ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 2820/25
23 Σεπτεμβρίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
L.L.T.P. , ARC{...} KEPY POURNARA
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέως, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
M. Ανδρέου (κα) για Κύπρος Ανδρέου ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Μελίνα Βασιλείου, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Η Αιτήτρια είναι παρούσα. Παρούσα και η Ζ. Αγαπίου (κα) για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ. 22/10/2025. η οποία της κοινοποιήθηκε την 03/11/2025, και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά της για παροχή διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της, ως άκυρη, παράνομη, και στερούμενη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει ορθή το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Δημοκρατίας του Κονγκό και στις 18/09/2025 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ερ. 8-6 του Δ.Φ.).
Την 02/10/2025 διεξήχθη συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (ερ. 55-45 του Δ.Φ.), ο οποίος στις 17/10/2025 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα της Αιτήτριας (ερ. 95-81 του Δ.Φ.). Στις 22/10/2025 ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της (ερ. 96 του Δ.Φ.). Την 03/11/2025 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος της Αιτήτριας επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια αυθημερόν, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την ίδια, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ. 97 του Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, στις 17/11/225 η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο συνήγορος της Αιτήτριας, δια του εισαγωγικού του δικογράφου, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ωστόσο κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, περιορίστηκε στην προώθηση των ισχυρισμών περί μη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας. Όσον αφορά τη μη δέουσα έρευνα, ο συνήγορος της Αιτήτριας σημείωσε κατά τη γραπτή αγόρευση του, ότι οι Καθ’ ων περιορίστηκαν στην αξιολόγηση επιφανειακών αντιφάσεων στην αφήγηση της Αιτήτριας, χωρίς να εξετάσουν σε βάθος το πολιτισμικό πλαίσιο των ισχυρισμών για παραφυσικές και συμβολικές απειλές και τις ψυχολογικές συνέπειες που επέφεραν στην Αιτήτρια και προώθησε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν διερεύνησαν εάν υπήρχε ασφαλής εναλλακτική προστασία εντός της χώρας καταγωγής της και δεν αξιολόγησαν κρίσιμα στοιχεία που αποδεικνύουν την πραγματική απειλή και την ευαλωτότητα της Αιτήτριας. Ως προς τη μη δέουσα αιτιολογία, οι Καθ’ ων σημείωσαν ότι η απόφαση των Καθ’ ων στερείται σαφούς αιτιολόγησης, καθώς δεν προσδιορίζει με επαρκή ακρίβεια ποια συγκεκριμένα στοιχεία οδήγησαν στην απόρριψη της Αιτήτριας, ενώ αγνόησαν ή υποβάθμισαν κρίσιμες αποδείξεις που προσκομίστηκαν στο φάκελό της.
Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά, σύμφωνα με τις Διεθνείς Συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος, της σχετικής νομοθεσίας και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, είναι επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη και έχει ληφθεί μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, κατ’ εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά.
Κατά τη γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση επαναλαμβάνουν τη θέση τους περί νομιμότητας και ορθότητας της επίδικης πράξης, υποστηρίζοντας ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας επί των νομικών σημείων που εγείρει στην προσφυγή της είναι γενικοί και αόριστοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν να επιτύχουν. Σημειώνουν ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε ούτε κατά το στάδιο της υποβολής και εξέτασης της αίτησής της από τους Καθ’ ων η αίτηση, ούτε κατά το στάδιο της παρούσας διαδικασίας, να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να αποδείξει βάσιμο λόγο δίωξης για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) ή ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου για την χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Προς υποστήριξη της θέσης τους οι Καθ' ων η Αίτηση παραθέτουν επιχειρηματολογία που άπτεται της νομιμότητας και της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, απαντώντας και στους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται από την πλευρά της Αιτήτριας. Όσον αφορά το επίδικο πλαίσιο γεγονότων, ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση παραπέμπει στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση και τα επισυνημμένα σε αυτήν Παραρτήματα, καθώς επίσης και στα όσα περιέχονται στο σχετικό διοικητικό φάκελο.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς ουσίας επί του αιτήματος για διεθνή προστασία, ο συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει κατά την αίτηση και την γραπτή αγόρευσή της ότι η Αιτήτρια δέχτηκε λεκτικές απειλές, ψυχολογική πίεση και παραφυσικές επιθέσεις σύμφωνα με την παράδοση της φυλής της, όπου η μαγεία χρησιμοποιείται ως μέσο κοινωνικού ελέγχου, οι οποίες είχαν σημαντική επίδραση στην καθημερινότητά της, προκαλώντας διαταραχές ύπνου, φόβο, και συνεχή αγωνία για την ασφάλειά της. Ως προς το ζήτημα της μαγείας, προωθεί συγκεκριμένα ότι η χρήση της μαγείας δε θεωρείται απλή πίστη ή συμβολική πράξη, αλλά ενσωματωμένος μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου και προστασίας, με σοβαρές συνέπειες για τα άτομα που θεωρούνται παραβάτες ή στόχοι διαμάχης, και ότι η εμπλοκή της οικογένειας της Αιτήτριας σε αυτές τις πρακτικές υπογραμμίζει ότι οι απειλές ήταν πραγματικές, υπαρξιακές και αδύνατο να αγνοηθούν, δημιουργώντας συνθήκες διωγμού που υπερβαίνουν την απλή οικονομική ή κοινωνική διαφωνία, ως μέσο που εντάσσεται στην πολιτισμική λογική της φυλής Vili, στην οποία ανήκει η Αιτήτρια (σημεία 1-16 της αίτησης προσφυγής και 3-21 της γραπτής αγόρευσης της Αιτήτριας).
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημεχίων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Καταρχάς το παρόν Δικαστήριο και σε σχέση με τα πιο πάνω θα εξετάσει την παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τα δεδομένα που έχει ενώπιον του κατά το κρίσιμο χρόνο που θα εκδώσει την απόφαση του .
Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς χαρακτηρίζονται οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Σε αυτό το σημείο, το Δικαστήριο αναφέρει ό,τι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024 (στο εξής «Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347»), ο οποίος αντικαθιστά την Οδηγία 2011/95/ΕΕ και ρυθμίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας, εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, από την 1η Ιουλίου 2026.
Συνεπώς, κατά την εξέταση της ανάγκης για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις του, ως ήδη εφαρμοστέες κατά το χρόνο της παρούσας κρίσης. Ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης επικουρικής προστασίας, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, διατηρεί, κατ’ ουσίαν, τα βασικά κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα που προέβλεπαν η Οδηγία 2011/95/ΕΕ και οι αντίστοιχες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000-2025.
Κατά την υποβολή του αιτήματός της για διεθνή προστασία στις 18/09/2025, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι οι θείοι της απείλησαν τη ζωή της λόγω μίας ιδιοκτησίας που άφησε ο πατέρας της (ερ. 6 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, κατά τη καταγραφή, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Δημοκρατίας του Κονγκό και γεννήθηκε στις 14/05/2003 στην πόλη Point-Noire, ομιλεί δε γαλλικά και Kikongo. Ως προς το θρήσκευμα δήλωσε πως είναι χριστιανή. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση δήλωσε ότι είναι άγαμη. Έφυγε από τη χώρα της στις 03/09/2025 νόμιμα με το διαβατήριό της, ταξίδεψε μέσω Τουρκίας, και εισήλθε παράτυπα στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 04/09/2025 μέσω των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών (ερ. 8-6 του Δ.Φ.).
Την 18/09/2025, ενόσω η Αιτήτρια βρισκόταν στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα, διενεργήθηκε αξιολόγηση των ειδικών αναγκών της. Στις 19/09/2025, διενεργήθηκε αξιολόγηση της ευαλωτότητας της Αιτήτριας (ερ. 35-26 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς για την οικογένειά της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια απάντησε ότι στη Δημοκρατία του Κονγκό βρίσκεται η μητέρα της, με την οποία είχε πρόσφατη επικοινωνία. Ερωτηθείς αν βίωσε βλάβη ή βία στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε και άφησε το σπίτι του στο όνομά της, ότι οι θείοι της της ζήτησαν να τους δώσει το σχετικό έγγραφο ιδιοκτησίας και ότι, όταν αρνήθηκε, δέχτηκε απειλές και πνευματικές επιθέσεις. Κληθείς να επεξηγήσει τι εννοεί με την τελευταία δήλωση, η Αιτήτρια δήλωσε ότι στη φυλή του πατέρα της, Vili, εξασκείται η μαγεία, και ότι στον ύπνο της εμφανίζονταν άνθρωποι που της έλεγαν ότι θα την σκοτώσουν, ότι τους ένιωθε να την αγγίζουν ή να προσπαθούν να την πνίξουν, και ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί (ερ. 32 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς με ποιους άλλους τρόπους την απείλησαν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι πήγαιναν στο σπίτι τους κρατώντας μεγάλα μαχαίρια, περί το Μάιο του 2025, ωστόσο δήλωσε ότι δεν είχε κάποια εμπειρία φυσικής βίας εναντίον της (ερ. 31 του Δ.Φ.). Αναφορικά με το ταξίδι της, δήλωσε ότι το οργάνωσε και χρηματοδότησε η μητέρα της και ότι δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα κατά το ταξίδι της (ερ. 31 του Δ.Φ.). Περαιτέρω, σε ερωτήσεις αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της, δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει γενικότερα προβλήματα υγείας, παρά μόνο περιστασιακό πόνο στα μάτια, για τον οποίο έχει λάβει στο παρελθόν κάποια φαρμακευτική αγωγή, ενώ δήλωσε ότι αυτός ο πόνος κάποτε την εμποδίζει από το να χρησιμοποιεί το τηλέφωνό της. Σε ερώτηση του λειτουργού αναφορικά με το αν έχει υποβληθεί σε κάποια παραδοσιακή πρακτική που αφορά τις γυναίκες, απάντησε αρνητικά (ερ. 31-30 του Δ.Φ.). Καταληκτικά, ο λειτουργός σημείωσε ότι, πέραν από την αναφορά της Αιτήτριας σε αισθήματα άγχους ενόσω βρισκόταν στη χώρα καταγωγής της λόγω κάποιων απειλών που έλαβε, δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις φυσικής ή ψυχολογικής δυσφορίας και δεν αξιολογήθηκε ότι η Αιτήτρια έχρηζε περαιτέρω υποστήριξης κατά το σχετικό χρονικό σημείο.
Κατά την συνέντευξη που διεξήχθη την 02/10/2025 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, αναφορικά με το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2020 και, εν συνεχεία, ακολούθησε τρία χρόνια επαγγελματικής εκπαίδευσης στον τομέα του ανθρωπίνου δυναμικού (ερ. 53 2χ, 3χ του Δ.Φ.), ενώ δήλωσε ότι ομιλεί γαλλικά και Kikongo (ερ. 53 4χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με το επαγγελματικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι δεν εργάστηκε ενόσω βρισκόταν στη χώρα καταγωγής της, αλλά βοηθούσε τη μητέρα της στην μικρή επιχείρησης πώληση γλυκών που διατηρούσε, μεταξύ Αυγούστου και Σεπτεμβρίου του 2025 (ερ. 51 2χ-5χ του Δ.Φ.).
Ως προς το οικογενειακό της περιβάλλον δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε το 2025 και ότι η ίδια μαζί με τη μητέρα της, την μικρότερη αδερφή και το μικρότερο αδερφό της ζούσαν στην περιοχή της Pointe Noire (ερ. 52 1χ του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι έχει επιπλέον μία θεία από την πλευρά της μητέρας της και έξι θείους/θείες από την πλευρά του πατέρα της, τέσσερεις από τους οποίους/ες ζουν επίσης στην περιοχή της Pointe Noire (ερ. 52 3χ του Δ.Φ.). Δήλωσε, τέλος, ότι διατηρεί επικοινωνία με τη μητέρα της (ερ. 52 4χ-5χ του Δ.Φ.). Όσον αφορά τον τόπο συνήθους διαμονής της, ισχυρίστηκε ότι μεταξύ του 2017 και του 2025 ζούσε στο οικογενειακό της σπίτι μαζί με τους γονείς της και τα αδέλφια της στην περιοχή Tsourou, στην Pointe Noire, και ότι δεν έχει ζήσει σε κάποια άλλη περιοχή εκτός από την τελευταία (ερ. 51 6χ-9χ του Δ.Φ.).
Ως προς το ταξίδι της δήλωσε πως ταξίδεψε μέσω Τουρκίας προς τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές της Κύπρου, κάνοντας χρήση άδειας εισόδου για εκπαιδευτικούς σκοπούς, αφού προηγουμένως οργάνωσε το ταξίδι του με τη βοήθεια της μητέρας της (ερ. 50 2χ-7χ του Δ.Φ).
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά την διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, και δη κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησης, προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη Δημοκρατία του Κονγκό λόγω απειλών και πνευματικών επιθέσεων. Ισχυρίστηκε ότι, μετά την απώλεια του πατέρα της, οι θείοι της απείλησαν τη ζωή της επειδή ήθελαν να αποκτήσουν και να πουλήσουν την περιουσία του πατέρα της και έμαθαν ότι ο πατέρας της είχε εγγράψει την εν λόγω περιουσία ως ιδιοκτησία της Αιτήτριας. Προέβαλε ότι η φυλή της είναι γνωστή για τη χρήση μαγείας στην επίλυση προβλημάτων και ότι οι θείοι της την απείλησαν με έναν πνευματικό σύζυγο, προκαλώντας της εφιάλτες και άλλες διαταραχές του ύπνου (ερ. 50 8χ του Δ.Φ.). Ισχυρίστηκε ότι αρρώσταινε με πνευματικές ασθένειες και ότι οι γιατροί δε μπορούσαν να τις εντοπίσουν (ερ. 49 1χ του Δ.Φ.).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού αναφορικά με τα περιστατικά που ανέφερε, η Αιτήτρια δήλωσε ότι οι θείοι της ήθελαν να πουλήσουν τη γη και η μητέρα της δεν δεχόταν λόγω του ότι κάτι τέτοιο θα τους άφηνε χωρίς σπίτι και θα αναγκάζονταν να μετακομίσουν στο χωριό (ερ. 49 4χ, 7χ του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι οι θείοι της πήγαιναν στο σπίτι της με μαχαίρια απειλώντας τη μητέρα της με θάνατο και την ίδια ότι θα «τρελαθεί» (ερ. 49 5χ του Δ.Φ.). Όσον αφορά το χρονικό πλαίσιο των γεγονότων που ανέφερε, δήλωσε ότι έλαβαν χώρα μετά την κηδεία του πατέρα της την 01/06/2025 (ερ. 49 6χ του Δ.Φ.). Σε περαιτέρω διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τα περιστατικά μαγείας, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι είχε εφιάλτες ότι κάποιος προσπαθούσε να την πνίξει και ξυπνούσε με πόνο στο λαιμό της, ενώ είχε ένα πνευματικό σύζυγό με τον οποίο ερχόταν σε συνουσία (ερ. 49 8χ του Δ.Φ.). Επιπλέον, αναφορικά με τις απειλές που έλαβε από τους θείους της, δήλωσε ότι αυτές ήταν μόνο προφορικές και ότι προσπάθησε να τις καταγγείλει στην αστυνομία, η οποία, μετά από συνάντηση που είχε μαζί τους στις 12/06/2025, της είπαν ότι, λόγω του ότι πρόκειται για οικογενειακό ζήτημα και ζήτημα μαγείας, το κράτος δεν μπορούσε να επέμβει και θα έπρεπε να το επιλύσουν μεταξύ τους (ερ. 48 3χ-6χ του Δ.Φ.). Όσον αφορά την επίδικη περιουσία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η ιδιοκτησία αυτή είναι η μόνη που διαθέτουν και θέλουν να την κρατήσουν, και ότι η μητέρα της εξακολουθεί να ζει εκεί και οι θείοι της εξακολουθούν να την απειλούν (ερ. 48 7χ-9χ του Δ.Φ.). Τέλος, αναφορικά με το μελλοντοστραφή φόβο σε περίπτωση επιστροφής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι οι θείοι της θα την σκοτώσουν (ερ. 47 1χ του Δ.Φ.).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις της. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, το προφίλ, την ταυτότητα και τη χώρα καταγωγής της, ενώ ο δεύτερος αφορούσε τους λόγους περιουσιακών διαφορών με τους θείους της (ερ. 92 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής της, το προφίλ και τα προσωπικά της στοιχεία, τις οποίες έκρινε ως επαρκώς λεπτομερείς, ικανοποιητικές, σαφείς και συνεκτικές. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός έλαβε υπόψη το πρωτότυπο διαβατήριο που κατέθεσε η Αιτήτρια και έκανε αποδεκτό τον εν λόγω ισχυρισμό (ερ. 90 του Δ.Φ.).
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ότι είχε περιουσιακές διαφορές με τους θείους της, ο λειτουργός έκρινε πως η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός της και ότι στις πληροφορίες που παρέθεσε η Αιτήτρια για τα εν λόγω γεγονότα παρατηρήθηκαν αντιφάσεις, ασυνέχεια, ασυνέπεια, και έλλειψη επαρκών και διαφανών πληροφοριών (ερ. 90-87 του Δ.Φ.).
Συγκεκριμένα, αξιολογήθηκε πως η Αιτήτρια δεν έδωσε επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τα γεγονότα που έγιναν μεταξύ της ιδίας και των θείων της σε σχέση με τις περιουσιακές διαφορές τους, αναφέροντας ότι, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για γεγονότα βιωματικού χαρακτήρα, εύλογα θα αναμενόταν από την ίδια να παρέχει βασικές και περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτά. Παρομοίως, αξιολογήθηκε ότι η Αιτήτρια δεν έδωσε επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τα γεγονότα που αφορούσαν τη μαγεία που ασκήθηκε εναντίον της και τις απειλές που δέχθηκε. Ο λειτουργός αξιολόγησε ως αντίφαση το ότι η Αιτήτρια δήλωσε σε σημείο της συνέντευξης ότι οι θείοι της απειλούσαν και τη μητέρα της και όχι μόνο αυτήν, και παρομοίως έκρινε ως αντίφαση το ότι η Αιτήτρια δήλωσε κατά τη συνέντευξη ότι εκτός από τον «σύζυγο» που δήλωσε ότι την επισκεπτόταν στα όνειρά της, σε άλλο σημείο της συνέντευξης δήλωσε ότι την επισκεπτόταν και άλλο άτομο πέραν αυτού, ενώ κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας αναφέρθηκε σε ανθρώπους που την επισκέπτονταν στα όνειρά της. Έκρινε επίσης αντιφατικές τις απαντήσεις της στην προτροπή του λειτουργού να περιγράψει την καθημερινότητά της τους τελευταίους έξι μήνες διαμονής στη χώρα της, επειδή δεν αναφέρθηκε στις απειλές που δεχόταν από τους θείους της, ενώ έκρινε ως αντιφατικό το χρονικό πλαίσιο των γεγονότων επειδή στη συνέντευξη ευαλωτότητας η Αιτήτρια δήλωσε ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα τον Μάιο του 2025, ενώ στη συνέντευξη για την εξέταση του αιτήματός της δήλωσε ότι έλαβαν χώρα την 01/06/2026. Επιπρόσθετα, έκρινε ότι η αναφορά της Αιτήτριας αναφορικά με την τοποθεσία του σπιτιού της στην περιοχή Tsourou στην πόλη Pointe Noire ήταν ασυνεπής με τον τίτλο ιδιοκτησίας τον οποίο κατέθεσε η Αιτήτρια και ο οποίος αναφέρει ως περιοχή της ιδιοκτησίας το Mongo-Kamba village. [σ.σ. σύμφωνα με πηγές πληροφόρησης, το Mongo-Kamba ευρίσκεται εντός της περιοχής Pointe Noire Mongo Kamba - Carte - Hameau - Pointe-Noire, République du Congo] Τέλος, σημείωσε ότι παρατηρήθηκε ασυνέχεια και έλλειψη επάρκειας στις δηλώσεις της Αιτήτριας επειδή ανέφερε ότι οι επιθέσεις που δέχτηκε ήταν λεκτικές και όχι σωματικές.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, ο λειτουργός παρέθεσε τα προσκομισθέντα από την Αιτήτρια έγγραφα, και δη τον τίτλο ιδιοκτησίας γης (ερ. 16 και μετάφραση 66 του Δ.Φ.), το πιστοποιητικό γέννησης της Αιτήτριας (ερ. 13, 14, 64 του Δ.Φ.), και τον τίτλο ιδιοκτησίας μηχανοκίνητου οχήματος (ερ. 15, 65 του Δ.Φ.), έκρινε δε ότι δεν δύνανται να στηρίξουν το αίτημά της. [σ.σ. οι παραπομπές του λειτουργού στα εν λόγω έγγραφα εντός του Δ.Φ. δεν είναι ακριβείς ή παρουσιάζουν λάθη, ωστόσο κρίνονται επουσιώδης . Επιπλέον, σημείωσε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιανδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Συμπερασματικά, ο λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, στη βάση του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του (ερ. 86 του Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί της ταυτότητας, χώρας καταγωγής, των προσωπικών της στοιχείων και του προφίλ της Αιτήτριας. Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικο, ελεύθερο άτομο με εργασιακή πείρα, μορφωμένο, χωρίς προβλήματα υγείας, με υποστηρικτικό δίκτυο, όπως και την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη Δημοκρατία του Κονγκό και στην πόλη Pointe Noire συγκεκριμένα παραθέτοντας σχετικές πηγές, κατέληξε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, τη Δημοκρατία του Κονγκό, να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (ερ. 86-84 του Δ.Φ.).
Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ της Αιτήτριας, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό της δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, και στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (ερ. 83 του Δ.Φ.).
Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της Αιτήτριας, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη Δημοκρατία του Κονγκό και στην πόλη Pointe Noire συγκεκριμένα θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή/και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή/και τιμωρίας ή σοβαρή και προσωπική απειλή ως άμαχος πολίτης, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (ερ. 83-82 του Δ.Φ.). Τέλος, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη Δημοκρατία του Κονγκό και στην πόλη Pointe Noire συγκεκριμένα, κινδυνεύει να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης (ερ. 81 του Δ.Φ.).
Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας.
Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό της Αιτήτριας και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία της δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία της το μορφωτικό της επίπεδο και γενικότερα το προφίλ της δεν την εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, η Αιτήτρια δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος της ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).
Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της για διεθνή προστασία.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας (επικουρικής προστασίας) , καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β). ήτοι από τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1347»), ο οποίος αντικαθιστά την Οδηγία 2011/95/ΕΕ και ρυθμίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας, εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, από την 1η Ιουλίου 2026.
Ωστόσο το Δικαστήριο προέβη σε δική του έρευνα αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της Αιτήτριας αναφορικά με τη μαγεία και τις πνευματικές επιθέσεις στη χωρα καταγωγής της .
Ο ισχύων ποινικός κώδικας περιλαμβάνει ρητή διάταξη για τσαρλατανισμό ή μαγικές πρακτικές. Το άρθρο 264 προβλέπει ποινή όταν τέτοιες πρακτικές είναι ικανές να βλάψουν ανθρώπους ή περιουσία.
Παράγραφος 9. - Πρακτικές μαγείας, μαγείας ή τσαρλατανισμού.
Άρθρο 264. - (Διάταγμα 47-2248 της 19ης Νοεμβρίου 1947 - Επίσημη Εφημερίδα της Γενικής Συνέλευσης, διάταγμα αριθ. 3245 της 5ης Ιανουαρίου 1947 - Επίσημη Εφημερίδα του Γαλλικού Στρατού, 1947, σ. 161).
Όποιος συμμετέχει σε εμπορική συναλλαγή που αφορά την αγορά ή πώληση ανθρώπινων οστών ή ασχολείται με μαγεία, μαγεία ή τσαρλατανισμό που είναι πιθανό να διαταράξει τη δημόσια τάξη και να βλάψει πρόσωπα ή περιουσία, τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 405, πρώτη παράγραφος του παρόντος Κώδικα. 31(2).
Paragraphe 9. -Pratiques de sorcellerie, magie ou charlatanisme.
Article 264. - (D. 47— 2248 du 19/11/1947 -AGO prom. no 3245 du 5/1/1947-JOAEF 1947 p. 161 1).
Sera puni de peines prévues a l’article 405, premier alinéa du present Code, quiconque aura participé a une transaction commerciale, ayant pour objet l’achat ou la vente d’ossements humains ou se sera livré a des pratiques de sorcellerie, magie ou charlatanisme susceptibles de troubler l’ordre public et de porter atteinte aux personnes ou a la propriété. 31(2) (σελ. 209 του Ποινικού Κώδικα)[1]
Περαιτέρω όσο αφορά τις πνευματικές επιθέσεις το κράτος μπορεί να επέμβει όταν υπάρχει συγκεκριμένη καταγγελία που μπορεί να αποδειχθεί όπως απειλές ή εκφοβισμός, σωματική επίθεση ή άλλη πραγματική βλάβη, απάτη από κάποιον που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί πνευματικές επιθέσεις και η αστυνομία διερευνά όταν η καταγγελία συνδέεται με συγκεκριμένα περιστατικά βλ. (SGG CONGO).
Αναφορικά δε σε ό,τι αφορά τις περιουσιακές διαφορές οι οποίες αφορούν ιδιωτικές διαφορές το σύναγμα και οι νόμοι της χώρας κατοχυρώνουν το δικαίωμα της περιουσίας .
Όπως προκύπτει από τη έρευνα στην οποία το ίδιο το δικαστήριο προέβη δεν προκύπτει τεκμηρίωση του αντικειμενικού φόβου της Αιτήτριας ακόμα και οι ισχυρισμοί της κρίνονταν αξιόπιστη ως προς τον υποκειμενικό φόβο.
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής επικουρικής προστασίας προς το πρόσωπο της Αιτήτριας υπό την έννοια του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης επικουρικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 (το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθώς επίσης και στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000-2025).
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[12]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της EUAA σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347), ακόμη και αν η Αιτήτρια μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής της (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν η Αιτήτρια δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.[2]
Εν προκειμένω, κρίνω πως σύμφωνα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που χρησιμοποίησε ο αρμόδιος λειτουργός, και στις πηγές στις οποίες ανέτρεξε και το παρόν Δικαστήριο, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στον τόπο καταγωγής της, δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα έλθει αντιμέτωπη με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου (αντίστοιχο άρθρο 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347).
Σύμφωνα με επικαιροποιημένη έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου, ως προς την κατάσταση ασφαλείας, και εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, ήτοι την Δημοκρατία του Κόγκο. Ως προς την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, σύμφωνα σύμφωνα με την πλατφόρμα ACLED, το επίπεδο κινδύνου στην Δημοκρατία του Κογκό χαρακτηρίζεται ως «χαμηλό/ανενεργό».
Σύμφωνα λοιπόν με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Pointe-Noire της Δημοκρατίας του Κονγκό στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 01/05/2026), καταγράφηκε 1 περιστατικό ασφαλείας συνολικά, από το οποία δεν προκλήθηκαν ανθρώπινες απώλειες.[3]
Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Pointe Noire για το έτος 2026 εκτιμήθηκε στους 1,469,190 κατοίκους.[4]
Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ της Αιτήτριας, η οποία είναι νέα, υγιής, ικανή προς εργασία, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της (η μητέρα της και οι συγγενείς της ) η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, στην πόλη συνήθους συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ της Αιτήτριας δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχη πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή της, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ όπως έχει αντικατασταθεί πιο
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, την επί της ουσίας εξέτασης της υπόθεσης το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ποινικός Κώδικας, Δημοκρατία του Κονγκό, Υπουργείο Δικαιοσύνης, σελ. 209, https://database.ilga.org/api/downloader/download/1/CG%20-%20LEG%20-%20Penal%20Code%20(1836)%20-%20OR-OFF(fr).pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 22/09/2026]
[2] EASO, 'Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση', Δεκέμβριος 2014, σελ. 29 - σημείο 1.8. Γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής: χώρα / περιοχή / περιφέρεια, και σελ. 30 - σημείο 1.8.1. Προσδιορισμός της περιοχής καταγωγής, διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Republic of Congo, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Pointe Noire, ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 01/05/2026, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/country/democratic-republic-congo (ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026)
[4] City Population, Congo (Democratic Republic), Provinces, Kinshasa: διαθέσιμος σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο