ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 2390/24
29 Σεπτεμβρίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
W.A.,
από Λίβανο
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Λ. Βελίκοβα (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 29.05.2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 21.06.2024, διά της οποίας απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος Λιβάνου, και στις 04.10.2023 υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας.
Στις 20.05.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 29.05.2024 ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη του Αιτητή, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματός του. Στις 29.05.2024, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Στις 21.06.2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία αυθημερόν παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή κατόπιν διερμηνείας του περιεχομένου της σε γλώσσα πλήρως κατανοητή από τον ίδιο, ήτοι Αραβικά.
Την 01.07.2024 καταχωρήθηκε η παρούσα προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής διά της συνηγόρου του, μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης, προώθησε ελλιπή έρευνα εκ μέρους του λειτουργού, η οποία αφορά την ανασφαλή κατάσταση που επικρατεί στον Λίβανο και τον κίνδυνο αδιάκριτης βίας. Ειδικότερα, αιτείται εφαρμογή του δικαιώματος ακρόασης και επανεξέταση του αιτήματός του σε πρωτοβάθμιο επίπεδο λόγω της κλιμάκωσης του πολέμου με το Ισραήλ. Επιπρόσθετα, προωθεί ακύρωση της απόφασης επιστροφής με επίκληση στην αρχή της μη επαναπροώθησης και υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας, παραπέμποντας σε νομολογία και σε πληροφορίες από την χώρα καταγωγής του Αιτητή.
Οι Καθ' ων η αίτηση υποβάλλουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καταλήγοντας ότι πρόκειται περί οικονομικού μετανάστη. Ως προς την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στον Λίβανο και στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, οι Καθ΄ ων η αίτηση, μετά από έρευνα, και παραπομπή στις σχετικές πηγές, κατέληξαν ότι ο βαθμός άσκησης αδιάκριτης βίας δεν φθάνει σε τόσο ψηλό επίπεδο έτσι ώστε να γίνει αποδεκτό ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι, ο Αιτητής να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητάς του, λόγω της παρουσίας του και μόνον στην εν λόγω περιοχή. Επισημάνθηκε, τέλος, ότι η οικογένειά του εξακολουθεί να διαμένει στην συγκεκριμένη περιοχή, χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα.
Με την Απαντητική του Γραπτή Αγόρευση ο Αιτητής επαναλαμβάνει τον κίνδυνο περί γενικευμένης αδιάκριτης βίας, την ελλιπή δέουσα έρευνα, και την ανάγκη για επικαιροποιημένη αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας στον Λίβανο με παραπομπή σε σχετική νομολογία.
Επισημαίνεται ότι στις 07.10.2024 έγινε αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, η οποία απορρίφθηκε με Ενδιάμεση Απόφαση ημερομηνίας 31.03.2025. Επιπρόσθετα, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας καταχωρήθηκε Σημείωμα από την Υπηρεσία Ασύλου (Τεκμήριο 2) αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στον Λίβανο. Στο συγκεκριμένο σημείωμα παρατίθενται πληροφορίες από την χώρα καταγωγής (ΠΧΚ), με την κατάληξη ότι η κατάσταση ασφαλείας στην ευρύτερη επικράτεια του Λιβάνου δεν αντιστοιχεί σε αδιακρίτως ασκούμενη βία η οποία δύναται να επιφέρει πραγματικό κίνδυνο σε άμαχο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Περαιτέρω, σε περιοχές που επηρεάζονται από περιστατικά ασφαλείας και επιθέσεις εξετάζεται η δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης εγείρονται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερα συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετική είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636. Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.
Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής. Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία».
Η συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στις αγορεύσεις της και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου, ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται.
Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς χαρακτηρίζονται οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
Σημειώνεται πως ο Αιτητής προώθησε μόνο το αίτημα του να του παραχωρηθεί συμπληρωματική (επικουρική) προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 (γ) του Κανονισμού Περί Αναγνώρισης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347).
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Σε αυτό το σημείο, το Δικαστήριο αναφέρει ό,τι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024 (στο εξής «Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347»), ο οποίος αντικαθιστά την Οδηγία 2011/95/ΕΕ και ρυθμίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας, εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, από την 1η Ιουλίου 2026.
Συνεπώς, κατά την εξέταση της ανάγκης για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις του, ως ήδη εφαρμοστέες κατά το χρόνο της παρούσας κρίσης. Ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης επικουρικής προστασίας, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, διατηρεί, κατ’ ουσίαν, τα βασικά κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα που προέβλεπαν η Οδηγία 2011/95/ΕΕ και οι αντίστοιχες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000-2025.
Κατά το στάδιο υποβολής του αιτήματός του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης. Το 2017 έλαβε το πτυχίο του, ωστόσο δεν υπήρχαν ευκαιρίες εργασίας. Δούλεψε σε διαφορετικό τομέα, αλλά ο μισθός ήταν πολύ χαμηλός. Λόγω της οικονομικής κρίσης δεν υπάρχει μέλλον στην χώρα του (ερυθρό 1 Δ.Φ.).
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Λιβάνου, σουνίτης μουσουλμάνος, με τόπο καταγωγής το χωριό Jalala, στην πόλη Zahle της περιφέρειας (district) Zahle, και τόπο τελευταίας διαμονής την πόλη Bar Elias, της περιφέρειας Zahle. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε απόφοιτος τεχνικής σχολής στον κατασκευαστικό τομέα (ερυθρό 25/1Χ Δ.Φ.), και ως προς την εργασιακή του πείρα δήλωσε ότι εργαζόταν ως μηχανολόγος μηχανικός (mechanical engineer) (ερυθρό 24/2Χ Δ.Φ.). Ως προς το οικογενειακό του πλαίσιο, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2017, και η μητέρα του με τα έξι (6) αδέρφια του εξακολουθούν να διαμένουν στην πόλη Bar Elias (ερυθρό 24/3Χ Δ.Φ.).
Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής αναφέρθηκε στον πληθωρισμό και την αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος (ερυθρό 23/1Χ Δ.Φ.).
Ο Αιτητής ουδέποτε έχει συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής, ενώ σε περίπτωση επιστροφής του θα αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα.
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στην Έκθεση/Εισήγηση που συνέταξε, διαμόρφωσε τους ακόλουθους δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς: 1) προσωπικά στοιχεία και προφίλ του Αιτητή, και 2) λόγοι οικονομικού περιεχομένου.
Αμφότεροι ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστοι.
Στη συνέχεια ο Λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του συνόλου των ισχυρισμών που κρίθηκαν αποδεκτοί από την Υπηρεσία Ασύλου, όπου κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στον Λίβανο θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εξέταση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή του Αιτητή, όπου παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη γενική κατάσταση ασφαλείας στον Λίβανο, και ειδικότερα στην περιφέρεια Zahle, και κατέληξε ότι παρόλο που παρατηρούνται περιστατικά ασφαλείας, εντούτοις, ο βαθμός άσκησης αδιάκριτης βίας δεν φθάνει σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε να γίνει αποδεκτό ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι ο Αιτητής να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος της συγκεκριμένης περιοχής.
Εξέτασε περαιτέρω, τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, καταλήγοντας πως πρόκειται για ενήλικα, νεαρό άνδρα, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, ικανό προς εργασία.
Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, καθώς λαμβανομένων υπόψη των προβαλλόμενων ισχυρισμών του, διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό του δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000 και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Επιπρόσθετα, ο λειτουργός με αναφορά στο Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών, αποσαφηνίζει την διαφορά ανάμεσα στον μετανάστη και τον πρόσφυγα, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στον οικονομικό μετανάστη.
Αναφορικά δε, με τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (βάσει του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000), με βάση το προσωπικό του προφίλ και την αξιολόγηση κινδύνου, διαπιστώθηκε ότι δεν θεωρείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση (κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000), ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία (κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000). Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, διαπιστώθηκε πως στην περιφέρεια Zahle, όπου βρίσκεται η περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή στον Λίβανο (και όπου αναμένεται να επιστρέψει), δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων (ως αναλύθηκε κατά την αξιολόγηση του κινδύνου), ώστε να κινδυνεύει ο Αιτητής κατά την επιστροφή του να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλή κατά της ζωής του ή της σωματικής του ακεραιότητας, ως άμαχος, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας, εξαιτίας της παρουσίας του και μόνο στην εν λόγω περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει.
Το Δικαστήριο έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, κρίνει ως ορθή την διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και συντάσσεται με την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς την αποδοχή του συνόλου των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, ήτοι των προσωπικών του στοιχείων, και τους λόγους οικονομικού περιεχομένου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν βρίσκει λόγο διαφοροποίησης επί των ανωτέρω ευρημάτων των Καθ' ων η αίτηση, ως καταγράφονται στην Έκθεση/Εισήγηση και απόφαση.
Η γενική αξιοπιστία του Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του και ως προς τα ανωτέρω δεδομένα που υποστήριξε, υπήρξε ικανοποιητική και ο ίδιος ήταν συνεκτικός στις απαντήσεις του και δεν υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις ως προς τις δηλώσεις του σχετικά με το προφίλ του και τη χώρα καταγωγής του καθώς και τον ισχυρισμό του αναφορικά με το ότι έφυγε από τη χώρα του για να εργαστεί και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης του.
Αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό, περί οικονομικών λόγων, διαπιστώνω ότι, ορθά ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε, ότι δεν αντιμετώπιζε οποιουδήποτε είδους δίωξη στη χώρα του και ότι η περίπτωσή του δεν πληρούσε τις υπό του Νόμου προβλεπόμενες προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, αλλά συνιστούσε περίπτωση οικονομικού μετανάστη, σύμφωνα και με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων.
Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος, καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3(1) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, ως επίσης και πως ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19 (2) (α) και (β) του ιδίου Νόμου, περί της χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) του πιο πάνω Νόμου, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου.
Εξάλλου ο Αιτητής περιόρισε το αίτημα σε αυτό της επικουρικής προστασία πιο κάτω:
Αναφορικά δε, με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής(επικουρικής) προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (αντίστοιχο Άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το εν λόγω άρθρο 19(2)(γ) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 προϋποθέτει 'ουσιώδεις λόγους' να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Σχετική δε, με τούτο, είναι και η ευρεία νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ECLI:CY:AD:2015:D619, ημερομηνίας 22/9/2015), όσο και η ερμηνεία του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014 και C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014) και Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011), όπου ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης», καθώς επίσης, τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025).
Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie (παρ. 35), το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας», ενώ στην παρ. 37 το ΔΕΕ αναφέρει επιπλέον ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.»[1] Περαιτέρω, το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση (παρ. 39), παραθέτει ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της EUAA σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Σημειώνεται πως ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ' ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας»[2]. βλ.Υπόθεση Α. J. M. κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2146/24, ημερομηνίας 28.8.2026
Προς αξιολόγηση της τρέχουσας κατάστασης ασφαλείας στον Λίβανο, το παρόν Δικαστήριο προέβη σε έρευνα με τα ακόλουθα ευρήματα:
Σύμφωνα με έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες που δημοσιεύτηκε στις 21 Νοεμβρίου 2024, «από τις 23 Σεπτεμβρίου 2024, η σύγκρουση μεταξύ του Ισραήλ και της Hezbollah έχει ενταθεί και κλιμακωθεί απότομα. Τους τελευταίους δύο μήνες, οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί στο εσωτερικό του Λιβάνου και οι εισβολές στο νότιο Λίβανο είχαν ως αποτέλεσμα εκτεταμένους εκτοπισμούς, θύματα αμάχους, και ζημιές σε υποδομές συμπεριλαμβανομένης της καταστροφής μερικές φορές ολόκληρων χωριών, γεωργικών εκτάσεων και βοοειδών, και τη διακοπή βασικών υπηρεσιών, όπως εγκαταστάσεις υγειονομικής περίθαλψης, συστήματα ύδρευσης και σχολεία σε όλη την επικράτεια του Λιβάνου. Η συχνότητα και ο αντίκτυπος των ισραηλινών αεροπορικών επιδρομών συνέχισε να επεκτείνεται πέρα από το νότιο Λίβανο, αναγκάζοντας εκατοντάδες χιλιάδες Λιβανέζους και πρόσφυγες, κυρίως Σύριους, να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους».[3]
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση (2025) της Διεθνούς Αμνηστείας, οι ισραηλινές δυνάμεις διέπραξαν παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου στον Λίβανο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται άμεσες επιθέσεις εναντίον αμάχων και πολιτικών στόχων, τυφλές επιθέσεις και δυσανάλογη χρήση βίας, οι οποίες πιθανότατα συνιστούν εγκλήματα πολέμου[4].
Ο ισραηλινός στρατός εξέδωσε ανεπαρκείς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, παραπλανητικές προειδοποιήσεις εκκένωσης προς τους κατοίκους των νότιων προαστίων της Βηρυτού και της νότιας περιοχής του Λιβάνου, παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο να λαμβάνει όλα τα εφικτά προληπτικά μέτρα για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου για τους αμάχους[5].
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Διεθνής Αμνηστία οι ισραηλινές δυνάμεις επιτέθηκαν παράνομα σε κατοικίες στα χωριά al-Ain (βόρεια Beqaa) στις 29 Σεπτεμβρίου, Aitou (βόρειος Λίβανος) στις 14 Οκτωβρίου, καθώς και στην πόλη Baalbeck στις 21 Οκτωβρίου. Οι δυνάμεις αυτές επιτέθηκαν επίσης παράνομα στο δημαρχείο της Nabatieh στη νότια περιοχή του Λιβάνου στις 16 Οκτωβρίου. Ο ισραηλινός στρατός δεν εξέδωσε προειδοποιήσεις πριν από αυτές τις επιθέσεις, οι οποίες προκάλεσαν τον θάνατο τουλάχιστον 49 αμάχων, συμπεριλαμβανομένων ολόκληρων οικογενειών.[6]
Παραθέτοντας, περαιτέρω, ποσοτικά στοιχεία, ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στο κυβερνείο Beqaa στο οποίο βρίσκεται η πόλη Zahle, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή και η πόλη Bar Elias τόπος τελευταίας διαμονής του, βάσει στοιχείων από το ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 04.09.2026), καταγράφηκαν 168 περιστατικά πολιτικής βίας[7] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 91 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[8] Ειδικότερα, στην πόλη Bar Elias, στην εν λόγω βάση δεδομένων, την συγκεκριμένη χρονική περίοδο υπάρχει καταγεγραμμένο 1 περιστατικό πολιτικής βίας το οποίο είχε ως αποτέλεσμα 2 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, ενώ στην πόλη Zahle δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα οποιαδήποτε περιστατικά πολιτικής βίας.[9] Σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις, ο πληθυσμός του κυβερνείου Beqaa, το 2016 ανερχόταν στις 938,656 κατοίκους.[10]
Ως προς την πρόσβαση στην συγκεκριμένη περιοχή, και ειδικότερα στην πόλη Zahle, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης η συγκεκριμένη πόλη απέχει περίπου μιάμιση ώρα από την Βηρυτό μέσω του αυτοκινητόδρομου Βηρυτού-Δαμασκού.[11] Η απόσταση δε από την πόλη Zahle μέχρι την πόλη Bar Elias ανέρχεται σε 9 χιλιόμετρα.[12] Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον διαδραστικό χάρτη ανεφοδιασμού του Παγκόσμιου Προγράμματος Επισιτισμού (World Food Programme) οι δρόμοι από και προς την πόλη Zahle χαρακτηρίζονται ως διαβατοί/άθικτοι (passable/undamaged) με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 22/06/2026.[13] Συνεπώς, δεν προκύπτει οποιοσδήποτε κίνδυνος ή δυσκολία πρόσβασης στην περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιήσει τον αερολιμένα της Βηρυτού και στη συνέχεια το οδικό δίκτυο της χώρας για την πόλη Zahle ή Bar Elias.
Εκ των ανωτέρω πληροφοριών, διαπιστώνεται η έκρυθμη και ανασφαλής κατάσταση που επικρατεί στον Λίβανο, η οποία, ωστόσο, επικεντρώνεται στο νότιο τμήμα της χώρας. Από τα δεδομένα, ωστόσο, που συνέλεξε το Δικαστήριο στην ευρύτερη περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι το κυβερνείο Bekaa, και ειδικότερα τις πόλεις Zahle και Bar Elias, διαπιστώνεται ότι ο εν λόγω αριθμός των περιστατικών που καταγράφηκαν, λαμβάνοντας υπόψη και το συνολικό πληθυσμό εκεί, δεν συνιστά τέτοιο υψηλό βαθμό αδιάκριτης βίας κατά αμάχων, ώστε να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία του Αιτητή στην εκεί περιοχή, θα τον εκθέσει σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής, κατά την έννοια της σχετικής διάταξης του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Εξετάζοντας, περαιτέρω, τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι είναι ενήλικας νεαρός άνδρας, χωρίς προβλήματα υγείας, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, ικανός προς εργασία, γνώστης της συγκεκριμένης περιοχής, και με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψιν επίσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, οι οποίες δεν παρουσιάζουν οιουσδήποτε δείκτες ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, κρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, λήφθηκε εύλογα και κατ' ορθή ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει ο νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι ενήργησαν σύννομα και συνεκτίμησαν όλα τα ενώπιον τους στοιχεία.
Υπό το φως των ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. επίσης ECHR, Sufi and Elmi v. The United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/06/2011 (final 28/11/2011), σελ. 51, §218 (https://www.refworld.org/cases,ECHR,4e09d29d2.html): «However, it is clear that not every situation of general violence will give rise to such a risk. On the contrary, the Court has made it clear that a general situation of violence would only be of sufficient intensity to create such a risk "in the most extreme cases" where there was a real risk of ill-treatment simply by virtue of an individual being exposed to such violence on return.».
[2] Α. J. M. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2146/24, Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, Κ. Κλεάνθους Δ.Δ.Δ.Δ.Π., 28.8.2026, Α.J.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: <font style="background-color: yellow">2146</font>/<font style="background-color: yellow">24</font>, 28/8/2026
[3] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees: Lebanon Emergency; Regional Update; 20 November 2024, 21 November 2024, www.ecoi.net/en/file/local/2118148/241120_Lebanon Emergency - Regional Update 2 (FINAL) 1.pdf, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04.09.2026]
[4] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Lebanon 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124743.html [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04.09.2026]
[5] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Lebanon 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124743.html [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04.09.2026]
[6] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Lebanon 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124743.html [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04.09.2026]
[7] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)
[8] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Lebanon, Bekaa, Zahle/Bar Elias) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 09.09.2026]
[9] Ibid
[10] OCHA, Lebanon, Bekaa and Baalbek/Hermel Governorates Profile, May 2016, σελ. 1, 1463054609.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04.09.2026]
[11] Lebanon Traveler, https://www.lebanontraveler.com/en/magazine/mini-guide-zahle/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 28/09/2026]
[12] Distances From, https://www.distancesfrom.com/lb/map-from-Zahle-to-Bar-Elias/MapHistory/10819956.aspx [Ημερομηνία Πρόσβασης: 28/09/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο