ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 246/23
1 Σεπτεμβρίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. Ι.Η.Α.
2. Α.Η.
3. Α.Η.
4. Α.Η.
5. Α.Η.
Αιτητών,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Ν. Χαραλαμπίδου, Δικηγόρος για τους Αιτητές
Κ. Ιμανίμης, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Οι Αιτητές με την παρούσα προσφυγή στρέφονται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 17.8.2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 και αποφασίστηκε η επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους. Αιτούνται επιπλέον την αναγνώριση/χορήγηση σε αυτούς καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Οι Αιτητές, αποτελούμενοι από τον πατέρα (στο εξής: «Αιτητής 1») και τα τέσσερα τέκνα του (στο εξής: «Αιτητές 2, 3, 4 και 5»), κατάγονται από τη Σομαλία. Εισήλθαν παρατύπως στη Δημοκρατία μέσω των μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση περιοχών και περί την 5.7.2019, υπέβαλαν αιτήσεις διεθνούς προστασίας. Στις 17.5.2022 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή 1 αναφορικά με το αίτημά του για διεθνή προστασία, ενώ στις 18.5.2022 και 26.5.2022 πραγματοποιήθηκαν, από τον ίδιο λειτουργό, οι προσωπικές συνεντεύξεις των δύο ενήλικων τέκνων του, Αιτητών 2 και 3. Ακολούθως, στις 22.7.2022, ο λειτουργός υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: «ο Προϊστάμενος»), εισηγούμενος την απόρριψη των αιτήσεων διεθνούς προστασίας των Αιτητών και ταυτόχρονα την έκδοση απόφασης επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους. Η εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 17.8.2022. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή 1 στις 30.12.2022 και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι κατά την εκδίκαση της παρούσας προσφυγής (ημερομηνίας 17.2.2026), αποσύρθηκε η παρούσα προσφυγή ως προς τους Αιτητές 1, 4 και 5, δηλαδή ως προς τον πατέρα και τους ανήλικους Αιτητές, καθώς εγκρίθηκε αίτημα οικογενειακής επανένωσής τους στη Φινλανδία, όπου κατά δήλωσή τους διαμένει η σύζυγος του Αιτητή 1 και μητέρα των λοιπών Αιτητών. Ως προς τους λόγους προσφυγής, οι Αιτητές, προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στηρίζεται σε ορθή αξιολόγηση των ισχυρισμών τους, καθόσον δεν ελήφθησαν υπόψη οι ιδιαίτερες προσωπικές τους περιστάσεις ούτε αξιολογήθηκαν τα έγγραφα που προσκόμισαν, ενώ υποστηρίζουν ότι πλημμελής υπήρξε και η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής τους. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι θα έπρεπε να είχε αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή, επικουρικώς, το καθεστώς του δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας. Η προσφυγή προωθείται ως προς εναπομείναντες Αιτητές 2 και 3.
3. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης, την οποία, κατά τους ίδιους, εξέδωσαν κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων του φακέλου, παραπέμποντας στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία.
4. Στην απαντητική τους αγόρευση, οι Αιτητές προβάλλουν ότι οι Αιτητές 2 και 3 διατρέχουν κίνδυνο δίωξης λόγω της φυλετικής τους καταγωγής, του κινδύνου στρατολόγησής τους από την Al-Shabaab, της στοχοποίησής τους από την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας λόγω πιθανής σύνδεσής τους με την Al-Shabaab, καθώς και λόγω της γενικής κατάστασης ασφαλείας στη Σομαλία. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι δεν διαθέτουν οικογενειακό ή άλλο υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής τους, ενώ η έλλειψη ταξιδιωτικών εγγράφων τους καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτους σε στοχοποίηση από τις αρχές και άλλους φορείς. Επικουρικώς, υποστηρίζεται ότι, σε περίπτωση μη αναγνώρισής τους ως προσφύγων, θα πρέπει να τους χορηγηθεί το καθεστώς του δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας, καθόσον, ενόψει της περιοχής καταγωγής τους, της ηλικίας τους, της φυλετικής τους καταγωγής και της έλλειψης ταξιδιωτικών εγγράφων, αυξάνεται ο κίνδυνος να εκτεθούν σε σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στη Σομαλία.
Το νομικό πλαίσιο
5. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
6. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
7. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
8. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
9. Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
10. Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).
11. Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
12. Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».
13. Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
14. Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:
15. Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:
«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
16. Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:
«53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
17. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:
«1. Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».
18. Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.
Κατάληξη
19. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του εκάστοτε αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. [Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024]. Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, οι Αιτητές εκπροσωπούμενοι και δια συνηγόρου, έχουν την ευκαιρία να εκθέσουν τους ισχυρισμούς τους και να λάβουν όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
20. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320] αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 [βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010]. Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του [βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
21. Η ανωτέρω προσέγγιση δεν μεταβάλλεται υπό το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 εξακολουθεί να κατοχυρώνει την αρχή της υποχρέωσης αμοιβαίας συνεργασίας κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλέποντας αφενός την υποχρέωση του αιτητή να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει προς θεμελίωση της αίτησής του και, αφετέρου, την αντίστοιχη υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργάζονται ενεργά με τον αιτητή για τη συλλογή και αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια του προϊσχύσαντος άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτό είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 16 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (έως την αντικατάστασή του από τον περί Προσφύγων Νόμο του 2026), χωρίς να επιφέρει ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς την κατανομή του βάρους συνεργασίας και απόδειξης κατά την εξέταση της αίτησης.
22. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών των Αιτητών, επισημαίνεται ότι κατά την καταγραφή της αίτησής του, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, καθώς η σύζυγός του διέμενε στη Φινλανδία, ενώ ο ίδιος παρέμενε στη Σομαλία με τα παιδιά τους. Ανέφερε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να τα φροντίζει εκεί και ότι αναγκάστηκαν να διαφύγουν, προκειμένου να μην απαχθούν από ένοπλες ομάδες, ενώ τα παιδιά του είχαν ανάγκη να διαβιώνουν μαζί με την οικογένειά τους (ερ. 94).
23. Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής 1, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ανέφερε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς το 1971 στην πόλη Merca, όπου και διέμενε έως το 2016. Ακολούθως, από το 2016 έως και το 2019 διέμενε στην πόλη Dusmareb, ενώ κατά τους τελευταίους τρεις μήνες πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του διέμενε στο Mogadishu. Δήλωσε ότι είναι έγγαμος, ότι η σύζυγός του, μαζί με τέσσερα εκ των τέκνων τους, διαβιούν στη Φινλανδία, ενώ τα υπόλοιπα τέκνα του, κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης, βρίσκονταν μαζί του στην Κυπριακή Δημοκρατία, ότι είναι Μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, εθνοτικής καταγωγής Benadiri και, ειδικότερα, μέλος της ομάδας Bandhabow, καθώς και ότι ομιλεί τη σομαλική και την αγγλική γλώσσα. Αναφορικά με τα λοιπά μέλη της οικογένειάς του, δήλωσε ότι ο πατέρας του απήχθη από την Al-Shabaab και δολοφονήθηκε το 2018, ότι η μητέρα του απεβίωσε το 2019 και ότι τα τέσσερα αδέλφια του είχαν αποβιώσει αρκετά χρόνια νωρίτερα. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι είναι κάτοχος πανεπιστημιακού τίτλου στη Δημόσια Υγεία. Ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα, ανέφερε ότι εργάστηκε για ανθρωπιστικές οργανώσεις στη Σομαλία, όπως οι Swiss Kalmo, FSNAU–FAO, COSV και New Ways, οι οποίες χρηματοδοτούνταν από τη UNICEF, ως εκπαιδευτής σε θέματα ευαισθητοποίησης σχετικά με ζητήματα δημόσιας υγείας (ερ. 151-145). Ως προς την κατάσταση της υγείας του, δήλωσε ότι πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη, για τον οποίο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, καθώς και από αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση (ερ. 153).
24. Ο Αιτητής 2, ο οποίος σύμφωνα με τη βεβαίωση υποβολής της αίτησής του υπέβαλε αυτήν την ίδια ημέρα με τον πατέρα του Αιτητή 1, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ανέφερε επίσης ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς το 2003 στην πόλη Merca (σήμερα 23 περίπου ετών), όπου και διέμενε έως και λίγους μήνες πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής. Δήλωσε ότι είναι άγαμος και δεν έχει τέκνα, ενώ πλέον δεν διαθέτει συγγενείς στη Σομαλία. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι, λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στη Σομαλία, ουδέποτε φοίτησε σε σχολείο, ενώ ο πατέρας του του παρείχε κατ’ οίκον εκπαίδευση. Ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα, ανέφερε ότι δεν είχε εργαστεί, καθώς ήταν ανήλικος έως και την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής (ερ. 167-164).
25. O Αιτητής 3, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ανέφερε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς το 2002 (σήμερα περίπου 24 ετών) στην πόλη Merca, όπου και διέμενε έως και λίγους μήνες πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής. Δήλωσε ότι είναι άγαμος και δεν έχει τέκνα, ενώ πλέον δεν διαθέτει συγγενείς στη Σομαλία. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι, λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στη Σομαλία, ουδέποτε φοίτησε σε σχολείο, ενώ ο πατέρας του του παρείχε κατ’ οίκον εκπαίδευση. Ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα, ανέφερε ότι δεν είχε εργαστεί, καθώς ήταν ανήλικος έως και την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής (ερ. 184-181).
26. Αναφορικά με το ταξίδι τους προς τη Δημοκρατία, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής τους στις 28.5.2019 οδικώς και ότι, μέσω Αιγύπτου και ακολούθως διά θαλάσσης, εισήλθαν αρχικά στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και, στη συνέχεια, εισήλθαν παρατύπως στις ελεγχόμενες περιοχές (ερ. 145). Οι Αιτητές 2 και 3 δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν περαιτέρω πληροφορίες, καθώς η οργάνωση του ταξιδιού είχε αναληφθεί από τον πατέρα τους (ερ. 180 163).
27. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής 1, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ανέφερε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Σομαλία εξαιτίας των προβλημάτων που αντιμετώπισε με την τρομοκρατική οργάνωση Al-Shabaab, από την οποία δεχόταν απειλητικά μηνύματα στο κινητό του τηλέφωνο, με την πρώτη απειλή να λαμβάνει χώρα το 2015. Όπως δήλωσε, η Al-Shabaab τον στοχοποίησε λόγω της εργασίας του για διεθνή ανθρωπιστικό οργανισμό, καθώς η οργάνωση αντιτασσόταν στους εργαζομένους διεθνών οργανισμών. Ειδικότερα, ανέφερε ότι, τον Δεκέμβριο του 2015, μετέβη στην περιοχή Afgooye προκειμένου να παράσχει εκπαίδευση σε υπαλλήλους της οργάνωσης FSNAU και ότι, κατά την επιστροφή του προς τη Merca, μέλη της Al-Shabaab ακινητοποίησαν το όχημα στο οποίο επέβαινε και υποχρέωσαν τον ίδιο και τους δύο λοιπούς επιβάτες να αποβιβαστούν. Ακολούθως, ανέφερε ότι τους φώτισαν με φακούς για να ελέγξουν τα πρόσωπά τους, ζήτησαν τα στοιχεία τους και τους ξυλοκόπησαν, επιδιώκοντας να εντοπίσουν συγκεκριμένο πρόσωπο. Ανέφερε ότι τα μέλη της Al-Shabaab τον αποκάλεσαν «γιατρό Ibrahim», πλην όμως ο ίδιος αρνήθηκε ότι ήταν το πρόσωπο που αναζητούσαν ή ότι το γνώριζε. Στη συνέχεια, άρχισαν να πυροβολούν με σκοπό να τον εκφοβίσουν, τον χτύπησαν στα μάτια με το κοντάκι όπλου, τον ξυλοκόπησαν και τον κράτησαν, μαζί με τους υπόλοιπους επιβάτες, επί περίπου έξι ώρες, προτού τους αφήσουν ελεύθερους, προειδοποιώντας τους ότι, εάν ανακάλυπταν ποιος ήταν το πρόσωπο που αναζητούσαν, θα τον ακολουθούσαν. Πρόσθεσε ότι, την επόμενη ημέρα, ενώ βρισκόταν στην κατοικία του στη Merca, έλαβε μήνυμα από την Al-Shabaab, με το οποίο η οργάνωση απαιτούσε να της παραδώσει τα παιδιά του προς στρατολόγηση και να εγκαταλείψει την εργασία του, επειδή συνεργαζόταν με Χριστιανούς, διαφορετικά θα τον σκότωνε. Κατόπιν τούτου, εγκατέλειψε τη Merca και, στις 28 Δεκεμβρίου 2015, μετέβη στα κεντρικά γραφεία της Swiss Kalmo στο Mogadishu, όπου ενημέρωσε τον οργανισμό για τα περιστατικά και ζήτησε μετάθεση. Περί τα τέλη Ιανουαρίου 2016, ο οργανισμός του προσέφερε θέση εργασίας στην πόλη Dhusamareb, όπου ο ίδιος θεωρούσε ότι η Al-Shabaab δεν θα μπορούσε να τον εντοπίσει. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, παρά τη μετακίνησή του, συνέχισε να λαμβάνει απειλητικά μηνύματα από την Al-Shabaab από τον Ιανουάριο του 2016 έως και τη δολοφονία του πατέρα του. Ανέφερε ότι ο πατέρας του απήχθη στις 5 Δεκεμβρίου 2018 στην πόλη Merca και ότι η σορός του παραδόθηκε στην οικογένεια στις 9 Δεκεμβρίου 2018. Μετά τη δολοφονία του πατέρα του, η μητέρα του υπέστη ισχυρό ψυχολογικό κλονισμό, ασθένησε και απεβίωσε στις 26 Φεβρουαρίου 2019 στη Merca. Κατόπιν των γεγονότων αυτών, ανησύχησε για την ασφάλεια των παιδιών του και άρχισε να αναζητά τρόπο να εγκαταλείψει τη χώρα. Όπως ανέφερε, συζήτησε το ζήτημα με τη σύζυγό του, η οποία διέμενε στη Φινλανδία, και από κοινού αποφάσισαν ότι έπρεπε να εγκαταλείψει τη Σομαλία, καθώς είχε καταστεί στόχος λόγω της εργασίας του. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι, στις 27 Φεβρουαρίου 2019, μετέβη στο Mogadishu και οργάνωσε τη μεταφορά των παιδιών του εκεί, καθόσον δεν μπορούσε να επιστρέψει στη Merca. Κατά τη διαμονή του στο Mogadishu φιλοξενήθηκε στην οικία φίλου του πατέρα του, ο οποίος τον βοήθησε να μεταφέρει τα παιδιά του στην πόλη, να πωλήσει την περιουσία του στη Merca και να έρθει σε επαφή με διακινητή. Πρόσθεσε ότι επιχείρησε ανεπιτυχώς να εκδώσει διαβατήρια για τα παιδιά του. Τέλος, ανέφερε ότι κάτοικοι της περιοχής Wahar Ade θεώρησαν εσφαλμένα πως τα παιδιά του ήταν μέλη της Al-Shabaab και ενημέρωσαν σχετικά την Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας της Σομαλίας, με αποτέλεσμα ο ίδιος και τα παιδιά του να κρύβονται στο Mogadishu μέχρι την αναχώρησή τους από τη χώρα. Εν κατακλείδι, δήλωσε ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από την Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας, η οποία τον ενημέρωσε ότι επιθυμούσε να του υποβάλει ερωτήσεις ασφαλείας σχετικά με τον ίδιο και τα παιδιά του (ερ. 145-144).
28. Αναφορικά με τον φόβο που διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι φοβάται πως η Al-Shabaab θα τον σκοτώσει, ότι οι αρχές της Σομαλίας θα τον συλλάβουν και ότι δεν διαθέτει πλέον οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη Σομαλία (ερ. 143).
29. Ακολούθως, τέθηκαν στον Αιτητή 1 διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με την εργασία του σε ανθρωπιστικές οργανώσεις. Επί αυτού, δήλωσε ότι, από το 2008 έως και το 2015, εργάστηκε ως αυτοεργοδοτούμενος, παρέχοντας υπηρεσίες σε οργανώσεις στο πλαίσιο προγραμμάτων ευαισθητοποίησης σε θέματα υγείας, ενώ από το 2016 έως και την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του εργάστηκε για την οργάνωση Swiss Kalmo, της οποίας τα κεντρικά γραφεία βρίσκονταν στο Mogadishu, μολονότι ο ίδιος παρείχε τις υπηρεσίες του στην πόλη Dhusamareb. Πρόσθεσε, επίσης, ότι, πέραν της υλοποίησης προγραμμάτων υγείας, η εν λόγω οργάνωση παρείχε και φαρμακευτική αγωγή (ερ. 147).
30. Περαιτέρω, ερωτήθηκε αναφορικά με τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε από την Al-Shabaab. Επί αυτού, δήλωσε ότι άρχισε να δέχεται απειλές στις αρχές του 2015, με τις οποίες του ζητούσαν να σταματήσει την εργασία του, διαφορετικά θα τον σκότωναν, ενώ η τελευταία απειλή που έλαβε ήταν την ημέρα της αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του. Επιπλέον, ερωτήθηκε αναφορικά με την απαγωγή του πατέρα του και δήλωσε ότι, πριν από την απαγωγή του, μέλη της Al-Shabaab του είχαν ζητήσει να καταβάλει χρηματικό ποσό, όπως συνέβαινε και με άλλους επιχειρηματίες, ενώ του είχαν υποδείξει να επικοινωνήσει με τον γιο του (ερ. 141-140).
31. Επιπροσθέτως, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τη φυλετική του καταγωγή, δήλωσε ότι προέρχεται από μειονοτική φυλή και ότι έχει υποστεί διακρίσεις, καθώς δεχόταν προσβολές λόγω της καταγωγής του (ερ. 142).
32. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής τους, οι Αιτητές 2 και 3, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής τους, ανέφεραν ότι αναχώρησαν εξαιτίας των συγκρούσεων και της έλλειψης πρόσβασης στην εκπαίδευση. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις επί των δηλώσεών τους, ανέφεραν ότι περνούσαν τον περισσότερο χρόνο τους στην οικία τους μελετώντας, ενώ ουδέποτε φοίτησαν σε σχολείο λόγω της κατάστασης ασφαλείας. Ως προς την κατάσταση ασφαλείας, δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν πολλά σχετικά με αυτήν, ωστόσο άκουγαν πυροβολισμούς και εκρήξεις, γεγονός που τους ανάγκαζε να παραμένουν στην οικία τους. Αναφορικά με τη δολοφονία του παππού τους, δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν περαιτέρω πληροφορίες, καθώς κατά τον χρόνο εκείνο βρίσκονταν σε νεαρή ηλικία. Τέλος, ανέφεραν ότι κατά τη διαμονή τους στο Mogadishu δεν αντιμετώπισαν οποιοδήποτε πρόβλημα και ότι η Al-Shabaab ουδέποτε επιχείρησε να τους στρατολογήσει (ερ. 179-174 161-158).
33. Στο στάδιο της προσωπικής συνέντευξης, ο Αιτητής 1 κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα: (α) ακτινογραφίες θώρακος δύο εκ των τέκνων του (ερ. 113-114), (β) πέντε φωτογραφίες (ερ. 116-120), (γ) έκθεση των οργανώσεων IRC και Swiss Kalmo αναφορικά με πρόγραμμα υποστήριξης του Νοσοκομείου Guricel (ερ. 121-125), (δ) έκθεση τριμηνιαίας συνάντησης μεταξύ των οργανώσεων IRC και Swiss Kalmo, στην οποία αναφέρεται ότι ο Αιτητής κήρυξε την έναρξη της συνάντησης προς συζήτηση της ημερήσιας διάταξης και καταγράφεται ως συμμετέχων εκ μέρους της οργάνωσης Swiss Kalmo (ερ. 127-128), (ε) βεβαίωση συμμετοχής σε εκπαίδευση που διοργανώθηκε από τη UNICEF (ερ. 129), (στ) βεβαίωση συμμετοχής σε εκπαίδευση του African Medical and Research Foundation, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Κένυα (ερ. 130), (ζ) βεβαιώσεις συμμετοχής σε εκπαιδεύσεις που διοργανώθηκαν από τη UNICEF κατά τα έτη 2010 και 2011 (ερ. 131-132), (η) πτυχίο του Hope University στον τομέα της Δημόσιας Υγείας (ερ. 133), (θ) υπηρεσιακή κάρτα της οργάνωσης Swiss Kalmo, στην οποία ο Αιτητής αναγράφεται με τον τίτλο «Nutrition Coordinator» (ερ. 134), και (ι) επιστολή της οργάνωσης FSNAU αναφορικά με τη συνεργασία του Αιτητή με την οργάνωση (ερ. 135).
34. Επιπλέον, ο Αιτητής 2 κατέθεσε α) βεβαίωση αναγνώρισης πρόσφυγα για τον Αιτητή 1 εκδιδόμενη από τις αρχές της Κένυας στις 14.7.2011 και με ημερομηνία λήξης τις 13.07.2016 και β) βεβαίωση φοίτησης του στο Περιφερειακό Λύκειο Λιβαδιών κατά το σχολικό έτος 2021-2022 (ερ. 172-171).
35. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς των Αιτητών, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν έξι ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ των Αιτητών, (β) ότι τα τέκνα του Αιτητή 1 αναχώρησαν από τη Σομαλία λόγω της έλλειψης πρόσβασης στην εκπαίδευση, (γ) ότι οι Αιτητές 2 και 3 διέτρεχαν προσωπικό κίνδυνο εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας, (δ) ότι οι Αιτητές, ως μέλη της υποφυλής Bandhabow, υπέστησαν προσωπικά διακρίσεις από μέλη άλλων φυλών, (ε) ότι η Al-Shabaab απείλησε να σκοτώσει τον Αιτητή 1 και επιδίωκε να στρατολογήσει τα τέκνα του και (στ) ότι οι Αιτητές αντιμετωπίζουν κίνδυνο φυλάκισης σε περίπτωση επιστροφής τους στη Σομαλία, καθώς η Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας επιθυμεί να τους ανακρίνει για πιθανές διασυνδέσεις με την Al-Shabaab.
36. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθόσον κρίθηκε ότι οι Αιτητές παρείχαν ακριβείς και επαρκώς λεπτομερείς απαντήσεις, οι οποίες επιβεβαιώνονται τόσο από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όσο και από το ταυτοποιητικό έγγραφο που προσκόμισε ο Αιτητής 1.
37. Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός περί έλλειψης πρόσβασης στην εκπαίδευση απορρίφθηκε, καθόσον οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι Αιτητές που υποβλήθηκαν σε προσωπική συνέντευξη δεν παρείχαν επαρκείς, συνεκτικές και συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν φοίτησαν σε σχολείο. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, παρατέθηκαν διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την πρόσβαση στην εκπαίδευση, σύμφωνα με τις οποίες η φοίτηση σε σχολείο προϋποθέτει την καταβολή διδάκτρων, στοιχείο που δύναται να επιβεβαιώσει την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών τους. Ωστόσο, δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε.
38. Επιπροσθέτως, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός περί προσωπικής έκθεσης σε κίνδυνο λόγω της κατάστασης ασφαλείας απορρίφθηκε, καθόσον οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι Αιτητές 2 και 3 δεν παρείχαν επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο επηρεάστηκαν προσωπικά από τη γενική κατάσταση ασφαλείας, ενώ απάντησαν αρνητικά σε σχετικές ερωτήσεις αναφορικά με το εάν είχαν υποστεί οποιοδήποτε περιστατικό. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, παρατέθηκαν διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας και τη βία κατά αμάχων στη Σομαλία, βάσει των οποίων κρίθηκε ότι οι δηλώσεις τους επιβεβαιώνονται και, ως εκ τούτου, η εξωτερική αξιοπιστία δύναται να θεμελιωθεί. Ωστόσο, δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
39. Αναφορικά με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό περί της ιδιότητάς τους ως μελών της ομάδας Bandhabow και των διακρίσεων που ισχυρίστηκαν ότι υπέστησαν, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι Αιτητές δεν παρείχαν επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τα περιστατικά διακρίσεων που επικαλέστηκαν. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, παρέθεσαν πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη μεταχείριση των μελών της κοινότητας Benadiri και έκριναν ότι, παρόλο που οι εν λόγω πηγές επιβεβαιώνουν το αντικειμενικό πλαίσιο των δηλώσεών τους, θεμελιώνοντας την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, εντούτοις, δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
40. Αναφορικά με τον πέμπτο ουσιώδη ισχυρισμό περί των απειλών που δέχθηκε ο Αιτητής 1 από την Al-Shabaab και της προσπάθειας στρατολόγησης των τέκνων του, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν, αφενός, ότι ο Αιτητής 1 δεν παρείχε επαρκείς, συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες ως προς τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε, καθόσον, πέραν του περιστατικού που τοποθέτησε χρονικά στο 2015, ουδέποτε ήρθε σε άμεση επαφή με μέλη της εν λόγω οργάνωσης, ενώ η περιγραφή του ως προς τον τρόπο με τον οποίο απειλήθηκε κρίθηκε γενικόλογη. Αφετέρου, ως προς τη φερόμενη προσπάθεια στρατολόγησης των τέκνων του, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις του ήταν ασυνεπείς, καθώς, αφενός, ανέφερε ότι τα παιδιά του ουδέποτε ήρθαν σε άμεση επαφή με μέλη της Al-Shabaab και, αφετέρου, ότι η οργάνωση επιχείρησε να τα στρατολογήσει, ενώ η εξήγηση που παρείχε προς άρση της εν λόγω διαφοροποίησης κρίθηκε μη ικανοποιητική. Επιπλέον, ως μη συνεπείς και μη επαρκώς λεπτομερείς αξιολογήθηκαν και οι δηλώσεις του αναφορικά με την απαγωγή και τη δολοφονία του πατέρα του από την Al-Shabaab, καθόσον, αφενός, ανέφερε ότι τα γεγονότα αυτά συνέβησαν επειδή ο πατέρας του δεν κατέβαλε το χρηματικό ποσό που απαιτούσε η οργάνωση και, αφετέρου, ότι συνδέονταν με τον ίδιο, διαφοροποίηση την οποία οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι εξήγησε με γενικόλογες δηλώσεις. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέθεσαν πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τα προφίλ ατόμων που στοχοποιούνται από την Al-Shabaab, καθώς και με τις μεθόδους στρατολόγησης που ακολουθεί η εν λόγω οργάνωση, και έκριναν ότι, παρόλο που οι πηγές αυτές επιβεβαιώνουν το αντικειμενικό πλαίσιο των δηλώσεων του Αιτητή, θεμελιώνοντας την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, εντούτοις, δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
41. Αναφορικά με τον έκτο ουσιώδη ισχυρισμό περί του κινδύνου φυλάκισης λόγω του ότι η Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας επιθυμούσε να τους ανακρίνει εξαιτίας πιθανής σύνδεσής τους με την Al-Shabaab, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι Αιτητές δεν παρείχαν επαρκείς, συγκεκριμένες και συνεπείς πληροφορίες ως προς τον ισχυρισμό ότι κρύβονταν από τις εθνικές αρχές ασφαλείας κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο Mogadishu. Επιπλέον, διαπιστώθηκαν αντιφάσεις μεταξύ των δηλώσεων των Αιτητών, καθόσον δύο εξ αυτών ανέφεραν ότι παρέμεναν στην οικία τους και δεν είχαν γνωρίσει τους γείτονές τους, ενώ ο Αιτητής 3 δήλωσε ότι, αρχικά, δεν κρύβονταν και ότι μόνον σε μεταγενέστερο στάδιο ο πατέρας τους τούς ενημέρωσε πως έπρεπε να κρύβονται από την αστυνομία. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέθεσαν πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τις εθνικές αρχές ασφαλείας της Σομαλίας και έκριναν ότι, παρόλο που οι εν λόγω πηγές επιβεβαιώνουν το αντικειμενικό πλαίσιο των ισχυρισμών των Αιτητών, θεμελιώνοντας την εξωτερική αξιοπιστία τους, εντούτοις, δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
42. Βάσει του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού των Αιτητών, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ως τόπο συνήθους διαμονής τους την πόλη Merca της Περιφέρειας Lower Shabelle και, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών αναφορικά με την εθνοτική τους καταγωγή, κατέληξαν ότι οι Αιτητές δεν είχαν υποστεί περιστατικά που να ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω της εθνοτικής τους καταγωγής κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Σομαλία και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχαν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι θα υποστούν τέτοια μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής τους. Περαιτέρω, επί τη βάσει των διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Merca, κρίθηκε ότι παρατηρούνται βίαιες επιθέσεις από τα εμπλεκόμενα μέρη της σύγκρουσης, με σημαντικές επιπτώσεις στον άμαχο πληθυσμό, και, ως εκ τούτου, συνέτρεχαν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής, οι Αιτητές θα αντιμετώπιζαν πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
43. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης των Αιτητών, κατά την έννοια του άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(1)(α) και (β) των ιδίων νόμων. Περαιτέρω, έκριναν ότι δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας, δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) των ιδίων νόμων, καθόσον, μολονότι στην περιοχή καταγωγής των Αιτητών λαμβάνει χώρα ένοπλη σύγκρουση, η απλή παρουσία τους σε αυτήν δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να θεμελιώσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ακολούθως, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις των Αιτητών και, ιδίως, το μορφωτικό επίπεδο και την επαγγελματική πείρα του Αιτητή 1, καθώς και το γεγονός ότι οι Αιτητές 2 και 3 είναι νεαρής ηλικίας και δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας, έκριναν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκαν την απόρριψη των αιτήσεων διεθνούς προστασίας και την έκδοση αποφάσεων επιστροφής.
44. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, οι Αιτητές επανέλαβαν τη θέση τους ότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη των ισχυρισμών περί απασχόλησης του Αιτητή 1 σε διεθνείς οργανισμούς δεν αξιολογήθηκαν δεόντως και, κατ’ επέκταση, ούτε αξιολογήθηκαν οι σχετικοί ισχυρισμοί του αναφορικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα.
45. Επιπλέον, κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής 3 δήλωσε ότι δεν γνώριζε λεπτομέρειες αναφορικά με την αναχώρησή τους από τη χώρα καταγωγής, καθώς ο πατέρας τους δεν τους είχε ενημερώσει σχετικά, παρά μόνον ότι ο ίδιος είχε στοχοποιηθεί από την Al-Shabaab. Ως προς τον θάνατο του παππού του, ο Αιτητής 3 ανέφερε ότι αυτός έλαβε χώρα πριν από αρκετά χρόνια, περί το 2010, και ότι στη συνέχεια εξακολούθησε να διαβιοί με τη γιαγιά του. Ακολούθως, διευκρίνισε ότι δεν ήταν βέβαιος ως προς τον χρόνο θανάτου του παππού του. Ο Αιτητής 2 δήλωσε ότι ο πατέρας του τους είχε εξηγήσει πως εγκατέλειψαν τη Σομαλία επειδή η ζωή τους βρισκόταν σε κίνδυνο και ότι είχαν στοχοποιηθεί από την Al-Shabaab. Αναφορικά με τον θάνατο του παππού του, δήλωσε ότι αυτός έλαβε χώρα περί το 2018.
46. Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
47. Καταρχάς, επισημαίνεται ότι η ορθή διάκριση και αυτοτελής αποτύπωση των ουσιωδών ισχυρισμών των Αιτητών είναι κομβικής σημασίας για τη μετέπειτα αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους. Συναφώς, διαπιστώνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε ορθή και διακριτή καταγραφή και αξιολόγηση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών. Ειδικότερα, παρέλειψαν, μεταξύ άλλων, να εξετάσουν αυτοτελώς και δεόντως την ιδιότητα του πατέρα ως λειτουργού σε οργανισμό δραστηριοποιούμενο στον τομέα της υγείας και της ανθρωπιστικής βοήθειας, καθώς και τη σημασία που η συγκεκριμένη ιδιότητα ενδέχεται να προσλαμβάνει για την αξιολόγηση του προβαλλόμενου κινδύνου.
48. Ευθύς εξαρχής επισημαίνεται ότι, κατόπιν της απόσυρσης της προσφυγής του πατέρα των Αιτητών 2 και 3 και των ανήλικων αδελφών τους, ο πατέρας και τα αδέλφια τους δεν αποτελούν πλέον διαδίκους στην παρούσα διαδικασία. Συνεπώς, η αξιολόγηση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας αφορά αποκλειστικά τους Αιτητές 2 και 3.
49. Οι δηλώσεις του πατέρα τους και τα γεγονότα που αφορούν προσωπικά τον ίδιο δεν στερούνται, ωστόσο, σημασίας. Συναξιολογούνται στον βαθμό που συνδέονται με το προσωπικό και οικογενειακό προφίλ των Αιτητών 2 και 3, ενδέχεται να αντανακλούν στους ίδιους λόγω της συγγενικής τους σχέσης ή αποτελούν την πηγή της γνώσης τους για τα επίδικα περιστατικά. Οι δηλώσεις αυτές δεν εξετάζονται προς διαπίστωση αυτοτελούς δικαιώματος του πατέρα σε διεθνή προστασία, αλλά ως μέρος του αποδεικτικού υλικού που αφορά τους δύο εναπομείναντες Αιτητές.
50. Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την ταυτότητα, καταγωγή και προσωπικό και οικογενειακό προφίλ των Αιτητών 2 και 3, σημειώνεται ότι οι τελευταίοι δήλωσαν ότι είναι υπήκοοι Σομαλίας, σουνίτες μουσουλμάνοι, γεννημένοι στη Merca, όπου διέμεναν με τους παππούδες και τα αδέλφια τους, ενώ ο πατέρας τους απουσίαζε συχνά λόγω της εργασίας του. Δήλωσαν επίσης ότι δεν φοίτησαν σε σχολείο στη Σομαλία, αλλά διδάσκονταν κατ’ οίκον από τον πατέρα τους, και ότι πριν από την αναχώρησή τους διέμειναν για ορισμένο χρονικό διάστημα στο Μογκαντίσου.
51. Οι δηλώσεις τους ως προς τα βασικά στοιχεία ταυτότητας, την οικογενειακή σύνθεση και τον τόπο καταγωγής είναι αμοιβαίως συνεπείς και συνάδουν με τις δηλώσεις του πατέρα τους. Η περιορισμένη γνώση τους για τη Merca, την ονομασία της γειτονιάς, τα τοπόσημα και τις γειτονικές πόλεις προκαλεί μεν προβληματισμό, δεν κρίνεται όμως επαρκής για την απόρριψη της καταγωγής τους. Πρέπει να συνεκτιμηθούν η ηλικία τους κατά την αναχώρηση, ο ισχυρισμός ότι περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου εντός της οικίας και η απουσία συστηματικής σχολικής εκπαίδευσης.
52. Ως προς την πατρική ρίζα τους, ο πατέρας προσδιόρισε την οικογένεια ως ανήκουσα στους Bandhabow, υποομάδα Bahar Sufi, της ευρύτερης ομάδας Benadiri. Οι Αιτητές 2 και 3 δεν γνώριζαν την ονομασία, επιβεβαίωσαν όμως ότι ανήκουν στην ίδια φυλή με τον πατέρα τους. Η άγνοιά τους δεν συνιστά αντίφαση ως προς την καταγωγή τους, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν πρόβαλαν διαφορετική πατριαρχική ταυτότητα. Περαιτέρω, οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι οι Bandhabow ή Bandhawow συγκαταλέγονται στις ομάδες Benadiri και ότι η Bahar Sufi αποτελεί υποομάδα τους, με παρουσία, μεταξύ άλλων, στη Merca.[2] Υπό τω φως των ανωτέρω, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός.
53. Ως διακριτός δεύτερος ισχυρισμός, δέον να εξεταστεί η επαγγελματική δραστηριότητα του πατέρα σε οργανισμούς υγείας και ανθρωπιστικής βοήθειας. Ο πατέρας, Αιτητής 1, δήλωσε ότι είχε σπουδάσει δημόσια υγεία και εργαζόταν στον τομέα της υγείας και της διατροφής, συνεργαζόμενος με οργανισμούς που δραστηριοποιούνταν στη Σομαλία. Η περιγραφή του ως προς το γενικό αντικείμενο των σπουδών και της εργασίας του είναι συνεπής με το έγγραφο υλικό.
54. Το γεγονός ότι οι Αιτητές 2 και 3 δεν γνώριζαν το ακριβές επάγγελμα του πατέρα τους δεν αναιρεί τον ισχυρισμό. Αμφότεροι ανέφεραν ότι ο πατέρας απουσίαζε συχνά λόγω εργασίας και ότι δεν τους είχε εξηγήσει τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Η άγνοιά τους ως προς το ακριβές αντικείμενο της εργασίας του είναι, υπό τις περιστάσεις, ιδίως της ηλικίας τους και της γενικότερης επικρατούσας κατάστασης, ευλόγως δικαιολογημένη.
55. Ως προς την εξωτερική πτυχή του εν λόγω ισχυρισμού, προσκομίστηκαν τα ακόλουθα έγγραφα:
· Βεβαίωση της Food Security Analysis Unit–Somalia, συνδεόμενης με τον FAO, ημερομηνίας 26.2.2009, σύμφωνα με την οποία ο πατέρας συμμετείχε από το 2005 σε έρευνες διατροφικής επιτήρησης στις περιοχές Middle και Lower Shabelle·
· Υπηρεσιακή ταυτότητα της Swisso Kalmo, στην οποία αναγράφεται ως Nutrition Coordinator·
· Πτυχίο Δημόσιας Υγείας του Hope University, εκδοθέν στις 10.4.2016·
· Πιστοποιητικά κατάρτισης στη διαχείριση περιστατικών ελονοσίας, στην κοινοτική αντιμετώπιση του υποσιτισμού και στη διαχείριση αρχείων υγείας από UNICEF, AMREF και άλλους φορείς·
· Πρακτικά συντονιστικής συνάντησης της Swisso Kalmo με το IRC, ημερομηνίας 31.12.2018, στα οποία ο πατέρας εμφανίζεται ως συμμετέχων εκ μέρους της Swisso Kalmo, με αντίστοιχη υπηρεσιακή ηλεκτρονική διεύθυνση.
56. Επισημαίνεται συναφώς εκ προοιμίου ότι το Δικαστήριο, δεν έχει αρμοδιότητα καταρχήν να αποφανθεί επί της γνησιότητας ενός εγγράφου, τόσο διότι κατά πάγια νομολογημένη αρχή ο δικαστής δεν υποχρεούται να αποφασίζει επί τεχνικών θεμάτων, όπως εν προκειμένω η γνησιότητα ενός εγγράφου, αλλά ούτε έχει τη δυνατότητα προς τούτο αφού δεν έχει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να προβεί σε ένα τέτοιο εγχείρημα (βλ. και Λάμπρου Λάμπρος v. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου, (2009) 3 Α.Α.Δ. 79). Εξάλλου, δεδομένης της απαγόρευσης συνεργασίας με τις αρχές της χώρας καταγωγής, ακόμα κι αν υπάρχουν δημόσια έγγραφα που στηρίζουν τους ισχυρισμούς, αυτά θα είναι κατά κανόνα αμετάφραστα και ανεπικύρωτα. Αξιολογήσεις περί γνησιότητας ή πλαστότητας είναι συνεπώς δυσχερείς. Τελικώς, ακόμα και εάν η γνησιότητα των εγγράφων διασταυρωθεί μέσω των προφορικών ισχυρισμών, αυτά θα ενισχύσουν προφορικούς ισχυρισμούς αλλά δεν επαρκούν αφ' εαυτών για να τους αποδείξουν (βλ. Βλ. Κωνσταντίνος Δ. Φαρμακίδης - Μάρκου, Προσφυγικό Δίκαιο, Ερμηνευτική προσέγγιση και πρακτική διάσταση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σελ. 31.). Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο συναξιολογεί τα εν λόγω έγγραφα ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους (βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 10.6.2021, την υπόθεση C-921/19, LH κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2021:478, σκέψεις 44 και 66). Στο πλαίσιο αυτό, δύνανται να ληφθούν υπόψη και τυχόν εξόφθαλμες ενδείξεις μεταποίησης, οι οποίες είναι ευχερώς διακριτές ακόμη και χωρίς τη συνδρομή εμπειρογνώμονα.[3]
57. Εν προκειμένω, τα υποβληθέντα έγγραφα προέρχονται εμφανώς από διαφορετικούς φορείς, καλύπτουν διαφορετικές χρονικές περιόδους και παρουσιάζουν ουσιαστική συνοχή ως προς το αντικείμενο των σπουδών, της κατάρτισης και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του Αιτητή 1. Μολονότι δεν προκύπτει ότι διενεργήθηκε αυτοτελής επαλήθευση της γνησιότητάς τους από τους οργανισμούς που φέρονται να τα εξέδωσαν, η μεταξύ τους συνέπεια και η συγκεκριμένη πληροφόρηση που περιέχουν τους προσδίδουν σημαντική αποδεικτική αξία.
58. Αντιθέτως, οι φωτογραφίες που προσκομίστηκαν έχουν περιορισμένη αποδεικτική αξία. Από αυτές δεν μπορούν να εξακριβωθούν με ασφάλεια η ταυτότητα όλων των απεικονιζόμενων προσώπων, ο χρόνος και ο τόπος λήψης, η ιδιότητα υπό την οποία συμμετείχαν ούτε το ακριβές πλαίσιο της εκάστοτε δραστηριότητας. Μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνο επικουρικά και όχι ως αυτοτελής απόδειξη της επαγγελματικής ιδιότητας. Στη βάση της διπιαστωθείσας εσωτερικής συνοχής των δηλώσεων του πατέρα των Αιτητών 2 και 3 και των υποστηρικτικών εγγράφων που αυτός προσκόμισε, γίνεται δεκτό ότι, ο πατέρας είχε εκπαίδευση στη δημόσια υγεία και ουσιαστική επαγγελματική δραστηριότητα στον τομέα της υγείας, της διατροφής και της ανθρωπιστικής βοήθειας.
59. Ως διακριτός τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός εξετάζεται η φερόμενη στοχοποίηση του Αιτητή 1 από την Al‑Shabaab λόγω της εργασίας του.
60. Ο πατέρας αναφέρθηκε σε απειλές που φέρεται να δεχόταν επί σειρά ετών μέσω τηλεφωνικών κλήσεων και μηνυμάτων, καθώς και σε περιστατικό κατά το οποίο ένοπλοι πυροβόλησαν προς το όχημα με το οποίο μετακινείτο. Οι δηλώσεις του, όμως, δεν περιείχαν επαρκώς συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τον χρόνο, τη συχνότητα, το ακριβές περιεχόμενο και τους αποστολείς των απειλών. Δεν αποσαφήνισε με συνεκτικό τρόπο πώς διαπίστωσε ότι οι απειλές προέρχονταν από την Al‑Shabaab ούτε με ποιο συγκεκριμένο καθήκον του συνδέονταν.
61. Πρόσθετο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι, κατά τη συνέντευξη του 2019 στο πλαίσιο της διαδικασίας του Κανονισμού του Δουβλίνου, παρουσίασε ως κύριο σκοπό της αναχώρησης την οικογενειακή επανένωση με τη σύζυγο και τα λοιπά τέκνα του στη Φινλανδία, σε συνδυασμό με τη γενική κατάσταση ασφαλείας. Η παράλειψη εκτενούς αναφοράς στις απειλές δεν μπορεί να θεωρηθεί αφ’ εαυτής καθοριστική, επειδή η συγκεκριμένη συνέντευξη είχε περιορισμένο διαδικαστικό σκοπό. Συνεκτιμάται, όμως, με τη μεταγενέστερη αοριστία της αφήγησής του.
62. Οι Αιτητές 2 και 3 δεν είχαν προσωπική γνώση των περιστατικών. Κατά τη διοικητική διαδικασία δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν εάν ο πατέρας τους αντιμετώπισε προβλήματα από την Al‑Shabaab. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής 3 ανέφερε μόνο ότι ο πατέρας τούς είχε πει ότι είχε στοχοποιηθεί, χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει λεπτομέρειες. Ο Αιτητής 2 δήλωσε ομοίως ότι ο πατέρας τούς είχε εξηγήσει ότι η ζωή τους βρισκόταν σε κίνδυνο και ότι είχαν στοχοποιηθεί. Οι δηλώσεις αυτές αποτελούν μεταφορά όσων πληροφορήθηκαν από τον πατέρα και δεν παρέχουν ανεξάρτητη επιβεβαίωση. Οι ίδιοι δε, ανέφεραν ότι ουδέποτε παρενοχήθηκαν από την εν λόγω οργάνωση κατά την πολυετή παραμονή τους στη Μerca αλλά και γενικότερα όντες στη χώρα καταγωγής τους.
63. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή και λαμβάνοντας υπόψη τις δηλώσεις του Αιτητή 1 περί στοχοποίησης του ως εργαζόμενου σε διεθνείς οργανώσεις, σε έκθεση της EUAA, δημοσιευσθείσα το 2021 και αφορώσα το υπό κρίση χρoνικό διάστημα, η Al-Shabaab έχει πραγματοποιήσει επιθέσεις εναντίον εργαζομένων σε ανθρωπιστικές μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) και οργανισμούς των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και εναντίον μεμονωμένων ακτιβιστών, πρεσβυτέρων των φυλών (clan elders), κοινοτικών ηγετών και των οικογενειών τους.[4] Κατά τη διάρκεια του 2020, τα Ηνωμένα Έθνη κατέγραψαν 56 περιστατικά που αφορούσαν «βία κατά εργαζομένων στον ανθρωπιστικό τομέα, περιουσιακών στοιχείων και εγκαταστάσεων ανθρωπιστικών οργανώσεων». Συνολικά, 15 εργαζόμενοι στον ανθρωπιστικό τομέα σκοτώθηκαν, 12 τραυματίστηκαν, 24 απήχθησαν και 14 τέθηκαν προσωρινά υπό κράτηση.[5] Πέραν των επιθέσεων, έχει αναφερθεί ότι η Al-Shabaab προέβαινε επίσης σε απαγωγές εργαζομένων στον ανθρωπιστικό τομέα, με σκοπό να ασκήσει έλεγχο επί των προγραμμάτων ανθρωπιστικής βοήθειας και να αποσπάσει χρήματα μέσω εκβιασμού από ανθρωπιστικές οργανώσεις.[6]
64. Οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι η Al‑Shabaab έχει την ικανότητα και το ενδιαφέρον να στοχοποιεί πρόσωπα ή οργανισμούς που συνδέονται με διεθνείς φορείς και ανθρωπιστική δραστηριότητα. Η πληροφορία αυτή καθιστά τον ισχυρισμό γενικώς εύλογο, δεν αποδεικνύει όμως ότι ο συγκεκριμένος πατέρας στοχοποιήθηκε προσωπικά. Η εξωτερική συμβατότητα δεν θεραπεύει τα κενά της ατομικής αφήγησης.
65. Τα προσκομισθέντα επαγγελματικά έγγραφα αποδεικνύουν την εργασιακή του ιδιότητα, όχι όμως τις απειλές ή το αποδιδόμενο κίνητρο της Al‑Shabaab. Δεν προσκομίστηκε οποιοιδήποτε άλλο συναφές μήνυμα, καταγγελία, ιατρικό στοιχείο, αστυνομικό έγγραφο ή άλλη συγκεκριμένη ένδειξη που να επιβεβαιώνει τα επίδικα περιστατικά. Ως εκ τούτου, μολονότι η επαγγελματική ιδιότητα του πατέρα γίνεται δεκτή και είναι αντικειμενικώς ικανή να δημιουργήσει ορισμένη έκθεση, η προσωπική και συστηματική στοχοποίησή του από την Al‑Shabaab δεν τεκμηριώνεται επαρκώς. Ως εκ τούτου, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίπτεται.
66. Ως τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός δέον να εξεταστεί η φερόμενη επιδίωξη της Al‑Shabaab να στρατολογήσει τους Αιτητές 2 και 3.
67. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός στηρίζεται ουσιαστικά στις δηλώσεις του πατέρα. Ωστόσο, οι αναφορές του υπήρξαν μεταβαλλόμενες ως προς το αν τα τέκνα είχαν προσωπική επαφή με μέλη της Al‑Shabaab. Σε ένα σημείο ανέφερε ότι ουδέποτε είχαν διαπροσωπική επαφή με μέλη της οργάνωσης, ενώ σε άλλο δήλωσε ότι η οργάνωση επιχείρησε να στρατολογήσει τα παιδιά του χωρίς, όμως, να τα εντοπίσει. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει πώς γνώριζε ότι υπήρχε τέτοια πρόθεση, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι η Al‑Shabaab γνωρίζει ποιες οικογένειες έχουν παιδιά και επιχειρεί να τους υποβάλει σε πλύση εγκεφάλου.
68. Αντιθέτως, οι ίδιοι οι Αιτητές 2 και 3 δήλωσαν ρητώς ότι ουδέποτε προσεγγίστηκαν ή επικοινώνησαν με μέλος της Al‑Shabaab και ότι δεν επιχειρήθηκε η στρατολόγησή τους. Δεν περιέγραψαν απειλή, επίσκεψη, τηλεφώνημα, μήνυμα, απαίτηση ή άλλο περιστατικό που να τους αφορά προσωπικά. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι τα παιδιά διέμεναν για σημαντικό χρονικό διάστημα στην ίδια τοποθεσία και οικία, δεδομένο που δεν είναι συμβατό με τον ισχυρισμό περί ενεργούς αναζήτησης και απόπειρας στρατολόγησής τους από την εν λόγω οργάνωση.
69. Ως προς την εξωτερική πτυχή του εν λόγω ισχυρισμού, Σύμφωνα με πληροφορίες που παρατίθενται σε έκθεση της EUAA που δημοσιεύτηκε το 2025, η Al-Shabaab αποτελεί την «ένοπλη ισλαμιστική εξτρεμιστική και αυτοανακηρυχθείσα οργάνωση συνεργαζόμενη με την Al-Qaida» και «εξακολουθεί να αποτελεί τη σημαντικότερη απειλή για την ειρήνη και την ασφάλεια στη Σομαλία».[7] Η οργάνωση χαρακτηρίζεται από διαρκή ανθεκτικότητα και ικανότητα απορρόφησης επιθέσεων.[8] Κατά την περίοδο αναφοράς (1 Απριλίου 2023 - 30 Μαρτίου 2025), η οργάνωση κατάφερε να αποκρούσει επανειλημμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις υποστηριζόμενες από την Κυβέρνηση, να ανακαταλάβει προηγουμένως απελευθερωμένες περιοχές και να πραγματοποιήσει σύνθετες επιθέσεις κατά της Κυβέρνησης, της ATMIS, διεθνών στόχων, καθώς και εναντίον αμάχων και της επιχειρηματικής κοινότητας.[9] Επιπλέον, σύμφωνα με το ενημερωτικό σημείωμα του Center for Preventive Action, ο συνολικός στόχος της οργάνωσης παραμένει «η καταστροφή της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης της Σομαλίας (FGS), η απαλλαγή της χώρας από ξένες δυνάμεις και η εγκαθίδρυση μιας “Μεγάλης Σομαλίας”, ενώνοντας όλους τους εθνοτικούς Σομαλούς στην Ανατολική Αφρική υπό αυστηρή ισλαμική διακυβέρνηση».[10]
70. Λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ ατόμων που ενδέχεται να στρατολογηθούν από την Al Shabaab, σύμφωνα με πληροφορίες που παρατίθενται σε έκθεση της EUAA, δημοσιευθείσα το 2025, άνδρες, γυναίκες και παιδιά στρατολογούνται συχνά από την Al-Shabaab και τον Εθνικό Στρατό της Σομαλίας (Somali National Army – SNA), οι οποίοι, ως οι κύριοι αντιμαχόμενοι στη χώρα, επιδιώκουν να εξασφαλίσουν, ενίοτε και με τη χρήση βίας, την ένταξη νέων μελών, καθώς και τη συνδρομή ατόμων που παρέχουν υλικοτεχνική υποστήριξη και άλλες υπηρεσίες.[11]
71. Αναφορικά με τον κίνδυνο στρατολόγησης από την Al Shabaab, καταγράφεται ότι «η Al-Shabaab εξακολουθεί να αποτελεί τον δράστη με τον υψηλότερο καταγεγραμμένο αριθμό περιστατικών στρατολόγησης και χρησιμοποίησης παιδιών, απαγωγών και εξαναγκαστικών γάμων».[12]
72. Όσον αφορά τις περιοχές που ελέγχονται από την Al-Shabaab, η εθελούσια στρατολόγηση είναι συχνότερη από την εξαναγκαστική στρατολόγηση, αν και, όπως επισημαίνεται, οι δύο αυτές μορφές στρατολόγησης συχνά συνυπάρχουν.[13] Σύμφωνα με πληροφορίες που παρατίθενται στην ίδια έκθεση, στις αγροτικές περιοχές της νότιας Σομαλίας, ιδίως στις περιφέρειες Middle και Lower Shabelle, Middle και Lower Jubba, Bay και Bakool, όπου η Al-Shabaab ασκεί έλεγχο από το 2007, ο πληθυσμός έχει εξοικειωθεί με την ιδεολογία της Al-Shabaab και η στρατολόγηση είναι ευχερής, καθώς νέοι ηλικίας περίπου 12 ετών και άνω εντάσσονται στην οργάνωση, λαμβάνουν εκπαίδευση και χρησιμοποιούνται ως μαχητές ή βομβιστές αυτοκτονίας από την ηλικία των 15 ή 16 ετών.[14]Σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση, τα άτομα που στρατολογούνται από την Al-Shabaab, είτε εξαναγκαστικά είτε μη, είναι συνήθως ηλικίας μεταξύ 11 και 25 ετών, ενώ η στρατολόγηση συχνά αποτελεί αποτέλεσμα συνδυασμού παραγόντων, όπως η οικονομική και κοινωνική δυσαρέσκεια, η οποία δύναται να υποδαυλίζεται ή/και να τυγχάνει εκμετάλλευσης από την Al-Shabaab, η θρησκευτική κατήχηση ή/και ο θρησκευτικός ζήλος, τα παράπονα κατά της κυβέρνησης, της διεθνούς κοινότητας ή άλλων φυλών, καθώς και ο φόβος αντιποίνων από την Al-Shabaab.[15] Καταγράφεται επίσης ότι τα ορφανά θεωρούνται ομάδα-στόχος της Al-Shabaab, καθώς διαθέτουν περιορισμένους κοινωνικούς δεσμούς και η κοινωνική τους εξάρτηση διαμορφώνεται μέσω της ένταξής τους στην οργάνωση.[16]Σύμφωνα με την από 28.11.2025 έκθεση εμπειρογνωμόνων προς τον Γραμματέα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με αντικείμενο την Al-Shabaab με περίοδο αναφοράς το διάστημα 16.8.2024 – 31.10.2025, η Al-Shabaab συνέχισε να στρατολογεί μέλη από ένα ευρύ φάσμα σομαλικών φυλών. Η στρατολόγηση μπορεί να είναι εθελοντική ή αναγκαστική. Κατά την περίοδο αναφοράς παρατηρήθηκε αύξηση του ρυθμού στρατολόγησης της Al-Shabaab. Από τον Σεπτέμβριο έως τον Νοέμβριο του 2024, η ομάδα εκπαίδευσε 1.100 νέους μαχητές, συμπεριλαμβανομένων νεοσυλλέκτων από την Αιθιοπία, την Κένυα και τη Σομαλία. Τον Οκτώβριο του 2024, επιπλέον 825 νέοι εκπαιδεύτηκαν σε δύο στρατόπεδα, ενώ τον Νοέμβριο του 2024, στο Lower Shabelle, η Al-Shabaab συγκέντρωσε επτά ηγέτες από φυλές μειονοτήτων και τους ανάγκασε να παραδώσουν συλλογικά 100 νεοσύλλεκτους, 100.000 δολάρια, 100 καμήλες και 300 πρόβατα στην ομάδα. Στις 20 Σεπτεμβρίου 2025, ένας εκπρόσωπος της Al-Shabaab έδωσε ομιλία μέσω βίντεο από το στρατόπεδο εκπαίδευσης Shaykh Muhammad Mire ενώπιον προσφάτων αποφοιτήσαντων μαχητών. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι το 2025 έχουν αυξηθεί οι ενδείξεις για αναγκαστική στρατολόγηση και για οδηγίες από την ανώτατη ηγεσία με σκοπό την αναγκαστική στρατολόγηση μαχητών για την ομάδα. Προκειμένου δε να καταστεί δυνατή ταχύτερη η κινητοποίηση των δυνάμεων, ο χρόνος εκπαίδευσης μειώθηκε.[17]
73. Στο πλαίσιο αυτό, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, στην πιο πρόσφατη έκθεσή του για τα Παιδιά και τις Ένοπλες Συγκρούσεις, ανέφερε ότι περισσότεροι από 900 ανήλικοι στρατολογήθηκαν και 663 απήχθησαν από την Al-Shabaab κατά τη διάρκεια του 2022[18], κυρίως στις περιοχές Bay, Bakool, Hiraan, Middle Juba και Lower Shabelle.[19] Σύμφωνα με την Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ για τη Σομαλία, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι τα πρότυπα στρατολόγησης και απαγωγής παιδιών από την Al-Shabaab έχουν μεταβληθεί έκτοτε, ούτε κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2023 – Αυγούστου 2024.[20]
74. Αναφορικά με τις μεθόδους στρατολόγησης που χρησιμοποιεί η Al Shabaab, σύμφωνα με τέως Αναπληρωτή Γενικό Αστυνομικό Επιθεωρητή, οι μέθοδοι στρατολόγησης διαφοροποιούνται ανά τοποθεσία, ανάλογα με την έκταση του ασκούμενου ελέγχου από την ομάδα στην εκάστοτε περιοχή και τις ανάγκες που έχει την δεδομένη χρονική στιγμή. Η Al-Shabaab στρατολογεί τόσο γυναίκες όσο και άντρες, ανήλικους/ες και ενήλικους/ες, με σκοπό να τους χρησιμοποιήσει ως μαχητές και βομβιστές αυτοκτονίας, ή ως πληροφοριοδότες και άτομα που παρέχουν λογιστική ή άλλη συνδρομή.[21] Στο παρελθόν, η Al-Shabaab στρατολογούσε παιδιά, ήδη από την ηλικία των 9 ετών, συχνά ακόμη και αναγκαστικά, ενώ οι γυναίκες και τα κορίτσια προορίζονταν να γίνουν σεξουαλικές σκλάβες ή να παντρευτούν μέλη της ομάδας.[22] Σύμφωνα με τηλεφωνικές συνεντεύξεις που διεξήγαγε η EUAA στο πλαίσιο σύνταξης της έκθεσης για τη Σομαλία, η οποία δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2025, σε περιοχές όπου η Al-Shabaab ασκεί έλεγχο εδώ και αρκετό καιρό η εθελούσια στράτευση στους κόλπους της ομάδας είναι πιο σημαντική από την αναγκαστική στρατολόγηση.[23]
75. Αναφορικά με την περιοχή συνήθους διαμονής των Αιτητών, ήτοι τη πόλη Merca της ευρύτερης περιφέρειας της Lower Shabelle, αυτή τελεί υπό τον έλεγχο δυνάμεων ευθυγραμμισμένων με την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Σομαλίας. Εντούτοις, η Al-Shabaab διατηρεί εκτεταμένο εδαφικό έλεγχο και σημαντική επιχειρησιακή παρουσία και επιρροή στην ευρύτερη περιφέρεια Lower Shabelle, ιδίως στις αγροτικές περιοχές, ενώ περιοχές πέριξ κυβερνητικά ελεγχόμενων πόλεων χαρακτηρίζονται από μικτό έλεγχο.[24] Αναφορικά με την στρατολόγηση στην εν λόγω περιοχή, η έκθεση της EUAA αναφέρει ότι η στρατολόγηση στο Mogadishu έχει γίνει πιο περίπλοκη για την Al-Shabaab. Παλαιότερα, η οργάνωση στρατολογούσε σε θρησκευτικά σχολεία (Koranic schools) της πρωτεύουσας της Σομαλίας. Ωστόσο, σύμφωνα με την πηγή, τα τελευταία χρόνια, πολλοί νέοι στο Mogadishu δείχνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα χρήματα και την κοσμική επιτυχία παρά για την ένταξή τους στον ενδεχομένως θανατηφόρο αγώνα της Al-Shabaab για ιδεολογικούς λόγους. Στην πρωτεύουσα, η Al-Shabaab επικεντρώνεται στην στρατολόγηση ατόμων με κοινωνική επιρροή, συμπεριλαμβανομένων πανεπιστημιακών καθηγητών, δασκάλων, πρεσβυτέρων και επαγγελματιών του ιατρικού κλάδου. Επίσης, εσωτερικά εκτοπισμένοι που διαμένουν στις εξωτερικές συνοικίες του Mogadishu, όπου η Al-Shabaab ασκεί πολύ σημαντική επιρροή, στρατολογούνται συχνά από την οργάνωση. Οι εσωτερικά εκτοπισμένοι δεν χρησιμεύουν τόσο ως μαχητές ή βομβιστές αυτοκτονίας, αλλά ως πληροφοριοδότες, κατάσκοποι ή/και άτομα που μπορούν να προσφέρουν κρυψώνες για όπλα, πυρομαχικά ή εκρηκτικά. Μπορεί να λαμβάνουν μια μέτρια αμοιβή, αλλά πολλοί συνεργάζονται επίσης επειδή φοβούνται.[25]
76. Η εξωτερική αυτή πληροφορία επιβεβαιώνει την ύπαρξη γενικού κινδύνου για ορισμένα παιδιά και ορισμένους νεαρούς άνδρες. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι οι συγκεκριμένοι Αιτητές αποτέλεσαν αντικείμενο προσπάθειας στρατολόγησης. Η ένταξή τους στο σχετικό ηλικιακό φάσμα δεν αρκεί χωρίς συγκεκριμένο ατομικό περιστατικό ή άλλο εξατομικευμένο στοιχείο. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός περί πραγματικής ή ήδη εκδηλωθείσας προσπάθειας στρατολόγησης των Αιτητών 2 και 3 απορρίπτεται. Η ηλικία και το φύλο τους μπορούν να συνεκτιμηθούν μεταγενέστερα στην αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου, δεν καθιστούν όμως αξιόπιστο τον ισχυρισμό περί παρελθούσας προσωπικής στοχοποίησης.
77. Ακολούθως ως πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός διακρίνεται η φερόμενη απαγωγή και δολοφονία του παππού των Αιτητών 2 και 3 από την Al‑Shabaab.
78. Ο πατέρας δήλωσε ότι ο δικός του πατέρας διατηρούσε μικρό κατάστημα, απήχθη στις 5.12.2018 και βρέθηκε νεκρός στις 9.12.2018. Ως προς το κίνητρο, ανέφερε αφενός ότι η Al‑Shabaab απαιτούσε καταβολή χρημάτων και ότι ο πατέρας του είχε παύσει να πληρώνει, αφετέρου ότι του ασκούνταν πίεση να καλέσει τον υιό του, δηλαδή τον πατέρα των Αιτητών, να προσχωρήσει στην οργάνωση. Η μεταβολή αυτή αφορά ουσιώδες στοιχείο του φερόμενου κινήτρου και δεν εξηγήθηκε με σαφήνεια.
79. Οι δηλώσεις των Αιτητών 2 και 3 δεν αποκαθιστούν τα κενά. Κατά τη διοικητική διαδικασία, ο Αιτητής 2 ανέφερε ότι ο παππούς βγήκε από την οικία και σκοτώθηκε, χωρίς να γνωρίζει από ποιον, και τοποθέτησε το γεγονός περίπου τρεις μήνες πριν από την αναχώρησή τους. Ενώπιον του Δικαστηρίου το τοποθέτησε περί το 2018. Ο Αιτητής 3 ανέφερε αρχικά ότι ο παππούς του σκοτώθηκε, αλλά όταν ρωτήθηκε από ποιον απάντησε ότι δεν γνώριζε. Ενώπιον του Δικαστηρίου τοποθέτησε αρχικά τον θάνατο περί το 2010 και ακολούθως δήλωσε ότι δεν ήταν βέβαιος. Οι αποκλίσεις ως προς τη χρονολογία και τον φερόμενο δράστη είναι σημαντικές. Συνεκτιμάται ότι οι Αιτητές δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες και ότι η γνώση τους ήταν έμμεση. Επομένως, η άγνοιά τους ως προς τις λεπτομέρειες δεν θα ήταν μόνη της καθοριστική. Εντούτοις, η μεγάλη χρονική απόκλιση και η αδυναμία τους να επιβεβαιώσουν τον δράστη δεν παρέχουν αξιόπιστη ενίσχυση στη δήλωση του πατέρα.
80. Ως προς την εξωτερική πτυχή του υπό αξιολόγηση ισχυρισμού, διαπιστώνεται ότι η επιβολή χρηματικών απαιτήσεων και η βίαιη αντιμετώπιση προσώπων που αρνούνται να καταβάλουν χρήματα συνάδουν γενικώς με γνωστές πρακτικές της Al‑Shabaab. Η γενική αυτή συμβατότητα δεν επαρκεί για την απόδειξη του συγκεκριμένου περιστατικού, ιδίως εφόσον δεν προσκομίστηκε πιστοποιητικό θανάτου, καταγγελία, μαρτυρία τρίτου προσώπου ή άλλο σχετικό στοιχείο. Δεδομένων των ανωτέρω, μπορεί να γίνει δεκτό, ως στοιχείο του οικογενειακού ιστορικού, ότι ο παππούς των Αιτητών απεβίωσε ή σκοτώθηκε πριν από την αναχώρησή τους. Δεν αποδεικνύεται, όμως, με τον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης ότι απήχθη και δολοφονήθηκε από την Al‑Shabaab για τους λόγους που επικαλέστηκε ο πατέρας ούτε ότι το περιστατικό συνδεόταν με ευρύτερη στοχοποίηση της οικογένειας. Ο ισχυρισμός γίνεται δεκτός μόνο ως προς τον θάνατο του παππού και απορρίπτεται κατά τα λοιπά.
81. Τέλος, ως έκτος και τελευταίος ισχυρισμός διακρίνεται η φερόμενη υποψία της National Intelligence and Security Agency (NISA), δηλαδή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και Ασφάλειας, περί σύνδεσης των Αιτητών με την Al‑Shabaab.
82. Συναφώς, ο πατέρας δήλωσε ότι, κατά την παραμονή τους στο Μογκαντίσου, κάτοικοι της περιοχής θεώρησαν τα παιδιά του μέλη της Al‑Shabaab λόγω της προέλευσής τους από τη Merca και ενημέρωσαν τη NISA. Κατά μία εκδοχή, η οικογένεια άρχισε να κρύβεται μέχρι την αναχώρησή της. Σε άλλο σημείο, όμως, δήλωσε ότι διέμεναν συνεχώς στην οικία φίλου του πατέρα του Αιτητή 1. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τη διαφοροποίηση, ανέφερε ότι μερικές φορές κρύβονταν σε γειτονικές οικίες και επέστρεφαν στην αρχική κατοικία. Η εξήγηση αυτή δεν συμβιβάζεται με τις δηλώσεις των Αιτητών 2 και 3. Ο ένας δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα με τις κρατικές αρχές, ότι δεν συνάντησε γείτονες ή παιδιά και ότι δεν υπήρχαν επισκέπτες στην οικία. Ο άλλος δήλωσε ότι έβγαινε κάποτε με τον πατέρα του, συνομιλούσε με γείτονες, οι οποίοι είχαν καλή στάση απέναντί τους, και ότι ούτε κρύβονταν από την αστυνομία ούτε ο πατέρας τους είχε πει να κρυφτούν. Δήλωσε επίσης ότι παρέμειναν στην ίδια οικία καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής τους.
83. Οι αποκλίσεις αφορούν τον πυρήνα του ισχυρισμού: αν υπήρξε ενημέρωση της NISA, αν η οικογένεια πληροφορήθηκε ότι αναζητείτο, αν κρυβόταν και αν μετακινούνταν μεταξύ διαφορετικών οικιών. Δεν πρόκειται για περιφερειακές λεπτομέρειες ούτε εξηγούνται ικανοποιητικά από την ηλικία των Αιτητών, αφού μια πραγματική απόκρυψη από τις αρχές και συχνές μετακινήσεις μεταξύ οικιών θα αναμενόταν να έχουν γίνει αντιληπτές από αυτούς, δεδομένης της ώριμης ανηλικότητάς του.
84. Οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι οι σομαλικές αρχές διενεργούν επιχειρήσεις ασφαλείας και συλλήψεις προσώπων που θεωρούνται ύποπτα για διασύνδεση με την Al‑Shabaab.
85. Ειδικότερα, σύμφωνα με έκθεση του USDOS, δημοσιευθείσα το 2025, πράκτορες της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας (NISA) πραγματοποιούσαν συστηματικά μαζικές επιχειρήσεις ασφαλείας με στόχο τον εντοπισμό μελών της Al-Shabaab και τρομοκρατικών πυρήνων, καθώς και εγκληματικών ομάδων. Παράλληλα, αναφέρθηκε ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων της NISA και της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Puntland (Puntland Intelligence Agency), απειλούσαν και ξυλοκοπούσαν κρατούμενους, εξαναγκάζοντάς τους να ομολογήσουν τη διάπραξη εγκλημάτων.[26] Επιπλέον, καταγράφεται ότι στο Mogadishu άτομα που θεωρούνται ύποπτα για συμμετοχή στην Al-Shabaab, δημοσιογράφοι ή μέλη συμμοριών νεαρών ατόμων ενδέχεται να συλληφθούν από την αστυνομία και την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και Ασφάλειας (NISA).[27]
86. Η πληροφορία αυτή αποδεικνύει ότι το περιγραφόμενο είδος κρατικής δράσης είναι γενικώς δυνατό. Δεν επιβεβαιώνει, όμως, ότι οι συγκεκριμένοι Αιτητές καταγγέλθηκαν, αναζητήθηκαν ή θεωρήθηκαν συνεργάτες της Al‑Shabaab. Πέραν των ελλιπών δηλώσεων, δεν προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία που καταδεικνύει την ύπαρξη κρατικού ενδιαφέροντος. Ως εκ τούτου, ο έκτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίπτεται.
87. Τέλος ως προς την κατάσταση ασφαλείας και τις συνέπειές της στη ζωή των Αιτητών, αν και θα μπορούσε να αξιολογηθεί κατά την αξιολόγηση κινδύνου, προκαταρκτικώς επισημαίνεται ότι οι Αιτητές 2 και 3 δήλωσαν ότι στη Merca άκουγαν πυροβολισμούς και εκρήξεις, περνούσαν μεγάλο μέρος του χρόνου εντός της οικίας και δεν φοίτησαν σε σχολείο λόγω της ανασφάλειας. Παράλληλα, αναγνώρισαν ότι δεν υπέστησαν προσωπικά συγκεκριμένο περιστατικό βίας και ότι η ζωή τους δεν είχε τεθεί προηγουμένως σε άμεσο κίνδυνο. Οι δηλώσεις τους είναι ουσιωδώς συνεπείς μεταξύ τους και με όσα ανέφερε ο πατέρας για τις γενικές συνθήκες διαβίωσης. Οι εν λόγω αναφορές τους επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές οι οποίες εκτίθενται στη συνέχεια αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στην περιοχή και οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι η Al‑Shabaab εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική παρουσία και επιχειρησιακή ικανότητα, ότι η Lower Shabelle επηρεάζεται από τη δράση της και ότι συνεχίζονται επιθέσεις τόσο στην περιφέρεια όσο και στις οδικές συνδέσεις προς το Μογκαντίσου. Ως εκ τούτου, γίνεται δεκτό ότι οι Αιτητές μεγάλωσαν σε περιβάλλον ανασφάλειας, άκουγαν περιστατικά ένοπλης βίας και ότι η κατάσταση επηρέασε την ελευθερία κινήσεων και την εκπαίδευσή τους. Δεν γίνεται, όμως, δεκτό ότι πριν από την αναχώρησή τους υπέστησαν προσωπικά πράξη δίωξης ή συγκεκριμένο περιστατικό σοβαρής βλάβης. Το κατά πόσον η σημερινή κατάσταση ασφαλείας δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο κατά την επιστροφή αποτελεί ζήτημα της αυτοτελούς, μελλοντοστραφούς αξιολόγησης κινδύνου.
88. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, σύμφωνα με έκθεση που εκπονήθηκε από την Αποστολή Βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών στη Σομαλία (UNSOM), δημοσιευθείσα το 2019 και αφορώσα το υπό κρίση χρονικό διάστημα, η Σομαλία καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά φοίτησης παιδιών πρωτοβάθμιας σχολικής ηλικίας παγκοσμίως, καθώς μόνο το 30% των παιδιών φοιτούν στο σχολείο, ενώ στις αγροτικές περιοχές το ποσοστό των παιδιών που φοιτούν στο σχολείο ανέρχεται μόλις στο 18%. Επιπλέον, τα εξαιρετικά υψηλά ποσοστά φτώχειας δυσχεραίνουν την οικονομική δυνατότητα των γονέων να καλύψουν τα σχολικά δίδακτρα.[28] Περαιτέρω, σύμφωνα με πληροφορίες που παρατίθενται σε έκθεση του Asylum Research Centre (ARC), ανεξάρτητου οργανισμού έρευνας που εκπονεί εκθέσεις προς χρήση από αρχές ασύλου και άλλους φορείς που ασχολούνται με ζητήματα διεθνούς προστασίας, δημοσιευσθείσα το 2018, σε πόλεις της Νότιας Σομαλίας το ένα τέταρτο των νέων ηλικίας 14–30 ετών δεν έχουν λάβει καμία εκπαίδευση, ενώ η ποιότητα της διδασκαλίας είναι γενικά χαμηλή και οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί δεν υποχρεούνται να διαθέτουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα.[29] Σε έκθεσή του, το Υπουργείο Εξωτερικών και Εμπορίου της Αυστραλίας, δημοσιευθείσα το 2017, καταγράφει ότι «οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις εξακολουθούν να διαταράσσουν την παροχή εκπαίδευσης σε ολόκληρη τη Σομαλία, ενώ η πρόσβαση στην εκπαίδευση είναι.
89. Εξάλλου, προκαταρκτικώς διαπιστώνεται αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Lower Shabelle κατά το υπό κρίση χρονικό διάστημα, όπως σε έκθεσή της, δημοσιευθείσα το 2021, η EUAA καταγράφει, ότι παρόλο που η περιοχή ελεγχόταν από την κυβέρνηση, στην πραγματικότητα η κρατική παρουσία ήταν περιορισμένη, ενώ η Al Shabaab διατηρούσε ενεργό δίκτυο σε ολόκληρη την περιοχή και εξακολουθούσε να πραγματοποιεί επιθέσεις, να ελέγχει οδικά σημεία ελέγχου και να επιβάλλει φόρους στον τοπικό πληθυσμό.[30] Όπως αναφέρεται στην ίδια έκθεση, η συνεχιζόμενη σύγκρουση στην περιοχή Lower Shabelle επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την περιοχή, καθιστώντας την «μία από τις πλέον πληγείσες, αν όχι την περισσότερο πληγείσα, περιοχές της χώρας».[31] Επιπλέον, όπως καταγράφεται στην προαναφερθείσα έκθεση, κατά την ίδια περίοδο, «οι συγκρούσεις μεταξύ φυλών συνεχίστηκαν, επηρεάζοντας τη ζωή και τα μέσα βιοπορισμού του πληθυσμού και προκαλώντας, παράλληλα, εκτοπισμούς».[32]
90. Οι ανωτέρω πληροφορίες από εξωτερικές πηγές συνάδουν με τις δηλώσεις των Αιτητών περί περιορισμένης πρόσβασης στην εκπαίδευση, ιδίως λόγω της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας και των δυσχερών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Ως εκ τούτου, λαμβανομένης υπόψη της εσωτερικής συνοχής και συνέπειας των δηλώσεών τους, σε συνδυασμό με τη συμβατότητά τους με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο υπό εξέταση ουσιώδης ισχυρισμός κρίνεται αξιόπιστος και γίνεται αποδεκτός.
91. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχουν οι Αιτητές βάσει των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών τους, λαμβάνεται καταρχάς υπόψη ότι ως τόπος συνήθους διαμονής των Αιτητών 2 και 3 στη χώρα καταγωγής τους προσδιορίζεται η πόλη Merca (Marka), στην περιφέρεια Lower Shabelle, όπου γεννήθηκαν και διέμεναν μέχρι τη μετάβασή τους στο Μογκαντίσου, λίγο πριν από την αναχώρησή τους από τη Σομαλία.
92. Για σκοπούς της εξατομικευμένης αξιολόγησης του κινδύνου συνεκτιμάται το σύνολο των προσωπικών περιστάσεων και χαρακτηριστικών των Αιτητών 2 και 3. Ειδικότερα, πρόκειται για άρρενες, γεννηθέντες το 2002 και το 2003 και, συνεπώς, ηλικίας 24 και 23 ετών αντιστοίχως, καταγόμενους από τη Merca της Lower Shabelle. Ανήκουν στην ομάδα Bandhabow/Bandhawow, υποομάδα Bahar Sufi, της ευρύτερης ομάδας Benadiri. Δεν έτυχαν επίσημης σχολικής εκπαίδευσης στη Σομαλία ούτε διαθέτουν προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία στη χώρα. Εγκατέλειψαν τη Σομαλία το 2019 και έκτοτε διαμένουν στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να έχουν παραμείνει εκτός της χώρας καταγωγής τους για χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις αποδεκτές δηλώσεις τους, δεν διαθέτουν στη Σομαλία συγγενικό ή άλλο αποτελεσματικό υποστηρικτικό δίκτυο, ενώ η γνώση τους ακόμη και ως προς την περιοχή καταγωγής τους, καθώς και ως προς τις υφιστάμενες κοινωνικές και γεωγραφικές συνθήκες, είναι περιορισμένη. Τέλος, ιδιαίτερη συνεκτίμηση απαιτεί το γεγονός ότι είναι υιοί προσώπου το οποίο, κατά τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στον τομέα της δημόσιας υγείας και της ανθρωπιστικής βοήθειας, συνεργαζόμενο, μεταξύ άλλων, με οργανισμούς όπως οι Swisso Kalmo, FSAU/FAO και IRC.
93. Λαμβάνοντας υπόψη τη φυλή των Αιτητών παρατίθενται οι κάτωθι πηγές πληροφόρησης:
94. Σε έκθεση της EUAA, δημοσιευθείσα το 2025, μέλη της ομάδας Bandhabow ανήκουν στο φάσμα των Benadiri, οι οποίοι θεωρούνται ότι έχουν πιο σκούρο χρώμα δέρματος.[33]
95. Αναφορικά με τη μεταχείριση των μελών της φυλής Benadiri, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με έκθεση της EUAA, δημοσιευθείσα το 2025, οι Benadiri διαμένουν κυρίως στη Merka και στις γύρω περιοχές και υπολογίζεται ότι ανέρχονται σε περίπου 500.000 άτομα. Οι Benadiri είναι κατά κανόνα αστικός πληθυσμός ή ασχολούνται με τη γεωργία. Κατά μήκος των ακτών είναι γνωστοί για την ενασχόλησή τους με το εμπόριο και τις εμπορικές δραστηριότητες. Τα τελευταία χρόνια η κατάστασή τους έχει βελτιωθεί.[34] Στα αστικά κέντρα, και ιδίως στο Mogadishu, οι Benadiri έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση. Έχουν επίσης αποκτήσει κάποιο βαθμό πρόσβασης στους κρατικούς θεσμούς. Ενδεικτικά, η Dr. Maryam Qaasim, γυναίκα Benadiri με καταγωγή από τη Barawa, υπηρέτησε σε ανώτερες θέσεις στη σομαλική κυβέρνηση κατά την περίοδο 2012–2017, μεταξύ άλλων και ως υπουργός, αν και σε χαρτοφυλάκιο δευτερεύουσας σημασίας, ενώ έχουν καταγραφεί και άλλα μέλη των Benadiri που υπηρετούν στην κυβέρνηση. Επισημαίνεται επίσης ότι γάμοι μεταξύ Benadiri και μελών άλλων σομαλικών φυλών δεν υπόκεινται σε περιορισμούς. Ωστόσο, στην καθημερινή ζωή, τα μέλη των ομάδων Benadiri εξακολουθούν να έχουν σημαντικά μικρότερη επιρροή από τα μέλη των κυρίαρχων φυλών και αντιμετωπίζουν κοινωνικό και πολιτικό αποκλεισμό.[35]
96. Περαιτέρω, σύμφωνα με έκθεση της Minority Empowerment & Development Agency (MEDA), δημοσιευθείσα το 2025, σομαλικής μη κυβερνητικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται στην προώθηση και προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτικών ομάδων στη Σομαλία, ομάδες όπως οι Benadiri παρουσιάζουν μεγαλύτερη συγκέντρωση σε αστικές περιοχές, γεγονός που τους εξασφαλίζει καλύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες, ενώ ιδίως όσοι διαμένουν σε αστικές περιοχές απολαμβάνουν υψηλότερα επίπεδα πρόσβασης σε υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης.[36] Αναφορικά με την πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην ανωτέρω έκθεση επισημαίνεται ότι οι Benadiri παρουσιάζουν συγκριτικά υψηλότερα ποσοστά εγγραφής στην εκπαίδευση στις αστικές περιοχές (περίπου 75%), ενώ στις αγροτικές περιοχές εξακολουθούν να καταγράφονται σημαντικές προκλήσεις.[37] Καταγράφεται επίσης ότι οι Benadiri αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο αυθαίρετης σύλληψης, χωρίς δυνατότητα αποτελεσματικής νομικής προστασίας, λόγω της περιθωριοποιημένης θέσης τους.[38]
97. Εν κατακλείδι, το Minority Rights Group International, διεθνής μη κυβερνητική οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε αναφορά του, δημοσιευθείσα το 2024, επισημαίνει ότι οι σημερινές συνθήκες διαβίωσης των Benadiri είναι καλύτερες σε σύγκριση με εκείνες ορισμένων άλλων μειονοτήτων, καθώς έχουν καταγραφεί περιπτώσεις γάμων μεταξύ Benadiri και μελών κυρίαρχων φυλών, γεγονός που παρέχει στις γυναίκες Benadiri σημαντικό βαθμό ασφάλειας και προστασίας. Επιπλέον, λόγω της ενασχόλησής τους με το εμπόριο, η οικονομική τους περιθωριοποίηση είναι λιγότερο έντονη.[39]
98. Από τη συνεκτίμηση των ανωτέρω πληροφοριών προκύπτει ότι, μολονότι οι Αιτητές ανήκουν στους Benadiri, ήτοι σε μειονοτική ομάδα η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται σε συγκριτικά μειονεκτικότερη κοινωνική και πολιτική θέση έναντι των κυρίαρχων φυλών της Σομαλίας, η ιδιότητα αυτή δεν συνεπάγεται, αφ’ εαυτής, την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Ειδικότερα, οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι η θέση των Benadiri έχει βελτιωθεί τα τελευταία έτη, ότι τα μέλη τους έχουν αποκτήσει ορισμένο βαθμό πρόσβασης στην εκπαίδευση, στην απασχόληση και στους κρατικούς θεσμούς και ότι η οικονομική τους περιθωριοποίηση εμφανίζεται λιγότερο έντονη σε σύγκριση με άλλες μειονοτικές ομάδες.
99. Τα ανωτέρω ευρήματα συνάδουν και με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της οικογένειας των Αιτητών. Από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ότι οι ίδιοι ή τα μέλη της οικογένειάς τους υπέστησαν κατά το παρελθόν συγκεκριμένες πράξεις βίας, διακρίσεων ή άλλης δυσμενούς μεταχείρισης εξαιτίας της καταγωγής τους από την ομάδα Benadiri. Αντιθέτως, ο πατέρας τους είχε πρόσβαση στην εκπαίδευση και κατόρθωσε να αναπτύξει επαγγελματική δραστηριότητα στον τομέα της δημόσιας υγείας και της ανθρωπιστικής βοήθειας, συνεργαζόμενος μάλιστα με διεθνείς οργανισμούς. Ομοίως, ως προς τους ίδιους τους Αιτητές, δεν προβλήθηκαν κατά τρόπο συγκεκριμένο και πειστικό περιστατικά αποκλεισμού ή δυσμενούς μεταχείρισης που να συνδέονται αιτιωδώς με τη φυλετική τους καταγωγή. Η δε περιορισμένη πρόσβασή τους στην εκπαίδευση αποδόθηκε, κατά τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, πρωτίστως στις δυσμενείς συνθήκες ασφαλείας που επικρατούσαν στην περιοχή διαμονής τους και όχι στη μειονοτική τους ταυτότητα.
100. Υπό τα δεδομένα αυτά, η καταγωγή των Αιτητών από την ομάδα Benadiri, μολονότι αποτελεί παράγοντα που πρέπει να συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο της συνολικής και εξατομικευμένης αξιολόγησης των προσωπικών τους περιστάσεων, δεν προκύπτει, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, ότι τους εκθέτει αφ’ εαυτής σε πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Τυχόν κίνδυνος που συνδέεται ειδικώς με τη μειονοτική τους καταγωγή κρίνεται, συνεπώς, περιορισμένος, χωρίς τούτο να προδικάζει τη συνολική αξιολόγηση του κινδύνου υπό το πρίσμα των λοιπών αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών και ατομικών χαρακτηριστικών τους.
101. Λαμβάνοντας υπόψη την ιδιότητα του πατέρα των Αιτητών ως πρώην εργαζομένου σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, παρατίθενται κατωτέρω οι ακόλουθες πηγές πληροφόρησης:
Σύμφωνα με έκθεση της EUAA, δημοσιευθείσα το 2025, ως προς τους εργαζομένους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, αναφέρεται ότι στη Σομαλία 9 εργαζόμενοι στον ανθρωπιστικό τομέα σκοτώθηκαν το 2024 και 5 το 2023, 2 απήχθησαν το 2024 και 10 το 2023, ενώ 7 τραυματίστηκαν το 2024 και 11 το 2023. Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες που παρατίθενται στην ίδια έκθεση, κατά τη διάρκεια του 2024, 5 εργαζόμενοι στον ανθρωπιστικό τομέα σκοτώθηκαν, 8 απήχθησαν και 16 τραυματίστηκαν. Παρά το γεγονός ότι η βία κατά του ανθρωπιστικού προσωπικού, των περιουσιακών του στοιχείων και των εγκαταστάσεών του αυξήθηκε σημαντικά το 2024 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, με 47 καταγεγραμμένα περιστατικά το 2023 και 67 το 2024, οι θάνατοι εργαζομένων στον ανθρωπιστικό τομέα δεν συνδέονται με την ιδιότητά τους, αλλά αποτελούν παράπλευρη συνέπεια των εχθροπραξιών.[40] Περαιτέρω, στην ίδια έκθεση καταγράφονται περιστατικά που αφορούν την Al-Shabaab και εργαζομένους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις. Ειδικότερα, στις 7 Ιουνίου 2023, η Al-Shabaab απήγαγε πέντε εργαζομένους στον τομέα της υγείας και έξι αμάχους σε οδικό άξονα μεταξύ του χωριού Farlibaax και της πόλης Belet Weyne (Hiraan). Στις 24 Ιουνίου 2023, η Al-Shabaab απήγαγε δύο εργαζομένους τοπικής μη κυβερνητικής οργάνωσης κοντά στο χωριό Bansoole (Buur Hakaba, Bay). Στις 4 Απριλίου 2024, η Al-Shabaab πραγματοποίησε επίθεση με αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό (IED), ο οποίος είχε τοποθετηθεί εκ των προτέρων, εναντίον της αυτοκινητοπομπής της τουρκικής ανθρωπιστικής οργάνωσης Verenel Association, κατά τη διέλευσή της από την περιοχή Garasbaaley στο Mogadishu - Daynile (Benadir), με αποτέλεσμα τον θάνατο δύο εργαζομένων στην ανθρωπιστική οργάνωση, εκ των οποίων ο ένας ήταν Τούρκος υπήκοος, και τον τραυματισμό επτά ακόμη ατόμων. Στις 1 Ιουνίου 2024, κατά τη διάρκεια της νύχτας, αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός (IED) που είχε τοποθετήσει η Al-Shabaab έπληξε τις εγκαταστάσεις τοπικής μη κυβερνητικής οργάνωσης, η οποία μίσθωνε τον χώρο από τον Υπουργό Υδάτων και Ενέργειας της Πολιτείας Southwest, στην Baidoa (Bay). Τέλος, στις 21 Ιουνίου 2024, η Al-Shabaab απήγαγε τον επικεφαλής του γραφείου της Somali Red Crescent κοντά στο χωριό Luuqjelow, στην Beletweyne (Hiraan).[41]
102. Κατόπιν έρευνας στις βάσεις δεδομένων ecoi.net και coi.euaa.europa.eu, καθώς και κατόπιν ελεύθερης περιήγησης στο διαδίκτυο με χρήση σχετικών όρων αναζήτησης, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν πληροφορίες σχετικά με στοχοποίηση μελών οικογένειας εργαζομένων σε ανθρωπιστικές οργανώσεις στη Σομαλία. Σημειώνεται ότι η έλλειψη διαθέσιμων πληροφοριών αναφορικά με συγκεκριμένο γεγονός, πρόσωπο ή ζήτημα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι αυτό δεν έλαβε χώρα ή δεν υφίσταται. [42]
103. Από τη συνεκτίμηση των ανωτέρω πληροφοριών προκύπτει, καταρχάς, ότι εργαζόμενοι στον ανθρωπιστικό τομέα στη Σομαλία έχουν κατά καιρούς αποτελέσει θύματα επιθέσεων και απαγωγών από την Al-Shabaab. Εντούτοις, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν καταδεικνύουν ότι κάθε πρόσωπο που εργάζεται ή έχει εργαστεί στον ανθρωπιστικό τομέα αντιμετωπίζει, εξ αυτού και μόνο του λόγου, πραγματικό κίνδυνο στοχοποίησης. Περαιτέρω, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν πληροφορίες από τις οποίες να προκύπτει γενικευμένη ή συστηματική πρακτική στοχοποίησης των μελών της οικογένειας εργαζομένων σε ανθρωπιστικές οργανώσεις λόγω της συγγενικής τους σχέσης με τα πρόσωπα αυτά. Η τελευταία αυτή διαπίστωση αξιολογείται με τη δέουσα επιφύλαξη, δεδομένου ότι η απουσία σχετικών πληροφοριών στις διαθέσιμες πηγές δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής ότι τέτοια περιστατικά δεν είναι δυνατόν να συμβούν.
104. Σε εξατομικευμένο, ωστόσο, επίπεδο, δεν προκύπτουν εν προκειμένω επαρκείς ενδείξεις ότι οι Αιτητές 2 και 3 έχουν ταυτοποιηθεί ή στοχοποιηθεί από την Al-Shabaab λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητας του πατέρα τους. Ειδικότερα, από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ότι η Al-Shabaab γνώριζε την επαγγελματική ιδιότητα και τις συγκεκριμένες συνεργασίες του πατέρα τους ούτε, περαιτέρω, ότι είχε αποδώσει στους ίδιους τους Αιτητές οποιαδήποτε πραγματική ή θεωρούμενη σύνδεση με τις οργανώσεις με τις οποίες εκείνος συνεργάστηκε. Ομοίως, δεν προκύπτει ότι οι ίδιοι οι Αιτητές είχαν προσωπική εμπλοκή σε ανθρωπιστικές δραστηριότητες ή άλλο ιδιαίτερο προφίλ ικανό να προσελκύσει αυτοτελώς το ενδιαφέρον της εν λόγω οργάνωσης.
105. Ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνει συναφώς και το γεγονός ότι, κατά το χρονικό διάστημα που οι Αιτητές εξακολουθούσαν να διαμένουν στη Σομαλία, δεν καταγράφεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενέργεια της Al-Shabaab σε βάρος τους η οποία να μπορεί ευλόγως να συνδεθεί με την ιδιότητα του πατέρα τους. Ενόψει της επιχειρησιακής παρουσίας και της δυνατότητας δράσης της οργάνωσης στις περιοχές όπου δραστηριοποιείται, η απουσία οποιασδήποτε ένδειξης αναζήτησης, απειλής, προσέγγισης ή άλλης πράξης σε βάρος των Αιτητών αποτελεί πρόσθετο στοιχείο που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί εξατομικευμένου ενδιαφέροντος της Al-Shabaab προς το πρόσωπό τους. Τούτο δεν αξιολογείται αυτοτελώς ως απόδειξη περί ανυπαρξίας κινδύνου, αλλά συνεκτιμάται με το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης.
106. Υπό τα δεδομένα αυτά, μολονότι η προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα του πατέρα τους στον ανθρωπιστικό τομέα αποτελεί στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμηθεί στην εξατομικευμένη αξιολόγηση, δεν προκύπτει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η ιδιότητά του έχει δημιουργήσει στους Αιτητές 2 και 3 προσωπικό προφίλ ενδιαφέροντος για την Al-Shabaab ή ότι υφίσταται σήμερα πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος στοχοποίησής τους από την εν λόγω οργάνωση εξαιτίας της συγγενικής τους σχέσης με αυτόν.
107. Από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει ότι η Al-Shabaab εξακολουθεί να προβαίνει τόσο σε εθελούσια όσο και σε αναγκαστική στρατολόγηση και ότι τα πρόσωπα που στρατολογούνται είναι συνήθως ηλικίας μεταξύ 11 και 25 ετών. Καταγράφεται, περαιτέρω, αυξημένη δραστηριότητα στρατολόγησης στην περιφέρεια Lower Shabelle, ενώ οι πλέον πρόσφατες πληροφορίες καταδεικνύουν αύξηση των ενδείξεων αναγκαστικής στρατολόγησης κατά το 2025. Ιδιαίτερη ένταση του φαινομένου παρατηρείται, ωστόσο, στις αγροτικές περιοχές της νότιας Σομαλίας, περιλαμβανομένης της Lower Shabelle, στις οποίες η Al-Shabaab ασκεί μακροχρόνιο και ουσιαστικό έλεγχο. Οι μέθοδοι και η ένταση της στρατολόγησης διαφοροποιούνται, εξάλλου, ανάλογα με την περιοχή και, ιδίως, με την έκταση του ελέγχου που ασκεί σε αυτήν η οργάνωση.
108. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω δεδομένα στις ιδιαίτερες περιστάσεις των Αιτητών, διαπιστώνεται ότι, μολονότι αμφότεροι, ως νεαροί άρρενες ηλικίας 24 και 23 ετών, εμπίπτουν ηλικιακά στο ευρύτερο προφίλ των προσώπων που, σύμφωνα με τις εξωτερικές πηγές, ενδέχεται να στρατολογηθούν από την Al-Shabaab, το στοιχείο αυτό δεν αρκεί αφ’ εαυτού για τη θεμελίωση πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου αναγκαστικής στρατολόγησής τους. Οι ίδιες οι πληροφορίες καταδεικνύουν ότι η στρατολόγηση δεν συναρτάται αποκλειστικά με την ηλικία και το φύλο, αλλά επηρεάζεται από πλείονες παράγοντες, περιλαμβανομένης της περιοχής διαμονής και του βαθμού ελέγχου της Al-Shabaab σε αυτήν, των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, της θρησκευτικής κατήχησης, της ύπαρξης παραπόνων κατά της κυβέρνησης ή άλλων ομάδων και του φόβου αντιποίνων.
109. Συναφώς, ως τόπος συνήθους διαμονής των Αιτητών έχει προσδιοριστεί η πόλη Merca και όχι αγροτική περιοχή της Lower Shabelle τελούσα υπό μακροχρόνιο έλεγχο της Al-Shabaab, ως προς τις οποίες οι ανωτέρω πηγές καταγράφουν ιδιαίτερα ευχερή στρατολόγηση. Περαιτέρω, δεν προκύπτει από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά ότι οι Αιτητές είχαν στο παρελθόν προσεγγιστεί, απειληθεί, απαχθεί ή υποστεί απόπειρα στρατολόγησης από την Al-Shabaab, ούτε ότι η οργάνωση είχε εκδηλώσει οποιοδήποτε συγκεκριμένο ενδιαφέρον για τα πρόσωπά τους κατά το χρονικό διάστημα που διέμεναν στη Σομαλία. Ομοίως, δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε άλλο ιδιαίτερο ατομικό χαρακτηριστικό τους το οποίο, υπό το φως των διαθέσιμων πληροφοριών, θα τους καθιστούσε ειδικό στόχο στρατολόγησης.
110. Δεν παραγνωρίζεται συναφώς ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες καταγράφουν πρόσφατη αύξηση της αναγκαστικής στρατολόγησης από την Al-Shabaab και συγκεκριμένο περιστατικό στη Lower Shabelle κατά το οποίο η οργάνωση εξανάγκασε ηγέτες μειονοτικών φυλών να παράσχουν νεοσύλλεκτους. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι ο κίνδυνος αναγκαστικής στρατολόγησης στην ευρύτερη περιφέρεια είναι υπαρκτός και δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέος. Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι η πρακτική αυτή εφαρμόζεται αδιακρίτως σε κάθε νεαρό άνδρα που κατάγεται από τη Lower Shabelle, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής και των ιδιαίτερων προσωπικών του περιστάσεων.
111. Υπό το σύνολο των ανωτέρω δεδομένων, και παρά το γεγονός ότι το φύλο και η ηλικία των Αιτητών αποτελούν συναφείς παράγοντες κινδύνου που πρέπει να συνεκτιμηθούν, δεν προκύπτουν επαρκή εξατομικευμένα στοιχεία από τα οποία να μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής τους στη Merca, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να υποβληθούν σε αναγκαστική στρατολόγηση από την Al-Shabaab. Ο σχετικός φόβος τους, εξεταζόμενος υπό το πρίσμα τόσο των προσωπικών τους περιστάσεων όσο και των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, δεν κρίνεται, ως εκ τούτου, επαρκώς θεμελιωμένος.
112. Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής των Αιτητών, ήτοι στην πόλη Merca, η αποτελεί τη πρωτεύουσα της Lower Shabelle, η έκθεση της EUAA που δημοσιεύτηκε το 2026 επισημαίνει ότι έως τις 31 Μαρτίου 2025, η Al-Shabaab ασκούσε έλεγχο σχεδόν στο σύνολο των αγροτικών περιοχών της κεντρικής, νότιας και νοτιοδυτικής ζώνης της περιφέρειας, ενώ η πόλη Marka παρέμενε υπό τον έλεγχο του «συνασπισμού που ευθυγραμμίζεται με την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση (FGS)».[43]
113. Η Al-Shabaab ενέτεινε τις επιθέσεις της κατά των δυνάμεων ασφαλείας και, στο πλαίσιο επίθεσης που εξαπέλυσε τον Μάρτιο του 2025, κατέλαβε τις στρατηγικής σημασίας πόλεις Sabiid-Anole, Awdheegle και Bariire, νοτιοδυτικά του Mogadishu, οι οποίες λειτουργούσαν ως προκεχωρημένες επιχειρησιακές βάσεις του Εθνικού Στρατού της Σομαλίας (SNA). Οι πόλεις αυτές, μαζί με τη Janale, διαθέτουν γέφυρες επί του ποταμού Shabelle, οι οποίες διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη μετακίνηση προσώπων, εμπορευμάτων και αγροτικών προϊόντων. Στη συνέχεια, η Al-Shabaab προέλασε προς το Mogadishu μέσω της επαρχίας Afgooye και εγκατέστησε επιπλέον σημεία ελέγχου κατά μήκος του οδικού άξονα Afgooye–Mogadishu, χωρίς ωστόσο να επιχειρήσει επίθεση κατά του Mogadishu.[44]
114. Συνολικά, η Lower Shabelle συγκαταλέγεται μεταξύ των περιφερειών με τον υψηλότερο αριθμό καταγεγραμμένων περιστατικών που αφορούσαν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς (IEDs), με αποτέλεσμα οι άμαχοι να πλήττονται τόσο άμεσα όσο και έμμεσα. Στα τέλη του 2025 καταγράφηκε αύξηση των τοπικών συγκρούσεων μεταξύ φυλών σε τμήματα της Lower Shabelle, ενώ αναφέρθηκαν δολοφονίες από πολιτοφυλακές φυλών, μεταξύ άλλων, στις επαρχίες Wanla Weyn, Afgooye και Qoryooley και οι εντάσεις παρέμεναν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα στην πόλη Marka.[45]
115. Αναφορικά με τον αριθμό των καταγεγραμμένων περιστατικών, στην ίδια έκθεση της EUAA αναφέρεται ότι, κατά την περίοδο από την 1η Απριλίου 2025 έως την 31η Μαρτίου 2026, καταγράφηκαν 976 περιστατικά ασφαλείας στην περιφέρεια Lower Shabelle, συμπεριλαμβανομένων μαχών, εκρήξεων και άλλων μορφών βίας εξ αποστάσεως, καθώς και περιστατικών βίας κατά αμάχων, τα οποία προκάλεσαν 1.905 θανάτους.[46] Η Al-Shabaab ενεπλάκη σε 613 περιστατικά ασφαλείας κατά των στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων της Σομαλίας και σε 73 περιστατικά βίας κατά αμάχων, ενώ οι στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις της Σομαλίας ενεπλάκησαν σε 33 αντίστοιχα περιστατικά. Οι πολιτοφυλακές (υπο-)φυλών ενεπλάκησαν σε 13 περιστατικά κατά των στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων της Σομαλίας, σε 8 περιστατικά κατά της Al-Shabaab, σε 26 περιστατικά συγκρούσεων με άλλες πολιτοφυλακές (υπο-)φυλών και σε 24 περιστατικά βίας κατά αμάχων.[47]
116. Για λόγους πληρότητας της έρευνας, το Δικαστήριο προέβη σε αυτοτελή έρευνα στη βάση δεδομένων της πλατφόρμας ACLED, από την οποία προέκυψε ότι, κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους (με ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης την 17.07.2026), καταγράφηκαν 1.296 περιστατικά ασφαλείας στη Lower Shabelle, εκ των οποίων τα 1.160 συνιστούν περιστατικά πολιτικής βίας (η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/βία εξ αποστάσεως, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία οδήγησαν σε 1.866 ανθρώπινες απώλειες, εκ των οποίων οι 1.856 προήλθαν από περιστατικά πολιτικής βίας.[48] Να σημειωθεί ότι ο πληθυσμός της περιφέρειας Lower Shabelle για το 2026 εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 1.242.154 κατοίκους.[49]
117. Ως προς τον εκτοπισμό λόγω των συγκρούσεων, σε έκθεση της EUAA, δημοσιευθείσα το 2026, η οποία παραπέμπει σε πηγή πληροφόρησης, αναφέρεται ότι 8.870 άτομα εκτοπίστηκαν κατά την περίοδο από τον Απρίλιο του 2025 έως τον Φεβρουάριο του 2026, με την πλειονότητα αυτών να προέρχεται από περιοχές των επαρχιών Afgooye και Wanla Weyn. Επισημαίνεται επίσης ότι περισσότερο από το 90% των εκτοπισμών που συνδέονταν με συγκρούσεις και καταγράφηκαν κατά την περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου 2024 και Οκτωβρίου 2025 αποδίδονταν στη δράση της Al-Shabaab. Μεταξύ άλλων περιστατικών, οι ένοπλες συγκρούσεις στις πόλεις Mubarak και Darusalam, τον Μάρτιο του 2026, είχαν ως αποτέλεσμα τον εκτοπισμό περίπου 2.364 ατόμων.[50]
118. Ως προς τις λοιπές επιπτώσεις στη ζωή των αμάχων, σε έκθεση της EUAA, δημοσιευθείσα το 2026, καταγράφεται ότι στην πλειονότητα των περιοχών της Lower Shabelle ίσχυαν «σοβαροί» ή «πολύ σοβαροί» περιορισμοί στην ανθρωπιστική πρόσβαση, με εξαίρεση τις πόλεις Afgooye, Wanla Weyn, Qoryooley, Marka και Baraawe, καθώς και τις γύρω αγροτικές περιοχές τους, ενώ παράλληλα καταγράφονταν σημαντικά ποσοστά επισιτιστικής κρίσης. Επιπλέον, τον Ιούνιο του 2025, η Al-Shabaab ανατίναξε γέφυρα στην πόλη Bariire, η οποία αποτελούσε μία από τις βασικές γέφυρες της περιφέρειας.[51]
119. Αξιολογώντας, τέλος, σωρευτικά το επίπεδο της αδιάκριτης βίας που επικρατεί στην Merca και ευρύτερα στην περιφέρεια Lower Shabelle, και τις ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις των Αιτητών 2 και 3, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις για τη διαπίστωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής τους στον τόπο συνήθους διαμονής τους. Προς τούτο αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στο ιδιαιτέρως υψηλό επίπεδο βίας που καταγράφεται στην ευρύτερη περιφέρεια, όπου, κατά την πλέον πρόσφατη περίοδο αναφοράς, σημειώθηκε ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός περιστατικών ασφαλείας και ανθρώπινων απωλειών, με σημαντική εμπλοκή της Al-Shabaab, ενώ καταγράφονται επίσης εκτοπισμοί λόγω των συγκρούσεων και σοβαρές επιπτώσεις της κατάστασης ασφαλείας στον άμαχο πληθυσμό.
120. Το γεγονός ότι η ίδια η πόλη Merca παραμένει υπό τον έλεγχο δυνάμεων ευθυγραμμισμένων με την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση συνεκτιμάται, πλην όμως δεν αναιρεί την ανωτέρω εκτίμηση, λαμβανομένης υπόψη της ευρύτερης κατάστασης ασφαλείας στη Lower Shabelle, της εκτεταμένης παρουσίας και επιχειρησιακής δυνατότητας της Al-Shabaab στην περιφέρεια, καθώς και των ιδιαίτερα υψηλών επιπέδων βίας που καταγράφονται σε αυτήν.
121. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις των Αιτητών, συνεκτιμάται ιδίως ότι εγκατέλειψαν τη Σομαλία το 2019, ενώ ήταν ακόμη ανήλικοι, και έκτοτε διαμένουν εκτός της χώρας για χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών. Ως εκ τούτου, μολονότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στερούνται παντελώς εξοικείωσης με τη χώρα και την περιοχή καταγωγής τους, η γνώση και εξοικείωσή τους με τις σημερινές κοινωνικές, γεωγραφικές και συνθήκες ασφαλείας στη Merca και στην ευρύτερη Lower Shabelle είναι ευλόγως περιορισμένη. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται, περαιτέρω, στο γεγονός ότι δεν διαθέτουν, κατά τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, οικογενειακό ή άλλο αποτελεσματικό υποστηρικτικό δίκτυο στην περιοχή, δεν έτυχαν επίσημης σχολικής εκπαίδευσης στη Σομαλία και δεν διαθέτουν προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία στη χώρα. Τα στοιχεία αυτά είναι ικανά, σωρευτικά θεωρούμενα, να περιορίσουν την ικανότητά τους να προσανατολιστούν, να εξασφαλίσουν τα αναγκαία μέσα διαβίωσης και, κυρίως, να αποφεύγουν ή να αντιμετωπίζουν τους κινδύνους που απορρέουν από το υφιστάμενο περιβάλλον ασφαλείας.
122. Στην ίδια σωρευτική εκτίμηση λαμβάνεται υπόψη ότι, ως νεαροί άρρενες ηλικίας 23 και 24 ετών, εμπίπτουν στο ηλικιακό φάσμα στο οποίο, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, εντοπίζονται συνήθως πρόσωπα που στρατολογούνται από την Al-Shabaab. Το στοιχείο αυτό δεν θεωρείται ότι θεμελιώνει αυτοτελώς πραγματικό κίνδυνο αναγκαστικής στρατολόγησης, όπως ήδη κρίθηκε ανωτέρω, πλην όμως αποτελεί συναφή προσωπική περίσταση κατά την εκτίμηση της έκθεσής τους στους κινδύνους που δημιουργεί η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή.
123. Αντιθέτως, περιορισμένη επιβαρυντική βαρύτητα αποδίδεται στη μειονοτική καταγωγή τους από την ομάδα Benadiri, δεδομένου ότι, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, η συγκεκριμένη ομάδα δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον περιθωριοποιημένων μειονοτήτων, η θέση της έχει βελτιωθεί και δεν προέκυψε ότι οι ίδιοι ή η οικογένειά τους υπέστησαν στο παρελθόν συγκεκριμένη δυσμενή μεταχείριση λόγω της καταγωγής τους. Ομοίως, η απουσία προηγούμενης προσωπικής στοχοποίησης των Αιτητών από την Al-Shabaab αποτελεί στοιχείο που συνηγορεί κατά της ύπαρξης αυξημένου εξατομικευμένου κινδύνου και συνεκτιμάται αναλόγως, χωρίς, ωστόσο, να είναι από μόνη της καθοριστική για την αξιολόγηση του κινδύνου που απορρέει από την υφιστάμενη κατάσταση αδιάκριτης.
124. Υπό το φως, συνεπώς, του υψηλού επιπέδου αδιάκριτης βίας που επικρατεί στη Lower Shabelle και του αντιστοίχως χαμηλότερου βαθμού εξατομίκευσης που απαιτείται, οι προαναφερθείσες προσωπικές περιστάσεις των Αιτητών και ιδίως η νεαρή ηλικία τους, η αποχώρησή τους από τη χώρα ενώ ήταν ακόμη ανήλικοι και η μακρόχρονη έκτοτε απουσία τους, η συνακόλουθα περιορισμένη εξοικείωσή τους με τις σημερινές συνθήκες στην περιοχή, η έλλειψη οικογενειακού ή άλλου αποτελεσματικού υποστηρικτικού δικτύου, καθώς και η έλλειψη εκπαίδευσης και προηγούμενης επαγγελματικής εμπειρίας στη Σομαλία, σωρευτικά θεωρούμενες και σε συνάρτηση με την ένταση της υφιστάμενης βίας, είναι επαρκείς ώστε να διαμορφώνουν πραγματικό κίνδυνο να εκτεθούν προσωπικά σε σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στον τόπο συνήθους διαμονής τους.
125. Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
126. Ειδικότερα, συνοψίζοντας τα ανωτέρω συμπεράσματα στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου και προχωρώντας στη νομική υπαγωγή τους στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του προσφυγικού καθεστώτος, επισημαίνεται συναφώς ότι, η πλέον πρόσφατη Καθοδήγηση της EUAA αναφέρει ότι οι εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικούς οργανισμούς στη νότια και κεντρική Σομαλία αποτελούν ιδιαίτερο προφίλ κινδύνου. Έχουν καταγραφεί απειλές κατά της ζωής, απαγωγές, σωματική βία και δολοφονίες, κυρίως από την Al Shabaab, ενώ η οργάνωση αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη καχυποψία πρόσωπα που θεωρεί ότι συνδέονται με τη διεθνή κοινότητα ή ενδέχεται να ασκούν κατασκοπεία. Κατά την EUAA, για τους ίδιους τους εργαζομένους σε ανθρωπιστικούς οργανισμούς στη νότια και κεντρική Σομαλία, βάσιμος φόβος δίωξης κατά κανόνα στοιχειοθετείται. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το συγκεκριμένο προφίλ ανήκε στον πατέρα και όχι στους Αιτητές 2 και 3. Οι τελευταίοι δεν εργάστηκαν σε ανθρωπιστικό ή διεθνή οργανισμό, δεν συμμετείχαν στις επαγγελματικές δραστηριότητες του πατέρα και δεν διέθεταν λεπτομερή γνώση της εργασίας του.
127. Περαιτέρω, δεν έγινε δεκτός ο ισχυρισμός ότι ο πατέρας είχε προσωπικά στοχοποιηθεί από την Al Shabaab ούτε αποδείχθηκε ότι η οργάνωση είχε ταυτοποιήσει τους Αιτητές ως μέλη της οικογένειάς του ή ότι είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για αυτούς. Δεν προέκυψε επίσης ότι η επαγγελματική δραστηριότητα του πατέρα ήταν δημόσια γνωστή σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι θα αποδοθεί αυτομάτως στους ενήλικους υιούς του. Συνεπώς, η ιδιότητα του πατέρα δεν αποτελεί αυτοτελή βάση για τη διαπίστωση βάσιμου φόβου δίωξης των Αιτητών 2 και 3 λόγω αποδιδόμενης πολιτικής πεποίθησης ή σχέσης με τη διεθνή κοινότητα.
128. Ως προς το ηλικιακό προφίλ τους ως νεαρών αρρένων, η EUAA αναφέρει ότι η Al Shabaab στρατολογεί πρόσωπα τόσο από πλειοψηφικές όσο και από μειονοτικές ομάδες. Οι συνήθεις ηλικίες των στρατολογουμένων κυμαίνονται μεταξύ 11 και 25 ετών, ενώ η στρατολόγηση διευκολύνεται σε περιοχές στις οποίες η οργάνωση ασκεί μακροχρόνιο έλεγχο ή σημαντική επιρροή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η Lower Shabelle. Κατά την εξατομικευμένη αξιολόγηση πρέπει να συνεκτιμώνται η ηλικία, η περιοχή καταγωγής και ο βαθμός ελέγχου της Al Shabaab, το κοινωνικοοικονομικό προφίλ και τυχόν επαγγελματικές δεξιότητες χρήσιμες στην οργάνωση.[52] Οι Αιτητές εμπίπτουν ακόμη, έστω και στο ανώτερο άκρο, στο ηλικιακό φάσμα που προσδιορίζει η EUAA. Κατάγονται επίσης από περιοχή στην οποία η Al Shabaab διαθέτει ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία. Η έλλειψη εκπαίδευσης, επαγγελματικής εμπειρίας, οικονομικής αυτοτέλειας και υποστηρικτικού δικτύου ενδέχεται να αυξήσει την ευαλωτότητά τους σε πιέσεις ή στρατολόγηση. Από την άλλη, δεν είναι πλέον ανήλικοι, δεν υπήρξαν αντικείμενο προηγούμενης προσέγγισης ή προσπάθειας στρατολόγησης, δεν αρνήθηκαν απαίτηση της Al Shabaab, δεν συνδέονται με αντίπαλη ένοπλη ομάδα και δεν διαθέτουν ειδικές επαγγελματικές δεξιότητες που θα τους καθιστούσαν ιδιαίτερα επιθυμητούς για την οργάνωση. Ο ισχυρισμός ότι η Al Shabaab είχε ήδη επιδιώξει τη στρατολόγησή τους απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος. Επομένως, παρά την ύπαρξη παραγόντων που αυξάνουν τον γενικό κίνδυνο, δεν στοιχειοθετείται, με εύλογο βαθμό πιθανότητας, ότι οι συγκεκριμένοι Αιτητές θα υποστούν εξαναγκαστική στρατολόγηση ή δίωξη λόγω άρνησης στρατολόγησης. Η υπαγωγή τους στο γενικό δημογραφικό προφίλ νεαρών ανδρών δεν αρκεί αφ’ εαυτής για αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος, καθώς απαιτείται και το συστατικό στοιχείο του εύλογου φόβου.
129. Ως προς τη φυλετική τους ταυτότητα, οι ανωτέρω πηγές επιβεβαιώνουν, ότι οι Bandhabow/Bandhawow, περιλαμβανομένης της υποομάδας Bahar Sufi, ανήκουν στο ευρύτερο σύνολο των Benadiri. Μολονότι οι Benadiri εξακολουθούν να είναι λιγότερο ισχυροί από τις κυρίαρχες πατριές και αντιμετωπίζουν κοινωνικοπολιτικό αποκλεισμό, η θέση τους έχει βελτιωθεί και η απλή ιδιότητα μέλους της ομάδας δεν συνεπάγεται γενικώς βάσιμο φόβο δίωξης.
130. Οι Αιτητές δεν επικαλέστηκαν συγκεκριμένη παρελθούσα κακομεταχείριση λόγω της πατριάς τους. Συνεπώς, η φυλετική τους καταγωγή δεν θεμελιώνει αυτοτελώς προσφυγικό καθεστώς. Συνεκτιμάται, όμως, ως παράγοντας που περιορίζει την πρόσβασή τους σε προστασία, στέγαση, εργασία και αποτελεσματικό δίκτυο υποστήριξης.
131. Συμπερασματικώς, οι επιμέρους παράγοντες κινδύνου, είτε αυτοτελώς είτε σωρευτικώς, δεν αρκούν για να καταδείξουν εύλογο βαθμό πιθανότητας δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικής πεποίθησης ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Ως εκ τούτου, οι Αιτητές 2 και 3 δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αναγνώρισης ως πρόσφυγες.
132. Διαφορετική είναι η κατάληξη ως προς ενδεχόμενο υπαγωγής τους σε καθεστώς επικουρικής προστασίας.
133. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι οι Αιτητές δεν τεκμηρίωσαν, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθούν σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32] λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους [βλ άρθρο 15 στοιχεία α) και β)].
134. Περαιτέρω, εξετάζεται κατά πόσον οι Αιτητές 2 και 3 πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο άρθρο 15 στοιχείο γ΄ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ήτοι κατά πόσον, σε περίπτωση επιστροφής τους στον τόπο συνήθους διαμονής τους, θα αντιμετώπιζαν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
135. Συναφώς, κατά τη νομολογία του ΔΕΕ, η ύπαρξη τέτοιας σοβαρής και προσωπικής απειλής μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να θεωρηθεί αποδεδειγμένη όταν ο βαθμός της αδιάκριτης βίας που χαρακτηρίζει την ένοπλη σύρραξη έχει φθάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος που επιστρέφει στη συγκεκριμένη χώρα ή, κατά περίπτωση, στη συγκεκριμένη περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, Elgafaji, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, σκέψη 43].
136. Εντούτοις, η εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην ως άνω εξαιρετική περίπτωση. Όπως επίσης προκύπτει από τη νομολογία του ΔΕΕ, όσο περισσότερο ο αιτών είναι ενδεχομένως σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω στοιχείων που προσιδιάζουν στην προσωπική του κατάσταση, τόσο χαμηλότερος είναι ο βαθμός αδιάκριτης βίας που απαιτείται προκειμένου να μπορεί να υπαχθεί σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Η σχετική αξιολόγηση προϋποθέτει, επομένως, τη συνεκτίμηση τόσο της έντασης και των χαρακτηριστικών της αδιάκριτης βίας στην περιοχή επιστροφής όσο και των προσωπικών περιστάσεων του συγκεκριμένου αιτούντος.
137. Ως προς την έννοια της εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το ΔΕΕ έχει διευκρινίσει ότι αυτή αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους [βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28]. Υπό το φως των πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής που παρατέθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι στην περιφέρεια Lower Shabelle, στην οποία βρίσκεται η Merca, υφίσταται εσωτερική ένοπλη σύρραξη κατά την έννοια της σχετικής νομολογίας, δεδομένων των συνεχιζόμενων συγκρούσεων μεταξύ των σομαλικών κυβερνητικών δυνάμεων και των συμμάχων τους, αφενός, και της Al-Shabaab, αφετέρου, καθώς και της έκτασης και έντασης της επιχειρησιακής δραστηριότητας της τελευταίας στην περιφέρεια.
138. Η διαπίστωση της ύπαρξης εσωτερικής ένοπλης σύρραξης δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση του βαθμού της αδιάκριτης βίας και, εφόσον αυτός δεν έχει προσλάβει τέτοια εξαιρετική ένταση ώστε οποιοσδήποτε άμαχος να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο λόγω της παρουσίας του και μόνον στην περιοχή, συνεκτίμηση των προσωπικών περιστάσεων των Αιτητών σύμφωνα με την αναλογική κλίμακα που καθιερώνει η νομολογία του ΔΕΕ.
139. Εν προκειμένω, οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο βίας στην περιφέρεια Lower Shabelle. Κατά την περίοδο από 1η Απριλίου 2025 έως 31 Μαρτίου 2026 καταγράφηκαν 976 περιστατικά ασφαλείας, περιλαμβανομένων μαχών, εκρήξεων και άλλων μορφών βίας εξ αποστάσεως, καθώς και περιστατικών βίας κατά αμάχων, με 1.905 καταγεγραμμένους θανάτους.[53] Η Al-Shabaab ενεπλάκη σε ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό περιστατικών, ενώ η περιφέρεια συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων στις οποίες καταγράφεται υψηλός αριθμός περιστατικών με αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, με άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στον άμαχο πληθυσμό. Περαιτέρω, σημαντικός αριθμός προσώπων εκτοπίστηκε λόγω των συγκρούσεων, με περισσότερο από το 90% των σχετικών εκτοπισμών κατά συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς να αποδίδεται στη δράση της Al-Shabaab.
140. Δεν παραγνωρίζεται ότι η ίδια η πόλη Merca παραμένει υπό τον έλεγχο δυνάμεων ευθυγραμμισμένων με την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Σομαλίας. Το στοιχείο αυτό, ωστόσο, δεν αρκεί για να αναιρέσει την έκθεση των αμάχων στους κινδύνους που απορρέουν από την ευρύτερη κατάσταση ασφαλείας. Η Al-Shabaab εξακολουθεί να ασκεί εκτεταμένο έλεγχο ή επιρροή σε σημαντικά τμήματα της Lower Shabelle και να διαθέτει ουσιώδη επιχειρησιακή ικανότητα στην περιφέρεια, ενώ οι πληροφορίες καταγράφουν ιδιαίτερα υψηλό αριθμό περιστατικών ασφαλείας, χρήση εκρηκτικών μηχανισμών, συγκρούσεις και εκτοπισμούς. Ειδικώς δε ως προς τη Merca, καταγράφονται ιδιαίτερα υψηλές εντάσεις κατά την πρόσφατη περίοδο αναφοράς.
141. Το Δικαστήριο δεν κρίνει, ωστόσο, ότι τα ανωτέρω δεδομένα επιβάλλουν κατ’ ανάγκην τη διαπίστωση ότι η ένταση της αδιάκριτης βίας έχει φθάσει στο ακραίο εκείνο επίπεδο κατά το οποίο κάθε άμαχος, ανεξαρτήτως των προσωπικών του περιστάσεων, θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρουσίας του στην περιοχή. Ως εκ τούτου, καθίσταται κρίσιμη η εφαρμογή της αναλογικής κλίμακας και η συνεκτίμηση των προσωπικών περιστάσεων των συγκεκριμένων Αιτητών.
142. Στο πλαίσιο αυτό, αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι οι Αιτητές εγκατέλειψαν τη Σομαλία το 2019, ενώ ήταν ακόμη ανήλικοι, και έκτοτε έχουν παραμείνει εκτός της χώρας για χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών. Μολονότι, συνεπώς, δεν στερούνται παντελώς γνώσης της Merca, η εξοικείωσή τους με τις σημερινές κοινωνικές, γεωγραφικές και, ιδίως, συνθήκες ασφαλείας στην περιοχή είναι περιορισμένη. Περαιτέρω, δεν διαθέτουν στη Σομαλία οικογενειακό ή άλλο αποτελεσματικό υποστηρικτικό δίκτυο, δεν έτυχαν επίσημης σχολικής εκπαίδευσης στη χώρα και δεν διαθέτουν προηγούμενη επαγγελματική πείρα σε αυτήν. Τα στοιχεία αυτά είναι ικανά να περιορίσουν την πρακτική δυνατότητά τους να προσανατολιστούν και να προσαρμοστούν στις υφιστάμενες συνθήκες, να εξασφαλίσουν σταθερά μέσα διαβίωσης και να αντιμετωπίσουν ή να αποφύγουν τους κινδύνους που δημιουργεί το υφιστάμενο περιβάλλον ασφαλείας.
143. Περαιτέρω, οι Αιτητές, ως νεαροί άρρενες ηλικίας 23 και 24 ετών, εμπίπτουν στο ηλικιακό φάσμα των προσώπων που, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, στρατολογούνται συνήθως από την Al-Shabaab. Όπως ήδη κρίθηκε, το χαρακτηριστικό αυτό δεν αρκεί, αυτοτελώς θεωρούμενο, για να στοιχειοθετήσει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο αναγκαστικής στρατολόγησης. Αποτελεί, ωστόσο, συναφή προσωπική περίσταση η οποία δύναται να συνεκτιμηθεί, μαζί με τα λοιπά χαρακτηριστικά τους, κατά την αξιολόγηση της έκθεσής τους στους κινδύνους που απορρέουν από την ένοπλη σύρραξη και την αδιάκριτη βία στην περιοχή.
144. Αντιθέτως, μικρότερη επιβαρυντική βαρύτητα αποδίδεται στη μειονοτική τους καταγωγή από την ομάδα Benadiri, δεδομένου ότι, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, η θέση της συγκεκριμένης ομάδας έχει βελτιωθεί, δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον περιθωριοποιημένων μειονοτικών ομάδων και δεν προέκυψε ότι οι Αιτητές ή η οικογένειά τους υπέστησαν κατά το παρελθόν συγκεκριμένη δυσμενή μεταχείριση εξαιτίας της καταγωγής τους. Ομοίως, η απουσία προηγούμενης προσωπικής στοχοποίησης ή απόπειρας στρατολόγησής τους από την Al-Shabaab αποτελεί στοιχείο που μειώνει τον βαθμό του εξατομικευμένου κινδύνου και συνεκτιμάται αναλόγως, χωρίς όμως να είναι καθοριστικό για την αυτοτελή αξιολόγηση του κινδύνου που απορρέει από την αδιάκριτη βία.
145. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι το επίπεδο της αδιάκριτης βίας στη Lower Shabelle δεν διαπιστώνεται ότι έχει φθάσει στο εξαιρετικά υψηλό εκείνο επίπεδο στο οποίο η απλή παρουσία οποιουδήποτε αμάχου στην περιοχή αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, εντούτοις βρίσκεται σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε, κατ’ εφαρμογή της αναλογικής κλίμακας και σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες προσωπικές περιστάσεις των Αιτητών, να δημιουργεί στο πρόσωπό τους πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας.
146. Καθοριστική προς τούτο είναι η σωρευτική επίδραση της νεαρής ηλικίας τους, της αποχώρησής τους από τη Σομαλία ενώ ήταν ακόμη ανήλικοι και της μακρόχρονης έκτοτε απουσίας τους, της περιορισμένης εξοικείωσής τους με τις σημερινές συνθήκες στην περιοχή, της απουσίας οικογενειακού ή άλλου αποτελεσματικού υποστηρικτικού δικτύου, της έλλειψης επίσημης σχολικής εκπαίδευσης και προηγούμενης επαγγελματικής εμπειρίας στη χώρα, καθώς και του γεγονότος ότι εξακολουθούν ηλικιακά να εμπίπτουν στο προφίλ προσώπων που ενδέχεται να προσελκύσουν το ενδιαφέρον της Al-Shabaab για σκοπούς στρατολόγησης.
147. Περαιτέρω, ως προς τη δυνατότητα οικονομικής υποστήριξης των Αιτητών από την οικογένειά τους, συνεκτιμάται ότι οι γονείς τους διαμένουν στη Φινλανδία μαζί με τα λοιπά έξι ανήλικα τέκνα τους, ενώ ο πατέρας τους έχει μόλις προσφάτως εγκατασταθεί στη χώρα αυτή. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και λαμβανομένων επιπλέον υπόψη των δηλώσεων των ίδιων των Αιτητών ότι δεν αναμένουν να λαμβάνουν οικονομική βοήθεια από τους γονείς τους σε περίπτωση επιστροφής τους στη Σομαλία, δεν μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι η οικογένειά τους διαθέτει τέτοια οικονομική δυνατότητα ώστε οι Αιτητές να μπορούν να προσβλέπουν σε σταθερή ή ουσιώδη οικονομική υποστήριξη από αυτήν για την κάλυψη των βασικών αναγκών και την επανεγκατάστασή τους στη χώρα καταγωγής τους.
148. Οι περιστάσεις αυτές, μολονότι καμία δεν αρκεί αυτοτελώς για τη θεμελίωση του απαιτούμενου κινδύνου, αποκτούν αυξημένη σημασία όταν αξιολογούνται σωρευτικά και σε συνάρτηση με το ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο αδιάκριτης βίας που επικρατεί στη Lower Shabelle.
149. Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών 2 και 3 στον τόπο συνήθους διαμονής τους, ήτοι στη Merca της Lower Shabelle, υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι θα αντιμετώπιζαν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο εσωτερικής ένοπλης σύρραξης και, ως εκ τούτου, συντρέχουν, ως προς τον τόπο αυτό, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 15 στοιχείο γ΄ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
150. Επόμενο στάδιο της ανάλυσης αναφορικά με τη χορήγηση στους Αιτητές 2 και 3 καθεστώτος διεθνούς προστασίας, κατόπιν της ανωτέρω διαπίστωσης ότι, σε περίπτωση επιστροφής τους στον τόπο συνήθους διαμονής τους, ήτοι στη Merca της Lower Shabelle, θα αντιμετώπιζαν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 15 στοιχείο γ΄ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, αποτελεί η εξέταση κατά πόσον υφίσταται γι’ αυτούς εναλλακτική δυνατότητα εγχώριας προστασίας σε άλλο τμήμα της χώρας καταγωγής τους και, εν προκειμένω, στο Mogadishu.
151. Κρίσιμη συναφώς είναι η ρύθμιση του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Κατά την παράγραφο 1 της εν λόγω διάταξης, όταν το κράτος ή όργανα του κράτους δεν αποτελούν τους φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης, εξετάζεται, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της αίτησης διεθνούς προστασίας, κατά πόσον ο αιτών δεν χρήζει διεθνούς προστασίας επειδή μπορεί να ταξιδέψει με ασφάλεια και νομιμότητα και να γίνει δεκτός σε άλλο τμήμα της χώρας καταγωγής του, μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι θα εγκατασταθεί εκεί και, στο τμήμα αυτό, είτε δεν έχει βάσιμο φόβο δίωξης ή δεν αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης είτε έχει πρόσβαση σε αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία έναντι δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
152. Οι ανωτέρω προϋποθέσεις είναι σωρευτικές. Ως εκ τούτου, η διαπίστωση ότι η κατάσταση ασφαλείας σε άλλη περιοχή της χώρας είναι συγκριτικά ευνοϊκότερη από εκείνη που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής των Αιτητών δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για την εφαρμογή της εναλλακτικής εγχώριας προστασίας. Απαιτείται επιπροσθέτως να διαπιστώνεται ότι οι Αιτητές μπορούν πράγματι να μεταβούν και να γίνουν δεκτοί με ασφάλεια και νομιμότητα στην προτεινόμενη περιοχή και ότι, λαμβανομένων υπόψη τόσο των γενικών συνθηκών που επικρατούν εκεί όσο και των ιδιαίτερων προσωπικών τους περιστάσεων, μπορεί ευλόγως να αναμένεται από αυτούς να εγκατασταθούν σε αυτήν.
153. Συναφώς, το άρθρο 8 του Κανονισμού προβλέπει ρητώς ότι το βάρος απόδειξης της διαθεσιμότητας εναλλακτικής εγχώριας προστασίας για τον συγκεκριμένο αιτούντα φέρει η αποφαινόμενη αρχή,[54] ενώ κατά την εξέταση λαμβάνονται υπόψη οι γενικές συνθήκες που επικρατούν στο συγκεκριμένο τμήμα της χώρας και οι προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος. Μεταξύ των τελευταίων περιλαμβάνονται, ιδίως, η ηλικία, η κατάσταση της υγείας, το φύλο, η εθνοτική καταγωγή και η ιδιότητα μέλους εθνικής μειονότητας, ενώ πρέπει επίσης να εξετάζεται κατά πόσον ο αιτών θα είναι σε θέση να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες.
154. Ως πιθανή περιοχή εσωτερικής μετεγκατάστασης εξετάζεται εν προκειμένω το Mogadishu, η οποία επίσης τελεί υπό κυβερνητικό έλεγχο και αποτελεί τη πρωτεύουσα της χώρας. Κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας αυτής λαμβάνεται καταρχάς υπόψη ότι η κατάσταση ασφαλείας στην πρωτεύουσα διαφοροποιείται από εκείνη που επικρατεί στην περιφέρεια Lower Shabelle και, ειδικότερα, στον τόπο συνήθους διαμονής των Αιτητών. Εντούτοις, το Mogadishu δεν μπορεί να θεωρηθεί περιοχή στην οποία απουσιάζει η αδιάκριτη βία. Αντιθέτως, σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη κοινή ανάλυση της EUAA, η αδιάκριτη βία στην περιοχή Benadir/Mogadishu εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο, με αποτέλεσμα να απαιτείται χαμηλότερος βαθμός εξατομικευμένων στοιχείων για τη διαπίστωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 15 στοιχείο γ΄. Η αξιολόγηση της ασφάλειας του Mogadishu ως πιθανής περιοχής εσωτερικής μετεγκατάστασης απαιτεί, συνεπώς, ιδιαίτερη προσοχή και εξατομικευμένη εξέταση.
155. Πέραν, όμως, της κατάστασης ασφαλείας, καθοριστικής σημασίας είναι στην προκειμένη περίπτωση η εξέταση του εύλογου χαρακτήρα της εγκατάστασης των συγκεκριμένων Αιτητών στο Mogadishu. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να διενεργηθεί αφηρημένα, στη βάση και μόνον του γεγονότος ότι πρόκειται πλέον για νεαρούς ενήλικους άρρενες και, ως εκ τούτου, δυνητικά ικανούς προς εργασία. Αντιθέτως, απαιτείται η συνεκτίμηση του συνόλου των προσωπικών τους περιστάσεων και της πραγματικής δυνατότητάς τους να εγκατασταθούν και να εξασφαλίσουν εκεί συνθήκες στοιχειώδους και βιώσιμης διαβίωσης.
156. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επιβεβαιώνεται ότι οφείλουν να αξιολογηθούν μεταξύ άλλων η ικανότητα του αιτητού να εξασφαλίσει τις πλέον βασικές του ανάγκες, όπως φαγητό, υγιεινή και καταφύγιο, η ευαλωτότητά του στην κακομεταχείριση και η πιθανότητα η κατάστασή του να βελτιωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.[55] Προσωπικές περιστάσεις που δύνανται να ληφθούν υπόψιν συνιστούν η διατήρηση οικογενειακού δεσμού στην περιοχή μετεγκατάστασης και εάν ο αιτητής έχει πρόσφατη εμπειρία διαβίωσης στη χώρα καταγωγής του.[56]
157. Επιπλέον κριτήρια δόθηκαν με την απόφαση A.A.M v. Sweden του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Aρ. Αιτ. 68519/10, ημερ. 3.7.2014 για την ευλογοφάνεια της μετεγκατάστασης. Πιο συγκεκριμένα κρίθηκε, ότι παρότι η μετεγκατάσταση συμπεριλαμβάνει ορισμένο βαθμό δυσκολίας, όπως η εξεύρεση κατάλληλων εργασιών και οικίας, τέτοιες δυσκολίες δεν είναι αποφασιστικές αν μπορεί να ανευρεθεί ότι οι γενικές συνθήκες διαβίωσης για τον αιτητή δεν είναι μη εύλογες ή με οποιοδήποτε τρόπο δε συνεπάγονται μεταχείριση απαγορευμένη από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον δείκτες του εύλογου χαρακτήρα της μετεγκατάστασης αξιολογήθηκαν η διαθεσιμότητα εργασιών και η πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη όπως και η οικονομική και άλλη υποστήριξη από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τοπικές οργανώσεις.[57]
158. Σε σχέση με τη δυνατότητα μετεγκατάστασης των Αιτητών, σε ασφαλέστερη περιοχή της χώρας, λαμβάνεται επίσης υπόψη η κατευθυντήρια οδηγία της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες για τη Διεθνή Προστασία Νο.4, σύμφωνα με την οποία η αξιολόγηση της εναλλακτικής δυνατότητας εγχώριας προστασίας έχει ως προϋπόθεση την εξεύρεση μιας περιοχής στην οποία δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος δίωξης, και που θα μπορούσε ευλόγως να αναμένεται ότι οι Αιτητές μπορούν να έχουν εκεί μια φυσιολογική ζωή.[58] Η αξιολόγηση της δυνατότητας εφαρμογής της εγχώριας προστασίας απαιτεί την ανάλυση δύο στοιχείων, που συνίστανται στη διαπίστωση του εφικτού και του εύλογου χαρακτήρα της δυνατότητας μετεγκατάστασης, συνεκτιμώντας αφενός τις γενικές περιστάσεις που επικρατούν στο τμήμα της χώρας που προτείνεται για μετεγκατάσταση και αφετέρου τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντα (βλ. άρθρο 8 Οδηγίας 2011/95/ΕΕ).[59]
159. Επίσης ο ανωτέρω αναφερόμενος Πρακτικός οδηγός της EUAA, επισημαίνει ότι στις χώρες όπου λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη, είναι αναγκαία η αξιολόγηση της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή της μετεγκατάστασης, προκειμένου να διαπιστωθεί η απουσία δίωξης ή σοβαρής βλάβης στην περιοχή αυτή. Είναι επιπλέον αναγκαία η αξιολόγηση της ανθρωπιστικής κατάστασης στο πλαίσιο εξέτασης του εύλογου χαρακτήρα της μετεγκατάστασης. Η κατάσταση ασφαλείας οφείλει να αξιολογηθεί κατά τα πρότυπα του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, και συνεπώς του νέου άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.[60]
160. Εν προκειμένω, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι οι Αιτητές δεν κατάγονται από το Mogadishu ούτε προκύπτει ότι διαθέτουν ουσιαστικούς και διαρκείς δεσμούς με την πόλη αυτή. Η παραμονή τους εκεί πριν από την αναχώρησή τους από τη Σομαλία ήταν περιορισμένη και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι τους προσέδωσε τέτοιο βαθμό εξοικείωσης με την πόλη ώστε να διευκολύνει ουσιωδώς την επανεγκατάστασή τους σε αυτήν. Περαιτέρω, εγκατέλειψαν τη Σομαλία ενώ ήταν ακόμη ανήλικοι και έχουν έκτοτε παραμείνει εκτός της χώρας για χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω την εξοικείωσή τους με τις σημερινές κοινωνικές, οικονομικές και συνθήκες ασφαλείας στην πρωτεύουσα.
161. Ως προς την κατάσταση ασφαλείας στη στην πόλη Mogadishu, παρατίθενται τα ακόλουθα. Έκθεση της EUAA, δημοσιευθείσα τον Μάιο του 2026, αναφέρει ότι η Al-Shabaab κέρδισε εδάφη στις περιοχές Middle και Lower Shabelle κατά το 2025 και προσέγγισε το Mogadishu, γεγονός που προκάλεσε ανησυχίες ως προς την ασφάλεια της πρωτεύουσας. Ωστόσο, η προέλασή της επιβραδύνθηκε, ενώ οι σομαλικές δυνάμεις ασφαλείας και η AUSSOM διατήρησαν τον έλεγχο της πόλης και ανακατέλαβαν γειτονικές περιοχές. Παράλληλα, οι επιθέσεις της Al-Shabaab στο Mogadishu παρουσίασαν μείωση σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη και στράφηκαν κυρίως κατά στρατιωτικών και κυβερνητικών στόχων.[61] Στην ίδια έκθεση αναφέρεται επίσης ότι «παρά το γεγονός ότι η Al-Shabaab δεν ασκεί έλεγχο στην πρωτεύουσα, διατηρεί εκτεταμένο δίκτυο πληροφοριών και μηχανισμό φορολόγησης στο Mogadishu».[62]
162. Λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των καταγεγραμμένων περιστατικών στην περιοχή, η έκθεση της EUAA, δημοσιευθείσα τον Μάιο του 2026, αναφέρει ότι, βάσει έρευνας που διενεργήθηκε στη βάση δεδομένων του ACLED για το χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης Απριλίου 2025 και 31ης Μαρτίου 2026, καταγράφηκαν 354 περιστατικά ασφαλείας στην περιφέρεια Benadir, στην οποία υπάγεται το Mogadishu, συμπεριλαμβανομένων μαχών, εκρήξεων και άλλων μορφών βίας εξ αποστάσεως, καθώς και περιστατικών βίας κατά αμάχων, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα συνολικά 225 θανάτους.[63]
163. Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στη βάση δεδομένων του ACLED και για λόγους πληρότητας της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωση 7.8.2026), στην επαρχία Banadir, όπου ανήκει το Mogadishu, καταγράφηκαν 356 περιστατικά πολιτικής βίας (στα οποία περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/βία εξ αποστάσεως, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες). Από τα εν λόγω περιστατικά προκλήθηκαν συνολικά 175 ανθρώπινες απώλειες.[64] Σημειώνεται ότι τον Σεπτέμβριο του 2025, ο πληθυσμός του Benadir εκτιμάτο σε 3.289.438 κατοίκους.[65]
164. Αναφορικά με τους ένοπλους δρώντες στην περιοχή, η έκθεση της EUAA, δημοσιευθείσα τον Μάιο του 2026, αναφέρει ότι «κατά την περίοδο από 1 Απριλίου 2025 έως 31 Μαρτίου 2026, η Al-Shabaab και οι σομαλικές στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις συγκαταλέγονταν μεταξύ των βασικών δρώντων που εμπλέκονταν σε περιστατικά ασφαλείας. Η Al-Shabaab ενεπλάκη σε 156 περιστατικά, εκ των οποίων τα 129 στρέφονταν κατά των σομαλικών στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων. Παράλληλα, οι σομαλικές στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις ενεπλάκησαν σε 123 περιστατικά κατά αμάχων, ενώ καταγράφηκαν 22 περιστατικά επιθέσεων της Al-Shabaab εναντίον αμάχων».[66]
165. Αναφορικά με τον εκτοπισμό πληθυσμού λόγω της σύγκρουσης, η ανωτέρω έκθεση της EUAA αναφέρει ότι «17 άτομα εκτοπίστηκαν από την περιφέρεια Benadir λόγω σύγκρουσης ή ανασφάλειας κατά την περίοδο από τον Απρίλιο του 2025 έως τον Φεβρουάριο του 2026», ενώ «κατά την ίδια περίοδο, 7.636 άτομα αφίχθηκαν από άλλες περιφέρειες, εκ των οποίων η συντριπτική πλειονότητα (7.421) προερχόταν από την Lower Shabelle, με περισσότερους από τους μισούς να κατάγονται από την περιοχή Afgooye».[67]
166. Αναφορικά με την ανθρωπιστική κατάσταση στην περιοχή, αναφέρεται ότι στα τέλη του 2025 η πρόσβαση ανθρωπιστικών οργανώσεων στο μεγαλύτερο μέρος του Mogadishu αντιμετώπιζε ελάχιστους περιορισμούς, αν και σε ορισμένες περιφερειακές περιοχές, όπως οι Kaxda, Daynile και Wadajir, καταγράφονταν σημαντικά εμπόδια. Κατά το 2025 αναφέρθηκαν περιστατικά που επηρέασαν την ανθρωπιστική πρόσβαση, ενώ η επισιτιστική ανασφάλεια παρέμενε σοβαρό ζήτημα. Η περιφέρεια Benadir εξακολουθούσε να φιλοξενεί τον μεγαλύτερο αριθμό εσωτερικά εκτοπισμένων ατόμων (IDPs) στη Σομαλία, με πληθυσμό που ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο άτομα στα τέλη του 2025.[68]
167. Οι ανωτέρω πηγές καταδεικνύουν ότι στο Mogadishu υφίσταται παρατεταμένη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας και της οργάνωσης Al-Shabaab, χωρίς, ωστόσο, η τελευταία να ασκεί πλήρη και σταθερό έλεγχο επί της εν λόγω περιοχής, παρά την παρουσία και δραστηριοποίησή της σε αυτή.
168. Από τη συνεκτίμηση των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων προκύπτει ότι, μολονότι το Mogadishu παραμένει υπό τον έλεγχο των σομαλικών δυνάμεων ασφαλείας και της AUSSOM και οι επιθέσεις της Al-Shabaab εμφανίζονται μειωμένες σε σύγκριση με προηγούμενα έτη και κατά κύριο λόγο προσανατολισμένες σε στρατιωτικούς και κυβερνητικούς στόχους, η κατάσταση ασφαλείας στην πόλη εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Προς τούτο συνεκτιμώνται, ιδίως, ο σημαντικός αριθμός περιστατικών ασφαλείας και ανθρώπινων απωλειών, η συνεχιζόμενη επιχειρησιακή παρουσία και δυνατότητα δράσης της Al-Shabaab εντός της πρωτεύουσας, περιλαμβανομένων επιθέσεων κατά αμάχων, καθώς και η σοβαρή ανθρωπιστική κατάσταση και η παρουσία ιδιαίτερα μεγάλου αριθμού εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός ότι η ένταση της βίας στο Mogadishu εμφανίζεται συγκριτικά χαμηλότερη από εκείνη που διαπιστώθηκε στη Lower Shabelle, δεν πρόκειται για περιοχή απαλλαγμένη από σοβαρούς κινδύνους ασφαλείας, αλλά για περιοχή στην οποία το υφιστάμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας επιβάλλει την περαιτέρω εξέταση, υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων προσωπικών περιστάσεων των Αιτητών, κατά πόσον το Mogadishu δύναται πράγματι να αποτελέσει γι’ αυτούς ασφαλή και εύλογη εναλλακτική δυνατότητα εγχώριας προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
169. Ειδικότερα ως προς τους Αιτητές, ιδιαίτερα επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί η απουσία οικογενειακού, κοινωνικού ή άλλου αποτελεσματικού υποστηρικτικού δικτύου στο Mogadishu, σε συνδυασμό με την ουσιαστική έλλειψη εξοικείωσής τους με την εν λόγω περιοχή. Ειδικότερα, η παραμονή τους στο Mogadishu πριν από την αναχώρησή τους από τη Σομαλία υπήρξε βραχύχρονη και πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά στο πλαίσιο της προετοιμασίας της εξόδου τους από τη χώρα. Υπό τις συγκεκριμένες αυτές περιστάσεις, δεν προκύπτει ότι ανέπτυξαν ουσιαστικούς κοινωνικούς ή άλλους δεσμούς με την πόλη ούτε ότι απέκτησαν πραγματική εμπειρία αυτοδύναμης διαβίωσης σε αυτήν. Ως εκ τούτου, η περιορισμένη αυτή παρουσία τους στο Mogadishu δεν δύναται να θεωρηθεί ότι τους προσέδωσε βαθμό εξοικείωσης με την περιοχή ικανό να διευκολύνει ουσιωδώς την εγκατάσταση και αυτοδύναμη διαβίωσή τους σε αυτήν σε περίπτωση επιστροφής. Η παράμετρος αυτή αποκτά αυξημένη σημασία στο σομαλικό κοινωνικό πλαίσιο, όπου η οικογενειακή, κοινωνική και φυλετική υποστήριξη μπορεί να διαδραματίζει ουσιώδη ρόλο στην πρόσβαση σε στέγαση, απασχόληση και μέσα βασικής διαβίωσης. Προς την ίδια κατεύθυνση συνεκτιμάται η καταγωγή των Αιτητών από την ομάδα Benadiri. Μολονότι, όπως κρίθηκε ανωτέρω, η ιδιότητά τους αυτή δεν θεμελιώνει αφ’ εαυτής κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, αποκτά διαφορετική σημασία στο ειδικό πλαίσιο της εσωτερικής μετεγκατάστασης, καθόσον η φυλετική καταγωγή και η ύπαρξη ή μη αντίστοιχου δικτύου υποστήριξης αποτελούν ουσιώδεις παράγοντες για την πραγματική δυνατότητα εγκατάστασης και πρόσβασης στα βασικά μέσα διαβίωσης.
170. Προστίθεται στα ανωτέρω ότι οι Αιτητές δεν έτυχαν επίσημης σχολικής εκπαίδευσης στη Σομαλία και δεν διαθέτουν προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία στη χώρα. Μολονότι είναι νεαροί άρρενες και δεν έχει προκύψει κάποιο πρόβλημα υγείας που να περιορίζει την ικανότητά τους προς εργασία, τα θετικά αυτά στοιχεία δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τις λοιπές περιστάσεις τους. Η απουσία εκπαίδευσης, επαγγελματικής εμπειρίας, οικογενειακού ή άλλου αποτελεσματικού δικτύου και ουσιαστικής εξοικείωσης με το Mogadishu δημιουργεί σημαντικές δυσχέρειες ως προς την πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας, στην εξασφάλιση στέγης και, ευρύτερα, στην αυτοδύναμη κάλυψη των βασικών τους αναγκών.
171. Η ανωτέρω εκτίμηση ενισχύεται από την πλέον πρόσφατη κοινή ανάλυση της EUAA για τη Σομαλία, σύμφωνα με την οποία η εναλλακτική εγχώρια προστασία στο Mogadishu δύναται να θεωρηθεί εύλογη μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.[69] Ως τέτοιες αναφέρονται, μεταξύ άλλων, περιπτώσεις άγαμων και ικανών προς εργασία ανδρών ή έγγαμων ζευγαριών χωρίς τέκνα και χωρίς πρόσθετες ευαλωτότητες, οι οποίοι ανήκουν σε πλειοψηφικές ή κυρίαρχες φυλετικές ομάδες στην περιοχή εγκατάστασης και διαθέτουν εκπαιδευτικό και επαγγελματικό υπόβαθρο που διευκολύνει την πρόσβασή τους στην απασχόληση ή αποτελεσματικό υποστηρικτικό δίκτυο ικανό και πρόθυμο να τους συνδράμει στην εξασφάλιση των βασικών μέσων διαβίωσης.
172. Οι Αιτητές 2 και 3 δεν συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά του ανωτέρω προφίλ. Μολονότι είναι νεαροί, άρρενες και ικανοί προς εργασία, ανήκουν σε μειονοτική ομάδα, δεν διαθέτουν αποτελεσματικό οικογενειακό, κοινωνικό ή φυλετικό δίκτυο υποστήριξης στο Mogadishu, δεν έχουν εκπαιδευτικό ή επαγγελματικό υπόβαθρο που να διευκολύνει την ένταξή τους στην αγορά εργασίας και δεν διαθέτουν πρόσφατη και ουσιαστική εμπειρία διαβίωσης στην πόλη. Αντιθέτως, εγκατέλειψαν τη χώρα ως ανήλικοι και έχουν έκτοτε παραμείνει επί σειρά ετών εκτός Σομαλίας. Τα στοιχεία αυτά δεν εξετάζονται μεμονωμένα, αλλά σωρευτικά και σε συνάρτηση τόσο με τις δυσχερείς κοινωνικοοικονομικές συνθήκες όσο και με το υψηλό επίπεδο αδιάκριτης βίας που εξακολουθεί να επικρατεί στο Mogadishu.
173. Υπό το σύνολο των ανωτέρω περιστάσεων, δεν αποδεικνύεται ότι το Mogadishu συνιστά για τους συγκεκριμένους Αιτητές πραγματικά διαθέσιμη και εύλογη εναλλακτική δυνατότητα εγχώριας προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Ειδικότερα, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι μπορούν να ταξιδέψουν νόμιμα και με ασφάλεια και να γίνουν δεκτοί στην πρωτεύουσα, οι γενικές συνθήκες που επικρατούν εκεί, σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες προσωπικές τους περιστάσεις, δεν επιτρέπουν να συναχθεί ότι μπορεί ευλόγως να αναμένεται από αυτούς να εγκατασταθούν στο Mogadishu και να εξασφαλίσουν αυτοδύναμα την κάλυψη των βασικών τους αναγκών.
174. Κατά συνέπεια, εφόσον διαπιστώθηκε ανωτέρω ότι οι Αιτητές 2 και 3 αντιμετωπίζουν, σε περίπτωση επιστροφής στη Merca της Lower Shabelle, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 15 στοιχείο γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη διαθέσιμης εναλλακτικής εγχώριας προστασίας στο Mogadishu κατά την έννοια του άρθρου 8 του ίδιου Κανονισμού, πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισής τους ως προσώπων που δικαιούνται επικουρική προστασία.
175. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει να συντρέχει ένας ή περισσότεροι από τους λόγους αποκλεισμού από το καθεστώς πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 12 του του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 .
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει με €1500 υπέρ των Αιτητών 2 και 3 και η επίδικη πράξη τροποποιείται ως ανωτέρω, με την αναγνώριση αυτών ως δικαιούχων επικουρικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15 στοιχείο γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,
EUAA, https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 9.6.2026]
[2] Βλ. EUAA, Somalia: Country Focus, 26 May 2025, 1.4.3. Minority clans | European Union Agency for Asylum, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/coi/somalia/2025/country-focus/14-minorities/143-minority-clans, ημερομηνία πρόσβασης 28.8.2026.
[3] EUAA, 'Practical Guide on Evidence and Risk Assessment' (2024), 57-62 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/publications/practical-guide-evidence-and-risk-assessment (ημερομηνία πρόσβασης 13.5.2026)
[4] EUAA, Somalia Targeted profiles Country of Origin Information Report, Σεπτέμβριος 2021, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf, σελ. 95 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[5] EUAA, Somalia Targeted profiles Country of Origin Information Report, Σεπτέμβριος 2021, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf, σελ. 95 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[6] EUAA, Somalia Targeted profiles Country of Origin Information Report, Σεπτέμβριος 2021, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf, σελ. 95 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[7] UNSC, Report of the Panel of Experts pursuant to resolution 2713 (2023), S/2024/748, 28 October 2024, https://docs.un.org/en/S/2024/748, para. 6, EUAA, '1.2.2. Al-Shabaab control areas, presence, and influence’ in COI Report – Somalia: Security Situation , May 2025, available at: 1.2.2. Al-Shabaab control areas, presence, and influence | European Union Agency for Asylum: https://euaa.europa.eu/coi/somalia/2025/security-situation/12-armed-actors-and-relevant-developments/122-al-shabaab-control-areas-presence-and-influence (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 8.7.2026)
[8] UNSC, Thirty-third report of the Analytical Support and Sanctions Monitoring Team, S/2024/92*, 29 January 2024, https://digitallibrary.un.org/record/4035877/files/S_2024_92-EN.pdf?ln=en, para. 16; UNSC, Thirty-fourth report of the Analytical Support and Sanctions Monitoring Team, S/2024/556, 22 July 2024, https://docs.un.org/en/S/2024/556, para. 37; UNSC, Thirty-fifth report of the Analytical Support and Sanctions Monitoring Team, S/2025/71/Rev.1, 6 February 2025, https://docs.un.org/en/S/2025/71/Rev.1, para. 39 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 8.7.2026)
[9] UNSC, Report of the Panel of Experts pursuant to resolution 2713 (2023), S/2024/748, 28 October 2024, https://docs.un.org/en/S/2024/748, para. 6 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 8.7.2026)
[10] EUAA, ' 1.2.2. Al-Shabaab control areas, presence, and influence' in COI Report – Somalia: Security Situation , May 2025, available at: 1.2.2. Al-Shabaab control areas, presence, and influence | European Union Agency for Asylum: https://euaa.europa.eu/coi/somalia/2025/security-situation/12-armed-actors-and-relevant-developments/122-al-shabaab-control-areas-presence-and-influence (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 8.7.2026)
[11] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf, σελ. 18 (ημερομηνία πρόσβασης 23.7.2026)
[12] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf, σελ. 18 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[13] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf, σελ. 19 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[14] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf, σελ. 19 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[15] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf, σελ. 19 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[16] Federal Office for Migration and Refugees (BAMF), Country Report 71 – Somalia: Fact Finding Mission | General Situation, Ιούλιος 2024, https://www.bamf.de/SharedDocs/Anlagen/EN/Behoerde/Informationszentrum/Laenderreporte/2024/laenderreport-71-Somalia.pdf?__blob=publicationFile&v=3, σελ. 6 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[17] UN Security Council, Children and armed conflict in Somalia; Report of the Secretary-General [S/2025/735], 12 November 2025, https://undocs.org/en/S/2025/735, paras. 23-26, ημερομηνία πρόσβασης 27.3.2026.
[18] UNSG, Children and armed conflict, A/77/895-S/2023/363, 5 June 2023, https://docs.un.org/en/A/77/895, para. 151, 157(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 8.7.2026)
[19] UNSC, Report of the Panel of Experts pursuant to resolution 2713 (2023), S/2024/748, 28 October 2024, https://docs.un.org/en/S/2024/748, para. 194(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 8.7.2026)
[20] UNSC, Report of the Panel of Experts pursuant to resolution 2713 (2023), S/2024/748, 28 October 2024, https://docs.un.org/en/S/2024/748, para. 193, and Annex no. 44 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 8.7.2026)
[21] Τηλεφωνική συνέντευξη με εμπειρογνώμονα που διεξήγαγε η EUAA στο πλαίσιο σύνταξης της έκθεσης EUAA, Somalia: Country Focus, May 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf , σελ. 18; Germany, BAMF, Country report 71 - Somalia: Fact Finding Mission, July 2024, https://www.bamf.de/SharedDocs/Anlagen/EN/Behoerde/Informationszentrum/Laenderreporte/2024/laenderreport-71-Somalia.pdf?__blob=publicationFile&v=3 , σελ. 6, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 8.7.2026)
[22] Counter Extremism Project, Al-Shabaab, 2024, https://www.counterextremism.com/threat/al-shabaab/report , σελ. 4, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08.06.2026).
[23] EUAA, Somalia: Country Focus, May 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf , σελ. 19, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08.06.2026)
[24] EUAA, COI Report - Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-05/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 56 (ημερομηνία πρόσβασης 17.8.2026)
[25] EUAA, Somalia: Country Focus, May 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf , σελ. 21, (ημερομηνία πρόσβασης 26.3.2026)
[26] USDOS, 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Somalia, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2025/07/624521_SOMALIA-2024-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 13 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[27] EUAA, Somalia: Displacement in Mogadishu, Μάιος 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-05/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Displacement_in_Mogadishu.pdf, σελ. 48 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[28] UNSOM, UN Somalia Country Results Report 2018, Μάιος 2019, https://unsom.unmissions.org/sites/default/files/un_somalia_country_results_report_2018.pdf, σελ. 41 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[29] ARC, Situation in South and Central Somalia (including Mogadishu), Ιανουάριος 2018, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/1423361/90_1517484171_2018-01-arc-country-report-on-south-and-central-somalia-incl-mogadishu.pdf, σελ. 67-68 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[30] EUAA, Somalia Security situation Country of Origin Information Report, Σεπτέμβριος 2021, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Security_situation_new_AC.pdf, σελ. 80 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[31] EUAA, Somalia Security situation Country of Origin Information Report, Σεπτέμβριος 2021, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Security_situation_new_AC.pdf, σελ. 80 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[32] EUAA, Somalia Security situation Country of Origin Information Report, Σεπτέμβριος 2021, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Security_situation_new_AC.pdf, σελ. 85 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[33] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf, σελ. 57 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[34] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf, σελ. 56-57 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[35] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf, σελ. 57-58 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[36] MEDA - Minority Empowerment & Development Agency, Assessment Report on Minority Groups – Somalia 2025, Φεβρουάριος 2025, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/104fbb9f-6aaf-4d69-b03b-7467f9087655/Assessment%20Report%20on%20Minority%20Groups%20-%202025%20MEDA%20-%20Updated.pdf, σελ.12-13 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[37] MEDA - Minority Empowerment & Development Agency, Assessment Report on Minority Groups – Somalia 2025, Φεβρουάριος 2025, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/104fbb9f-6aaf-4d69-b03b-7467f9087655/Assessment%20Report%20on%20Minority%20Groups%20-%202025%20MEDA%20-%20Updated.pdf, σελ.19 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[38] MEDA - Minority Empowerment & Development Agency, Assessment Report on Minority Groups – Somalia 2025, Φεβρουάριος 2025, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/104fbb9f-6aaf-4d69-b03b-7467f9087655/Assessment%20Report%20on%20Minority%20Groups%20-%202025%20MEDA%20-%20Updated.pdf, σελ. 29 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[39] Minority Rights Group International (MRG), Benadiri, https://minorityrights.org/communities/benadiri/ (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[40] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf, σελ. 78 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[41] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf, σελ. 78-79 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[42] EUAA, Country of Origin Information (COI) Report Methodology, Φεβρουάριος 2023, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/2023_02_EUAA_COI_Report_Methodology_Rebranded.pdf, σελ. 18 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[43] EUAA, Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-05/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 53 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[44] EUAA, Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-05/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 53 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[45] EUAA, Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-05/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 54 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[46] EUAA, Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-05/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 54 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[47] EUAA, Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-05/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 55 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[48] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[49] World Population Review, Lower Shabelle, https://worldpopulationreview.com/cities/somalia/lower-shabelle (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[50] EUAA, Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-05/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 56 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[51] EUAA, Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-05/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 56 (ημερομηνία πρόσβασης 23.07.2026)
[52] EUAA, Country Guidance: Somalia – Persons fearing forced recruitment, Οκτώβριος 2025, https://www.euaa.europa.eu/country-guidance-somalia, σελ. 34 (ημερομηνία πρόσβασης 31/8/2026)
[53] Το συμπέρασμα αυτό υποστηρίζεται και από την ανάλυση του άρθρου 15 στοιχείο γ) του Country Guidance του 2025, σύμφωνα με το οποίο η Lower Shabelle χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα αδιάκριτης βίας και, ως εκ τούτου, απαιτείται χαμηλότερος βαθμός προσωπικών περιστάσεων, στις οποίες λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ηλικία, η οικονομική κατάσταση, η γνώση της περιοχής, καθώς και η ύπαρξη οικογενειακού και υποστηρικτικού δικτύου (2025_CG_Somalia, σελ. 87, 99,100), διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-10/2025_CG_Somalia.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 31.8.2026.
[54] Βλ. επίσης συναφώς ΕΔΔΑ, SUFI AND ELMI v. THE UNITED KINGDOM, απόφαση επί των αιτήσεων 8319/07 and 11449/07, ημερ. 28/6/2011, 283 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 31.8.32026]
[55] ΕΔΔΑ, SUFI AND ELMI v. THE UNITED KINGDOM, απόφαση επί των αιτήσεων 8319/07 and 11449/07, ημερ. 28/6/2011, 283 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 22/4/2026]
[56] EASO, 'Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative' (2021), 9 διαθέσιμο σε: https://op.europa.eu/en/publication-detail/-/publication/9629215e-d55b-11eb-895a-01aa75ed71a1 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 22/4/2026]
[57] ΕΔΔΑ, SUFI AND ELMI v. THE UNITED KINGDOM, απόφαση επί των αιτήσεων 8319/07 and 11449/07, ημερ. 28/6/2011, 293-295 EASO, 'Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative' (2021), 9 διαθέσιμο σε: https://op.europa.eu/en/publication-detail/-/publication/9629215e-d55b-11eb-895a-01aa75ed71a1 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 22/4/2026]
βλ. ΕΔΔΑ, AAM v. Sweden, απόφαση επί της αίτησης 68519/10, απόφαση ημερ. 3/4/2014, σκ.73
[58] UNHCR, Guidelines on International Protection No. 4: "Internal Flight or Relocation Alternative" Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees, HCR/GIP/03/04, , http://www.unhcr.org/refworld/docid/3f2791a44.html, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 22/4/2026]
[59] UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), UNHCR Position on Returns to Iraq, 14 November 2016, διαθέσιμο σε:: http://www.refworld.org/docid/58299e694.html[Ημερομηνία Πρόσβασης: 22/4/2026]
[60] EASO, 'Πρακτικός οδηγός για την εφαρμογή της εναλλακτικής δυνατότητας εγχώριας προστασίας' (2021), 21 διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Practical-guide-application-IPA-EL.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 22/4/2026]
[61] EUAA, COI Report – Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 57 (ημερομηνία πρόσβασης 29.6.2026)
[62] EUAA, COI Report – Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 58 (ημερομηνία πρόσβασης 29.6.2026)
[63] EUAA, COI Report – Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 58 (ημερομηνία πρόσβασης 29.6.2026)
[64] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[65] IPC, Somalia: Acute Food Insecurity and Acute Malnutrition Analysis January-June 2026, Φεβρουάριος 2026, https://www.ipcinfo.org/fileadmin/user_upload/ipcinfo/docs/IPC_Somalia_Acute_Food_Insecurity_Malnutrition_Jan_Jun2026_Report.pdf, σελ. 4
[66] EUAA, COI Report – Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 59 (ημερομηνία πρόσβασης 29.6.2026)
[67] EUAA, COI Report – Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 60 (ημερομηνία πρόσβασης 29.6.2026)
[68] EUAA, COI Report – Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 60-61 (ημερομηνία πρόσβασης 29.6.2026)
[69] Βλ. . EUAA COI Report - Somalia: Displacement in Mogadishu, COI Report - Somalia: Displacement in Mogadishu | European Union Agency for Asylum, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-somalia-displacement-mogadishu, ημερομηνία πρόσβασης 31.8.2026.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο