπουν το θέμα προσαγωγής μαρτυρίας ως αυτές απορρέουν από τη σχετική επί του ζητήματος νομολογία, εισηγείται πως στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ως εκ τούτου, η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, αναφέρει ότι τα έγγραφα των οποίων επιδιώκεται η προσαγωγή, δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας στον αιτητή, δεν επιτελούν κανένα σκοπό και δεν είναι αναγκαία για την εξακρίβωση των γεγονότων που είναι σχετικά με την υπόθεση.

 

Η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, στη γραπτή αγόρευσή της, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο αιτητής κρίθηκε εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος ως προς τις αναφορές του σχετικά με την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του. Ωστόσο, ως προς τα γεγονότα που κατά τους ισχυρισμούς του, τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του στερούνταν λογικής συνέπειας, λεπτομέρειας και ακρίβειας, καθώς δεν ήταν σε θέση να παρέχει σαφείς και ικανοποιητικές απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Περαιτέρω, παραπέμπει στο Παράρτημα 5 της Ένστασης της Δημοκρατίας, όπου, σύμφωνα με τα αναφερόμενά της, καταγράφονται λεπτομερώς τα σημεία αναξιοπιστίας του αιτητή, υποστηρίζοντας ότι για τους λόγους αυτούς η υπό εξέταση αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι τα τεκμήρια τα οποία ο αιτητής επιδιώκει να προσαγάγει βρίσκονται σε αντίφαση τόσο με τους ισχυρισμούς του, όσο και με όσα είχε αναφέρει κατά τη συνέντευξή του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Ειδικότερα, αναφέρει ότι οι κλήσεις από τις αστυνομικές αρχές και το ένταλμα σύλληψης έρχονται σε σύγκρουση με τον ισχυρισμό του αιτητή ότι αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα του επιδεικνύοντας το διαβατήριό του, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα με τις αρχές. Επιπλέον, σημειώνει ότι ο αιτητής δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε αναφορά στα έγγραφα αυτά κατά τη συνέντευξή του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι τα εν λόγω έγγραφα συγκρούονται με όσα ο αιτητής είχε προηγουμένως αναφέρει και συνεπώς, δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. 

 

Τέλος, προβάλλει ζήτημα ως προς τη γνησιότητα και την αυθεντικότητα των εγγράφων που ο αιτητής επιδιώκει να προσαγάγει. Ειδικότερα, επισημαίνει ότι η ορκωτή μεταφράστρια αναφέρει στην μετάφραση του Τεκμηρίου 4, δηλαδή στο Τεκμήριο 4Α πως το κείμενο στη γαλλική γλώσσα περιέχει πολυάριθμα γραμματικά λάθη, στοιχείο το οποίο, κατά την άποψή της, δεν συνάδει με τα συνήθη χαρακτηριστικά επίσημων εγγράφων που εκδίδονται από τις αστυνομικές αρχές της χώρας. Υποστηρίζει ότι το γεγονός αυτό ενισχύει τις αμφιβολίες ως προς την αυθεντικότητα των εγγράφων και συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον μπορεί να γίνει αποδεκτή η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, λαμβάνοντας υπόψη το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και το οποίο μελέτησα, ειδικότερα την αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας την ένσταση που υπέβαλε ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση, όπως και τις γραπτές και προφορικές αγορεύσεις των διαδίκων, καθώς και τα όσα έχουν καθιερωθεί από τη σχετική επί του ζητήματος νομολογία του Ανωτάτου, του Διοικητικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

 

Είναι χρήσιμο να καταγραφεί το δικονομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεσες αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας, το οποίο προκύπτει από τους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί. Καταρχάς, ο Κανονισμός 3 αυτών, προβλέπει ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «(α) Κάθε προσφυγή καταχωρείται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο με έγγραφη αίτηση, ως το Έντυπο Αρ. 1 συνοδευόμενη από την προσβαλλομένη απόφαση και τα υποστηρικτικά αυτής στοιχεία που επιδόθηκαν στον αιτητή καθώς και οποιαδήποτε νέα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία ήθελε προσκομίσει ο αιτητής.

 

(β) Νέα έγγραφα ή στοιχεία ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία που προσκομίζονται κατά την καταχώριση της προσφυγής, παρατίθενται ή επισυνάπτονται ως τεκμήρια, ανάλογα, σε ένορκη δήλωση από τον Αιτητή. Ο ενόρκως δηλών εξηγεί το λόγο για τον οποίο δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία κατά την εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης καθώς και τη συνάφειά τους με τα επίδικα θέματα.».

 

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 8 των  περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί: «Το Δικαστήριο δύναται να καθορίζει τη διαδικασία και να εκδίδει οδηγίες κατά περίπτωση αναφορικά με τη λήψη γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας ή άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.».

 

Επιπρόσθετα, ο Κανονισμός 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί, προβλέπει ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«(α) Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται-

(i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και

(ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.».

 

Συνεπώς, οι συναφείς διατάξεις των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί, παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να δεχτεί μαρτυρία, εφόσον βέβαια, τηρηθούν οι δικονομικοί κανόνες που καθορίζονται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς, όπως και οι κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθοριστεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να επιτρέπει στους διαδίκους να προσαγάγουν μαρτυρία, τηρουμένων των Διαδικαστικών Κανονισμών και την πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Το διάταγμα του Δικαστηρίου, για προσκόμιση μαρτυρίας, εκδίδεται πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και στην βάση τούτου ο Κανονισμός 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) του 1962 (οι οποίοι ακολουθούνται σύμφωνα με τον Κανονισμό 2, των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί), καθορίζει πως σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οδηγίες, οι οποίες απαιτούνται προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης.

 

Προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται μόνον όταν η απόδειξη των συγκεκριμένων γεγονότων τεκμηριώνει οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91, ημερ. 24.9.1992 και Lordos Hotels Holdings Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, Υποθ. Αρ. 71/97, ημερ. 18.11.1999). Ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έγκειται στο ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί πρέπει να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και με τους λόγους ακυρώσεως που προωθούνται (βλ. K.N.K. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 5787/13, ημερομηνίας 18/10/2019).

 

Επομένως, για να εξεταστεί και να κριθεί από το Δικαστήριο η σχετικότητα της μαρτυρίας, πρέπει η προτεινόμενη μαρτυρία να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση (βλ. Ιωσηφίδης ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, (2006) 3 ΑΑΔ 677). Εάν η μαρτυρία που ζητείται να προσκομιστεί δεν συγκεκριμενοποιείται, τότε δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να μπορεί να αξιολογηθεί η σχετικότητα της μαρτυρίας που επιδιώκεται να προσκομιστεί (βλ. υποθ. αρ. 1024/14, FBME Bank Ltd v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ημερομηνίας 18/12/2015).

 

Είναι πάγια και διαχρονική η θέση της νομολογίας πως τα γεγονότα που επιδιώκονται να προσκομιστούν με την μαρτυρία πρέπει να προσδιορίζονται με λεπτομέρεια (βλ. Sportsman Betting Co. Limited v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 591 σελ 595, υπόθεση αρ. 300/03, Χρίστος Ιωσηφιδης ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, ημερομηνίας 20/11/02). Όλες οι πιο πάνω κατευθυντήριες αρχές επιβεβαιώθηκαν και από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γρηγόριος Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αν. Έφεση αρ. 3420, (2003) 3 ΑΑΔ 507.

 

Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καθορίσει πως στα πλαίσια του αναθεωρητικού ελέγχου του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας, δεν είναι δυνατόν να προσκομιστεί μαρτυρία η οποία διαφοροποιεί, αλλοιώνει ή μεταβάλλει τα στοιχεία που η διοίκηση είχε ενώπιον της κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Α. 106, και Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335).

 

Η νομολογία είναι καθοριστική ως προς το ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί δεν θα πρέπει να διαφοροποιεί το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη από το αρμόδιο όργανο (Νικολαίδη v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA. 609, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA. 2188, Ακάμας v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA 2321, Κισσόποδα v. Δημοκρατίας (1994) 4 A.AA. 836, Ρούσος ν. Ιωαννίδης και άλλων (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335, Θαλασσινός ν.Δημοκρατίας (2003)3Α.Α.Δ. 507, Δημοκρατία ν. D. J. Karapatakis & Sons Ltd Consortium, ECLI:CY:AD:2015:C519, Α.Ε. 125/2014, ημερομηνίας 13.7.2015).

 

Ωστόσο, επισημαίνω ότι σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3), του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα πλήρους ελέγχου του αιτήματος που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Συνάγεται λοιπόν πως στα πλαίσια του πλήρους και ex nunc ελέγχου, το Δικαστήριο προβαίνει σε πλήρη εξέταση των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που τίθενται ενώπιον του. Σύμφωνα με την παράγραφο 111 της απόφασης C- 585/16, Serin Alheto vs. Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 25/7/2018, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): “111. Στο πλαίσιο αυτό, η έκφραση «ex nunc» αναδεικνύει την υποχρέωση του δικαστή, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιεί, να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής”. Επομένως, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα τηρουμένων των διαδικαστικών κανονισμών να εξετάζει νέα στοιχεία που προέκυψαν μετά την έκδοση της απόφασης, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη τις αρχές της νομολογίας που έχει καθιερώσει το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Συνοψίζοντας ο αιτητής με την ένορκη δήλωσή του μεταξύ άλλων επιθυμεί να προσκομίσει τα πιο κάτω:

 

- Έγγραφο ημερομηνίας 12/01/2022, με τίτλο «Πρώτη Κλήση», από το Γενικό Αστυνομικό Τμήμα, με το οποίο καλείτο να παρουσιαστεί στο Γραφείο του Δικαστικού Επιθεωρητή Losambo Manya Benoit στις 14/01/2022 για να δώσει κατάθεση για αδικήματα, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1.

- Έγγραφο ημερομηνίας 17/01/2022, με τίτλο «Δεύτερη Κλήση», από το Γενικό Αστυνομικό Τμήμα, με το οποίο καλείτο να παρουσιαστεί στο Γραφείο του Δικαστικού Επιθεωρητή Losambo Manya Benoit στις 19/01/2022 για να δώσει κατάθεση για αδικήματα, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2. 

- Έγγραφο ημερομηνίας 20/01/2022, με τίτλο «Τρίτη Κλήση», από το Γενικό Αστυνομικό Τμήμα, με το οποίο καλείτο να παρουσιαστεί στο Γραφείο του Δικαστικού Επιθεωρητή Losambo Manya Benoit στις 21/01/2022 για να δώσει κατάθεση για αδικήματα, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3.

-  Έγγραφο ημερομηνίας 22/01/2022, με τίτλο «Καταζητούμενο Πρόσωπο», από το Γενικό Αστυνομικό Τμήμα, με το οποίο διατάσσεται η έρευνα για τον εντοπισμό, τη σύλληψη και την προσαγωγή του στο Γραφείο του Δικαστικού Επιθεωρητή Losambo Manya Benoit για να δώσει κατάθεση για αδικήματα, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4.

- Δημοσιογραφική κάρτα, η οποία επιβεβαιώνει όπως ισχυρίζεται ότι είναι δημοσιογράφος, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5.

-Έγγραφο ημερομηνίας 1/04/2021, με τίτλο «Λίστα προσθήκης μελών της μονάδας επικοινωνίας της Εθνοσυνέλευσης», το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύει ότι εργαζόταν ως δημοσιογράφος στην Εθνοσυνέλευση, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6.

 

Θα πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ο αιτητής ανέφερε κατά τη διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 28/01/2022. Ως εκ τούτου, όλα τα ανωτέρω έγγραφα, με την εξαίρεση της δημοσιογραφικής κάρτας (Τεκμήριο 5) για την οποία δεν προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία συγκεκριμένη ημερομηνία έκδοσης, φέρονται να έχουν συνταχθεί ή εκδοθεί πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του.  Το γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την εξέταση της παρούσας αίτησης, όχι ασφαλώς υπό την έννοια ότι η προγενέστερη ημερομηνία έκδοσης ενός εγγράφου αποκλείει, αφ' εαυτής, τη δυνατότητα μεταγενέστερης προσκόμισής του ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά διότι δημιουργεί την ανάγκη για συγκεκριμένη και επαρκή εξήγηση ως προς το γιατί ο αιτητής, χωρίς δική του υπαιτιότητα, αδυνατούσε να το υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας.

 

Όπως έχω παραθέσει πιο πάνω, ο Κανονισμός 10(α)(i) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 θέτει ως προϋπόθεση για την προσκόμιση, μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέων εγγράφων, στοιχείων ή πρόσθετης μαρτυρίας, να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι πρόκειται για στοιχεία τα οποία, «άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β)».

 

Εν προκειμένω, ουδεμία συγκεκριμένη εξήγηση παρέχεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα. Ειδικότερα, δεν εξηγείται πότε και υπό ποιες περιστάσεις περιήλθε στην κατοχή του κάθε ένα από τα επίδικα έγγραφα, εάν τα είχε στην κατοχή του ή εάν γνώριζε την ύπαρξή τους πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, εάν επιχείρησε να τα εξασφαλίσει πριν από την αναχώρησή του, κατά την εξέταση της αίτησής του ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του και σε περίπτωση που δεν τα είχε τότε στην κατοχή του, για ποιο συγκεκριμένο λόγο αδυνατούσε να τα εξασφαλίσει.  Ούτε εξηγείται, περαιτέρω, ποια ακριβώς ήταν η σχέση του αιτητή με το πρόσωπο που, κατά τον ισχυρισμό του, του απέστειλε τα έγγραφα, πότε αυτό το πρόσωπο τα απέστειλε, πότε ο αιτητής τα παρέλαβε και κυρίως, γιατί η αποστολή τους από φίλο του σε μεταγενέστερο χρόνο καθιστούσε αντικειμενικά αδύνατη την προηγούμενη προσκόμισή τους.

 

Η απλή αναφορά ότι τα έγγραφα του απεστάλησαν από φίλο του μετά τη συνέντευξή του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου δεν αρκεί, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, για να αποδειχθεί η απαιτούμενη από τον Κανονισμό 10(α)(i) αδυναμία προηγούμενης υποβολής τους. Η μεταγενέστερη περιέλευση ενός εγγράφου στην κατοχή του αιτητή δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκην με την αδυναμία προηγούμενης υποβολής του και εν πάση περιπτώσει, απαιτείται να εξηγείται με συγκεκριμένη μαρτυρία για ποιο λόγο τούτο δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί ή να προσκομιστεί σε προγενέστερο στάδιο.

 

Το ζήτημα καθίσταται ακόμη πιο σημαντικό στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι τα έγγραφα που αφορούν τις κλήσεις και το καταζητούμενο πρόσωπο φέρονται να είχαν εκδοθεί μεταξύ 12/01/2022 και 22/01/2022, δηλαδή πριν από την αναχώρηση του αιτητή από τη χώρα καταγωγής του στις 28/01/2022. Συνεπώς, από τα ίδια τα αναφερόμενα στις ημερομηνίες των εγγράφων δεν προκύπτει ότι αυτά δημιουργήθηκαν ή κατέστησαν διαθέσιμα σε χρόνο μεταγενέστερο της αναχώρησης του αιτητή ή πολύ περισσότερο, σε χρόνο κατά τον οποίο αυτός αδυνατούσε αντικειμενικά να τα εξασφαλίσει.  Δεν παραγνωρίζω ότι η φυσική κατοχή ενός εγγράφου ενδέχεται, υπό ορισμένες περιστάσεις, να διαφέρει από τη γνώση της ύπαρξής του ή από τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτό. Εντούτοις, ακριβώς για τον λόγο αυτό, απαιτείτο από τον αιτητή να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα από τα οποία να μπορεί να συναχθεί η επικαλούμενη αδυναμία του. Τέτοια δεδομένα δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου.

 

Περαιτέρω, ούτε τα όσα αναφέρθηκαν εκ μέρους του αιτητή κατά την αγόρευση μπορούν να θεραπεύσουν την ως άνω έλλειψη. Επομένως, ουδεμία από τις ως άνω παραμέτρους εξηγείται με τρόπο συγκεκριμένο και ικανό να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η επιδιωκόμενη να προσαχθεί μαρτυρία αφορά έγγραφα ή στοιχεία τα οποία, άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του, όπως απαιτεί ο Κανονισμός 10(α)(i).

 

Ο αιτητής θα έπρεπε, προς ικανοποίηση της πιο πάνω προϋπόθεσης, να παραθέσει σαφείς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς ως προς το πότε πληροφορήθηκε για την ύπαρξη ή την έκδοση των εγγράφων, εάν και πότε επιχείρησε να τα εξασφαλίσει, ποια εμπόδια αντιμετώπισε, γιατί τα εμπόδια αυτά δεν μπορούσαν να υπερκεραστούν κατά την εξέταση της αίτησής του ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του και, τέλος, υπό ποιες συγκεκριμένες περιστάσεις κατέστη δυνατό να περιέλθουν στην κατοχή του σε μεταγενέστερο χρόνο. Τίποτε από τα ανωτέρω δεν έχει τεθεί ενώπιον μου με την απαιτούμενη συγκεκριμενοποίηση.

 

Κατά συνέπεια, η επίκληση και μόνον ότι τα έγγραφα απεστάλησαν μεταγενέστερα στον αιτητή από φίλο του δεν αποκαλύπτει τον λόγο για τον οποίο αυτός αδυνατούσε, χωρίς δική του υπαιτιότητα, να τα υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο. Η εν λόγω αναφορά περιγράφει απλώς τον τρόπο με τον οποίο, κατά τον ισχυρισμό του, τα έγγραφα περιήλθαν τελικώς στην κατοχή του, χωρίς όμως να εξηγεί το κρίσιμο δικονομικό ζήτημα της προηγούμενης αδυναμίας υποβολής τους.  Είναι, ως εκ τούτου, κατάληξή μου ότι τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν αποκαλύπτουν επαρκώς τον λόγο της καθυστέρησης και συνεπώς, δεν αιτιολογούν γιατί ο αιτητής «αδυνατούσε να υποβάλει» την επιδιωκόμενη μαρτυρία κατά την καταχώρηση της προσφυγής του, σύμφωνα με τον Κανονισμό 10(α)(i), ή, ακόμη, γιατί αδυνατούσε να την υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας ή σε εύλογο χρόνο μετά την καταχώρηση της προσφυγής του.

 

Το Τεκμήριο 4, ημερομηνίας 22/01/2022, με τίτλο «Καταζητούμενο Πρόσωπο», φέρεται να καταδεικνύει ότι, κατά τον χρόνο που προηγείτο της αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής τελούσε υπό αναζήτηση ή, τουλάχιστον, ότι οι αρχές επιδίωκαν την παρουσία του ενώπιον του Δικαστικού Επιθεωρητή Losambo Manya Benoit.  Το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών όμως, δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα από όσα ο ίδιος ο αιτητής είχε προηγουμένως αναφέρει. Ο αιτητής είχε δηλώσει ότι αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του στις 28/01/2022 και ότι εξήλθε από αυτήν νόμιμα, επιδεικνύοντας το διαβατήριό του, χωρίς κατά την εκδοχή του, να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα με τις αρχές.

 

Η εκδοχή αυτή παρουσιάζει ουσιώδη δυσαρμονία με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 έως 4. Τούτο διότι τα τρία πρώτα έγγραφα φέρονται να έχουν εκδοθεί πριν από την αναχώρησή του, ενώ το Τεκμήριο 4 φέρει ημερομηνία 22/01/2022, μόλις έξι ημέρες πριν από την ημερομηνία που ο ίδιος προσδιορίζει ως ημερομηνία αναχώρησής του. Εάν, πράγματι, οι αρχές είχαν εκδώσει κατά το χρονικό αυτό διάστημα διαδοχικές κλήσεις και ακολούθως, έγγραφο προς αναζήτηση και εντοπισμό του, εύλογα ανακύπτει το ζήτημα του πώς συνάδει τούτο με την προηγούμενη σαφή αναφορά του αιτητή ότι εξήλθε νόμιμα από τη χώρα, επιδεικνύοντας το διαβατήριό του και χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα με τις αρχές.

 

Δεν παραγνωρίζω ότι η ύπαρξη μιας τέτοιας δυσαρμονίας δεν αρκεί, αφ' εαυτής, για να αποφανθώ επί της ουσιαστικής αποδεικτικής αξίας των εγγράφων. Αποτελεί, όμως, στοιχείο το οποίο οφείλω να λάβω υπόψη κατά την κρίση μου κατά πόσο η μαρτυρία αυτή θα πρέπει να γίνει δεκτή στο παρόν στάδιο και ειδικότερα, κατά πόσο έχει αποδειχθεί η αναγκαία συνέπεια μεταξύ της νέας μαρτυρίας και της προηγούμενης εκδοχής του αιτητή.  Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω, περαιτέρω, στο γεγονός ότι ο αιτητής δεν είχε προβεί, κατά τη συνέντευξή του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, σε οποιαδήποτε αναφορά στις συγκεκριμένες κλήσεις ή στην αναζήτησή του από τις αρχές. Τούτο δεν αφορά ένα επουσιώδες ή περιφερειακό στοιχείο, αλλά γεγονότα τα οποία, σύμφωνα με τα ίδια τα έγγραφα που τώρα επιδιώκει να προσκομίσει, είχαν ήδη λάβει χώρα πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του.  Ο αιτητής όφειλε να δώσει και επεξήγηση επί τούτου προκειμένου να αιτιολογήσει το έγγραφο αυτό και να υποστηρίξει τη σχετικότητά του με το αφήγημά του.

 

Εάν τα Τεκμήρια 1 έως 4 αντανακλούν πράγματι γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα κατά τον χρόνο και με τον τρόπο που αναγράφεται σε αυτά, τότε πρόκειται για γεγονότα άμεσα συνδεόμενα με τον ισχυριζόμενο φόβο του αιτητή έναντι των αρχών της χώρας καταγωγής του. Ανέμενα λοιπόν ο αιτητής να δώσει συγκεκριμένη εξήγηση ως προς την πλήρη απουσία οποιασδήποτε αναφοράς σε αυτά κατά την προηγούμενη εξέταση της αίτησής του. Τέτοια εξήγηση, όμως, δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου.  Το ζήτημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν συνδυαστεί με το γεγονός ότι ο αιτητής δεν παρέχει επαρκή και συγκεκριμένη εξήγηση ούτε ως προς την καθυστερημένη προσκόμιση των εγγράφων αυτών.

 

Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση της επιδιωκόμενης μαρτυρίας δεν μπορώ να παραγνωρίσω τα πραγματικά στοιχεία που προκύπτουν σε σχέση με το Τεκμήριο 4 και τη μετάφρασή του Τεκμήριο 4Α, όπου προκύπτει από τη σημείωση της ορκωτής μεταφράστριας ότι το γαλλικό κείμενο περιέχει πολυάριθμα γραμματικά λάθη.  Η παρατήρηση αυτή περιλαμβάνεται στην ίδια τη μετάφραση την οποία ο αιτητής επέλεξε να προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη του περιεχομένου του επίδικου εγγράφου.  Το στοιχείο αυτό, εξεταζόμενο μεμονωμένα, δεν θα ήταν ασφαλώς αρκετό για να καταλήξω ότι το έγγραφο είναι μη γνήσιο. Δεν αποτελεί, όμως, και στοιχείο άνευ σημασίας. Αντιθέτως, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες ουσιώδεις αποκλίσεις μεταξύ του περιεχομένου των εγγράφων και της προηγούμενης εκδοχής του αιτητή, καθώς και με την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς σε αυτά κατά τη συνέντευξή του και την έλλειψη ανεξάρτητης επιβεβαίωσης της γνησιότητάς τους, δημιουργεί εύλογες επιφυλάξεις ως προς την αποδεικτική τους αξία.  Επιπρόσθετα, ο συνήγορος του αιτητή δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση ως προς τις συγκεκριμένες παρατηρήσεις της μεταφράστριας και οι επιφυλάξεις που τέθηκαν από τη συνήγορο των καθ’ων η αίτηση παραμένουν ουσιαστικά αναπάντητες.

 

Η δημοσιογραφική κάρτα, Τεκμήριο 5, και το έγγραφο ημερομηνίας 01/04/2021, Τεκμήριο 6, προσκομίζονται επίσης σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς να έχει δοθεί επαρκής εξήγηση για την προηγούμενη αδυναμία προσκόμισής τους.  Σε σχέση με τη δημοσιογραφική κάρτα, πρόκειται για έγγραφο που ταυτοποιεί επαγγελματική ιδιότητα και εύλογα αναμενόταν να βρίσκεται στην κατοχή του αιτητή ή τουλάχιστον θα αναμενόταν να εξηγήσει με συγκεκριμένο τρόπο υπο ποιές περιστάσεις δεν είχε πρόσβαση σε αυτήν.  Ιδιαίτερα ως προς το Τεκμήριο 6, η ημερομηνία του εγγράφου προηγείται κατά πολύ της αναχώρησης του αιτητή από τη χώρα καταγωγής του, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την παροχή συγκεκριμένης εξήγησης ως προς το γιατί δεν μπορούσε να το προσκομίσει σε προγενέστερο χρόνο και πως το απέκτησε μετά από 4 χρόνια από τη σύνταξή του.

 

Επομένως, δεν έχω ενώπιόν μου απλώς μια περίπτωση μεταγενέστερης προσκόμισης εγγράφων τα οποία επιβεβαιώνουν χωρίς διαφοροποίηση μια ήδη συνεκτική και πλήρως προβληθείσα εκδοχή. Πρόκειται, αντιθέτως, για έγγραφα τα οποία, ιδίως τα Τεκμήρια 1 έως 4, εισάγουν ουσιώδη πραγματικά δεδομένα που δεν είχαν προηγουμένως αναφερθεί και τα οποία εμφανίζονται να δημιουργούν αντίφαση με συγκεκριμένο και ουσιώδες μέρος της προηγούμενης εκδοχής του αιτητή, με τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες, κατά τον ίδιο, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.

 

Υπό το σύνολο των πιο πάνω περιστάσεων, και αξιολογώντας τη μαρτυρία σωρευτικά και όχι αποσπασματικά, καταλήγω ότι ο αιτητής δεν έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αποδοχή της επιδιωκόμενης νέας μαρτυρίας. Αφενός, δεν έχει αποδειχθεί η απαιτούμενη, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυναμία προηγούμενης προσκόμισης των εγγράφων. Αφετέρου, το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 έως 4 δεν συνάδει με ουσιώδες μέρος της προηγούμενης εκδοχής του αιτητή, ενώ η πλήρης απουσία αναφοράς σε αυτά κατά τη συνέντευξή του παραμένει χωρίς επαρκή εξήγηση. Περαιτέρω, οι επιφυλάξεις που έχουν ανακύψει ως προς την αυθεντικότητα και την αποδεικτική αξία των εγγράφων δεν έχουν ανατραπεί με οποιαδήποτε ανεξάρτητη μαρτυρία ή άλλο επαρκές στοιχείο.

 

Αφού άκουσα τους διαδίκους και μελέτησα το ενώπιόν μου υλικό, περιλαμβανομένης της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, των επιδιωκόμενων να προσαχθούν εγγράφων, καθώς και των γραπτών και προφορικών αγορεύσεων των μερών, και έχοντας υπόψη το εφαρμοστέο δικονομικό πλαίσιο και τις σχετικές αρχές της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του Διοικητικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, διαπιστώνω ότι ο αιτητής δεν έχει θέσει ενώπιόν μου επαρκή μαρτυρία ώστε να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση του Κανονισμού 10(α)(i).  Η δε απλή επίκληση ότι τα επίδικα έγγραφα του απεστάλησαν μετά τη συνέντευξή του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου από φίλο του, χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμένη εξήγηση ως προς το γιατί δεν μπορούσε να τα εξασφαλίσει και να τα προσκομίσει προηγουμένως, δεν είναι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, επαρκής για να καταδειχθεί η απαιτούμενη από τον Κανονισμό αντικειμενική αδυναμία προηγούμενης υποβολής τους.

 

Ενόψει των ανωτέρω, η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί από τον αιτητή με την υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, για τους λόγους που εκτενώς αναλύονται πιο πάνω.  Για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται με €500 έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

Η προσφυγή ορίζεται για Οδηγίες στις 15/9/2026 και ώρα 9:00.

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο