ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 2520/25
29 Σεπτεμβρίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
B.M.M. ARC {…} από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και τώρα στην Πάφο
Αιτητής
και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Ανδρέας Φιλίππου, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών. Παρούσα και η Mairy Louise για πιστή μετάφραση από Λινγκάλα σε Αγγλικά και αντιστρόφως και η Ζ. Αγαπίου (κα) για πιστή μετάφραση από Αγγλικά ή Γαλλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ.12/8/25 η οποία του κοινοποιήθηκε την 16/09/2025, και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ) και στις 16/05/2022 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ερ. 3-1 και μετάφραση 14-13 του Δ.Φ.) Την 18/07/2025 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (εφεξής EUAA) (ερ. 50-26 του Δ.Φ.), ο οποίος στις 31/07/2025 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή (ερ. 82-69 του Δ.Φ.). Στις 12/08/2025 ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του (ερ. 83 του Δ.Φ.). Την 16/09/2025 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ. 87 του Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, στις 13/10/225 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο συνήγορος του Αιτητή, ( μέχρι τη δικάσιμο της 13/03/2026 ο Αιτητής εκπροσωπείτο από τον δικηγόρο Ρ. Χρυσάνθου, κατά την εν λόγω δικάσιμο σημειώθηκε στα πρακτικά ότι υπήρχε αίτημα για απόσυρση του δικηγόρου και κατά την τελευταία δικάσιμο της 09/04/2026 ο Αιτητής εμφανίστηκε αυτοπροσώπως) δια του εισαγωγικού του δικογράφου, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Κατά τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, προωθείται ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας και χωρίς επαρκή αιτιολογία, λήφθηκε κατά κατάχρηση και/η καθ’ υπέρβαση εξουσίας και είναι αποτέλεσμα πραγματικής και/ή νομικής πλάνης και είναι αντίθετη προς το Νόμο και το Σύνταγμα και προς τις παραδεδεγμένες αρχές του διοικητικού και δημοσίου δικαίου, της Νομολογίας του Δικαστηρίου της Ε.Ε. και τις αρχές του φυσικού δικαίου, ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα της ακρόασης του Αιτητή και ότι υπήρχε κακή σύνθεση της αρχής που έλαβε την επίδικη απόφαση. Όσον αφορά στην έλλειψη δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας, σημειώνεται στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή ότι η Υπηρεσία Ασύλου εφάρμοσε λανθασμένα κριτήρια αξιολόγησης της αξιοπιστίας του Αιτητή εφόσον εστίασε σε δευτερεύουσες λεπτομέρειες, ότι δεν αξιολόγησε επαρκώς ότι ο Αιτητής ανήκει σε μειονοτική εθνοτική ομάδα, ότι δεν έλαβε υπόψη την ψυχολογική κατάσταση του Αιτητή και το πώς αυτή επηρέασε τη μνήμη του, ότι παρέλειψε να εξετάσει την πρόσβαση σε κρατική προστασία και ότι η εισήγηση βασίστηκε σε τυποποιημένα έντυπα και διαδικασίες, ενώ αναφέρει ότι δεν υπήρξε εξατομίκευση της περίπτωσης του Αιτητή για την αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του (σημείο 1 της Γραπτής Αγόρευσης Αιτητή). Επιπλέον, σημειώνεται ότι ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου παρέλειψε να εξετάσει κατά πόσο ο Αιτητής πληροί της προϋποθέσεις για παροχή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας (σημείο 2 της Γραπτής Αγόρευσης Αιτητή).
Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και ειδικότερα του Περί Προσφύγων Νόμου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, κατ’ εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη.
Κατά τη γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση επαναλαμβάνουν τη θέση τους περί νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποστηρίζοντας ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή επί των νομικών σημείων που εγείρει στην προσφυγή του είναι γενικοί και αόριστοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν να επιτύχουν. Σημειώνουν ότι οι οποιοδήποτε ισχυρισμοί του Αιτητή δεν στοιχειοθετούν κανένα λόγο ακυρότητας και δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης που είναι στους ώμους του. Ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζεται στην αγόρευσή του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις των σχετικών Νόμων και Κανονισμών, είναι αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ' ων η Αίτηση, έχει ληφθεί κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής διερεύνησης, αφού λήφθηκαν υπόψιν όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη. Προς υποστήριξη της θέσης τους οι Καθ' ων η Αίτηση παραθέτουν επιχειρηματολογία που άπτεται της νομιμότητας και της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, απαντώντας και στους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται από την πλευρά του Αιτητή. Όσον αφορά το επίδικο πλαίσιο γεγονότων, ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση παραπέμπει στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση και τα επισυνημμένα σε αυτήν Παραρτήματα, καθώς επίσης και στα όσα περιέχονται στο σχετικό διοικητικό φάκελο.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημεχίων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Ο συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Ωστόσο η συνήγορος απέσυρε όλους του νομικούς ισχυρισμού πλην τον ισχυρισμό περί ελλιπούς δέουσας έρευνας.
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Όσο αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα αυτή είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Καταρχάς το παρόν Δικαστήριο και σε σχέση με τα πιο πάνω θα εξετάσει την παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τα δεδομένα που έχει ενώπιον του κατά το κρίσιμο χρόνο που θα εκδώσει την απόφαση του .
Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς χαρακτηρίζονται οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης του, ο Αιτητής, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά του επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση του είναι αληθή.
Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με τον Αιτητή όλες τις πτυχές των ισχυρισμών του και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 16/05/2022, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι τα αδέλφια του πατέρα του τον ψάχνουν για να τον σκοτώσουν λόγω μίας οικογενειακής διαμάχης ανάμεσα στους γονείς του και την οικογένεια του πατέρα του. Λόγω μίας φιλονικίας του πατέρα του με τον αδελφό του, ο Αιτητής πήγε με φίλους του στο σπίτι του θείου του για αντίποινα και η σύζυγος του θείου του, η οποία αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας σχετικά με έμφραγμα, επειδή δεν μπορούσε να αντέξει τους καυγάδες, έπαθε καρδιακή προσβολή και απεβίωσε. Έκτοτε, τα αδέλφια του πατέρα του τον ψάχνουν για να τον τιμωρήσουν ή να τον σκοτώσουν, όπως επίσης τον καταζητεί και η αστυνομία (ερ. 1 και μετάφραση ερ. 13 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, κατά τη καταγραφή, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και γεννήθηκε στην πόλη Κινσάσα. Ως προς το θρήσκευμα δήλωσε πως είναι χριστιανός προτεστάντης. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε ότι είναι άγαμος. Έφυγε από τη χώρα του στις 18/02/2022 νόμιμα με το διαβατήριό του, ταξίδεψε μέσω Τουρκίας, και εισήλθε παράτυπα στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 12/04/2022 μέσω των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών (ερ. 3-1 και μετάφραση ερ. 14-13 του Δ.Φ.).
Κατά την συνέντευξη που διεξήχθη την 18/07/2025 από αρμόδιο λειτουργό του EUAA, ο Αιτητής επιβεβαίωσε τα προσωπικά στοιχεία που είχε δηλώσει κατά την καταγραφή του αιτήματός του (ερ. 48 3χ του Δ.Φ.). Όσον αφορά στο εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο το 2020 στον τομέα της Διοίκησης, ότι ακολούθησε εκπαιδεύσεις σχετικές με πληροφορική και φωτογραφία (ερ. 43 2χ του Δ.Φ.) και ότι ομιλεί, λινγκάλα, γαλλικά και λίγα αγγλικά (ερ. 49 1χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με το επαγγελματικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι δούλεψε ως φωτογράφος από το 2017 μέχρι το 2021 (ερ. 43 3χ, 42 1χ του Δ.Φ.). Όσον αφορά την εθνοτική του ομάδα, δήλωσε ότι είναι Mungala, ενώ επιβεβαίωσε ότι είναι χριστιανός πεντηκοστιανός (ερ. 44 2χ, 43 1χ του Δ.Φ.).
Ως προς το οικογενειακό του περιβάλλον δήλωσε ότι, με εξαίρεση δύο από τα αδέλφια του τα οποία ζουν στο εξωτερικό, οι γονείς του και τα υπόλοιπα τρία αδέλφια του ζουν στην Κινσάσα (ερ. 47 2χ, 3χ του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι έχει πολλούς θείους από την πλευρά του πατέρα και της μητέρας του και ότι δεν έχει καλές σχέσεις με τα αδέρφια του πατέρα του, με τους οποίους δεν διατηρεί επαφή από το 2021, όταν είχαν έρθει σε συμπλοκή (ερ. 46 1χ, 2χ, 3χ του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι διατηρεί σχεδόν καθημερινή επικοινωνία με τους γονείς του και άλλους κοντινούς του φίλους στη ΛΔΚ (ερ. 43 1χ, 2χ, 3χ). Επιπλέον, δήλωσε ότι έχει ένα παιδί, ηλικίας επτά ετών, το οποίο διαμένει με τη μητέρα του, με την οποία ο Αιτητής δεν διατηρεί πλέον σχέση, ωστόσο διατηρεί επικοινωνία με το παιδί του (ερ. 43 3χ, 44 1χ του Δ.Φ.). Όσον αφορά στον τόπο συνήθους διαμονής του, δήλωσε ότι γεννήθηκε και έζησε αποκλειστικά στην Κινσάσα, κυρίως στην περιοχή N’djili, η οποία ήταν και ο τελευταίος τόπος διαμονής του, και για ένα διάστημα τριών ετών στην περιοχή Ngaliema (ερ. 42 2χ, 3χ του Δ.Φ.).
Ως προς το ταξίδι του δήλωσε πως ταξίδεψε μέσω Τουρκίας προς τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές της Κύπρου, κάνοντας χρήση άδειας εισόδου για εκπαιδευτικούς σκοπούς (ερ. 41 2χ, 38 1χ του Δ.Φ), αφού προηγουμένως οργάνωσε το ταξίδι του με τη βοήθεια ενός φίλου του πατέρα του και ενός ταξιδιωτικού πρακτορείου (ερ. 38 1χ, 2χ του Δ.Φ.). Ισχυρίστηκε ότι κατά το χρόνο της αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του ήταν καταζητούμενος από την αστυνομία, λόγω μίας συμπλοκής μεταξύ των γονέων του και της οικογένειας του πατέρα του, και ότι ένας φίλος του πατέρα του, ο οποίος ήταν στρατιωτικός, τον βοήθησε να περάσει τους ελέγχους στο αεροδρόμιο (ερ. 41 1χ του Δ.Φ.). Σε διευκρινιστική ερώτηση του λειτουργού αναφορικά με το ακριβές πρόβλημα που αντιμετώπισε στο αεροδρόμιο, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατά τον έλεγχο των εγγράφων του, φάνηκε στο σύστημα ότι ήταν καταζητούμενος και ο φίλος του πατέρα του ήρθε και μίλησε με το προσωπικό του αεροδρομίου και τους δωροδόκησε προκειμένου να μπορέσει ο Αιτητής να ταξιδέψει (ερ. 40 1χ-3χ, 39 1χ-3χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με τον φίλο του πατέρα του, ο οποίος τον βοήθησε, ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν αρχηγός μίας στρατιωτικής μονάδας, δήλωσε το όνομά του και την τοποθεσία στην οποία εργαζόταν, ωστόσο δήλωσε ότι δεν γνωρίζει περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με τον ακριβή τίτλο του (ερ. 29 2χ, 3χ του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, και δη κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησης, προέβαλε ότι εγκατέλειψε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό λόγω του ότι ενεπλάκη σε μία οικογενειακή διαφορά μεταξύ των γονέων του και των αδελφών του πατέρα του, η οποία οδήγησε στο θάνατο μίας θείας του και στην καταγγελία του στην αστυνομία, ενώ δέχθηκε σχετικά απειλές κατά της ζωής του. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι η οικογένεια του πατέρα του τραυμάτισε τη μητέρα του, σπάζοντάς της το πόδι, και ότι ο ίδιος, θέλοντας να πάρει εκδίκηση, πήγε με φίλους του στο σπίτι των θείων του και ήρθε σε συμπλοκή με τα ξαδέλφια του. Κατά τη διάρκεια αυτής της συμπλοκής ήταν παρούσα μία θεία του, αδελφή του πατέρα του, η οποία είχε εγκεφαλικό επεισόδιο ως προηγούμενο υγείας και η οποία, λόγω της ταραχής που προκλήθηκε κατά τη συμπλοκή, έπαθε καρδιακή προσβολή και απεβίωσε (ερ. 38 3χ, 37 1χ του Δ.Φ.). Η οικογένεια του πατέρα του τότε τον κατηγόρησε ότι την σκότωσε, λέγοντας ότι αν ο Αιτητής δεν είχε πάει να δημιουργήσει προβλήματα, η θεία του δεν θα πάθαινε καρδιακή προσβολή, και κατηγόρησαν τον ίδιο και τους φίλους του, με τους οποίους είχε πάει στο σπίτι των θείων του, λέγοντας ότι ανήκουν στη συμμορία των Kulunas (ερ. 37 1χ του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι, μετά από αυτό το συμβάν, πήγε να κρυφτεί και δεν έβγαινε έξω γιατί τον έψαχνε τόσο η αστυνομία όσο και τα ξαδέρφια του για να τον σκοτώσουν, ενώ σταμάτησε να πηγαίνει στο πανεπιστήμιο, καθώς μία μέρα τα ξαδέρφια του τον ακολούθησαν, τον έπιασαν και τον κτύπησαν, προκαλώντας του απώλεια δύο δοντιών και άλλους τραυματισμούς, οι οποίοι τον έκαναν να καταλήξει στο νοσοκομείο. Μετά από αυτό το περιστατικό, ο Αιτητής αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (ερ. 37 2χ, 3χ του Δ.Φ.). Επιπλέον, δήλωσε ότι η αστυνομία εφαρμόζει τη θανατική ποινή για τους Kulunas και ότι αντιμετωπίζει σοβαρή πιθανότητα να φυλακιστεί ή να καταδικαστεί σε θάνατο (ερ. 37 4χ του Δ.Φ.).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού αναφορικά με τα αίτια της σύγκρουσης μεταξύ των γονέων του και της οικογένειας του πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του δεν εξήγησε εκτενώς ποιο ακριβώς ήταν το πρόβλημα λόγω του ότι δεν ήθελε να υπάρχει θυμός προς τους συγγενείς του, αλλά αυτό που του είπε ο πατέρας του ήταν ότι τα αδέλφια του δεν τον συμπαθούσαν λόγω του ότι ήταν ο πρώτος που έφυγε από το χωριό και πήγε στην πόλη και τον ζήλευαν επειδή είχε καταφέρει να βρεθεί σε μία καλή κατάσταση και να στείλει τα παιδιά του να σπουδάσουν στο εξωτερικό (ερ. 36 1χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι τα αδέλφια του πατέρα του ήθελαν ο τελευταίος να πάρει και δεύτερη σύζυγο (ερ. 38 3χ, 34 3χ του Δ.Φ.). Σε ερωτήσεις αναφορικά με τον τραυματισμό της μητέρας του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του και ο πατέρας του ενεπλάκησαν σε συζήτηση/συμπλοκή με δύο από τους αδελφούς του πατέρα του ενόσω βρίσκονταν σε δημόσιο δρόμο, το Μάρτιο του 2021, και η μητέρα του, ενώ προσπαθούσε να τους χωρίσει, έπεσε και έσπασε τον αστράγαλό της (ερ. 36 1χ, 35 1χ του Δ.Φ.). Ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά το συμβάν, αλλά ειδοποιήθηκε από τα αδέλφια του, τα οποία ήταν μάρτυρες του συμβάντος (ερ. 36 2χ, 3χ του Δ.Φ.).
Ερωτηθείς για το τι ακριβώς συνέβη την ημέρα της συμπλοκής με τα ξαδέλφια του, ο Αιτητής δήλωσε ότι, αφού είδε την κατάσταση της μητέρας του στο νοσοκομείο, ήθελε να πάρει εκδίκηση για αυτήν, και, ενώ ο ίδιος δεν ήθελε να καυγαδίσει, παρά μόνο να μιλήσει μαζί τους, επειδή όταν πήγε στο σπίτι της θείας του, στην περιοχή Masina, φώναζε, τα ξαδέλφια του θεώρησαν ότι δεν τους σεβάστηκε και άρχισαν να του φωνάζουν και να τον σπρώχνουν, και έτσι άρχισε η συμπλοκή. Δήλωσε ότι παρόντες ήταν δύο από τα αδέλφια του πατέρα του, πέντε από τα ξαδέλφια του, και άλλα άτομα (ερ. 35 2χ, 3χ, 34 1χ του Δ.Φ.), ενώ από την πλευρά του είχε πάει με πέντε δικούς του φίλους (ερ. 34 1χ του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι μετά από αυτό το συμβάν, οι σχέσεις του με αυτά τα μέλη της οικογένειας του δεν ήταν πλέον καλή (ερ. 34 2χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με το τι ακριβώς συνέβη στη θεία του, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού, ο Αιτητής απάντησε ότι, όταν άρχισε η συμπλοκή, η θεία του φώναζε να σταματήσουν, έπαθε καρδιακή προσβολή, και τρεις μέρες αργότερα απεβίωσε (ερ. 34 3χ, 33 1χ του Δ.Φ.).
Ακολούθως, ερωτηθείς σχετικά με την εμπλοκή της αστυνομίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι τα ξαδέρφια του κατέθεσαν την καταγγελία και μία εβδομάδα αργότερα, περί τις αρχές του Απρίλη του 2021, έλαβε κλήση από την αστυνομία ότι έπρεπε να παρουσιαστεί στον αστυνομικό σταθμό, ότι είχε κατηγορία για δολοφονία, λόγω του θανάτου της θείας του, και ότι ο φίλος του πατέρα του τον συμβούλεψε ότι ήταν επικίνδυνο, ότι θα ήταν δύσκολο να αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για τον θάνατο της θείας του και ότι για να διορθώσουν αυτό το πρόβλημα θα έπρεπε να μιλήσουν με τους συγγενείς τους (ερ. 33 2χ του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι η αστυνομία πραγματοποίησε έρευνα, ρωτώντας τον κόσμο στη γειτονιά, και ότι επειδή δεν εμφανίστηκε στον αστυνομικό σταθμό μετά την κλήση, έστειλαν ένταλμα σύλληψης στο σπίτι του πατέρα του περί τα τέλη Απριλίου 2021 (ερ. 32 1χ του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι ο ίδιος δεν είδε ποτέ αυτό το ένταλμα και ότι δεν το έχει, αλλά θα μπορούσε να ρωτήσει αν ο πατέρας του το είχε κρατήσει (ερ. 32 1χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς τι ακολούθησε για την υπόθεσή του από τότε που αποχώρησε από τη χώρα, ο Αιτητής δήλωσε ότι έδωσαν το φάκελό του στην εγκληματολογική αστυνομία και ότι είδε πολλές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο με τη φωτογραφία του, της οποίες υπέδειξε στο λειτουργό να εντοπίσει πληκτρολογώντας “Beni Mateya menace de mort” (ερ. 32 2χ, 3χ του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν εμφανίστηκε στην αστυνομία ήταν διότι επρόκειτο για μία υπόθεση φόνου συνδεδεμένη με τους Kuluna (ερ. 32 3χ, 31 1χ-3χ του Δ.Φ.). Κληθείς να περιγράψει τι ακριβώς εννοεί με την έννοια Kuluna, ο Αιτητής δήλωσε ότι πρόκειται για συμμορίες στη ΛΔΚ, οι οποίες πραγματοποιούν ληστείες (ερ. 30 1χ του Δ.Φ.) και ότι αν κάποιος ήταν Kuluna καταδικαζόταν απευθείας στη θανατική ποινή. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν καταδικάστηκε ως Kuluna, εφόσον δεν δικάστηκε, αλλά ότι η καταγγελία εναντίον του τον ανέφερε ως Kuluna και ότι είναι σχεδόν σίγουρος ότι σε μία τέτοια περίπτωση θα καταδικαζόταν (ερ. 30 1χ- 3χ του Δ.Φ.).
Αναφορικά με το περιστατικό κατά το οποίο τα ξαδέρφια του τον κτύπησαν και μετά από το οποίο κατέληξε στο νοσοκομείο, κληθείς να παρέχει περισσότερες λεπτομέρειες, ο Αιτητής δήλωσε ότι έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2021, ένα βράδυ καθώς επέστρεφε από το πανεπιστήμιο στο σπίτι, όταν τα ξαδέλφια του με άλλα άτομα, τα οποία δε γνώριζε, τον έπιασαν και άρχισαν να τον κτυπούν. Δήλωσε ότι κάποια άτομα προσπάθησαν να σταματήσουν τη συμπλοκή και ότι έχασε τις αισθήσεις του και ξύπνησε στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο, όπου έμεινε για ένα βράδυ, ενώ δήλωσε ότι ο ίδιος δεν κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία, λόγω του ότι εκκρεμούσαν κατηγορίες εναντίον του (ερ. 30 3χ, 29 1χ του Δ.Φ.).
Ερωτηθείς για το πώς συντηρείτο κατά το διάστημα μεταξύ του Οκτωβρίου 2021 και την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι ζούσε από τις οικονομίες του, ενώ ενοικίαζε και την φωτογραφική του μηχανή (ερ. 28 1χ του Δ.Φ.). Κληθείς να εξηγήσει πώς κατάφερε να μείνει στην Κινσάσα για διάστημα 10 μηνών ενώ εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης, δήλωσε ότι η Κινσάσα είναι μία μεγάλη πόλη και κάποιος μπορεί να είναι εκεί χωρίς να τον προσέξουν, ενώ ερωτηθείς αντίστοιχα πώς κατάφερε να εκδώσει καινούριο διαβατήριο τον Αύγουστο του 2021, δήλωσε ότι το 2020 ήδη σκόπευε να φύγει από τη χώρα του ως φοιτητής, ότι το διαβατήριο δεν ανέφερε τη φοιτητική ιδιότητα, και ότι όταν θέλεις να αλλάξεις κάτι στο διαβατήριο απλά το λες για να σου το αλλάξουν, και ότι στη ΛΔΚ υπάρχει πολλή διαφθορά (ερ. 28 1χ του Δ.Φ.).
Ερωτηθείς για το αν έχει κάποια ένδειξη ή αποδεικτικό στοιχείο για το ότι η αστυνομία εξακολουθεί να τον ψάχνει, δήλωσε ότι ο πατέρας του τον ενημέρωσε ότι ένας αστυνομικός με πολιτικά ρούχα βρισκόταν κοντά στο σπίτι του και ότι πιστεύει ότι η οικογένεια του πατέρα του, καθώς δεν γνωρίζουν που βρίσκεται, ανανεώνουν συνεχώς την καταγγελία τους (ερ. 28 2χ του Δ.Φ.). Τέλος, ερωτηθείς για το αν θα μπορούσε να επιστρέψει και να ζήσει σε μία άλλη περιοχή, όπως για παράδειγμα το Matadi, δήλωσε ότι εκεί έχουν το ίδιο αστυνομικό σύστημα και θα είναι πάντα ανασφαλής (ερ. 27 1χ του Δ.Φ.).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, και την χώρα καταγωγής του, ενώ ο δεύτερος αφορούσε την εμπλοκή του σε κλιμακούμενη οικογενειακή διαμάχη, ή οποία οδήγησε σε απειλές, φυσική βία, σε αστυνομική καταγγελία εναντίον του και στην αποχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του (ερ. 80 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής του, το προφίλ και τα προσωπικά του στοιχεία, τις οποίες έκρινε ως επαρκώς λεπτομερείς, συγκεκριμένες και συνεκτικές. Περαιτέρω, ο λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές από την χώρα καταγωγής του Αιτητή για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη του αναφερόμενου τόπου καταγωγής του και τα εθνοτικά του στοιχεία και έλαβε υπόψη το πρωτότυπο διαβατήριο που κατέθεσε, το οποίο έκρινε ότι επαλήθευσε τον ισχυρισμό του περί των προσωπικών του στοιχείων. Κατέληξε ότι θεμελιώθηκαν τόσο η εσωτερική αξιοπιστία όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή και έκανε αποδεκτό τον εν λόγω ισχυρισμό (ερ. 78 του Δ.Φ.).
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ότι ενεπλάκη σε κλιμακούμενη οικογενειακή διαμάχη, ή οποία οδήγησε σε απειλές, φυσική βία, σε αστυνομική καταγγελία εναντίον του και στην αποχώρησή του από τη χώρα καταγωγής, ο λειτουργός έκρινε πως οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή ήταν μη επαρκώς λεπτομερείς και μη συγκεκριμένες, ενώ παρουσιάστηκαν αντιφάσεις οι οποίες μείωσαν τη συνεκτικότητα των ισχυρισμών του (ερ. 78 του Δ.Φ.).
Συγκεκριμένα, αξιολογήθηκε πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα αίτια της διαφοράς μεταξύ του πατέρα του και της οικογένειάς του, σημείωσε δε ο λειτουργός ότι αυτή η έλλειψη λεπτομερειών μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω του ότι η διαφορά αφορούσε πρωτίστως τον πατέρα του. Ακολούθως, παρέθεσε τις πληροφορίες που μοιράστηκε ο Αιτητής αναφορικά με τον τραυματισμό της μητέρας του, για το οποίο ο λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής ήταν ακριβής αναφορικά με τον τόπο νοσηλείας της μητέρας του (ερ. 77 του Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο λειτουργός έκρινε ότι η αναφορά του Αιτητή στη συμπλοκή του με τα ξαδέρφια του, η οποία ακολούθησε τον τραυματισμό της μητέρας του, δεν ήταν επαρκώς συγκεκριμένη αναφορικά με την ταυτότητα και τον αριθμό των ατόμων τα οποία ήταν παρόντα, ενώ δεν ήταν επαρκώς λεπτομερής αναφορικά με τις συνθήκες και την εξέλιξη της συμπλοκής, και συγκεκριμένα σχετικά με το πώς μπήκαν στην ιδιοκτησία της θείας του, τι ειπώθηκε κατά τη συμπλοκή και την ακριβή σειρά των περιστατικών που οδήγησαν στην κλιμάκωση της κατάστασης (ερ. 77 του Δ.Φ.). Περαιτέρω, κρίθηκε ως μη επαρκώς λεπτομερής και μη συγκεκριμένη η αναφορά του Αιτητή στην έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του, στο περιεχόμενό της και στα ακριβή νομικά διαβήματα που ακολούθησε η αστυνομία, ενώ ο λειτουργός σημείωσε ότι η απουσία συγκεκριμένων πληροφοριών σε ένα θέμα τόσο βαρυσήμαντο μειώνει τη γενική του αξιοπιστία όσον αφορά σε αυτό το σκέλος του αιτήματός του.
Περαιτέρω, κρίθηκαν ως αντιφατικές οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τις κατηγορίες εναντίον του, με τον λειτουργό να σημειώνει ότι αρχικά ο Αιτητής δήλωσε ότι κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία, ενώ ακολούθως πρόσθεσε ότι κατηγορήθηκε επιπλέον για συμμετοχή στις συμμορίες Kuluna, και ότι η επεξήγηση του Αιτητή αναφορικά με το γιατί κατηγορήθηκε μόνο ο ίδιος και όχι αυτοί που τον συνόδευαν, κρίθηκε ως μη συνεκτική. Έκρινε δε ότι ο Αιτητής παρουσίασε αντιφάσεις στις δηλώσεις του σχετικά με τους φίλους του, διότι αρχικά δήλωσε ότι οι φίλοι του δεν κατηγορήθηκαν, ενώ αργότερα δήλωσε με αντιφατικό τρόπο ότι οι φίλοι του κατηγορήθηκαν έμμεσα, εφόσον ισχυρίστηκε ότι επειδή ο ίδιος κατηγορήθηκε ότι ήταν μέλος μίας ομάδας, οι φίλοι του θα θεωρούνταν επίσης μέλη της ομάδας και θα συμπεριλαμβάνονταν στην κατηγορία (ερ. 76 του Δ.Φ.).
Επιπρόσθετα, ο λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με την επίθεση που δέχθηκε τον Οκτώβριο του 2021 παρουσίασαν δείγματα αναξιοπιστίας λόγω εσωτερικών αντιφάσεων και έλλειψης συνεκτικότητας, λόγω του ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να συγκεκριμενοποιήσει την ημερομηνία του συμβάντος και λόγω του ότι ο Αιτητής είχε δηλώσει νωρίτερα ότι κρυβόταν και δεν κυκλοφορούσε λόγω του ότι υπήρχε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, ενώ αργότερα δήλωσε ότι εξακολουθούσε να πηγαίνει καθημερινώς στο πανεπιστήμιο (ερ. 75 του Δ.Φ.).
Τέλος, κρίθηκαν ως ελλιπείς συγκεκριμένων και επαρκών πληροφοριών οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τον φίλο του πατέρα του, για τον οποίο ισχυρίστηκε ότι τον βοήθησε κατά την λήψη της καταγγελίας εναντίον του και την αποχώρησή του από τη χώρα, λόγω του ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με το ακριβές αξίωμά του στον στρατό και το ρόλο του. Επιπλέον, και σε σχέση με αυτό το άτομο, κρίθηκαν αντιφατικές και μη συγκεκριμένες οι δηλώσεις του σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετώπισε κατά την πραγματοποίηση των επιβατικών ελέγχων στο αεροδρόμιο και την επέμβαση αυτού του φίλου του πατέρα του κατά την αναχώρησή του από τη χώρα, ενώ παρομοίως κρίθηκαν και οι δηλώσεις του σχετικά με την έκδοση του διαβατηρίου του σε περίοδο κατά την οποία ήταν καταζητούμενος.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε πως λόγω του προσωπικού και ατομικού χαρακτήρα των ισχυρισμών του Αιτητή, αυτοί δεν μπορούν να επικυρωθούν από εξωτερικές πηγές. Ωστόσο, παρέθεσε πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής σχετικά με τις συμμορίες των Kuluna, σημειώνοντας ότι ενώ κάποια στοιχεία των ισχυρισμών του Αιτητή μπορούν να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές, η γενική αξιοπιστία του δε μπορεί να θεμελιωθεί λόγω της σημαντικές έλλειψης επαρκών λεπτομερειών, συγκεκριμενοποίησης και συνεκτικότητας στις δηλώσεις του. Συμπερασματικά, ο λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, στη βάση του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του (ερ. 73 του Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων και του προφίλ του. Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικα άνδρα χωρίς προβλήματα υγείας, με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, ο οποίος κατέχει επαγγελματική πείρα και εκτενές υποστηρικτικό δίκτυο αποτελούμενο από την οικογένεια και τους φίλους του, όπως και την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ και στην Kinshasa συγκεκριμένα παραθέτοντας σχετικές πηγές, κατέληξε ότι δεν υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του θα υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία αντιστοιχεί σε δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στη βάση της επικρατούσας κατάστασης (ερ. 73-70 του Δ.Φ.).
Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ του Αιτητή, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό του δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, και στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου (ερ. 45 του Δ.Φ.).
Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου και 15 (α), (β), και (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Κινσάσα, ΛΔΚ θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή/και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή/και τιμωρίας ή σοβαρή και προσωπική απειλή ως άμαχος πολίτης, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (ερ. 69 του Δ.Φ.). Τέλος, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ΛΔΚ, και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα Κινσάσα, κινδυνεύει να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης (ερ. 68 του Δ.Φ.).
Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σε αυτό το σημείο, το Δικαστήριο αναφέρει ό,τι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024 (στο εξής «Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347»), ο οποίος αντικαθιστά την Οδηγία 2011/95/ΕΕ και ρυθμίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας, εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, από την 1η Ιουλίου 2026.
Συνεπώς, κατά την εξέταση της ανάγκης για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις του, ως ήδη εφαρμοστέες κατά το χρόνο της παρούσας κρίσης. Ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης επικουρικής προστασίας, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, διατηρεί, κατ’ ουσίαν, τα βασικά κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα που προέβλεπαν η Οδηγία 2011/95/ΕΕ και οι αντίστοιχες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000-2025.
Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους.
Έχω εξετάσει με προσοχή τις απαντήσεις που ο Αιτητής έδωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και έχω διαπιστώσει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει, τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ενώ ακολούθησε την ορθή διερευνητική διαδικασία.
Συγκεκριμένα, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή αφού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου.
Σε σχέση με τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ορθά και πάλι οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν τον Αιτητή εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστο και απέρριψαν τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του, καθώς οι πλειονότητα των απαντήσεων του είναι διατυπωμένες με γενικότητα, χωρίς συνέπεια και συνοχή ενώ παράλληλα ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του. Περαιτέρω οι απαντήσεις του σε ουσιώδη ερωτήματα ορθά δεν έγιναν αποδεκτοί ως ευλογοφανείς από του Καθ΄ων η αίτηση. Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή για ύπαρξη των συμμοριών επ΄ονοματι Kulunas στην Kinshasa και την κρατική αντιμετώπιση του φαινομένου το Δικαστήριο προέβηκε και σε δική του έρευνα σε εξωτερικές πήγες πληροφόρησης όπου εντόπισε πως το φαινόμενο των συμμοριών νεαρών ατόμων γνωστών ως Kuluna, πιστεύεται ότι εμφανίστηκε στην Κινσάσα περίπου το έτος 2000 και προέκυψε από μια γενική κατάσταση ανομίας.[1] Ο όρος kuluna χρησιμοποιείται για τις οργανωμένες εγκληματικές συμμορίες που δρουν στην Kinshasa.[2] Οι Kulunas περιγράφονται ως «κυρίως έφηβοι και νεαροί άνδρες σε οργανωμένες εγκληματικές συμμορίες περίπου 10 έως 20 μελών» που είναι γνωστό ότι κουβαλούν μαχαίρια, σπασμένα μπουκάλια ή μαχαίρια και ότι απειλούν ή αποσπούν δια της χρήσης βίας χρήματα, κοσμήματα, κινητά τηλέφωνα και άλλα τιμαλφή. Αν και το φαινόμενο ήταν αρχικά περιορισμένο στις φτωχότερες συνοικίες της Κινσάσα, όπως το Yolo, το Limete, το Matete και το Makala Kinshasa, σταδιακά επεκτάθηκε στην υπόλοιπη πρωτεύουσα, καθώς και σε άλλες πόλεις.[3]
Ως προς την κρατική αντιμετώπιση του φαινομένου, έχουν σημειωθεί κατά καιρούς επιχειρήσεις, ονόματι «Operation Likofi». Η πρώτη αστυνομική επιχείρηση κατά των συμμοριών Kuluna, με την ονομασία αυτή, η οποία διήρκεσε από τον Νοέμβριο 2013 έως τον Φεβρουάριο 2014, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τουλάχιστον πενήντα ενός (51) ατόμων και την εξαναγκαστική εξαφάνιση τριάντα τριών (33) ακόμη στην Κινσάσα.[4] Σύμφωνα με το Global Initiative Against Transnational Organized Crime, δεξαμενή σκέψης με έδρα τη Γενεύη, κατά την περίοδο 2013–2018 πραγματοποιήθηκαν άλλες τέσσερις (4) επιχειρήσεις Likofi, όλες εκ των οποίων περιελάμβαναν στοχευμένες δολοφονίες μελών συμμοριών. [5]
Σύμφωνα με έκθεση της Human Rights Watch του Νοεμβρίου 2020: «υπό τη διοίκηση του Προέδρου Félix Tshisekedi, η αστυνομία έχει κατά το τρέχον έτος συλλάβει εκατοντάδες υπόπτους Kuluna εν μέσω ανανεωμένης ανασφάλειας στην πρωτεύουσα. Περίπου εκατό εξ αυτών έχουν μεταφερθεί, χωρίς απαγγελία κατηγοριών ή δίκη, σε παραστρατιωτικό εκπαιδευτικό κέντρο στη νότια επαρχία Haut-Lomami. Οι υπόλοιποι παραμένουν υπό κράτηση στην Κινσάσα εν αναμονή απαγγελίας κατηγοριών»[6] Μετά τη μεταφορά της πρώτης ομάδας μελών Kuluna στο παραστρατιωτικό εκπαιδευτικό κέντρο στο Kanyama Kasese για την εκτέλεση εθνικής υπηρεσίας, στις 3 Νοεμβρίου 2020, πραγματοποιήθηκαν άλλοι έξι γύροι μεταφορών από την αστυνομία έως τις 18 Αυγούστου 2021, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των μελών Kuluna στο Kanyama Kasese σε 2.100.[7] Συνεπώς προκύπτει πως ακόμα και αν ο ισχυρισμός του Αιτητή από την εν λόγω συμμορία κρινόταν αξιόπιστος ο Αιτητής ειχε την ευκαιρία να ζητήσει προστασία από τις αρχές της χώρας του .
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία του το μορφωτικό του επίπεδο και γενικότερα το προφίλ του δεν τον εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).
Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.
Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος) Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».
Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:
Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:
«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:
«53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
Από τα ανωτέρω δεδομένα και σε συνδυασμό με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, στη χώρα καταγωγής του Αιτητή διαπιστώνεται πως δεν θεμελιώνεται από μέρους του Αιτητή βάσιμοςς φόβο δίωξης κατά την έννοια της παραγράφου (5) του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Λεχθέντων των ανωτέρω κρίνω ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δε στοιχειοθετούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στον Αιτητή το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 5 έως 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης, για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων.
Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο ώστε να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ώστε να υπαχθεί σε καθεστώς επικουρικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Σημειώνεται ότι λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 15(α) και (β) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 περί επικουρικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 15(α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 15(β) του ως άνω Κανονισμού.
Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του και κρίθηκε αναξιόπιστος επομένως δεν παρέχονται περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης.
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας (επικουρικής) προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, αντίστοιχο άρθρο 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347), κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v.Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία,Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Αναφορικά δε με τη γενική κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτυπώνονται τα ακόλουθα αναφορικά με μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό για την περίοδο Ιουλίου 2024- Ιουνίου 2025 τελευταία επικαιροποιημένη πηγή :
Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της ΛΔΚ και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων.
Η εμπλοκή πολλαπλών μερών, η ξένη παρέμβαση, η επιβολή κατάστασης πολιορκίας στις επαρχίες Ituri και Βόρειο Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές και η δημιουργία της Συμμαχίας Fleuve Congo (AFC) με τη συμμετοχή του M23, σε συνδυασμό με κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, την επέκταση περιφερειακών στρατιωτικών επιχειρήσεων και την αναζωπύρωση διεθνών προσπαθειών λογοδοσίας, συνέβαλαν περαιτέρω στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης ασφαλείας.
Ως προς τον άμαχο πληθυσμό, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι απώλειες αμάχων αυξήθηκαν σημαντικά. Ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, επιδρομές και επιθέσεις κατά χωριών, χώρων φιλοξενίας εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, αγορών, κατοικιών και χώρων υγειονομικών και ανθρωπιστικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τεκμηριώθηκαν μαζικές ανθρωποκτονίες, εθνοτικά στοχευμένες σφαγές, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, λεηλασίες και καταναγκαστική εργασία, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σημειώνεται επίσης σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και εκτεταμένος αναγκαστικός εκτοπισμός, όπως και συστηματική παρεμπόδιση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, η σχετιζόμενη με τις ένοπλες συγκρούσεις σεξουαλική βία έλαβε ευρείας κλίμακας διαστάσεις, η στρατολόγηση παιδιών χαρακτηρίστηκε ως άνευ προηγουμένου, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν διάχυτη βία, λογοκρισία, απειλές ή/και θανατική ποινή σε περιπτώσεις δημοσιογραφικής κάλυψης των συγκρούσεων.[8]
Οι συνέπειες της εκτεταμένης βίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) αποτυπώνονται επίσης στον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων παγκοσμίως. Πάνω από δεκατρία εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η κατάσταση στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σοβαρών ανθρωπιστικών κρίσεων διεθνώς.[9]
Ωστόσο εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Kinshasa, πρωτεύουσα της Λ.Δ. του Κονγκό το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 01/05/2026), καταγράφηκαν 158 περιστατικά ασφαλείας συνολικά, από τα οποία προκλήθηκαν 51 ανθρώπινες απώλειες.[10] Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa για το έτος 2020 εκτιμήθηκε στους 14,565,700 κατοίκους[11] και για το 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[12]
Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa από τον Ιούλιο του 2025,[13] παραπέμποντας στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research -CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, σύμφωνα με το Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Joint Human Rights Office): η επαρχία της Kinshasa είναι “μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση” και ότι “από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Kinshasa.[14]
Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ του Αιτητή, ο οποίος είναι υγιής, ικανός προς εργασία, η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, στην πόλη Kinshasa, συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ του Αιτητή δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή του, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, (αντίστοιχο άρθρο 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347),
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Global Initiative, Criminals or vigilantes? The Kuluna gangs of the Democratic Republic of Congo, 17 June 2021, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2066333/2022_01_Q1_EASO_COI_Query_Response_DRC_LIKOFI_OPERATION.pdf, σελ. 3-4 (ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026)
[2] AI - Amnesty International: Operation Mbata ya Bakolo: Mass expulsions of foreign nationals in the Republic of Congo [AFR 22/1951/2015], 1 July 2015, σελ. 9, (available at ecoi.net)
https://www.amnesty.org/fr/wp-content/uploads/2023/06/AFR2219512015ENGLISH.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026)
[3] HRW, Operation Likofi - Police Killings and Enforced Disappearances in Kinshasa, DRC, 17 November 2014, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2066333/2022_01_Q1_EASO_COI_Query_Response_DRC_LIKOFI_OPERATION.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026)
[4] HRW, DR Congo: Police Killed, ‘Disappeared’ 34 Youth, 21 February 2019, διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/news/2019/02/21/dr-congo-police-killed-disappeared-34-youth και HRW, Awaiting Justice for Police Killings in DR Congo, 16 November 2020, διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/news/2020/11/16/awaiting-justice-police-killings-dr-congo (ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026)
[5] Global Initiative Against Transnational Organized Crime, Criminals or vigilantes? The Kuluna gangs of the Democratic Republic of Congo, May 2021, διαθέσιμο σε https://globalinitiative.net/wp-content/uploads/2021/06/Criminals-or-vigilantes-The-Kuluna-gangs-of-the-Democratic-Republic-of-Congo-GITOC.pdf σελ. 11, (ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026)
[6] HRW, Awaiting Justice for Police Killings in DR Congo, 16 November 2020, διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/news/2020/11/16/awaiting-justice-police-killings-dr-congo (ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026)
[7] EUAA (European Union Agency for Asylum), State measures towards organised criminal networks, in particular diamond dealers and Kuluna gangs, and state response to their victims [Q28-2021], 31 August 2021, https://coi.easo.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_08_Q28_EASO_COI_Query_Response_DRC_criminal_gangs.pdf, σελ. 3 (ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026)
[8] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026).
[9] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: The Humanitarian Situation (last updated on 28 January 2026), διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/violations/#attacks-on-civilians (ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026).
[10] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Kinshasa, ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 01/05/2026, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/country/democratic-republic-congo (ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026)
[11] City Population, Congo (Democratic Republic), Provinces, Kinshasa: διαθέσιμος σε: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026)
[12] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026)
[13] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 1 July 2025, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4, (ημερομηνία πρόσβασης 03/04/2026)
[14] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 06/04/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο