E. O. A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1003/2023, 18/9/2026
print
Τίτλος:
E. O. A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1003/2023, 18/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  1003/2023

18 Σεπτεμβρίου 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

                                                                  E. O. A.,

από Νιγηρία

                     Αιτητή

                                    

-και-

 Κυπριακής Δημοκρατίας,

 μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                      Καθ’ ων η αίτηση

 

Ελένη Χαραλάμπους (Λαζάρου - Μασούρα - Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε.), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Ν. Νικολάου (κος), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ’ ων η αίτηση 

Ο Αιτητής είναι παρών

[Διερμηνέας: Ευστράτιος Θεοδοσίου, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα]

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 31.01.2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας με βάση τα άρθρα 13(2)(δ) και 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση, καθώς και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο οποίος κατατέθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ. φ.»).

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, την οποία εγκατέλειψε στις 12.09.2022 και  στις 13.09.2022 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές δια μέσου των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 04.10.2022 συμπλήρωσε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 10.10.2022 παρέλαβε σχετική βεβαίωση υποβολής της αίτησής του. Στις 30.09.2022 διενεργήθηκε συνέντευξη αξιολόγησης ευαλωτότητας, κατά την οποία ο Αιτητής κρίθηκε ως «υψηλού ρίσκου». Στις 09.01.2023 και στις 10.01.2023 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις στον Αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο EUAA (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 20.01.2023 εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου υπάλληλος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 31.01.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 22.03.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 22.03.2023. Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.

 

ΙΙ. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ

 

Εξειδικεύοντας τους λόγους της προσφυγής του, ο Αιτητής αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ισχυρισμού του περί ομοφυλοφιλικού σεξουαλικού προσανατολισμού. Υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν σε εσφαλμένα και ανεπαρκώς αιτιολογημένα συμπεράσματα, απομονώνοντας επιμέρους δηλώσεις του και αποδίδοντας αδικαιολόγητη βαρύτητα στην έλλειψη λεπτομερειών, καθώς και στην άγνοιά του ως προς το ακρωνύμιο LGBTQI και τη σχετική νομοθεσία. Περαιτέρω, προβάλλει ότι πλημμελώς αξιολογήθηκε το περιστατικό της σύλληψης και κράτησής του στις 21.11.2021 και ότι οι σχετικές δηλώσεις του επιβεβαιώνονται από πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής. Καταληκτικά, υποστηρίζει ότι, ως ομοφυλόφιλος άνδρας, διατρέχει βάσιμο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία και δικαιούται αναγνώριση ως πρόσφυγας.

 

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν δέουσας και εξατομικευμένης έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Ειδικότερα, υιοθετούν την αξιολόγηση του αρμόδιου λειτουργού, σύμφωνα με την οποία οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τον ομοφυλοφιλικό του προσανατολισμό, αξιολογηθείσες βάσει του μοντέλου DSSH, παρουσίαζαν ελλείψεις σε λεπτομέρεια, συνοχή και εσωτερική αξιοπιστία, ενώ ομοίως δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι οι ισχυρισμοί του αναφορικά με τον διαβήτη και την επικαλούμενη έλλειψη κατάλληλης θεραπείας στη Νιγηρία. Καταληκτικά, προβάλλουν ότι ο Αιτητής δεν κατέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης ούτε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του και, συνεπώς, δεν πληροί τις προϋποθέσεις ούτε για αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος ούτε για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας, ζητώντας την απόρριψη της προσφυγής και την επικύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

ΙΙΙ. ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΚΑΙ Η ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

Α. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή κατά τη διοικητική διαδικασία

 

Προτού προχωρήσω σε εξέταση των προβαλλόμενων λόγων ακυρώσεως, προέχει πρωτίστως η αναφορά στα όσα λέχθηκαν από τον Αιτητή κατά την διοικητική διαδικασία.

 

Στην αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία επειδή η ζωή του δεν ήταν ασφαλής λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, αυτοπροσδιοριζόμενος ως ομοφυλόφιλος. Ισχυρίστηκε ότι στις 21.11.2021, κατά τη διάρκεια πάρτι γενεθλίων του σε ξενοδοχείο στην Asaba της Πολιτείας Delta, στο οποίο παρευρίσκονταν ομοφυλόφιλοι φίλοι του, επενέβη η αστυνομία κατόπιν καταγγελίας κατοίκων της περιοχής και ο ίδιος συνελήφθη. Ανέφερε ότι διατηρούσε κρυφή σχέση με έγγαμο άνδρα, ο οποίος κατέβαλε χρηματικό ποσό για την απελευθέρωσή του και τον βοήθησε στη συνέχεια να εγκαταλείψει τη χώρα. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η οικογένειά του τον είχε εγκαταλείψει λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού και αναφέρθηκε σε απόπειρες αυτοκτονίας και σε σεξουαλική κακοποίηση που είχε υποστεί κατά την παιδική του ηλικία (βλ. ερυθ. 1 δ.φ.).

 

Κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας της 30.09.2022, ο Αιτητής αξιολογήθηκε ως «υψηλού ρίσκου». Επανέλαβε τον ισχυρισμό περί αστυνομικής επέμβασης σε συγκέντρωση ομοφυλόφιλων προσώπων, σύλληψης και απελευθέρωσής του την επόμενη ημέρα κατόπιν καταβολής χρημάτων από τον σύντροφό του. Αναφέρθηκε εκ νέου στην έλλειψη οικογενειακής υποστήριξης και στην παιδική σεξουαλική κακοποίησή του, ενώ κατέγραψε απόπειρα αυτοκτονίας με μαχαίρι το 2021 και, τον Ιούνιο του 2022, αυτοκτονικούς ιδεασμούς και λήψη μεγάλης ποσότητας χαπιών, κατόπιν της οποίας νοσηλεύτηκε για μία ημέρα (βλ. ερυθρά 25-21 δ.φ.). Στις 21.11.2022 γνωστοποίησε, περαιτέρω, εγγράφως στην Υπηρεσία Ασύλου ότι άνδρας με τον οποίο διατηρούσε σχέση στην Κύπρο είχε επανειλημμένα σεξουαλική επαφή μαζί του χωρίς τη συναίνεσή του και τον απειλούσε, μεταξύ άλλων, με απέλαση στη Νιγηρία (βλ. ερυθ. 30 δ.φ.).

 

Κατά τις προσωπικές του συνεντεύξεις, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι Νιγηριανός υπήκοος, χριστιανός καθολικός και Yoruba, ότι γεννήθηκε στο Benin City της Πολιτείας Edo και ακολούθως εγκαταστάθηκε στην Asaba της Πολιτείας Delta, όπου εργαζόταν σε ξενοδοχείο μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Ως κύριους λόγους αναχώρησης προέβαλε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και προβλήματα υγείας, υποστηρίζοντας ότι πάσχει από διαβήτη.

 

Ως προς τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, αυτοπροσδιορίστηκε ως ομοφυλόφιλος και δήλωσε ότι αισθάνεται αποκλειστική σεξουαλική έλξη προς άνδρες, την οποία άρχισε να αντιλαμβάνεται από νεαρή ηλικία. Αναφέρθηκε στη σταδιακή διαδικασία συνειδητοποίησης και αποδοχής του σεξουαλικού του προσανατολισμού, στην αρνητική στάση της οικογένειας και της κοινωνίας έναντι της ομοφυλοφιλίας και στην αδυναμία του να ζει ανοικτά σύμφωνα με αυτόν. Ανέφερε επίσης ότι στη Νιγηρία διατηρούσε κρυφή σχέση με τον Satino Ojukwu Amarachi, έγγαμο άνδρα, επιχειρηματία και ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου στο οποίο εργαζόταν, ο οποίος, κατά τον ισχυρισμό του, τον στήριξε και τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα.

Αναφορικά με το περιστατικό της 21.11.2021, ο Αιτητής επανέλαβε ότι συνελήφθη μαζί με δύο φίλους του κατά τη διάρκεια πάρτι στο οποίο συμμετείχαν ομοφυλόφιλα πρόσωπα και αφέθηκε ελεύθερος την επόμενη ημέρα κατόπιν καταβολής χρημάτων από τον τότε σύντροφό του. Ισχυρίστηκε ότι η υπόθεση εναντίον του παρέμενε εκκρεμής, αναγνώρισε, ωστόσο, ότι δεν είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης ούτε είχε κληθεί ενώπιον δικαστηρίου και ότι, κατά το διάστημα περίπου δέκα μηνών που παρέμεινε στη Νιγηρία μετά την απελευθέρωσή του, δεν αντιμετώπισε νέο περιστατικό με τις αρχές.

 

Ως προς την κατάσταση της υγείας του, ισχυρίστηκε ότι πάσχει από διαβήτη, ότι είχε νοσηλευτεί και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή στη Νιγηρία και ότι η διαθέσιμη περίθαλψη δεν ήταν κατάλληλη για την κατάστασή του. Κατά τη δεύτερη συνέντευξη τοποθέτησε την επίσημη διάγνωση το 2020, αναφέροντας ωστόσο ότι παρουσίαζε συμπτώματα και λάμβανε αγωγή ήδη από το 2018, χωρίς να είναι σε θέση να κατονομάσει τον τύπο του διαβήτη ή το φάρμακο που λάμβανε.

 

Τέλος, ως προς τον φόβο του σε περίπτωση επιστροφής, δήλωσε ότι φοβάται σύλληψη από τις αρχές λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού και ότι δεν διαθέτει οικογενειακό ή άλλο υποστηρικτικό δίκτυο στη Νιγηρία.

 

Β. Η αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Κατά την εξέταση του αιτήματος, η Υπηρεσία Ασύλου απομόνωσε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία και το εν γένει προφίλ του Αιτητή, την ιθαγένεια, την καταγωγή και τον τόπο διαμονής του, ο δεύτερος τον ισχυρισμό του ότι είναι ομοφυλόφιλος και ο τρίτος τον ισχυρισμό ότι πάσχει από διαβήτη και δεν λάμβανε κατάλληλη θεραπευτική αγωγή στη Νιγηρία.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστες.

 

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, η Υπηρεσία Ασύλου αξιολόγησε την αξιοπιστία του βάσει του μοντέλου DSSH και έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκώς λεπτομερή και συνεπή προσωπική αφήγηση ως προς τη συνειδητοποίηση και αποδοχή του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Οι απαντήσεις του κρίθηκαν γενικές και περιορισμένες ως προς τις προσωπικές σκέψεις και τα συναισθήματά του, ενώ θεωρήθηκε ότι δεν εξήγησε επαρκώς τη διαχείριση της σύγκρουσης μεταξύ του σεξουαλικού του προσανατολισμού και των θρησκευτικών αντιλήψεων με τις οποίες είχε μεγαλώσει ούτε τον τρόπο με τον οποίο διατηρούσε επί μακρόν κρυφή τη σχέση του στη Νιγηρία. Σε βάρος της αξιοπιστίας του συνεκτιμήθηκε επίσης η περιορισμένη γνώση του σχετικά με ζητήματα και οργανώσεις ΛΟΑΤΚΙ στη χώρα καταγωγής.

 

Αναφορικά με το περιστατικό της 21.11.2021, η αφήγησή του κρίθηκε ανεπαρκώς συγκεκριμένη, μεταξύ άλλων λόγω της αδυναμίας του να κατονομάσει το ξενοδοχείο όπου πραγματοποιήθηκε το πάρτι και το αστυνομικό τμήμα στο οποίο μεταφέρθηκε. Η Υπηρεσία αμφισβήτησε επίσης τον ισχυρισμό περί εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, δεν είχε κληθεί ενώπιον δικαστηρίου και παρέμεινε στη Νιγηρία για περίπου δέκα μήνες μετά την απελευθέρωσή του χωρίς νέο περιστατικό με τις αρχές.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, η Υπηρεσία διαπίστωσε, βάσει πληροφοριών χώρας καταγωγής, ότι στη Νιγηρία οι ομόφυλες σεξουαλικές πράξεις μεταξύ ανδρών ποινικοποιούνται και καταγράφονται συλλήψεις, εκβιασμοί, παρενόχληση και κακομεταχείριση ΛΟΑΤΚΙ προσώπων, καθώς και κοινωνικό στίγμα, διακρίσεις, οικογενειακή απόρριψη και βία. Έκρινε, επομένως, ότι οι γενικές δηλώσεις του Αιτητή ως προς τη μεταχείριση των ομοφυλόφιλων προσώπων επιβεβαιώνονταν από τις εξωτερικές πηγές, απέρριψε όμως τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό λόγω έλλειψης, κατά την κρίση της, εσωτερικής αξιοπιστίας.

 

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, η Υπηρεσία έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και συνεπείς πληροφορίες αναφορικά με τη διάγνωση και τη θεραπεία του διαβήτη, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις διαφοροποιήσεις ως προς τον χρόνο διάγνωσης και θεραπείας, καθώς και την αδυναμία του να προσδιορίσει τον τύπο του διαβήτη και την ονομασία της φαρμακευτικής αγωγής που λάμβανε. Από τα ιατρικά έγγραφα που προσκόμισε διαπιστώθηκε ότι είχε πρόσβαση σε ιατρικές υπηρεσίες στη Νιγηρία, ενώ συνεκτιμήθηκαν και πληροφορίες χώρας αναφορικά με τη διαχείριση του διαβήτη και τα προβλήματα πρόσβασης σε οικονομικά προσιτή θεραπεία. Ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

 

Κατόπιν τούτων, η αξιολόγηση κινδύνου διενεργήθηκε στη βάση του μόνου ουσιώδους ισχυρισμού που είχε γίνει αποδεκτός, ήτοι εκείνου που αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία, την ιθαγένεια και το προφίλ του Αιτητή. Η Υπηρεσία έκρινε ότι δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία και συγκεκριμένα στην Πολιτεία Edo, θα αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου για αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(α) και (β) για παροχή συμπληρωματικής προστασίας. Ως προς το άρθρο 19(2)(γ), η Υπηρεσία έκρινε ότι στην Πολιτεία Edo δεν επικρατούσαν συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ικανές να θεμελιώσουν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Στη βάση των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

IV. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Κατά τη δικαστική διαδικασία, ο Αιτητής καταχώρισε στις 14.02.2025 αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη του ισχυρισμού του περί ομοφυλοφιλικού σεξουαλικού προσανατολισμού. Προς τούτο προσκομίστηκε ένορκη δήλωση του κατ’ ισχυρισμό συντρόφου του, συνοδευόμενη από σχετικά έγγραφα. Στην απουσία ένστασης εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, η αίτηση έγινε δεκτή από το Δικαστήριο.

 

Στην ένορκη δήλωσή του, ο ενόρκως δηλών ανέφερε ότι κατάγεται από τη Σλοβακία και το Ηνωμένο Βασίλειο και διαμένει στη Λάρνακα. Δήλωσε ότι γνώρισε τον Αιτητή στις 02.12.2022 μέσω κοινού φίλου και ότι, μετά από αρχική περίοδο φιλικών συναντήσεων, περί την Πρωτοχρονιά του 2023 συνήψαν ρομαντική και αποκλειστική σχέση, ενώ από τις 07.03.2023 συγκατοικούν στη Λάρνακα. Ανέφερε ότι έχουν κοινή κοινωνική ζωή και ότι έχει συστήσει τον Αιτητή στον στενό φιλικό του κύκλο, χαρακτηρίζοντας τη σχέση τους ως σταθερή και αναφερόμενος σε κοινά μελλοντικά σχέδια.

 

Περαιτέρω, δήλωσε ότι ο Αιτητής τού έχει μιλήσει για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τις δυσκολίες που ισχυρίζεται ότι αντιμετώπισε στη Νιγηρία εξαιτίας αυτού, τη σχέση του με την οικογένειά του και τη σεξουαλική κακοποίηση που φέρεται να υπέστη κατά την παιδική του ηλικία.

 

Προς υποστήριξη της ένορκης δήλωσης προσκομίστηκαν στοιχεία εγγραφής της εταιρείας του ενόρκως δηλούντος, ενοικιαστήριο έγγραφο, φωτογραφίες του ιδίου με τον Αιτητή και τραπεζική κατάσταση του Αιτητή στην οποία αναγράφεται η κοινή τους διεύθυνση.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία της 12.06.2025, ο ενόρκως δηλών εξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του. Ως προς τη σχέση τους, ανέφερε ότι γνώρισε τον Αιτητή σε πάρτι γενεθλίων, ότι αντάλλαξαν αριθμούς τηλεφώνων και συνέχισαν να επικοινωνούν, τοποθετώντας την έναρξη της σχέσης τους περί την Πρωτοχρονιά του 2023 και τη συγκατοίκησή τους περί τον Μάρτιο του ίδιου έτους.

 

Ερωτηθείς σχετικά με τις μεταξύ τους οικονομικές συναλλαγές, εξήγησε ότι συνδέονται με την κοινή τους διαβίωση και την αμοιβαία οικονομική στήριξη, αναφέροντας ότι πραγματοποιούνται μεταφορές χρημάτων και προς τις δύο κατευθύνσεις για έξοδα του νοικοκυριού ή δανεισμό μεταξύ τους. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τον συγκεκριμένο λόγο μεταφοράς ποσού €300 από τον Αιτητή προς τον ίδιο.

 

Ως προς το παρελθόν του Αιτητή στη Νιγηρία, διευκρίνισε ότι γνωρίζει μόνο όσα του έχει αφηγηθεί ο ίδιος σχετικά με τις δυσκολίες που φέρεται να αντιμετώπισε, τη σχέση του με την οικογένειά του και την κακοποίηση που ισχυρίζεται ότι υπέστη, χωρίς να γνωρίζει εξ ιδίας αντίληψης τα σχετικά γεγονότα ή να θυμάται συγκεκριμένες ημερομηνίες και λεπτομέρειες.

 

Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του Αιτητή, ανέφερε ότι στην Κύπρο υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και ότι, παρά την ύπαρξη συμπτωμάτων τα οποία ο ίδιος θεωρούσε ότι παρέπεμπαν σε διαβήτη, δεν τους γνωστοποιήθηκε ότι ο Αιτητής είχε πράγματι διαγνωστεί με τη συγκεκριμένη νόσο.

 

Τέλος, αναφέρθηκε στην υφιστάμενη επικοινωνία του Αιτητή με μέλη της οικογένειάς του στη Νιγηρία, δηλώνοντας ότι τον έχει ακούσει να συνομιλεί τηλεφωνικώς με τον μικρότερο αδελφό του και ότι ο Αιτητής επιχείρησε να επικοινωνήσει με τον πατέρα του κατά την περίοδο των Χριστουγέννων, χωρίς να καταστεί δυνατή ουσιαστική συνομιλία.

 

Κατά τη δικάσιμο της 11.03.2026, οι διάδικοι αγόρευσαν επί της ουσίας της προσφυγής, με επίκεντρο την αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή περί ομοφυλοφιλικού σεξουαλικού προσανατολισμού, τη μαρτυρία του συντρόφου του και τον επικαλούμενο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία. Κατά την ίδια δικάσιμο τέθηκε επίσης το ζήτημα της αξιολόγησης της ευαλωτότητας του Αιτητή και της τήρησης των συναφών διαδικαστικών εγγυήσεων.

 

Κατά τη δικάσιμο της 03.04.2026, οι διάδικοι επικαλέστηκαν σχετική νομολογία που υποστηρίζει, κατά την θέση τους, τους ισχυρισμούς τους.

 

V. Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Α. Οι ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις λόγω της ευαλωτότητας του Αιτητή

 

Προτού προχωρήσει στην ουσιαστική αξιολόγηση των λόγων διεθνούς προστασίας, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να εξετάσει κατά προτεραιότητα τον ισχυρισμό περί πλημμελούς εφαρμογής των διαδικαστικών εγγυήσεων που συνδέονται με την αναγνωρισμένη ευαλωτότητα του Αιτητή. Το ζήτημα αυτό αναδείχθηκε κατά τη δικάσιμο της 11.03.2026, στο πλαίσιο ερωτημάτων που τέθηκαν από το Δικαστήριο προς τα μέρη, και προβλήθηκε συναφώς από τη συνήγορο του Αιτητή κατά την παροχή διευκρινίσεων, ενώ βρίσκει έρεισμα και στους λόγους ακυρώσεως των παραγράφων 1(iv) και 1(v) της προσφυγής.

 

Ως προς το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο, το άρθρο 24 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εκτιμούν, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, κατά πόσον ο αιτών χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, ενώ, όταν διαπιστώνεται τέτοια ανάγκη, ο αιτών πρέπει να λαμβάνει επαρκή υποστήριξη ώστε να μπορεί να απολαύει των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Οδηγία καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Η εν λόγω υποχρέωση δεν εξαντλείται, συνεπώς, στον τυπικό εντοπισμό ή στην καταγραφή της ευαλωτότητας, αλλά αποβλέπει στην ουσιαστική προσαρμογή της διαδικασίας στις συγκεκριμένες ανάγκες του αιτούντος.

 

Επισημαίνεται ότι, μολονότι η Οδηγία 2013/32/ΕΕ καταργήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1348, δυνάμει του άρθρου 79(3) του τελευταίου, αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβλήθηκαν πριν από τις 12.06.2026 εξακολουθούν, ως προς τη διαδικασία χορήγησης διεθνούς προστασίας, να διέπονται από την εν λόγω Οδηγία. (Βλ. συναφώς ΔΕΕ, C-198/25, S κατά Minister van Asiel en Migratie (Quotal), ECLI:EU:C:2026:447, και C-440/25, PM κ.λπ. κατά Minister van Asiel en Migratie (Ebilum), ECLI:EU:C:2026:448).

 

Η υποχρέωση αυτή είχε ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, ιδίως με τα άρθρα 10Α και 9ΚΔ του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, το άρθρο 10Α επιβάλλει στην Υπηρεσία Ασύλου να διαπιστώνει, πριν από τη λήψη απόφασης επί της αίτησης, εάν ο αιτητής χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και, σε καταφατική περίπτωση, να του παρέχει επαρκή υποστήριξη, περιλαμβανομένου επαρκούς χρόνου, ώστε να μπορεί να προβάλει τα αναγκαία για την τεκμηρίωση της αίτησής του στοιχεία. Περαιτέρω, το άρθρο 9ΚΔ προβλέπει ατομική εκτίμηση των ειδικών αναγκών του αιτούντος και προσδιορισμό της κατάλληλης υποστήριξης, οι δε σχετικές υποχρεώσεις εξακολουθούν να ισχύουν και όταν οι ειδικές ανάγκες εμφανίζονται ή διαπιστώνονται σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.

 

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι δεν αρκεί η απλή καταγραφή στοιχείων ευαλωτότητας. Απαιτείται εξατομικευμένη εκτίμηση του κατά πόσον αυτά δημιουργούν ειδικές διαδικαστικές ανάγκες και, σε καταφατική περίπτωση, προσδιορισμός και πραγματική παροχή της απαιτούμενης υποστήριξης, ώστε να διασφαλίζεται η ουσιαστική συμμετοχή του αιτούντος στη διαδικασία.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας της 30.09.2022 καταγράφηκαν, μεταξύ άλλων, δύο απόπειρες αυτοκτονίας στο παρελθόν, παιδική σεξουαλική κακοποίηση, ψυχολογική επιβάρυνση συνδεόμενη με οικογενειακή και κοινωνική απόρριψη και ο αυτοπροσδιορισμός του Αιτητή ως ομοφυλόφιλου. Ο Αιτητής κατατάχθηκε σε επίπεδο «HIGH» κινδύνου και συστήθηκε άμεση παραπομπή και παρακολούθησή του από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Ακολούθως, στις 21.11.2022 (βλ. ερ. 30 του δ.φ.), γνωστοποίησε εγγράφως στην Υπηρεσία Ασύλου ότι είχε υποστεί επανειλημμένες σεξουαλικές πράξεις χωρίς τη συναίνεσή του και απειλές από τον τότε σύντροφό του στην Κύπρο, στοιχείο το οποίο έχρηζε επίσης συνεκτίμησης και, εφόσον απαιτείτο, επικαιροποίησης της αξιολόγησης των ειδικών διαδικαστικών του αναγκών.

 

Παρά τα ανωτέρω, από το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό δεν προκύπτει ότι ακολούθησε ειδικότερη εξατομικευμένη αξιολόγηση των διαδικαστικών αναγκών του Αιτητή ή ότι προσδιορίστηκαν και λήφθηκαν συγκεκριμένα μέτρα υποστήριξης προς διασφάλιση της αποτελεσματικής συμμετοχής του στη διαδικασία. Ούτε προκύπτει ότι η ήδη διαπιστωθείσα ευαλωτότητά του συνεκτιμήθηκε ουσιαστικά κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των δηλώσεών του.

 

Η παράλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθότι η αρνητική κρίση επί του ισχυρισμού περί ομοφυλοφιλικού σεξουαλικού προσανατολισμού στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στην έλλειψη λεπτομέρειας, προσωπικού βιώματος και συναισθηματικού βάθους στις απαντήσεις του Αιτητή, καθώς και στην αδυναμία του να περιγράψει, κατά τρόπο που κρίθηκε ικανοποιητικός, τη διαδικασία συνειδητοποίησης και αποδοχής του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Πρόκειται για στοιχεία αξιολόγησης τα οποία ενδέχεται να επηρεάζονται από το ψυχολογικό υπόβαθρο, το τραύμα και προηγούμενες εμπειρίες σεξουαλικής κακοποίησης. Η δε αναφερόμενη παιδική σεξουαλική κακοποίηση, μολονότι δεν αποτελεί αυτοτελή ουσιώδη ισχυρισμό ή αυτοτελή πηγή μελλοντικού κινδύνου, συνιστά συναφές στοιχείο του προσωπικού ιστορικού και της ευαλωτότητας του Αιτητή, το οποίο έπρεπε να συνεκτιμηθεί κατά την αξιολόγηση της ικανότητάς του να ανακαλεί και να αφηγείται ιδιαίτερα προσωπικά γεγονότα που άπτονται της σεξουαλικότητάς του.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο σχετικός διαδικαστικός ισχυρισμός ευσταθεί, καθότι δεν προκύπτει ότι η διαπιστωθείσα ευαλωτότητα του Αιτητή αποτέλεσε αντικείμενο της απαιτούμενης εξατομικευμένης αξιολόγησης ως προς την ανάγκη ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και την κατάλληλη υποστήριξη ούτε ότι συνεκτιμήθηκε ουσιαστικά κατά τη διεξαγωγή και αξιολόγηση της εξέτασής του. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 24 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και τα άρθρα 9ΚΔ και 10Α του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως προς την έννομη συνέπεια της διαπιστωθείσας πλημμέλειας, το Δικαστήριο έχει επισημάνει, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις F.E.A. και A.N.I.[1], ότι πλημμέλειες της διοικητικής διαδικασίας οι οποίες ανάγονται σε στάδια προγενέστερα της αξιολόγησης της αξιοπιστίας δύνανται, αναλόγως των περιστάσεων, να καθιστούν αναγκαία την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης χωρίς εξέταση της ουσίας, ιδίως όταν η θεραπεία τους από το Δικαστήριο θα συνεπαγόταν ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της Διοίκησης.

 

Στην παρούσα υπόθεση, ωστόσο, συντρέχουν διαφορετικά πραγματικά και δικονομικά δεδομένα. Πέραν του πλήρους διοικητικού φακέλου, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μεταγενέστερο αποδεικτικό υλικό άμεσα συναφές προς τον πυρήνα του αιτήματος, περιλαμβανομένης της ένορκης και προφορικής μαρτυρίας του συντρόφου του Αιτητή, ο οποίος εμφανίστηκε και εξετάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και στοιχείων σχετικών με τη μεταξύ τους σχέση και συγκατοίκηση.

 

Υπό το πρίσμα της πλήρους και ex nunc εξέτασης της προσφυγής, το Δικαστήριο διαθέτει, συνεπώς, επαρκές αποδεικτικό υπόβαθρο για να προβεί σε αυτοτελή αξιολόγηση του ισχυρισμού περί σεξουαλικού προσανατολισμού, λαμβάνοντας υπόψη τη διαπιστωθείσα ευαλωτότητα του Αιτητή και χωρίς να αποδώσει εις βάρος του καθοριστική βαρύτητα σε αρνητικά ευρήματα της διοικητικής αξιολόγησης τα οποία ενδέχεται να έχουν επηρεαστεί από την ως άνω διαδικαστική πλημμέλεια.

 

Η πλήρης και ex nunc εξέταση από το Δικαστήριο δεν θεραπεύει αναδρομικά ούτε αναιρεί τη διαπιστωθείσα πλημμέλεια της διοικητικής διαδικασίας. Υπό τις ειδικές, όμως, περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, επιτρέπει την πλήρη και ασφαλή εξέταση της ανάγκης διεθνούς προστασίας του Αιτητή χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναπομπή της υπόθεσης στη Διοίκηση.

 

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο προχωρεί στην αυτοτελή αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, συνεκτιμώντας το σύνολο του διοικητικού υλικού, τη διαπιστωθείσα ευαλωτότητά του και τα μεταγενέστερα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του.

 

Β. Αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών

 

Αξιολογώντας το σύνολο του ενώπιόν μου υλικού, περιλαμβανομένης της Εισηγητικής Έκθεσης και των δηλώσεων του Αιτητή κατά τη διοικητική και τη δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα:

 

Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η απομόνωση των ουσιωδών ισχυρισμών από τους Καθ’ ων η αίτηση δεν αποδίδει πλήρως το πραγματικό περιεχόμενο της αφήγησης του Αιτητή. Ειδικότερα, στον ισχυρισμό περί σεξουαλικού προσανατολισμού ενσωματώθηκαν πραγματικά περιστατικά τα οποία παρουσιάζουν αυτοτελή σημασία για την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας.

 

Τούτο αφορά, ιδίως, το περιστατικό της 21–22.11.2021, κατά το οποίο ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι συνελήφθη και κρατήθηκε από τις αστυνομικές αρχές λόγω του πραγματικού ή αποδιδόμενου σεξουαλικού του προσανατολισμού, αφέθηκε ελεύθερος κατόπιν καταβολής χρηματικού ποσού από τον σύντροφό του και εξακολούθησε έκτοτε να αποτελεί πρόσωπο ενδιαφέροντος για τις αρχές. Ομοίως, η επικαλούμενη οικογενειακή απόρριψη και εχθρική μεταχείριση παρουσιάζει αυτοτελή σημασία τόσο ως προς την προηγούμενη μεταχείριση του Αιτητή όσο και ως προς το υποστηρικτικό δίκτυο που θα διαθέτει σε περίπτωση επιστροφής.

 

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν υιοθετεί αυτούσια την απομόνωση των ουσιωδών ισχυρισμών στην οποία προέβησαν οι Καθ’ ων η αίτηση και, στη βάση του συνόλου των ενώπιόν του στοιχείων, τους αναδιαμορφώνει ως ακολούθως: ως πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, τα προσωπικά στοιχεία, η ταυτότητα, η ιθαγένεια, η καταγωγή και ο τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή· ως δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής είναι ομοφυλόφιλος άνδρας· ως τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, ο ισχυρισμός ότι, λόγω του πραγματικού ή αποδιδόμενου σεξουαλικού του προσανατολισμού, συνελήφθη και κρατήθηκε από τις αστυνομικές αρχές στις 21–22.11.2021, αφέθηκε ελεύθερος κατόπιν καταβολής χρηματικού ποσού από τον σύντροφό του και εξακολούθησε έκτοτε, κατά τους ισχυρισμούς του, να αποτελεί πρόσωπο ενδιαφέροντος για τις αρχές· ως τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός, η οικογενειακή απόρριψη και εχθρική μεταχείριση που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω του πραγματικού ή αποδιδόμενου σεξουαλικού του προσανατολισμού· και ως πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός, η επικαλούμενη πάθησή του από διαβήτη και η ισχυριζόμενη αδυναμία πρόσβασης σε κατάλληλη και επαρκή θεραπεία στη χώρα καταγωγής του.

 

Η αναφερόμενη παιδική σεξουαλική κακοποίηση, καθώς και η μεταγενέστερη κακοποίηση που ο Αιτητής κατήγγειλε ότι υπέστη στην Κυπριακή Δημοκρατία από τότε σύντροφό του, δεν απομονώνονται ως αυτοτελείς ουσιώδεις ισχυρισμοί, καθότι δεν προβάλλονται ως αυτοτελείς λόγοι αναχώρησης από τη χώρα καταγωγής ούτε ως πηγές μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής. Συνεκτιμώνται, ωστόσο, ως στοιχεία του προσωπικού ιστορικού και της ευαλωτότητας του Αιτητή κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των δηλώσεών του, ιδίως ως προς την ικανότητά του να ανακαλεί και να αφηγείται με σαφήνεια, πληρότητα και συνέπεια γεγονότα ιδιαίτερα προσωπικής ή τραυματικής φύσεως.

 

Η ανωτέρω διάκριση επιτρέπει την αυτοτελή αξιολόγηση της αξιοπιστίας των επιμέρους ισχυρισμών και της σημασίας τους για την εκτίμηση της ανάγκης διεθνούς προστασίας του Αιτητή.

 

1.      Πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός – Προσωπικά στοιχεία, ιθαγένεια, καταγωγή και τόπος συνήθους διαμονής

 

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, την καταγωγή και τους τόπους διαμονής του στη χώρα καταγωγής παρουσιάζουν επαρκή εσωτερική συνοχή και συνέπεια. Ειδικότερα, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, χριστιανός καθολικού δόγματος και ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Yoruba. Ανέφερε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Benin City, στην Πολιτεία Edo, όπου διέμενε μέχρι την ηλικία των 17–18 ετών, και ότι ακολούθως μετέβη στην Asaba, στην Πολιτεία Delta, όπου εγκαταστάθηκε και παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή του από τη Νιγηρία. Στην Asaba τοποθέτησε, εξάλλου, τόσο την επαγγελματική του δραστηριότητα όσο και τα ουσιώδη γεγονότα που, κατά τους ισχυρισμούς του, προηγήθηκαν της αναχώρησής του από τη χώρα.

 

Οι σχετικές δηλώσεις του δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις αντιφάσεις, ούτε προκύπτει από τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου οποιοδήποτε δεδομένο ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νιγηριανή ιθαγένεια, την καταγωγή ή το ιστορικό διαμονής του. Σημειώνεται, άλλωστε, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον συγκεκριμένο ουσιώδη ισχυρισμό.

 

Παρά ταύτα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι κατά τη μεταγενέστερη αξιολόγηση του κινδύνου οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν ως κρίσιμη περιοχή αναφοράς την Πολιτεία Edo, καταλήγοντας ότι δεν συνέτρεχε κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην εν λόγω περιοχή. Η προσέγγιση αυτή δεν συνάδει πλήρως με τα πραγματικά περιστατικά τα οποία οι ίδιοι είχαν αποδεχθεί. Η Benin City της Πολιτείας Edo αποτελεί μεν τον τόπο γέννησης και προηγούμενης διαμονής του Αιτητή, πλην όμως από τις σταθερές δηλώσεις του προκύπτει ότι, ήδη από την ηλικία των 17–18 ετών, είχε μετακινηθεί και εγκατασταθεί στην Asaba της Πολιτείας Delta, όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή του από τη Νιγηρία. Συνεπώς, ως τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή πριν από την αναχώρησή του πρέπει να προσδιοριστεί η Asaba, στην Πολιτεία Delta, και όχι η Πολιτεία Edo.

 

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποδέχεται τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ως αξιόπιστο και καταλήγει ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Benin City της Πολιτείας Edo, πλην όμως τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής ήταν η Asaba της Πολιτείας Delta. Η εσφαλμένη επιλογή της Πολιτείας Edo από τους Καθ’ ων η αίτηση ως περιοχής αναφοράς θα ληφθεί υπόψη κατά την κατωτέρω αυτοτελή και ex nunc αξιολόγηση του κινδύνου που αντιμετωπίζει ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.

 

2.      Δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός – Σεξουαλικός προσανατολισμός του Αιτητή

 

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής είναι ομοφυλόφιλος, παρατηρώ ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγησή του εφαρμόζοντας το μοντέλο DSSH (DifferenceStigmaShameHarm), θέτοντας σειρά ερωτημάτων με σκοπό τη διερεύνηση της αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή αναφορικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό.

 

Επισημαίνεται συναφώς ότι, μολονότι το μοντέλο DSSH δύναται να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο κατά τη διερεύνηση ισχυρισμών που αφορούν τον σεξουαλικό προσανατολισμό, δεν μπορεί να εφαρμόζεται ως άκαμπτο ή κανονιστικό πρότυπο βάσει του οποίου αναμένεται από κάθε αιτητή να παρουσιάσει συγκεκριμένη και γραμμική πορεία συνειδητοποίησης, εσωτερικής σύγκρουσης, ντροπής, στιγματισμού και τελικώς αποδοχής της σεξουαλικής του ταυτότητας. Όπως επισημαίνεται και στη σχετική δικαστική ανάλυση της EUAA, η ανταπόκριση κάθε προσώπου στον σεξουαλικό του προσανατολισμό είναι ατομική και συναρτάται με το προσωπικό του ιστορικό, το πολιτισμικό και κοινωνικό του περιβάλλον και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του, ενώ η χρήση του DSSH ως «checklist» ενέχει κίνδυνο αντικατάστασης παλαιότερων στερεοτύπων από νέα στερεοτυπικά πρότυπα [2],[3],[4],[5]. ​

 

Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο προχωρεί σε αυτοτελή και συνολική αξιολόγηση του υπό εξέταση ισχυρισμού, βάσει του συνόλου των δηλώσεων και των αποδεικτικών στοιχείων που βρίσκονται πλέον ενώπιόν του. Προς τούτο, συνεκτιμά την εσωτερική συνοχή και συνέπεια της αφήγησης, τη διαχρονική σταθερότητα των δηλώσεων του Αιτητή και τη μεταξύ τους συμβατότητα κατά τα διαφορετικά στάδια της διαδικασίας, τον βαθμό ειδικότητας, εξατομίκευσης και βιωματικότητάς τους, καθώς και τη συμβατότητά τους με το προσωπικό, οικογενειακό και κοινωνικό του υπόβαθρο. Συνεκτιμώνται, επίσης, τυχόν ασυνέπειες, ελλείψεις ή μεταβολές στην αφήγηση, η φύση και η βαρύτητά τους, το κατά πόσον αφορούν τον πυρήνα ή δευτερεύουσες πτυχές του ισχυρισμού, καθώς και οι εξηγήσεις που έχουν δοθεί γι’ αυτές, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων και της διαπιστωθείσας ευαλωτότητας του Αιτητή. Τέλος, αξιολογούνται σωρευτικά τα λοιπά διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία που δύνανται να ενισχύσουν ή να αποδυναμώσουν την αξιοπιστία του ισχυρισμού, χωρίς οποιοδήποτε επιμέρους στοιχείο να αντιμετωπίζεται απομονωμένα ή ως εκ των προτέρων καθοριστικό.

 

Καταρχάς, ο ισχυρισμός περί ομοφυλοφιλικού προσανατολισμού προβλήθηκε ήδη από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Στην αρχική αίτηση ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι ομοφυλόφιλος και επικαλέστηκε ως κύριο λόγο εγκατάλειψης της Νιγηρίας την ανασφάλεια που βίωνε λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, αναφερόμενος επίσης σε σχέση με άνδρα στη Νιγηρία και σε οικογενειακή απόρριψη. Αντίστοιχες αναφορές καταγράφηκαν και κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας της 30.09.2022, πριν από τη διενέργεια των μεταγενέστερων αναλυτικών συνεντεύξεων. Η πρώιμη αυτή προβολή του ισχυρισμού και των βασικών στοιχείων που τον περιβάλλουν αποτελεί θετικό δείκτη διαχρονικής συνέπειας.

 

Κατά τις προσωπικές του συνεντεύξεις ο Αιτητής παρέμεινε σταθερός ως προς το θεμελιώδες στοιχείο ότι αισθάνεται αποκλειστική έλξη προς άνδρες. Περιέγραψε τη συνειδητοποίηση της έλξης αυτής από νεαρή ηλικία, την αρχική σύγχυση και τα αρνητικά συναισθήματα που βίωσε και τη σταδιακή αποδοχή της.

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Αιτητής συνέδεσε χρονικά την παιδική σεξουαλική κακοποίησή του με την πρώτη αντίληψη έλξης προς άτομα του ιδίου φύλου παρουσιάζει ορισμένη ασάφεια ούτε ότι ορισμένες απαντήσεις του στερούνται ιδιαίτερου συναισθηματικού ή ενδοσκοπικού βάθους. Δεν συμμερίζεται, ωστόσο, την αποδεικτική βαρύτητα που απέδωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση στα στοιχεία αυτά. Η προηγούμενη σεξουαλική κακοποίηση αποτελεί πρωτίστως στοιχείο του προσωπικού ιστορικού και της διαπιστωθείσας ευαλωτότητάς του και δεν μπορεί να αναμένεται από τον Αιτητή να παρουσιάσει συγκεκριμένη ή ψυχολογικά γραμμική εξήγηση της σχέσης μεταξύ του τραυματικού αυτού βιώματος και της συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Τούτο αποκτά πρόσθετη σημασία ενόψει του ότι είχε αξιολογηθεί ως πρόσωπο υψηλού κινδύνου, με ιστορικό παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης και αποπειρών αυτοκτονίας.

 

Ομοίως, δεν αποδίδεται ουσιώδης αρνητική βαρύτητα στο γεγονός ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει το ακρωνύμιο LGBTQI, δεν γνώριζε συγκεκριμένες οργανώσεις ή χώρους συνάντησης ομοφυλόφιλων στη Νιγηρία ή δεν διέθετε λεπτομερή γνώση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου. Τέτοιου είδους γνώσεις δεν αποτελούν αναγκαία χαρακτηριστικά της βιωμένης εμπειρίας ενός ομοφυλόφιλου προσώπου και η απόδοση καθοριστικής σημασίας στην απουσία τους ενέχει κίνδυνο στερεοτυπικής αξιολόγησης.

 

Αντιθέτως, ο Αιτητής παρέθεσε εξατομικευμένα στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο βίωνε και απέκρυπτε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό στο οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον. Αναφέρθηκε στην αρνητική στάση του πατέρα και των αδελφών του έναντι των ομοφυλόφιλων, στις υποψίες του πατέρα του λόγω της εμφάνισης και των συναναστροφών του και στο γεγονός ότι, όταν ερωτήθηκε ευθέως εάν ήταν ομοφυλόφιλος, το αρνήθηκε.

 

Περαιτέρω, αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη σχέση με κατονομαζόμενο άνδρα στη Νιγηρία και παρέθεσε στοιχεία για την προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση, την επαγγελματική του δραστηριότητα, τον τρόπο γνωριμίας τους και τη μυστικότητα υπό την οποία διατηρούσαν τη σχέση. Εντοπίζεται πράγματι ασυνέπεια ως προς την ακριβή διάρκεια της σχέσης, η οποία συνεκτιμάται ως αρνητικός δείκτης. Δεν αφορά, όμως, την ταυτότητα του προσώπου, την ίδια την ύπαρξη της επικαλούμενης σχέσης ή τα βασικά χαρακτηριστικά της και δεν κρίνεται τέτοιας βαρύτητας ώστε να ανατρέπει τον πυρήνα του ισχυρισμού.

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω, η πρώιμη και επανειλημμένη προβολή του ίδιου ισχυρισμού ήδη πριν από τη διενέργεια των αναλυτικών συνεντεύξεων, η διαχρονική σταθερότητα του βασικού πυρήνα των δηλώσεων του Αιτητή κατά τα διαφορετικά στάδια της διαδικασίας, η σταθερή δήλωση αποκλειστικής έλξης προς άνδρες, η περιγραφή εξατομικευμένων περιστάσεων συνειδητοποίησης, βιώματος και απόκρυψης του σεξουαλικού του προσανατολισμού εντός του συγκεκριμένου οικογενειακού και κοινωνικού του περιβάλλοντος, καθώς και η αναφορά σε συγκεκριμένη και κατονομαζόμενη σχέση με άνδρα στη Νιγηρία, αποτελούν στοιχεία τα οποία, αξιολογούμενα σωρευτικά, ενισχύουν ουσιωδώς την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού.

 

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τις επιμέρους αδυναμίες που εντοπίστηκαν, ιδίως την ασάφεια ως προς τη χρονική σύνδεση της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης με την πρώτη συνειδητοποίηση της έλξης προς άνδρες, την περιορισμένη ενδοσκοπική ανάπτυξη ορισμένων απαντήσεων και την ασυνέπεια ως προς την ακριβή διάρκεια της σχέσης του στη Νιγηρία. Οι αδυναμίες αυτές, όμως, είτε πρέπει να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα του ιδιαίτερου προσωπικού και ψυχολογικού του υποβάθρου είτε αφορούν επιμέρους και δευτερεύουσες πτυχές της αφήγησης. Δεν πλήττουν τον σταθερό πυρήνα του ισχυρισμού ούτε, αξιολογούμενες μεμονωμένα ή σωρευτικά, είναι τέτοιας βαρύτητας ώστε να ανατρέπουν τη συνολική θετική εικόνα της εσωτερικής του αξιοπιστίας.

 

Προχωρώντας στην εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, επισημαίνεται ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν, σε γενικό και αντικειμενικό επίπεδο, ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη Νιγηρία αντιμετωπίζουν σοβαρούς νομικούς και κοινωνικούς περιορισμούς. Ειδικότερα, οι συναινετικές σεξουαλικές πράξεις μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου ποινικοποιούνται, οι ενώσεις και ο γάμος μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου απαγορεύονται, ενώ η δημόσια έκφραση ομόφυλων σχέσεων και ορισμένες μορφές οργάνωσης ή υποστήριξης ΛΟΑΤΚΙ προσώπων υπόκεινται επίσης σε ποινικούς περιορισμούς. Περαιτέρω, από τις σχετικές πηγές προκύπτει ότι πρόσωπα που είναι ή εκλαμβάνονται ως ΛΟΑΤΚΙ εκτίθενται σε κοινωνικό στιγματισμό, διακρίσεις, παρενόχληση, εκβιασμούς, συλλήψεις και περιστατικά βίας τόσο από κρατικούς όσο και από μη κρατικούς δρώντες.[6] [7] [8] [9] [10] [11]

 

Οι πληροφορίες αυτές δεν δύνανται, ασφαλώς, να επιβεβαιώσουν αφ’ εαυτών ότι ο συγκεκριμένος Αιτητής είναι ομοφυλόφιλος. Καταδεικνύουν, ωστόσο, ότι οι δηλώσεις του αναφορικά με την ανάγκη απόκρυψης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, τον φόβο αποκάλυψής του, την αρνητική στάση του οικογενειακού και κοινωνικού του περιβάλλοντος και τη δυσχέρεια ανοικτής βίωσης ομόφυλων σχέσεων είναι συμβατές με τις αντικειμενικές πληροφορίες για τις συνθήκες που επικρατούν στη Νιγηρία.

 

Πέραν, όμως, της ως άνω γενικής συμβατότητας, ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε -στο πλαίσιο της ex nunc εξέτασης -και εξατομικευμένο μεταγενέστερο αποδεικτικό υλικό, το οποίο δεν βρισκόταν ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση κατά τον χρόνο λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης και το οποίο αφορά τη σχέση που ο Αιτητής υποστηρίζει ότι διατηρεί στην Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Συγκεκριμένα, καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση του προσώπου που παρουσιάζεται ως σύντροφος του Αιτητή. Σύμφωνα με αυτήν, ο ενόρκως δηλών κατάγεται από τη Σλοβακία και το Ηνωμένο Βασίλειο και διαμένει στη Λάρνακα. Ανέφερε ότι γνώρισε τον Αιτητή στις 02.12.2022 μέσω κοινού φίλου, κατά τη διάρκεια μικρού πάρτι γενεθλίων που είχε διοργανώσει στην οικία του, ότι ακολούθησε αρχικά περίοδος φιλικών συναντήσεων και ότι περί την Πρωτοχρονιά του 2023 αποφάσισαν αμοιβαία να συνάψουν ρομαντική και αποκλειστική σχέση. Περαιτέρω, δήλωσε ότι περί τις αρχές Μαρτίου 2023 αποφάσισαν να συγκατοικήσουν και ότι από τις 07.03.2023 διαμένουν μαζί στη Λάρνακα. Ανέφερε επίσης ότι έχουν πραγματοποιήσει κοινές εκδρομές και ταξίδια στην Κύπρο, ότι έχει συστήσει τον Αιτητή στον στενό φιλικό του κύκλο και ότι η σχέση τους είναι σταθερή, ρομαντική και αποκλειστική. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι θεωρεί τον Αιτητή σημαντικό κομμάτι της ζωής του και ότι έχουν συζητήσει κοινά μελλοντικά σχέδια, περιλαμβανομένης της ενδεχόμενης επισημοποίησης της σχέσης τους μέσω συμφώνου συμβίωσης.

 

Προς υποστήριξη των δηλώσεων αυτών προσκομίστηκαν ενοικιαστήριο έγγραφο, φωτογραφικό υλικό, τραπεζική κατάσταση του Αιτητή στην οποία αναγράφεται η ίδια διεύθυνση διαμονής και λοιπά στοιχεία. Τα έγγραφα αυτά δεν αποδεικνύουν, ασφαλώς, μεμονωμένα ούτε τη φύση της σχέσης ούτε τον σεξουαλικό προσανατολισμό του Αιτητή. Παρουσιάζουν, ωστόσο, αντικειμενική συμβατότητα με τον ισχυρισμό περί συγκατοίκησης και κοινής ζωής και, ως εκ τούτου, αποκτούν αποδεικτική σημασία όταν συνεκτιμώνται με τα λοιπά στοιχεία.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών δεν περιορίστηκε στην προσκόμιση της ένορκης δήλωσής του, αλλά προσήλθε και εξετάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 12.06.2025 επί του περιεχομένου αυτής. Κατά την προφορική του εξέταση επανέλαβε, ως προς τον βασικό πυρήνα, τις δηλώσεις του αναφορικά με τη γνωριμία, την εξέλιξη και τη διάρκεια της σχέσης. Ειδικότερα, ανέφερε ότι γνώρισε τον Αιτητή σε πάρτι γενεθλίων στο διαμέρισμά του, όπου παρευρίσκονταν περίπου 15–20 άτομα, ότι αντάλλαξαν αριθμούς τηλεφώνων την ίδια ημέρα, συνέχισαν να επικοινωνούν και ακολούθως άρχισαν να συναντώνται. Τοποθέτησε εκ νέου την έναρξη της σχέσης περί την Πρωτοχρονιά και τη συγκατοίκησή τους περί τον Μάρτιο του 2023.

 

Δεν εντοπίζεται, ως προς τα ανωτέρω βασικά πραγματικά στοιχεία, ουσιώδης αντίφαση μεταξύ της ένορκης δήλωσης και της προφορικής του μαρτυρίας. Αντιθέτως, τα κρίσιμα σημεία παραμένουν σταθερά: γνωριμία τον Δεκέμβριο του 2022, έναρξη ερωτικής σχέσης περί την Πρωτοχρονιά του 2023 και συγκατοίκηση από τον Μάρτιο του 2023. Η αναφορά στην προφορική μαρτυρία ότι συγκατοίκησαν «περίπου τέσσερις μήνες μετά τη γνωριμία» δεν διαφοροποιεί ουσιωδώς το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ιδίως αφού ο ίδιος τοποθέτησε ρητώς τη συγκατοίκηση περί τον Μάρτιο του 2023. Πρόκειται, επομένως, περισσότερο για προσεγγιστική χρονική αναφορά παρά για πραγματική αντίφαση.

 

Κατά την εξέτασή του ερωτήθηκε επίσης για τις οικονομικές συναλλαγές που εμφανίζονταν στην προσκομισθείσα τραπεζική κατάσταση. Ως προς συγκεκριμένη μεταφορά ποσού €300 από τον Αιτητή προς τον ίδιο, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τον ακριβή λόγο της συγκεκριμένης συναλλαγής, εξηγώντας ότι μεταξύ τους πραγματοποιούνται πολλές οικονομικές συναλλαγές, άλλοτε υπό μορφή δανεισμού και άλλοτε ως συνεισφορά στις κοινές υποχρεώσεις του νοικοκυριού. Τόνισε ότι υφίστανται μεταφορές χρημάτων και προς τις δύο κατευθύνσεις και ότι δεν πρόκειται για επαγγελματική ή εμπορική σχέση, αλλά για οικονομική αλληλοβοήθεια στο πλαίσιο της κοινής τους διαβίωσης. Η αδυναμία του να θυμηθεί τον ακριβή σκοπό μίας μεμονωμένης συναλλαγής δεν συνιστά, κατά την κρίση μου, ουσιώδη αντίφαση ούτε αποδυναμώνει ιδιαιτέρως την αξιοπιστία του, δεδομένου ότι παρείχε εύλογη γενική εξήγηση για το είδος και τη συχνότητα των μεταξύ τους οικονομικών συναλλαγών.

 

Ως προς τις κοινές τους δραστηριότητες και τα μελλοντικά τους σχέδια, ο μάρτυρας επανέλαβε ότι πραγματοποιούν εκδρομές και περνούν χρόνο μαζί και ότι συζητούν συχνά για το κοινό τους μέλλον. Όταν ερωτήθηκε τι θα συνέβαινε σε περίπτωση απομάκρυνσης του Αιτητή από την Κυπριακή Δημοκρατία, απάντησε ότι το ενδεχόμενο αυτό θα ήταν δύσκολο και πιθανόν να επηρέαζε αρνητικά τη σχέση τους, χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να προσδιορίσει εάν ο ίδιος θα μετέβαινε στη Νιγηρία. Η απάντηση αυτή δεν αντιφάσκει με την αναφορά της ένορκης δήλωσης σε κοινά μελλοντικά σχέδια. Αντιθέτως, μπορεί να θεωρηθεί περισσότερο ρεαλιστική και μη προσχηματική, καθότι ο μάρτυρας δεν επιχείρησε να παρουσιάσει βεβαιότητα ως προς ένα υποθετικό και δυσχερές μελλοντικό σενάριο.

 

Ως προς το παρελθόν του Αιτητή στη Νιγηρία, ο μάρτυρας κατέστησε σαφές ότι η γνώση του προέρχεται από όσα του έχει αφηγηθεί ο ίδιος ο Αιτητής. Δήλωσε ότι γνωρίζει για την οικογενειακή του κατάσταση, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, την κακοποίηση που φέρεται να υπέστη και τη δύσκολη σχέση με την οικογένειά του, πλην όμως δεν θυμάται συγκεκριμένες ημερομηνίες ή λεπτομέρειες και δεν μπορούσε να προσδιορίσει συγκεκριμένο περιστατικό που οδήγησε στην αναχώρησή του από τη Νιγηρία. Η έλλειψη λεπτομερούς γνώσης επί των γεγονότων αυτών δεν αποδυναμώνει, κατά την κρίση μου, τη μαρτυρία του ως προς τη φύση της σχέσης τους. Αντιθέτως, το γεγονός ότι διαχώρισε ρητώς όσα γνωρίζει από άμεση προσωπική εμπειρία από όσα του μεταφέρθηκαν από τον Αιτητή αποτελεί στοιχείο που ενισχύει τη γενικότερη αξιοπιστία της κατάθεσής του.

 

Ταυτόχρονα, οι σχετικές αναφορές του δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ανεξάρτητη επιβεβαίωση των γεγονότων που φέρεται να έλαβαν χώρα στη Νιγηρία.

 

Αναφορικά με την κατάσταση υγείας του Αιτητή, η μαρτυρία του παρουσιάζει μία σχετική αμφισημία. Αρχικά ανέφερε ότι προσπαθούν ακόμη να διαπιστώσουν ποιο είναι το πρόβλημα υγείας του Αιτητή και ακολούθως δήλωσε ότι γνωρίζει πως ο Αιτητής πάσχει από διαβήτη, προσθέτοντας όμως ότι οι εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκαν στην Κύπρο δεν επιβεβαίωσαν, κατά την αντίληψή του, τη συγκεκριμένη διάγνωση. Το στοιχείο αυτό αφορά, ωστόσο, πρωτίστως τον διαφορετικό ισχυρισμό του Αιτητή περί διαβήτη και όχι τον υπό εξέταση ισχυρισμό περί σεξουαλικού προσανατολισμού. Συνεπώς, δεν θα απέδιδα σε αυτό ουσιώδη αρνητική βαρύτητα κατά την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού.

 

Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στην παρούσα σχέση του Αιτητή με την οικογένειά του στη Νιγηρία, δηλώνοντας ότι υφίσταται σταδιακή αποκατάσταση ορισμένων οικογενειακών επαφών, ότι έχει ακούσει τον Αιτητή να συνομιλεί με τον μικρότερο αδελφό του και ότι ο Αιτητής επιχείρησε κατά τα Χριστούγεννα να επικοινωνήσει με τον πατέρα του χωρίς να επιτύχει ουσιαστική συζήτηση. Ούτε αυτό το στοιχείο αντιφάσκει αναγκαίως με προηγούμενες αναφορές περί οικογενειακής απόρριψης, δεδομένου ότι η ύπαρξη μεταγενέστερων περιορισμένων προσπαθειών επαναπροσέγγισης δεν αναιρεί κατ’ ανάγκη την προηγούμενη ρήξη ή εχθρική στάση. Η αποδεικτική του σημασία πρέπει, πάντως, να αξιολογηθεί στο πλαίσιο του ξεχωριστού ισχυρισμού περί οικογενειακής απόρριψης.

 

Εν τέλει, από τη σύγκριση της ένορκης δήλωσης με την προφορική μαρτυρία δεν προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τα καίρια στοιχεία της μεταξύ τους σχέσης. Τα σημεία στα οποία ο μάρτυρας εμφανίστηκε αβέβαιος ή αδυνατούσε να θυμηθεί λεπτομέρειες αφορούν κυρίως μεμονωμένες οικονομικές συναλλαγές, γεγονότα στη Νιγηρία για τα οποία δεν είχε προσωπική γνώση και ζητήματα υγείας. Αντίθετα, ως προς όσα είχε άμεση προσωπική γνώση —τον τρόπο γνωριμίας, την έναρξη της σχέσης, τη συγκατοίκηση, την κοινή καθημερινότητα, τις εκδρομές και τα μελλοντικά σχέδια— η μαρτυρία του παρέμεινε σε ουσιώδη βαθμό σταθερή και συνεπής.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται, τέλος, στη χρονική ακολουθία των γεγονότων. Ο Αιτητής είχε ήδη επικαλεστεί τον ομοφυλοφιλικό του προσανατολισμό και προηγούμενη σχέση με άνδρα στη Νιγηρία πριν από τη γνωριμία του με τον εν λόγω μάρτυρα στις 02.12.2022. Συνεπώς, η μεταγενέστερη σχέση στην Κύπρο δεν αποτέλεσε τη βάση για την εκ των υστέρων κατασκευή του ισχυρισμού περί ομοφυλοφιλικού προσανατολισμού, αλλά συνιστά μεταγενέστερο, εξατομικευμένο και ανεξάρτητο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο συνάδει με έναν ήδη προβληθέντα ισχυρισμό.

 

Υπό το σύνολο των πιο πάνω, η ένορκη δήλωση και η προφορική μαρτυρία του συντρόφου του Αιτητή αποτελούν σημαντικό εξατομικευμένο ενισχυτικό αποδεικτικό στοιχείο υπέρ της αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού. Το Δικαστήριο δεν στηρίζει το συμπέρασμά του αποκλειστικά στην ύπαρξη της συγκεκριμένης σχέσης ούτε θεωρεί ότι η συγκατοίκηση, οι φωτογραφίες ή οι οικονομικές συναλλαγές αποτελούν, αφ’ εαυτών, αδιάσειστη απόδειξη του σεξουαλικού προσανατολισμού του Αιτητή. Συνεκτιμώνται, όμως, με τη διαχρονική συνέπεια της αφήγησής του, την πρώιμη επίκληση του ίδιου ισχυρισμού, τη συμβατότητα των δηλώσεών του με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής και το γεγονός ότι η προφορική μαρτυρία του συντρόφου του δεν ανέδειξε ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τον βασικό πυρήνα της μεταξύ τους σχέσης.

 

Η κρίση του Δικαστηρίου ερείδεται στη συνολική και σωρευτική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού. Στο πλαίσιο αυτό, συνεκτιμώνται η πρώιμη και επανειλημμένη προβολή του ισχυρισμού, η διαχρονική σταθερότητα του πυρήνα των δηλώσεων του Αιτητή, οι εξατομικευμένες αναφορές του στον τρόπο με τον οποίο βίωνε και απέκρυπτε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και η περιγραφή συγκεκριμένης σχέσης με κατονομαζόμενο άνδρα στη Νιγηρία. Οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, μολονότι δεν δύνανται αφ’ εαυτών να τεκμηριώσουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό συγκεκριμένου προσώπου, καταδεικνύουν τη συμβατότητα της αφήγησής του με το κοινωνικό και νομικό περιβάλλον εντός του οποίου ισχυρίζεται ότι βίωσε και απέκρυπτε τον προσανατολισμό του. Περαιτέρω, η αξιοπιστία του ισχυρισμού ενισχύεται από το μεταγενέστερο εξατομικευμένο αποδεικτικό υλικό αναφορικά με τη σχέση του στην Κυπριακή Δημοκρατία, περιλαμβανομένων των στοιχείων συγκατοίκησης και κοινής ζωής, καθώς και, ιδίως, από την προφορική μαρτυρία του συντρόφου του, η οποία υποβλήθηκε σε εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν παρουσίασε ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τα γεγονότα για τα οποία ο μάρτυρας είχε άμεση προσωπική γνώση.

 

Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο έχει συνεκτιμήσει και τα στοιχεία που λειτουργούν εις βάρος της αξιοπιστίας του Αιτητή, ιδίως την ασάφεια ως προς τη σύνδεση της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης με τη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού του προσανατολισμού, την περιορισμένη ανάπτυξη ορισμένων απαντήσεων και την ασυνέπεια ως προς την ακριβή διάρκεια της σχέσης του στη Νιγηρία. Τα στοιχεία αυτά δεν παραγνωρίζονται ούτε αποδίδονται συλλήβδην στην ευαλωτότητά του. Αξιολογούμενα, όμως, ως προς τη φύση και τη βαρύτητά τους, δεν αφορούν σε τέτοιο βαθμό τον σταθερό πυρήνα του ισχυρισμού ώστε να υπερισχύουν των προαναφερθέντων θετικών δεικτών.

 

Η κρίση αυτή ερείδεται στη συνολική και εξατομικευμένη αξιολόγηση του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων της υπόθεσης, κατά τρόπο σύμφωνο και με την προσέγγιση που επιβεβαίωσε προσφάτως το ΔΕΕ στην απόφασή του ημερ. 04.06.2026, C-440/25, Ebilum, ECLI:EU:C:2026:448.

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω και κατόπιν στάθμισης τόσο των στοιχείων που ενισχύουν όσο και εκείνων που αποδυναμώνουν την αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συνολική αποδεικτική εικόνα συνηγορεί υπέρ της αξιοπιστίας του. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός και το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής είναι ομοφυλόφιλος άνδρας.

 

3.      Τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός – Σύλληψη και κράτηση του Αιτητή λόγω του πραγματικού ή αποδιδόμενου σε αυτόν σεξουαλικού προσανατολισμού

 

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής, λόγω του πραγματικού ή αποδιδόμενου σε αυτόν σεξουαλικού προσανατολισμού, συνελήφθη και κρατήθηκε στις 21–22.11.2021, αφέθηκε ελεύθερος κατόπιν καταβολής χρηματικού ποσού από τον τότε σύντροφό του και, κατά τον ίδιο, εξακολούθησε έκτοτε να αποτελεί πρόσωπο ενδιαφέροντος για τις αστυνομικές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί αρχικά στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του σχετικού αφηγήματος.

 

Καταρχάς, ο βασικός πυρήνας του περιστατικού προβλήθηκε ήδη από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Στην αρχική του αίτηση ο Αιτητής ανέφερε ότι στις 21.11.2021, ημέρα των γενεθλίων του, πραγματοποιήθηκε πάρτι σε ξενοδοχείο στην Asaba, στο οποίο παρευρέθηκαν ομοφυλόφιλοι φίλοι του, ότι κατόπιν ενημέρωσης της αστυνομίας από πρόσωπα της περιοχής συνελήφθη και ότι αφέθηκε ελεύθερος μετά από καταβολή χρηματικού ποσού από τον τότε σύντροφό του. Ο ίδιος βασικός πυρήνας επαναλήφθηκε κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας της 30.09.2022 και στις δύο προσωπικές συνεντεύξεις του.

 

Κατά τις τελευταίες, ο Αιτητής ανέπτυξε περαιτέρω το περιστατικό, αναφέροντας ότι το πάρτι είχε οργανωθεί από τον τότε σύντροφό του, ότι οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι διέφυγαν κατά την άφιξη της αστυνομίας, ενώ ο ίδιος και δύο ακόμη πρόσωπα συνελήφθησαν, και ότι οι αστυνομικοί τού ανέφεραν πως είχαν ενημερωθεί για τη διεξαγωγή «gay party». Περιέγραψε επίσης τη μεταφορά του σε αστυνομικό τμήμα, την επικοινωνία με τον σύντροφό του, την καταβολή χρηματικού ποσού και την απελευθέρωσή του το επόμενο πρωί. Κατά τη δεύτερη συνέντευξη επανέλαβε ουσιωδώς την ίδια εκδοχή, προσθέτοντας ότι, όταν ερωτήθηκε εάν είναι ομοφυλόφιλος, το αρνήθηκε, πλην όμως οι αστυνομικοί δεν τον πίστεψαν.

 

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ορισμένες αποκλίσεις και αδυναμίες της αφήγησης. Ειδικότερα, ενώ στην αρχική αίτηση και στις δύο προσωπικές συνεντεύξεις ο Αιτητής τοποθέτησε την εκδήλωση σε ξενοδοχείο στην Asaba, στο έντυπο αξιολόγησης ευαλωτότητας καταγράφεται ότι αυτή πραγματοποιήθηκε «στο σπίτι του». Η διαφοροποίηση αυτή συνεκτιμάται, δεν κρίνεται όμως καθοριστική, δεδομένου ότι η αναφορά περί οικίας εμφανίζεται μεμονωμένα, ενώ στις λοιπές και περισσότερο λεπτομερείς αφηγήσεις του ο Αιτητής παρέμεινε σταθερός ως προς τη διεξαγωγή της εκδήλωσης σε ξενοδοχείο.

 

Ομοίως, η αδυναμία του να θυμηθεί την ονομασία του ξενοδοχείου και του αστυνομικού τμήματος δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, ουσιώδη δείκτη αναξιοπιστίας, ιδίως ενόψει της εξήγησής του ότι δεν είχε επιλέξει ο ίδιος τον χώρο της εκδήλωσης. Δεν κρίνεται επίσης πειστική η θέση ότι η συμμετοχή του σε τέτοια συγκέντρωση είναι αφύσικη επειδή γνώριζε την ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν μπορεί να ερείδεται στην παραδοχή ότι ένα πρόσωπο που φοβάται την αποκάλυψη του σεξουαλικού του προσανατολισμού θα ενεργεί πάντοτε κατά τον πλέον προσεκτικό ή ορθολογικό τρόπο.

 

Διαφορετική είναι, ωστόσο, η αξιολόγηση του μεταγενέστερου σκέλους της αφήγησης, σύμφωνα με το οποίο μετά την απελευθέρωσή του εξακολουθούσε να εκκρεμεί ποινική υπόθεση εις βάρος του και η αστυνομία συνέχιζε να τον αναζητεί. Κατά τη δεύτερη συνέντευξη ο Αιτητής διευκρίνισε ότι δεν είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, δεν είχε κληθεί ενώπιον δικαστηρίου και δεν γνώριζε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μεταγενέστερη διαδικαστική ενέργεια των αρχών.

 

Περαιτέρω, μετά την απελευθέρωσή του ο Αιτητής παρέμεινε στη Νιγηρία για περίπου δέκα μήνες. Παρότι αρχικά μετέβη στο Lagos, επέστρεψε στην Asaba και συνέχισε να εργάζεται στο ίδιο ξενοδοχείο, χωρίς να αναφέρει οποιαδήποτε νέα σύλληψη, έρευνα, κλήση ή άλλο συγκεκριμένο περιστατικό αναζήτησής του από τις αρχές. Το στοιχείο αυτό δεν αναιρεί την αξιοπιστία της αρχικής σύλληψης και κράτησης, αποδυναμώνει όμως ουσιωδώς τον περαιτέρω ισχυρισμό ότι παρέμενε ενεργώς καταζητούμενος ή ότι υφίστατο συγκεκριμένη εκκρεμής ποινική διαδικασία εις βάρος του.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο διαχωρίζει τα δύο σκέλη του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ως προς τον βασικό πυρήνα, ήτοι ότι στις 21.11.2021 πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση στην Asaba, ότι κατόπιν επέμβασης της αστυνομίας ο Αιτητής συνελήφθη μαζί με δύο ακόμη πρόσωπα, κρατήθηκε μέχρι το επόμενο πρωί και αφέθηκε ελεύθερος μετά από καταβολή χρηματικού ποσού από τον τότε σύντροφό του, η αφήγησή του παρουσιάζει επαρκή διαχρονική συνέπεια, συγκεκριμενοποίηση και συνοχή και κρίνεται εσωτερικά αξιόπιστη.

 

Αντιθέτως, ως προς τον ισχυρισμό ότι μετά την απελευθέρωσή του παρέμενε ενεργή ποινική υπόθεση εις βάρος του και οι αρχές εξακολουθούσαν να τον αναζητούν, οι δηλώσεις του στερούνται επαρκούς συγκεκριμενοποίησης και δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μεταγενέστερη προσωπική εμπειρία κατά τους περίπου δέκα μήνες που παρέμεινε στη Νιγηρία. Το σκέλος αυτό δεν κρίνεται επαρκώς εσωτερικά αξιόπιστο.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής καταδεικνύουν ότι η νομοθεσία που ποινικοποιεί τις ομόφυλες σχέσεις στη Νιγηρία έχει εφαρμοστεί στην πράξη για τη σύλληψη και δίωξη προσώπων που είναι ή θεωρούνται ομοφυλόφιλα. Έχουν, μεταξύ άλλων, καταγραφεί αστυνομικές επιχειρήσεις και συλλήψεις προσώπων σε ξενοδοχεία και συγκεντρώσεις που θεωρήθηκαν ομοφυλοφιλικές, καθώς και συλλήψεις προσώπων λόγω αποδιδόμενου σεξουαλικού προσανατολισμού, χωρίς να απαιτείται να έχουν εντοπιστεί να προβαίνουν σε ομόφυλη σεξουαλική πράξη[12],[13],[14],[15]

 

Οι πληροφορίες αυτές παρουσιάζουν ιδιαίτερη συνάφεια με την αφήγηση του Αιτητή, ο οποίος δεν ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη κατά τη διενέργεια σεξουαλικής πράξης, αλλά ότι η αστυνομία επενέβη κατόπιν πληροφορίας περί διεξαγωγής «gay party» και του απέδωσε ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό, παρά την άρνησή του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το EUAA Country Focus για τη Νιγηρία, έχουν καταγραφεί καταχρήσεις αστυνομικών αρχών εις βάρος ΛΟΑΤΚΙ προσώπων, περιλαμβανομένων συλλήψεων, παράνομων κρατήσεων, παρενοχλήσεων και εκβιασμών. Ειδικότερα, το TIER κατέγραψε για το 2024 89 περιπτώσεις εκβιασμού, 118 περιστατικά παρενόχλησης και περισσότερες από 20 παράνομες κρατήσεις ΛΟΑΤΚΙ προσώπων από αστυνομικές αρχές.[16],[17],[18], [19]

 

Οι πληροφορίες αυτές δεν αποδεικνύουν ότι συνέβη το συγκεκριμένο περιστατικό που επικαλείται ο Αιτητής ούτε ότι ο τότε σύντροφός του κατέβαλε πράγματι το χρηματικό ποσό που αναφέρει. Καταδεικνύουν, όμως, ότι η επέμβαση της αστυνομίας σε συγκέντρωση προσώπων που θεωρήθηκαν ομοφυλόφιλα, η σύλληψη λόγω αποδιδόμενου σεξουαλικού προσανατολισμού και η απελευθέρωση κατόπιν άτυπης χρηματικής καταβολής είναι συμβατές με καταγεγραμμένες πρακτικές των αρχών στη Νιγηρία.

 

Συνεπώς, σε συνδυασμό με τη διαπιστωθείσα εσωτερική συνέπεια του βασικού πυρήνα του περιστατικού και με την ήδη αποδεκτή ιδιότητα του Αιτητή ως ομοφυλόφιλου άνδρα, οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής ενισχύουν την αξιοπιστία του σκέλους που αφορά τη σύλληψη, κράτηση και απελευθέρωσή του μετά από χρηματική καταβολή.

 

Αντιθέτως, οι γενικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν δύνανται να επιβεβαιώσουν τον εξατομικευμένο ισχυρισμό ότι, μετά την απελευθέρωσή του, παρέμενε ενεργή ποινική υπόθεση ειδικά εις βάρος του ή ότι οι αστυνομικές αρχές συνέχισαν πράγματι να τον αναζητούν. Ως προς το σκέλος αυτό δεν υφίσταται οποιοδήποτε εξατομικευμένο εξωτερικό στοιχείο ικανό να θεραπεύσει τις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν κατά την εξέταση της εσωτερικής αξιοπιστίας.

 

Ως εκ τούτου, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός κατά το μέρος που αφορά τη σύλληψη και κράτηση του Αιτητή στις 21–22.11.2021 λόγω του αποδιδόμενου σε αυτόν ομοφυλοφιλικού προσανατολισμού και την απελευθέρωσή του μετά από καταβολή χρηματικού ποσού. Δεν γίνεται, όμως, αποδεκτός κατά το μέρος που αφορά την ύπαρξη ενεργής εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας ή τη συνεχιζόμενη αναζήτησή του από τις αρχές μετά την απελευθέρωσή του.

 

4.      Τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός – Απόρριψη και εχθρική μεταχείριση από την οικογένεια λόγω του πραγματικού ή αποδιδόμενου σεξουαλικού προσανατολισμού.

 

Ως προς τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής αντιμετώπισε απόρριψη και εχθρική μεταχείριση από τον πατέρα και τα αδέλφια του λόγω του πραγματικού ή αποδιδόμενου σε αυτόν σεξουαλικού προσανατολισμού, το Δικαστήριο προχωρεί αρχικά στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των σχετικών δηλώσεών του.

 

Ο ισχυρισμός περί οικογενειακής απόρριψης προβλήθηκε ήδη από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Στην αρχική αίτηση ο Αιτητής ανέφερε ότι η οικογένειά του τον εγκατέλειψε επειδή είναι ομοφυλόφιλος, ενώ κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας της 30.09.2022 δήλωσε ότι δεν λάμβανε υποστήριξη από την οικογένειά του και αναφέρθηκε σε περιστατικό κατά το οποίο, το 2021, ο πατέρας του αρνήθηκε να τον βοηθήσει, κατόπιν του οποίου ο ίδιος επιχείρησε να αυτοκτονήσει ενώπιόν του.

Κατά τις προσωπικές του συνεντεύξεις επανέλαβε ότι ο πατέρας και τα αδέλφια του είχαν αρνητική στάση απέναντι στους ομοφυλόφιλους και ότι η σχέση του μαζί τους είχε σοβαρά διαταραχθεί. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι δεν είχε αποκαλύψει ρητώς στην οικογένειά του ότι είναι ομοφυλόφιλος, αλλά ότι ο πατέρας του τον υποπτευόταν λόγω της εμφάνισης, του τρόπου ένδυσης και των συναναστροφών του και, όταν τον είχε ρωτήσει ευθέως, ο ίδιος το αρνήθηκε. Το στοιχείο αυτό δεν αναιρεί την πιθανότητα εχθρικής στάσης λόγω αποδιδόμενου σεξουαλικού προσανατολισμού, διαφοροποιεί όμως την αρχική απόλυτη διατύπωση ότι η οικογένειά του τον εγκατέλειψε επειδή γνώριζε ότι είναι ομοφυλόφιλος.

 

Σημαντικότερη ασυνέπεια εντοπίζεται ως προς την έκταση και τη διάρκεια της οικογενειακής αποκοπής. Κατά την πρώτη συνέντευξη ο Αιτητής δήλωσε ότι είχε δει για τελευταία φορά τον πατέρα και τα τρία αδέλφια του περίπου επτά χρόνια προηγουμένως και ότι έκτοτε δεν είχαν επαφή. Η δήλωση αυτή δεν συμβιβάζεται με άλλες αναφορές του ότι το 2021 απευθύνθηκε αυτοπροσώπως στον πατέρα του για βοήθεια και επιχείρησε να αυτοκτονήσει ενώπιόν του, ούτε με τον ισχυρισμό ότι, κατά τη σύλληψη της 21.11.2021, οι αστυνομικοί επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με τον πατέρα του. Η αντίφαση αυτή αφορά το ίδιο το ιστορικό των οικογενειακών σχέσεων και αποδυναμώνει την εκδοχή περί πλήρους και αδιάλειπτης αποκοπής επί σειρά ετών.

 

Από το σύνολο των δηλώσεων προκύπτει, αντιθέτως, περισσότερο μία εικόνα σταδιακής επιδείνωσης και αποξένωσης των οικογενειακών σχέσεων. Ο πυρήνας της αφήγησης παραμένει σταθερός ως προς την αρνητική στάση της οικογένειας, και ιδίως του πατέρα του, έναντι της ομοφυλοφιλίας, τις υποψίες του τελευταίου ως προς τον σεξουαλικό προσανατολισμό του Αιτητή και τη σοβαρή διατάραξη της μεταξύ τους σχέσης. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η δήλωση που ο Αιτητής αποδίδει στον πατέρα του μετά τη σύλληψή του, ότι «δεν είναι πλέον γιος του».

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός κρίνεται μερικώς εσωτερικά αξιόπιστος. Γίνεται αποδεκτό ότι ο Αιτητής προερχόταν από οικογενειακό περιβάλλον αρνητικά διακείμενο έναντι της ομοφυλοφιλίας, ότι ο πατέρας του τον υποπτευόταν ως ομοφυλόφιλο και ότι ο πραγματικός ή αποδιδόμενος σε αυτόν σεξουαλικός προσανατολισμός συνέβαλε ουσιωδώς στην επιδείνωση και αποξένωση των οικογενειακών του σχέσεων. Δεν γίνεται, όμως, αποδεκτή η ευρύτερη εκδοχή περί πλήρους και αδιάλειπτης εγκατάλειψής του από ολόκληρη την οικογένεια αποκλειστικά λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής καταδεικνύουν ότι οι διακρίσεις κατά των σεξουαλικών μειονοτήτων παραμένουν διάχυτες στη Νιγηρία και ότι οι κοινωνικές και θρησκευτικές στάσεις έναντι των ΛΟΑΤΚΙ προσώπων παραμένουν έντονα αρνητικές, με συνήθη ρητορική μίσους και ευρεία κοινωνική αποδοκιμασία.[20],[21],[22],[23]

 

Οι πληροφορίες αυτές είναι συμβατές με την περιγραφή του Αιτητή ότι προερχόταν από οικογενειακό και θρησκευτικό περιβάλλον αρνητικά διακείμενο έναντι της ομοφυλοφιλίας και ότι ο πραγματικός ή αποδιδόμενος σε αυτόν σεξουαλικός προσανατολισμός συνέβαλε στην επιδείνωση των οικογενειακών του σχέσεων. Δεν μπορούν, ωστόσο, να επιβεβαιώσουν τα συγκεκριμένα περιστατικά που αποδίδει στον πατέρα και τα αδέλφια του ούτε να θεραπεύσουν την ουσιώδη ασυνέπεια ως προς τη διάρκεια και την έκταση της οικογενειακής αποκοπής.

 

Κατά συνέπεια, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται μερικώς αποδεκτός: γίνεται δεκτό ότι ο Αιτητής προερχόταν από οικογενειακό περιβάλλον εχθρικά διακείμενο έναντι της ομοφυλοφιλίας και ότι ο πραγματικός ή αποδιδόμενος σε αυτόν σεξουαλικός προσανατολισμός συνέβαλε ουσιωδώς στη σοβαρή επιδείνωση και αποξένωση των οικογενειακών του σχέσεων. Δεν γίνεται αποδεκτό ότι είχε πλήρως και αδιαλείπτως εγκαταλειφθεί από όλα τα μέλη της οικογένειάς του ή ότι είχε διακοπεί κάθε μορφή επαφής επί σειρά ετών.

 

5.      Πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός – Κατάσταση υγείας του Αιτητή και επικαλούμενη έλλειψη κατάλληλης θεραπείας στη Νιγηρία

 

Ως προς τον πέμπτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής πάσχει από διαβήτη και ότι ένας από τους λόγους αναχώρησής του από τη Νιγηρία ήταν η ανεπαρκής, κατά τον ίδιο, θεραπευτική αντιμετώπιση της πάθησής του, το Δικαστήριο παρατηρεί τα ακόλουθα.

 

Κατά τις προσωπικές του συνεντεύξεις, ο Αιτητής ανέφερε ότι είχε διαγνωστεί με διαβήτη στη Νιγηρία και ότι λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, χωρίς, ωστόσο, να είναι σε θέση να προσδιορίσει τον τύπο του διαβήτη ή την ονομασία του φαρμάκου που λάμβανε. Παρουσίασε επίσης ορισμένη ασάφεια ως προς τον χρόνο της διάγνωσης και της έναρξης της θεραπείας του. Κυρίως, ενώ υποστήριξε ότι η θεραπευτική αντιμετώπιση στη Νιγηρία δεν ήταν επαρκής, από τις ίδιες τις δηλώσεις του προκύπτει ότι είχε πρόσβαση σε νοσοκομεία, εργαστηριακές εξετάσεις, φαρμακεία και φαρμακευτική αγωγή, χωρίς να προσδιορίζει ποια συγκεκριμένη αναγκαία θεραπεία στερήθηκε ή για ποιο λόγο αυτή δεν ήταν διαθέσιμη ή προσβάσιμη στην προσωπική του περίπτωση.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, οι δηλώσεις του Αιτητή δεν κρίνονται επαρκώς συγκεκριμένες και συνεκτικές ώστε να θεμελιώνουν, σε επίπεδο εσωτερικής αξιοπιστίας, ούτε την ακριβή φύση της επικαλούμενης πάθησης ούτε, ιδίως, τον ισχυρισμό ότι στερείτο κατάλληλης και προσβάσιμης θεραπευτικής αντιμετώπισης στη Νιγηρία.

 

Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, τα ιατρικά έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής (ερυθρά 69-63 του δ. φ.) επιβεβαιώνουν ότι είχε υποβληθεί σε εργαστηριακή παρακολούθηση στη Νιγηρία και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τιμές HbA1c έως 6,6%. Τα έγγραφα αυτά, όμως, δεν συνοδεύονται από ιατρική γνωμάτευση που να πιστοποιεί συγκεκριμένη διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη. Το Δικαστήριο δεν δύναται να συναγάγει αυτοτελώς ιατρική διάγνωση από εργαστηριακές τιμές και, συνεπώς, το εν λόγω υλικό δεν τεκμηριώνει αφ’ εαυτού την επικαλούμενη πάθηση.

 

Η αβεβαιότητα αυτή ενισχύεται από τη μαρτυρία του συντρόφου του Αιτητή ενώπιον του Δικαστηρίου, ο οποίος ανέφερε ότι γνώριζε μεν ότι ο Αιτητής είχε αναφέρει πως πάσχει από διαβήτη, πλην όμως, μετά από ιατρικές εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Κύπρο, δεν τους γνωστοποιήθηκε ότι αυτός πάσχει πράγματι από τη συγκεκριμένη νόσο. Η μαρτυρία αυτή δεν αποκλείει την ύπαρξη προηγούμενου προβλήματος γλυκαιμικού ελέγχου, δεν επιβεβαιώνει όμως την επικαλούμενη διάγνωση.

 

Περαιτέρω, ως προς την επικαλούμενη έλλειψη κατάλληλης θεραπευτικής αντιμετώπισης, οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής καταδεικνύουν ότι στη Νιγηρία παρέχονται υπηρεσίες διάγνωσης, παρακολούθησης και θεραπείας του σακχαρώδους διαβήτη και διατίθενται αντιδιαβητικά φάρμακα και ινσουλίνη, μολονότι καταγράφονται οικονομικά και πρακτικά εμπόδια στην πρόσβαση.[24] Στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, την Asaba, λειτουργούν, μεταξύ άλλων, το Federal Medical Centre Asaba, στο οποίο παρέχονται υπηρεσίες ενδοκρινολογίας και διαβήτη[25], καθώς και το Asaba Specialist Hospital, το οποίο παρέχει διάγνωση και θεραπεία του διαβήτη.[26]

 

Στην εξατομικευμένη περίπτωση του Αιτητή, από τα ίδια τα στοιχεία του προκύπτει ότι, ενόσω βρισκόταν στη Νιγηρία, είχε πράγματι πρόσβαση σε ιατρικές δομές, εργαστηριακές εξετάσεις και φαρμακευτική αγωγή. Δεν προσκομίστηκε δε ιατρικό ή άλλο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι χρειαζόταν συγκεκριμένη θεραπεία η οποία δεν ήταν διαθέσιμη στη χώρα καταγωγής ή ότι, λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, δεν είχε πραγματική πρόσβαση σε αυτήν.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, ο πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός. Τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν τεκμηριώνουν επαρκώς ότι ο Αιτητής πάσχει από τη συγκεκριμένη επικαλούμενη πάθηση, ενώ, ακόμη και εάν γίνει δεκτό ότι παρουσίαζε πρόβλημα γλυκαιμικού ελέγχου ή σακχαρώδη διαβήτη, δεν προκύπτει ότι στερείτο πραγματικής πρόσβασης σε αναγκαία και κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση στη Νιγηρία.

 

Συνεκτίμηση της αναφερόμενης σεξουαλικής κακοποίησης

 

Ως προς τις αναφορές του Αιτητή σε σεξουαλική κακοποίηση κατά την παιδική του ηλικία, καθώς και σε μεταγενέστερη σεξουαλική κακοποίηση από τον τότε σύντροφό του στην Κύπρο, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα περιστατικά αυτά δεν απομονώθηκαν ως αυτοτελείς ουσιώδεις ισχυρισμοί, καθότι δεν προβλήθηκαν ως αυτοτελείς λόγοι αναχώρησής του από τη Νιγηρία ούτε ως πηγή μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Οι σχετικές αναφορές λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που αναλύθηκε ανωτέρω, ως μέρος του υλικού που αφορά τη διαπιστωθείσα ευαλωτότητα του Αιτητή και, συνακόλουθα, κατά την εξατομικευμένη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των δηλώσεών του. Δεν αποδίδεται, ωστόσο, σε αυτές αυτοτελής αποδεικτική αξία ως προς τη βασιμότητα των λοιπών ουσιωδών ισχυρισμών του.

 

Κατόπιν της ανωτέρω αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών και της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, απομένει η υπαγωγή των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοστέες διατάξεις.

 

Γ. Υπαγωγή των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών στις προϋποθέσεις του προσφυγικού καθεστώτος

 

Έχοντας πλέον αξιολογήσει το σύνολο του ενώπιόν μου αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στη νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσο αυτές πληρούνται στην περίπτωση του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που έγιναν αποδεκτοί.

 

Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαίο να προσδιοριστεί το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, ενόψει της έναρξης εφαρμογής, από τις 12.06.2026, του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 σχετικά με τις προϋποθέσεις αναγνώρισης των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας.

 

Κατά το άρθρο 41 του εν λόγω Κανονισμού, η Οδηγία 2011/95/ΕΕ καταργήθηκε από τις 12.06.2026, οι δε παραπομπές στην καταργηθείσα Οδηγία νοούνται ως παραπομπές στον Κανονισμό. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 42 αυτού, όπως διορθώθηκε, ο Κανονισμός εφαρμόζεται από την ίδια ημερομηνία και, ως Κανονισμός της Ένωσης, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη.

 

Αντιθέτως, ως προς το διαδικαστικό καθεστώς, ο ενωσιακός νομοθέτης θέσπισε ειδική μεταβατική ρύθμιση. Ειδικότερα, το άρθρο 79(3) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 προβλέπει ότι αυτός εφαρμόζεται στη διαδικασία χορήγησης διεθνούς προστασίας αναφορικά με αιτήσεις που υποβάλλονται από τις 12.06.2026, με αποτέλεσμα οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή να εξακολουθούν να διέπονται, ως προς τη διαδικασία, από την Οδηγία 2013/32/ΕΕ.

 

Αντίστοιχη πρόνοια περιέχεται στο εθνικό δίκαιο. Το άρθρο 194(2) του νέου περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 115(Ι)/2026] προβλέπει ότι αιτήσεις που κατατέθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του Κανονισμού 2024/1348 εξακολουθούν να διέπονται από τους περί Προσφύγων Νόμους του 2000 έως 2025, ρητώς όμως «όσον αφορά τη διαδικασία για τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας».

 

Δεν παραγνωρίζεται η ευρύτερη διατύπωση του άρθρου 194(6) του ίδιου Νόμου, σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις που λήφθηκαν ή λαμβάνονται δυνάμει των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 και τυγχάνουν προσβολής, η προσβολή ή αμφισβήτηση και εξέτασή τους γίνεται δυνάμει των διατάξεων των εν λόγω Νόμων. Η διάταξη αυτή πρέπει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να ερμηνεύεται συστηματικά προς το ειδικότερο εδάφιο (2), το οποίο περιορίζει ρητώς τη διατήρηση του προγενέστερου καθεστώτος στη διαδικασία χορήγησης διεθνούς προστασίας, καθώς και κατά τρόπο σύμφωνο προς το άμεσα εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο. Δεν μπορεί, συνεπώς, να προσδοθεί στο άρθρο 194(6) η έννοια ότι παρατείνει την εφαρμογή των ουσιαστικών προϋποθέσεων αναγνώρισης που θεμελιώνονταν στην καταργηθείσα Οδηγία 2011/95/ΕΕ μετά την έναρξη εφαρμογής του Κανονισμού 2024/1347.

 

Η διαφοροποίηση αυτή είναι ουσιώδης. Ενώ για τον Κανονισμό 2024/1348 προβλέφθηκε ρητώς η διατήρηση του προγενέστερου διαδικαστικού καθεστώτος για τις προγενέστερες αιτήσεις, αντίστοιχη μεταβατική εξαίρεση δεν περιλήφθηκε στον Κανονισμό 2024/1347 ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης διεθνούς προστασίας.

 

Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από ενημερωτικό υλικό της Γενικής Διεύθυνσης Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων (DG HOME) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ημερομηνίας 29.01.2026, με τίτλο «Transition from the Qualification Directive (QD) to the Qualification Regulation (QR, [27] στο οποίο επισημαίνεται η απουσία ειδικών μεταβατικών διατάξεων στον Κανονισμό 2024/1347 και, ως προς την εξέταση της αίτησης (examination of the application), γίνεται διάκριση με βάση τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, με αναφορά στην εφαρμογή της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ όταν η απόφαση εκδίδεται πριν από τις 12.06.2026 και του Κανονισμού 2024/1347 όταν εκδίδεται από την ημερομηνία αυτή και εφεξής.

 

Συναφώς, στις αποφάσεις του ΔΕΕ της 04.06.2026 στις υποθέσεις Quotal και Ebilum (ανωτέρω), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε αφενός την έναρξη εφαρμογής του Κανονισμού 2024/1347 από τις 12.06.2026 και αφετέρου την ειδική χρονική ρύθμιση του άρθρου 79(2) και (3) του Κανονισμού 2024/1348 για τις προγενέστερες αιτήσεις. Μολονότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν επιλύουν ευθέως το ειδικό ζήτημα της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων του Κανονισμού 2024/1347 επί αίτησης που είχε υποβληθεί πριν από την ημερομηνία αυτή, η απόφαση Quotal επαναλαμβάνει, περαιτέρω, ότι η πλήρης και ex nunc δικαστική εξέταση απαιτεί επικαιροποιημένη αξιολόγηση όλων των πραγματικών και νομικών στοιχείων που είναι αναγκαία για την κρίση επί των αναγκών διεθνούς προστασίας.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των κανόνων που διέπουν τη διαδικασία εξέτασης και προσβολής της αίτησης και εκείνων που καθορίζουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης διεθνούς προστασίας. Το γεγονός ότι η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε και η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση εκδόθηκε υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς συνεπάγεται ότι η νομιμότητα της διοικητικής διαδικασίας, περιλαμβανομένης της τήρησης των διαδικαστικών εγγυήσεων που όφειλε να παράσχει η Διοίκηση, εξακολουθεί να εξετάζεται βάσει του διαδικαστικού καθεστώτος που διέπει την επίδικη αίτηση. Διαφορετικό είναι το ζήτημα της ουσιαστικής κρίσης που καλείται να διαμορφώσει σήμερα το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της πλήρους και ex nunc εξέτασης, ως προς το κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης διεθνούς προστασίας.

 

Συνακόλουθα, μολονότι η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε πριν από τις 12.06.2026 και εξακολουθεί, ως προς τη διαδικασία εξέτασης και προσβολής της, να διέπεται από το προγενέστερο διαδικαστικό καθεστώς, η ουσιαστική και ex nunc αξιολόγηση των προϋποθέσεων αναγνώρισης του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας διενεργείται, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Εν προκειμένω, έχει γίνει αποδεκτό ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, κατάγεται από την Benin City της Πολιτείας Edo και είχε ως τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του την Asaba της Πολιτείας Delta. Περαιτέρω, έγινε αποδεκτό ότι είναι ομοφυλόφιλος άνδρας και ότι στις 21.11.2021 συνελήφθη στην Asaba μαζί με άλλα δύο πρόσωπα στο πλαίσιο αστυνομικής επέμβασης σε συγκέντρωση στην οποία συμμετείχαν ομοφυλόφιλοι φίλοι του, κρατήθηκε μέχρι το επόμενο πρωί και αφέθηκε ελεύθερος μετά την καταβολή χρημάτων από τον τότε σύντροφό του. Έγινε επίσης αποδεκτό, στον βαθμό που αναλύθηκε ανωτέρω, ότι προερχόταν από οικογενειακό περιβάλλον αρνητικά διακείμενο έναντι της ομοφυλοφιλίας και ότι ο πραγματικός ή αποδιδόμενος σε αυτόν σεξουαλικός προσανατολισμός συνέβαλε σε σοβαρή επιδείνωση και αποξένωση των οικογενειακών του σχέσεων.

 

Αντιθέτως, δεν έγινε αποδεκτός ο περαιτέρω ισχυρισμός ότι, μετά την απελευθέρωσή του, υφίστατο ενεργός εκκρεμής ποινική διαδικασία εις βάρος του και ότι οι αρχές εξακολουθούσαν να τον αναζητούν. Ομοίως, δεν έγινε αποδεκτός ο πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός περί επαρκώς τεκμηριωμένης διάγνωσης σακχαρώδους διαβήτη και περί στέρησης κατάλληλης και προσβάσιμης θεραπευτικής αντιμετώπισης στη Νιγηρία.

 

1.Ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης

 

Το πρώτο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ο Αιτητής διακατέχεται από βάσιμο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία.

 

Η έννοια του βάσιμου φόβου ενσωματώνει τόσο υποκειμενικό όσο και αντικειμενικό στοιχείο. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, ο Αιτητής εξέφρασε κατά τρόπο σαφή φόβο ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, θα αντιμετωπίσει προβλήματα λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού και, ιδίως, κίνδυνο σύλληψης από τις αρχές. Το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου κρίνεται, συνεπώς, ότι πληρούται.

 

Ως προς το αντικειμενικό στοιχείο, η αξιολόγηση είναι κατ’ ανάγκην μελλοντοστραφής και εξατομικευμένη. Οι αποδεκτοί ισχυρισμοί του Αιτητή δεν εξετάζονται αφηρημένα, αλλά σε συνδυασμό με τα προσωπικά χαρακτηριστικά του, τις προηγούμενες εμπειρίες του και τις επικρατούσες συνθήκες στη Νιγηρία. Η εκτίμηση του «βασίμου» προϋποθέτει, συνεπώς, αξιολόγηση της εύλογης πιθανότητας υλοποίησης του επικαλούμενου φόβου σε περίπτωση επιστροφής του. Η σχετική εκτίμηση διενεργείται ακολούθως.

 

2. Εκτίμηση μελλοντικού κινδύνου

 

Στο πλαίσιο της μελλοντοστραφούς αξιολόγησης του κινδύνου, το Δικαστήριο λαμβάνει σωρευτικά υπόψη ότι ο Αιτητής είναι ομοφυλόφιλος άνδρας, ότι ο σεξουαλικός του προσανατολισμός αποτελεί χαρακτηριστικό θεμελιώδες για την ταυτότητά του, ότι στη Νιγηρία υφίσταται ποινικό νομοθετικό πλαίσιο το οποίο στοχεύει ειδικά ομόφυλες σχέσεις και εκδηλώσεις και ότι το εν λόγω πλαίσιο δεν παραμένει απλώς θεωρητικό, αλλά συνοδεύεται από πραγματικές συλλήψεις, κρατήσεις και καταχρηστικές συμπεριφορές των αρχών.

 

Ειδικότερα, ο Ποινικός Κώδικας του 2004 (Criminal Code Act), που χρησιμοποιείται στις περισσότερες νότιες πολιτείες ως κρατικός νόμος, προβλέπει ποινή φυλάκισης 14 ετών για συναινετικές ομοφυλοφιλικές σχέσεις και ποινή τριών ετών για «βαριά προσβολή της δημοσίας αιδούς»[28], διάταξη που χρησιμοποιείται για τη στοχοποίηση ομοφυλόφιλων ατόμων.[29]

 

Περαιτέρω, ο ομοσπονδιακός Same Sex Marriage (Prohibition) Act (SSMPA) ποινικοποιεί τη σύναψη ομόφυλης συμβατικής ένωσης με ποινή 14 ετών, τη λειτουργία ή συμμετοχή σε «ομοφυλόφιλες λέσχες, σωματεία ή οργανώσεις» με ποινή 10 ετών και τη «δημόσια επίδειξη ερωτικής σχέσης ομοφύλων» με ποινή 10 ετών. Το νομοθετικό πλαίσιο δεν περιορίζεται, συνεπώς, στην ποινικοποίηση συγκεκριμένων σεξουαλικών πράξεων, αλλά εκτείνεται και σε εκφάνσεις της κοινωνικής και προσωπικής ζωής των ΛΟΑΤΚΙ προσώπων.[30], [31]

 

Ως προς την πραγματική εφαρμογή του εν λόγω νομοθετικού πλαισίου, κατά την περίοδο 2002-2023 η ILGA World κατέγραψε περισσότερες από 80 περιπτώσεις εφαρμογής νομοθετικών διατάξεων κατά ΛΟΑΤΚΙ προσώπων, οι οποίες οδήγησαν σε συλλήψεις για λόγους που περιλάμβαναν συναινετικές ομοφυλοφιλικές σχέσεις, συμμετοχή σε υποτιθέμενους ομόφυλους γάμους, cross-dressing, ακόμη και περιπτώσεις κατά τις οποίες τα πρόσωπα θεωρήθηκε ότι «έμοιαζαν γκέι» [32],[33]. Στην ίδια έκθεση καταγράφονται πλείστα περιστατικά δίωξης λόγω θεωρούμενης ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς. [34]

 

Οι πληροφορίες αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθότι καταδεικνύουν ότι η εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας δεν περιορίζεται σε περιπτώσεις στις οποίες αποδεικνύεται η τέλεση συγκεκριμένης ομοφυλοφιλικής πράξης, αλλά επεκτείνεται και σε πρόσωπα στα οποία απλώς αποδίδεται ομοφυλοφιλική ταυτότητα ή συμπεριφορά.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με το EUAA Country Focus για τη Νιγηρία (2025), αστυνομικοί διαπράττουν συχνά καταχρήσεις εις βάρος ΛΟΑΤΚΙ προσώπων, περιλαμβανομένων συλλήψεων, απόπειρων εκβιασμού και ενεργειών που συνιστούν διακριτική μεταχείριση. [35],[36] Το 2024, η TIER τεκμηρίωσε 89 περιπτώσεις εκβιασμού, 118 περιστατικά παρενόχλησης και περισσότερες από 20 παράνομες κρατήσεις ΛΟΑΤΚΙ προσώπων από αστυνομικές αρχές. [37]

 

Ιδιαίτερα σοβαρό είναι και το ότι, σύμφωνα με το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, «ήταν σύνηθες μετά από συλλήψεις και κράτηση από την αστυνομία, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα να αντιμετωπίζουν βασανιστήρια και σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση για να εξαναγκαστούν να ομολογήσουν ότι είναι ομοφυλόφιλοι».[38]

 

Οι πληροφορίες αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του Αιτητή, καθότι ο κίνδυνος δεν είναι γι’ αυτόν αμιγώς υποθετικός. Έχει ήδη γίνει αποδεκτό ότι ο ίδιος περιήλθε στο παρελθόν στην προσοχή των νιγηριανών αστυνομικών αρχών εξαιτίας του πραγματικού ή αποδιδόμενου σε αυτόν σεξουαλικού προσανατολισμού του και ότι, στις 21.11.2021, συνελήφθη και κρατήθηκε μέχρι το επόμενο πρωί στο πλαίσιο αστυνομικής επέμβασης σε συγκέντρωση στην οποία συμμετείχαν ομοφυλόφιλοι φίλοι του. Το γεγονός ότι αφέθηκε ελεύθερος κατόπιν καταβολής χρημάτων από τον τότε σύντροφό του είναι επίσης συμβατό με τις διαθέσιμες πληροφορίες που καταγράφουν εκβιαστικές πρακτικές των αστυνομικών αρχών εις βάρος ΛΟΑΤΚΙ προσώπων.

 

Το γεγονός ότι μετά την απελευθέρωσή του ο Αιτητής παρέμεινε για περίπου δέκα μήνες στη Νιγηρία χωρίς να αποδειχθεί νέα σύλληψη, συγκεκριμένη κλήση ενώπιον αρχής ή ενεργός αναζήτησή του από την αστυνομία αποτελεί, ασφαλώς, στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμηθεί. Υπήρξε δε καθοριστικό για τη μη αποδοχή του ειδικότερου ισχυρισμού του περί ύπαρξης ενεργού εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης και συνεχιζόμενης αναζήτησής του από τις αρχές. Δεν εξαλείφει, όμως, τον μελλοντικό κίνδυνο που απορρέει από τον ίδιο τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, σε συνδυασμό με το αντικειμενικό πλαίσιο στη χώρα καταγωγής και την προηγούμενη προσωπική του εμπειρία. Η εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου δεν εξαρτάται από την απόδειξη ότι ο Αιτητής αναζητείται ήδη σήμερα ονομαστικά από τις αρχές, αλλά από το κατά πόσον υπάρχει εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε δίωξη σε περίπτωση επιστροφής του.

 

Πέραν του κινδύνου που προέρχεται από κρατικούς φορείς, οι επικαιροποιημένες πληροφορίες καταγράφουν και σοβαρή κακομεταχείριση από μη κρατικούς φορείς. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της EUAA για τη Νιγηρία, τα ΛΟΑΤΚΙ πρόσωπα αντιμετωπίζουν συχνή παρενόχληση από διαβάτες, συμμορίες νεαρών ανδρών και ομάδες αυτοπροστασίας γειτονιών, μέσω ρητορικής μίσους, λεκτικής κακοποίησης, σωματικών και σεξουαλικών επιθέσεων, επιθέσεων από όχλο και εκβιασμού. [39] Σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφεται ακόμη και θανατηφόρα βία. [40]

 

Οι διακρίσεις κατά των σεξουαλικών μειονοτήτων εξακολουθούν, εξάλλου, να είναι διάχυτες στη Νιγηρία, ενώ η ρητορική μίσους παραμένει συνήθης και τα θρησκευτικά και κοινωνικά πρότυπα ενισχύουν ομοφοβικές στάσεις.  [41],[42],[43]

 

Σημαντικό είναι επίσης ότι η αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου δεν μπορεί να στηριχθεί στην υπόθεση ότι ο Αιτητής θα μπορούσε να αποφύγει τον κίνδυνο αποκρύπτοντας τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ή επιδεικνύοντας «διακριτικότητα». Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-199/12, C-200/12 και C-201/12, X, Y και Z, το ΔΕΕ έκρινε ότι ο γενετήσιος προσανατολισμός αποτελεί χαρακτηριστικό τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα του προσώπου ώστε δεν πρέπει να απαιτείται από αυτό να τον αποκηρύξει. Η αξιολόγηση του κινδύνου πρέπει, συνεπώς, να γίνεται με βάση τη δυνατότητα του Αιτητή να ζήσει σύμφωνα με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό χωρίς να υποχρεώνεται να αποκρύπτει ή να περιορίζει ουσιώδεις εκφάνσεις της προσωπικής του ταυτότητας προς αποφυγή δίωξης.

 

Ως προς το απαιτούμενο επίπεδο του μελλοντικού κινδύνου, το ΔΕΕ, στην πολύ πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση C-440/25, Ebilum, διευκρίνισε ότι η διαπίστωση βάσιμου φόβου δίωξης προϋποθέτει, κατόπιν ατομικής, συγκεκριμένης και αντικειμενικής αξιολόγησης της προσωπικής κατάστασης του αιτητή και του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, την ύπαρξη εύλογης πιθανότητας (reasonable likelihood) επέλευσης του επικαλούμενου κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής. Δεν απαιτείται, συνεπώς, βεβαιότητα ότι η δίωξη θα επέλθει, ενώ, αντιστρόφως, η απλή θεωρητική δυνατότητα επέλευσής της δεν αρκεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ύπαρξη προηγούμενης σύλληψης και κράτησης αποκτά ιδιαίτερο αποδεικτικό βάρος στη μελλοντοστραφή αξιολόγηση, δεδομένου ότι αποτελεί προσωπική εμπειρία κρατικής παρέμβασης συνδεόμενης με το ίδιο ακριβώς χαρακτηριστικό που εξακολουθεί να φέρει ο Αιτητής κατά τον χρόνο της δικαστικής κρίσης. Προς τούτο συνεκτιμάται ότι το γενικό πλαίσιο στη Νιγηρία δεν έχει μεταβληθεί κατά τρόπο που να αίρει τον σχετικό κίνδυνο· αντιθέτως, οι πιο πρόσφατες διαθέσιμες πληροφορίες εξακολουθούν να καταγράφουν εφαρμογή της ποινικής νομοθεσίας, αστυνομικές καταχρήσεις και σοβαρή κοινωνική βία εις βάρος ΛΟΑΤΚΙ προσώπων.

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω, και λαμβάνοντας σωρευτικά υπόψη την ιδιότητα του Αιτητή ως ομοφυλόφιλου άνδρα, την προηγούμενη προσωπική του εμπειρία σύλληψης και κράτησης λόγω πραγματικού ή αποδιδόμενου σε αυτόν σεξουαλικού προσανατολισμού, την πραγματική εφαρμογή της σχετικής ποινικής νομοθεσίας, τις καταγεγραμμένες καταχρήσεις των αστυνομικών αρχών και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον βίας και στιγματισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται εύλογη πιθανότητα, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, να εκτεθεί εκ νέου σε σύλληψη, κράτηση, αστυνομική παρενόχληση, εκβιασμό ή/και άλλες μορφές σοβαρής κακομεταχείρισης λόγω του πραγματικού ή αποδιδόμενου σε αυτόν σεξουαλικού προσανατολισμού, καθώς και σε σοβαρές πράξεις βίας ή κακομεταχείρισης από μη κρατικούς φορείς.

 

3. Πράξεις δίωξης

 

Διαπιστωθείσας της ύπαρξης εύλογης πιθανότητας έκθεσης του Αιτητή στην ανωτέρω μεταχείριση, πρέπει ακολούθως να εξεταστεί κατά πόσο η μεταχείριση αυτή, λόγω της φύσης ή της έντασής της, εμπίπτει στην έννοια των πράξεων δίωξης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, πράξη θεωρείται ως πράξη δίωξης όταν είναι αρκούντως σοβαρή, λόγω της φύσης ή της επανάληψής της, ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή όταν συνίσταται σε σώρευση διαφόρων μέτρων, περιλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να θίγει το άτομο κατά ανάλογο τρόπο. Στις πράξεις αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, νομικά, διοικητικά, αστυνομικά ή δικαστικά μέτρα τα οποία εισάγουν διακρίσεις αφ’ εαυτών ή εφαρμόζονται κατά τρόπο που εισάγει διακρίσεις.

 

Συναφώς, το ΔΕΕ, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-199/12, C-200/12 και C-201/12, X, Y και Z, διέκρινε μεταξύ της απλής ύπαρξης νομοθεσίας που ποινικοποιεί ομοφυλοφιλικές πράξεις και της πραγματικής εφαρμογής ποινής στερητικής της ελευθερίας. Έκρινε ότι η απλή ποινικοποίηση δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, πράξη δίωξης, ενώ ποινή φυλάκισης η οποία προβλέπεται για ομοφυλοφιλικές πράξεις και εφαρμόζεται πράγματι στη χώρα καταγωγής συνιστά δυσανάλογη ή μεροληπτική κύρωση και, ως εκ τούτου, πράξη δίωξης.

 

Εν προκειμένω, από την προηγηθείσα εξέταση προέκυψε ότι στη Νιγηρία δεν υφίσταται απλώς ποινικό νομοθετικό πλαίσιο εις βάρος των ομόφυλων σχέσεων, αλλά καταγράφεται και εφαρμογή του μέσω συλλήψεων, κρατήσεων και ποινικών διαδικασιών, καθώς και καταχρηστική συμπεριφορά αστυνομικών αρχών εις βάρος ΛΟΑΤΚΙ προσώπων. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε εύλογη πιθανότητα ο συγκεκριμένος Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής, να εκτεθεί σε σύλληψη, κράτηση, αστυνομική παρενόχληση, εκβιασμό ή άλλες μορφές σοβαρής κακομεταχείρισης, καθώς και σε σοβαρές πράξεις βίας από μη κρατικούς φορείς.

 

Η μεταχείριση αυτή, εξεταζόμενη τόσο αυτοτελώς όσο και σωρευτικά και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή και της προηγούμενης σύλληψης και κράτησής του λόγω του πραγματικού ή αποδιδόμενου σε αυτόν σεξουαλικού προσανατολισμού, έχει την απαιτούμενη σοβαρότητα ώστε να εμπίπτει στην έννοια των πράξεων δίωξης κατά το άρθρο 9 του Κανονισμού 2024/1347.

 

Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μεταχείριση στην οποία υπάρχει εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία συνιστά πράξη δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

 

4.      Λόγος δίωξης – Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα

 

Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον ο διαπιστωθείς κίνδυνος δίωξης συνδέεται με έναν από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στη Σύμβαση της Γενεύης λόγους δίωξης.

 

Συναφώς, το άρθρο 10(1)(δ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 προβλέπει ότι η έννοια της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας περιλαμβάνει, ιδίως, την ιδιότητα μέλους ομάδας της οποίας τα μέλη έχουν ή θεωρούνται ότι έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τα αποκηρύξει, και η οποία έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, επειδή γίνεται αντιληπτή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο ως διαφορετική. Η ίδια διάταξη προβλέπει περαιτέρω ότι, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής, η έννοια της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας περιλαμβάνει τη συμμετοχή σε ομάδα που βασίζεται σε κοινό χαρακτηριστικό γενετήσιου προσανατολισμού.

 

Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-199/12 έως C-201/12, X, Y και Z, το ΔΕΕ έκρινε ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός συνιστά χαρακτηριστικό τόσο θεμελιώδες για την ταυτότητα ενός προσώπου, ώστε αυτό να μην πρέπει να αναγκάζεται να τον αποκηρύξει. Περαιτέρω, έκρινε ότι η ύπαρξη ποινικής νομοθεσίας η οποία στοχεύει ειδικώς τα ομοφυλόφιλα πρόσωπα ενισχύει τη διαπίστωση ότι τα πρόσωπα αυτά αποτελούν διακριτή ομάδα, η οποία γίνεται αντιληπτή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο ως διαφορετική.

 

Περαιτέρω, το άρθρο 10(3) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 προβλέπει ότι, κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης, δεν μπορεί ευλόγως να αναμένεται από αυτόν να προσαρμόσει ή να μεταβάλει τη συμπεριφορά, τις πεποιθήσεις ή την ταυτότητά του ή να απέχει από ορισμένες πρακτικές, όταν η συμπεριφορά, οι πεποιθήσεις ή οι πρακτικές αυτές είναι εγγενείς στην ταυτότητά του, προκειμένου να αποφύγει τον κίνδυνο δίωξης. Η ρύθμιση αυτή αποτυπώνει, ως προς τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την αρχή που είχε ήδη διατυπωθεί στην X, Y και Z, κατά την οποία δεν μπορεί να αναμένεται από αιτητή διεθνούς προστασίας να αποκρύπτει την ομοφυλοφιλία του ή να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση στην έκφραση του σεξουαλικού του προσανατολισμού προκειμένου να αποφύγει τη δίωξη στη χώρα καταγωγής του.

 

Οι προϋποθέσεις του άρθρου 10(1)(δ) πληρούνται εν προκειμένω. Ο Αιτητής μοιράζεται με τους λοιπούς ομοφυλόφιλους άνδρες στη Νιγηρία το κοινό χαρακτηριστικό του σεξουαλικού προσανατολισμού, το οποίο αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητάς του. Παράλληλα, το ειδικό ποινικό νομοθετικό πλαίσιο που αφορά τις σχέσεις μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου, η εφαρμογή του από τις αρχές, καθώς και το εκτεταμένο κοινωνικό στίγμα και η εχθρική μεταχείριση που αντιμετωπίζουν τα ομοφυλόφιλα πρόσωπα καταδεικνύουν ότι οι ομοφυλόφιλοι άνδρες στη Νιγηρία διαθέτουν ιδιαίτερη ταυτότητα, καθότι γίνονται αντιληπτοί από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο ως διαφορετική ομάδα.

 

Κατά την εκτίμηση δε του μελλοντικού κινδύνου δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση η παραδοχή ότι ο Αιτητής θα μπορούσε, επιστρέφοντας στη Νιγηρία, να αποφύγει τη δίωξη αποκρύπτοντας τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ή περιορίζοντας την έκφρασή του. Η αξιολόγηση του κινδύνου πρέπει να διενεργείται με βάση την πραγματική ταυτότητα του Αιτητή και χωρίς να απαιτείται από αυτόν συμπεριφορά ασύμβατη με χαρακτηριστικό θεμελιώδες για την ταυτότητά του.

 

Ως εκ τούτου, ο Αιτητής ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ο δε διαπιστωθείς βάσιμος φόβος δίωξης συνδέεται άμεσα με την ιδιότητά του αυτή. Πληρούται, συνεπώς, ο απαιτούμενος σύνδεσμος μεταξύ των πράξεων δίωξης και του λόγου δίωξης που συνίσταται στην ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, κατά την έννοια του άρθρου 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης.

 

5.    Φορείς δίωξης

 

Ως προς τους φορείς δίωξης, το άρθρο 6 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 προβλέπει ότι η δίωξη ή η σοβαρή βλάβη μπορεί να προέρχεται, μεταξύ άλλων, από το κράτος, καθώς και από μη κρατικούς φορείς, εφόσον αποδεικνύεται ότι οι φορείς προστασίας που αναφέρονται στο άρθρο 7(1) του ίδιου Κανονισμού δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία έναντι της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης.

 

Στην παρούσα περίπτωση, ο κίνδυνος δίωξης προέρχεται πρωτίστως από κρατικούς φορείς, καθότι η ίδια η νιγηριανή έννομη τάξη ποινικοποιεί συμπεριφορές συνδεόμενες με ομόφυλες σχέσεις, ενώ οι διαθέσιμες πληροφορίες καταγράφουν συλλήψεις, κρατήσεις, εκβιασμούς και κακομεταχείριση ΛΟΑΤΚΙ προσώπων από αστυνομικές και άλλες κρατικές αρχές. Η κρατική διάσταση του κινδύνου δεν είναι, εξάλλου, αφηρημένη για τον συγκεκριμένο Αιτητή, αφού έχει ήδη γίνει αποδεκτό ότι ο ίδιος συνελήφθη και κρατήθηκε από την αστυνομία λόγω του πραγματικού ή αποδιδόμενου σε αυτόν σεξουαλικού προσανατολισμού.

 

Παράλληλα, κίνδυνος δίωξης δύναται να προέρχεται και από μη κρατικούς φορείς, περιλαμβανομένων μελών της κοινωνίας ή του οικογενειακού περιβάλλοντος, δεδομένου ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες καταγράφουν σωματική και σεξουαλική βία, επιθέσεις όχλου, εκβιασμούς, παρενόχληση και άλλες σοβαρές πράξεις κατά ΛΟΑΤΚΙ προσώπων. Στην περίπτωση τέτοιων μη κρατικών φορέων, κρίσιμο είναι, κατά τα άρθρα 6(γ) και 7 του Κανονισμού, κατά πόσον το κράτος είναι σε θέση και προτίθεται να παράσχει αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία έναντι των πράξεων αυτών.

 

6.      Δυνατότητα κρατικής προστασίας

 

Η δυνατότητα παροχής προστασίας έναντι της δίωξης πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, σύμφωνα με το οποίο η προστασία πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή. Τέτοια προστασία θεωρείται ότι παρέχεται όταν οι φορείς προστασίας λαμβάνουν εύλογα μέτρα για την αποτροπή της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, μεταξύ άλλων μέσω της λειτουργίας αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τη διερεύνηση, δίωξη και τιμωρία πράξεων που συνιστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη, και όταν ο αιτητής έχει πρόσβαση στην προστασία αυτή.

 

Στην περίπτωση του Αιτητή, ωστόσο, το ίδιο το κράτος αποτελεί, κατά τα ήδη διαπιστωθέντα, φορέα δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 6(α) του Κανονισμού. Η ίδια η έννομη τάξη της Νιγηρίας ποινικοποιεί συμπεριφορές συνδεόμενες με ομόφυλες σχέσεις, ενώ οι διαθέσιμες πληροφορίες καταγράφουν εμπλοκή αστυνομικών και άλλων κρατικών αρχών σε συλλήψεις, κρατήσεις, εκβιασμούς και κακομεταχείριση ΛΟΑΤΚΙ προσώπων. Στην περίπτωση δε του ίδιου του Αιτητή έχει γίνει αποδεκτό ότι αυτός συνελήφθη και κρατήθηκε από την αστυνομία λόγω του πραγματικού ή αποδιδόμενου σε αυτόν σεξουαλικού προσανατολισμού.

 

Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί ευλόγως να αναμένεται από τον Αιτητή να αναζητήσει προστασία από τις ίδιες κρατικές αρχές από τις οποίες προέρχεται μέρος του διαπιστωθέντος κινδύνου δίωξης. Η εμπλοκή κρατικών αρχών στον κίνδυνο αυτό υπονομεύει, περαιτέρω, τη δυνατότητα πραγματικής προσφυγής σε αυτές για προστασία έναντι πράξεων δίωξης προερχόμενων από μη κρατικούς φορείς. Δεν προκύπτει, συνεπώς, ότι ο Αιτητής θα είχε στη χώρα καταγωγής του πραγματική πρόσβαση σε προστασία η οποία να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 7 του Κανονισμού, ήτοι να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή.

 

7.    Δυνατότητα εσωτερικής προστασίας

 

Τέλος, δεν προκύπτει δυνατότητα εσωτερικής προστασίας του Αιτητή σε άλλο τμήμα της Νιγηρίας, κατά την έννοια του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Ειδικότερα, κατά την εν λόγω διάταξη, δυνατότητα εσωτερικής προστασίας μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται μόνον εφόσον, σε συγκεκριμένο τμήμα της χώρας καταγωγής, ο αιτητής δεν έχει βάσιμο φόβο δίωξης ή έχει πρόσβαση σε αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία έναντι αυτής, μπορεί δε να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός στην περιοχή αυτή με ασφάλεια και νομιμότητα και μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι θα εγκατασταθεί εκεί.

 

Οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται εν προκειμένω. Ο διαπιστωθείς κίνδυνος δεν προέρχεται από μεμονωμένο ιδιώτη ή από φορέα δίωξης περιορισμένης γεωγραφικής εμβέλειας, αλλά πρωτίστως από το ίδιο το κράτος. Το ποινικό νομοθετικό πλαίσιο που αφορά τις ομόφυλες σχέσεις έχει εθνική εμβέλεια, ενώ οι διαθέσιμες πληροφορίες περί συλλήψεων και κακομεταχείρισης από κρατικές αρχές, καθώς και περί κοινωνικού στιγματισμού και βίας κατά ΛΟΑΤΚΙ προσώπων, δεν περιορίζονται στην Asaba ή στην Πολιτεία Delta.

 

Ως εκ τούτου, δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένο τμήμα της Νιγηρίας στο οποίο ο Αιτητής θα μπορούσε να εγκατασταθεί χωρίς να εκτίθεται στον διαπιστωθέντα κίνδυνο λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού ή στο οποίο θα είχε πρόσβαση σε αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία. Η μετεγκατάστασή του σε άλλη περιοχή της χώρας, περιλαμβανομένων μεγάλων αστικών κέντρων, δεν αναιρεί τον βάσιμο φόβο δίωξης ούτε συνιστά, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, διαθέσιμη εναλλακτική εσωτερικής προστασίας.

 

8.    Συμπέρασμα ως προς το προσφυγικό καθεστώς

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φόβος δίωξης του Αιτητή είναι βάσιμος. Υφίσταται εύλογη πιθανότητα, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, να εκτεθεί σε μεταχείριση η οποία, λόγω της φύσης, της σοβαρότητας και, κατά περίπτωση, της σώρευσης των επιμέρους πράξεων, συνιστά δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Ο κίνδυνος αυτός συνδέεται άμεσα με τον σεξουαλικό προσανατολισμό του Αιτητή και, συνακόλουθα, με την ιδιότητά του ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ήτοι εκείνης των ομοφυλόφιλων ανδρών στη Νιγηρία, κατά την έννοια του άρθρου 10(1)(δ) του Κανονισμού. Υφίσταται, συνεπώς, ο απαιτούμενος σύνδεσμος μεταξύ των πράξεων δίωξης και του συγκεκριμένου λόγου δίωξης, όπως απαιτεί το άρθρο 9(3) του Κανονισμού. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής δύναται να τύχει αποτελεσματικής και μη προσωρινής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ούτε ότι υφίσταται δυνατότητα εσωτερικής προστασίας σε άλλο τμήμα της χώρας, κατά την έννοια του άρθρου 8 αυτού.

 

Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί πρόσφυγας κατά την έννοια του άρθρου 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και, ως εκ τούτου, δικαιούται τη χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κανονισμού.

 

ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 

Συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, τις διαθέσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του, τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και την εξατομικευμένη εκτίμηση του προσωπικού του προφίλ και των ιδιαίτερων περιστάσεών του, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης που διέπει το προσφυγικό δίκαιο, βάσιμο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία.

 

Ειδικότερα, έχει γίνει αποδεκτό ότι ο Αιτητής είναι ομοφυλόφιλος άνδρας και ότι έχει ήδη περιέλθει στην προσοχή των αστυνομικών αρχών της χώρας καταγωγής του λόγω του πραγματικού ή αποδιδόμενου σε αυτόν σεξουαλικού προσανατολισμού, έχοντας συλληφθεί και κρατηθεί στις 21–22.11.2021 στο πλαίσιο αστυνομικής επέμβασης σε συγκέντρωση στην οποία συμμετείχαν ομοφυλόφιλα πρόσωπα. Η προηγούμενη αυτή προσωπική εμπειρία, συνεκτιμώμενη με την πραγματική εφαρμογή στη Νιγηρία του ποινικού νομοθετικού πλαισίου κατά ΛΟΑΤΚΙ προσώπων, τις καταγεγραμμένες συλλήψεις, κρατήσεις και καταχρήσεις από αστυνομικές αρχές, καθώς και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον στιγματισμού και βίας, θεμελιώνει εύλογη πιθανότητα έκθεσης του Αιτητή σε πράξεις δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η δίωξη αυτή συνδέεται αιτιωδώς με έναν από τους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης και, συγκεκριμένα, με την ιδιότητα του Αιτητή ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ήτοι εκείνης των ομοφυλόφιλων ανδρών στη Νιγηρία, κατά την έννοια του άρθρου 10(1)(δ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός αποτελεί χαρακτηριστικό θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα του Αιτητή, ενώ το ειδικό ποινικό νομοθετικό πλαίσιο, η εφαρμογή του από τις αρχές και το ευρύτερο κοινωνικό στίγμα καταδεικνύουν ότι τα πρόσωπα αυτά γίνονται αντιληπτά από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο ως διακριτή ομάδα.

 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κίνδυνος δίωξης προέρχεται πρωτίστως από κρατικούς φορείς, κατά την έννοια του άρθρου 6(α) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ενώ δύναται να προέρχεται και από μη κρατικούς φορείς. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής δύναται να τύχει αποτελεσματικής και μη προσωρινής προστασίας από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, κατά την έννοια του άρθρου 7 του Κανονισμού, ιδίως εφόσον μέρος του διαπιστωθέντος κινδύνου προέρχεται από τις ίδιες τις κρατικές αρχές. Επιπλέον, δεν υφίσταται διαθέσιμη και εύλογη δυνατότητα εσωτερικής προστασίας σε άλλο τμήμα της Νιγηρίας, κατά την έννοια του άρθρου 8 του ίδιου Κανονισμού, δεδομένης της εθνικής εμβέλειας του σχετικού ποινικού νομοθετικού πλαισίου και της φύσης του διαπιστωθέντος κινδύνου.

 

Περαιτέρω, από το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να εγείρει ζήτημα εφαρμογής των λόγων αποκλεισμού από το καθεστώς πρόσφυγα που προβλέπονται στο άρθρο 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως πρόσφυγα κατά την έννοια του άρθρου 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και ότι, ως εκ τούτου, δικαιούται τη χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κανονισμού.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς την αιτούμενη υπό το στοιχείο (Α) του αιτητικού της θεραπεία, με έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας

 

Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 και ο Αιτητής αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας και δικαιούχος καθεστώτος πρόσφυγα δυνάμει των άρθρων 3(5) και 13 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] F.E.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, αρ. 6696/2021, ημερ. 10.06.2024, και A.N.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, αρ. 5143/2022, ημερ. 05.12.2025

[2]Βλ. σχετική ανάλυση επί του θέματος δικαστική έκδοση της EUAA με θέμα: "Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis", Second edition, February 2023, σ. 267-268.

[6] ILGA Database, Nigeria

https://database.ilga.org/nigeria-lgbti (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26.08.2026)

[7] Human Dignity Trust, Nigeria, τελευταία ενημέρωση 19 Φεβρουαρίου 2026

https://www.humandignitytrust.org/country-profile/nigeria/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26.08.2026)

[8] Equaldex, LGBT Rights in Nigeria

 https://www.equaldex.com/region/nigeria (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26.08.2026)

[9] ILGA Database, Nigeria, https://database.ilga.org/nigeria-lgbti; Human Dignity Trust, Nigeria, τελευταία ενημέρωση 19 Φεβρουαρίου 2026, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/nigeria/; National Legislative Bodies / National Authorities, Nigeria: Same Sex Marriage (Prohibition) Act, 2013, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/2013/en/19556 

(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26.08.2026)

 TIER, 2023 Human Rights Violations Report, σ. 10

https://drive.google.com/file/d/1j8oNMDFk_OTIcAn6jtwvImeeEonR3TeH/view 

[10] EUAA, Nigeria, Country Focus, November 2025, σ. 63

https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26.08.2026)

[11]  Freedom House, Freedom in the World 2025 – Nigeria

https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26.08.2026)

[12] CNN, Nigeria is trying 47 men arrested in a hotel under its anti-gay laws, 12 Δεκεμβρίου 2019, https://edition.cnn.com/2019/12/12/africa/nigeria-men-trial-anti-gay-law-intl/index.html & HRW, Nigerian Police Arrest Dozens for Alleged Gay Wedding, 30 August 2023, https://www.hrw.org/news/2023/08/30/nigerian-police-arrest-dozens-alleged-gay-wedding

[13] ILGA, Our identities under arrest: A global overview on the enforcement of laws criminalising consensual same sex sexual acts between adults and diverse gender expressions, 30 Νοεμβρίου 2023, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/12/Our_Identities_Under_Arrest_2023.pdf, σελ. 99 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[14] ILGA, Our identities under arrest: A global overview on the enforcement of laws criminalising consensual same sex sexual acts between adults and diverse gender expressions, 30 Νοεμβρίου 2023, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/12/Our_Identities_Under_Arrest_2023.pdf, σελ. 104-106 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[15] ILGA, Our identities under arrest: A global overview on the enforcement of laws criminalising consensual same sex sexual acts between adults and diverse gender expressions, 30 Νοεμβρίου 2023, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/12/Our_Identities_Under_Arrest_2023.pdf, σελ. 99-106 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[16] Human Dignity Trust, Nigeria, 19/03/2026, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/nigeria/; Context, LGBTQ+ Nigerians recount police abuses under ‘weaponised’ law, 03/03/2025, https://www.context.news/socioeconomic-inclusion/lgbtq-nigerians-recount-police-abuses-under-weaponised-law όπως παρατίθεται στο EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 63 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[17] Freedom House, Freedom in the World 2025 – Nigeria, 26/02/2025, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 όπως παρατίθεται στο EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 63 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[18] TIER, 2024 Human Rights Violations Report, Ιανουάριος 2025, https://theinitiativeforequalrights.org/wp-content/uploads/2025/01/Human-Rights-Violation-Report-2024.pdf, σελ. 24 όπως παρατίθεται στο EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 63 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[19] UNHRC, Summary of stakeholders’ submissions on Nigeria; Report of the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, 10 Νοεμβρίου 2023, https://documents.un.org/doc/undoc/gen/g23/232/17/pdf/g2323217.pdf, παρ. 23 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[20] No Strings, Gay-obsessed Nigerian pastor calls homosexuality a propaganda, 20 Φεβρουαρίου 2024, https://nostringsng.com/gay-obsessed-nigerian-pastor-homosexuality-propaganda/; Peace, A.E., A discursive attempt toward the political economy of homophobia in Nigeria, 12 Νοεμβρίου 2024, https://www.researchgate.net/profile/Eberechukwu-Akadinma/publication/385765331_A_discursive_attempt_toward_the_political_economy_of_homophobia_in_Nigeria/links/6736723c37496239b2bfea04/A-discursive-attempt-toward-the-political-economy-of-homophobia-in-Nigeria.pdf σελ. 5 όπως παρατίθεται στο EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 64 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[21] Pew    Research           Center,  "Global  views    of         same-sex          marriage           vary      widely", 27/11/2023, https://www.pewresearch.org/short-reads/2023/11/27/how-people-around-the-world-view-same-sex-marriage/ (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[22] CNN, A life in fear: The dangers of finding love online as a queer woman in Nigeria, 29 Ιανουαρίου 2024, https://edition.cnn.com/interactive/2024/01/africa/nigeria-gay-women-online-dangers-as-equals-intl-cmd/ όπως παρατίθεται στο EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 65 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[23] CNN, A life in fear: The dangers of finding love online as a queer woman in Nigeria, 29 Ιανουαρίου 2024, https://edition.cnn.com/interactive/2024/01/africa/nigeria-gay-women-online-dangers-as-equals-intl-cmd/; CHEVs and TIER, Rights Under Arrest, Impact of the SSMPA on LGBTQI+ Individuals and Organisations (A Decade of Resilience), 2024, https://theinitiativeforequalrights.org/wp-content/uploads/2024/10/25Jun24_Rights-Under-Arrest_-1.pdf σελ. 6 όπως παρατίθεται στο EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 65 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[25] Federal Medical Centre Asaba, Department of Internal Medicine

https://fmcasaba.org/home/department/14?

[27] European Commission, DG HOME, Paweł Pokorski, Transition from the Qualification Directive (QD) to the Qualification Regulation (QR), 29 January 2026, σ. 2 και 4.

[28] ILGA World, ILGA World, ILGA World Database: Criminalisation of consensual same-sex sexual acts – Nigeria, n.d., https://database.ilga.org/nigeria-lgbti (ημερομηνία πρόσβασης 12/06/2026)

[29] TIER, 2024 Human Rights Violations Report, Ιανουάριος 2025, https://theinitiativeforequalrights.org/wp-content/uploads/2025/01/Human-Rights-Violation-Report-2024.pdf, σελ. 13 (ημερομηνία πρόσβασης 12/06/2026)

[30] AI, Nigeria: Authorities must end witch hunt after more than 70 arrested for attending “gay party”, 25 Οκτωβρίου 2023, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2023/10/nigeria-authorities-must-end-witch-hunt-after-more-than-70-arrested-for-attending-gay-party/ & Reuters, Transgender Nigerians fear proposals to criminalise cross-dressing, 26 Σεπτεμβρίου 2022, https://www.reuters.com/article/idUSL8N2YT5EX/ (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[31] Outright International, Nigeria, Country Overview, 26/01/2026, https://outrightinternational.org/our-work/sub-saharan-africa/nigeria; EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 63 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[32] ILGA, Our identities under arrest: A global overview on the enforcement of laws criminalising consensual same sex sexual acts between adults and diverse gender expressions, 30 Νοεμβρίου 2023, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/12/Our_Identities_Under_Arrest_2023.pdf, σελ. 99 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[33] ILGA, Our identities under arrest: A global overview on the enforcement of laws criminalising consensual same sex sexual acts between adults and diverse gender expressions, 30 Νοεμβρίου 2023, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/12/Our_Identities_Under_Arrest_2023.pdf, σελ. 104-106 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[34] ILGA, Our identities under arrest: A global overview on the enforcement of laws criminalising consensual same sex sexual acts between adults and diverse gender expressions, 30 Νοεμβρίου 2023, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/12/Our_Identities_Under_Arrest_2023.pdf, σελ. 99-106 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[35] Human Dignity Trust, Nigeria, 19/03/2026, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/nigeria/; Context, LGBTQ+ Nigerians recount police abuses under ‘weaponised’ law, 03/03/2025, https://www.context.news/socioeconomic-inclusion/lgbtq-nigerians-recount-police-abuses-under-weaponised-law όπως παρατίθεται στο EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 63 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[36] Freedom House, Freedom in the World 2025 – Nigeria, 26/02/2025, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 όπως παρατίθεται στο EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 63 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[37] TIER, 2024 Human Rights Violations Report, Ιανουάριος 2025, https://theinitiativeforequalrights.org/wp-content/uploads/2025/01/Human-Rights-Violation-Report-2024.pdf, σελ. 24 όπως παρατίθεται στο EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 63 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[38] UNHRC, Summary of stakeholders’ submissions on Nigeria; Report of the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, 10 Νοεμβρίου 2023, https://documents.un.org/doc/undoc/gen/g23/232/17/pdf/g2323217.pdf, παρ. 23 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[39] TIER, 2024 Human Rights Violations Report, Ιανουάριος 2025, https://theinitiativeforequalrights.org/wp-content/uploads/2025/01/Human-Rights-Violation-Report-2024.pdf σελ. 22 όπως παρατίθεται στο EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 64 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[40] EEAS, 2024 Annual Report on Human Rights and Democracy in the World (country profiles) 22/05/2025, https://www.eeas.europa.eu/sites/default/files/documents/2025/2024%20Human%20Rights%20and%20Democracy%20in%20the%20World%20%28country%20reports%29v2_0.pdf σελ. 127 όπως παρατίθεται στο EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 64 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[41] CNN, A life in fear: The dangers of finding love online as a queer woman in Nigeria, 29 January 2024, https://edition.cnn.com/interactive/2024/01/africa/nigeria-gay-women-online-dangers-as-equals-intl-cmd/ ; TIER, 2024 Human Rights Violations Report, January 2025, https://theinitiativeforequalrights.org/wp-content/uploads/2025/01/Human-Rights-Violation-Report-2024.pdf , σελ. 12 όπως παρατίθεται στο EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 64 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[42] No Strings, Gay-obsessed Nigerian pastor calls homosexuality a propaganda, 20 Φεβρουαρίου 2024, https://nostringsng.com/gay-obsessed-nigerian-pastor-homosexuality-propaganda/; Peace, A.E., A discursive attempt toward the political economy of homophobia in Nigeria, 12 Νοεμβρίου 2024, https://www.researchgate.net/profile/Eberechukwu-Akadinma/publication/385765331_A_discursive_attempt_toward_the_political_economy_of_homophobia_in_Nigeria/links/6736723c37496239b2bfea04/A-discursive-attempt-toward-the-political-economy-of-homophobia-in-Nigeria.pdf σελ. 5 όπως παρατίθεται στο EUAA, COI Report – Nigeria: Country Focus, 03/11/2025 https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1 σελ. 64 (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)

[43] Pew    Research           Center,  "Global  views    of         same-sex          marriage           vary      widely", 27/11/2023, https://www.pewresearch.org/short-reads/2023/11/27/how-people-around-the-world-view-same-sex-marriage/ (ημερομηνία πρόσβασης 14/05/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο