ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 6872/21
7 Αυγούστου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. C.S.E..
2. C.P. όπως αυτή εκπροσωπείται από την Αιτήτρια 1 ως φυσική κηδεμόνας ανηλίκου
3. E.D.N. όπως αυτός εκπροσωπείται από την Αιτήτρια 1 ως φυσική κηδεμόνας ανηλίκου
Αιτητές
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ε. Ταβλαρίδη (κα) για Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τους Αιτητές
Ν. Κουρσάρης (κος), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
Αιτήτριες Παρούσες
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή οι Αιτητές προσβάλλουν την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 25/08/2021, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για διεθνή προστασία ως ουσία αβάσιμο, αιτούνται την ακύρωσή της και καλούν το Δικαστήριο όπως εκδώσει νέα απόφαση επί της ουσίας του αιτήματός τους, που τους αναγνωρίζει ως δικαιούχους διεθνούς προστασίας.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου που έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο Α κατά τις διευκρινήσεις.
Οι Αιτητές, μητέρα (εφεξής Αιτήτρια 1) και τα ανήλικα τέκνα, C.P. - θήλυ (εφεξής Αιτήτρια 2) και E.D.N. – άρρεν (εφεξής Αιτητής 3) αποτελούν μονογονεϊκή οικογένεια και τυγχάνουν πολίτες Καμερούν.
Στις 02/07/2018, οι Αιτητές εισήλθαν παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, όπου η Αιτήτρια 1 υπέβαλε ενώπιον των αρμόδιων αρχών αίτημα χορήγησης διεθνούς προστασίας.
Στις 16/02/2021 διεξήχθη η προφορική συνέντευξη της Αιτήτριας 1 από λειτουργό της EUAA. Στις 19/08/2021, o λειτουργός της EUAA ετοίμασε τελική Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, δια της οποίας εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος των Αιτητών. Στις 25/08/2021 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την Έκθεση - Εισήγηση και ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου των Αιτητών.
Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε ιδιοχείρως στην Αιτήτρια 1 στις 05/10/2021 δια επιστολής ίδιας ημερομηνίας η οποία ανέστειλε την απόφαση επιστροφής των Αιτητών στη χώρα καταγωγής τους μέχρι την έκδοση πρωτόδικης απόφασης από το Δ.Δ.Δ.Π. άλλως μέχρι την πάροδο άπρακτης προθεσμίας 30 ημερών προς καταχώρηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.
Στις 14/10/2021 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση, υπ’ αριθμό 6872/21 προσφυγή και στις 15/10/2021 η Αιτήτρια καταχώρισε Νομική Αρωγή.
Στη βάση των από 24/04/2023 και 29/05/2023 βεβαιώσεων του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος της Αστυνομίας Κύπρου (βλ. ερ. 152 – 150 δ.φ.) , η Αιτήτρια 2 αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων.
Δια της προσφυγής που αρχικά καταχώρισε αυτοπροσώπως, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι η κόρη της εξαναγκάστηκε να παντρευτεί σε ηλικία 13 χρονών και ήρθαν στην Κύπρο γιατί κινδυνεύει η ζωή της.
Κατόπιν διορισμού δικηγόρου, οι Αιτητές καταχώρισαν αίτηση τροποποίησης της προσφυγής τους, η οποία έγινε δεκτή από το παρόν Δικαστήριο με διάταγμα ημερομηνίας 26/01/2022.
Δια της αίτησης ακυρώσεως της τροποποιηθείσας προσφυγής της συνηγόρου τους, οι Αιτητές προωθούν πλήθος ισχυρισμών προς ακύρωση της προσβαλλόμενης, οι οποίοι ωστόσο δεν προωθούνται στο σύνολό τους, δια της γραπτής τους αγόρευσης.
Δια της γραπτής του αγόρευσης, ο αρχικός συνήγορος των Αιτητών προωθεί αορίστως ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης, μεταξύ των οποίων και η παράλειψη διενέργειας δέουσας έρευνας από τους Καθ’ ων η Αίτηση, και υπεραμυνόμενος της αξιοπιστίας των ισχυρισμών των Αιτήτριας 1 περί αναγκαστικού γάμου της Αιτήτριας 2, προωθεί επιφανειακά ότι θα πρέπει να αναγνωριστεί στους Αιτητές καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Στις 21/12/2022, οι Αιτητές καταχώρησαν αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας η οποία έγινε δεκτή από το παρόν Δικαστήριο και τους επετράπη η προσαγωγή, υπό μορφή μαρτυρίας, του Τεκμηρίου Β, ήτοι της Ενόρκου Δηλώσεως της Ταμία του Διοικητικού Συμβουλίου του ΜΚΟ ονόματι «Cyprus Stop Trafficking», καθώς και της ίδιας της Αιτήτριας 1, Τεκμήρια Α και Β, με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 19/03/2024.
Στις 20/03/2024 καταχωρίστηκε από το συνήγορο των Αιτητών, κο Χρ. Χριστοδουλίδη, επιστολή απόσυρσης από την εκπροσώπηση των Αιτητών, ακολουθούμενο από σημείωμα εμφάνισης της κας Κουπαρή.
Καταχωρώντας συμπληρωματική αγόρευση για τους Αιτητές, η κα Κουπαρή αρχικά υπεραμύνεται της αξιοπιστίας του ισχυρισμού της Αιτήτριας 1 περί αναγκαστικού γάμου της Αιτήτριας 2 και προέβαλε ότι η λανθασμένη απόρριψη του ισχυρισμού, λόγω πλημμελούς έρευνας, επηρέασε δυσμενώς, για τους Αιτητές, την αξιολόγηση κινδύνου, αγνοώντας ότι η Αιτήτρια 2 έχει αναγνωριστεί ως θύμα εμπορίας προσώπων.
Υποβάλλοντας αορίστως ότι αμφότερα τα ανήλικα τέκνα της Αιτήτριας κινδυνεύουν από τον πατέρα τους, σε περίπτωση επιστροφής τους στο Καμερούν, η συνήγορος των Αιτητών εγείρει ότι εκείνοι φέρουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης. Σχετικά με την Αιτήτρια 2 συγκεκριμένα, η κα Κουπαρή προωθεί ότι το γεγονός ότι εξαναγκάστηκε σε γάμο αποτελεί ήδη μεταχείριση που ισοδυναμεί με παρελθούσα δίωξη και ευλόγως αναμένεται να επαναληφθεί σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας 2 στο Καμερούν λόγω του ότι αποτελεί μέλος της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας των γυναικών/παιδιών που εξαναγκάστηκαν σε γάμο. Εκ παραλλήλου η κα Κουπαρή προωθεί ότι φορέας δίωξης της Αιτήτριας 2 είναι ο πατέρας της, με τις αρχές του Καμερούν να αδυνατούν και/ή να μην επιθυμούν να της παράσχουν προστασία. Αναφορικά με τους Αιτητές 1 και 3, η κα Κουππαρή υποστηρίζει, επικαλούμενη Νομολογία του ΔΕΕ, ότι η υπαγωγή τους σε προσφυγικό καθεστώς εξαρτάται άμεσα με την υπαγωγή σε προσφυγικό καθεστώς της Αιτήτριας 2.
Καταληκτικά, η συνήγορος των Αιτητών καλεί το Δικαστήριο όπως ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και επικουρικά προωθεί ότι εφόσον ο πυρήνας του αιτήματός τους είναι ότι δικαιούχος προσφυγικού καθεστώτος είναι η Αιτήτρια 2, η οποία έχει πλέον ενηλικιωθεί, η Αιτήτρια 1 και ο Αιτητής 3 είναι δικαιούχοι ευεργετημάτων στα πλαίσια της οικογενειακής ενότητας.
Tονίζεται ότι, αν και οι Καθ’ ων η Αίτηση ήγειραν ένσταση στην αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας των Αιτητών και αργότερα καταχώρησαν σχετική γραπτή αγόρευση, ουδέποτε καταχώρησαν την κύρια γραπτή τους αγόρευση, επί της οποίας θα αναμενόταν να προβάλλουν τους νομικούς ισχυρισμούς που να υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης, αν και τους δόθηκε κατ’ επανάληψη η σχετική δυνατότητα από το παρόν Δικαστήριο.
Αντ’ αυτού, οι Καθ’ ων η Αίτηση στις 26/02/2026 καταχώρισαν ένα σημείωμα, το οποίο δεν φέρει καν ημερομηνία, αν και τους ζητήθηκε να καταχωρίσουν γραπτή αγόρευση και όχι το εν λόγω σημείωμα, προβάλλοντας αόριστα ότι κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η απόφαση της Αστυνομίας Κύπρου που αναγνώρισε την Αιτήτρια 2 ως θύμα εμπορίας προσώπων δεν είχε εκδοθεί, ότι η αναγνώριση της Αιτήτριας 2 ως θύμα εμπορίας προσώπων δεν συνεπάγεται αυτομάτως την αναγνώρισή της ως πρόσφυγα και ότι κατά τη συνήθη πρακτική το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η Υπηρεσία Ασύλου δεν αξιολογούσε το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.
Προχωρώντας στην ουσία του αιτήματος των Αιτητών, σημειώνεται ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει και την ορθότητα της παρούσας υπόθεσης, η οποία απορρέει από τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018). Περί τούτου, κρίνω σκόπιμη την παράθεση αρχικά των ισχυρισμών της Αιτήτριας 1, ως αυτοί προβλήθηκαν καθ' όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματος των Αιτητών και των πραγματικών γεγονότων ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου σε συνδυασμό με το σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων.
Στην αίτηση για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια 1 κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της μαζί με τα τέκνα της επειδή κινδύνευε με θάνατο επειδή αρνήθηκε τον αναγκαστικό γάμο της κόρης της, ηλικίας 13 ετών (βλ. ερ. 43 και 1 δ.φ.).
Κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια 1 προσκόμισε τα διαβατήρια των Αιτητών, με το δικό της να έχει εκδοθεί στις 7 Ιουλίου 2017 και να έχει λήξει στις 07 Ιουλίου 2022 και τα διαβατήρια των ανήλικων τέκνων της να έχουν εκδοθεί αμφότερα στις 02 Απριλίου 2018 και να έχουν λήξει στις 02 Απριλίου 2023 και βεβαιώνουν ότι η Αιτήτρια 2 γεννήθηκε στις 30/05/2005 και ο Αιτητής 3 στις 30/07/2008 (βλ. ερ. 37, 35, 33 δ.φ.).
Στο πληροφορικό έντυπο λαθρομεταναστών της ΥΑΜ Λεμεσού ημερομηνίας 02/07/2018 (βλ. ερ. 11 δ.φ.), το οποίο εντοπίζεται εντός του Διοικητικού φακέλου και αναφέρει ως περιοχές και χώρες διακίνησης το Καμερούν, τα κατεχόμενα και τις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου, περιγράφει ότι σύμφωνα με τις δηλώσεις της, η Αιτήτρια 1 εξέδωσε τα εισιτήρια της ίδιας και των ανήλικων τέκνων της και ταξίδεψε με προορισμό την Κωνσταντινούπολη και ακολούθως στο αεροδρόμιο Ercan στις 30/06/2018. Εκεί τους παρέλαβε ένας άντρας αγνώστων στοιχείων, ο οποίος τους φιλοξένησε στο σπίτι του για ένα βράδυ και την άλλη ημέρα τους μετέφερε παράτυπα στις περιοχές που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία. Εδώ συνάντησε ένα άλλο πρόσωπο, επίσης αγνώστων στοιχείων, ο οποίος τους μετέφερε κοντά στην αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού όπου τους άφησε. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι κανείς εκ των δύο ανδρών δεν της είπε κάτι.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης και σε σχέση με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι γεννήθηκε, έζησε και διέμεινε στην πόλη Douala. Αναφορικά με την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε, ενώ η μητέρα της, οι 4 αδερφές της και ο αδερφός της εξακολουθούν να διαμένουν στην πόλη Douala. Σχετικά με την οικογενειακή της κατάσταση, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι είχε σύντροφο στη χώρα καταγωγής της, ονόματι Ngoufan, αγνοεί ωστόσο που βρίσκεται. Δήλωσε επίσης μητέρα των Αιτητών 2 και 3. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι σταμάτησε τις σπουδές της λίγο πριν ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή της, ενώ αποσαφήνισε ότι στη χώρα καταγωγής της αρχικά εργάστηκε ως ιδιωτική υπάλληλος σε εταιρεία επικοινωνιών και στη συνέχεια ίδρυσε τη δική της επιχείρηση, η οποία δραστηριοποιείτο με εισαγωγές και εξαγωγές στο Dubai και την Ισημερινή Γουινέα.
Αναφορικά με τις συνθήκες του ταξιδιού της, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι εγκατέλειψε την πόλη Douala στις 03/06/2018 μαζί με τα ανήλικα τέκνα της και ταξίδεψε με τελικό προορισμό το αεροδρόμιο Ercan, μέσω Κωνσταντινούπολης. Παρέμεινε εκεί για δύο ημέρες και στη συνέχεια, εισήλθε παράτυπα στα εδάφη που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία. Κληθείσα να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο εισήλθε στα ελεύθερα εδάφη, η Αιτήτρια 1 υπέβαλε ότι δε γνωρίζει, επικαλούμενη ότι τους μετέφερε εδώ το πρόσωπο που συνάντησε στα κατεχόμενα. Ως προς τον τρόπο που οργάνωσε το ταξίδι της από το Καμερούν, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι τη βοήθησε μία φίλη της, η οποία την έφερε σε επαφή με το πρόσωπο που τους βοήθησε να ταξιδέψει. Ερωτηθείσα εάν πλήρωσε το εν λόγω πρόσωπο, η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείσα εάν χρωστάει κάποια χρήματα, απάντησε αποφατικά. Στη συνέχεια εξήγησε ότι ταξίδεψε μόνο με τα ανήλικα τέκνα της και δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της, ωστόσο ήταν δύσκολη η μεταφορά τους στα ελεύθερα εδάφη καθώς ο οδηγός τους είχε κρύψει στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου (βλ. ερ. 87 6Χ – 87 2Χ δ.φ.). Σχετικά με το πρόσωπο που οργάνωσε το ταξίδι της, σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης η Αιτήτρια αποσαφήνισε ότι μία φίλη της μίλησε με ένα πρόσωπο, το οποίο εκείνη δε γνώριζε, το είδε όμως μόνο μία φορά όταν του έδωσε τα χρήματα και εκείνος της παρέδωσε τα ταξιδιωτικά έγγραφα, καθώς ασχολείτο με ταξιδιωτικές επιχειρήσεις (βλ. ερ. 85 δ.φ.).
Σχετικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της εγκαταστάθηκε στη Γουινέα όπου δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά. Εκεί γνώρισε έναν άνδρα ο οποίος της έκανε πρόταση γάμου, εκείνη αποδέχτηκε και συνέχισαν φυσιολογικά τη ζωή τους. Η Αιτήτρια δήλωσε πως μόλις γέννησε την Αιτήτρια 1 ο εν λόγω άνδρας της υποσχέθηκε πως θα ανοίξει εστιατόριο για να εργάζεται, όπερ και εγένετο. Μετά από δύο χρόνια, η Αιτήτρια γέννησε τον Αιτητή 3. Όλα έβαιναν καλώς μέχρι την ημέρα που διαπίστωσε ότι ο σύντροφός της διατηρούσε παράλληλη σχέση και διέθετε ένα ακόμη τέκνο. Επειδή η γυναίκα διέμενε στην ίδια γειτονιά, εκείνος αγόρασε μία άλλη κατοικία για την Αιτήτρια 1 σε άλλη περιοχή, όπου η Αιτήτρια 1 και τα ανήλικα τέκνα τους εγκαταστάθηκαν.
Ένα βράδυ αναγκάστηκε να επιστρέψει εκτάκτως στο σπίτι για να πάρει μία απόδειξη και εισήλθε στο γραφείο του, όπου αντίκρυσε το σύντροφό της να φοράει ένα κόκκινο φόρεμα και να έχει αναμμένα κεριά γύρω του. Εκείνος την ξυλοκόπησε, ωστόσο επειδή εκείνη δεν ήθελε να ξυπνήσει τα παιδιά, πήρε την απόδειξη και επέστρεψε στο εστιατόριο. Όταν επέστρεψε στο σπίτι, ο σύντροφός της της αποκάλυψε ότι όλα τα χρήματά του προέρχοντο από αυτά που έκανε εντός του γραφείου του και εκείνη αντιλήφθηκε ότι τα βράδια που έλειπε, συμμετείχε σε μία σατανική σέχτα. Ακολούθως ο σύντροφός της άρχισε να την απειλεί και να της λέει ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα, απειλώντας την ότι θα τη διώξει. Πριν μάλιστα μετακομίσουν, η Αιτήτρια 2 της εκμυστηρεύτηκε ότι ο πατέρας της την άγγιζε περίεργα όταν κοιμόταν, αλλά εκείνη της απαντούσε ότι μάλλον ήθελε να τη σκεπάσει. Στη συνέχεια εξήγησε στο σύντροφό της ότι τα πλούτη του προερχόταν από την εργασία του και από το Θεό και όχι από τα τελετουργικά του. Ως εκ τούτου, ο σύντροφός της πήρε πίσω το σπίτι και το εστιατόριο και την έδιωξε από το σπίτι μαζί με τα τέκνα τους και εκείνοι επέστρεψαν στο Καμερούν και συγκεκριμένα στην οικία της μητέρας της.
Η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο πρώην σύντροφός της ήταν πολύ ισχυρός καθώς ήταν ο πρόεδρος της Γαλλικής εταιρείας Guinaco στη Γουινέα, παρόλα αυτά τους εγκατέλειψε και δεν τους ενόχλησε για αρκετά χρόνια. Σε κάποια χρονική περίοδο ο εν λόγω άνδρας επέστρεψε στο Καμερούν και της ζήτησε να δει τα παιδιά. Καθώς όμως εκείνη αρνήθηκε εκείνος της απάντησε ότι θα απευθυνθεί στη κοινωνικές υπηρεσίες, όπερ και έπραξε. Οι εν λόγω υπηρεσίες του εκχώρησαν την επιμέλεια των ανηλίκων, καθώς η κόρη της είχε ήδη ξεπεράσει τα 7 χρόνια. Ως εκ τούτου ο εν λόγω άνδρας, περί τον Απρίλιο – Μάιο του 2018 πήρε μαζί του στη Yaounde την Αιτήτρια 2, άφησε όμως στην Αιτήτρια 1 τον Αιτητή 3. Τρεις ημέρες αργότερα η Αιτήτρια ήρθε σε επικοινωνία με την αδερφή του συντρόφου της, με την οποία διατηρούσαν καλές σχέσεις, και η τελευταία την ενημέρωσε ότι ο αδερφός της είχε φέρει έναν άνδρα στο σπίτι, ο οποίος φαίνεται να τέλεσε παραδοσιακό γάμο με την ανήλικη θυγατέρα της. Μάλιστα η ίδια ζήτησε από την Αιτήτρια όπως μεταβεί άμεσα στη Yaounde και να πάρει την κόρη της, γιατί ο εν λόγω άνδρας θα επέστρεφε για να πάρει στο σπίτι του.
H Αιτήτρια ακολούθως υποστήριξε ότι μετέβη στη Yaounde, πήρε την Αιτήτρια 2 και επέστρεψε στο χωριό της και όχι στη Douala, προβάλλοντας ότι ο άνδρας με τον οποίο ήθελαν να παντρέψουν την κόρη της ήταν πάνω από 50 ετών και διευθυντής μίας μεγάλης εταιρείας στη Gabon, ενώ ήταν μέλος της ίδιας σατανικής σέχτας της οποίας ήταν μέλος και ο πατέρας των τέκνων της.
Ερωτηθείσα τι φοβάται ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι ο πρώην σύντροφός της θα πραγματοποιήσει τις απειλές του και θα τους σκοτώσει.
Διερευνώντας το αφήγημα της Αιτήτριας 1, ο αρμόδιος λειτουργός αρχικά τη ρώτησε πότε εγκαταστάθηκε στη Γουινέα και εκείνη απάντησε ότι το έπραξε περί το 2002 - 2003, ενώ αντιλήφθηκε ότι εκείνος ήταν μέλος της σατανικής σέχτας το 2013, έτος κατά το οποίο εκείνη επέστρεψε στο Καμερούν. Ακολούθως δήλωσε ότι ο πρώην σύντροφός της επέστρεψε στο Καμερούν για να δει τα παιδιά τους περί το 2016. Ζητηθείσα να περιγράψει τι συνέβη όταν ο σύντροφός της επέστρεψε για να πάρει τα παιδιά, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι δε γνωρίζει πώς ο πρώην σύντροφός της εξασφάλισε την έγκριση των κοινωνικών υπηρεσιών, αποδίδοντας το γεγονός στην ισχύ που διαθέτει. Ζητηθείσα να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο ο πρώην σύντροφός της πήρε τα ανήλικα, η Αιτήτρια 1 απάντησε ότι κέρδισε την επιμέλειά τους και όταν εκείνη άρχισε να κλαίει, της άφησε τον Αιτητή 3 και πήρε μαζί του την Αιτήτρια 2. Στη συνέχεια δήλωσε ότι ο πρώην σύντροφός της επισκέφτηκε την οικία της, καθώς έμαθε από κοινούς φίλους το πού έμενε. Στο συγκεκριμένο σημείο η Αιτήτρια 1 ζήτησε το λόγο και εξήγησε πως ο πρώην της επέστρεψε στο Καμερούν το 2018 και όχι το 2016 όπως προηγουμένως ανέφερε. Ερωτηθείσα εάν διατηρούσε επαφές μαζί του από τότε που έφυγε από το σπίτι του στη Γουινέα, η Αιτήτρια 1 απάντησε αποφατικά.
Ως προς το πού μετέφερε την ανήλικη κόρη τους ο πρώην σύντροφός της όταν την πήρε, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι τη μετέφερε στην οικία της αδερφής του στη Yaounde, αν και την είχε απειλήσει ότι θα πάρει την ανήλικη στη Γουινέα, καθώς είχε ήδη προγραμματίσει να πουλήσει την κόρη τους.
Αναφορικά με τις πληροφορίες που της μετέφερε η αδερφή του συντρόφου της όταν την ενημέρωσε, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι της είπε πως έλαβε μέρος ο παραδοσιακός γάμος μεταξύ των οικογενειών στο σπίτι της και ότι σε δύο ημέρες θα ερχόταν ο σύζυγος για να πάρει την κόρη της στο σπίτι του. Εξήγησε μάλιστα ότι η αδερφή του συζύγου της την ενημέρωσε επειδή τη λυπήθηκε, καθώς διέθετε και αυτή μία ανήλικη κόρη στην ηλικία της Αιτήτριας 2. Ζητηθείσα να παραθέσει πληροφορίες αναφορικά με τον άνδρα με τον οποίο πάντρεψαν την κόρη της, η Αιτήτρια 1 υπέβαλε ότι ονομάζεται Michelle, είναι φίλος του πρώην συντρόφου της και διαθέτει πολλά χρήματα γιατί είναι διευθυντής μίας Γαλλικής εταιρείας στη Gabon. Ερωτηθείσα πότε έλαβε χώρα ο παραδοσιακός γάμος της κόρης της, η Αιτήτρια 1 υπέβαλε ότι δε θυμάται με ακρίβεια γιατί δεν βρισκόταν εκεί, πλην όμως περί τα τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 2018, δύο ημέρες μετά τη γαμήλια τελετή, ημέρα Τετάρτη, της τηλεφώνησε η αδερφή του πρώην συντρόφου της και της είπε ότι ο σύζυγος της κόρης της σκόπευε να την πάρει στο σπίτι του το Σαββατοκύριακο.
Ερωτηθείσα για ποιο λόγο η κόρη της διέμεινε για κάποιες ημέρες στην οικία της θείας της και δεν πήγε αμέσως στην κατοικία του συζύγου της, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι οι γυναίκες δεν πηγαίνουν στα σπίτια των συζύγων τους αμέσως μετά τον παραδοσιακό γάμο, καθώς παραμένει για λίγες ημέρες στο σπίτι της για να δεχθεί τις απαραίτητες συμβουλές και να προετοιμαστεί.
Ζητηθείσα να περιγράψει με ακρίβεια πώς κατάφερε να πάρει την κόρη της από το σπίτι της αδερφής του πρώην συζύγου της, η Αιτήτρια 1 υπέβαλε ότι η τελευταία τη βοήθησε επειδή διαφωνούσε στην τέλεση του γάμου της κόρης της. Ζητηθείσα εκ νέου να περιγράψει, η Αιτήτρια 1 απάντησε ότι όταν έφτασε στη Yaounde είδε την κόρη της να κάθεται στον καναπέ και να κλαίει επειδή θα έρθει κάποιος να την πάρει και θα αλλάξει σπίτι, χωρίς να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Πρόσθεσε μάλιστα ότι τη στιγμή που είχε μεταβεί εκεί, ο πρώην σύντροφός της έλειπε από το σπίτι, όπως το είχε κανονίσει η αδερφή του, και έτσι η Αιτήτρια πήρε την κόρη της και έφυγαν.
Αναφορικά με τις απειλές που δέχτηκε από τον πρώην σύντροφό της, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι όταν εκείνος επέστρεψε στην οικία της αδερφής του διαπίστωσε ότι έλειπε η ανήλικη και ως εκ τούτου της τηλεφώνησε και άρχισε να την απειλεί ότι θα τη σκοτώσει και ότι θα την αναγκάσει να παραμείνει μαζί του, αναγκάζοντάς την να αλλάξει τηλεφωνικό αριθμό. Ερωτηθείσα αν ακολούθως ο πρώην σύντροφός της την αναζήτησε με κάποιο άλλο τρόπο, η Αιτήτρια απάντησε αποφατικά, επικαλούμενη ότι άλλαξε τον τηλεφωνικό της αριθμό. Κληθείσα να εξηγήσει εάν κατήγγειλε τον πρώην της στην αστυνομία, η Αιτήτρια 1 απάντησε αρνητικά επικαλούμενη ότι εκείνος ήταν πολύ ισχυρός καθώς κατάφερε να πείσει τις κοινωνικές υπηρεσίες να του εκχωρήσουν την επιμέλεια των ανηλίκων. Ερωτηθείσα εάν κατήγγειλε τον αναγκαστικό γάμο της κόρης της στην αστυνομία, εκείνη απάντησε και πάλι αρνητικά, επικαλούμενη ότι ο αναγκαστικός γάμος είναι νόμιμος στο Καμερούν.
Κληθείσα να εξηγήσει πού πήγε, αφού πήρε την ανήλικη κόρη της, η Αιτήτρια 1 υπέβαλε ότι επέστρεψαν στο χωριό της, Melong Ekomkam. Ερωτηθείσα εάν είχε οιαδήποτε επαφή με τον πρώην σύντροφό της μετά την επιστροφή της στο χωριό, η Αιτήτρια απάντησε αποφατικά.
Ερωτηθείσα εάν διατηρεί επικοινωνία με τα άτομα που τη βοήθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείσα εάν η φίλη της της ζήτησε κάποιο αντάλλαγμα για τη βοήθεια που της παρείχε, η Αιτήτρια 1 απάντησε και πάλι αποφατικά. Ως προς το αν την αναζήτησε ο πρώην σύντροφός της από τότε που εγκατέλειψε το Καμερούν, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά, επικαλούμενη ότι εκείνος δεν γνωρίζει πού βρίσκονται.
Ερωτηθείσα τι φοβάται ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια 1 υπέβαλε ότι θα αντιμετωπίσει προβλήματα λόγω του ότι κατέστρεψε τα σχέδια του πατέρα της περί αναγκαστικού της γάμου.
Κληθείσα να εξηγήσει τη διαδικασία μέσω της οποίας ο πρώην σύντροφός της πήρε την επιμέλεια των ανηλίκων τους, η Αιτήτρια 1 επέδειξε άγνοια, επικαλούμενη ωστόσο ότι είχε μαζί του ένα έγγραφο στο οποίο καταγράφετο ότι μπορεί να πάρει το παιδί μόλις εκείνο συμπληρώσει 7 χρόνια. Ερωτηθείσα εάν έχει κάποια έγγραφα στην κατοχή της, η Αιτήτρια 1 απάντησε αρνητικά.
Σχετικά με τις δηλώσεις της περί του ότι ο πρώην σύντροφός της ανήκει σε σατανιστική σέχτα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είδε κάποια πράγματα εντός του γραφείου του, ωστόσο εκείνος ουδέποτε αποδέχτηκε ότι ήταν σατανιστής και της έλεγε να ασχολείται με τις δουλειές της. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε στη γνώση της ότι ο πρώην της ήταν μέλος της σέχτας, εκείνη υπέβαλε ότι είδε αντίστοιχες σκηνές σε σατανιστικές ταινίες και ότι εκείνος της απάντησε «είναι σέχτα, ε και ;»
Ερωτηθείσα εάν θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ασφάλεια σε μια άλλη περιοχή του Καμερούν, όπως για παράδειγμα τη Bertoua ή την Ebolowa, η Αιτήτρια απάντησε αποφατικά, επικαλούμενη ότι στη χώρα καταγωγής της κινδυνεύει τόσο η ίδια, όσο και τα τέκνα της. Αποσαφήνισε τέλος πως ολόκληρη η οικογένειά της βρίσκεται στην πόλη Douala.
Στο συγκεκριμένο σημείο ολοκληρώθηκε η συνέντευξη της Αιτήτριας, εκείνη επιβεβαίωσε την ορθότητα του αντίστοιχου πρακτικού και έθεσε την υπογραφή του σε αυτό.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και συγκεκριμένα από τη σχετική έκθεση-εισήγηση η οποία αποτελεί και την αιτιολογική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης (ερυθρά 125 - 115 δ.φ.), ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς που απορρέουν από τις δηλώσεις της Αιτήτριας 1:
1) Τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ των Αιτητών, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής τους και
2) τις δηλώσεις της Αιτήτριας 1 γύρω από τον αναγκαστικό γάμο της Αιτήτριας 2.
Ο ισχυρισμός των Αιτητών γύρω από τα προσωπικά τους στοιχεία έγινε δεκτός, αφού οι σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας 1 κρίθηκαν μεν ως σαφείς και λεπτομερείς, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογράφησης.
Ο δεύτερος, ωστόσο, ισχυρισμός έτυχε απόρριψης. Ειδικότερα, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της Αιτήτριας 1, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν τις δηλώσεις της ασαφείς, στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας και μη συνεκτικές. Ειδικότερα, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια πότε πραγματοποιήθηκε η παραδοσιακή τελετή του αναγκαστικού γάμου της κόρης της, παραθέτοντας πληροφορίες που δεν μπορούν να γίνουν δεκτές επειδή, κατά τους Καθ’ ων η Αίτηση, δεν αποτελούν βιωματική εμπειρία.
Ομοίως, οι δηλώσεις της Αιτήτριας αναφορικά με τη διαδικασία δια της οποίας ο πρώην σύντροφός της πήρε την επιμέλεια των τέκνων τους κρίθηκαν ως ασαφείς και αόριστες από τους Καθ’ ων η Αίτηση, αφού ακόμα και η ίδια επέδειξε άγνοια σχετικά με τη διαδικασία. Παράλληλα, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν εξήγησε ικανοποιητικά και επαρκώς τους λόγους για τους οποίους παρέλειψε να καταγγείλει στην αστυνομία το σύντροφό της τόσο σχετικά με τις απειλές που της εξαπέλυσε, όσο και για τον αναγκαστικό γάμο της ανήλικης κόρης τους.
Στη βάση των ανωτέρω ο εν λόγω ισχυρισμός κρίθηκε ως εσωτερικά μη αξιόπιστος.
Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της Αιτήτριας 1, οι Καθ’ ων η Αίτηση προχώρησαν σε σχετική έρευνα εκ της οποίας ανέκυψαν πληροφορίες, αναφορικά με την επιμέλεια των τέκνων, εκ των οποίων απορρέει ότι η απόκτηση της επιμέλειας των εκτός γάμου τέκνων ανήκει σε αμφότερους τους γονείς τους, εκτός από τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο την αναθέσει, για νομικούς ή πραγματικούς λόγους, αποκλειστικά στον ένα γονέα μέσω σχετικής απόφασης.
Αναφορικά με το σκέλος του ισχυρισμού που αφορά τον αναγκαστικό γάμο της Αιτήτριας 2, εξωτερικές πηγές ανέδειξαν ότι αν και ο αναγκαστικός γάμος ανηλίκων διώκεται ποινικά στη βάση του άρθρου 356 του Π.Κ. του Καμερούν, η πρακτική εξακολουθεί να επικρατεί σε ποσοστό 38% στα κορίτσια κάτω των 18 ετών, βασιζόμενη στη φτώχεια, τις θρησκευτικές και τις κοινωνικές παραδόσεις.
Καταληκτικά, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι οι πληροφορίες που αντλήθηκαν, δεν συνάδουν με τις δηλώσεις της Αιτήτριας 1 και σε συνδυασμό με την αδυναμία της να θεμελιώσει την εσωτερική τους αξιοπιστία, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως αναξιόπιστος.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού των Αιτητών, οι Καθ΄ ων η Αίτηση προχώρησαν σε σχετική έρευνα γύρω από την επικρατούσα κατάσταση στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής τους και έκριναν ότι δεν ανακύπτει κανένας κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης για τους Αιτητές, σε περίπτωση που αυτοί επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους.
Κατά τη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν το νομοθετικό πλαίσιο για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή των Αιτητών σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην έκθεση-εισήγηση, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών τους, δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου οι Αιτητές δεν αναγνωρίστηκαν ως πρόσφυγες.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε για τους Αιτητές πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε ανέκυψε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας, σε περίπτωση που αυτοί επιστρέψουν στον τόπο τελευταία συνήθους διαμονής τους, ήτοι την πόλη Douala του Καμερούν.
Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής των Αιτητών στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, οι Καθ’ ων η Αίτηση σε έρευνα αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στην πόλη Douala του Καμερούν, εκ της οποίας διαπιστώθηκε αρχικά ότι στη συγκεκριμένη περιοχή του Καμερούν η κατάσταση ασφαλείας είναι σταθερή και ως εκ τούτου δεν ανακύπτουν ενδείξεις περί του ότι, σε περίπτωση επιστροφής στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής τους, οι Αιτητές θα εκτεθούν σε σοβαρή και προσωπική απειλή εξαιτίας αδιακρίτως ασκούμενης βίας.
Ολοκληρώνοντας, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι ενδεχόμενη επιστροφή των Αιτητών στην πόλη Douala στο Καμερούν δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης και το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς δεν ανέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι εάν επιστρέψουν εκεί, οι Αιτητές θα υποβληθούν σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία.
Και ενώ η ανωτέρω έκθεση-εισήγηση εγκρίθηκε από εξουσιοδοτημένο λειτουργό και εξεδόθη η επίδικη απόφαση στις 25/08/2021, εντοπίζω εντός του διοικητικού φακέλου, σε μεταγενέστερη ημερομηνία, τρία έγγραφα του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος της Αστυνομίας Κύπρου. Το πρώτο αποτελεί κοινοποίηση προς τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, το δεύτερο ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΥΣΑ κοινοποίηση προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και το τρίτο κοινοποίηση προς τον Αναπλ. Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνιών 24/04/2023, 29/05/2023 και 22/02/2023 αντίστοιχα, δια των οποίων η Αστυνομία ενημερώνει τις ανωτέρω αρχές ότι μόνο η Αιτήτρια 2, έχει αναγνωριστεί ως θύμα εμπορίας προσώπων. Βάσει μάλιστα της κατεπείγουσας επιστολής της Αστυνομίας Κύπρου προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης στις 29/05/2023, η Αιτήτρια 2 έφυγε από τη χώρα της επειδή ο πατέρας της έλαβε μεγάλο χρηματικό ποσό και την πούλησε σε ένα ηλικιωμένο άνδρα όταν ήταν 13 ετών και η μητέρα της, για να την προφυλάξει, την πήρε μαζί με τον ανήλικο αδερφό της και διέφυγαν στην Κύπρο. Ζητά, τέλος, ο Υπαστυνόμος, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης όπως λάβει υπόψη τις παρούσες περιστάσεις σε περίπτωση που εξετάσει τον επαναπατρισμό ή την παροχή άδειας διαμονής στην Κύπρο.
Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, οι Αιτητές προσκόμισαν, υπό τη μορφή μαρτυρίας, Ένορκη Δήλωση της Ταμία του Διοικητικού Συμβουλίου του ΜΚΟ «Cyprus Stop Trafficking», του οποίου σκοπός είναι η προσφορά βοήθειας και συμπαράστασης σε θύματα σωματεμπορίας. Αρχικά η ενόρκως δηλούσα ενημερώνει το Δικαστήριο ότι οι Αιτητές διαμένουν στις στέγες του ΜΚΟ έπειτα από παραπομπή των Κρατικών Υπηρεσιών, ήτοι τις αστυνομικές αρχές και τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Ευελπιστεί, κατά τα αναφερόμενα στη δήλωσή της, η κα Π.Ζ., όπως ο ισχυρισμός της Αιτήτριας 2 περί αναγκαστικού γάμου κριθεί βάσιμος. Ενημερώνει δε το Δικαστήριο, η κα Τζέου, ότι ο θύτης του εγκλήματος κατά της Αιτήτριας 2, στην Κύπρο θα διωκόταν βάσει του περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμος του 2014 (60(Ι)/2014).
Σύμφωνα με τη δική της ένορκη δήλωση, η Αιτήτρια 2 προσκόμισε την ένορκο δήλωση της κας Π.Τ., προκειμένου να βεβαιώσει ότι από το 2018 διαμένει σε καταλύματα της ΜΚΟ «Cyprus Stop Trafficking», τονίζοντας ότι κακώς απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της περί αναγκαστικού γάμου της Αιτήτριας 2.
Ενόψει του γεγονότος ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει πλήρως τα γεγονότα και νομικά ζητήματα που διέπουν την προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 11(3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 173(Ι)/18), ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ, τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες άσκησης ένδικου μέσου ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (βλ. άρθρο 46(3) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, απόφαση του ΔΕΕ, C‑406/18, GP, ημερ. 5/12/19), θα προχωρήσω στην εξέταση της παρούσας προσφυγής, στη βάση και του επιπρόσθετου μεταγενέστερου υλικού και μαρτυρίας που προσκομίστηκε τόσο στις αρμόδιες αρχές όσο και στο Δικαστήριο, ώστε να αξιολογήσω το αίτημα των Αιτητών για διεθνή προστασία.
Προχωρώντας στην εξέταση των ενώπιόν μου στοιχείων, αρχικά λαμβάνω υπόψιν ότι έχει γίνει αποδεκτός ο πρώτος ισχυρισμός που αφορά τις δηλώσεις της Αιτήτριας 1 σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία των Αιτητών.
Σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό των Αιτητών, και ιδίως αναφορικά με την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, αρχικά παρατηρώ ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια 1 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πότε έλαβε χώρα η γαμήλια τελετή. Ανατρέχοντας ωστόσο στο πρακτικό της προφορικής της συνέντευξης, παρατηρώ ότι εκείνη αποσαφήνισε με λεπτομέρεια ότι περί τα τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 2018, δύο ημέρες μετά τη γαμήλια τελετή, ημέρα Τετάρτη, της τηλεφώνησε η αδερφή του πρώην συντρόφου της και της είπε ότι ο άντρας που συμφώνησε να νυμφευθεί την ανήλικη κόρη της, σκόπευε να την πάρει στο σπίτι του το Σαββατοκύριακο. Το Δικαστήριο λοιπόν διαφοροποιείται από την κρίση των Καθ’ ων η Αίτηση και κρίνει ότι η Αιτήτρια προσδιόρισε με σαφήνεια πότε και πού έλαβε χώρα ο αναγκαστικός γάμος της κόρης της.
Σχετικά με την κρίση των Καθ’ ων η Αίτηση περί του ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο ο πρώην σύντροφός της πήρε την επιμέλεια των τέκνων της, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αναμένεται από την Αιτήτρια να είναι σε θέση να εξηγήσει πώς περιήλθε στον πρώην σύντροφό της η επιμέλεια των τέκνων της, εάν η διαδικασία δεν την συμπεριέλαβε και εάν το έγγραφο ήταν στην κατοχή του συντρόφου της, όταν επισκέφτηκε την οικία της στην πόλη Douala. Επίσης δεν αναμένεται από την Αιτήτρια να γνωρίζει αν αυτό ήταν γνήσιο ή όχι. Το Δικαστήριο εστιάζει την κρίση του στη βιωματική και ευλογοφανή περιγραφή της Αιτήτριας, η οποία εξήγησε, πως μόλις ο πρώην σύντροφός της την ενημέρωσε αναφορικά με την επιμέλεια των τέκνων τους, την άφησε να κρατήσει τον Αιτητή 3 μέχρι να γίνει 7 ετών, ενώ την Αιτήτρια 2, που ήταν ήδη 13 ετών, την πήρε μαζί του στην πόλη Yaounde, όπου διέμεναν στην οικία της αδερφής του, η οποία ακολούθως ενημέρωσε την Αιτήτρια σχετικά με την τέλεση του γάμου και την οριστική μετακίνηση της κόρης της στην οικία του «συζύγου» της.
Εμβάθυνε μάλιστα τις δηλώσεις της η Αιτήτρια, προβάλλοντας με ευλογοφάνεια ότι επειδή σκοπός του ήταν να παντρέψει αναγκαστικά την ανήλικη για να αποκομίσει οικονομικά οφέλη, ο πατέρας της ανήλικης την ενημέρωσε ότι θα μεταφέρει την Αιτήτρια 2 στη Γουινέα. Παράλληλα, το Δικαστήριο κρίνει ως συνεκτικές τις δηλώσεις της Αιτήτριας 1 περί του ότι η αδερφή του πρώην συντρόφου της την ενημέρωσε ότι τελέστηκε παραδοσιακός γάμος στο σπίτι της και ότι σε δύο ημέρες ο σύζυγος θα έπαιρνε την κόρη της σπίτι του, επειδή είχε και η ίδια μία ανήλικη κόρη και αντιτίθετο στην πρακτική του αναγκαστικού γάμου. Τονίζεται, άλλωστε, η απόλυτα βιωματική περιγραφή της Αιτήτριας 1, σύμφωνα με την οποία όταν έφτασε στην οικία της αδερφής του πρώην συντρόφου της, η Αιτήτρια 2 έκλαιγε επειδή θα τη μετέφεραν κάπου αλλού, χωρίς ωστόσο να έχει συνειδητοποιήσει τι γίνεται γύρω της και ότι την έχουν παντρέψει. Σε σχέση με τις τηλεφωνικές απειλές που δέχθηκε η Αιτήτρια στη συνέχεια από τον πρώην σύντροφό της, το Δικαστήριο κρίνει ως απολύτως αναμενόμενο και ευλογοφανές να έχει δεχτεί τηλεφωνικές απειλές από αυτόν. Δεδομένου άλλωστε και ότι πριν αναπτύξει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε το Καμερούν, η Αιτήτρια περιέγραψε λεπτομερώς και με νοηματική συνοχή τον τρόπο ζωής της στη Γουινέα με τον πρώην σύντροφό της και πατέρα των παιδιών της, εξηγώντας ότι εκείνος της αγόρασε σπίτι, εστιατόριο και την εκδίωξε από το σπίτι όταν εκείνη εναντιώθηκε απέναντί του, το Δικαστήριο κρίνει ως αξιόπιστες τις δηλώσεις της περί μεγάλης οικονομικής δυνατότητας και ισχύς του πρώην συντρόφου της.
Δεν παραβλέπω, τέλος, ότι από την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας μέχρι και σήμερα, ο πυρήνας του ισχυρισμού παραμένει ακλόνητος, καθώς ακόμα και στην ένορκη δήλωση που καταχώρισε η Αιτήτρια 1 προκειμένου να σχολιάσει την ενισχυτική αξία της ενόρκου δηλώσεως – μαρτυρίας της Ταμία του ΜΚΟ «Cyprus Stop Trafficking», εκείνη συνεχίζει να επικεντρώνεται στο ότι κακώς απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της περί αναγκαστικού γάμου της Αιτήτριας 2.
Για τους ανωτέρω λόγους, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίνεται από το Δικαστήριο ως εσωτερικά αξιόπιστος.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, καθώς οι πληροφορίες που αντλήθηκαν από τους Καθ’ ων η Αίτηση τον υπό κρίση χρόνο επιβεβαιώνουν ότι αν και οι αναγκαστικοί γάμοι στο Καμερούν διώκονται βάσει του άρθρου 356 Π.Κ. της χώρας, η πρακτική συνεχίζει να βρίσκει ευρεία κοινωνική αποδοχή λόγω των θρησκευτικών και κοινωνικών αντιλήψεων. Το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω έρευνα κρίνοντας ότι η εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού έχει ήδη θεμελιωθεί ενώ θα ακολουθήσει περαιτέρω έρευνα σε μεταγενέστερο στάδιο της παρούσας απόφασης.
Καταληκτικά, καθώς θεμελιώθηκαν η εσωτερική και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της Αιτήτριας 1, ο ισχυρισμός περί αναγκαστικού γάμου της Αιτήτριας 2 γίνεται αποδεκτός ως αξιόπιστος.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό που απορρέει από το σύνολο των ενώπιόν μου στοιχείων περί του ότι (αποκλειστικά) η Αιτήτρια 2 αποτελεί θύμα εμπορίας προσώπων, κρίνω αρχικά σκόπιμο όπως παρατεθεί ο ορισμός της έννοιας βάσει των Ευρωπαϊκών νομικών προτύπων.
Σύμφωνα με τη Δικαστική Ανάλυση της EUAA, το Άρθρο 3 του πρωτοκόλλου του Παλέρμο ορίζει την έννοια του όρου «θύμα εμπορίας προσώπων» ως :
α) «Διακίνηση προσώπων» νοείται η στρατολόγηση, μεταφορά, μετακίνηση, παροχή καταλύματος ή η υποδοχή προσώπων, με την απειλή ή χρήση βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού με απαγωγή, εξαπάτηση, παραπλάνηση, κατάχρηση εξουσίας ή ευάλωτης θέσης ή με παροχή ή αποδοχή χρημάτων έλεγχο άλλου προσώπου, με σκοπό την εκμετάλλευση. Η εκμετάλλευση περιλαμβάνει, τουλάχιστον, την εκμετάλλευση της πορνείας άλλων ή άλλες μορφές γενετήσιας εκμετάλλευσης, την αναγκαστική εργασία ή παροχή υπηρεσιών, τη δουλεία ή πρακτικές παρόμοιες με τη δουλεία, την υποτέλεια ή την αφαίρεση οργάνων.
β) Η συγκατάθεση του θύματος της διακίνησης προσώπων για την σκοπούμενη εκμετάλλευση, όπως αυτή ορίζεται στην υποπαράγραφο (α), δεν λαμβάνεται υπόψη όταν έχει χρησιμοποιηθεί οποιοδήποτε από τα μέσα που αναφέρονται στην υποπαράγραφο αυτή.
γ) Η στρατολόγηση, μεταφορά, μετακίνηση, παροχή καταλύματος ή υποδοχή παιδιού με σκοπό την εκμετάλλευση θεωρείται ως «διακίνηση προσώπων» ακόμα κι αν δεν έχει χρησιμοποιηθεί κανένα από τα μέσα που αναφέρονται στην υποπαράγραφο α).
δ) «Παιδί» νοείται οποιοδήποτε πρόσωπο κάτω των δεκαοκτώ ετών[1].
Ο ορισμός της εμπορίας ανθρώπων στο άρθρο 4 της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της εμπορίας ανθρώπων περιλαμβάνει τις ίδιες συνιστώσες με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου του Παλέρμο[2].
Η αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας της ΕΕ για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων αναφέρει «…] η εκμετάλλευση της επαιτείας, συμπεριλαμβανομένης της χρησιμοποίησης εξαρτωμένου ατόμου που είναι θύμα εμπορίας για σκοπούς επαιτείας, θα πρέπει να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ορισμού της εμπορίας ανθρώπων μόνο εφόσον συντρέχουν όλα τα στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας ή υπηρεσιών […]». Η έκφραση «εκμετάλλευση εγκληματικών δραστηριοτήτων» θα πρέπει να νοείται ως εκμετάλλευση προσώπου για τη διάπραξη, μεταξύ άλλων, μικροκλοπών, κλοπών σε καταστήματα, λαθρεμπορίου ναρκωτικών και άλλων παρόμοιων δραστηριοτήτων που υπόκεινται σε κυρώσεις και ενέχουν οικονομικά οφέλη. Ο ορισμός καλύπτει επίσης την εμπορία ανθρώπων με σκοπό την αφαίρεση οργάνων, που συνιστά σοβαρή παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της σωματικής ακεραιότητας καθώς και, παραδείγματος χάριν, άλλες συμπεριφορές όπως περιπτώσεις παράνομων υιοθεσιών ή καταναγκαστικών γάμων εφόσον συνιστούν αντικειμενική υπόσταση εμπορίας ανθρώπων[3].
Βάσει της Δικαστικής Ανάλυσης της ΕUAA[4], o ορισμός της εμπορίας ανθρώπων βάσει του πρωτοκόλλου του Παλέρμο, της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της εμπορίας ανθρώπων και της οδηγίας της ΕΕ για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων έχει τρία συστατικά στοιχεία:
1) Η πράξη - Η πρόσληψη, μεταφορά, διακίνηση, στέγαση ή υποδοχή προσώπων.
2) Τα μέσα - Απειλή της χρήσης ή χρήση βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, απαγωγή, απάτη, παραπλάνηση, κατάχρηση εξουσίας ή ευάλωτης θέσης ή πληρωμή ή αποδοχή χρημάτων ή άλλων απολαβών για την εξασφάλιση της συναίνεσης προσώπου κατέχοντος εξουσία επί ενός άλλου[5].
3) Η ύπαρξη σκοπού εκμετάλλευσης - Η εκμετάλλευση περιλαμβάνει, τουλάχιστον, την εκμετάλλευση της εκπόρνευσης άλλων ή άλλες μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης, την καταναγκαστική παροχή εργασίας ή υπηρεσιών, τη δουλεία ή άλλες πρακτικές παρεμφερείς προς τη δουλεία, την οικιακή δουλεία ή την αφαίρεση οργάνων[6].
Σε σχέση με τα στοιχεία που έχω ενώπιόν μου, αρχικά παρατηρώ ότι η Αιτήτρια 1 δήλωσε, σχετικά με το ταξίδι των Αιτητών από το Καμερούν μέχρι τα εδάφη της Δημοκρατίας, ότι εγκατέλειψε την πόλη Douala στις 03/06/2018 μαζί με τα ανήλικα τέκνα της και ταξίδεψε με τελικό προορισμό το αεροδρόμιο Ercan, μέσω Κωνσταντινούπολης. Παρέμεινε εκεί για δύο ημέρες και στη συνέχεια, εισήλθε παράτυπα στα εδάφη που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία. Κληθείσα να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο εισήλθε στα ελεύθερα εδάφη, η Αιτήτρια 1 υπέβαλε ότι δε γνωρίζει, επικαλούμενη ότι τους μετέφερε εδώ το πρόσωπο που συνάντησε στα κατεχόμενα. Ως προς τον τρόπο που οργάνωσε το ταξίδι της από το Καμερούν, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι τη βοήθησε μία φίλη της, η οποία την έφερε σε επαφή με πρόσωπο που τους βοήθησε να ταξιδέψουν. Ερωτηθείσα εάν πλήρωσε το εν λόγω πρόσωπο, η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείσα εάν του χρωστάει κάποια χρήματα, απάντησε αποφατικά.
Στη συνέχεια εξήγησε ότι ταξίδεψε μόνο με τα ανήλικα τέκνα της και δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της, ωστόσο ήταν δύσκολη η μεταφορά τους στα ελεύθερα εδάφη, αφού ο οδηγός τους είχε κρύψει στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου (βλ. ερ. 87 6Χ – 87 2Χ δ.φ.). Σχετικά με το πρόσωπο που οργάνωσε το ταξίδι της, σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης η Αιτήτρια αποσαφήνισε ότι μία φίλη της μίλησε με κάποιο πρόσωπο, το οποίο εκείνη δεν γνώριζε, το είδε όμως μόνο μία φορά όταν του έδωσε τα χρήματα και εκείνος της παρέδωσε τα ταξιδιωτικά έγγραφα, καθώς ασχολείτο με ταξιδιωτικές επιχειρήσεις (βλ. ερ. 85 δ.φ.).
Τα έγγραφα, από το οποία ουσιαστικά προκύπτει η αναγνώριση της Αιτήτριας 2 ως θύμα εμπορίας προσώπων είναι:
1) Η ενημέρωση της Αστυνομίας Κύπρου που εστάλη στον Αναπληρωτή Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου και Μετανάστευσης στις 22/02/2023 από το Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος, με την οποία γίνεται ενημέρωση ότι η Αιτήτρια έχει αναγνωριστεί ως θύμα εμπορίας προσώπων.
2) Η ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΥΣΑ «Αξιολόγηση Κινδύνου» της Αστυνομίας Κύπρου προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης Κύπρου, ημερομηνίας 29/05/2023, δια της οποία η αστυνομία ενημερώνει την αρμόδια αρχή ότι η Αιτήτρια αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων επειδή, σύμφωνα με δικές της δηλώσεις, ο πατέρας της την πάντρεψε αναγκαστικά και εκείνη αναγκάστηκε, με τη μητέρα της και τον αδερφό της, να εγκαταλείψουν το Καμερούν επειδή η μητέρα της ήθελε να την προφυλάξει από σεξουαλική κακοποίηση. Τονίζει επίσης το εν λόγω έγγραφο της Αστυνομίας ότι δεν μπορεί να σχηματιστεί ποινική υπόθεση εναντίον των προσώπων που εκείνη ανέφερε και καλεί, τέλος, η Αστυνομία το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης Κύπρου, όπως εξετάσει την εν λόγω περίπτωση και λάβει την απόφασή της προς επαναπατρισμό ή περαιτέρω άδεια διαμονής προς την Αιτήτρια και τα μέλη της οικογένειάς της.
3) Η Βεβαίωση Αναγνώρισης Θύματος Εμπορίας Προσώπων ημερομηνίας 29/03/2023, δια της οποίας η Αστυνομία Κύπρου ενημερώνει τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας ότι η Αιτήτρια 2 αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων.
Τονίζεται ότι τα εν λόγω έγγραφα εκδόθηκαν στο σύνολό τους περίπου ενάμιση χρόνο μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και παραμένει ασαφές υπό ποια διαδικασία έλαβε χώρα η αναγνώριση, συγκεκριμένα της Αιτήτριας 2, ως θύμα εμπορίας προσώπων, χωρίς μάλιστα να αναγνωριστούν η μητέρα της και ο ανήλικος αδερφός της.
Αξιολογώντας λοιπόν τα ενώπιόν του στοιχεία, το Δικαστήριο κρίνει ότι από τις δηλώσεις της Αιτήτριας αναφορικά με τις συνθήκες του ταξιδιού της και των ανήλικων τέκνων της από το Καμερούν μέχρι τα ελεύθερα εδάφη της Κύπρου, δεν ανέκυψε κανένα από τα τρία στοιχεία του ορισμού της έννοιας του «θύματος εμπορίας προσώπων».
Ειδικότερα, αν και θα μπορούσε να εκτιμηθεί ότι οι πράξεις της υποδοχής, φιλοξενίας και μεταφοράς της Αιτήτριας από το αεροδρόμιο Ercan στα κατεχόμενα από δύο άγνωστους άνδρες θα μπορούσαν να αξιολογηθούν ως πράξεις διακίνησης, από το αφήγημα της Αιτήτριας 1 εκλείπουν τα στοιχεία των μέσων και του σκοπού εκμετάλλευσης των Αιτητών και δη της Αιτήτριας 2.
Στη βάση των δηλώσεων της Αιτήτριας 1, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπήρξε καμία απειλή ή χρήση βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, απαγωγή, απάτη, παραπλάνηση, κατάχρηση εξουσίας ή ευάλωτης θέσης ή πληρωμή ή αποδοχή χρημάτων ή άλλων απολαβών για την εξασφάλιση της συναίνεσης προσώπου κατέχοντος εξουσία επί ενός άλλου. Η φυγή της Αιτήτριας 1 με τα ανήλικα τέκνα της αποτέλεσε δική της απόφαση προκειμένου να διαφύγουν οικογενειακώς από τον πρώην σύντροφό της και πατέρα των τέκνων της.
Σε καμία των περιπτώσεων άλλωστε δε μπορεί να κριθεί ότι στην περίπτωση της Αιτήτριας 2 αλλά και της μητέρας της, ανακύπτει η ύπαρξη σκοπού εκμετάλλευσης για εκπόρνευσης ή άλλες μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης, καταναγκαστική παροχή εργασίας ή υπηρεσιών, δουλεία ή άλλες πρακτικές παρεμφερείς προς τη δουλεία και/ή αφαίρεση οργάνων. Η Αιτήτρια 1 αποσαφήνισε άλλωστε ότι δεν γνωρίζει κάποιο από τα άτομα που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στο ταξίδι της, ότι δεν χρωστάει χρήματα σε κανένα από αυτά, ότι δεν γνωρίζει τα στοιχεία τους και πού βρίσκονται, ότι τα εν λόγω πρόσωπα άφησαν τους Αιτητές πλησίον του Αστυνομικού Τμήματος Λεμεσού αμέσως μόλις εισήλθαν στα ελεύθερα εδάφη της Κύπρου και ότι ουδέν πρόβλημα δημιούργησαν στην ίδια ή τα ανήλικα τέκνα της, πλην του ότι τους μετέφεραν στα ελευθέρα εδάφη της Κύπρου μέσα στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου.
Η Δικαστική ανάλυση της ΕUAA αναφέρει άλλωστε ότι τα παιδιά που είναι θύματα εμπορίας ανθρώπων, συνήθως υφίστανται καταστάσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης, καταναγκαστικής παροχής εργασίας, οικιακής δουλείας, καταναγκαστικής επαιτείας, καταναγκαστικών εγκληματικών δραστηριοτήτων και/ή καταναγκαστικού γάμου[7], χωρίς ωστόσο να ανακύπτουν αντίστοιχα στοιχεία σχετικά με την Αιτήτρια 2 στη παρούσα υπόθεση.
Σχολιάζοντας, τέλος, την ένορκη δήλωση της Ταμία της ΜΚΟ «Cyprus Stop Trafficking», κας Π.Τ., το Δικαστήριο αρχικά αδυνατεί να αντιληφθεί εάν η ανωτέρω κυρία προέβη στην ένορκη δήλωσή της ως Ταμίας – εκπρόσωπος της ΜΚΟ «Cyprus Stop Trafficking» ή υπό κάποια άλλη ιδιότητα. Σε κάθε περίπτωση, το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεώς της δεν ενισχύει άμεσα τον ισχυρισμό περί του ότι η Αιτήτρια 2 αποτελεί θύμα εμπορίας προσώπων, αλλά απλώς βεβαιώνει ότι οι Αιτητές διαμένουν στα καταλύματα του ΜΚΟ, ευελπιστώντας ότι το Δικαστήριο θα κάνει αποδεκτούς τους ισχυρισμούς των Αιτητών. Δια της συναφούς δικής της ένορκης δήλωσης, η Αιτήτρια 1 υπεραμύνεται της αξιοπιστίας του ισχυρισμού της περί αναγκαστικού γάμου της Αιτήτριας 2 και ουδεμία αναφορά κάνει σε στοιχεία που να συνηγορούν ότι η κόρη της αποτελεί θύμα εμπορίας προσώπων.
Στη βάση της αξιολόγησης των ανωτέρω στοιχείων, το Δικαστήριο κρίνει ότι βάσει της Συνθήκης του Παλέρμο, του άρθρου 4 της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της εμπορίας ανθρώπων και την αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας της ΕΕ για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων αναφέρει, ούτε η Αιτήτρια 2 αλλά ούτε και κάποιος εκ των Αιτητών έχει πέσει θύμα εμπορίας προσώπων, γεγονός το οποίο ενδυναμώνεται και από το ότι ουδέποτε η Αιτήτρια 1 προέβαλε κάποιο συναφή ισχυρισμό.
Ως εκ τούτου, στα πλαίσια της αξιολόγησης των αναγκών διεθνούς προστασίας των Αιτητών, ούτε η Αιτήτρια 2 αλλά ούτε και κάποιος άλλος από τους Αιτητές κρίνεται αποτέλεσε θύμα εμπορίας προσώπων, παρά τα σχετικά έγγραφα της Αστυνομίας Κύπρου.
Για τους ανωτέρω λόγους, αν και η έκθεση του World Freedom 2024 για το Καμερούν αναφέρει ότι η χώρα συνεχίζει να αποτελεί χώρα προέλευσης, διέλευσης και προορισμού για καταναγκαστική εργασία και σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, καθώς και χώρα προέλευσης για γυναίκες που υπόκεινται σε καταναγκαστική εργασία και πορνεία στην Ευρώπη[8] το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, περί του ότι η Αιτήτρια 2 συγκεκριμένα ήταν θύμα εμπορίας προσώπων, ενώ δεν ανακύπτει κάποιο στοιχείο που να βεβαιώνει ότι ήταν μόνο η Αιτήτρια 2 θύμα εμπορίας προσώπων και όχι η μητέρα της και ο αδερφός της.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Προχωρώντας λοιπόν στην αξιολόγηση του κινδύνου που οι Αιτητές ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σε περίπτωση επιστροφής τους στην πόλη Douala του Καμερούν, υπενθυμίζεται ότι αποδεκτοί έχουν γίνει οι ισχυρισμοί γύρω από τα προσωπικά τους στοιχεία και οι δηλώσεις της Αιτήτριας 1 περί του ότι εγκατέλειψαν τη χώρα για να αποφύγουν την ολοκλήρωση του αναγκαστικού γάμου της Αιτήτριας 2.
Εξετάζοντας τη βασιμότητα του φόβου των Αιτητών, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής τους στο Καμερούν, ο πρώην σύντροφός της θα αναγκάσει την Αιτήτρια 2 να προχωρήσει στην ολοκλήρωση του γάμου της, ενώ την ίδια ή θα την εκδικηθεί επειδή πήρε τα παιδιά και έφυγε ή θα την αναγκάσει να επιστρέψει σε εκείνον. Το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου της Αιτήριας πληρούται δια της υποβολής αιτήματος διεθνούς προστασίας και της απροθυμίας της να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της.
Ως προς το αντικειμενικό του στοιχείο, καθώς ο συνδεόμενος με τον εν λόγω φόβο ισχυρισμός της έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος, ο φόβος των Αιτητών διαφαίνεται να είναι βάσιμος και δικαιολογημένος. Το Δικαστήριο όμως, ως οφείλει, προχώρησε σε περαιτέρω έρευνα αναφορικά με τους αναγκαστικούς γάμους στο Καμερούν και εντόπισε τις ακόλουθες σχετικές πληροφορίες.
Ο εξαναγκαστικός γάμος είναι μια ευρέως διαδεδομένη πρακτική στο Καμερούν, σύμφωνα με έκθεση του USDOS για την κατάσταση ανθρωπίνων δικαιωμάτων για το έτος 2020[9] και με την πιο πρόσφατη μηνιαία έκθεση της UN OCHA του Ιανουαρίου του 2023 για την ανθρωπιστική κατάσταση στην χώρα.[10]
Η πρακτική είναι ευρέως διαδεδομένη, με το πρόβλημα να επικεντρώνεται κυρίως στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Σύμφωνα με τις αρχές του Καμερούν, όπως αναφέρει το Voice of America (VOA), 6 στα 10 κορίτσια αναγκάζονται να παντρευτούν πριν φτάσουν τα 16 τους χρόνια σε αυτές τις κοινότητες, και στην χώρα συνολικά σχεδόν το ένα τρίτο των κοριτσιών έχουν τελέσει γάμο πριν φτάσουν 18 ετών. Η πρακτική του εξαναγκαστικού γάμου χήρων με έναν από τους συγγενείς του αποθανόντος συζύγου τους συνεχίστηκε σε κάποιο βαθμό, ως ένας τρόπος για να εξασφαλιστεί η περιουσία που άφησε ο σύζυγος, συμπεριλαμβανομένης της συζυγικής κατοικίας.[11]
Τον Ιούλιο του 2020, 300 ανύπαντρες μητέρες στο δυτικό Καμερούν βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για την πρακτική του καταναγκαστικού γάμου. Οι περισσότερες διαδηλώτριες είχαν παντρευτεί άγνωστους άνδρες σε ηλικία 14 ετών και μερικές αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους με τα μωρά τους αφού οι σύζυγοί τους έφεραν στο σπίτι άλλες συζύγους. [12]
Παλαιότερες πληροφορίες αναφέρουν ότι στο Καμερούν, ο αναγκαστικός γάμος είναι στην πραγματικότητα παράνομος. Ο ποινικός κώδικας αναφέρει επίσης ότι ο γάμος πρέπει να περιλαμβάνει τη συγκατάθεση και των δύο μερών και πρέπει να αναγνωρίζεται από επίσημο πιστοποιητικό. Στην πράξη, ωστόσο, ο νόμος δεν προστατεύει τις περισσότερες γυναίκες. Ενώ τα κορίτσια εξαναγκάζονται σε αυτούς τους γάμους, οι οποίοι είναι μερικές φορές καταχρηστικοί και κακοποιητικοί γάμοι, δεν γνωρίζουν ποια νομική προστασία προσφέρει το κράτος. Βασικά, αυτοί οι εξαναγκαστικοί γάμοι ακολουθούν εθιμικούς κανόνες που καταλήγουν να είναι καταπιεστικοί για τις γυναίκες, οι οποίες είτε αναγκάζονται να πληρώσουν τη νυφική τους τιμή είτε εκδιώκονται μαζί με τα παιδιά τους μετά το θάνατο του συζύγου τους.[13]
Πηγές δείχνουν ότι η πρακτική του εξαναγκαστικού γάμου ποικίλλει από περιοχή σε περιοχή. Ένας καθηγητής Αφρικανικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ δήλωσε στο Συμβούλιο για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες του Καναδά το 2013 ότι, γενικά, οι γυναίκες είναι ανεξάρτητες, μπορούν να μετακινηθούν και ελεύθερες να πάρουν διαζύγιο. Ωστόσο, οι πρώιμοι γάμοι, οι αναγκαστικοί γάμοι και η πρακτική του levirate ή του sororate για τις χήρες υπάρχουν ακόμη και σήμερα. Η παράδοση δημιουργεί την πεποίθηση ότι η γυναίκα εξακολουθεί να θεωρείται ιδιοκτησία.[14]
Αναφορικά με την ενδοοικογενειακή βία στο Καμερούν σε έκθεση για πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της Καναδικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Ασύλου για το διάστημα αναφοράς 2020-2022, σημειώνεται ότι:
«Πηγές αναφέρουν ότι η ενδοοικογενειακή βία στο Καμερούν είναι ‘ευρέως διαδεδομένη’.[15] Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW) αναφέρει ότι ‘οι διακρίσεις κατά των γυναικών’ είναι ‘διαδεδομένες’ στο Καμερούν και ότι η ενδοοικογενειακή βία είναι ‘ενδημική’».[16] […] Σύμφωνα με το RuWCED [Rural Women Center for Education and Development Cameroon], εκτός από το κοινωνικό ‘στίγμα’ για τους επιζώντες και τις οικογένειές τους, ‘οι περισσότερες’ γυναίκες από κοινωνικοοικονομικά ‘μειονεκτικά’ πλαίσια υφίστανται ενδοοικογενειακή βία επειδή εξαρτώνται οικονομικά από τους συζύγους τους».[17],[18]
Στην ίδια έκθεση αναφέρεται επίσης ότι, σύμφωνα με τα δεδομένα του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικών και του ICF του 2018, το ποσοστό των γυναικών ηλικίας 15–49 ετών που βρίσκονται σε ενεργή σχέση ή σε σχέση υπό διάλυση και οι οποίες έχουν βιώσει ενδοοικογενειακή βία υπό τη μορφή συναισθηματικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας από οποιονδήποτε σύζυγο ή σύντροφο κατά τους τελευταίους 12 μήνες που προηγήθηκαν της έρευνας είναι 33,3 τοις εκατό στις αγροτικές περιοχές και 29,6 τοις εκατό στις αστικές περιοχές.[19] Ειδικά δε για την περιοχή της πρωτεύουσας Yaoundé, το ποσοστό των γυναικών που έχουν βιώσει ενδοοικογενειακή βία από τον τωρινό ή τον πλέον πρόσφατο σύζυγο ή σύντροφό τους ανέρχεται στο 44 %.[20]
Σχετικά με τη Νομοθεσία, η ανωτέρω έκθεση αναφέρεται σε πηγές σύμφωνα με τις οποίες «οι ‘διακρίσεις’ κατά των γυναικών ενσωματώνονται στη νομοθεσία του Καμερούν[21] ή στους ‘εθιμικούς κανόνες’ που εφαρμόζονται ‘γενικά’ από το δικαστικό σύστημα».[22]
Σύμφωνα με πηγές, δεν υπάρχει νόμος του Καμερούν που να απαγορεύει την ενδοοικογενειακή βία και δεν υπάρχουν μέτρα για την προστασία των γυναικών που τη βιώνουν.[23]
Σύμφωνα με την έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών για την κατάσταση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Καμερούν το έτος 2022, η οποία δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2023, «ο νόμος δεν αντιμετωπίζει τον βιασμό συζύγου, ούτε απαγορεύει συγκεκριμένα την ενδοοικογενειακή βία, αν και η επίθεση απαγορεύεται και τιμωρείται με φυλάκιση και πρόστιμα. Σε αντίθεση με το 2021, δεν υπήρξαν γνωστές ή επίσημες καταγγελίες ότι άτομα που συνδέονται με την κυβέρνηση βίασαν γυναίκες και παιδιά. Ωστόσο, οι αναφορές υποδηλώνουν ότι η ενδοοικογενειακή βία παρέμεινε μείζον ζήτημα». […] Στην έκθεσή της κατά τη διάρκεια του έτους για την παρακολούθηση της ενδοοικογενειακής βίας, η ΜΚΟ Nouveaux Droits de l'Homme έφερε στο φως αρκετές περιπτώσεις βίας κατά των γυναικών, που μερικές φορές εμπλέκουν παιδιά ως θύματα. Στις 20 Μαρτίου, στη Ντουάλα, για παράδειγμα, ένας πρώην παρουσιαστής της τηλεοπτικής εκπομπής Jambo στο Canal 2 International φέρεται να βίασε την κόρη του, ηλικίας 14 ετών. Το κανάλι φέρεται να τον έδιωξε ωστόσο, έως τα μέσα Αυγούστου, ο πατέρας δεν είχε κατηγορηθεί για έγκλημα.[24]
Η Baker McKenzie αναφέρει ότι ελλείψει νόμου για την ενδοοικογενειακή βία, οι επιζώντες μπορούν να υποβάλουν καταγγελία για επίθεση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα για μια συγκεκριμένη υπόθεση που θα εκδικαστεί σε ποινικά δικαστήρια.[25] Η Baker McKenzie αναφέρει ότι οι ενότητες 277 [Βαριά βλάβη], 279 [Επίθεση με περιστασιακή σοβαρή βλάβη], 280 [Απλή βλάβη], 281 [Ελαφρά βλάβη], 296 [Βιασμός], 338 [Επίθεση σε γυναίκα με παιδί], 350 [Επίθεση σε παιδιά], 356 [Αναγκαστικός γάμος] και 357 [Κατάχρηση αναφορικά με την προίκα] είναι μεταξύ των ενοτήτων που θα μπορούσαν να ισχύουν στον Ποινικό Κώδικα[26] για τη δίωξη της ενδοοικογενειακής ή οικογενειακής βίας.[27]
Ως προς την εφαρμογή της νομοθεσίας, στην ίδια έκθεση για πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της Καναδικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Ασύλου για το διάστημα αναφοράς 2020-2022 σημειώνεται ότι «αν και το Σύνταγμα του Καμερούν εγγυάται ίσα δικαιώματα σε άνδρες και γυναίκες, πηγές αναφέρουν ότι στην πράξη αυτή η αρχή δεν εφαρμόζεται [πάντα][28] και οι γυναίκες δεν έχουν πρόσβαση στα ίδια δικαιώματα με τους άνδρες. Το Freedom House αναφέρει ότι περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας και βιασμού ‘σπάνια’ διώκονται ποινικά. Ομοίως, η Baker McKenzie υποδεικνύει ότι οι επιζώντες είναι απρόθυμοι να υποβάλουν καταγγελία στην αστυνομία, καθώς η αστυνομία δεν θεωρεί την ενδοοικογενειακή βία ‘σοβαρό ζήτημα’.[29] Η ίδια πηγή προσθέτει ότι οι δικαστές ‘γενικά’ αποδέχονται ότι ένας άνδρας έχει «πειθαρχικά δικαιώματα» στη σύζυγό του, σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο.[30],[31]
Στη βάση λοιπόν των ανωτέρω πληροφοριών σε συνδυασμό με τον αποδεκτό ισχυρισμό περί αναγκαστικού γάμου της Αιτήτριας 2, το Δικαστήριο κρίνει τον φόβο δίωξης σε σχέση με την Αιτήτρια 1 και 2 ως βάσιμο και δικαιολογημένο καθώς ανέκυψαν στοιχεία εν των οποίων πιθανολογείται ευλόγως ότι σε περίπτωση επιστροφής τους στο Καμερούν, η Αιτήτρια 2 θα αναγκαστεί να επιστρέψει στο σύζυγό της και να ολοκληρώσει τον αναγκαστικό της γάμο, με ότι αυτό συνεπάγεται, η δε μητέρα της και Αιτήτρια 1 θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες της πράξης της να πάρει τα ανήλικα τέκνα της και να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής τους ενώ ο πρώην σύντροφός της είχε δρομολογήσει το γάμο της ανήλικης κόρης τους έναντι ανταλλάγματος. Καταληκτικά, ο φόβος των Αιτητών κρίνεται ως βάσιμος και δικαιολογημένος.
Τονίζεται ωστόσο ότι από το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης και από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν ανακύπτει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος για τον Αιτητή 3.
Προχωρώντας στη Νομική Ανάλυση, αρχικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει σε σχέση με τον ορισμό του πρόσφυγα (η υπογράμμιση του Δικαστηρίου):
«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5.
[...].»
ΠΡΑΞΕΙΣ ΔΙΩΞΗΣ
Καθώς ο φόβος των Αιτητριών 1 και 2 κρίθηκε ως βάσιμος και δικαιολογημένος, το Δικαστήριο θα εξετάσει το εάν η επαπειλούμενη εις βάρος τους μεταχείριση, σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν συνιστά πράξη δίωξης.
Αν και κατά το §51 του Εγχειρίδιου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας, δεν υπάρχει παγκόσμια αποδεκτός ορισμός της «δίωξης», το άρθρο 33 της Σύμβασης του 1951 μπορεί να συναχθεί ότι η απειλή κατά της ζωής ή της ελευθερίας για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα πρέπει να θεωρείται πάντοτε δίωξη.
Ως εκ τούτου, το άρθρο 3Γ(1) του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει ότι, «οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης για τους Πρόσφυγες πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους, ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δε χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών».
Επίσης, το άρθρο 3Γ(2) του περί Προσφύγων Νόμου προνοεί ότι «(α) πράξεις σωματικής ή ψυχικής βίας, συμπεριλαμβανομένων πράξεων σεξουαλικής βίας,» (β) νομικά, διοικητικά, αστυνομικά ή/και δικαστικά μέτρα, τα οποία εισάγουν διακρίσεις αφ’ εαυτού ή εφαρμόζονται κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις, όπως και «(στ) πράξεις που στοχεύουν το φύλο ή τα παιδιά[.]» περιλαμβάνονται στον μη εξαντλητικό κατάλογο πράξεων δίωξης.
Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 9 της Οδηγίας, η δίωξη πρέπει α) να είναι αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψής της, ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 της ΕΣΔΑ ή β) να αποτελεί σώρευση διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται το άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο προηγούμενο εδάφιο. Μεταξύ των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 παρ. 2 της ΕΣΔΑ είναι: το δικαίωμα στη ζωή (αρ. 2), η απαγόρευση των βασανιστηρίων, η απαγόρευση της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης (αρ. 3).
Λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία του Καμερούν, την επικράτηση του αναγκαστικού γάμου, το φαινόμενο επικράτησης της ενδοοικογενειακής βίας, τους αποδεκτούς ισχυρισμούς των Αιτητών και τις συνέπειες που εκείνοι κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν σε περίπτωση επιστροφής τους στο Καμερούν, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι Αιτήτριες 1 και 2 απειλούνται με πράξεις που απειλούν την ελευθερία τους, της σωματική τους ακεραιότητα, ακόμα και της ζωής τους, πράξεις δηλαδή που αναντίλεκτα αποτελούν πράξεις δίωξης. Στα πλαίσια μάλιστα του αναγκαστικού της γάμου η Αιτήτρια 2 πιθανολογείται ότι θα υποβληθεί και σε σεξουαλική κακοποίηση, πράξη που επίσης συνιστά πράξη δίωξης.
ΛΟΓΟΙ ΔΙΩΞΗΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου:
«(δ) Η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων:
(i) (.)
(ii) η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.»
Ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του γενετήσιου προσανατολισμού. Ο γενετήσιος προσανατολισμός δεν μπορεί να νοηθεί ότι περιλαμβάνει πράξεις που θεωρούνται αξιόποινες κατά το κυπριακό δίκαιο. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του φύλου, κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τον προσδιορισμό χαρακτηριστικού αυτής της ομάδας».
Στις Κατευθυντήριες Οδηγίες σχετικά με τη διεθνή προστασία της Ύπατης Αρμοστείας Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες με τίτλο «Guidelines on International Protection No. 1: Gender-Related Persecution within the context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol relating to the Status of Refugees (HCR/GIP/02/01)», αναφέρεται ότι στην εφαρμογή των κριτηρίων για την παραχώρηση προσφυγικού καθεστώτος, είναι σημαντικό η εξέταση του αιτήματος να γίνει ολιστικά και να ληφθούν υπόψιν όλες οι σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι σημαντικό να υπάρχει μια πλήρης εικόνα της προσωπικότητας του αιτητή ασύλου, του ιστορικού του, των προσωπικών του εμπειριών και επίσης ανάλυση επίκαιρων πηγών αναφορικά με τις ιδιαίτερες ιστορικές, γεωγραφικές και πολιτισμικές περιστάσεις στην χώρα καταγωγής του. Όσον δε αφορά το φύλο ενός αιτητή, αυτό δύναται να αξιολογηθεί κατά πόσον εμπίπτει στην έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, για παράδειγμα οι γυναίκες θεωρούνται υποσύνολο της κοινωνικής ομάδας, οι οποίες μοιράζονται εγγενή και αμετάβλητα χαρακτηριστικά και οι οποίες συχνά τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από τους άνδρες (βλ. παράγραφος 30).
Στην υπό εξέταση περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, οι πράξεις δίωξης που κινδυνεύουν να υποστούν οι Αιτήτριες 1 και 2 σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, δεν οφείλεται αποκλειστικά στη διαφοροποίηση της λόγω φύλου, αφού δεν τυγχάνουν ίδιας μεταχείρισης όλες οι γυναίκες στο Καμερούν.
Εντούτοις, δύναται να θεωρηθεί ότι ο φόβος δίωξής τους οφείλεται στη συμμετοχή τους σε ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες. Ειδικότερα, η Αιτήτρια 2 λόγω της συμμετοχής της στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των γυναικών που κινδυνεύουν να υποβληθούν σε αναγκαστικό γάμο και ακολούθως σε σεξουαλική κακοποίηση, ενώ η Αιτήτρια 1 δύναται λόγω της συμμετοχής της στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των γυναικών που αντίκεινται στις αποφάσεις του άνδρα και/ή συντρόφου τους και ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της μη συμμόρφωσής τους.
Το εγγενές αμετάβλητο χαρακτηριστικό των δύο περιπτώσεων είναι το ότι η Αιτήτρια 2 είναι πλέον νεαρή γυναίκα η οποία διέφυγε του αναγκαστικού γάμου και η μητέρα της είναι γυναίκα η οποία αγνόησε τις προθέσεις του πατέρα των ανήλικων τέκνων της, τα οποία πήρε μαζί της και έφυγε από τη χώρα εν αγνοία του.
Ως προς το εάν οι ανωτέρω ομάδες έχουν ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα και γίνονται αντιληπτές ως διαφορετικές ομάδες από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο, το Δικαστήριο κρίνει ότι το εν λόγω στοιχείο πληρούται και συνοψίζεται στις πληροφορίες αναφορικά με τη μεταχείριση της γυναίκας στο Καμερούν σε συνδυασμό με την αποδοχή της πρακτικής του αναγκαστικού γάμου για την Αιτήτρια 2, και τις πληροφορίες αναφορικά με τη θέση της γυναίκας και το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας στο Καμερούν, για την Αιτήτρια 1. Και μπορεί η Αιτήτρια και ο πρώην σύντροφός της να μην παντρεύτηκαν, ωστόσο ο εν λόγω άνδρας αποτελεί τον πατέρα των τέκνων της και η συμπεριφορά του πηγάζει από τις οικογενειακές σχέσεις που τον συνδέει με τους Αιτητές.
Ως εκ τούτου, η επαπειλούμενη δίωξη των Αιτητριών 1 και 2 εμπίπτει σε έναν από τους πέντε λόγους όπως περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
ΦΟΡΕΑΣ ΔΙΩΞΗΣ
Φορείς δίωξης υπό την έννοια της Σύμβασης μπορεί να είναι είτε κρατικές αρχές είτε ιδιώτες, αν οι κρατικές αρχές ανέχονται ή αρνούνται ή αποδεικνύονται αδύναμες να παρέχουν αποτελεσματική προστασία (βλ. άρθρο 3Β του περί Προσφύγων Νόμου και Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, παράγραφος 65). Εν προκειμένω, ο φορέας δίωξης των Αιτητών είναι μη κρατικός, ήτοι ο πατέρας της Αιτήτριας 2 και πρώην σύντροφος της Αιτήτριας 1, με την επαπειλούμενη συμπεριφορά του προς τις Αιτήτριες να εδράζει από τις βαθιά πατριαρχικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις και πράξεις δίωξης όπως σωματική και ψυχική βία και πράξεις που στοχεύουν το φύλο (βλ. άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου) στο Καμερούν.
ΦΟΡΕΑΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Το άρθρο 3Β(1) του περί Προσφύγων Νόμου:
«Προστασία μπορεί να παρέχεται από:
(α) το κράτος, ή
(β) ομάδες ή οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων διεθνών οργανισμών, που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους, υπό την προϋπόθεση ότι επιθυμούν να προσφέρουν προστασία σύμφωνα με το εδάφιο (2) και είναι σε θέση να το πράξουν.»
Επιπλέον, σύμφωνα με το εδάφιο (2) του ίδιου άρθρου, η προστασία κατά της δίωξης πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή. Παρέχεται, κατά κανόνα, όταν οι φορείς προστασίας λαμβάνουν εύλογα μέτρα για την πρόληψη της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, μεταξύ άλλων μέσω της λειτουργίας αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό πράξεων που συνιστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη και όταν ο αιτητής έχει πραγματική πρόσβαση στην προστασία αυτή.
Σύμφωνα επίσης με τον οδηγό της EUAA Qualification for International Protection – Judicial Analysis, το κράτος αποτελεί, κατ' αρχήν, τον κύριο φορέα προστασίας. Ωστόσο, για να αναγνωρισθεί ως τέτοιος, πρέπει να αποδεικνύεται ότι είναι τόσο πρόθυμο όσο και ικανό να παρέχει αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία έναντι της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης.
Αναφορικά με τη δυνατότητα παροχής μόνιμης και αποτελεσματικής προστασίας προς τις Αιτήτριες 1 και 2, το Δικαστήριο προχώρησε σε περαιτέρω έρευνα και εντόπισε έκθεση της Freedom House, η οποία αναφέρει ότι το δικαστικό σώμα του Καμερούν ‘είναι υποδεέστερο’ σε σχέση με το Υπουργείο Δικαιοσύνης, με τη ‘διαφθορά και την πολιτική επιρροή, συμπεριλαμβανομένου από την εκτελεστική εξουσία’, να αποδυναμώνουν τα δικαστήρια στη χώρα.[32]
Οι Εκθέσεις ανά χώρα για τις πρακτικές ανθρωπίνων δικαιωμάτων για το 2022 του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ αναφέρουν ότι υπήρχαν ‘σοβαρά προβλήματα’ με την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος το 2022.[33] Η ίδια πηγή αναφέρει ότι, για πολίτες και οργανισμούς που αντιμετωπίζουν παραβιάσεις των πολιτικών δικαιωμάτων, τα αστικά ένδικα μέσα υπάρχουν μέσω διοικητικών ή νομικών διαδικασιών αλλά συνεπάγονται ‘μεγάλες καθυστερήσεις’.[34]
Η Baker McKenzie, διεθνής δικηγορική εταιρεία που παρέχει υπηρεσίες επιχειρηματικού δικαίου,[35] προσθέτει ότι οι δικαστές του συστήματος δικαιοσύνης ‘γενικά’ αποδέχονται ότι ένας άνδρας έχει ‘πειθαρχικά δικαιώματα’ στη σύζυγό του.[36] Σύμφωνα με την τέταρτη περιοδική έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών, Κοινωνικών και Πολιτιστικών Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (CESCR), που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2019, η χρήση του εθιμικού δικαίου συμβάλλει στην ‘ενίσχυση της ανισότητας’ μεταξύ ανδρών και γυναικών.[37] Επιπλέον, η Freedom House αναφέρει ότι σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο, οι βιαστές μπορούν να αποφύγουν την τιμωρία εάν το θύμα ‘συναινέσει’ στον γάμο.[38]
Παρόλο που υπάρχουν διεθνή κείμενα που έχουν επικυρωθεί από το Καμερούν και περιλαμβάνουν διατάξεις για την ενδοοικογενειακή βία, σύμφωνα με το εργαλείο Fighting Domestic Violence[39] στην πράξη, οι δικαστές είναι ‘συνήθως απρόθυμοι’ να τις εφαρμόσουν· δεν υπάρχει διαθέσιμη νομολογία στο Καμερούν σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία.[40] Σύμφωνα με το Transformation Index (BTI) 2022 του Bertelsmann Stiftung, το οποίο ‘αξιολογεί τον μετασχηματισμό προς τη δημοκρατία και την οικονομία της αγοράς καθώς και την ποιότητα της διακυβέρνησης σε 137 χώρες’, παρά την επικύρωση ‘πολλών’ διεθνών πράξεων για την εξάλειψη των διακρίσεων κατά των γυναικών, ‘στην πράξη, οι γυναίκες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν’ κοινωνικοοικονομικά και πολιτισμικά ‘εμπόδια’.[41]
Αναφορικά με το ρόλο της αστυνομίας, σύμφωνα με την Baker McKenzie, δεν υπάρχει καμία μορφή πολιτικής προστασίας διαθέσιμη για τους επιζώντες ενδοοικογενειακής βίας που υποβάλλουν επίσημη καταγγελία, επειδή δεν είναι κωδικοποιημένη από τον νόμο και η αστυνομία ‘σπάνια’ παρεμβαίνει.[42] Η ίδια πηγή προσθέτει ότι η αστυνομία θεωρεί ότι η ενδοοικογενειακή βία είναι ‘ιδιωτική’ υπόθεση και ‘μπορεί’ να θεωρήσει ότι η επιζήσασα είναι υπεύθυνη για τη βία.[43]
Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω πληροφορίες, όπως και τις προηγουμένως αντληθείσες πληροφορίες αναφορικά με την επικράτηση του αναγκαστικού γάμου και της ενδοοικογενειακής βίας που συνδέεται άμεσα με τη θέση της γυναίκας στο Καμερούν, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι αρχές του Καμερούν αδυνατούν να προσφέρουν μόνιμη και αποτελεσματική προστασία στις Αιτήτριες 1 και 2, σε περίπτωση που εκείνες επιστρέψουν στην πόλη Douala. Δεν παραβλέπω άλλωστε το γεγονός ότι με βάση τα όσα έχουν γίνει δεκτά, ο πρώην σύντροφος της Αιτήτριας 1 και πατέρας της Αιτήτριας 2 αποτελεί ένα άνδρα επιτυχημένο επιχειρηματικά, με ευρεία οικονομική δυνατότητα και ισχύ.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρούται και η προϋπόθεση της έλλειψης αποτελεσματικής κρατικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 3Β του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 7 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΜΕΤΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Όσον αφορά τη δυνατότητα μετεγκατάστασης των Αιτητών σε άλλο σημείο της χώρας καταγωγής τους, το άρθρο 12Γ (1) του περί Προσφύγων Νόμου προνοεί τα ακόλουθα:
«Κατά τη λήψη απόφασης επί της αίτησης, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει ότι ο αιτητής δεν χρήζει διεθνούς προστασίας, εάν σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς του- (i) δεν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή (ii) έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως η εν λόγω προστασία ορίζεται στο άρθρο 3Β, και ο αιτητής μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί εύλογα να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί»
Εν προκειμένω, ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης της Αιτήτριας 1 διαπιστώνω ότι ερωτηθείσα από τον αρμόδιο λειτουργό εάν οι Αιτητές θα μπορούσαν να εγκατασταθούν με ασφάλεια στις περιοχές Bertoua ή Ebolowa, εκείνη απάντησε αποφατικά επικαλούμενη λόγους ασφαλείας.
Δεδομένου λοιπόν ότι οι Αιτητές ουδεμία σχέση έχουν με τις εν λόγω περιοχές, ούτε και διαθέτουν εκεί υποστηρικτικό δίκτυο, το Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα αναφορικά με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες μόνες στο Καμερούν. Tο Immigration and Refugee Board of Canada παραθέτει επίσης πληροφορίες από το Rural Women Center for Education and Development Cameroon (RuWCED), μια ΜΚΟ που προωθεί τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών που ζουν σε αγροτικές περιοχές και την πρόσβασή τους σε εκπαίδευση και πόρους.[44] Με βάση τις συγκεκριμένες πληροφορίες για τις γυναίκες, το καθεστώς της άγαμης είναι ως επί το πλείστον «πολιτιστικά και κοινωνικά ταπεινωτικό», ειδικά για τις έφηβες μητέρες ή τις άγαμες αρχηγούς νοικοκυριών με παιδιά.[45] Η ίδια πηγή σημείωσε ότι οι ανύπαντρες γυναίκες «συνήθως αντιμετωπίζονται στερεοτυπικά» και θεωρείται ότι έχουν έναν «κακό χαρακτήρα» ή κάποιο «πρόβλημα» που τις «αποτρέπει» από το να παντρευτούν, καθώς ο γάμος χαίρει «υψηλής εκτίμησης» στην κουλτούρα του Καμερούν.[46]
Το Rural Women Center for Education and Development Cameroon επισημαίνει επίσης ότι «[γ]ενικά» είναι «πιο δύσκολο» για τις ανύπαντρες γυναίκες να βρουν «κατάλληλη» στέγη.[47] Οι ιδιοκτήτες «τείνουν να αμφιβάλλουν για την ικανότητά τους να πληρώνουν το ενοίκιο με συνέπεια», καθώς οι άνδρες «συχνά» έχουν καλύτερες δουλειές και υψηλότερους μισθούς από τις γυναίκες.[48] Όταν ενοικιάζουν σε υποψήφιους ενοικιαστές των οποίων η ικανότητα να πληρώνουν το ενοίκιο είναι αμφίβολη, όπως ανύπαντρες γυναίκες και γυναίκες που είναι αρχηγοί νοικοκυριών, «οι περισσότεροι» ιδιοκτήτες ακινήτων απαιτούν έως και έξι μήνες ενοίκιο προκαταβολικά.[49] Επιπλέον, οι ιδιοκτήτες «μερικές φορές» ρωτούν για τα μέσα διαβίωσης των γυναικών, προκειμένου να αποφύγουν να νοικιάσουν σε γυναίκες που ασχολούνται με την πορνεία.[50]
Σχετικά με την πρόσβαση στην στέγαση, η έκθεση του Συμβουλίου του Καναδά για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες με θέμα την κατάσταση και την αντιμετώπιση των μόνων γυναικών στο Καμερούν το διάστημα 2020-2022, αναφέρει σχετικά με τις πληροφορίες για την ικανότητα των ανύπαντρων γυναικών και γυναικών που είναι αρχηγοί των νοικοκυριών τους να μετεγκατασταθούν αλλού στο Καμερούν, ιδιαίτερα στη Douala και στη Yaoundé, ότι είναι σπάνιες. Οι ανύπαντρες γυναίκες και οι γυναίκες αρχηγοί νοικοκυριού συνήθως αναζητούν βοήθεια από φίλους και γνωστούς που είναι ήδη εγκατεστημένοι στις μεγάλες πόλεις όταν μετακομίζουν. Μία από τις «κυριότερες» προκλήσεις είναι το να βρεθεί μία στέγη ενώ η γυναίκα αναζητεί μόνιμη κατοικία και εργασία. Κάποιες ανέφεραν ότι κοιμούνται στους δρόμους, αφού δεν γνώριζαν κανέναν στην πόλη με χώρο να τους φιλοξενήσει. Η μετεγκατάσταση είναι «ευκολότερη» όταν η γυναίκα έχει σχέσεις με κάποιον στον τομέα της απασχόλησής της [51].
Σε απάντηση της EUAA σημειώνεται ο κίνδυνος που διατρέχουν οι γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο του να καταφύγουν στην πορνεία τόσο στη Douala[52] όσο και στη Yaoundé[53] λόγω της αδυναμίας πρόσβασης σε πόρους. Πολλές γυναίκες που εκτοπίστηκαν από τις αγγλόφωνες περιοχές έχουν χάσει στενά και/ή μέλη της ευρύτερης οικογένειας, παραμένοντας χωρίς καμία οικονομική και συναισθηματική υποστήριξη. Για αυτές τις γυναίκες, η στροφή στην πορνεία ήταν ένας μηχανισμός αντιμετώπισης για να εξασφαλίσουν τον εαυτό τους και τα εξαρτώμενα από εκείνες άτομα. Οι γυναίκες που στρέφονται στην πορνεία είναι ευάλωτες στη σεξουαλική βία και στη βία λόγω φύλου, καθώς και σε σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα.[54]
Στη βάση λοιπόν των ανωτέρω πληροφοριών και ελλείψει υποστηρικτικού δικτύου στις περιοχές Bertoua και Ebolowa του Καμερούν, η μετεγκατάσταση των Αιτητριών 1 και 2 στις εν λόγω περιοχές δεν κρίνεται υπό τις περιστάσεις ως ασφαλής και/ή εύλογη[55].
Κατάληξη
Συνεπώς, κατόπιν συνεκτίμησης του συνόλου των ανωτέρω στοιχείων και δεδομένων, καθώς και κατόπιν αξιολόγησης των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές, υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας νομολογίας, κρίνεται ότι οι Αιτήτριες 1 και 2 δικαιούνται να αναγνωριστούν ως πρόσφυγες γιατί στα πρόσωπά τους συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Σε σχέση με τον Αιτητή 3, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας αλλά ούτε για να του παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Παρόλο που οι συνήγοροι των Αιτητών δεν έχουν αιτηθεί οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με την απόφαση επιστροφής, η οποία εκδόθηκε ταυτόχρονα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει της κατάληξής μου επί της ουσίας του αιτήματος διεθνούς προστασίας των Αιτητριών 1 και 2, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι η Διοίκηση οφείλει να επανεξετάσει την απόφαση επιστροφής ως προς τον Αιτητή 3, ο οποίος ήταν μέχρι πρόσφατα ανήλικος και τελούσε υπό τη φροντίδα της Αιτήτριας 1, μητέρας του.
Κατά την επανεξέταση αυτή, θα πρέπει να ληφθεί δεόντως υπόψη η αρχή της διατήρησης της οικογενειακής ενότητας, καθώς και το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Αιτητής 3 τελούσε, κατά την ανηλικότητά του, υπό τη φροντίδα της μητέρας του και ενδέχεται, παρά την πολύ πρόσφατη ενηλικίωσή του, να εξακολουθεί να βρίσκεται σε πραγματική σχέση εξάρτησης από αυτήν.
Η συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του δεν μπορεί, αφ’ εαυτής και χωρίς εξέταση των ιδιαίτερων περιστάσεων της περίπτωσής του, να θεωρηθεί ότι επιφέρει αυτομάτως τη διακοπή των πραγματικών οικογενειακών δεσμών ή της σχέσης εξάρτησης που είχε διαμορφωθεί και υφίστατο κατά την ανηλικότητά του. Αντιθέτως, απαιτείται εξατομικευμένη αξιολόγηση της πραγματικής οικογενειακής του κατάστασης, περιλαμβανομένων της χρονικής εγγύτητας της ενηλικίωσής του, της μέχρι τότε συμβίωσης και φροντίδας του από τη μητέρα του, του βαθμού οικονομικής, κοινωνικής ή άλλης εξάρτησής του από αυτήν, καθώς και των συνεπειών που ενδεχόμενος αποχωρισμός του από την οικογενειακή του μονάδα θα μπορούσε να επιφέρει.
Η πιο πάνω αξιολόγηση θα πρέπει να διενεργηθεί υπό το πρίσμα του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και της αρχής της οικογενειακής ενότητας, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η εκτέλεση της απόφασης επιστροφής εις βάρος του Αιτητή 3, ενώ η μητέρα του και η αδερφή του παραμένουν στη Δημοκρατία, θα συνεπαγόταν αδικαιολόγητη ή δυσανάλογη επέμβαση στην υφιστάμενη οικογενειακή τους ζωή.
Ενόψει των ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται σε σχέση με τον Αιτητή 3, χωρίς έξοδα. Αναφορικά με τις Αιτήτριες 1 και 2, η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς την αιτούμενη υπό το στοιχείο Α(2) του αιτητικού τους θεραπεία, και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146.4(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/2018) και αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, με €2.200 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, υπέρ τους και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA, Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας, Δικαστική ανάλυση, Δεύτερη έκδοση, Ιανουάριος 2023, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-12/2024_Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_EL.pdf, σελ. 291 (05/08/2026)
[2] EUAA, Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας, Δικαστική ανάλυση, Δεύτερη έκδοση, Ιανουάριος 2023, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-12/2024_Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_EL.pdf, σελ. 290 (05/08/2026)
Επιπλέον, το άρθρο 4 της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της εμπορίας ανθρώπων προσθέτει μια πέμπτη ρήτρα —«ε.»— σύμφωνα με την οποία «ως “θύμα” ορίζεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο υπόκειται σε εμπορία ανθρώπων όπως αυτή ορίζεται στο παρόν άρθρο».
[3] EUAA, Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας, Δικαστική ανάλυση, Δεύτερη έκδοση, Ιανουάριος 2023, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-12/2024_Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_EL.pdf, σελ. 290 (05/08/2026)
[4] EUAA, Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας, Δικαστική ανάλυση, Δεύτερη έκδοση, Ιανουάριος 2023, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-12/2024_Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_EL.pdf, σελ. 290 (05/08/2026)
[5] Το δεύτερο στοιχείο δεν απαιτείται να αποδεικνύεται όταν το θύμα είναι παιδί, διότι τα παιδιά δεν μπορούν να συναινέσουν, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 στοιχείο γ) του πρωτοκόλλου του Παλέρμο που παρατίθεται ανωτέρω
[6] ΕΔΔΑ (τμήμα ευρείας συνθέσεως), 2020, SM κατά Κροατίας, ό.π. υποσημείωση 179, σκέψεις 290 και 303, http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-203503, (05/08/2026).
[7] Βλέπε Συμβούλιο της Ευρώπης, Ομάδα εμπειρογνωμόνων για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων (GRETA), «Trafficking in children», στην έκθεση 6th General Report on GRETA’s Activities, Μάιος 2018, σ. 33., https://rm.coe.int/1680706a42, (05/08/2026)
[8] Freedom House, Freedom in the World 2024, Cameroon, 2024, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2024 (05/08/2026)
[9] USDOS – US Department of State: 2020 Country Reports on Human Rights Practices: Cameroon, 30 March 2021, σελ.38, https://www.ecoi.net/en/document/2048145.html (05/08/2026)
[10] UN OCHA – UN Office for the Coordination of Humanitarian Affairs: Cameroon Humanitarian Bulletin Issue N°38 | November 2022 - Cameroon, 17 January 2023 https://reliefweb.int/attachments/06083f2e-8c0d-4c44-9e75-854c973632a9/cameroon_humanitarian_bulletin_november_2022_final%20%281%29.pdf, (05/08/2026)
[11] The Voice of Africa, Cameroon Single Mothers Protest Forced, Early Marriages, 09/07/2020, https://www.voanews.com/a/africa_cameroon-single-mothers-protest-forced-early-marriages/6192513.html (05/08/2026)
[12] The Voice of Africa, Cameroon Single Mothers Protest Forced, Early Marriages, 09/07/2020, https://www.voanews.com/a/africa_cameroon-single-mothers-protest-forced-early-marriages/6192513.html (05/08/2026)
[13] RDC – Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: Cameroon - Information on forced marriage in Cameroon – prevalence etc., 10 October 2016 https://www.ecoi.net/en/file/local/1421060/4792_1515403450_142649.p , (05/08/2026)
[14] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada: Cameroon: Prevalence of forced marriage in southern Cameroon, particularly in the Southwest Region, including state protection available; forced marriage as practiced by chiefs, and whether the girls or women that are forced to marry chiefs must be virgins and childless [CMR104378.E], 10 April 2013 https://www.ecoi.net/en/document/1276813.html , (05/08/2026)
[15] Bertelsmann Stiftung, Bertelsmann Stiftung's Transformation Index (BTI) 2022, ‘Country Report: Cameroon’, σελ. 14, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2022_CMR.pdf; Freedom House, ‘Freedom in the World 2022: Cameroon’, Ερώτημα G3, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2022 , (05/08/2026)
[16] Human Rights Watch (HRW), ‘World Report 2022: Events of 2021: Cameroon’ https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/cameroon#827df3, (05/08/2026)
[17] Rural Women Center for Education and Development Cameroon (RuWCED), Αλληλογραφία με το Τμήμα Έρευνας της Καναδικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Ασύλου, 25 Απριλίου 2022, (05/08/2026)
[18] Immigration and Refugee Board of Canada, Responses to Information Requests, ‘Cameroon: Domestic violence, including legislation; support services available to victims, including mental health services; the impact of COVID19; state protection (2020–April 2022)’, CMR201035.FE, 1 Ιουνίου 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458626&pls=1, (05/08/2026)
[19] National Institute of Statistics (NIS), Cameroon and ICF, ‘Enquête démographique et de santé 2018’, Φεβρουάριος 2020, σελ. 412, https://dhsprogram.com/pubs/pdf/FR360/FR360.pdf, (05/08/2026)
[20] Ό.π., σελ. 414
[21] Human Rights Watch (HRW), ‘World Report 2022: Events of 2021: Cameroon’ https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/cameroon#827df3, (05/08/2026)
[22] Baker McKenzie, ‘Fighting Domestic Violence: Pro Bono Initiative: Africa’, 2021, σσ. 1 - 2, https://resourcehub.bakermckenzie.com/en/resources/fighting-domestic-violence/africa/cameroon, (05/08/2026)
[23] Baker McKenzie, ‘Fighting Domestic Violence: Pro Bono Initiative: Africa’ (ό.π.), σ. 3 ; United States Department of State (USDOS), ‘2021 Country Reports on Human Rights Practices: Cameroon’, σ. 42, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2022/03/313615_CAMEROON-2021-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf; Human Rights Watch (HRW), ‘World Report 2022: Events of 2021: Cameroon’ https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/cameroon#827df3, (05/08/2026)
[24] USDOS – US Department of State: 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 20 March 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2089132.html, (05/08/2026)
[25] Baker McKenzie, ‘Baker McKenzie Launches Fighting Domestic Violence Comparative Law Tool’, 1 Δεκεμβρίου 2021, https://www.bakermckenzie.com/en/newsroom/2021/12/fighting-domestic-violence σ. 2, (05/08/2026)
[26] Republic of Cameroon, Law No. 2016/007 of 12 July 2016 relating to the Penal Code [Αγγλική Έκδοση], https://www.prc.cm/en/multimedia/documents/4721-law-n-2016-007-of-12-july-2016-relating-to-the-penal-code-en , (05/08/2026)
[27] Baker McKenzie, ‘Baker McKenzie Launches Fighting Domestic Violence Comparative Law Tool’, 1 Δεκεμβρίου 2021, https://www.bakermckenzie.com/en/newsroom/2021/12/fighting-domestic-violence σ. 12, (05/08/2026)
[28] Freedom House, ‘Freedom in the World 2022: Cameroon’, Ερώτημα G3, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2022, (05/08/2026)
[29] Baker McKenzie, ‘Baker McKenzie Launches Fighting Domestic Violence Comparative Law Tool’, 1 Δεκεμβρίου 2021, https://www.bakermckenzie.com/en/newsroom/2021/12/fighting-domestic-violence σ. 1, (05/08/2026)
[30] Ό.π., σσ. 2, 6
[31] Immigration and Refugee Board of Canada, Responses to Information Requests, ‘Cameroon: Domestic violence, including legislation; support services available to victims, including mental health services; the impact of COVID19; state protection (2020–April 2022)’, CMR201035.FE, 1 Ιουνίου 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458626&pls=1(05/08/2026)
[32] Freedom House, ‘Freedom in the World 2022: Cameroon’, Ερώτημα F1, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2022, (05/08/2026)
[33] USDOS – US Department of State: 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 20 March 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2089132.html, (05/08/2026)
[34] Ό.π., σ. 20
[35] Baker McKenzie, About Us, https://www.bakermckenzie.com/en/aboutus, (05/08/2026)
[36] Baker McKenzie, ‘Fighting Domestic Violence: Pro Bono Initiative: Africa’, 2021, σσ. 1 - 2, https://resourcehub.bakermckenzie.com/en/resources/fighting-domestic-violence/africa/cameroon (05/08/2026)
[37] United Nations (UN), Committee on Economic, Social and Cultural Rights (CESCR), ‘Observations finales concernant le quatrième rapport périodique du Cameroun’, E/C.12/CMR/CO/4, 25 Μαρτίου 2019, παρα. 27, https://documents-dds-ny.un.org/doc/UNDOC/GEN/G19/081/35/PDF/G1908135.pdf?OpenElement, (05/08/2026)
[38] Freedom House, ‘Freedom in the World 2022: Cameroon’, Ερώτημα G3, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2022, (05/08/2026)
[39] Baker McKenzie, ‘Baker McKenzie Launches Fighting Domestic Violence Comparative Law Tool’, 1 Δεκεμβρίου 2021, https://www.bakermckenzie.com/en/newsroom/2021/12/fighting-domestic-violence (05/08/2026)
[40] Όπ. Π.
[41] Bertelsmann Stiftung, Bertelsmann Stiftung's Transformation Index (BTI) 2022, ‘Country Report: Cameroon’, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2022_CMR.pdf, σσ. 2, 25, (05/08/2026)
[42] Baker McKenzie, ‘Fighting Domestic Violence: Pro Bono Initiative: Africa’, 2021, https://resourcehub.bakermckenzie.com/en/resources/fighting-domestic-violence/africa/cameroon σσ. 6, 9 , (05/08/2026)
[43] Ό.π., σ. 9
[44] Immigration and Refugee Board of Canada, Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', 8 Ιουνίου 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458612&pls=1 , (05/08/2026)
[45] Immigration and Refugee Board of Canada, Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', 8 Ιουνίου 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458612&pls=1 , (05/08/2026)
[46] Immigration and Refugee Board of Canada, Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', 8 Ιουνίου 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458612&pls=1 (05/08/2026)
[47] Immigration and Refugee Board of Canada, Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', 8 Ιουνίου 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458612&pls=1 (05/08/2026)
[48] Immigration and Refugee Board of Canada, Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', 8 Ιουνίου 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458612&pls=1 (05/08/2026)
[49] Immigration and Refugee Board of Canada, Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', 8 Ιουνίου 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458612&pls=1 (05/08/2026)
[50] Immigration and Refugee Board of Canada, Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', 8 Ιουνίου 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458612&pls=1 (05/08/2026)
[51] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada: Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020–May 2022) [CMR201034.E], 8 June 2022 https://www.ecoi.net/en/document/2074600.html, (05/08/2026)
[52] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Situation of single women in Yaoundé and Douala [Q2-2022], 26 January 2022, σελ. 6 https://www.ecoi.net/en/file/local/2067455/2022_01_Q2_EUAA_COI_Query_Response_CAMEROON_Single_Women.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/03/2023); AfrikMag, Cameroun: La prostitution dans la ville de Douala, un « métier » en pleine expansion (Cameroon: prostitution in the city of Douala, a booming ‘profession’ – Informal translation), 3 January 2017, https://www.afrikmag.com/cameroun-prostitution-ville-douala-metier-pleine-expansion-opinion/, (05/08/2026)
[53] Cameroon Intelligence Report, Forced into prostitution in Yaoundé: the nightmare of trying to survive in a divided Cameroon, 3 November 2020, https://www.cameroonintelligencereport.com/forced-into-prostitution-in-yaounde-the-nightmare-of-trying-to-survive-in-a-divided-cameroon/, (05/08/2026)
[54] PC (USA), Presbyterian Mission, Anglophone Crisis Pushes Young Girls into Prostitution for Survival, 9 December 2019, https://www.presbyterianmission.org/together-justice/2019/12/09/anglophone-crisis-pushes-young-girls-into-prostitution-for-survival/ (05/08/2026)
[55] EUAA (2023), ‘Qualification for International Protection (Directive 2011/95/EU) – Judicial analysis second edition’, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Qualification for international protection (Directive 2011/95/EU) Judicial analysis second edition, σελ.145.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο