C. K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3566/23, 2/9/2026
print
Τίτλος:
C. K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3566/23, 2/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 3566/23

2 Σεπτεμβρίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

C. K.

Αιτήτριας,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η αίτηση

 

Χαρίτου Κ. (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια

Φιλίππου Α. (κ.), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 11.9.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 και αποφασίστηκε η επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της. Αιτείται επιπλέον την αναγνώριση/χορήγηση σε  αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθώς και την ακύρωση της σχετικής απόφασης επιστροφής.

 

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν. Εισήλθε παράτυπα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές και στις 11.2.2020 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 3.4.2023 και 26.5.2023 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη της Αιτήτριας αναφορικά με το αίτημά της για διεθνή προστασία από λειτουργό, ο οποίος στις 31.8.2023, υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: «ο Προϊστάμενος»), εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας και την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 11.9.2023. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 22.9.2023, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

 

 

Νομικοί Ισχυρισμοί

 

2.             Η Αιτήτρια προωθεί ως λόγο προσφυγής την εσφαλμένη αξιολόγηση της αξιοπιστίας και την παράβαση των καθηκόντων διερεύνησης, εξατομικευμένης αξιολόγησης και συνεργασίας, υποστηρίζοντας ότι ο προσδιορισμός και η αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών υπήρξαν πλημμελείς και ότι η απόρριψη του δεύτερου ισχυρισμού (διαπίστωση συγγενικών της προσώπων ότι διατηρούσε σχέση με πρόσωπο του ιδίου φίλου με αποτέλεσμα να εκδιωχθεί από την οικία της και η σύντροφός της να αυτοκτονήσει) επηρέασε εσφαλμένα την αξιολόγηση του τρίτου ισχυρισμού περί σεξουαλικού προσανατολισμού. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι εμφιλοχώρησε πλάνη κατά την αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων, αντικρούοντας τα ευρήματα αναξιοπιστίας των Καθ’ ων η αίτηση και επικαλούμενη παράλειψη προσήκουσας συνεκτίμησης της ευαλωτότητας της Αιτήτριας, των τραυματικών βιωμάτων, της ψυχολογικής της κατάστασης και των σοβαρών προβλημάτων υγείας της. Επιπλέον, επικαλείται μη προσήκουσα εφαρμογή του μοντέλου «Διαφορά, Στίγμα, Ντροπή και Βλάβη» (Difference, Stigma, Shame and Harm – DSSH), καθώς και εσφαλμένη συνεκτίμηση των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής σε συνδυασμό με τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας. Επιπρόσθετα, προβάλλει πλημμέλειες κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης, ιδίως ως προς τη γλώσσα, τη σαφήνεια και τον τρόπο διατύπωσης των ερωτήσεων και τη δυνατότητα παροχής διευκρινίσεων, καθώς και μη προσήκουσα συνεκτίμηση της προηγούμενης δίωξης και της σημασίας της ως ένδειξης μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής. Τέλος, επιχειρηματολογεί υπέρ της αναγνώρισης της Αιτήτριας ως πρόσφυγα, επί τη βάσει βάσιμου φόβου δίωξης λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, ως λεσβίας γυναίκας και μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Προς τούτο, επικαλείται την ποινικοποίηση των ομόφυλων σχέσεων, τη βία, τις διακρίσεις και τον κοινωνικό στιγματισμό των λεσβιών, ομοφυλόφιλων, αμφιφυλόφιλων, διεμφυλικών και μεσοφυλικών (ΛΟΑΔΜ) ατόμων, παραπέμποντας σε σχετικές εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι δεν υφίσταται αποτελεσματική κρατική προστασία ούτε εύλογη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης. Επικουρικά, προβάλλει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις επικουρικής προστασίας και ότι η εκδοθείσα απόφαση επιστροφής εξεδόθη παράνομα και κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

 

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης, την οποία, κατά τους ίδιους, ορθώς κρίθηκε η αξιοπιστία των δηλώσεων της, παραπέμποντας στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία και ότι υπήρξε εξατομικευμένη αξιολόγηση του αιτήματος της.

 

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

7.             Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.

8.             Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».

9.             Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).

10.          Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

11.          Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».

12.          Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

13.          Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:

14.          Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:

«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».

15.          Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:

 «53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».

16.          Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:

«1.   Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».

17.          Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση) («Οδηγία 2011/95/ΕΕ») και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.

Κατάληξη

18.          Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. [Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024]. Ο  εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια εκπροσωπούμενη και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

19.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320] αποτελεί υποχρέωση του εκάστοτε αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου [βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010]. Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του [βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

20.          Η ανωτέρω προσέγγιση δεν μεταβάλλεται υπό το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 εξακολουθεί να κατοχυρώνει την αρχή της κοινής υποχρέωσης συνεργασίας κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλέποντας αφενός την υποχρέωση του αιτητή να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει προς θεμελίωση της αίτησής του και, αφετέρου, την αντίστοιχη υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργάζονται ενεργά με τον αιτητή για τη συλλογή και αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια του προϊσχύσαντος άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτό είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 16 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (έως την αντικατάστασή του από τον περί Προσφύγων Νόμο του 2026), χωρίς να επιφέρει ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς την κατανομή του βάρους συνεργασίας και απόδειξης κατά την εξέταση της αίτησης.

21.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, επισημαίνεται ότι κατά την καταγραφή της αίτησής της, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπισε από την οικογένειά της και την οικογένεια της συντρόφου της, όταν η σχέση τους αποκαλύφθηκε. Όπως δήλωσε, η οικογένειά της την εκδίωξε από την οικεία της, ενώ η οικογένεια της συντρόφου της την αναζητούσε για να την σκοτώσει, θεωρώντας πως κατέστρεψε την κόρη τους. (ερ. 13).

 

22.          Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια, αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, ανέφερε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, με τόπο καταγωγής τη Loum και τόπο συνήθους διαμονής τη Njombe, όπου διέμενε με την πατρική της οικογένεια. Χριστιανή καθολική, εθνοτικής καταγωγής Bamileke, σπούδασε νοσηλευτική, χωρίς επαγγελματική προϋπηρεσία.  Η πατρική της οικογένεια αποτελείται από τη μητέρα της και τρία αδέρφια, οι οποίοι βρίσκονται στη Njombe, ενώ ο πατέρας της έχει αποβιώσει. Σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της δήλωσε ότι υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για ινομυώματα και βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση (ερ. 44- 42).  Σχετικά με τυχόν φαρμακευτική αγωγή και την ικανότητά της να παραστεί στη συνέντευξη, η Αιτήτρια δήλωσε ότι λαμβάνει καθημερινώς ινσουλίνη και παυσίπονα, λόγω των ινομυωμάτων, τα οποία τις προκαλούν ζάλη και αίσθημα σύγχυσης, επιβεβαιώνοντας πως τα έλαβε και κατά την ημέρα της συνέντευξης, ενώ ανέφερε ότι αντιμετωπίζει πόνους στην κοιλιακή χώρα και αϋπνία (ερ. 39 - 38).

 

23.          Αναφορικά με το ταξίδι της προς τη Δημοκρατία, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της αεροπορικώς από το αεροδρόμιο της Douala στις 8.2.2020. Το ταξίδι χρηματοδοτήθηκε από τη σύντροφό της, η οποία επρόκειτο να ταξιδέψει μαζί της, ωστόσο απεβίωσε δύο ημέρες νωρίτερα. Ερωτηθείσα σχετικώς με το θάνατό της, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τα αίτια θανάτου, ωστόσο ο αδερφός της θανούσης την ενημέρωσε ότι επρόκειτο για αυτοκτονία (ερ. 41). 

 

24.          Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, η Αιτήτρια αναφέρθηκε στον ομόφυλο σεξουαλικό της προσανατολισμό και στα προβλήματα που αντιμετώπισε εξαιτίας αυτού ήδη από την εφηβική της ηλικία.

 

25.          Ειδικότερα, ανέφερε ότι, σε ηλικία περίπου δεκατεσσάρων ετών, φίλησε στα χείλη μία φίλη της από το σχολικό της περιβάλλον. Η φίλη της γνωστοποίησε το περιστατικό στη μητέρα της, η οποία μετέβη στην οικία της Αιτήτριας και ενημέρωσε τη μητέρα της. Η τελευταία ζήτησε εξηγήσεις από την Αιτήτρια, η οποία αρνήθηκε το περιστατικό. Όταν επέστρεψε στο σχολείο, έγινε αντικείμενο χλευασμού από τους συμμαθητές της και, για τον λόγο αυτό, διέκοψε τη φοίτησή της, συνεχίζοντας για ορισμένο διάστημα με κατ’ οίκον διδασκαλία. Αργότερα, σε ηλικία περίπου 25 ετών, ξεκίνησε εκπαίδευση ως βοηθός νοσηλευτή στη Loum, όπου γνώρισε τη μετέπειτα σύντροφό της. Αρχικά διατηρούσαν φιλική σχέση, η οποία εξελίχθηκε σε ερωτική όταν η Αιτήτρια της εξέφρασε τα συναισθήματά της και εκείνη ανταποκρίθηκε θετικά. Κατά μία συνεύρεσή τους στην οικία της συντρόφου της, έγιναν αντιληπτές από τον αδελφό της τελευταίας, ο οποίος πήρε τα ρούχα τους, τις κλείδωσε στο δωμάτιο και ειδοποίησε τους γονείς του. Μετά την άφιξή του, ο πατέρας της συντρόφου της τις επέπληξε, χτύπησε την κόρη του και έδιωξε την Αιτήτρια από την οικία, ενώ στη συνέχεια η μητέρα και ο αδελφός της συντρόφου της μετέβησαν στην οικία της Αιτήτριας, ενημέρωσαν τη μητέρα της για το περιστατικό και ζήτησαν να μην έχει πλέον επαφή με την κόρη τους. Παρά την αντίδραση των οικογενειών τους, οι δύο γυναίκες συνέχισαν να συναντώνται κρυφά σε σημείο κοντά στην οικία της Αιτήτριας. Κατά μία από τις συναντήσεις τους, έγιναν αντιληπτές από τη μητέρα της Αιτήτριας, η οποία ειδοποίησε τον πατέρα της συντρόφου της και τον θείο της Αιτήτριας. Ο πατέρας της συντρόφου της απείλησε ότι θα τη βρει και θα τη σκοτώσει, θεωρώντας την υπεύθυνη για τη σχέση της κόρης του με γυναίκα. Ακολούθως, ο θείος της Αιτήτριας, τον οποίο περιέγραψε ως αρχηγό της οικογένειας, τη χτύπησε και συγκάλεσε οικογενειακή συνάντηση, κατά την οποία η Αιτήτρια κατηγορήθηκε ότι αποτελούσε ντροπή και κατάρα για την οικογένεια και ότι η συμπεριφορά της ήταν αντίθετη προς τη χριστιανική τους πίστη. Κατόπιν αυτού, εκδιώχθηκε από την οικογενειακή οικία και κατέφυγε προσωρινά σε εγκαταλελειμμένο σπίτι. Στο μεταξύ, η σύντροφός της εξακολουθούσε να επικοινωνεί κρυφά μαζί της, έχοντας προμηθευτεί νέο τηλέφωνο και κάρτα SIM. Οι δύο γυναίκες αποφάσισαν να εγκαταλείψουν μαζί τη χώρα, ωστόσο, δύο ημέρες πριν από την προγραμματισμένη αναχώρησή τους, η Αιτήτρια πληροφορήθηκε, μέσω του αδελφού της συντρόφου της, ότι εκείνη είχε αποβιώσει και ότι, κατά τα λεγόμενά του, είχε αυτοκτονήσει. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου της. Μετά τον θάνατο της συντρόφου της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι φοβήθηκε για τη ζωή της και αποφάσισε να εγκαταλείψει την περιοχή. Μετέβη στη Douala και ακολούθως ταξίδεψε προς την Κύπρο (ερ. 41-39).

 

26.          Αναφορικά με τον φόβο που διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, δήλωσε ότι φοβάται ότι θα σκοτωθεί, αναφερόμενη τόσο στις απειλές από την οικογένεια της αποθανούσας συντρόφου της όσο και στη γενικότερη μεταχείριση των ομοφυλόφιλων ατόμων στη χώρα (ερ. 39).

 

27.          Στην Αιτήτρια τέθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και τη σχέση της με τη «Μ.». Δήλωσε ότι άρχισε να αντιλαμβάνεται την έλξη της προς τις γυναίκες σε ηλικία περίπου 14-15 ετών, όταν φίλησε μία συμμαθήτριά της και ακολούθως ανέπτυξε συναισθήματα για την καθηγήτρια Γαλλικών της. Μετά το φιλί, η μητέρα της συμμαθήτριάς της ενημέρωσε τη μητέρα της, ενώ η ίδια αρνήθηκε το περιστατικό από φόβο. Ανέφερε, επίσης, ότι οι συμμαθητές της τη χλεύαζαν, με αποτέλεσμα να ολοκληρώσει τη σχολική χρονιά, αλλά να μην επιστρέψει στο σχολείο και να συνεχίσει κατ’ οίκον μαθήματα μέχρι τις εξετάσεις για το Πιστοποιητικό Σπουδών Πρώτου Κύκλου (Brevet d’études du premier cycle – BEPC). Κατά τη συμπληρωματική συνέντευξη επιβεβαίωσε ότι εγκατέλειψε το σχολείο το 2003, σε ηλικία 14 ετών, και άρχισε τη νοσηλευτική το 2014, παραμένοντας κατά το ενδιάμεσο διάστημα στην οικία της χωρίς κάποια δραστηριότητα. Δεν μπορούσε, ωστόσο, να προσδιορίσει τη διάρκεια της κατ’ οίκον διδασκαλίας ή την ηλικία κατά την οποία παρακάθισε στις εξετάσεις. Δήλωσε ότι, από την ηλικία των 14 έως 25 ετών, η έλξη της προς τις γυναίκες ενισχυόταν, παρατηρούσε γυναίκες και παρακολουθούσε λεσβιακές ταινίες, χωρίς όμως να έχει συνάψει σχέση ή να έχει γνωστοποιήσει τα συναισθήματά της σε τρίτους (ερ. 58-54, 34-33).

 

28.          Ως προς τη σχέση της με τη «Μ.», ανέφερε ότι γνωρίστηκαν κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής της ως βοηθού νοσηλευτή, περί το 2016 ή 2017, ενώ σε άλλο σημείο επιβεβαίωσε ότι άρχισε τη νοσηλευτική και γνώρισε τη «Μ.» σε ηλικία 25 ετών, περί το 2014. Δήλωσε ότι, περίπου έξι μήνες μετά τη γνωριμία τους, εξέφρασε τα αισθήματά της στη «Μ.», η οποία ανταποκρίθηκε περισσότερο από έναν μήνα αργότερα, εξηγώντας ότι αρχικά δεν είχε αντιδράσει λόγω φόβου. Ακολούθως φιλήθηκαν και σύναψαν σχέση, η οποία, κατά την Αιτήτρια, διήρκεσε περισσότερο από δύο έτη. Όταν της επισημάνθηκε η χρονική αναντιστοιχία μεταξύ της γνωριμίας τους, της διετούς διάρκειας της σχέσης και της αναχώρησής της τον Φεβρουάριο του 2020, απάντησε ότι δεν κατανοούσε την ερώτηση και επανέλαβε ότι η σχέση διήρκεσε δύο έτη. Περιέγραψε τη «Μ.» ως θηλυκή, λεπτή, με μακριά μαλλιά, γενναιόδωρη, χαρούμενη, ευγενική και στοργική, αναφέροντας ότι αγαπούσε ιδιαίτερα το χαμόγελο και την καλοσύνη της (ερ. 54-53, 39-38, 32).

 

29.          Η σχέση τους διατηρούνταν κρυφή και οι δύο γυναίκες εμφανίζονταν στους τρίτους ως φίλες, ενώ συναντιούνταν στις οικίες τους ή σε απομονωμένα σημεία και δεν είχαν κοινό κύκλο φίλων. Στις 3.5.2019, ο αδελφός της «Μ.» τις εντόπισε γυμνές στο δωμάτιό της, αφαίρεσε τα ρούχα τους, τις κλείδωσε μέσα και ειδοποίησε τους γονείς του. Η «Μ.» τους έδωσε άλλα ρούχα, ενώ δεν επιχείρησαν να φύγουν από το παράθυρο, διότι, κατά την Αιτήτρια, είχαν ήδη αποκαλυφθεί. Ο πατέρας της «Μ.» επέστρεψε σε λιγότερο από μία ώρα, τις επέπληξε, χτύπησε την κόρη του και έδιωξε την Αιτήτρια. Ακολούθως, η μητέρα και ο αδελφός της «Μ.» μετέβησαν στην οικία της Αιτήτριας και μετέφεραν στη μητέρα της ότι ο πατέρας της «Μ.» δεν επιθυμούσε να τη βλέπει κοντά στην κόρη του. Η Αιτήτρια αρχικά αρνήθηκε το περιστατικό, αλλά στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι είχαν εντοπιστεί γυμνές (ερ. 53-51).

 

30.          Παρά ταύτα, συνέχισαν να συναντιούνται κρυφά για δύο ή τρεις μήνες σε εγκαταλελειμμένο σπίτι κοντά στην οικία της Αιτήτριας, το οποίο η ίδια γνώριζε από παιδί. Εκεί τις εντόπισε η μητέρα της Αιτήτριας, η οποία χαρακτήρισε τη σχέση τους αντίθετη προς τη φύση και τη συνέδεσε με μαγεία, ενημερώνοντας τον θείο της Αιτήτριας και την οικογένεια της «Μ.». Ο πατέρας της «Μ.» αποχώρησε μαζί με την κόρη του, ενώ ο θείος της Αιτήτριας την οδήγησε από το αυτί στην οικία, όπου τη χτύπησε ενώπιον της μητέρας της, η οποία τον ενθάρρυνε, και του αδελφού της, ο οποίος παρέμεινε αμέτοχος (ερ. 38-37, 52-51).

 

31.          Την επομένη πραγματοποιήθηκε οικογενειακή συνάντηση στην οικία του θείου της, κατά την οποία οι συγγενείς της χαρακτήρισαν τη σχέση της με γυναίκα αντίθετη προς τα έθιμα, τη θρησκεία και την παράδοση, αποκαλώντας την ίδια «δαίμονα» και «κατάρα» για την οικογένεια. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι, ως Χριστιανή, αποδέχθηκε τότε όσα της έλεγαν και πίστεψε ότι δεν ήταν «φυσιολογική» και ότι θα πήγαινε στην κόλαση. Με απόφαση του θείου της, ως αρχηγού της οικογένειας, εκδιώχθηκε από την οικογενειακή οικία (ερ. 51-50, 37).

 

32.          Ακολούθως, παρέμεινε δύο ημέρες στον δρόμο και κατέφυγε σε εγκαταλελειμμένο σπίτι στη γειτονιά Nylon, περίπου μία ώρα με τα πόδια από την οικία της, επειδή ο πατέρας της «Μ.» είχε απειλήσει ότι θα τη σκότωνε εάν την εντόπιζε. Αρχικά δήλωσε ότι παρέμεινε εκεί δύο μήνες, ενώ, όταν της επισημάνθηκε ότι από τη χρονική ακολουθία των δηλώσεών της προέκυπτε διάστημα περίπου πέντε μηνών, διευκρίνισε ότι παρέμεινε εκεί μέχρι την αναχώρησή της από το Καμερούν. Κατά το διάστημα αυτό, η «Μ.» επικοινωνούσε μαζί της μέσω νέου τηλεφώνου και την επισκεπτόταν περίπου ανά δύο εβδομάδες, μεταφέροντάς της φαγητό και φορτίζοντας το κινητό της. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι περνούσε τις ημέρες της καθισμένη έξω και δεν είχε τη δυνατότητα να πλένεται συχνά (ερ. 51-50, 36).

 

33.          Κατά την Αιτήτρια, ο πατέρας της «Μ.» σχεδίαζε να τη στείλει για περίπου δύο μήνες στο χωριό, ώστε να «καθαριστεί από την κατάρα», ενώ της απαγόρευε να εξέρχεται από την οικία, με εξαίρεση τη μετάβασή της στο σχολείο. Οι δύο γυναίκες συναντήθηκαν τελευταία φορά δύο ημέρες πριν από την προγραμματισμένη αναχώρησή τους. Η Αιτήτρια πληροφορήθηκε τον θάνατο της «Μ.» από τον αδελφό της δύο ημέρες πριν εγκαταλείψει τη χώρα, χωρίς να γνωρίζει εάν πράγματι αυτοκτόνησε, τους λόγους του θανάτου της, πού ενταφιάστηκε ή εάν ενεπλάκη η αστυνομία. Δεν αναζήτησε περισσότερες πληροφορίες, επειδή δεν επικοινωνούσε με καμία από τις δύο οικογένειες (ερ. 50-49, 36-35).

 

34.          Η Αιτήτρια ανέφερε ότι η «Μ.» είχε οργανώσει όλες τις λεπτομέρειες του ταξιδιού, χωρίς η ίδια να γνωρίζει τον τρόπο οργάνωσης ή ποιος επέλεξε την Κύπρο ως προορισμό. Την ημέρα κατά την οποία πληροφορήθηκε τον θάνατο της «Μ.» μετέβη με δημόσιο μεταφορικό μέσο από την περιοχή Cacao Town στη Douala, διαδρομή διάρκειας περίπου μίας ώρας και 45 λεπτών, και παρέμεινε εκεί για μία ημέρα σε μικρό μοτέλ. Δήλωσε ότι κρυβόταν και πρόσεχε να μην τη δουν, καθώς γνώριζε ότι ο πατέρας της «Μ.» είχε μεταφέρει, μέσω της μητέρας της, την απειλή ότι θα τη σκότωνε εάν την έβρισκε (ερ. 50-49).

 

35.          Σε σχέση με τη γνώση τρίτων, δήλωσε ότι πριν από την αποκάλυψη κανείς, πέραν των οικογενειών τους, δεν γνώριζε για τη σχέση, ενώ ακολούθως η είδηση διαδόθηκε στη γειτονιά. Γνώριζε ότι ο πατέρας της «Μ.» ήταν αστυνομικός, επειδή τον έβλεπε να μεταβαίνει στην εργασία του με τη στολή του, χωρίς να γνωρίζει περισσότερες πληροφορίες. Πέραν του χλευασμού στο σχολείο και των περιστατικών που ακολούθησαν την αποκάλυψη της σχέσης της, δεν είχε αντιμετωπίσει άλλο περιστατικό λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, τον οποίο δεν εξέφραζε δημοσίως λόγω φόβου. Επίσης, στο Καμερούν δεν είχε επαφή με άλλα ομοφυλόφιλα άτομα και δεν γνώριζε οργανώσεις ή χώρους δικτύωσης και υποστήριξης ΛΟΑΤΚΙ ατόμων (ερ. 35-32).

 

36.          Ως προς τη ζωή της στην Κύπρο, ανέφερε ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την ύπαρξη κοινοτήτων και δικτύων υποστήριξης ΛΟΑΤΚΙ ατόμων και ότι η ψυχολογική υποστήριξη τη βοήθησε να κατανοήσει και να αποδεχθεί τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Δήλωσε, επίσης, ότι τον Σεπτέμβριο του 2020 γνώρισε, περίπου έναν μήνα πριν από χειρουργική επέμβασή της, γυναίκα κυπριακής καταγωγής, η οποία τη φρόντισε μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο και με την οποία συγκατοίκησε για περισσότερο από ένα έτος. Η σχέση έληξε όταν η σύντροφός της αποχώρησε και διέκοψε την επικοινωνία, μολονότι επέστρεψε αργότερα για σύντομο χρονικό διάστημα. Κατά τον χρόνο της συνέντευξης δεν διατηρούσε σχέση. Ανέφερε ότι στην Κύπρο αισθάνεται περισσότερο ελεύθερη να είναι ο εαυτός της και να μιλά στους δύο φίλους της για τη σεξουαλικότητά της, εξακολουθώντας, ωστόσο, να είναι προσεκτική ως προς τα πρόσωπα που εμπιστεύεται (ερ. 49, 33-31).

 

37.          Τέλος, απέκλεισε το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης στη Douala ή στη Yaoundé, υποστηρίζοντας ότι θα κινδύνευε εάν γινόταν γνωστός ο σεξουαλικός της προσανατολισμός ή εάν συνήπτε σχέση με γυναίκα, καθώς θα μπορούσε να υποστεί εκ νέου βία. Περαιτέρω, θεωρούσε ότι ο πατέρας της «Μ.», ο οποίος ήταν αστυνομικός στη Djombe, κοντά στη Loum και τη Nkongsamba, θα μπορούσε να την εντοπίσει οπουδήποτε, επειδή την θεωρούσε υπεύθυνη για την απώλεια της κόρης του. Όταν της επισημάνθηκε ότι η Loum απέχει περίπου επτά ώρες οδικώς από τη Yaoundé, επανέλαβε ότι, κατά την αντίληψή της, εκείνος είχε χάσει την κόρη του εξαιτίας της (ερ. 49-48, 31).

 

38.          Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) την ταυτότητα, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και το συνήθη τόπο διαμονής της Αιτήτριας, (β) το ότι διατηρούσε σχέση με μια κοπέλα και όταν αποκαλύφθηκε από τις οικογένειες τους η Αιτήτρια εκδιώχθηκε από την οικεία της και η σύντροφός της αυτοκτόνησε πριν η Αιτήτρια εγκαταλείψει τη χώρα και γ) το ότι είναι λεσβία και ενδεχομένως ξυλοκοπηθεί σε περίπτωση επιστροφής της.

 

39.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθόσον κρίθηκε ότι η Αιτήτρια παρείχε ακριβείς και επαρκείς πληροφορίες για την οικογενειακή και προσωπική της κατάσταση και τον τόπο διαμονής της, οι οποίες επιβεβαιώνονταν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

40.          Αντιθέτως, ο δεύτερος και ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκαν. Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο η Αιτήτρια διατηρούσε σχέση με γυναίκα, η αποκάλυψη της οποίας οδήγησε στην εκδίωξή της από την οικογενειακή οικία και, ακολούθως, στον θάνατο της συντρόφου της, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις της ήταν γενικές, αόριστες και συγκεχυμένες και ότι δεν κατόρθωσε να τοποθετήσει με συνεκτικό τρόπο τα γεγονότα στον χρόνο ούτε να εξηγήσει επαρκώς την εξέλιξή τους.

 

41.          Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς και βιωματικές πληροφορίες για τις περιστάσεις γνωριμίας της με τη «Μ.» και την εξέλιξη της σχέσης τους. Επισημάνθηκαν, επίσης, χρονικές ασυνέπειες, καθόσον δήλωσε ότι γνώρισε τη «Μ.» σε ηλικία 25 ετών, τοποθετώντας, ωστόσο, τη γνωριμία τους στο 2016 ή 2017, ενώ, βάσει του έτους γέννησής της, η ηλικία αυτή αντιστοιχούσε στο 2014. Περαιτέρω, οι αναφορές της ότι εξέφρασε τα αισθήματά της έξι μήνες μετά τη γνωριμία τους, περισσότερο από δύο έτη πριν από την αναχώρησή της, και ότι η σχέση τους διήρκεσε δύο έτη κρίθηκαν αόριστες και χρονικά μη συνεκτικές. Γενικές κρίθηκαν και οι δηλώσεις της για την αντίδραση της «Μ.».

 

42.          Ως προς την πρώτη αποκάλυψη της σχέσης τους στις 3.5.2019, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η αφήγηση της Αιτήτριας στερούνταν επαρκών λεπτομερειών και παρουσίαζε ασυνέπειες, ιδίως αναφορικά με την ενδυμασία τους, το χρονικό διάστημα μέχρι την άφιξη του πατέρα της «Μ.» και τα γεγονότα που ακολούθησαν. Γενικές και αόριστες κρίθηκαν και οι δηλώσεις της για την αντίδραση της μητέρας της. Μολονότι παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες για το οικογενειακό συμβούλιο, η αφήγησή της για το διάστημα από την εκδίωξή της μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα κρίθηκε αόριστη και μη συνεκτική. Ειδικότερα, δεν παρείχε βιωματικές πληροφορίες για την καθημερινότητά της στην εγκαταλελειμμένη οικία και υπέπεσε σε χρονικές ασυνέπειες ως προς τη διάρκεια της εκεί παραμονής της.

 

43.          Αναφορικά με τον θάνατο της «Μ.», κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες για τις περιστάσεις του θανάτου ή της φερόμενης αυτοκτονίας της, για την οποία, κατά δήλωσή της, ενημερώθηκε τηλεφωνικά από τον αδελφό της «Μ.». Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της «Μ.» ήταν αστυνομικός, χωρίς να μπορεί να αναπτύξει επαρκώς τον ισχυρισμό αυτό, πέραν της αναφοράς ότι τον έβλεπε να φορά στολή και ότι διέμεναν στην ίδια περιοχή. Επισημάνθηκε, επίσης, έλλειψη συνοχής στον φόβο της ότι εκείνος θα μπορούσε να την εντοπίσει οπουδήποτε, ακόμη και στη Yaoundé, δεδομένου ότι δεν την είχε εντοπίσει ενώ κρυβόταν σε εγκαταλελειμμένη οικία, σε απόσταση περίπου μίας ώρας με τα πόδια από τη γειτονιά της.

 

44.          Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό, ο οποίος αφορούσε τον σεξουαλικό προσανατολισμό της Αιτήτριας και τον φόβο αντιμετώπισης προβλημάτων σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, οι Καθ’ ων η αίτηση εφάρμοσαν, κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, το μοντέλο «Διαφορά, Στίγμα, Ντροπή και Βλάβη» (Difference, Stigma, Shame and Harm – DSSH). Ως προς το στοιχείο της διαφορετικότητας, έκριναν ότι η Αιτήτρια παρείχε γενικές και συγκεχυμένες πληροφορίες για τη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Σημείωσαν ότι, μολονότι ανέφερε ότι ερωτεύτηκε την καθηγήτρια Γαλλικών της σε ηλικία 14-15 ετών, δεν είχε επαφή με πρόσωπο του ίδιου φύλου μέχρι την ηλικία των 25 ετών. Γενικές κρίθηκαν και οι δηλώσεις της για την εγκατάλειψη του σχολείου, ενώ διαπιστώθηκε αντίφαση ως προς την αντίδραση της μητέρας της, την οποία αρχικά παρουσίασε ως συγκαταβατική και, κατά τη συμπληρωματική συνέντευξη, ως έντονη.

 

45.          Μολονότι οι δηλώσεις της για την ενδιάθετη κατάστασή της κατά τη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού της προσανατολισμού και για τις αντιδράσεις της οικογένειάς της κρίθηκαν σαφείς και συνεκτικές, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν έλλειψη λεπτομερειών και γενικότητα ως προς τη σχέση της με τη «Μ.». Επισήμαναν, επίσης, ασυνέπεια ως προς τη διάρκειά της, δεδομένου ότι η Αιτήτρια ανέφερε πως η σχέση άρχισε όταν ήταν 25 ετών και διήρκεσε δύο έτη, ενώ εγκατέλειψε τη χώρα σε ηλικία 30 ετών. Κατά την αξιολόγηση συνεκτιμήθηκε και η απόρριψη του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού.

 

46.          Ως προς τα στοιχεία του στίγματος και της ντροπής, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της για τη στάση της κοινωνίας του Καμερούν απέναντι στις λεσβίες ήταν γενικές. Ως προς το στοιχείο της βλάβης, κρίθηκε ότι δεν εξήγησε επαρκώς τον κίνδυνο που ισχυριζόταν ότι θα αντιμετώπιζε σε περίπτωση επιστροφής, λαμβανομένης υπόψη και της απόρριψης του δεύτερου ισχυρισμού.

 

47.          Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέθεσαν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες οι ομόφυλες σεξουαλικές σχέσεις ποινικοποιούνται στο Καμερούν και δύνανται να τιμωρηθούν με φυλάκιση και χρηματική ποινή, ενώ καταγράφονται αυθαίρετες συλλήψεις, βία, διακρίσεις και κοινωνικός στιγματισμός σε βάρος ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Παρά τη συνάφεια των πληροφοριών αυτών με τις δηλώσεις της Αιτήτριας, κρίθηκε ότι δεν είχε θεμελιωθεί η εσωτερική αξιοπιστία της και, ως εκ τούτου, ο τρίτος ισχυρισμός απορρίφθηκε.

 

48.          Τέλος, βάσει του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού και των διαθέσιμων πληροφοριών για την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν και τις συγκρούσεις στις Νοτιοδυτική και Βορειοδυτική Περιφέρειες, οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγησαν τον κίνδυνο σε συνάρτηση με τη Littoral και, συγκεκριμένα, το χωριό Njombe, το οποίο κρίθηκε ως ο τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας. Λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές της περιστάσεις, την απουσία παραγόντων που να επαυξάνουν τον κίνδυνο και τη δυνατότητά της να εργαστεί, κατέληξαν ότι δεν συνέτρεχαν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής, θα αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

49.          Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας, κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(1)(α) και (β) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023. Περαιτέρω, έκριναν ότι δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας, δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) των ιδίων νόμων, καθόσον στην Littoral, όπου αναμένεται να επιστρέψει η Αιτήτρια, δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκαν την απόρριψη της αίτησής της και την έκδοση απόφασης επιστροφής.

 

50.          Κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία στις 8.2.2024, η Αιτήτρια κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου υπόμνημα, με το οποίο κατά κύριο λόγο επανέλαβε τους ισχυρισμούς της. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στην κατάσταση της υγείας της, δηλώνοντας ότι στην Κύπρο υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αφαιρέθηκαν οκτώ ινομυώματα, ενώ ένα παρέμεινε, και ότι έκτοτε εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, με αποτέλεσμα να επισκέπτεται συχνά το νοσοκομείο. Ανέφερε ακόμη ότι παρουσίασε τριχόπτωση και σημαντική απώλεια βάρους και ότι η σωματική της κατάσταση, σε συνδυασμό με τις τραυματικές εμπειρίες που είχε βιώσει, επηρέασε αρνητικά την ψυχολογική της κατάσταση και τις προσωπικές της σχέσεις. Δήλωσε, τέλος, ότι βρίσκεται υπό την παρακολούθηση ψυχιάτρου και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για χαλάρωση και ύπνο.

 

51.          Με την ένορκη δήλωσή της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η επιβαρυμένη ψυχολογική και σωματική της κατάσταση επηρεάζει τη μνήμη, την έκφραση και την επικοινωνία της, δυσχεραίνοντας ιδίως τη χρονική τοποθέτηση τραυματικών γεγονότων που συνδέονται με την οικογένεια και τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Δήλωσε ότι η ψυχολογική της κατάσταση επιδεινώθηκε μετά την απόρριψη του αιτήματός της, ενώ επικαλέστηκε επίμονα γυναικολογικά προβλήματα, κοιλιακό άλγος και ινομυώματα, για τα οποία υποβλήθηκε σε επέμβαση τον Οκτώβριο του 2020 και εξακολουθεί να παρακολουθείται, αντιμετωπίζοντας το ενδεχόμενο νέας επέμβασης, ακόμη και υστερεκτομής.

 

52.          Κατά τη δικάσιμο της 25.5.2025 κατατέθηκε ως τεκμήριο η Ιατρική Έκθεση της 9.4.2025 της Δρος Μαρίνας Πολυκάρπου, Ψυχιάτρου της Διεύθυνσης Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας (ΟΚΥπΥ). Σύμφωνα με αυτήν, η Αιτήτρια παρακολουθείται από τις 28.12.2023 και διαγνώστηκε με διαταραχή μετατραυματικού στρες, συνοδευόμενη από άγχος, κατάθλιψη και αγοραφοβία. Καταγράφονται, μεταξύ άλλων, κρίσεις άγχους και πανικού, μειωμένη διάθεση και αυτοπεποίθηση, απελπισία, ευερεθιστότητα, θυμός και αναβιώσεις δυσάρεστων γεγονότων. Κατά την αναφορά στα γεγονότα του Καμερούν και στον θάνατο της συντρόφου της παρουσίαζε, λόγω συναισθηματικής φόρτισης, δυσκολίες συγκέντρωσης και ανάκλησης ακριβών ημερομηνιών. Της χορηγήθηκαν Remeron 30 mg και Lorans 1 mg, με καλή ανταπόκριση, και συστήθηκε η συνέχιση της ψυχιατρικής παρακολούθησης και της αγωγής.

 

53.          Ως τεκμήριο 1 της μαρτυρίας κατατέθηκαν τα επαγγελματικά διαπιστευτήρια της κλινικής ψυχολόγου Μέλανης Ζήνωνος και, ως τεκμήριο 2, η ψυχολογική της εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία η Αιτήτρια παρακολουθείται θεραπευτικά από την άνοιξη του 2024 και παρουσιάζει μετατραυματική αγχώδη διαταραχή με έντονα καταθλιπτικά στοιχεία. Καταγράφονται σοβαρό άγχος, κρίσεις άγχους, θλίψη, απελπισία, ενοχή, ευερεθιστότητα, μειωμένη ενέργεια, διαταραχές ύπνου, όρεξης, συγκέντρωσης και μνήμης, κοινωνική απόσυρση και αυτοκαταστροφικές σκέψεις. Τα συμπτώματα εντάθηκαν κατά τη συνέντευξη ασύλου και μετά την απόρριψη του αιτήματός της. Συστήθηκαν ψυχοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή και διαλείμματα κατά τη συνέντευξη ή τη δικαστική διαδικασία, λόγω κινδύνου επανατραυματισμού.

 

54.          Ως τεκμήριο Χ κατατέθηκε δέσμη ιατρικών εγγράφων των ετών 2020-2024, από τα οποία προκύπτουν πολλαπλά ινομυώματα, σημαντική διόγκωση της μήτρας, αυξημένη αιμορραγία, σχετικές νοσηλείες, επανειλημμένες εξετάσεις, φαρμακευτική αγωγή και συνεχής παρακολούθηση. Τα τεκμήρια Χ Β1-2 αφορούν την επέμβαση αφαίρεσης ινομυωμάτων τον Οκτώβριο του 2020, ενώ τα τεκμήρια Χ Δ περιλαμβάνουν στοιχεία για τη δερματολογική παρακολούθηση και αγωγή της.

 

55.          Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, προσκομίστηκαν στις 13.3.2025 έκθεση των Εξωτερικών Ιατρείων Γυναικολογίας-Μαιευτικής του Νοσοκομείου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, ημερομηνίας 5.2.2025, κατάλογος των προβλημάτων υγείας και της αγωγής και φωτογραφίες των φαρμάκων. Από την έκθεση προκύπτει ότι, κατά την επέμβαση της 27.10.2020, αφαιρέθηκαν εννέα ευμεγέθη ινομυώματα, αλλά η επέμβαση διακόπηκε λόγω κινδύνου απώλειας της μήτρας και της γονιμότητας. Το 2023, λόγω κολπικής αιμορραγίας, προτάθηκε περαιτέρω θεραπεία, την οποία αρνήθηκε, ενώ στις 14.1.2025 διαπιστώθηκαν εκ νέου ινομυώματα και συστήθηκε μαγνητική τομογραφία πυέλου.

 

56.          Σύμφωνα με τον σχετικό κατάλογο, η Αιτήτρια αντιμετωπίζει διαταραχή μετατραυματικού άγχους, οξεία αντίδραση στο άγχος και διαταραχές προσαρμογής και λαμβάνει αντικαταθλιπτική και αγχολυτική αγωγή. Παρουσιάζει, επίσης, πολλαπλά ινομυώματα, κοιλιακό άλγος, μηνορραγία και αναιμία, για τα οποία λαμβάνει αναλγητική και άλλη σχετική αγωγή, καθώς και υπέρταση και αλωπεκία. Κατά την ακροαματική διαδικασία της 2.3.2026, η συνήγορός της συνέδεσε τα προβλήματα αυτά με την ευαλωτότητα της Αιτήτριας και τις συνέπειες ενδεχόμενης επιστροφής της, ιδίως ως προς τη συνέχιση της αναγκαίας ιατρικής και φαρμακευτικής παρακολούθησης. Ζήτησε, επίσης, τη διόρθωση της χρονολογίας της ψυχολογικής εκτίμησης από το 2024 στο 2020.

 

57.          Κατόπιν περαιτέρω οδηγιών του Δικαστηρίου, προσκομίστηκε επικαιροποιημένος κατάλογος, σύμφωνα με τον οποίο η Αιτήτρια λαμβάνει Remeron, Lorans και Clomentin για την κατάθλιψη, το άγχος, τις κρίσεις πανικού και τον ύπνο, Dienogest Besins 2 mg για την ενδομητρίωση και τη μείωση της αιμορραγίας και Orizal Plus 12,5 mg για την υπέρταση. Η συνήγορός της παρέπεμψε, επίσης, στις εξετάσεις των ετών 2023-2024, οι οποίες καταγράφουν πολλαπλά ινομυώματα και διόγκωση της μήτρας, καθώς και σε αιματολογικές εξετάσεις και έγγραφο του Ιουνίου του 2024 σχετικά με αναιμία και μετάγγιση αίματος.

 

58.          Ως προς τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας, η συνήγορος υποστήριξε ότι η Αιτήτρια αντιλήφθηκε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό κατά την εφηβεία και, εξαιτίας αυτού, υπέστη χλευασμό και περιθωριοποίηση στο σχολείο. Διατηρούσε από το 2017 κρυφή σχέση με τη «Μ.» για περίπου δύο έτη, μέχρι την αποκάλυψή της από τον αδελφό της τελευταίας. Ακολούθησαν οικογενειακό συμβούλιο, απόρριψη, βίαιη συμπεριφορά και εκδίωξή της από την οικογενειακή οικία. Οι δύο γυναίκες συνέχισαν να συναντιούνται κρυφά και σχεδίαζαν να εγκαταλείψουν τη χώρα, πλην όμως, λίγο πριν από την αναχώρηση, η «Μ.» απεβίωσε ή πιθανόν αυτοκτόνησε. Διευκρινίστηκε ότι δεν προβάλλεται άλλο συγκεκριμένο περιστατικό κρατικής δίωξης, αλλά ότι ο πατέρας της «Μ.» ήταν αστυνομικός.

 

59.          Κατά την ακροαματική διαδικασία της 8.5.2026, η κλινική ψυχολόγος Μέλανη Ζήνωνος κλήθηκε ως μάρτυρας όπου ανέφερε ότι παρακολουθεί την Αιτήτρια από το 2020 και ότι από την αρχική αξιολόγηση διαπίστωσε μετατραυματική συμπτωματολογία και σημαντικές δυσκολίες προσαρμογής. Συνέδεσε την κατάστασή της με σωρευτικά τραυματικά γεγονότα, περιλαμβανομένων της εγκατάλειψης από τον πατέρα της, του θανάτου της γιαγιάς της, των δυσκολιών της πολυμελούς οικογένειάς της, της αναγνώρισης της σεξουαλικής της ταυτότητας, της αντίδρασης των οικογενειών στη σχέση της και του φερόμενου αυτοκτονικού θανάτου της «Μ.».

 

60.          Η ψυχολόγος εξήγησε ότι η Αιτήτρια βρισκόταν επί μακρόν σε κατάσταση επιβίωσης και συνεχούς εγρήγορσης και ότι, όταν οι συνθήκες σταθεροποιήθηκαν, εκδηλώθηκαν εντονότερα μετατραυματικά, αγχώδη και καταθλιπτικά συμπτώματα και κρίσεις πανικού, οι οποίες κατέστησαν αναγκαία τη φαρμακευτική αγωγή. Παρά τη σχετική σταθεροποίησή της, παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη και επηρεάζεται ακόμη και από μικρούς στρεσογόνους παράγοντες, ενώ οι κρίσεις πανικού επηρεάζουν και την εργασία της. Ως προς τα ινομυώματα, ανέφερε ότι η ορμονική αγωγή με dienogest βελτίωσε τον πόνο και περιόρισε την εξέλιξή τους, ενώ είχε συζητηθεί το ενδεχόμενο νέας επέμβασης, στο οποίο η Αιτήτρια αντιδρούσε.

 

61.          Κατόπιν ερωτήσεων που τις υπέβαλε το Δικαστήριο, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Njombe και δεν επικοινωνεί πλέον με μέλη της οικογένειάς της ή άλλα πρόσωπα στο Καμερούν. Ανέφερε ότι η ομοφυλοφιλία τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε έτη και χρηματική ποινή και ότι από νεαρή ηλικία αισθανόταν έλξη προς τις γυναίκες, την οποία συνειδητοποίησε εντονότερα κατά την εφηβεία. Δήλωσε ότι, λόγω των κοινωνικών και θρησκευτικών αντιλήψεων και της έλλειψης υποστήριξης, δυσκολευόταν να αποδεχθεί τη σεξουαλική της ταυτότητα.

 

62.          Με την ένορκη δήλωσή της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η επιβαρυμένη ψυχολογική και σωματική της κατάσταση επηρεάζει τη μνήμη, την έκφραση και την επικοινωνία της, δυσχεραίνοντας ιδίως τη χρονική τοποθέτηση τραυματικών γεγονότων που συνδέονται με την οικογένεια και τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Υποστήριξε ότι η ψυχολογική της κατάσταση επιδεινώθηκε μετά την απόρριψη του αιτήματός της. Επικαλέστηκε, επίσης, γυναικολογικά προβλήματα, κοιλιακό άλγος, πολλαπλά ινομυώματα, χειρουργική επέμβαση τον Οκτώβριο του 2020 και ενδεχόμενο νέας επέμβασης, ακόμη και υστερεκτομής, για τα οποία εξακολουθεί να παρακολουθείται.

 

63.          Ως προς τη ζωή της στην Κύπρο, η Αιτήτρια ανέφερε δύο σχέσεις με γυναίκες: μία με την Ηλέκτρα, την οποία γνώρισε μέσω δραστηριοτήτων της Caritas και με την οποία η σχέση έληξε λόγω απόστασης, και μία με την Αρετή, διάρκειας περίπου ενάμιση έτους, με την οποία διατηρεί φιλική σχέση. Η οικογένεια της Αρετής δεν γνώριζε τη φύση της σχέσης τους.

 

64.          Στις 6.7.2026 προσκομίστηκε έγγραφο του Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας (ΟΚΥπΥ), σύμφωνα με το οποίο η Αιτήτρια λαμβάνει Remeron 30 mg, Lorans 1 mg και Deanxit. Προσκομίστηκε, επίσης, συμπληρωματική έκθεση της κλινικής ψυχολόγου ημερομηνίας 19.6.2026, σύμφωνα με την οποία, κατά την αναφορά σε τραυματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια παρουσίασε εικόνα ισχυρά συμβατή με αποσυνδετικό επεισόδιο και κρίση πανικού, με δυσκολίες συγκέντρωσης, επεξεργασίας και ανάκλησης πληροφοριών, λεκτικής έκφρασης και παρακολούθησης της διαδικασίας.

 

65.          Στην έκθεση διευκρινίζεται ότι η αποσύνδεση αποτελεί αυτόματη και όχι συνειδητή αντίδραση και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως έλλειψη συνεργασίας ή πρόθεση αποφυγής απάντησης. Αναφέρεται, επίσης, ότι η κατάστασή της επιδεινώθηκε μέχρι την επόμενη δικάσιμο, παρά τη ρύθμιση της φαρμακευτικής αγωγής. Κατά την ψυχολόγο, οι δυσκολίες ακριβούς χρονικής οργάνωσης και διαδοχής των τραυματικών αναμνήσεων αποτελούν χαρακτηριστικό της τραυματικής μνήμης και δεν συνιστούν, αφ’ εαυτών, ένδειξη αναξιοπιστίας ή αναλήθειας. Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι η έκθεση περιορίζεται στην κλινική αξιολόγηση της ψυχολογικής κατάστασης και των επιπτώσεών της και δεν αξιολογεί την ιστορική ακρίβεια των γεγονότων ούτε αποδίδει νομικές ευθύνες.

 

66.          Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, γίνεται δεκτό το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας[1], με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας διακρίνονται ως εξής: α) Η ταυτότητα, η καταγωγή, το προσωπικό και οικογενειακό προφίλ, ο τόπος συνήθους διαμονής και η κατάσταση της υγείας της, β) Ο σεξουαλικός προσανατολισμός της ως λεσβίας γυναίκας και γ) Η σχέση της με τη «Μ.», η αποκάλυψη της σχέσης, η συνακόλουθη οικογενειακή κακομεταχείριση και εκδίωξή της, καθώς και ο μεταγενέστερος θάνατος της «Μ.».

 

67.          Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, διαπιστώνεται η Αιτήτρια παρείχε επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες για την ταυτότητα, την υπηκοότητα, την καταγωγή, την οικογενειακή κατάσταση και τον τόπο συνήθους διαμονής της. Οι δηλώσεις της ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Njombe της Περιφέρειας Littoral και διέμενε εκεί με τη μητέρα και τα αδέλφια της είναι συμβατές με τις εξωτερικές πληροφορίες και δεν προέκυψε ουσιώδες στοιχείο που να τις θέτει υπό αμφισβήτηση.

 

68.          Στο προσωπικό της προφίλ εντάσσεται και η κατάσταση της υγείας της. Από τα ιατρικά και ψυχολογικά στοιχεία προκύπτει ότι παρουσιάζει διαταραχή μετατραυματικού στρες, αγχώδη και καταθλιπτική συμπτωματολογία, κρίσεις πανικού και αποσυνδετικά επεισόδια, λαμβάνει ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείται από ψυχίατρο και κλινική ψυχολόγο. Περαιτέρω, αντιμετωπίζει πολλαπλά ινομυώματα, ενδομητρίωση, αιμορραγία, αναιμία και υπέρταση, έχει υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και εξακολουθεί να λαμβάνει θεραπεία και να παρακολουθείται ιατρικά.

 

69.          Οι σχετικές εκθέσεις προέρχονται, μεταξύ άλλων, από υπηρεσίες του Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας και από κλινική ψυχολόγο η οποία προσκόμισε τα επαγγελματικά της διαπιστευτήρια. Τους αποδίδεται, συνεπώς, αυξημένη αποδεικτική βαρύτητα ως προς τις διαγνώσεις, τη συμπτωματολογία και την επίδρασή της στη συγκέντρωση, στη λεκτική έκφραση και στην ανάκληση και χρονική οργάνωση τραυματικών αναμνήσεων. Δεν αποδεικνύουν, ωστόσο, αφ’ εαυτών, την ιστορική ακρίβεια των εξιστορούμενων περιστατικών, όπως ρητώς διευκρινίζεται και στη συμπληρωματική ψυχολογική έκθεση. Υπό το φως των ανωτέρω ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός.

 

70.          Ακολούθως, αξιολογώντας αυτοτελώς τον ισχυρισμό περί του σεξουαλικού προσανατολισμού της Αιτήτριας, ως δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, αναφορικά με τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό του προσανατολισμό, και σχετικά με το μοντέλο ανάλυσης που χρησιμοποιήσαν οι Καθ' ων η αίτηση [Difference, Stigma, Shame and Harm (DSSH) model], σημειώνεται ο σκεπτικισμός γύρω από τη χρήση του, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν στερεότυπα και να καταλήξει η αξιολόγηση αξιοπιστίας του Αιτητή σε ένα κατάλογο τυποποιημένων στοιχείων που ένας αιτών θα πρέπει ή όχι να πληροί, εις βάρος της εξατομικευμένης εξέτασης.[2] Χωρίς το εν λόγω μοντέλο να αποκλείεται ως καθοδηγητική μέθοδος για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Αιτητή, εν προκειμένω, το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τον εν λόγω ισχυρισμό στη βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά στο εν λόγω μοντέλο για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Προς τούτο επισημαίνονται τα κάτωθι. Αρχικώς, παρατηρείται πως κατά την συνέντευξή του, η Αιτήτρια υπεβλήθη σε πλήθος ερωτήσεων ανοικτού τύπου, αλλά και σε μεγάλο αριθμό διευκρινιστικών και κλειστού τύπου ερωτήσεων, ώστε να μπορέσει η ίδια να αναπτύξει με επαρκή λεπτομέρεια, τόσο τις εμπειρίες και τα βιώματά της, όσο και τις σκέψεις και τα συναισθήματά της και να αποσαφηνίσει τους ισχυρισμούς της περαιτέρω. Επίσης, ορθώς δεν τέθηκαν ερωτήσεις παρεμβατικές στην ιδιωτική ζωή της Αιτήτριας (βλ. σχετικά την απόφαση του ΔΕΕ της 2ας Δεκεμβρίου 2014, C-148/13 έως C-150/13, A, B, C, A B and C, ECLI:EU:C:2014:2406). Επισημαίνεται εξάλλου πως δεν αναμένεται από όλα τα ΛΟΑΤΚI+ άτομα να βιώσουν με τον ίδιο τρόπο την σεξουαλικότητά τους, η αντίδραση απέναντι στην διαφορετικότητα εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως τα προσωπικά βιώματα, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση και το πολιτισμικό πλαίσιο της χώρας διαμονής. Τα συναισθήματα που αναπτύσσονται κατά την διαδικασία της συνειδητοποίησης της σεξουαλικότητας είναι υποκειμενικά και προσωπικά. Μπορεί να υπάρχουν κάποια κοινά συναισθήματα και εμπειρίες (π.χ. απόρριψης, ντροπής) μεταξύ των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αποδυναμώνεται η αξιοπιστία ενός ισχυρισμού περί σεξουαλικού προσανατολισμού όταν ένα άτομο έτυχε θετικών εμπειριών ή ευτυχία σχετικά με τη σεξουαλικότητά του στην χώρα καταγωγής του.[3]

71.          Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι ο βασικός πυρήνας των δηλώσεών της παρέμεινε σταθερός κατά τη διοικητική και τη δικαστική διαδικασία. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι αισθανόταν έλξη προς τις γυναίκες από νεαρή ηλικία και ότι κατά την εφηβεία άρχισε να αντιλαμβάνεται εντονότερα τη διαφορετικότητά της.

 

72.          Οι δηλώσεις της για την ενδιάθετη κατάστασή της ήταν επαρκώς προσωπικές και βιωματικές. Ανέφερε ότι είχε πολλά ερωτήματα, αισθανόταν διαφορετική, δεν καταλάβαινε γιατί της άρεσαν οι γυναίκες και δεν είχε πρόσωπο εμπιστοσύνης με το οποίο να συζητήσει. Περαιτέρω, λόγω των κοινωνικών και θρησκευτικών αντιλήψεων του περιβάλλοντός της και των αντιδράσεων της οικογένειάς της, πίστεψε ότι δεν ήταν «φυσιολογική» και ότι θα πήγαινε στην κόλαση. Οι αναφορές αυτές παρουσιάζουν εσωτερική συνοχή και συνάδουν με το κοινωνικό και θρησκευτικό πλαίσιο στο οποίο δήλωσε ότι μεγάλωσε.

 

73.          Η Αιτήτρια αναφέρθηκε, επίσης, στη σχέση της με τη «Μ.» στο Καμερούν και, κατά τη δικαστική διαδικασία, σε δύο μεταγενέστερες σχέσεις με γυναίκες στην Κύπρο. Ως προς τις τελευταίες, παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες για τον τρόπο γνωριμίας, τη διάρκειά τους, τους λόγους τερματισμού τους και τη μεταγενέστερη επικοινωνία τους. Οι δηλώσεις αυτές ενισχύουν τη συνοχή του αυτοπροσδιορισμού της.

 

74.          Οι αποκλίσεις ως προς την ακριβή ηλικία κατά την οποία συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, τη διάρκεια της κατ’ οίκον εκπαίδευσης και την αντίδραση της μητέρας της στην εγκατάλειψη του σχολείου αφορούν περιφερειακά στοιχεία. Δεν αναιρούν τον σταθερό πυρήνα των δηλώσεών της. Ομοίως, το γεγονός ότι δεν σύναψε σχέση με γυναίκα μεταξύ των ηλικιών 14 και 25 ετών ούτε είχε επαφή με οργανώσεις ή άλλα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στο Καμερούν δεν αποτελεί εύλογο δείκτη αναξιοπιστίας, λαμβανομένου υπόψη του περιβάλλοντος φόβου, ποινικοποίησης και κοινωνικής αποδοκιμασίας που η ίδια περιέγραψε.

 

75.          Κατά την αξιολόγηση πρέπει να συνεκτιμηθεί και η τεκμηριωμένη ανωτέρω μετατραυματική συμπτωματολογία. Η ψυχιατρική και ψυχολογική μαρτυρία δεν αποδεικνύει τον σεξουαλικό προσανατολισμό της Αιτήτριας ούτε την ιστορική ακρίβεια των περιστατικών. Παρέχει, όμως, εύλογη εξήγηση για τη δυσκολία συγκέντρωσης, χρονικής οργάνωσης και ανάκλησης τραυματικών αναμνήσεων και, συνεπώς, επηρεάζει τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στις επιμέρους χρονικές αποκλίσεις.

 

76.          Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, κατά τη δικαστική διαδικασία, η Αιτήτρια παρουσίασε εικόνα την οποία η κλινική ψυχολόγος έκρινε ισχυρά συμβατή με αποσυνδετικό επεισόδιο και κρίση πανικού. Κατά την ειδικό, η αποσύνδεση αποτελεί αυτόματη και όχι συνειδητή αντίδραση και δύναται να επηρεάσει τη συγκέντρωση, την επεξεργασία πληροφοριών, τη λεκτική έκφραση και την ανάκληση της μνήμης. Η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί, επομένως, να εκληφθεί άνευ ετέρου ως άρνηση συνεργασίας ή πρόθεση αποφυγής απάντησης. Εξετάζοντας συνολικά και όχι αποσπασματικά τις δηλώσεις, τη συμπεριφορά και τη λοιπή μαρτυρία, κρίνεται ότι η Αιτήτρια κατέστησε ευλόγως πιθανό ότι είναι λεσβία γυναίκα.

 

77.          Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία που να την αφορά προσωπικά. Εντούτοις, οι εξωτερικές πηγές που παρατίθενται στη συνέχεια επιβεβαιώνουν το κοινωνικό και νομοθετικό πλαίσιο μεταχείρισης των ομοφυλόφιλων προσώπων στη χώρα καταγωγής της, το οποίο συνάδει με τις δηλώσεις της.

 

78.          Ειδικότερα, σύμφωνα με COI Query της EUAA, το οποίο δημοσιεύθηκε το 2021, οι συναινετικές σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου ποινικοποιούνται στο Καμερούν, ενώ κατά την περίοδο 2018-2021 καταγράφηκαν πολλαπλές συλλήψεις ατόμων βάσει της σχετικής νομοθεσίας, καθώς και περιστατικά σωματικής βίας σε βάρος τους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πηγές που παρατίθενται στην εν λόγω αναφορά, το Καμερούν χαρακτηρίζεται ως «μία από τις πλέον ομοφοβικές χώρες στον κόσμο», ενώ τα ομοφυλόφιλα άτομα συχνά θεωρούνται «μάγισσες» ή ότι τα «έχουν καταραστεί» και αναφέρουν επίσης ότι ορισμένα μέλη των οικογενειών τους προβαίνουν σε πράξεις βασανιστηρίων, βιασμού και ανθρωποκτονίας σε βάρος τους.[4] Επιπροσθέτως, σύμφωνα με πληροφορίες που παρατίθενται σε απάντηση σε ερώτημα του Immigration and Refugee Board of Canada, η οποία δημοσιεύθηκε το 2020, περιστατικά κακομεταχείρισης εις βάρος ατόμων που ανήκουν σε σεξουαλικές μειονότητες αναφέρονται σε καθημερινή βάση, ενώ καταγράφεται και υψηλή συχνότητα περιστατικών σωματικής βίας εις βάρος των εν λόγω ατόμων.[5] Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός.

 

79.          Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της περί της σχέσης της με τη «Μ.» και τη φερόμενη οικογενειακή κακομεταχείριση, επισημαίνεται ότι η Αιτήτρια παρέμεινε σταθερή στον βασικό πυρήνα ότι γνώρισε τη «Μ.» κατά την περίοδο φοίτησής της στη σχολή νοσηλευτικής, ότι η φιλία τους εξελίχθηκε σε κρυφή ερωτική σχέση και ότι η σχέση αποκαλύφθηκε στις οικογένειές τους. Παρείχε, επίσης, πληροφορίες για την προσωπικότητα της «Μ.», την ανάπτυξη της σχέσης, τον τρόπο με τον οποίο συναντιούνταν και την ανάγκη απόκρυψής της.

 

80.          Η Αιτήτρια περιέγραψε δύο περιστατικά αποκάλυψης της σχέσης. Το πρώτο συνέβη, κατά δήλωσή της, όταν ο αδελφός της «Μ.» τις εντόπισε στο δωμάτιό της και ειδοποίησε τους γονείς τους. Το δεύτερο όταν η μητέρα της Αιτήτριας τις εντόπισε σε εγκαταλελειμμένη οικία όπου συναντιούνταν κρυφά. Ακολούθως, ο θείος της φέρεται να τη χτύπησε και συγκλήθηκε οικογενειακό συμβούλιο.

 

81.          Ιδίως η αφήγηση για το οικογενειακό συμβούλιο υπήρξε συγκεκριμένη και βιωματική. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι χαρακτηρίστηκε «δαίμονας» και «κατάρα», ότι η σχέση της αποδόθηκε σε μαγεία και θεωρήθηκε αντίθετη προς τη θρησκεία και την παράδοση και ότι, με απόφαση του θείου της ως αρχηγού της οικογένειας, εκδιώχθηκε από την οικία της. Οι δηλώσεις αυτές παρέμειναν κατ’ ουσίαν σταθερές και είναι συμβατές με τις εξωτερικές πληροφορίες για τον κοινωνικό στιγματισμό, την οικογενειακή απόρριψη και την απόδοση της ομοφυλοφιλίας σε μαγεία στο Καμερούν.

 

82.          Εντοπίζονται, ωστόσο, ασυνέπειες ως προς την ακριβή χρονολογία γνωριμίας, τη διάρκεια της σχέσης, το εάν οι δύο γυναίκες ντύθηκαν πριν ή μετά την άφιξη του πατέρα της «Μ.» και τη διάρκεια παραμονής της Αιτήτριας στην εγκαταλελειμμένη οικία. Οι ασυνέπειες αυτές δεν είναι αμελητέες. Εντούτοις, αφορούν κυρίως τη χρονική τοποθέτηση και επιμέρους λεπτομέρειες και όχι τον σταθερό πυρήνα της σχέσης, της αποκάλυψής της και της οικογενειακής αντίδρασης. Η βαρύτητά τους περιορίζεται περαιτέρω από την τεκμηριωμένη δυσκολία της Αιτήτριας να οργανώνει χρονικά τραυματικές αναμνήσεις.

 

83.          Αντιθέτως, δεν τεκμηριώθηκαν επαρκώς οι ακριβείς περιστάσεις του θανάτου της «Μ.». Η Αιτήτρια δεν ήταν παρούσα, αλλά ενημερώθηκε τηλεφωνικά από τον αδελφό της. Δεν γνωρίζει εάν επρόκειτο πράγματι για αυτοκτονία, πού ενταφιάστηκε η «Μ.» ή εάν διεξήχθη οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα. Μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτό ότι πληροφορήθηκε τον θάνατό της, όχι όμως ότι η «Μ.» αυτοκτόνησε ούτε ότι ο θάνατός της συνδεόταν αιτιωδώς με τη σχέση τους.

 

84.          Ομοίως, η αστυνομική ιδιότητα του πατέρα της «Μ.» στηρίζεται στη δήλωση της Αιτήτριας ότι τον έβλεπε με στολή. Ακόμη και εάν γίνει αποδεκτή η ιδιότητά του, δεν προέκυψαν συγκεκριμένα περιστατικά μεταγενέστερης αναζήτησης της Αιτήτριας ούτε επαρκή στοιχεία ότι εξακολουθεί να έχει την πρόθεση και τη δυνατότητα να την εντοπίσει σε ολόκληρη τη χώρα. Ο ισχυρισμός περί συνεχιζόμενης αναζήτησής της παραμένει, συνεπώς, προσωπική της εικασία.

 

85.          Κατά συνέπεια, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός ως προς την ύπαρξη της σχέσης με τη «Μ.», την αποκάλυψή της, τη βίαιη οικογενειακή αντίδραση και την εκδίωξη της Αιτήτριας. Δεν γίνεται αποδεκτός ως προς τη φερόμενη αυτοκτονία της «Μ.», την αιτιώδη σύνδεση του θανάτου της με τη σχέση και τον συνεχιζόμενο εξατομικευμένο κίνδυνο από τον πατέρα της. Επομένως, μετά την αποδοχή του σεξουαλικού προσανατολισμού της Αιτήτριας, η αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου πρέπει να διενεργηθεί πρωτίστως βάσει του προφίλ της ως λεσβίας γυναίκας και όχι αποκλειστικά βάσει του μη αποδεκτού ισχυρισμού περί συνεχιζόμενης αναζήτησής της από τον πατέρα της «Μ.».

 

86.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει η Αιτήτρια βάσει των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών της, κρίσιμη είναι καταρχάς η αποδεκτή παράμετρος του προφίλ της ως ομοφυλόφιλης γυναίκας καταγόμενης από το Καμερούν. Προς αξιολόγηση της μεταχείρισης που δύναται να λάβει η Αιτήτρια λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού στη χώρα καταγωγής παρατίθενται οι κάτωθι πηγές πληροφόρησης, πέραν των όσων εκτίθενται ανωτέρω.

 

87.          Αναφορικά με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, σύμφωνα με έκθεση του USDOS, δημοσιευθείσα τον Μάρτιο του 2023, αναφέρεται ότι «η συναινετική σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ ενηλίκων του ίδιου φύλου απαγορεύεται και τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών έως πέντε ετών και με επιβολή χρηματικού προστίμου». Στην ίδια έκθεση αναφέρεται επίσης ότι το Σύνταγμα του Καμερούν προβλέπει ίσα δικαιώματα για όλους τους πολίτες, πλην όμως η νομοθεσία δεν απαγορεύει ρητά τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή έκφρασης φύλου ή χαρακτηριστικών φύλου, ενώ δεν αναγνωρίζει ειδικότερα τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα ως νόμιμα ζευγάρια ούτε τις οικογένειές τους.[6]

 

88.           Σε COI Query της EUAA, η οποία δημοσιεύθηκε το 2024, γίνεται αναφορά στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα του Καμερούν, οι οποίες ποινικοποιούν τις συναινετικές σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι «κάθε άτομο που έχει σεξουαλική επαφή με άτομο του ιδίου φύλου τιμωρείται με φυλάκιση από έξι (6) μήνες έως πέντε (5) έτη και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) φράγκα CFA».[7]

 

89.          Αναφορικά με την πρακτική εφαρμογή του προαναφερθέντος νομοθετικού πλαισίου, και σύμφωνα με έκθεση του USDOS, η οποία δημοσιεύθηκε το 2024, οι αρχές προέβαιναν στην εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, με την αστυνομία να συλλαμβάνει ή να κρατεί συχνά ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αποκλειστικά λόγω του πραγματικού ή του αποδιδόμενου σε αυτά σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας φύλου ή/και της έκφρασης φύλου τους. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι μεταξύ των συλληφθέντων ή κρατουμένων περιλαμβάνονταν και άτομα τα οποία είχαν απευθυνθεί στην αστυνομία αναζητώντας προστασία, αφού είχαν καταστεί θύματα βίαιων εγκλημάτων.[8] Στην ίδια έκθεση αναφέρεται επίσης ότι οργανώσεις προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων συνέχισαν να καταγράφουν περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων.[9]

 

90.          Επιπροσθέτως, σύμφωνα με έκθεση του Human Rights Watch για το Καμερούν, δημοσιευθείσα τον Ιανουάριο του 2023, αναφέρεται ότι «από τον Μάρτιο έως τον Μάιο, οι δυνάμεις ασφαλείας συνέλαβαν αυθαίρετα τουλάχιστον έξι άτομα και κράτησαν άλλα έντεκα για υποτιθέμενη συναινετική ομοφυλοφιλική συμπεριφορά και μη συμμόρφωση προς τους έμφυλους κοινωνικούς κανόνες. Τον Απρίλιο, ομάδα περίπου οκτώ ανδρών, οπλισμένων με μαχαίρια, ματσέτες και ξύλινες σανίδες, επιτέθηκε σε ομάδα τουλάχιστον δέκα ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Χωροφύλακες συνέλαβαν και ξυλοκόπησαν τουλάχιστον δύο από τα θύματα. Επιπλέον, καταγράφηκε αύξηση της βίας και της κακοποίησης κατά των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στο Καμερούν κατά το 2022».[10]

 

91.          Περαιτέρω, η νομοθεσία περί εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο προβλέπει ποινή φυλάκισης έως δύο (2) ετών για πρόσωπα που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο με σκοπό την αναζήτηση ομόφυλων σεξουαλικών σχέσεων. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι οι διώξεις συχνά ασκούνται χωρίς να υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία περί τέλεσης ομόφυλων σεξουαλικών πράξεων, αλλά στηρίζονται αποκλειστικά στην υποψία ότι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα είναι ομοφυλόφιλα.[11] 

92.          Αναφορικά με τη μεταχείριση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων από τις κρατικές αρχές, επισημαίνεται ότι οι δυνάμεις ασφαλείας, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρενόχλησαν, έθεσαν υπό κράτηση και επιτέθηκαν σε άτομα λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου τους. Επισημαίνεται επίσης ότι η νομοθεσία δεν ρυθμίζει ρητώς τις εν λόγω πρακτικές.[12] Όπως καταγράφεται από το Human Rights Watch, σε δημοσίευμα του 2023, κυβερνητικοί και πολιτικοί αξιωματούχοι χαρακτήριζαν τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ως «αντίθετα προς τη φύση», «ανωμαλία», «πολίτες-βαμπίρ», «καταστροφικά για την οικογένεια», «καταστροφικά για το κράτος» ή ως άτομα που επιδίδονται σε «σατανικές και δαιμονικές πρακτικές».[13]

 

93.          Αναφορικά με τη μεταχείριση των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων από την κοινωνία, έκθεση του BTI, η οποία δημοσιεύθηκε το 2026 και παραπέμπει σε άλλη πηγή πληροφόρησης, καταγράφει ότι τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα υφίστανται ξυλοδαρμούς και άλλες μορφές σωματικής κακοποίησης από ιδιώτες, ενώ η κυβέρνηση λαμβάνει ελάχιστα ή και καθόλου μέτρα για την προστασία τους ή για τη δίωξη των δραστών.[14] Σε έκθεση του USDOS, η οποία δημοσιεύθηκε το 2024, αναφέρεται ότι τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αντιμετώπιζαν έντονο κοινωνικό στιγματισμό και βία από τις οικογένειές τους και τις κοινότητές τους. Επισημαίνεται, επίσης, ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που παρατίθενται στην ίδια έκθεση, κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 2023 καταγράφηκαν 129 περιστατικά βίας και παρενόχλησης από μη κρατικούς δρώντες, συμπεριλαμβανομένης της παρακράτησης μισθών, της ψυχολογικής κακοποίησης, της απόρριψης από την οικογένεια και της σωματικής βίας, όπως ξυλοδαρμοί, επιθέσεις και βιασμοί. Σε μία περίπτωση, αναφέρθηκε ότι η οικογένεια ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμου το παρότρυνε να αυτοκτονήσει. Επιπλέον, σύμφωνα με την ίδια πηγή, σε βίντεο που περιήλθε στην κατοχή ακτιβιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσω μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μέλος της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας εμφανιζόταν να έχει καταφύγει, εμφανώς τρομοκρατημένο, στη γωνία ενός μικρού δωματίου, ενώ άγνωστα άτομα, εκτός του οπτικού πεδίου της κάμερας, εκσφενδόνιζαν εναντίον του τσιμεντόλιθους.[15]

 

94.          Σύμφωνα με COI Query της EUAA, το οποίο δημοσιεύθηκε το 2024, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αναγκάζονταν να ζουν τη σεξουαλική τους ταυτότητα ή/και την ταυτότητα φύλου τους κρυφά ή να την αποκρύπτουν. Επιπλέον, αναφέρεται ότι οι οικογένειές τους ασκούσαν πιέσεις προκειμένου να αλλάξουν τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό ή/και την ταυτότητα φύλου τους. Ειδικότερα, όσον αφορά τις γκέι γυναίκες, ορισμένες οικογένειες φέρονται να οργάνωναν «διορθωτικούς βιασμούς» ή να τις εξανάγκαζαν σε γάμους χωρίς τη συναίνεσή τους.[16]

 

95.          Αναφορικά με τη διαθεσιμότητα κρατικής προστασίας, COI Query της EUAA, το οποίο δημοσιεύθηκε το 2024 και παραπέμπει σε διάφορες πηγές πληροφόρησης, καταγράφει ότι δεν υφίσταται αποτελεσματική κρατική προστασία για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στο Καμερούν. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι οι αρχές δεν ανταποκρίνονται αποτελεσματικά σε περιστατικά βίας που διαπράττονται τόσο από κρατικούς αξιωματούχους όσο και από ιδιώτες σε βάρος ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, καθώς δεν διεξάγονται άμεσες, αποτελεσματικές και αμερόληπτες έρευνες επί καταγγελιών που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου, την έκφραση φύλου ή τα χαρακτηριστικά φύλου των θυμάτων, συμπεριλαμβανομένων καταγγελιών για βασανιστήρια, κακομεταχείριση και «διορθωτικό βιασμό».[17]

 

96.          Στη βάση των ανωτέρω πηγών καθώς και των πηγών που παρατέθηκαν κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού προκύπτει ότι τα ομοφυλόφιλα πρόσωπα στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα ιδιαίτερα δυσμενές νομικό και κοινωνικό περιβάλλον. Ειδικότερα, οι συναινετικές σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου ποινικοποιούνται, ενώ καταγράφονται συλλήψεις και διώξεις βάσει της σχετικής νομοθεσίας, καθώς και περιστατικά σωματικής και σεξουαλικής βίας, κακομεταχείρισης, στιγματισμού και κοινωνικού αποκλεισμού εις βάρος ΛΟΑΤΚΙ προσώπων. Οι διαθέσιμες πληροφορίες, παλαιότερες και πιο πρόσφατες, που παρατίθενται εν προκειμένω, καταδεικνύουν περαιτέρω ότι οι σχετικές συμπεριφορές δεν περιορίζονται στις κρατικές αρχές, αλλά εκδηλώνονται και από ιδιώτες, περιλαμβανομένων μελών του οικογενειακού και ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος των ενδιαφερομένων. Τα ανωτέρω αντικειμενικά δεδομένα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν εξεταστούν σε συνδυασμό με τις ατομικές περιστάσεις της Αιτήτριας. Εν προκειμένω, δεν πρόκειται απλώς για πρόσωπο το οποίο εντάσσεται αφηρημένα στην κατηγορία των ομοφυλόφιλων γυναικών στο Καμερούν. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κίνδυνος δεν είναι αμιγώς θεωρητικός. Η Αιτήτρια έχει ήδη βιώσει οικογενειακή βία, απόρριψη και εκδίωξη λόγω σχέσης με γυναίκα. Δεν διατηρεί επικοινωνία με την οικογένειά της, ενώ στην Κύπρο σύναψε δύο περαιτέρω σχέσεις με γυναίκες. Παρουσιάζει, επιπλέον, σοβαρή ψυχική και σωματική ευαλωτότητα, η οποία περιορίζει την ικανότητά της να αντιμετωπίσει εκ νέου βία, κοινωνική απομόνωση και στέρηση υποστήριξης. Οι περιστάσεις αυτές, συνεκτιμώμενες με το γενικότερο νομικό και κοινωνικό πλαίσιο που επικρατεί στη χώρα καταγωγής, αποτελούν ουσιώδεις ενδείξεις κατά την προγνωστική εκτίμηση του κινδύνου που θα αντιμετώπιζε σε περίπτωση επιστροφής.

 

67. Συναφώς, κατά την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου δεν μπορεί να απαιτηθεί από την Αιτήτρια, προκειμένου να αποφύγει πράξεις δίωξης, να αποκρύπτει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ή να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση ως προς την έκφρασή του (βλ. Άρθρο 10 παράγραφος 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 5ης Σεπτεμβρίου 2012 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-71/11 και C-99/11, Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Z, EU:C:2012:518, σκέψεις 78 και 79). Η εκτίμηση του κινδύνου πρέπει να διενεργείται με βάση την παραδοχή ότι θα μπορεί να ζει σύμφωνα με το θεμελιώδες αυτό χαρακτηριστικό της ταυτότητάς της, χωρίς να εξαναγκάζεται να το αποκρύπτει προς αποφυγή δίωξης. Υπό το πρίσμα αυτό, η τυχόν δυνατότητά της στο παρελθόν να διατηρεί μυστικές τις σχέσεις της ή να προσαρμόζει τη συμπεριφορά της στο κοινωνικό της περιβάλλον δεν δύναται να θεωρηθεί στοιχείο που εξαλείφει τον μελλοντικό κίνδυνο.

 

68. Επομένως, λαμβανομένων σωρευτικά υπόψη του αποδεκτού προφίλ της Αιτήτριας ως ομοφυλόφιλης γυναίκας, της προηγούμενης προσωπικής της εμπειρίας, της ποινικοποίησης των ομόφυλων σεξουαλικών σχέσεων, της πρακτικής εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας και της καταγεγραμμένης έκθεσης των ΛΟΑΤΚΙ προσώπων στο Καμερούν σε κρατική και μη κρατική βία, κακομεταχείριση και σοβαρές διακρίσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίστανται εύλογες πιθανότητες η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, να εκτεθεί σε μεταχείριση η οποία, αναλόγως της μορφής, της έντασης ή της σωρευτικής της επίδρασης, δύναται να ανέλθει στο επίπεδο πράξεων δίωξης. Η εκτίμηση αυτή δεν στηρίζεται στην απλή ή θεωρητική δυνατότητα επέλευσης βλάβης, αλλά στην εξατομικευμένη συνεκτίμηση του αποδεκτού προφίλ της με τις αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής της.

 

97.          Περαιτέρω, για την πληρότητα της έρευνας και της αξιολόγησης, εξετάζεται η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή συνήθους διαμονής της Αιτήτριας. Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, δελτίο πληροφοριών της Ύπατης Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) του 2024 αναφέρει ότι «το Καμερούν αντιμετωπίζει μια πολυδιάστατη ανθρωπιστική και προστατευτική κρίση που προκαλείται από συγκρούσεις, διακοινοτική βία και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής».[18] Άλλες πηγές αναφέρουν ότι το Καμερούν συνέχιζε να επηρεάζεται από δύο κύριες συγκρούσεις: τη σύγκρουση στη Λίμνη Τσαντ στον Βορρά Άπω (Far North) και την εσωτερική κρίση στις περιοχές Northwest και Southwest (NWSW).[19] Στις περιοχές Northwest και Southwest, ευρέως γνωστές ως οι Αγγλόφωνες περιοχές, οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστών μαχητών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αυτονομιστές επιχείρησαν να εγκαθιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος,[20] και εξακολουθούν να υφίστανται, έχοντας προκαλέσει τον εκτοπισμό σχεδόν ενός εκατομμυρίου ανθρώπων.[21]

 

98.          Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στη Douala της Περιφέρειας Littoral, σύμφωνα με συνοπτική έκθεση του ACCORD για το πρώτο τετράμηνο του 2025, σημειώθηκε ένα περιστατικό ασφαλείας στην Περιφέρεια Littoral, το οποίο δεν οδήγησε σε ανθρώπινες απώλειες.[22] Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στη βάση δεδομένων του ACLED, για σκοπούς πληρότητας της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 25.6.2026), καταγράφηκαν τριάντα ένα περιστατικά βίας, δώδεκα εκ των οποίων συνιστούν περιστατικά πολιτικής βίας («Political violence», η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), ενώ προκλήθηκαν τριάντα μία ανθρώπινες απώλειες, δώδεκα εκ των οποίων οφείλονταν σε περιστατικά πολιτικής βίας.[23] Να σημειωθεί ότι ο πληθυσμός της Περιφέρειας Littoral το 2025 ανερχόταν σε 4.498.900 κατοίκους,[24] ενώ ο πληθυσμός της πόλης Douala υπολογίζεται ότι, το 2026, ανέρχεται σε 4.493.090 κατοίκους.[25]

 

99.          Τα ανωτέρω ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι στο τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, καίτοι παρουσιάζονται περιστατικά ασφαλείας, η ένταση και η συχνότητά τους κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα.

 

100.        Προχωρώντας στην εξέταση των προϋποθέσεων υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα, εξετάζεται καταρχάς η συνδρομή βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, «στο στοιχείο του φόβου —πνευματική κατάσταση και υποκειμενική κατάσταση— προστίθεται ο χαρακτηρισμός “βάσιμος”. Αυτό σημαίνει ότι το καθεστώς πρόσφυγα δεν καθορίζεται μόνο από την πνευματική κατάσταση του ενδιαφερομένου, αλλά η εν λόγω κατάσταση πρέπει να υποστηρίζεται από αντικειμενική κατάσταση. Επομένως, ο όρος “βάσιμος φόβος” περιέχει ένα υποκειμενικό και ένα αντικειμενικό στοιχείο και, κατά τον καθορισμό του κατά πόσον υπάρχει βάσιμος φόβος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αμφότερα τα στοιχεία».[26] Όπως επισημαίνεται άλλωστε και από το ΔΕΕ στην απόφασή του της 4ης Ιουνίου 2026, PM κ.λπ. κατά Minister van Asiel en Migratie [Ebilum], C‑440/25, EU:C:2026:448. «ως «βάσιμος φόβος δίωξης» νοείται η περίπτωση κατά την οποία μπορεί να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι ο αιτών διεθνή προστασία θα υποστεί δίωξη εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ενώ, για την εξακρίβωση της ύπαρξης ή μη τέτοιου φόβου, οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να προβαίνουν σε εξατομικευμένη, συγκεκριμένη και αντικειμενική αξιολόγηση των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος καθώς και των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων που αφορούν την αίτησή του και την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του».[27]  

101.        Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, επισημαίνεται ότι ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου, η Αιτήτρια ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής της δεν δύναται να ζήσει ελεύθερα εκφράζοντας τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, ενώ, ως προς το αντικειμενικό στοιχείο, προκύπτει από τις παρατεθείσες πηγές πληροφόρησης ότι τόσο οι κρατικές αρχές όσο και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο ποινικοποιούν, αποδοκιμάζουν, στιγματίζουν και αποκλείουν άτομα με σεξουαλικό προσανατολισμό αντίστοιχο με εκείνον της Αιτήτριας.

102.        Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ως πράξεις δίωξης ορίζονται όσες είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: η ΕΣΔΑ).

 

103.          Σύμφωνα με την Δικαστική Ανάλυση για την Αναγνώριση Προσώπων ως Δικαιούχων Διεθνούς Προστασίας του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο:

 

«Το άρθρο 9(1) [της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011][28] απαιτεί την εξέταση του εάν η πράξη (ή οι πράξεις) συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων (άρθρο 9(1)(α)) ή εάν συνιστούν συσσώρευση διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ισοδύναμης επαρκούς σοβαρότητας (άρθρο 9(1)(β)). Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι κατά την εφαρμογή του άρθρου 9 στην πράξη, πρέπει πάντα να γίνεται μία αυστηρή διάκριση μεταξύ των δύο, ιδιαίτερα όταν είναι αμφίβολο εάν μία παρέμβαση σε ατομικά δικαιώματα ισοδυναμεί με παραβίαση «βασικών» ανθρώπινων δικαιωμάτων. Το καθοριστικό στοιχείο της δίωξης είναι «[ε]πομένως, η σοβαρότητα των μέτρων και των κυρώσεων που ελήφθησαν ή μπορούν να ληφθούν σε βάρος του ενδιαφερομένου», και αυτή «θα είναι καθοριστική για το αν συνιστά δίωξη, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, τυχόν προσβολή του κατοχυρωμένου [.] δικαιώματος.».[29]

 

104.        Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-199/12, C-200/12 και C-201/12 (XYZ), ενώπιον του ΔΕΕ τέθηκε προδικαστικό ερώτημα ως προς το κατά πόσον το γεγονός ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί ποινικό αδίκημα στη χώρα καταγωγής αιτούντος διεθνή προστασία, είναι ικανό να θεωρηθεί πράξη δίωξης. Στην απόφασή του, το ΔΕΕ προέβη σε ερμηνεία του άρθρου 9 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο του ισχύοντος εν προκειμένω άρθρου 9 του Κανονισμού(ΕΕ) 2024/1347):

 

«51. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 9 της οδηγίας ορίζει τα στοιχεία που καθιστούν δυνατό να θεωρηθεί ότι πράξεις συνιστούν δίωξη υπό την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, της Συμβάσεως της Γενεύης. Εν προκειμένω, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας, στο οποίο παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, διευκρινίζει ότι οι σχετικές πράξεις πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσεως ή της επαναλήψεώς τους, ώστε να συνιστούν σοβαρή προσβολή βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, και ειδικότερα των απόλυτων δικαιωμάτων από τα οποία βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ δεν χωρεί παρέκκλιση.

52. Επιπλέον, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας διευκρινίζει ότι ως δίωξη πρέπει να θεωρείται επίσης η σώρευση διαφόρων μέτρων, περιλαμβανομένων προσβολών δικαιωμάτων του ανθρώπου, η οποία είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να θίγει ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας.

53. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για να συνιστά μια προσβολή των βασικών δικαιωμάτων δίωξη υπό την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, της Συμβάσεως της Γενεύης, η προσβολή αυτή πρέπει να έχει κάποιο επίπεδο σοβαρότητας. Κατά συνέπεια, κάθε προσβολή των βασικών δικαιωμάτων ενός ομοφυλόφιλου αιτούντος άσυλο δεν θα φθάνει κατ' ανάγκην σε αυτό το επίπεδο σοβαρότητας.

54. Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ευθύς εξαρχής ότι τα βασικά δικαιώματα που συνδέονται ειδικά με τον επίμαχο σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών γενετήσιο προσανατολισμό, όπως το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, στο οποίο αντιστοιχεί το άρθρο 7 του Χάρτη, σε συνδυασμό, αν παρίσταται ανάγκη, με το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, από το οποίο εμπνέεται το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, δεν περιλαμβάνονται στα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση.

55.  Υπό τις συνθήκες αυτές, απλώς και μόνον η ύπαρξη νομοθεσίας που ποινικοποιεί ομοφυλοφιλικές πράξεις δεν δύναται να θεωρηθεί πράξη θίγουσα τον αιτούντα κατά τόσο σημαντικό τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται το επίπεδο σοβαρότητας που είναι αναγκαίο για να θεωρηθεί ότι η ποινικοποίηση αυτή συνιστά δίωξη υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας.

56.  Αντιθέτως, η ποινή φυλακίσεως ή καθείρξεως με την οποία συνοδεύεται νομοθετική διάταξη η οποία, όπως οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών, ποινικοποιεί ομοφυλοφιλικές πράξεις δύναται, από μόνη της, να αποτελέσει πράξη διώξεως υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, αρκεί όντως να εφαρμόζεται στη χώρα καταγωγής η οποία θέσπισε μια τέτοια νομοθεσία.».    

 

105.        Με βάση τις πηγές που καταγράφηκαν κατά την ανωτέρω ανάλυση κινδύνου, συνάγεται ότι στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις ποινικοποιούνται ρητά από το εθνικό νομικό πλαίσιο και οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ενεργά. Η επιβολή του νόμου εκδηλώνεται με ποικίλες μορφές, κυρίως μέσω ποινικών διώξεων που επισύρουν ποινή φυλάκισης. Επιπλέον, η εφαρμογή του νόμου ενισχύεται και από πρακτικές των αρχών επιβολής του νόμου, όπως συλλήψεις, εκβιασμούς, παράνομες κρατήσεις κ.α.. Οι πρακτικές αυτές συνοδεύονται ταυτόχρονα και από κοινωνική πίεση ή κατακραυγή, όπως επιθέσεις, παρενόχληση, εκφοβισμό και βίαιες ενέργειες κατά ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, επιβεβαιώνοντας ότι η ποινικοποίηση εφαρμόζεται στην πράξη και μάλιστα δημιουργεί πραγματικό, καθημερινό κίνδυνο για όσους δηλώνουν ή θεωρούνται ΛΟΑΤΚΙ. Κατά την εξατομικευμένη δε αξιολόγηση των περιστάσεων της Αιτήτριας, υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

106.        Επίσης, το οικογενειακό περιβάλλον της Αιτήτριας λόγω των αξιών που πρεσβεύει, δεν αναμένεται να αποδεχθούν ή να είναι θετικά διακείμενοι απέναντι στη φερόμενη σεξουαλική της ταυτότητα. Η στάση αυτή δημιουργεί πρόσθετο κίνδυνο για την Αιτήτριας, τόσο σε επίπεδο ψυχολογικής πίεσης και αποκλεισμού, όσο και σε πρακτικό επίπεδο, καθώς ενδέχεται να την εκθέσει σε επιπλέον περιορισμούς ή και παρενόχληση. Επισημαίνεται δε ως αποδεκτό γεγονός η κακοποίηση που αυτή υπέστη μετά την αποκάλυψη του δεσμού της από πρόσωπα του οικογενειακού της περιβάλλοντος.

 

107.         Ως προς την έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας,  σύμφωνα με το άρθρο 10 του (ΕΕ) 2024/1347, μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του γενετήσιου προσανατολισμού. Επιπλέον, η ίδια διάταξη κωδικοποιεί τις συντρέχουσες προϋποθέσεις υπαγωγής στην έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας: (i) τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει, και (ii) η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.

 

108.        Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) για την «Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στα πλαίσια του Άρθρου 1 Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων:[30]

 

«[...] Οι κανόνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορούν να βοηθήσουν στον εντοπισμό χαρακτηριστικών που θεωρούνται τόσο θεμελιώδη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που δεν πρέπει να αναγκαστεί κανείς να τα απαρνηθεί. Ένας υπεύθυνος λήψης αποφάσεων που υιοθετεί αυτήν την προσέγγιση θα εξετάσει εάν η ισχυριζόμενη ομάδα ορίζεται: (1) από ένα έμφυτο, αμετάβλητο χαρακτηριστικό, (2) από μια παρελθούσα προσωρινή ή εθελοντική κατάσταση που είναι αμετάβλητη λόγω της ιστορικής της μονιμότητας, ή (3) από ένα χαρακτηριστικό ή συσχέτιση που είναι τόσο θεμελιώδης για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που τα μέλη της ομάδας δεν πρέπει να υποχρεωθούν να το εγκαταλείψουν. Εφαρμόζοντας αυτήν την προσέγγιση, τα δικαστήρια και τα διοικητικά όργανα σε πολλές δικαιοδοσίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι και οι οικογένειες, για παράδειγμα, μπορούν να αποτελούν μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 1Α παράγραφος 2.».[31]

 

109.       Στις προαναφερθείσες υποθέσεις X,Y,Z, το ΔΕΕ προχώρησε σε ερμηνεία των προϋποθέσεων σύμφωνα με τις οποίες μια ομάδα θεωρείται «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα»:

 

«45.  Κατά τον ορισμό αυτόν, μια ομάδα θεωρείται «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» όταν πληρούνται ειδικά δύο σωρευτικές προϋποθέσεις. Αφενός, τα μέλη της ομάδας πρέπει να έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί, ή ακόμη να έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τα αποκηρύξει. Αφετέρου, η ομάδα αυτή πρέπει να έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην περί ης πρόκειται τρίτη χώρα επειδή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα.

46. Όσον αφορά την πρώτη από τις εν λόγω προϋποθέσεις, δεν αμφισβητείται ότι ο γενετήσιος προσανατολισμός ενός προσώπου αποτελεί τόσο θεμελιώδους σημασίας χαρακτηριστικό της ταυτότητάς του ώστε το πρόσωπο αυτό να μην πρέπει να αναγκάζεται να τον αποκηρύξει. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, από το οποίο προκύπτει ότι, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής, ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα δύναται να είναι μια ομάδα της οποίας τα μέλη έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό έναν γενετήσιο προσανατολισμό.

47. Η δεύτερη προϋπόθεση απαιτεί όπως, στη συγκεκριμένη χώρα καταγωγής, η ομάδα της οποίας τα μέλη έχουν τον ίδιο γενετήσιο προσανατολισμό έχει ιδιαίτερη ταυτότητα, επειδή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο η ομάδα αυτή γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική.

48. Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη ποινικής νομοθεσίας όπως οι επίμαχες σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία αφορά ειδικά τους ομοφυλόφιλους, καθιστά δυνατή τη διαπίστωση ότι τα πρόσωπα αυτά αποτελούν χωριστή ομάδα η οποία από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική.

49. Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ύπαρξη ποινικής νομοθεσίας όπως οι επίμαχες σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία αφορά ειδικά τους ομοφυλόφιλους, καθιστά δυνατή τη διαπίστωση ότι τα πρόσωπα αυτά πρέπει να θεωρηθούν ως αποτελούντα ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.»

 

110.        Με βάση τις ανωτέρω πληροφορίες, το κοινό στοιχείο του γενετήσιου προσανατολισμού δύναται να αποτελεί χαρακτηριστικό ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση ως παρατίθεται ανωτέρω. Ως προς την δεύτερη προϋπόθεση, σύμφωνα με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα υπόκεινται σε διακριτική μεταχείριση, στιγματισμό, και δίωξη η οποία προωθείται από το εθνικό νομικό πλαίσιο. Οι συγκεκριμένες πληροφορίες από την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, αποτελούν σαφή ένδειξη ως προς την επικρατούσα κοινωνική, αντίληψη περί διαφορετικότητας, ιδιαίτερη έκφανση της οποίας αποτελεί και η ποινικοποίηση της συμπεριφοράς των εν λόγω ατόμων αποκλειστικά και μονό λόγω της σεξουαλικής τους ταυτότητας,  ενώ η ποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων θεμελιώνει τον κίνδυνο δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της.    

 

111.        Συνεπώς, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, σε συνάρτηση πάντα με τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ως ενδεχόμενοι φορείς δίωξης του θεωρούνται το ίδιο το κράτος και η κοινωνία η οποία περιλαμβάνει και την οικογένεια και ευρύτερη κοινότητά της.

 

112.        Ακολούθως, ως προς τη δυνατότητα εναλλακτικής εγχώριας προστασίας, κρίσιμη είναι η ρύθμιση του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 2 της εν λόγω διάταξης, όταν το κράτος ή όργανα του κράτους αποτελούν τους φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης, τεκμαίρεται ότι ο αιτών δεν έχει στη διάθεσή του αποτελεσματική προστασία και δεν απαιτείται η διενέργεια εξέτασης εναλλακτικής εγχώριας προστασίας κατά την παράγραφο 1. Μόνον κατ’ εξαίρεση δύναται να διενεργηθεί τέτοια εξέταση, όταν αποδεικνύεται σαφώς ότι ο κίνδυνος προέρχεται από φορέα του οποίου η εξουσία περιορίζεται σαφώς σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή ή όταν το ίδιο το κράτος ασκεί έλεγχο μόνο επί ορισμένων τμημάτων της χώρας.

 

113.        Εν προκειμένω, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, η Αιτήτρια διατρέχει κίνδυνο δίωξης λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, σε ένα πλαίσιο στο οποίο η ίδια η κρατική έννομη τάξη ποινικοποιεί τις συναινετικές σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Ως εκ τούτου, το κράτος δεν αποτελεί απλώς φορέα από τον οποίο δεν μπορεί να αναμένεται αποτελεσματική προστασία έναντι πράξεων ιδιωτών, αλλά εντάσσεται το ίδιο στους φορείς της ενδεχόμενης δίωξης. Ενεργοποιείται, συνεπώς, το τεκμήριο του άρθρου 8 παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και δεν απαιτείται περαιτέρω εξέταση της δυνατότητας εναλλακτικής εγχώριας προστασίας.

 

114.        Σε κάθε περίπτωση, δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να υπαγάγει την περίπτωση της Αιτήτριας στην εξαιρετική περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2. Η ποινικοποίηση των ομόφυλων σεξουαλικών σχέσεων απορρέει από την εθνική έννομη τάξη σε πανεθνικό επίπεδο και δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή του Καμερούν. Παράλληλα, το δυσμενές κοινωνικό περιβάλλον έναντι των ΛΟΑΤΚΙ προσώπων, όπως αυτό αποτυπώνεται στις ανωτέρω πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, δεν εμφανίζεται ως φαινόμενο γεωγραφικά περιορισμένο σε συγκεκριμένο τμήμα της χώρας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η μετεγκατάσταση της Αιτήτριας σε άλλο τμήμα του Καμερούν δεν συνιστά διαθέσιμη εναλλακτική εγχώριας προστασίας.

 

115.        Καταληκτικώς, δικαιολογείται καταρχήν η υπαγωγή της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα. Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται η πιθανολογούμενη δίωξή της ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ένεκα του σεξουαλικού της προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλου προσώπου, προερχόμενη από το ίδιο κράτος και το κοινωνικό σύνολο. Ταυτόχρονα, η δυνατότητα για μετεγκατάσταση παραμένει αδύνατη λόγω της φύσεως των φορέων δίωξής του, διότι δεν είναι ούτε ασφαλές, ούτε εύλογο να αναμένεται να ζήσει η Αιτήτρια σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής της.

 

116.        Ενόψει της κατάληξης αυτής, παρέλκει η εξέταση της υπαγωγής της σε καθεστώς επικουρικής προστασίας.

 

117.        Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει να συντρέχει ένας ή περισσότεροι από τους λόγους αποκλεισμού από το καθεστώς πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 12 του του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 .

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει με €1000 υπέρ της Αιτήτριας και η επίδικη πράξη τροποποιείται ως ανωτέρω, αναγνωρίζοντας την Αιτήτρια ως πρόσφυγα. 

 

                                  

 

 Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA, https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system  [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 9.6.2026]  

[2] European Union Agency for Asylum (E.U.A.A.), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis, Second edition’ (February 2023) σελ. 263-266 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 1.9.2026)

[3] Erin Gomez, The Post-ABC Situation of LGB Refugees in Europe, 30 Emory Int'l L. Rev. 475 (2016). Available athttps://scholarlycommons.law.emory.edu/eilr/vol30/iss3/4  σελ. 496-497, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 1.9.2026]

[4] EUAA, Cameroon; LGBT people in Cameroon [Q23-2021], Αύγουστος 2021, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2058237/2021_08_Q23_EASO_COI_Query_Response_CAMEROON_LGBT.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[5] IRB, Cameroon: Situation of sexual and gender minorities, including legislation, treatment by authorities and society, state protection and support services (2017-August 2020) [CMR200309.FE], Αύγουστος 2020, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458182&pls=1 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[6] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, Μάρτιος 2023, https://www.ecoi.net/en/document/2089132.html (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[7] EUAA, Cameroon; Situation of LGBTIQ people; legislation and implementation; treatment by the state; treatment by society; availability of state protection; access to support services [Q8-2024], Ιανουάριος 2024, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_01_EUAA_COI_Query_Response_Q8_Cameroon_LGBTIQ.pdf, σελ. 3, (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026) 

[8] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, Απρίλιος 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[9] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, Απρίλιος 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[10] HRW – Human Rights Watch (Author): World Report 2023 - Cameroon, Ιανουάριος 2023,
https://www.ecoi.net/en/document/2085399.html (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[11] FREEDOM HOUSE, Freedom in the World Cameroon, 2022, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2022 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[12] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, Μάρτιος 2023, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2089132.html (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[13] HRW, Online Incitement Against LGBT People in Cameroon, Ιούλιος 2023, https://www.hrw.org/news/2023/07/11/online-incitement-against-lgbt-people-cameroon (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026) 

[14] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 12, (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[15] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, Απρίλιος 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[16] EUAA, Cameroon; Situation of LGBTIQ people; legislation and implementation; treatment by the state; treatment by society; availability of state protection; access to support services [Q8-2024], Ιανουάριος 2024, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_01_EUAA_COI_Query_Response_Q8_Cameroon_LGBTIQ.pdf, σελ. 7 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[17] EUAA, Cameroon; Situation of LGBTIQ people; legislation and implementation; treatment by the state; treatment by society; availability of state protection; access to support services [Q8-2024], Ιανουάριος 2024, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_01_EUAA_COI_Query_Response_Q8_Cameroon_LGBTIQ.pdf, σελ. 10 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[18] UNHCR, Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee; Ιούλιος 2024, https://data.unhcr.org/en/documents/download/111089, σελ. 1 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[19] European Commission, Cameroon, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en; UNOCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2024, Απρίλιος 2024, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/32c8a7cb-5dac-4c5f-92ec-f232a7bed6d0/CMR_HNO_2024_EN_20240123_v2%20%281%29.pdf, σελ. 9 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[20] GCR2P, Cameroon – Population at risk, Νοέμβριος 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/; ACLED, Non-State Armed Groups and Illicit Economies, Σεπτέμβριος 2024, https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 10 (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[21] Amnesty International, The State of the World's Human Rights; Cameroon 2025, Απρίλιος 2026, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[22] ACCORD (Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation), Cameroon, first quarter 2025: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), Αύγουστος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2129153/2025q1Cameroon_en.pdf

[23] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[24] City Population, Cameroon, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[25] World Population Review, Douala, https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/douala (ημερομηνία πρόσβασης 24.07.2026)

[26] UNHCR, Εγχειρίδιο, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/docid/5cb474b27.html, παράγραφος 38 (ημερομηνία πρόσβασης 18.8.2026)

[27] ΔΕΕ, C‑440/25 ημερομηνίας 4.6.2026, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62025CJ0440 , σκέψη. 89 (ημερομηνία πρόσβασης 18.8.2026)

[28] Αντίστοιχο του άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου.

[29] EUAA, Qualification for International Protection : Judicial Analysis (2nd ed), January 2023, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-01/Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_0.pdf, 47-48 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]

[30] UNHCR, Guidelines on International Protection No2 : "Membership of a particular social group" within the context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and /or its 1967 Protocol related to the status of refugees,  Guidelines on International Protection No. 2: "Membership of a Particular Social Group" Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees | Refworld [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]

[31] Ibid, παρ. 6


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο