ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 178/24
28 Σεπτεμβρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
L.M.M.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Υπηρεσία Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
..................................................
H Αιτήτρια παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Τζόναθαν Μπετίτο, Δικηγόρος για την Αιτήτριας
Θεοφανώ Βασιλάκη, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση
[Παρούσα η μεταφράστρια κα Marina Katchatrian για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε αγγλικά και αντίστροφα].
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 14/12/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 24/07/2020, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Την ίδια ημέρα παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).
Στις 07/12/2023 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση αυθημερόν προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του αιτήτριας. Στις 14/12/2023, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης. Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα της αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε από την ίδια αυθημερόν στις 05/01/2024. Η αιτήτρια καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την υπό εξέταση προσφυγή αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης προβάλλει, ότι η απόφαση δεν είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας, προωθώντας τη θέση ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να ερευνήσουν δεόντως το αίτημα της αιτήτριας. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ο συνήγορος της αιτήτριας απέσυρε τον ισχυρισμό περί του ότι η απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου λόγω παράβασης δικαιώματος ακρόασης όπως διαφυλάσσεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στο άρθρα 13Α(7) και 18(1) του Περί Προσφύγων Νόμων. Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός απορρίφθηκε κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, καθώς και ότι η αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακύρωσης που προωθεί. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, έτσι ώστε να της αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να της χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί και η επίδικη απόφαση να επικυρωθεί από το Δικαστήριο.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό που προωθείται περί του ότι εσφαλμένα και λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας, η αιτήτρια προέβαλε ότι οι λόγοι που την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της οφείλονται στην πολιτική κρίση, εξαιτίας της οποίας η ίδια απειλήθηκε με θάνατο. Παράλληλα, η εργασία της τερματίστηκε, με αποτέλεσμα να μην έχει άλλη επιλογή από το να διαφύγει για να διασφαλίσει την προσωπική της ασφάλεια. Τέλος, πρόσθεσε ότι παντού γύρω της υπήρχαν πυροβολισμοί, ένοπλες συρράξεις και δολοφονίες.
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η αιτήτρια επιβεβαίωσε πως έχει καταγωγή από το Καμερούν, γεννήθηκε στην πόλη Wum, Mentchum, του βορειοδυτικού Καμερούν, όπου διέμενε μέχρι το έτος 2016. Ακολούθως, μετοίκησε στην πόλη Bamenda και το έτος 2017 μετοίκησε στην πόλη Yaounde, στην οποία διέμεινε μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της και η οποία αποτελεί τον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής της. Όπως ισχυρίστηκε η αιτήτρια, αφού ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή της, ξεκίνησε να φοιτά σε Πανεπιστήμιο της Bamenda, αλλά λόγω της κρίσης διέκοψε τις σπουδές της. Ως προς την εργασιακή της εμπειρία δήλωσε ότι εργάστηκε ως δασκάλα μερικής απασχόλησης τα έτη 2016 – 2017 και ως πωλήτρια τα έτη 2017 – 2018. Πρόσθετα, ανέφερε πως έχει έναν υιό, ο οποίος διαμένει μαζί με την αδελφή της στην πόλη Yaounde του Καμερούν, ενώ δήλωσε πως δεν διατηρεί επικοινωνία με τον πατέρα του τέκνου. Ανέφερε πως οι γονείς της έχουν αποβιώσει, ενώ έχει δύο αδελφές οι οποίες διαμένουν στην πόλη Yaounde.
Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της ήταν η επιθυμία της να σπουδάσει στο εξωτερικό και να εξασφαλίσει μια θέση εργασίας γραφείου. Επιπλέον, ανέφερε ότι έτερος λόγος αποχώρησής της ήταν η γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στο Καμερούν, ιδίως η κρίση που αφορά τις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας. Πρόσθεσε ότι δύναται να επιστρέψει στο Καμερούν, πλην όμως όχι στην πόλη Wum, καθώς, η περιοχή αυτή δεν είναι ασφαλής. Ανέφερε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, θα εγκατασταθεί στην Yaoundé, όπου διαμένουν οι αδελφές της.
Στη βάση του πιο πάνω αφηγήματος, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε η αιτήτρια, διέκρινε στην Έκθεση-Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως: (1) Υπήκοος του Καμερούν, γεννημένη στην Wum city, Menchum division, Northwest Province/Region, μιλά Αγγλικά, Aghem και λίγα Γαλλικά, είναι Χριστιανή, δεν ολοκλήρωσε την Πανεπιστημιακή της μόρφωση και διέμενε στην πόλη Yaounde, μέχρι που αναχώρησε από το Καμερούν, (2) Αναχώρησε από το Καμερούν για να σπουδάσει και (3) Η γενική κατάσταση ανασφάλειας που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον πρώτο ισχυρισμό καθώς οι δηλώσεις της αιτήτριας κρίθηκαν σαφείς, συνεκτικές ενώ διασταυρώθηκαν και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ομοίως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθώς ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι όπως διαφαίνεται από τα δεδομένα της συνέντευξής της αναχώρησε από τη χώρα της και αφίχθηκε στην Κύπρο με σκοπό να σπουδάσει. Και ο τρίτος ισχυρισμός της αιτήτριας έγινε αποδεκτός καθώς ο λειτουργός έκρινε ότι στην αίτησή της για Διεθνή Προστασία, η αιτήτρια δήλωσε ότι απειλήθηκε η ζωή της και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, κληθείσα να εξηγήσει τι εννοούσε, απάντησε ότι αναφερόταν στη γενική κατάσταση ανασφάλειας. Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός παρείχε πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τους τρείς αποδεκτούς ισχυρισμούς και τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας και κατόπιν αξιολόγησης πληροφοριών αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν και συγκεκριμένα στην πόλη Yaounde, περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως απόρροια της κατάστασης ανασφάλειας στη Yaounde.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της αιτήτριας, καθότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, δυνάμει του άρθρου 15 εδάφια (α) και (β) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου).
Επιπρόσθετα, ο λειτουργός, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ιδιαίτερες περιστάσεις της αιτήτριας, άμαχος πολίτης, η οποία αναμένεται να επιστρέψει στην περιοχή Yaounde, ενήλικη, μορφωμένη, υγιής, δεν παρουσίασε θέματα ευαλωτότητας και έχει εργασιακή εμπειρία, ενώ ομιλεί αγγλικά και λίγα γαλλικά, δεν δημιουργούν τις προϋποθέσεις ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στη Γαλλόφωνη περιφέρεια Yaounde, υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας της και μόνον στη συγκεκριμένη περιοχή. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτήτριας.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους της, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός και ούτως ή άλλως δεν αμφισβητείται.
Σε σχέση με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό για τον λόγο και τις συνθήκες αναχώρησης της αιτήτριας από το Καμερούν, προκύπτει ότι αυτή εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές της και ότι ο συγκεκριμένος σκοπός συνδεόταν άμεσα με την άφιξή της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η εκδοχή αυτή αντανακλάται στα στοιχεία που καταγράφηκαν κατά τη συνέντευξή της και δεν προέκυψε οποιοδήποτε ουσιώδες στοιχείο το οποίο να αναιρεί την εκδοχή αυτή. Κατά συνέπεια, αποδέχομαι τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό ως πραγματικό γεγονός, ότι δηλαδή η αναχώρηση της αιτήτριας από το Καμερούν και η μετάβασή της στην Κύπρο πραγματοποιήθηκαν με σκοπό τη φοίτησή της.
Πρόσθετα, αποδεκτός γίνεται και ο τρίτο ουσιώδης ισχυρισμός αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, από το περιεχόμενο της αίτησης διεθνούς προστασίας και από όσα η αιτήτρια ανέφερε κατά τη συνέντευξή της προκύπτει ότι η αναφορά της σε κίνδυνο για τη ζωή της δεν αφορούσε συγκεκριμένο, εξατομικευμένο περιστατικό επίθεσης ή απειλής εναντίον της, αλλά τη γενικότερη κατάσταση ανασφάλειας που, κατά την αντίληψή της, επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας. Ειδικότερα, όταν κλήθηκε να διευκρινίσει τι ακριβώς εννοούσε με τη δήλωσή της ότι η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο, η αιτήτρια προσδιόρισε ότι αναφερόταν στη γενική κατάσταση ανασφάλειας. Επομένως, αξιολογώ τον συγκεκριμένο ισχυρισμό υπό το πρίσμα αυτό, ως αναφορά στις γενικότερες συνθήκες ασφαλείας που επικρατούν στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και όχι ως επίκληση συγκεκριμένης και εξατομικευμένης απειλής που στράφηκε προσωπικά εναντίον της αιτήτριας.
Κατά συνέπεια, αποδέχομαι τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό σε σχέση με την καταγωγή, την ταυτότητα και τα προσωπικά χαρακτηριστικά της αιτήτριας, τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό σε σχέση με την αναχώρησή της από το Καμερούν για να σπουδάσει αλλά και τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό σε σχέση με την γενικευμένη κατάσταση ανασφάλειας που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά αποτελούν, συνεπώς, τη βάση επί της οποίας το Δικαστήριο προχωρεί στην περαιτέρω νομική αξιολόγηση της αίτησης και στην εξέταση του κατά πόσον οι συγκεκριμένες περιστάσεις δύνανται να θεμελιώσουν ανάγκη παροχής διεθνούς προστασίας.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Αδιαμφισβήτητα όπως προκύπτει από το άρθρο 18 (5) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000), ο αιτητής που επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης, οφείλει να εκθέσει στη διοίκηση με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών του, τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, αυτό όμως δεν αίρει την υποχρέωσή του να επικαλεσθεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αίτημα που υπέβαλε στις αρμόδιες αρχές.
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε η αιτήτρια δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της. Η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ισχυρισμούς που θα την ενέτασσαν στον ορισμό του πρόσφυγα προκειμένου να επωφεληθεί των ευεργετημάτων τέτοιου καθεστώτος.
Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει πως η αιτήτρια είχε αρκετές ευκαιρίες κατά το στάδιο της συνέντευξής της να αναπτύξει με κάθε λεπτομέρεια τον πυρήνα του αιτήματός της και να θεμελιώσει τον ισχυριζόμενο κίνδυνο που αντιμετωπίζει στη χώρα καταγωγής της. Η αιτήτρια ούτε στην ενώπιον μου διαδικασία που είχε τη δυνατότητα να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της, με το ορθό δικονομικό διάβημα, έθεσε ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο. Κατά συνέπεια, ενόψει των προβαλλόμενων ισχυρισμών δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί στην αιτήτρια καθεστώς πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Πρόσθετα, από το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, έχοντας αποδεχθεί ότι ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της είναι η Yaounde, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στην εν λόγω τοποθεσία, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στο τόπο διαμονής της αιτήτριας, την πόλη Yaounde, όπου και αναμένεται να επιστρέψει, ως αναφέρεται σε άρθρο του The Conversation, μίας ειδησεογραφικής ιστοσελίδας που δημοσιεύει άρθρα ακαδημαϊκών σε συνεργασία με δημοσιογράφους, δημοσιευθέν τον Αύγουστο του 2025, το 2016 ξεκίνησαν ειρηνικές διαδηλώσεις δικηγόρων και εκπαιδευτικών κατά της «γαλλοφωνοποίησης» των δικηγορικών και εκπαιδευτικών συστημάτων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ωστόσο, γρήγορα εξελίχθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των αυτονομιστών και των κυβερνητικών δυνάμεων.[1] Τον Οκτώβριο του 2017, αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, την «Αμπαζονία» στις Northwest και Southwest περιοχές.[2]
Ως προς την εξέλιξη της κρίσης μέσα στα χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε σε δημοσίευση του Απριλίου του 2025 ότι η κατάσταση ασφαλείας στις περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις παρουσίασε ανησυχητική τάση, με 2.098 περιστατικά να καταγράφονται κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, ήτοι 339 περισσότερα σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2024.[3] Συνολικά, το 2024 αναφέρθηκαν 7.035 περιστατικά ασφαλείας (3.113 στη Northwest περιοχή, 2.398 στη Southwest περιοχή και 1.524 στην Far North περιοχή).[4] Αυτός ο αριθμός συνιστά σχεδόν διπλασιασμό των 4.519 περιστατικών που καταγράφηκαν το 2023 και τριπλασιασμό του αριθμού που σημειώθηκε το 2022 (2.748).[5] Βάσει των ανωτέρω διαπιστώνεται ότι η κατάσταση ασφαλείας στην Yaounde δεν επηρεάζεται από τα ανωτέρω γεγονότα καθότι δεν ανήκει στις προαναφερθείσες επηρεαζόμενες από τις υπάρχουσες συνθήκες περιοχές, καθότι γεωγραφικά ευρίσκεται στο κεντρικό τμήμα της χώρας.
Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 25/09/2026) στην Yaounde, καταγράφηκαν 3 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκε 1 ανθρώπινη απώλεια.[6] Ο δε πληθυσμός της Κεντρικής περιφέρειας στην οποία υπάγεται η πόλη Yaounde, ανέρχεται περί τους 5,487,600 κατοίκους σύμφωνα με εκτιμήσεις του έτους 2025[7], ενώ ο πληθυσμός της Yaounde ανέρχεται περί τους 1,817,524 κατοίκους σύμφωνα με εκτιμήσεις του έτους 2005.[8]
Συνοψίζοντας, προκύπτει πως στο Καμερούν, και ιδίως στις αγγλόφωνες περιοχές εξακολουθεί να υφίσταται κατάσταση σοβαρής ανασφάλειας, η οποία συνδέεται με την παρατεταμένη αγγλόφωνη κρίση και τις συγκρούσεις μεταξύ αυτονομιστικών ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων. Η ύπαρξη της γενικότερης αυτής κατάστασης δεν αμφισβητείται και αποτελεί διαπιστωμένο πραγματικό δεδομένο. Πλην όμως, η αποδοχή της ύπαρξης γενικευμένης κατάστασης ανασφάλειας δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στο συμπέρασμα ότι κάθε πρόσωπο που επιστρέφει στο Καμερούν, ανεξαρτήτως του τόπου προορισμού και των ατομικών του περιστάσεων, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Η εκτίμηση του κινδύνου οφείλει να συναρτάται με τον συγκεκριμένο τόπο επιστροφής, την ένταση και τη συχνότητα των περιστατικών που καταγράφονται σε αυτόν, καθώς και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ενδιαφερομένου προσώπου.
Εν προκειμένω, η αιτήτρια θα επιστρέψει στην Yaoundé, όπου διέμενε πριν από την αναχώρησή της από το Καμερούν. Τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν καταδεικνύουν ότι η Yaoundé πλήττεται από την ίδιας έντασης και συχνότητας ένοπλη βία που παρατηρείται στις κατεξοχήν επηρεαζόμενες αγγλόφωνες περιοχές. Περαιτέρω, τα διαθέσιμα δεδομένα αναφορικά με περιστατικά πολιτικής βίας στην Yaoundé, εξεταζόμενα σε συνάρτηση με τον πληθυσμό της πόλης και της ευρύτερης περιοχής, δεν καταδεικνύουν επίπεδο βίας τέτοιο ώστε η απλή παρουσία της αιτήτριας στην πόλη να δημιουργεί, αφ' εαυτής, πραγματικό κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική της ακεραιότητα.
Συνεκτιμώ επιπρόσθετα, ότι η αιτήτρια δεν επικαλέστηκε ούτε απέδειξε οποιοδήποτε ιδιαίτερο προσωπικό χαρακτηριστικό ή περιστατικό που να την καθιστά ειδικά εκτεθειμένη στην υφιστάμενη κατάσταση ασφαλείας στην Yaoundé. Δεν προκύπτει, συνεπώς, από το ενώπιόν μου υλικό ότι η γενική κατάσταση ανασφάλειας, σε συνδυασμό με τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, αυξάνει τον ατομικό της κίνδυνο σε βαθμό που να πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη διαπίστωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Ως εκ τούτου, με βάση τον τόπο στον οποίο αναμένεται να επιστρέψει η αιτήτρια, τα διαθέσιμα στοιχεία για την κατάσταση ασφαλείας στην Yaoundé και τις ατομικές της περιστάσεις, η εν λόγω γενική κατάσταση δεν είναι, από μόνη της, ικανή να θεμελιώσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της.
Εξετάζοντας τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, παρατηρώ ότι είναι ενήλικας, υγιής, έχει ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανή προς εργασία και χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με ευρύ υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Η αιτήτρια δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας που περιλαμβάνονται στην Γραπτή της Αγόρευση και αφορούν τα πραγματικά περιστατικά του αιτήματός της δεν διακρίνω ότι παραθέτουν οτιδήποτε για τον πυρήνα του αιτήματος της αιτήτριας, ούτε διαφοροποιούν ή ενισχύουν τα όσα ήδη έχει αναφέρει ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, διεξήγαγαν τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου συνηγόρου της αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτεται στο σύνολό του.
Με βάση λοιπόν, το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με δέουσα προσοχή και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος της αιτήτριας, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα, υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] The Conversation, Cameroon’s conflict is part of a bigger trend: negotiations are losing ground to military solutions, 19 Αυγούστου 2025, https://theconversation.com/cameroons-conflict-is-part-of-a-bigger-trend-negotiations-are-losing-ground-to-military-solutions-261697
[2] GCRP (Global Centre for the Responsibility to Protect), Cameroon, 14 Νοεμβρίου 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[3] European Commission, Cameroon, τελευταία ενημέρωση στις 25/04/2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en
[4] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en
[5] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en
[6] Πλατφόρμα ACLED explorer, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[7] City Population, Cameroon, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/
[8] City Population, Cameroon, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο