ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 1120/2025
28 Σεπτεμβρίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.T.M. από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και τώρα στην Λευκωσία
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας , Υπηρεσία Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Αγγελική Λαζάρου, Δικηγόρος για τον Αιτητή
Άρτεμις Πάλλη, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 27/03/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε την 11/04/2025, και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και στις 11/12/2013 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. (ερ.58, ερ.1-4 του Δ.Φ.). Σύμφωνα με την υπηρεσία Αλλοδαπών Λάρνακας ο Αιτητής είχε συλληφθεί στις 05/11/2013 στο αεροδρόμιο Λάρνακας, στην προσπάθειά του να ταξιδέψει με το υπ’ αριθμό 06ΧΧΧΧΧΧΧ πλαστό γαλλικό διαβατήριο και του επιβλήθηκε εξάμηνη ποινή φυλάκισης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (ερ.5 του Δ.Φ.).
Στις 29/04/2014, ο Αιτητής προσήλθε στα γραφεία της Υπηρεσίας Ασύλου στη Λευκωσία, για την πραγματοποίηση συνέντευξης ενώπιον λειτουργού της Υπηρεσίας με την συνδρομή Γαλλόφωνου διερμηνέα, για την διερεύνηση των λόγων για τους οποίους αιτείτο διεθνή προστασία κατά την οποία ισχυρίσθηκε ότι επρόκειτο για ασυνόδευτο ανήλικο(ερ. 6-9 του Δ.Φ.).
Ο συνήγορος του Αιτητή απέστειλε στις 21/05/2014 επιστολή προς την υπηρεσία Ασύλου και το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (Ερ. 12-14 του Δ.Φ.), στην οποία επισύναπτε αντίγραφο πιστοποιητικού γέννησης του, με την οποία αιτείτο την αποφυλάκισή του λόγω της επικαλούμενης ανηλικότητας (ερ. 20-11, μετάφραση 20-22 του Δ.Φ). Στις 03/06/2014 ο Αιτητής διεξήχθη σε προσωπική συνέντευξη από λειτουργό της υπηρεσίας Ασύλου, με παρουσία λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας και με συνδρομή Γαλλόφωνου διερμηνέα (ερ.23-26 του Δ.Φ).
Με επιστολή της η Υπηρεσία Ασύλου στις 08/07/2014 προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης εισηγείτο την απελευθέρωση του Αιτητή σύμφωνα με την παράγραφο 4(γ) του άρθρου 7 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000-2014, καθώς από τις δύο πρώτες συνεντεύξεις του και από το προσκομισθέν πιστοποιητικό γέννησης, προέκυπτε ότι ήταν ανήλικος (ερ.40 του Δ.Φ.).
Στις 11/05/2015 ο Αιτητής προσήλθε στα γραφεία της Υπηρεσίας Ασύλου στην Λευκωσία, για την πραγματοποίηση συνέντευξης ενώπιον της λειτουργού της Υπηρεσίας με την συνδρομή γαλλόφωνου διερμηνέα, στο τέλος της οποίας συναίνεσε να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό της ηλικίας του (ερ.61-62 του Δ.Φ.). Σύμφωνα με την εκτίμηση του Τμήματος Οδοντιατρικών Υπηρεσιών Λευκωσίας, ημερομηνίας 05/06/2015 ο Αιτητής κρίθηκε ως ενήλικας (ερ.64-65 του Δ.Φ).
Στη συνέχεια και δη, την 01/09/2015 ο Αιτητής προσήλθε στα γραφεία της Υπηρεσίας Ασύλου στη Λευκωσία, για την πραγματοποίηση συνέντευξης ενώπιον λειτουργού της υπηρεσίας και με την συνδρομή γαλλόφωνου διερμηνέα για τη διερεύνηση των λόγων για τους οποίους αιτείτο διεθνούς προστασίας. Στην έναρξη της συνέντευξης ενημερώθηκε για τα αποτελέσματα της διαδικασίας προσδιορισμού της ηλικίας του, σύμφωνα με τα οποία κρίθηκε ως ενήλικας και θα έπρεπε να αναχωρήσει από τη δομή φιλοξενίας ανηλίκων στην οποία διέμενε (ερ. 66-69 του Δ.Φ.).
Στις 18/09/2015, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση/ Εισήγηση με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή. Στις 28/09/2015 ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς καθώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 για αναγνώριση του ως πρόσφυγας ή και του άρθρου 19(1) για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας (ερ. 76-79 του Δ.Φ.).
Στις 20/01/2016 ο Αιτητής μέσω του συνηγόρου του καταχώρησε διοικητική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή προσφύγων, εναντίων της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου (ερ.91-92 του Δ.Φ.). Στη συνέχεια, ο νομικός εκπρόσωπος του Αιτητή κατέθεσε γραπτή αγόρευση προς την Αναθεωρητική Αρχή προσφύγων με ημερομηνία 16/11/2016, κατά την οποία συγκεκριμενοποιούσε περαιτέρω τους λόγους της προσφυγής (ερ. 68-71 και μετάφραση 94-112 του Δ.Φ.). Η εκκρεμούσα προσφυγή του Αιτητή μεταφέρθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου, ως έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με το Άρθρο 33 του Περί προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν.6111/2000), ούτως ώστε να εξεταστεί από τον Προϊστάμενο ως να του είχε υποβληθεί ως ένσταση κατά της αρχικής αρνητικής του απόφασης. Με την κατάργησή της, η Αναθεωρητική Αρχή προσφύγων, απέστειλε επιστολή στον Αιτητή ημερομηνίας 18/12/2020, πληροφορώντας τον ότι η εκκρεμούσα διοικητική προσφυγή θα εξεταζόταν ως υποβολή ένστασης από την Υπηρεσία Ασύλου (Ερ.115 του Δ.Φ.). Στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίσης ένστασης η Υπηρεσία ασύλου επέδωσε στις 23/05/2023 επιστολή στον Αιτητή ημερομηνίας 17/05/2023, με την οποία τον καλούσε όπως προσκομίσει επιπρόσθετα υποστηρικτικά στοιχεία/λόγους ένστασης, γεγονός το οποίο έπραξε (ερ. 93-99, ερ.109-110 του Δ.Φ.).
Στις 30/06/2023, εγκρίθηκε η απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τον Περί Προσφύγων Νόμο 2000, περί της απόφασης επί της διοικητικής προσφυγής ένστασης και επιδόθηκε η απόφαση στον Αιτητή με ημερομηνία 10/07/2023 ερ. 184-209). Στη συνέχεια, ο συνήγορος του Αιτητή κατέθεσε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς προστασίας με αριθμό υπόθεσης 2667/2023, ημερομηνίας 16/08/2023, κατά την οποία συγκεκριμενοποιούσε τους λόγους της προσφυγής (ερ.210-217 του Δ.Φ.). Ακολούθως, η Υπηρεσία Ασύλου με ημερομηνία 16/02/24, μέσω της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ανακάλεσε την απόφασή της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή διεθνούς προστασίας καθώς δεν είχε εντοπιστεί ο διοικητικός φάκελος (αρ.διοικητικού φακέλου F13-00892), ο οποίος συνδέεται με την υπόθεση ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας υπ' αριθμόν ΔΔΠ2667/2023 (ερ. 218-228).
Στις 16/02/2024 κοινοποιήθηκε η απόφαση ανάκλησης προσφυγής στον Αιτητή στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα την οποία επιβεβαίωσε ότι κατανοεί και την οποία υπέγραψε (ερ.231 του Δ.Φ.). Η προσφυγή 2667/23 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με έξοδα 300 Ευρώ υπέρ του Αιτητή στις 21/02/2023 (ερ.232-233).
Στις 07/03/2025, ο Αιτητής κλήθηκε εκ νέου από την Υπηρεσία ασύλου, ώστε να παραστεί σε συνέντευξη προγραμματισμένη στις 13/03/2025 και να εξεταστεί εκ νέου η τελευταία αίτηση του Αιτητή που είχε υποβάλει.
Στις 13/03/2025 διεξήχθη η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και στις 26/03/2025 ετοιμάσθηκε έκθεση και εισήγηση προς τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Αύλου.
Στις 27/03/2025 ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Στις 11/04/2025 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, αυθημερόν κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί.
Στη συνέχεια, στις 07/05/2025 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού δικογράφου της αίτησης, προβάλλει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα.
Κατά τη γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση τελεί υπό πλάνη περί τα πράγματα, έχει ληφθεί χωρίς προηγούμενη δέουσα έρευνα ενώ επιπλέον στερείται επαρκούς αιτιολογίας, καταπατά δε τις αρχές της ίσης μεταχείρισης. Τέλος προωθεί ότι δεν ακολουθήθηκε η ορθή και/ή νόμιμη διαδικασία κατά τη διεκπεραίωση της συνέντευξης καθώς ως ισχυρίζεται διεξήχθη σε μη κατανοητή για τον Αιτητή γλώσσα.
Οι Καθ' ων η αίτηση με την ένσταση και την αγόρευση τους προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη, λήφθηκε δε σύμφωνα με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη σχετική νομοθεσία, τους εκδοθέντες Κανονισμούς καθώς και με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας των Καθ' ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Παράλληλα κατά τη γραπτή τους αγόρευση, υποστηρίζουν ότι οι λόγοι ακυρώσεως δεν εγείρονται σύμφωνα με το άρθρο 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Η συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Ωστόσο η συνήγορος απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς πλην τον ισχυρισμό περί ελλιπούς δέουσας έρευνας.
Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς χαρακτηρίζονται οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
Σε αυτό το σημείο, το Δικαστήριο αναφέρει ό,τι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024 (στο εξής «Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347»), ο οποίος αντικαθιστά την Οδηγία 2011/95/ΕΕ και ρυθμίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας, εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, από την 1η Ιουλίου 2026.
Συνεπώς, κατά την εξέταση της ανάγκης για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις του, ως ήδη εφαρμοστέες κατά το χρόνο της παρούσας κρίσης. Ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης επικουρικής προστασίας, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, διατηρεί, κατ’ ουσίαν, τα βασικά κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα που προέβλεπαν η Οδηγία 2011/95/ΕΕ και οι αντίστοιχες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000-2025.
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Καταρχάς το παρόν Δικαστήριο και σε σχέση με τα πιο πάνω θα εξετάσει την παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τα δεδομένα που έχει ενώπιόν του κατά τον κρίσιμο χρόνο που θα εκδώσει την απόφαση του.
Όσον αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα αυτή είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Περαιτέρω, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. THE REPUBLIC OF CYPRUS (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Γιαλλουρίδη κ.α., Αναθεωρητικές Εφέσεις 868 και 869, ημερομηνίας 13.12.90).».
Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξής του, ο Αιτητής, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά της επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση της είναι αληθή.
Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με την Αιτήτρια όλες τις πτυχές των ισχυρισμών της και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ, γεννηθείς το 1989 στη περιοχή Goma. Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του με πλαστό διαβατήριο και εισήλθε στης ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και συγκεκριμένα στο αεροδρόμιο της επαρχίας Πάφου, στις 19/10/2013 κάνοντας χρήση πλαστού διαβατηρίου.
Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατούσε στη περιοχή Goma.
Κατά τη πρώτη του συνέντευξη ημερομηνίας 29/04/2014 ως προς τα προσωπικά του στοιχεία ανέφερε ότι είναι γεννηθείς το 1998 και λανθασμένα κατέγραψε ημερομηνία γεννήσεως το 1989 κατά τη καταγραφή του αιτήματός του.
Λόγω των ανωτέρω ασυνεπειών και των διαθέσιμων στοιχείων σχετικά με την ηλικία του, ο Αιτητής ενημερώθηκε ότι θα πρέπει να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση εκτίμησης ηλικίας για την οποία παρείχε τη γραπτή του συγκατάθεση (ερ. 62 του Δ.Φ.).
Ωστόσο διενεργήθηκαν ιατρικές εξετάσεις για την αξιολόγηση του ισχυρισμού του σχετικά με την ανηλικότητα του οι οποίες όπως κατέδειξαν σύμφωνα με την εν λόγω ιατρική έκθεση ημερ. 5/6/2025 ο Αιτητής κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ενήλικος (ερ. 64 Δ.Φ.).
Ανέφερε ως τελευταίο τόπο διαμονής της πόλη Goma, όπου διέμενε με τη πατρική του οικογένεια καθώς ο πατέρα τους ήταν στρατιώτης.
Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη τέταρτη τάξη της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ωστόσο ο πατέρας του απεβίωσε στις 02/07/2013 και ο ίδιος αναγκάσθηκε να διακόψει την εκπαίδευσή του.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο πατέρας του τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου και εν ώρα υπηρεσίας. Περίπου δύο εβδομάδες αργότερα, αφού επέστρεψε στην οικία τους, απεβίωσε συνεπεία των τραυμάτων που είχε υποστεί.
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε δύο κύριους λόγους. Ο πρώτος αφορούσε την επικρατούσα εμπόλεμη κατάσταση στην περιοχή όπου διέμενε, ενώ, ως δεύτερο λόγο, ανέφερε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, στερήθηκε του οικογενειακού υποστηρικτικού του δικτύου, καθώς η οικογένεια του πατέρα του τον εγκατέλειψε και οικειοποιήθηκε το σύνολο της περιουσίας του.
Αναφορικά με τη μητέρα του ανέφερε ότι ασθενεί καθώς δεν μπορεί να περπατήσει και διαμένει στη περιφέρεια Gatanka, στη πόλη Kisamganie, West Congo, με τη θεία του. Επιπλέον ανέφερε ότι έχει μία μικρότερη αδελφή η οποία διαμένει με τη γιαγιά τους.
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις ανέφερε ότι η οικογένεια του πατέρα του, τον απείλησε εξαιτίας της περιουσίας που θα κληρονομούσε ο Αιτητής μετά το θάνατο του πατέρα του και για τον λόγο αυτό εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Ανέφερε ότι δεν μπορούσε να μετοικήσει με τη μητέρα του ή τη γιαγιά του καθώς ανήκαν με την οικογένεια του πατέρα του. Επιπλέον δήλωσε ότι κατήγγειλε τις απειλές στην αστυνομία ωστόσο τον ενημέρωσαν ότι αφού το ζήτημα είναι οικογενειακό και δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. Διευκρίνισε δε ότι σύμφωνα με την διαθήκη του πατέρα του, ήταν ο μόνος δικαιούχος της περιουσίας του.
Ερωτηθείς τι θα μπορούσε να του συμβεί σε περίπτωση επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι η οικογένεια του πατέρα του θα τον αναζητήσει ενώ δεν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρα καταγωγής του καθώς δεν μπορεί να διαμείνει σε περιοχή που ο ίδιος δεν έχει καταγωγή.
Επιπλέον ανέφερε δεν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του μόνος του αλλά διέφυγε στην Ουγκάντα με αρκετούς συμπατριώτες του, εξαιτίας του πολέμου στην περιοχή καταγωγής του.
Σε επιπλέον διευκρινιστικές ερωτήσεις ο Αιτητής ανέφερε ότι μετά τον πόλεμο υπήρχαν πληθώρα προσφύγων, ενώ όταν επέστρεψε ο πατέρας του στην οικία τους από τον πόλεμο, ο ίδιος προσπάθησε να εγγραφεί ως πρόσφυγας και στη συνέχεια διέφυγε στην Ουγκάντα στις 05/10/2013. Έπειτα προσπάθησε να διαφύγει και από την Ουγκάντα και με κάποια χρήματα του πατέρα του και με βοήθεια κάποιου προσώπου, έλαβε σχετικά ταξιδιωτικά έγγραφα για να εισέλθει στη Κυπριακή Δημοκρατία.
Ερωτηθείς εκ νέου τι ενδέχεται να του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του ο Αιτητής ανέφερε ότι η οικογένεια του πατέρα του θα λάβει την περιουσία του ενώ στο τόπο διαμονής του επικρατεί πόλεμος. Ανέφερε ότι κατά τη περίοδο της συνέντευξης του δεν επικρατούσε πόλεμος στη περιοχή καταγωγής του, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι κάθε χρόνο αντιμετωπίζουν προβλήματα εξαιτίας του πολέμου (ερ. 9-6 του Δ.Φ.).
Κατά τη διάρκεια της δεύτερής του συνέντευξης ημερομηνίας 03/06/2014 ο Αιτητής προσκόμισε πιστοποιητικό γεννήσεως σύμφωνα με το οποίο αναγράφει την ημερομηνία γεννήσεως του ως την 01/05/1988. Σε επισυναπτόμενη στο πιστοποιητικό γεννήσεως, δικαστική βεβαίωση αναγράφει ως ημερομηνία γεννήσεως του την 01/05/1998.
Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι έλαβε το εν λόγω πιστοποιητικό γεννήσεως από τη μητέρα του είναι δε αυθεντικό. Κληθείς να αποσαφηνίσει τις δύο διαφορετικές ημερομηνίες γεννήσεως που αναγράφονται σε αυτό ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι γεννηθείς το 1998 και αυτό αναγράφεται και στη φοιτητική του ταυτότητα.
Ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι φοίτησε σε σχολείο στην πόλη Goma της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, στην περιοχή Kisenge. Δήλωσε ότι ξεκίνησε το σχολείο σε πολύ μικρή ηλικία, παρακολουθώντας αρχικά νηπιαγωγείο και στη συνέχεια την πρώτη τάξη του δημοτικού σε ηλικία περίπου τεσσάρων ετών. Φοίτησε μέχρι την τέταρτη τάξη της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και εγκατέλειψε το σχολείο σε ηλικία 16 ετών, μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την καταβολή των σχολικών εξόδων.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, οι συγγενείς από την πατρική πλευρά ανέλαβαν την κατοχή του σπιτιού και της περιουσίας της οικογένειας. Η μητέρα του αποχώρησε και ο Αιτητής παρέμεινε στο σπίτι, καθώς, σύμφωνα με τον ίδιο, οι συγγενείς τον ανάγκασαν να παραμείνει προκειμένου να υπογράψει έγγραφα σχετικά με την πατρική περιουσία. Ο ίδιος αρνήθηκε να υπογράψει, καθώς η μητέρα του τον είχε προειδοποιήσει να μην υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο. Ανέφερε ότι, μετά την άρνησή του, οι συγγενείς άρχισαν να του συμπεριφέρονται πολύ άσχημα.
Ο αιτητής διευκρίνισε ότι η μητέρα του δεν τον εγκατέλειψε, αλλά μετακινήθηκε σε χώρο φιλοξενίας χηρών. Ανέφερε ότι σήμερα βρίσκεται στην Kisangani, ενώ η μικρότερη αδελφή του βρίσκεται, κατά την αντίληψή του, στην Gatanga με τη γιαγιά του. Δήλωσε ότι η μητέρα του είναι περίπου 37-38 ετών και ότι ο πατέρας του απεβίωσε το προηγούμενο έτος, σε ηλικία περίπου 43-45 ετών.
Ως προς την αναχώρησή του από τη χώρα, ο Αιτητής ανέφερε ότι ένας φίλος του πατέρα του τον βοήθησε να προετοιμάσει τα απαραίτητα έγγραφα, χωρίς να του ζητήσει χρήματα. Δήλωσε ότι οι δύο βασικοί λόγοι για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα ήταν οι απειλές από τους συγγενείς του πατέρα του και ο πόλεμος. Αναφορικά με περιστατικό που συνδεόταν με τον πόλεμο, ανέφερε ότι βρισκόταν με φίλους του περίπου ένα χιλιόμετρο από το σπίτι του όταν στρατιωτικοί τούς προειδοποίησαν ότι η περιοχή ήταν επικίνδυνη και τους ζήτησαν να απομακρυνθούν, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να τρέχουν. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ακριβή ημερομηνία του περιστατικού, αλλά το τοποθέτησε στο προηγούμενο έτος πριν από την άφιξή του.
Κατά τη συνέντευξη προέκυψαν επίσης ασυνέπειες σχετικά με τη θρησκευτική του ταυτότητα και την ηλικία της μητέρας του. Ο Αιτητής διευκρίνισε ότι συμμετείχε τόσο σε καθολικές όσο και σε χριστιανικές εκκλησίες, θεωρώντας ότι και οι δύο θρησκείες πιστεύουν στον ίδιο Θεό. Όσον αφορά την ηλικία της μητέρας του, ανέφερε ότι δεν γνώριζε γιατί στο πιστοποιητικό γέννησης αναγραφόταν διαφορετική ηλικία, καθώς το έγγραφο είχε προετοιμαστεί από τη μητέρα του.
Επιπλέον πρόσθεσε ότι ταξίδεψε με δελτίο ταυτότητας άλλου προσώπου που του έμοιαζε και με γαλλικό διαβατήριο. Κατά την άφιξή του στην Κύπρο, ένα πρόσωπο τον περίμενε στο αεροδρόμιο της Πάφου, στο οποίο παρέδωσε το διαβατήριο. Ο Αιτητής ανέφερε ότι στη προσπάθεια του να εξέλθει της Κυπριακής Δημοκρατίας, συνελήφθη από τις αστυνομικές αρχές (ερ. 26-20 του Δ.Φ.).
Κατά τη τρίτη του συνέντευξη ημερομηνίας 11/05/2015 επισημάνθηκαν στον Αιτητή σημαντικές ασυνέπειες αναφορικά με την ημερομηνία γέννησής του. Στην αίτηση διεθνούς προστασίας είχε δηλώσει ως ημερομηνία γέννησης την 01/05/1989, ενώ στο πιστοποιητικό γέννησης αναγραφόταν η 01/05/1988. Κατά τις συνεντεύξεις, ωστόσο, δήλωσε ως ημερομηνία γέννησης την 01/05/1998. Επιπλέον, προσκόμισε δικαστική απόφαση από τη χώρα καταγωγής του, με την οποία φέρεται να διορθωνόταν η ημερομηνία γέννησής του σε 01/05/1998.
Επισημάνθηκε ότι η αίτηση ενώπιον του δικαστηρίου υποβλήθηκε στις 10/04/2014 και η τελική απόφαση εκδόθηκε στις 14/04/2014. Παρά ταύτα, πιστοποιητικό γέννησης εκδόθηκε στις 19/04/2014, δηλαδή πέντε ημέρες μετά τη δικαστική απόφαση, και φέρεται να αναγράφει διαφορετική ημερομηνία γέννησης, ήτοι 01/05/1988. Ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνώριζε πώς προέκυψε η συγκεκριμένη διαφορά και ανέφερε ότι τα έγγραφα του είχαν αποσταλεί από τη μητέρα και τον θείο του, οι οποίοι διαμένουν στη Lubumbashi.
Αρχικά ο Αιτητής ανέφερε ότι την αίτηση στο δικαστήριο το 2014 είχε υποβάλει ο θείος του, Tshisola Tshihinga, και δήλωσε βέβαιος σχετικά με την ταυτότητά του. Ωστόσο, όταν του επισημάνθηκε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία, η αίτηση είχε υποβληθεί από πρόσωπο με το όνομα Ademard Kafota, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει την ασυμφωνία. Ανέφερε μόνο ότι ο Kafota ήταν αδελφός της μητέρας του, χωρίς να γνωρίζει το πλήρες όνομά του.
Κατά την τέταρτη συνέντευξη του ημερομηνίας 01/09/2025 τέθηκαν διευκρινιστικά ερωτήματα στον Αιτητή, αναφορικά με τους ισχυρισμούς του στις δύο προηγούμενες συνεντεύξεις την 29/04/2014 και 03/06/2014, όπου ανέφερε ότι γεννήθηκε στη Lubumbashi, στην επαρχία Katanga καθώς και ότι πριν την αναχώρησή του από τη χώρα διέμενε στη Goma για περίπου οκτώ χρόνια. Δήλωσε ότι τον Οκτώβριο του 2013 εγκατέλειψε τη χώρα μόνος, μαζί με άλλα άτομα, με προορισμό την Ουγκάντα.
Ως προς την οικογένειά του, ανέφερε ότι κατά τον χρόνο αναχώρησής του από τη Goma διέμεναν εκεί η μητέρα του, η πατρική του γιαγιά και η αδελφή του. Σύμφωνα με τον ίδιο, η μητέρα του μετακινήθηκε στη Lubumbashi, ενώ η αδελφή του πήγε στην Kisangani μαζί με την πατρική γιαγιά του. Δήλωσε ότι εξακολουθεί να επικοινωνεί με τη μητέρα του και ότι η κατάσταση στη Lubumbashi είναι επί του παρόντος καλή.
Αναφορικά με τους λόγους αναχώρησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του, ο οποίος ήταν στρατιώτης, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, ανέφερε ότι υπήρχε γενικότερη πολεμική κατάσταση και ότι ο ίδιος και άλλα άτομα εξαναγκάζονταν να ενταχθούν στον στρατό. Αρχικά δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιος στρατός τον προσέγγισε, αλλά στη συνέχεια ανέφερε την ομάδα FDRC/FARDC, την οποία περιέγραψε ως δύναμη που υπερασπιζόταν τον πληθυσμό από τους αντάρτες. Ως προς τους αντάρτες που δρούσαν στην περιοχή, ανέφερε τους Mai-Mai.
Κατά την εξέταση των γεωγραφικών στοιχείων, ο Αιτητής ανέφερε ότι διέμενε στην περιοχή Kisenge, την οποία συνέδεσε με τη Goma και την επαρχία North Kivu, ενώ σε άλλο σημείο αναφέρθηκε στη Bunia. Ο λειτουργός επισήμανε σημαντικές γεωγραφικές ασυνέπειες στις δηλώσεις του, καθώς η Bunia βρίσκεται σε διαφορετική γεωγραφική περιοχή και όχι στη North Kivu, ενώ η Kisenge συνδέεται επίσης με διαφορετική γεωγραφική περιοχή. Ο αιτητής υποστήριξε ότι η κατάσταση στη Goma είναι περίπλοκη και ότι η Goma εκπροσωπεί την ευρύτερη North-Kivu περιοχή. Επιπλέον ανέφερε ότι στο Κονγκό χρησιμοποιούνται τα ίδια ονόματα για διαφορετικές πόλεις ή χωριά και ότι υπάρχει επίσης Kisenge στην North Kivu.
Ο Αιτητής δυσκολεύτηκε επίσης να παράσχει βασικές πληροφορίες σχετικά με την North Kivu, όπως ονόματα άλλων σημαντικών πόλεων ή περιοχών, αναφέροντας ουσιαστικά μόνο τη Goma. Δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει τα εδάφη/διοικητικές περιοχές της North Kivu. Όταν ρωτήθηκε σχετικά με το ταξίδι του προς την Ουγκάντα, ανέφερε ότι ταξίδεψε με λεωφορείο προς τη Goma και στη συνέχεια με βάρκα μέσω ποταμού. Ωστόσο, κατά την περιγραφή της διαδρομής αναφέρθηκε στη λίμνη Tanganika ως ποτάμι η οποία του διευκρινίσθηκε πως δεν δύναται να συνδεθεί με το ταξίδι του.
Στη συνέχεια εξετάστηκαν στοιχεία σχετικά με τα οικογενειακά του πρόσωπα. Ο Αιτητής αναγνώρισε τον Kafota Kahila ως μεγαλύτερο αδελφό του πατέρα του και την Kimba Brigitte ως μητέρα του. Ανέφερε ότι η μητέρα του διαμένει στη Lubumbashi, ενώ ο θείος του διαμένει στην Kasai Oriental. Δήλωσε ότι ο συγκεκριμένος θείος ταξίδεψε στη Lubumbashi προκειμένου να εκδώσει πιστοποιητικό γέννησης για τον ίδιο, γεγονός που, κατά τον Αιτητή, καταδεικνύει ότι ο θείος του ενδιαφερόταν για την περίπτωσή του.
Με βάση τα στοιχεία που εξετάστηκαν, ο λειτουργός εξέφρασε την άποψη ότι μπορεί να γίνει αποδεκτό πως ο Αιτητής κατάγεται από την επαρχία Katanga και συγκεκριμένα από τη Lubumbashi, όπου διαμένει η μητέρα του, αλλά ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι η τελευταία συνήθης διαμονή του ήταν στη North Kivu. Ο αιτητής συμφώνησε ότι κατάγεται από την Katanga, αλλά επέμεινε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Κονγκό, θα επέστρεφε στη Bunia, όπου, όπως ισχυρίστηκε, βρίσκεται το σπίτι του. Ωστόσο, ο ίδιος αναγνώρισε ότι η Bunia βρίσκεται στην Oriental Province και όχι στη North Kivu.
Επιπροσθέτως επισημάνθηκε στον Αιτητή ότι κατά τις δύο προηγούμενες συνεντεύξεις του, καθώς και στην αίτηση διεθνούς προστασίας που είχε συμπληρώσει ο ίδιος, δεν είχε αναφέρει ούτε την ύπαρξη κατοικίας στη Bunia ούτε προβλήματα με την ομάδα FDRC/FARDC. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τους λόγους αναχώρησης που είχε αναφέρει προηγουμένως, δήλωσε ότι θυμόταν ένα περιστατικό κατά το οποίο βρισκόταν στο σπίτι και, σε άλλη περίπτωση, με φίλους του, όταν στρατιωτικοί τον προσέγγισαν και του ζήτησαν να ενταχθεί στον στρατό, κάτι που αρνήθηκε. Ο λειτουργός επισήμανε εκ νέου ότι το συγκεκριμένο περιστατικό δεν είχε αναφερθεί στις προηγούμενες συνεντεύξεις. Ο αιτητής δεν πρόσθεσε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και η συνέντευξη ολοκληρώθηκε (ερ. 69-67 του Δ.Φ.).
Στις 17/05/2023 ο Αιτητής πληροφορήθηκε ότι η διοικητική προσφυγή που υπέβαλε στις 20/01/2016 ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων (R.A.R.), κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 28/09/2015, θα εξεταζόταν και θα αποφασιζόταν από την Υπηρεσία Ασύλου, ως την αρμόδια αρχή, κατόπιν της κατάργησης της R.A.R. Επίσης, ενημερώθηκε ότι η προσφυγή θα εξεταζόταν ως ένσταση κατά της πρωτοβάθμιας απορριπτικής απόφασης και ότι είχε τη δυνατότητα να υποβάλει, εντός δέκα ημερών από την παραλαβή της σχετικής επιστολής, πρόσθετα υποστηρικτικά στοιχεία και/ή λόγους προς υποστήριξη της προσφυγής του.
Κατά τη πέμπτη του συνέντευξη ημερομηνίας 09/06/2023 ο Αιτητής πρόσθεσε ότι ομιλεί Σουαχίλι, Γαλλικά, Αγγλικά, Λινγκάλα και Ελληνικά. Ως προς τη κατάσταση της υγείας του ανέφερε ότι αισθάνεται άγχος.
Ως προς τα έγγραφα ταυτοποίησής του ανέφερε ότι έχει πιστοποιητικό γεννήσεως και αντίγραφο του Διαβατηρίου του.
Αναφορικά με τη διαφορετική αναφορά ως προς το έτος γέννησής του, ο Αιτητής εξήγησε ότι στο διαβατήριό του αναγραφόταν εσφαλμένα ως έτος γέννησης το 1997, ενώ το ορθό έτος ήταν το 1998. Υποστήριξε ότι το λάθος είχε γίνει από τον αρμόδιο υπάλληλο κατά την έκδοση του διαβατηρίου στη χώρα καταγωγής του και ότι, μεταγενέστερα, οι συγγενείς του προέβησαν στην έκδοση πιστοποιητικού γέννησης με τα ορθά στοιχεία, κατόπιν σχετικής δικαστικής απόφασης, καθώς ο ίδιος δεν ήταν εγγεγραμμένος κατά τη γέννησή του. Ανέφερε ότι το διαβατήριο είχε εκδοθεί όταν ήταν παιδί, με πρωτοβουλία των γονέων του, και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τις λεπτομέρειες της σχετικής διαδικασίας.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του αποφάσισε να του εκδώσει διαβατήριο το 2012, προκειμένου να τον αποστείλει στο εξωτερικό, καθώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα συνεπεία τραυματικών εμπειριών που είχε βιώσει ως παιδί, όταν, όπως ανέφερε, είχε εξαναγκαστεί να υπηρετήσει ως στρατιώτης. Ως προς την έκδοση του διαβατηρίου, ανέφερε ότι ο πατέρας του τον μετέφερε σε γραφείο, όπου λήφθηκαν φωτογραφία και δακτυλικά αποτυπώματα, χωρίς, ωστόσο, να θυμάται την ονομασία της αρμόδιας υπηρεσίας. Ανέφερε ότι η διαδικασία έλαβε χώρα στη Λουμπουμπάσι, ενώ στο διαβατήριο αναγραφόταν ως τόπος έκδοσης η Κινσάσα, εξηγώντας ότι στη χώρα του υπήρχε αποκεντρωμένη διαδικασία και τα σχετικά έγγραφα αποστέλλονταν στην Κινσάσα.
Αναφορικά με τη χρήση πλαστού γαλλικού διαβατηρίου κατά τη μετακίνησή του από την Ουγκάντα προς το Ντουμπάι, ο Αιτητής δήλωσε ότι ακολουθούσε τις οδηγίες που του είχαν δοθεί. Εξήγησε ότι ο πατέρας του, ο οποίος, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν συνταγματάρχης και διέθετε γνωριμίες, είχε οργανώσει τη μετακίνησή του και είχε αναθέσει σε πρόσωπα που γνώριζε να τον συνοδεύσουν κατά τη διέλευση των συνόρων. Ανέφερε ότι αρχικά ο πατέρας του τον παρέδωσε σε άνδρα από την Ουγκάντα, ο οποίος τον βοήθησε να διασχίσει παράνομα τα σύνορα, μέσω μικρού ποταμού και με τη χρήση βάρκας, χωρίς να επιδείξουν οποιαδήποτε έγγραφα. Στη συνέχεια, στην Ουγκάντα, φιλοξενήθηκε από φίλο του πατέρα του, όπου παρέμεινε για σύντομο χρονικό διάστημα και, όπως ανέφερε, δεν εξερχόταν από την οικία.
Ο Αιτητής ανέφερε περαιτέρω ότι, μετά την παραμονή του στην Ουγκάντα, ταξίδεψε οδικώς σε άλλη χώρα, της οποίας την ονομασία δεν θυμόταν, και από εκεί μετέβη στο Ντουμπάι. Διευκρίνισε ότι τα πρόσωπα που τον βοήθησαν στη διαδρομή ήταν φίλοι του πατέρα του και ότι δεν γνώριζε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την ταυτότητα ή τον ρόλο τους. Ως προς την αναφορά σε προηγούμενη συνέντευξή του ότι είχε εγγραφεί ως πρόσφυγας στην Ουγκάντα, ο Αιτητής αρνήθηκε ότι είχε δηλώσει πως είχε εγγραφεί επισήμως σε αρμόδια υπηρεσία ή επιτροπή προσφύγων, αποδίδοντας την προηγούμενη αναφορά σε πιθανή εσφαλμένη μετάφραση.
Ερωτηθείς σχετικά με την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του είχε τρεις συζύγους και πολλά παιδιά. Όταν κλήθηκε να διευκρινίσει σε ποια σύζυγο αναφερόταν και να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τα αδέλφια του από την ίδια μητέρα και τον ίδιο πατέρα, ανέφερε ότι η μητέρα του ήταν, κατά την εκτίμησή του, η δεύτερη σύζυγος του πατέρα του και ότι από τον γάμο τους είχαν αποκτήσει επτά παιδιά, εκ των οποίων τρία κορίτσια και τέσσερα αγόρια.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι μία από τις αδελφές του απεβίωσε το 2020, ενώ τρεις από τους αδελφούς του, με τους οποίους, όπως ισχυρίστηκε, συμμετείχαν σε ομάδα ανταρτών, σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Όσον αφορά τα εν ζωή αδέλφια του, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πού ακριβώς διαμένουν οι αδελφές του, καθώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δέχθηκαν επίσης πρόσφατα επίθεση και ενδέχεται να βρίσκονται σε κάποιον καταυλισμό προσφύγων στην Αφρική. Αναφορικά με τη μητέρα του, ανέφερε ότι είχε δεχθεί επίθεση και ότι οι δράστες επιχείρησαν να την αποκεφαλίσουν, πλην όμως επέζησε και νοσηλευόταν σε νοσοκομείο κατά τον χρόνο της συνέντευξης.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2015.
Ο Αιτητής προσκόμισε παράλληλα πιστοποιητικό γεννήσεως της θυγατέρας του, η οποία γεννήθηκε στη Κυπριακή Δημοκρατία το 2023. Η σύντροφός του και μητέρα του παιδιού του είναι υπήκοος Καμερούν, επίσης Αιτήτρια διεθνούς προστασίας, ωστόσο το ανήλικο τέκνο δεν έχει συμπεριληφθεί στο φάκελο της μητέρας του.
Ως προς το τόπο καταγωγής του και τόπο τελευταίας διαμονής του δήλωσε ότι γεννήθηκε στη περιοχή Lubumbashi και στη συνέχεια μετοίκησε και διέμενε με την οικογένεια του στη περιοχή North-Kivu και συγκεκριμένα στη πόλη Bunia καθώς ο πατέρας του εργαζόταν με απόσπαση στις στρατιωτικές δυνάμεις FARDC. Ανέφερε ότι η Bunia ήταν και ο τελευταίος τόπος διαμονής του μέχρι τη μέρα που εγκατέλειψε τη ΛΔΚ.
Ερωτηθείς σχετικά με τους λόγους που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του υπηρετούσε ως συνταγματάρχης στις Ένοπλες Δυνάμεις της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (FARDC) και ότι είχε τοποθετηθεί στην περιοχή της Bunia, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ελεγχόταν από ομάδες ανταρτών. Ανέφερε ότι ο ίδιος και οι αδελφοί του εξαναγκάστηκαν να ενταχθούν σε ομάδα ανταρτών, όπου υποχρεώνονταν να σκοτώνουν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και να πολεμούν στην πρώτη γραμμή εναντίον του εθνικού στρατού. Δήλωσε ότι σκοπός της συγκεκριμένης ομάδας ήταν ο έλεγχος της περιοχής.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι τρεις από τους αδελφούς του απεβίωσαν ενώ συμμετείχαν στην εν λόγω ομάδα ανταρτών. Κατά τους ισχυρισμούς του, ο πατέρας του κατόρθωσε να τον απομακρύνει από την ομάδα, να τον διασώσει και να οργανώσει την έξοδό του από τη χώρα. Μέσω φίλου του πατέρα του, ο Αιτητής μεταφέρθηκε αρχικά στην Ουγκάντα, ακολούθως στο Ντουμπάι και στη συνέχεια στην Κύπρο.
Αναφορικά με τον θάνατο του πατέρα του, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι αυτός απεβίωσε το 2015, ενώ ο ίδιος βρισκόταν ήδη στην Κύπρο. Σημειώνεται ότι σε προηγούμενη συνέντευξή του ανέφερε ότι αναγκάσθηκε να τερματίσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του καθώς απεβίωσε ο πατέρας του.
Ως προς το τι φοβάται ότι θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής στη ΛΔΚ, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν έχει πλέον τίποτα στη χώρα καταγωγής του, καθώς έχει χάσει την περιουσία και την οικογένειά του και δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε ζωή εκεί. Ανέφερε ότι έχει πλέον οικογένεια στην Κύπρο και επιθυμεί να παραμείνει στη χώρα, όπου αισθάνεται ασφαλής. Πρόσθεσε ότι έχει εγκαταλείψει τη χώρα εδώ και πολλά χρόνια και ότι η επιστροφή του θα τον άφηνε χωρίς στέγη και χωρίς οποιοδήποτε μέσο διαβίωσης, καθώς, όπως ανέφερε, έχασε και την οικία του εξαιτίας των ανταρτών.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι διατηρεί επικοινωνία μόνο με τη μητέρα του, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, διαμένει σε καταυλισμό προσφύγων στη Goma. Εξήγησε ότι η μητέρα του βρισκόταν στη Bunia όταν ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα και ακολούθως μετέβη στη Goma. Διευκρίνισε ότι, σε προγενέστερο χρόνο, είχε μεταβεί στη Lubumbashi αποκλειστικά για την έκδοση του πιστοποιητικού γέννησής του και στη συνέχεια επέστρεψε στη Bunia.
Ερωτηθείς κατά πόσο οι αρχές της χώρας του θα μπορούσαν να τον προστατεύσουν, ο Αιτητής εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα παροχής αποτελεσματικής προστασίας από τις κρατικές αρχές. Ανέφερε ότι, κατά την άποψή του, οι αρχές ενδέχεται να του επιτρέψουν την είσοδο στη χώρα, χωρίς όμως να του παρέχουν οποιαδήποτε ουσιαστική υποστήριξη, με αποτέλεσμα να βρεθεί χωρίς στέγη και να αναγκαστεί να ζητιανεύει για την επιβίωσή του.
Σε σχέση με την προηγούμενη αναφορά του ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, οι πατρικοί συγγενείς του επιδίωξαν να τον εξαναγκάσουν να υπογράψει έγγραφα προκειμένου να αποκτήσουν την πατρική περιουσία, ο Αιτητής δήλωσε αρχικά ότι δεν θυμόταν τη συγκεκριμένη πληροφορία και ότι αυτή ήταν εσφαλμένη, ενδεχομένως λόγω προβλήματος στη μετάφραση.
Ανέφερε ότι κατά τον χρόνο θανάτου του πατέρα του βρισκόταν ήδη στην Κύπρο και διέμενε σε χώρο φιλοξενίας ανηλίκων. Δήλωσε ότι, όταν ενημερώθηκε για τον θάνατο του πατέρα του, του ζητήθηκε να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο και, προς τούτο, προσκόμισε το πιστοποιητικό θανάτου του πατέρα του.
Ακολούθως, διευκρίνισε ότι δεν γνώριζε λεπτομέρειες σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία του πατέρα του. Ανέφερε ότι, μετά τον θάνατό του, η μητέρα του τον ενημέρωσε ότι οι συγγενείς του πατέρα του, δεδομένου ότι ήταν ο μεγαλύτερος εν ζωή υιός, θεωρούσαν ότι είχε δικαίωμα να διεκδικήσει την περιουσία του πατέρα του. Επειδή ο ίδιος βρισκόταν εκτός χώρας, οι συγγενείς φέρεται να επιθυμούσαν να του αποστείλουν επιστολή, την οποία θα υπέγραφε, προκειμένου να τους εξουσιοδοτήσει να παραλάβουν το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που είχε αφήσει ο πατέρας του. Ο Αιτητής ανέφερε, ωστόσο, ότι μέχρι και τον χρόνο της συνέντευξης δεν είχε λάβει οποιαδήποτε τέτοια επιστολή.
Ερωτηθείς σχετικά με το περιεχόμενο της περιουσίας του πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σχετικά με αυτήν.
Αναφορικά με τις αντιφάσεις που εντοπίστηκαν μεταξύ των προηγούμενων συνεντεύξεών του ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας του, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι απαντήσεις του ενδέχεται να μην είχαν κατανοηθεί ορθά και να καταγράφηκαν με διαφορετικό τρόπο. Σημειώνεται ότι ο Αιτητής υπόγραψε τα πρακτικά όλων των συνεντεύξεων του δηλώνοντας ως ορθά και αληθή τα όσα καταγράφηκαν. Εξήγησε ότι, σε κάθε περίπτωση, η ουσία των λεγομένων του ήταν ότι είχε εξαναγκαστεί να στρατολογηθεί από ομάδα ανταρτών και ότι, κατά τον χρόνο εκείνο, ο εθνικός στρατός (FARDC) τους καταδίωκε. Ανέφερε ότι διαθέτει σχετικό αποδεικτικό στοιχείο, συγκεκριμένα βίντεο, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, καταδεικνύει την αναγκαστική στρατολόγησή του και τις προσπάθειες απομάκρυνσης της ομάδας από την περιοχή.
Ως προς τον φόβο του σε περίπτωση επιστροφής στη ΛΔΚ και ενδεχόμενης δίωξής του από την ομάδα ανταρτών λόγω της αποχώρησής του από αυτήν, ο Αιτητής ανέφερε ότι έχουν παρέλθει περίπου δέκα χρόνια από την άφιξή του στην Κύπρο και ότι το συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί πλέον παρελθόν και δεν θεωρεί ότι συνιστά πλέον πρόβλημα. Διευκρίνισε ότι, κατά τον χρόνο που εγκατέλειψε τη ΛΔΚ, αντιμετώπιζε κίνδυνο και ότι, κατά την άποψή του, η περιοχή εξακολουθεί να είναι ανασφαλής. Ως εκ τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα μαζί με την οικογένειά του. Παράλληλα, ανέφερε ότι πλέον έχει δημιουργήσει τη ζωή του στην Κύπρο στην οποία επιθυμεί να παραμείνει.
Ερωτηθείς κατά πόσο θα μπορούσε να διαμείνει με ασφάλεια σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ, όπως η Kinsasha ή στη Lubumbashi, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν θεωρεί ότι θα μπορούσε να εγκατασταθεί εκεί, καθώς δεν διαθέτει οικογενειακό ή άλλο υποστηρικτικό δίκτυο ούτε τα απαραίτητα μέσα διαβίωσης.
Συνεπώς, ανέφερε ότι σε περίπτωση μετακίνησής του στην Kinsasha ή στη Lubumbashi, δεν γνωρίζει πού θα μπορούσε να διαμείνει ούτε με ποιον τρόπο θα μπορούσε να εξασφαλίσει τα προς το ζην για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο Αιτητής προσκόμισε πιστοποιητικό θανάτου του πατέρα του (ερ. 121 του Δ.Φ.).
Κατά την έκτη συνέντευξή του ημερομηνίας 13/03/2025 ο Αιτητής ανέφερε ως προς τα προσωπικά του στοιχεία ότι έχει ήδη υποβάλει όλα τα διαθέσιμα έγγραφα σχετικά με την ταυτότητα και την υπόθεσή του και ότι έχασε το διαβατήριό του στην Κένυα ενώ για την είσοδό του στην Κύπρο χρησιμοποίησε το ευρωπαϊκό διαβατήριό του, αντίγραφο του οποίου υπέβαλε. Εξήγησε ότι πληροφορήθηκε για την Κύπρο μέσω ενός φίλου του πατέρα του, ο οποίος είναι Κύπριος και τον έφερε στην Κύπρο. Δεν θυμάται το όνομά του ούτε γνωρίζει πού διαμένει, καθώς δεν τον έχει ξαναδεί από την άφιξή του στην Κύπρο.
Ως προς την εκπαίδευσή του, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε το δημοτικό σχολείο και φοίτησε για τέσσερα χρόνια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, την οποία διέκοψε κατά το πέμπτο έτος, κατά το σχολικό έτος 2007-2008Δεν ανέφερε οποιαδήποτε άλλη εκπαίδευση ή επαγγελματική κατάρτιση. Η εκπαίδευσή του χρηματοδοτούνταν από τον πατέρα του. Δήλωσε ότι μιλά Σουαχίλι και Λινγκάλα, καθώς και λίγα Πορτογαλικά, Γαλλικά και Αγγλικά, ενώ ανέφερε ότι έμαθε Ελληνικά και Αγγλικά στην Κύπρο.
Αναφορικά με την οικογένειά του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δήλωσε ότι ο πατέρας του έχει αποβιώσει και ότι η μητέρα του είναι πρόσφυγας και διαμένει στη Γκόμα, όπου φιλοξενείται σε κατάλυμα που της παραχωρήθηκε μέσω οργάνωσης του ΟΗΕ. Ανέφερε ότι ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός συνταγματάρχης και σκοτώθηκε το 2015 σε πολεμική σύγκρουση με την M23, την οποία ο ίδιος περιέγραψε ως ανταρτική ομάδα που χρηματοδοτείται από τη Ρουάντα. Είπε ότι είχε τέσσερα αδέλφια, εκ των οποίων τα δύο αγόρια έχουν αποβιώσει, ενώ η αδελφή του ζει στη Γκόμα και διαμένει σε ορφανοτροφείο. Ανέφερε επίσης ότι από την πλευρά της μητέρας του έχει συγγενείς στην Bunia, ενώ δεν γνωρίζει συγγενείς από την πλευρά του πατέρα του. Διατηρεί επικοινωνία με την οικογένειά του, με τελευταία επικοινωνία με τη μητέρα του περίπου δύο εβδομάδες πριν από τη συνέντευξη, αν και η επικοινωνία δεν είναι συχνή λόγω προβλημάτων του τηλεπικοινωνιακού δικτύου στη Γκόμα (ερ. 247 του Δ.Φ.).
Ο Αιτητή; ανέφερε επίσης ότι διατηρεί σχέση εδώ και περίπου πέντε χρόνια και ότι έχει ένα παιδί. Θεωρεί τη σύντροφό του σύζυγό του και δήλωσε ότι διαμένουν μαζί στη περιοχή Γερίου της Επαρχίας Λευκωσίας. Ανέφερε ότι αρνήθηκε να εγγράψει το παιδί του ως Αιτήτρια ασύλου, επειδή δεν έχει λάβει οικονομική βοήθεια από τις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας και εργάζεται από την άφιξή του στην Κύπρο, ώστε να καλύπτει ο ίδιος τις ανάγκες του παιδιού. Η σύντροφός του δεν εργάζεται και παραμένει στο σπίτι, φροντίζοντας το παιδί (ερ. 247 του Δ.Φ.).
Ως προς τον τόπο καταγωγής και διαμονής του, δήλωσε ότι γεννήθηκε στη Lubumbashi, στην επαρχία Katumba, όπου παρέμεινε μέχρι περίπου το 2002. Στη συνέχεια, μαζί με την οικογένειά του, μετακινήθηκε για περίπου πέντε μήνες στο χωριό Sakoududu, σε περιοχή μεταξύ Αγκόλας και Κονγκό, λόγω αποστολής του πατέρα του, ο οποίος υπηρετούσε στον στρατό. Ακολούθως η οικογένεια μετακινήθηκε στην Bunia, τον τόπο καταγωγής της μητέρας του, όπου ο ίδιος παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Δήλωσε ότι δεν διέμενε σε άλλο μέρος μετά την εγκατάστασή του στην Bunia και μέχρι την αναχώρησή του από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν έχει άλλους συγγενείς στο εξωτερικό ή στην Κύπρο. Στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δεν εργαζόταν πέραν του ότι εντάχθηκε στον στρατό σε ηλικία περίπου 11 ετών ως παιδί-στρατιώτης. Στην Κύπρο εργάστηκε αρχικά σε αγρόκτημα, φροντίζοντας ζώα και πραγματοποιώντας εργασίες καθαρισμού, από το 2017 έως το 2018. Από το 2018 έως τον Σεπτέμβριο του 2024 ασχολήθηκε με την τοποθέτηση δαπέδων σε πάρκα και στη συνέχεια άρχισε να εργάζεται στην τοποθέτηση χαλιών, εργασία που εξακολουθεί να ασκεί σε εταιρεία στη περιοχή Δαλίου της Επαρχίας Λευκωσίας.
Ως προς τον τόπο καταγωγής του, ανέφερε ότι πριν φύγει από τη χώρα διέμενε με την οικογένειά του στην Bunia, κυρίως σε περιοχή κοντά σε στρατιωτικό καταυλισμό.
Για το ταξίδι του προς την Κύπρο, ανέφερε ότι ταξίδεψε από το Κονγκό προς την Ουγκάντα με πλοίο, από την Ουγκάντα προς την Κένυα αεροπορικώς και από την Κένυα προς την Κύπρο με αεροπλάνο, φθάνοντας στην Πάφο το 2013. Δεν θυμάται τις ακριβείς ημερομηνίες. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού συνοδευόταν από φίλο του πατέρα του, ο οποίος τον είχε βοηθήσει στη μετακίνησή του. Παρέμεινε περίπου 4-5 ημέρες στην Ουγκάντα και περίπου δύο εβδομάδες στην Κένυα. Δεν ανέφερε προβλήματα κατά την έξοδό του από το Κονγκό.
Ερωτηθείς ειδικά εάν είχε συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής του, απάντησε καταφατικά. Διευκρίνισε ότι είχε κρατηθεί κατόπιν εντολής του πατέρα του, ο οποίος δεν ήθελε να συνεχίσει την παραμονή του στον στρατό. Ανέφερε ότι ο πατέρας του τον έβαλε σε έναν χώρο για λίγες ημέρες, όχι για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εξήγησε ότι η κράτηση έγινε επειδή ο στρατός στρατολογούσε άτομα με τη βία και ο πατέρας του ήθελε να τον προστατεύσει και να τον απομακρύνει από τον στρατό. Ο Αιτητής διευκρίνισε ότι δεν επρόκειτο για κανονική φυλακή ή κελί, αλλά για έναν χώρο όπου ο πατέρας του τον κρατούσε προκειμένου να τον προστατεύσει.
Ανέφερε ότι είχε ολοκληρώσει στρατιωτική εκπαίδευση, αλλά ο πατέρας του δεν του επέτρεψε να συνεχίσει τη στρατιωτική του υπηρεσία, ιδίως μετά τον θάνατο των δύο αδελφών του σε επίθεση της M23. Σύμφωνα με τον ίδιο, είχε στρατολογηθεί υποχρεωτικά και η εκπαίδευση αφορούσε, μεταξύ άλλων, τη χρήση όπλων και την προετοιμασία για αντιμετώπιση του εχθρού. Δήλωσε ότι η περίοδος κατά την οποία βρισκόταν στον στρατό ήταν από το 2009 έως το 2011 και για επιπλέον έξι μήνες. Εξήγησε ότι όταν προηγουμένως αναφέρθηκε σε συμμετοχή στον πόλεμο, εννοούσε ότι, κατά την επίθεση της M23 στην Bunia, οι ίδιοι υποχρεώθηκαν να προετοιμαστούν και να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, μετά την οποία ο πατέρας του τον απομάκρυνε από τον στρατό.
Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι επειδή είχε ενταχθεί στις στρατιωτικές δυνάμεις του Κονγκό και ο πατέρας του δεν ήθελε να συνεχίσει τη στρατιωτική του υπηρεσία, καθώς θεωρούσε ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο και ότι, λόγω της ηλικίας του, δεν έπρεπε να βρίσκεται στον στρατό. Διευκρίνισε ότι η απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα δεν ήταν δική του, αλλά του πατέρα του, ο οποίος χρησιμοποίησε δικά του μέσα προκειμένου να τον απομακρύνει από τη χώρα.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι εντάχθηκε στον στρατό ενώ ήταν ανήλικος και ότι, σύμφωνα με τον ίδιο, η στρατιωτική υπηρεσία ήταν υποχρεωτική. Όταν ρωτήθηκε σε ποια ηλικία βρισκόταν στον στρατό, ο Αιτητής δήλωσε ότι εντάχθηκε σε ηλικία εννέα ετών. Ερωτηθείς σχετικά με την ηλικία κατά την οποία ήταν υποχρεωτική η στρατιωτική υπηρεσία στη χώρα του, ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποια ήταν η προβλεπόμενη ηλικία. Όσον αφορά τον λόγο για τον οποίο, όπως ισχυρίστηκε, η στρατιωτική υπηρεσία ήταν υποχρεωτική στην ηλικία του, δήλωσε ότι από τον στρατό τους έλεγαν ότι έπρεπε να υπηρετούν για να προσφέρουν στη χώρα τους.
Ως προς τον ρόλο του, ανέφερε ότι ασχολούνταν κυρίως με τη συλλογή ξύλων για το μαγείρεμα στην κουζίνα. Δεν προσδιόρισε συγκεκριμένο όνομα στρατοπέδου ή ακριβή τοποθεσία. Δήλωσε ότι διέμεναν σε στρατιωτικό καταυλισμό και ότι για την εκπαίδευση μετακινούνταν σε διαφορετικές περιοχές μέσα στο δάσος, χωρίς συγκεκριμένη διεύθυνση. Οι χώροι εκπαίδευσης διέφεραν, καθώς άλλοτε βρίσκονταν σε περιοχές με δέντρα και άλλοτε σε περιοχές με βουνά. Ανέφερε ότι κατά την εκπαίδευση τους δίδασκαν, μεταξύ άλλων, πώς να χρησιμοποιούν όπλα.
Επισημάνθηκε στον Αιτητή, ότι σε διαφορετικά σημεία προέβη διαφορετικές δηλώσεις σχετικά με την ηλικία κατά την οποία εντάχθηκε στον στρατό, τη διάρκεια της στρατιωτικής του υπηρεσίας και το κατά πόσο περιορίστηκε μόνο στην εκπαίδευση ή συνέχισε να υπηρετεί. Συγκεκριμένα, του επισημάνθηκε ότι σε διαφορετικά σημεία είχε δηλώσει ηλικία ένταξης 11 και 9 ετών, ότι υπηρέτησε μόνο κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης και στη συνέχεια τον σταμάτησε ο πατέρας του λόγω κινδύνου, ότι υπηρέτησε για τρία έτη, καθώς και ότι κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν την αναχώρησή του εξακολουθούσε να συμμετέχει σε στρατιωτικές δραστηριότητες. Ο Αιτητής απάντησε ότι είχε κατανοήσει την ερώτηση και ανέφερε ότι ερωτήθηκε σχετικά με την ηλικία κατά την οποία σταμάτησε τον στρατό. Δήλωσε ότι αυτό συνέβη κατά την περίοδο 2011-2012, με αναφορά σε επιπλέον έξι μήνες, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τις ακριβείς ημερομηνίες. Πρόσθεσε ότι θυμάται κυρίως όσα έπρεπε να κάνει για την οικογένειά του, καθώς είχε χάσει την οικογένειά του και τα πάντα.
Ο Αιτητής ερωτηθείς σχετικά, ανέφερε ότι οι δύο αδελφοί του σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια σύγκρουσης με την M23 σε στρατιωτικό καταυλισμό, όταν η M23 επιτέθηκε με σκοπό, όπως δήλωσε, να καταλάβει την περιοχή. Ανέφερε ότι οι αδελφοί του πυροβολήθηκαν και ότι τους είδε ο ίδιος νεκρούς στο έδαφος. Δήλωσε ότι κατά το συγκεκριμένο περιστατικό σκοτώθηκαν και πολλά άλλα άτομα. Ερωτηθείς σχετικά με αποδεικτικά στοιχεία για τον θάνατό τους, ανέφερε ότι λόγω του πολέμου δεν διέθετε αποδεικτικά στοιχεία και ότι ο ίδιος δεν είχε κάποιο σχετικό έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό, ενώ ανέφερε ότι ενδεχομένως να υπήρχε κάποιο βίντεο σε φίλο του.
Ως προς τον πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν συνταγματάρχης στον στρατό και εργαζόταν επίσης στο τελωνείο. Ανέφερε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε το 2015, όταν η M23 επιτέθηκε στις δυνάμεις στις οποίες υπηρετούσε. Περίπου μία εβδομάδα πριν από τον θάνατό του, ο πατέρας του επικοινώνησε μαζί του και του ζήτησε να είναι δυνατός. Την πληροφορία για τον θάνατό του την έλαβε από τη μητέρα του. Δεν θυμάται την ακριβή ημερομηνία, αλλά δήλωσε ότι είχε υποβάλει σχετικό πιστοποιητικό στην Υπηρεσία Ασύλου, στο οποίο αναγράφεται η ημερομηνία. Αναφορικά με τα καθήκοντα του πατέρα του, ανέφερε ότι γνωρίζει μόνο ότι ήταν στρατιωτικός και ότι το πρωί φορούσε τη στρατιωτική του στολή.
Όσον αφορά τον φόβο επιστροφής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν θεωρεί ότι μπορεί να επιστρέψει στη ΛΔΚ και ότι η επιστροφή του θα ήταν δύσκολη, δεδομένου ότι έχει περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του εκεί και έχει αποχωριστεί την οικογένειά του. Όταν ρωτήθηκε εάν οι αρχές της χώρας του θα του επέτρεπαν να επιστρέψει, απάντησε ότι δεν είναι οι αρχές που θα αποφασίσουν εάν θα επιστρέψει. Ερωτηθείς για τη δυνατότητα εγκατάστασής του σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ, απάντησε αρνητικά, δηλώνοντας ότι θα μπορούσε να μεταβεί σε άλλη χώρα, αλλά όχι στη ΛΔΚ.
Αναφορικά με την αίτηση διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι συμπλήρωσε και υπέγραψε ο ίδιος την αίτηση και ότι τα στοιχεία που περιέχονται σε αυτή είναι αληθή. Διευκρίνισε ότι δεν γνώριζε κατά την άφιξή του στην Κύπρο ότι έπρεπε να ζητήσει άσυλο και ότι, όταν βρισκόταν στην κεντρική φυλακή της Λευκωσίας, συμπλήρωσε την αίτηση στα Γαλλικά, επειδή δεν μπορούσε να γράψει στα Αγγλικά. Δήλωσε ότι κανένα άλλο πρόσωπο δεν έγραψε την αίτηση για λογαριασμό του και ότι ο ίδιος την έγραψε και την υπέγραψε. Επιβεβαίωσε ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, διευκρινίζοντας ότι δεν θυμάται ορισμένες ημερομηνίες. Ανέφερε επίσης ότι στην αίτηση δεν μπορούσε να καταγράψει ολόκληρη την ιστορία του, αλλά περιέλαβε τα σημαντικότερα γεγονότα και στη συνέχεια, κατά τη συνέντευξη, τα ανέπτυξε περισσότερο.
Αξιολογώντας του; ισχυρισμούς του Αιτητή, αναφορικά με την τελευταία του συνεντευξη, οι Καθ’ ων η Αίτηση σχημάτισαν τους κάτωθι πέντε ουσιώδεις ισχυρισμούς
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή.
2. Ισχυριζόμενη θητεία του ΑΔΠ στον στρατό ως ανήλικος.
3. Ισχυριζόμενο περιστατικό κατά το οποίο τα αδέρφια του σκοτώθηκαν από την Μ23.
4. Ισχυριζόμενος θάνατος του πατέρα του Αιτητή λόγω της ιδιότητας του ως συνταγματάρχης.
5. Δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι δεν μπορεί να επιστρέψει εκεί που κατάγεται, λόγω του ότι την μισή του ζωή μεγάλωσε στο Κογκό και λόγω του ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στην οικογένεια από την οποία και έφυγε.
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής του, το προφίλ και τα προσωπικά του στοιχεία. Περαιτέρω, ο λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές από την χώρα καταγωγής του Αιτητή για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη του αναφερόμενου τόπου καταγωγής του και έλαβε υπόψη το πρωτότυπο διαβατήριο που κατέθεσε, το οποίο έκρινε ότι επαλήθευσε τον ισχυρισμό του περί υπηκοότητας της ΛΔΚ. Κατέληξε ότι η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή συνάδει με την εξωτερική αξιοπιστία και έκανε αποδεκτό τον εν λόγω ισχυρισμό.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι η ισχυριζόμενη θητεία του Αιτητή στον στρατό ως ανήλικος, ο λειτουργός έκρινε πως τα σχετικά περιστατικά παρουσιάστηκαν με μη συνεκτικό, μη λεπτομερή και ασυνεπή τρόπο και χωρίς ευλογοφάνεια. Ειδικότερα ο λειτουργός διέκρινε ότι στις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την υπηρεσία του στο στρατό και τις εκπαιδεύσεις που έλαβε, εντοπίζονται αντιφάσεις ενώ ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει επαρκώς τους ισχυρισμούς του.
Επιπλέον, εντοπίστηκαν χρονικές αντιφάσεις αναφορικά με τη χρονική περίοδο που ξεκίνησε να υπηρετεί στο στρατό καθώς αναφέρθηκε σε διαφορετικές ηλικίες.
Επιπλέον ασυνέπεια εντοπίστηκε στους ισχυρισμούς του Αιτητή σε σχέση με τα τεκμήρια που ο ίδιος προσκόμισε καθώς κατά το διαβατήριο του παρουσιάζεται ως ενήλικας ωστόσο στις δηλώσεις του ισχυρίσθηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ως ανήλικος.
Ο λειτουργός διαπίστωσε, επιπλέον, ότι ο Αιτητής δεν αιτιολόγησε επαρκώς τους ισχυρισμούς του, καθώς, κατά την υποβολή της αίτησής του, είχε καταγράψει ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας του πολέμου στην περιοχή της Goma. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της συμμετοχής του στις στρατιωτικές δυνάμεις της ΛΔΚ, καθώς και του κινδύνου που αυτή συνεπαγόταν, δεδομένου και του νεαρού της ηλικίας του.
Ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τον ισχυρισμό του ότι υπηρέτησε ως ανήλικος στις στρατιωτικές δυνάμεις της ΛΔΚ. Παρά τις σχετικές ερωτήσεις, ο Αιτητής παρέθεσε περιορισμένες και γενικόλογες πληροφορίες αναφορικά με τη στρατολόγησή του, τη διάρκεια και τον τόπο υπηρεσίας του, τον ρόλο και τα καθήκοντά του, καθώς και τη στρατιωτική του εκπαίδευση. Ειδικότερα, δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τη διαδικασία ένταξής του, το στρατόπεδο όπου υπηρετούσε, την εκπαίδευσή του στη χρήση όπλων, τις συνθήκες υπηρεσίας του ή τη στάση του πατέρα του ως προς τη στρατιωτική του θητεία.
Παράλληλα, εντοπίστηκαν ασάφειες στις δηλώσεις του, ιδίως ως προς την τοποθεσία και τις συνθήκες της υποτιθέμενης στρατιωτικής του υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός έκρινε ότι οι απαντήσεις του δεν περιείχαν επαρκείς βιωματικές και συγκεκριμένες πληροφορίες ώστε να τεκμηριωθεί ο σχετικός ισχυρισμός.
Ωστόσο, από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι η κατάσταση ασφαλείας στην ανατολική ΛΔΚ, και ειδικότερα στην περιοχή του Βόρειου Κίβου και της Goma, χαρακτηρίζεται από ένοπλη σύγκρουση και παρουσία διαφόρων ένοπλων ομάδων. Επιπλέον, υπάρχουν αναφορές για στρατολόγηση ανηλίκων και βίαιη στρατολόγηση νεαρών ατόμων από ένοπλες ομάδες, γεγονός που καταδεικνύει ότι η στρατολόγηση ανηλίκων αποτελεί υπαρκτό φαινόμενο στην περιοχή.
Οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν περιστατικά αναγκαστικής στρατολόγησης ανηλίκων και νεαρών ατόμων από ένοπλες ομάδες στη ΛΔΚ, είτε για την εκτέλεση υποστηρικτικών καθηκόντων, όπως η μεταφορά τροφίμων, όπλων και πυρομαχικών, είτε για συμμετοχή σε ένοπλες επιχειρήσεις. Παράλληλα, καταγράφονται περιστατικά κακομεταχείρισης και σοβαρής βίας σε βάρος ανηλίκων κατά τη διάρκεια της στρατολόγησης και εκπαίδευσής τους, καθώς και αναφορές για εκτελέσεις ατόμων που αντιστέκονταν στη στρατολόγηση. Η πρακτική της αναγκαστικής στρατολόγησης έχει καταγραφεί ως διαχρονικό φαινόμενο μεταξύ διαφόρων ένοπλων ομάδων που δραστηριοποιούνται στη ΛΔΚ, με ιδιαίτερη ανησυχία να εκφράζεται για την περιοχή του Βόρειου Κίβου.
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη αναγκαστικής στρατολόγησης και στρατολόγησης ανηλίκων στην περιοχή, ο λειτουργός έκρινε ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του Αιτητή δεν τεκμηριώνεται επαρκώς και συνεπώς ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι o ισχυρισμός του ότι συμμετείχε στον πόλεμο και ότι τα αδέρφια του σκοτώθηκαν μπροστά στα μάτια του από μέλη της Μ23, ο λειτουργός έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς, καθώς ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες για τις συνθήκες θανάτου των αδελφών του. ο Λειτουργός σημειώνει ότι παρότι του δόθηκαν επανειλημμένες ευκαιρίες να περιγράψει το περιστατικό, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι πυροβολήθηκαν κατά τη διάρκεια επίθεσης της Μ23, χωρίς να περιγράψει με σαφήνεια το περιστατικό, τη δική του αντίδραση ή τις προσωπικές του εμπειρίες.
Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με τον θάνατο των αδελφών του. Ο λειτουργός σημείωσε επίσης ότι ο ισχυρισμός του ότι δεν μπορούσε να υπάρχει οποιαδήποτε απόδειξη δεν συνάδει με τις αναφερόμενες εξωτερικές πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία συστήματος ληξιαρχικής καταγραφής στη ΛΔΚ.
Οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι κατά την επίμαχη περίοδο υπήρχε έντονη ένοπλη σύγκρουση στην περιοχή της Goma και του Βόρειου Κίβου, με παρουσία της Μ23, άλλων ένοπλων ομάδων και σημαντικό αριθμό θυμάτων και εκτοπισμένων. Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν μόνο το γενικό πλαίσιο της σύγκρουσης και δεν επιβεβαιώνουν προσωπικά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι τα αδέρφια του σκοτώθηκαν μπροστά στα μάτια του.
Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε ότι, ελλείψει επαρκών προσωπικών, συγκεκριμένων και υποστηρικτικών στοιχείων, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Εξετάζοντας τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι οτ τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι ο πατέρας του απεβίωσε εξαιτίας της ιδιότητας του ως συνταγματάρχης, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ασυνέπειες στις δηλώσεις του Αιτητή. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του ήταν συνταγματάρχης και ότι σκοτώθηκε το 2015 κατά τη διάρκεια επίθεσης της Μ23. Ωστόσο, ο λειτουργός εντόπισε ασυνέπειες μεταξύ των δηλώσεών του και των εγγράφων που υπέβαλε. Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι είχε προσκομίσει πιστοποιητικό θανάτου του πατέρα του στην Υπηρεσία Ασύλου, όμως στον φάκελό του δεν υπήρχε τέτοιο πιστοποιητικό. Υπήρχε μόνο ειδικό πληρεξούσιο που αναφερόταν στον θάνατο του πατέρα του στο Lubumbashi στις 21/03/2015, το οποίο, σύμφωνα με τον λειτουργό, παρουσίαζε ζητήματα ως προς την επικύρωση και την ημερομηνία του.
Επιπλέον, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τον πατέρα του, τη στρατιωτική του ιδιότητα και τον βαθμό του ως συνταγματάρχη. Δεν μπόρεσε να περιγράψει με σαφήνεια τα καθήκοντα, τις αρμοδιότητες, τον χώρο εργασίας ή τη στολή του πατέρα του, περιοριζόμενος κυρίως στη δήλωση ότι ήταν στρατιωτικός και ότι φορούσε στολή το πρωί. Παράλληλα, δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες για τις συνθήκες και τον τρόπο θανάτου του, ούτε για τον τρόπο με τον οποίο η μητέρα του πληροφορήθηκε το περιστατικό.
Ο λειτουργός σημείωσε επίσης ότι οι εξωτερικές πληροφορίες αναφέρουν την ύπαρξη συστήματος ληξιαρχικής καταγραφής στη ΛΔΚ, μέσω του οποίου καταγράφονται οι θάνατοι και εκδίδονται σχετικά πιστοποιητικά. Ωστόσο, δεν υπήρχε στον φάκελο σχετικό πιστοποιητικό που να επιβεβαιώνει τον θάνατο του πατέρα του Αιτητή. Ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τον ισχυρισμό ότι ο πατέρας του ήταν συνταγματάρχης και ότι σκοτώθηκε κατά την επίθεση της Μ23 ενώ λόγω της ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού δεν υπάρχουν βάσιμες πηγές πληροφόρησης που να επιβεβαιώνουν επιπλέον τις δηλώσεις του Αιτητή. Επομένως, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, επειδή θεωρεί δύσκολη την επιστροφή του, έχει περάσει σημαντικό μέρος της ζωής του στο Κονγκό και δεν επιθυμεί να επιστρέψει στην οικογένεια από την οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, έφυγε.
Ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν αιτιολόγησε και δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τους λόγους αυτούς. Ειδικότερα, εντοπίστηκε ανακολουθία και ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ της αρχικής του αίτησης, όπου ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα λόγω του πολέμου στη Goma, και της συνέντευξής του, κατά την οποία δεν ανέφερε ότι διέμενε ποτέ στη συγκεκριμένη πόλη. Παράλληλα, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής, δεν ανέφερε συγκεκριμένο κίνδυνο ή περιστατικό που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την αδυναμία επιστροφής του.
Επιπλέον, ο λειτουργός έλαβε υπόψη ότι ο Αιτητής είναι ενήλικας, ανεξάρτητος και ικανός προς εργασία, ενώ έχει δημιουργήσει δική του οικογένεια και έχει ανήλικο παιδί. Σημειώθηκε επίσης ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, διατηρεί καλές σχέσεις με την οικογένειά του και εξακολουθεί να επικοινωνεί με τη μητέρα του. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τον ισχυρισμό ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή να διαμείνει εκεί μαζί με την οικογένειά του.
Παράλληλα, οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι η κατάσταση ασφαλείας στην ανατολική ΛΔΚ, και ειδικότερα στην περιοχή της Goma και του Βόρειου Κίβου, χαρακτηρίζεται από συνεχιζόμενες συγκρούσεις, παρουσία ένοπλων ομάδων, εκτοπισμό πληθυσμών και απώλειες μεταξύ αμάχων. Ωστόσο, σύμφωνα με την αξιολόγηση του λειτουργού, οι γενικές πληροφορίες για την κατάσταση στη χώρα δεν επαρκούν από μόνες τους για να επιβεβαιώσουν προσωπικό κίνδυνο του Αιτητή, ιδίως αφού οι βασικοί προσωπικοί ισχυρισμοί του σχετικά με τη στρατιωτική του θητεία, τον θάνατο των αδερφών του και τον πατέρα του δεν έγιναν αποδεκτοί. Συμπερασματικά ο λειτουργός απέρριψε και τον πέμπτο ουσιώδη ισχυρισμό.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων και του προφίλ του. Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή όπως και την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ και στην Bunia της επαρχίας Ituri συγκεκριμένα παραθέτοντας σχετικές πηγές, κατέληξε αρχικά ότι υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στη βάση της επικρατούσας κατάστασης.
Στη συνέχεια, εξετάζοντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ο λειτουργός σημειώνει ότι πρόκειται για άμαχο πολίτη, ενήλικα, χωρίς προβλήματα υγείας ή ευαλωτότητα και χωρίς προηγούμενη δίωξη προς το πρόσωπό του. Παράλληλα διατηρεί σχέση με Καμερουνέζα υπήκοο η οποία ήταν Αιτήτρια διεθνούς προστασίας και έχει απορριφθεί με την οποία έχουν αποκτήσει ένα παιδί περίπου 2 ετών. Σημειώνεται επιπλέον ότι ο Αιτητής είναι άτομο ανεξάρτητο και ικανό να εργασθεί με στενό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του.
Όσον αφορά τη δυνατότητα της οικονομικής επιβίωσης του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, διαπιστώθηκε ότι οι συνθήκες διαβίωσης που θα αντιμετωπίσει ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του δύναται να εγγυηθούν ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης.
Στη συνέχεια, ο λειτουργός εξετάζοντας το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου του Αιτητή και ειδικότερα την ασφάλεια, ευημερία και ανάπτυξη του παιδιού σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή και της συμβίας του στη χώρα καταγωγής του, διαπίστωσε αρχικά ότι στη περιοχή Bunia, Ituri της ΛΚΔ παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων και υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση που επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, τόσο ο Αιτητής όσο και η συμβία του και το ανήλικο τέκνο τους, θα αντιμετωπίσουν δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης ως απόρροια της επικρατούσης κατάστασης ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε στοιχεία που αφορούν την συμβία του Αιτητή, η οποία όπως λέχθηκε από τον Αιτητή κατάγεται από το Καμερούν συνεπώς συντάσσεται με το σκεπτικό της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ανατρέχοντας περαιτέρω, σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ως προς την εκπαίδευση, με σκοπό την αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου ο Λειτουργός διαπιστώνει ότι η πρωτοβάθμια εκπαίδευση στη ΛΔΚ είναι υποχρεωτική, ενώ η δευτεροβάθμια είναι προαιρετική. Ο αρμόδιος λειτουργός σημειώνει ωστόσο, ορισμένα εμπόδια στην εκπαίδευση των κοριτσιών, όπως οι πρώιμοι γάμοι, οι εφηβικές εγκυμοσύνες και οι κοινωνικές αντιλήψεις για τους ρόλους των φύλων, παράλληλα, όμως διαπιστώνει ότι εφαρμόζονται προγράμματα και στρατηγικές για την ενίσχυση της συμμετοχής των κοριτσιών στην εκπαίδευση.
Ως προς την υγεία, ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώνει από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ότι στη ΛΔΚ υπάρχει οργανωμένο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, με εθνικά προγράμματα για την ενίσχυση του ιατρικού προσωπικού και των υγειονομικών υποδομών. Παράλληλα, λειτουργούν εκτεταμένες κοινοτικές υπηρεσίες υγείας, με μεγάλο αριθμό κοινοτικών εργαζομένων υγείας, κέντρα παροχής υπηρεσιών και δωρεάν ή επιδοτούμενες υπηρεσίες, μεταξύ άλλων για την αντιμετώπιση ασθενειών όπως η ελονοσία, η πνευμονία, η διάρροια και ο υποσιτισμός.
Ως προς την ανάπτυξη ο λειτουργός αναφερόμενος σε πηγές πληροφόρησης σημειώνει ότι η UNICEF υποστηρίζει την υγεία και την εκπαίδευση, μέσω ενημερωτικών δράσεων, εμβολιασμών, υποστήριξης σχολείων, προσωρινών χώρων μάθησης, παροχής σχολικών ειδών και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης. Παρέχεται επίσης ανθρωπιστική βοήθεια, όπως καθαρό νερό και μέτρα πρόληψης ασθενειών, ιδίως σε περιοχές που επηρεάζονται από τις συγκρούσεις.
Με βάση τα ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός καταλήγει ότι, λαμβανομένων υπόψη της πρόσβασης στην εκπαίδευση, των διαθέσιμων υπηρεσιών υγείας και της δυνατότητας των γονέων να εργαστούν και να καλύψουν τις ανάγκες του παιδιού, μπορεί να διασφαλιστεί το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου σε περίπτωση επιστροφής στη ΛΔΚ.
Τέλος, όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας στην Bunia της επαρχίας Ιτούρι, οι Καθ’ ων η Αίτηση καταλήγουν ότι, βάσει των πληροφοριών που έχουν προηγουμένως εξεταστεί, δεν συντρέχουν εύλογοι ή βάσιμοι λόγοι ώστε ο Αιτητής, η συμβία του και το ανήλικο τέκνο τους να αντιμετωπίσουν δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της γενικής κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον διαπιστώθηκε πως δεν πληρούνται τα αναγκαία υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του φόβου δίωξης, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, κρίθηκε πως δεν συντρέχει κανένας λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, αυτός κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β). Αναφορικά δε με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στο Άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα κατά το στάδιο αξιολόγησης κινδύνου και με βάση την οποία διαπιστώθηκε ότι παρόλο που στην επαρχία Ituri παρατηρούνται συνθήκες ενόπλων συγκρούσεων δεν είναι σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεμελιωθεί κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό την έννοια του Άρθρου 19 (2) (γ) και συνεπώς το αίτημά του απορρίφθηκε και ως προς την πιθανότητα υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή.
Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των λοιπών ισχυρισμών, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και οι υπό εξέταση ισχυρισμοί απορρίπτουνται στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία της δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία της, το μορφωτικό της επίπεδο και γενικότερα το προφίλ της δεν την εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια των προφορικών του συνεντεύξεων, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία. Οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε ο Αιτητής, τις οποίες δεν κατάφερε να επεξηγήσει καταδεικνύουν ότι αυτός ορθά κρίθηκε αναξιόπιστος.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).
Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της για διεθνή προστασία.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, ο Αιτητής δεν κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Όπως λέχθηκε και πιο πάνω ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός περί Αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
Ο περί Προσφύγων Νόμος του 2026, ορίζει επιπλέον, υπο το ερμηνευτικό άρθρο 2 τον όρο «πρόσφυγα» ως «κάθε υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή που απολαύει καθεστώτος πρόσφυγα κατά την έννοια της Σύµβασης της Γενεύης περί του καθεστώτος των προσφύγων της 28ης Ιουλίου 1951, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967, καθώς και όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται».
Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» ως «ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν το εν λόγω πρόσωπο επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2 και ο οποίος δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας.
Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ)2024/1347».
Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωσιακού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:
Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι: «Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι: «Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει ότι «Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[.]».
Σημειώνεται πως ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ' ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας»[1]. βλ.Υπόθεση Α. J. M. κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2146/24, ημερομηνίας 28.8.2026
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) του Κανονισμού Περί Αναγνώρισης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C- 285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v.Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Αναφορικά με τη γενική κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm, μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, η ΛΔΚ πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της ΛΔΚ και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων. Η εμπλοκή πολλαπλών μερών, η ξένη παρέμβαση, η επιβολή κατάστασης πολιορκίας στις επαρχίες Ituri και Βόρειο Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές και η δημιουργία της Συμμαχίας Fleuve Congo (AFC) με τη συμμετοχή του M23, σε συνδυασμό με κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, την επέκταση περιφερειακών στρατιωτικών επιχειρήσεων και την αναζωπύρωση διεθνών προσπαθειών λογοδοσίας, συνέβαλαν περαιτέρω στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης ασφαλείας[2].
Ως προς τον άμαχο πληθυσμό, οι απώλειες αυξήθηκαν σημαντικά. Ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, επιδρομές και επιθέσεις κατά χωριών, χώρων φιλοξενίας εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, αγορών, κατοικιών και χώρων υγειονομικών και ανθρωπιστικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τεκμηριώθηκαν μαζικές ανθρωποκτονίες, εθνοτικά στοχευμένες σφαγές, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, λεηλασίες και καταναγκαστική εργασία, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σημειώνεται επίσης σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και εκτεταμένος αναγκαστικός εκτοπισμός, όπως και συστηματική παρεμπόδιση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, η σχετιζόμενη με τις ένοπλες συγκρούσεις σεξουαλική βία έλαβε ευρείας κλίμακας διαστάσεις, η στρατολόγηση παιδιών χαρακτηρίστηκε ως άνευ προηγουμένου, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν διάχυτη βία, λογοκρισία, απειλές ή/και θανατική ποινή σε περιπτώσεις δημοσιογραφικής κάλυψης των συγκρούσεων[3].
Στην ίδια πηγή αναγράφεται πως «Οι συνέπειες της εκτεταμένης βίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) αποτυπώνονται επίσης στον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων παγκοσμίως. Πάνω από δεκατρία εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η κατάσταση στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σοβαρών ανθρωπιστικών κρίσεων διεθνώς.[4]»
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Ituri της ΛΔΚ, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την11/09/2026), όπου καταγράφηκαν 522 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 1,389 ανθρώπινες απώλειες[5].
Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Ituri (καταγραφή του 2020) καταγράφηκε στους 4,392,200 κατοίκους[6].
Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ του Αιτητή, ο οποίος είναι νέος, υγιής, ικανός προς εργασία, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής της στη χώρα καταγωγής του, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, στην πόλη συνήθους διαμονής συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ του Αιτητή δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή του, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού περί Αναγνώρισης (2024/1347).
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Α. J. M. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2146/24, Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, Κ. Κλεάνθους Δ.Δ.Δ.Δ.Π., 28.8.2026, Α.J.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: <font style="background-color: yellow">2146</font>/<font style="background-color: yellow">24</font>, 28/8/2026
[2] War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (Ημερομηνία πρόσβασης 16/09/2026)
[3] War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (Ημερομηνία πρόσβασης 16/09/2026)
[4] ar Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period from 1 July 2023 (ongoing) (last updated on 28 January 2026), The Humanitarian Situation, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/violations/#attacks-on-civilians (Ημερομηνία πρόσβασης 16/09/2026)
[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 11/09/2026), Explorer | ACLED (Ημερομηνία πρόσβασης 16/09/2026)
[6] Congo (Dem. Rep.): Provinces, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information (ημερομηνία πρόσβασης 16/09/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο