ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 4058/2022
16 Σεπτεμβρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Τ.Μ.Μ.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
…………………….
Κασσάνδρα Κουπαρή, Δικηγόρος για την αιτήτρια
Θεοφανώ Βασιλάκη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 15/6/2022, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή της ως απαράδεκτη.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχώρησε η ευπαίδευτη συνήγορος που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαικής Δημοκρατίας του Κονγκό και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 23/11/2020. Στη συνέχεια, παρέλαβε τη Βεβαίωση Υποβολής Αίτησης Διεθνούς Προστασίας από το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών Λευκωσίας.
Στις 3/12/2020 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου με τη δωρεάν συνδρομή διερμηνέα. Η αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε αυθημερόν Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας στις 26/2/2021.
Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική απόφαση επί του αιτήματος της αιτήτριας, η οποία της επιδόθηκε δια χειρός. Η αιτήτρια αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου υπέβαλε την προσφυγή υπ’αριθμόν 2915/21 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της από την αιτήτρια στις 13/12/2021.
Στις 2/5/2022 η αιτήτρια υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου της σχετικά με το αίτημά της για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 12/5/2022 η αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωμα/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα της αιτήτριας για επανάνοιγμα του φακέλου της. Εξουσιοδοτημένη από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδια λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε το Σημείωμα/Εισήγηση της λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια, την απέρριψε κρίνοντάς την ως απαράδεκτη. Η αιτήτρια, μέσω της συνηγόρου της, καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Θα πρέπει να αναφερθεί πως και οι δύο πλευρές στήριξαν τις γραπτές τους αγορεύσεις στην διαδικασία που αφορά την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αρχικού αιτήματός της, γεγονός που τέθηκε ενώπιον τους κατά το στάδιο των διευκρινίσεων. Θα πρέπει πρόσθετα να επισημανθεί πως τότε την υπόθεση εκ μέρους των καθ’ων η αίτηση χειριζόταν άλλη δικηγόρος, η οποία στη συνέχεια αποχώρησε από την νομική υπηρεσία και κατά συνέπεια, υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Αφού ανέλαβε η κυρία Βασιλάκη την υπόθεση ζήτησε χρόνο όπως μελετήσει την υπόθεση για να έχει τη δυνατότητα να τοποθετηθεί για την υπόθεση που της ανατέθηκε. Η συνήγορος της αιτήτριας στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία απέσυρε τόσο την Γραπτή της Αγόρευση, όσο και την Γραπτή Απαντητική Αγόρευση, οι οποίες αφορούσαν την απόφαση επί της αρχικής αίτησης της αιτήτριας και δήλωσε πως προωθεί τους ισχυρισμούς περί του ότι το αρμόδιο όργανο δεν εξέτασε το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.
Όπως ανέφερε, κατά το στάδιο των διευκρινίσεων η παρούσα υπόθεση δεν αφορά θεραπεύσιμη πλημμέλεια αιτιολογίας αλλά παντελή παράλειψη άσκησης υποχρεωτικής διοικητικής αρμοδιότητας. Όπως ισχυρίζεται, η ίδια η διοίκηση μέσω της εκπροσώπου της στην ενώπιον μου διαδικασία, παραδέχεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν προέβαινε καθόλου σε εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Πρόσθετα, η κυρία Κουπαρή παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση 1386/24 και υποστηρίζει πως η υπόθεση αυτή ταυτίζεται με τα γεγονότα της παρούσας, την οποία έχω μελετήσει και θα πρέπει να αναφερθεί πως αφορά πρώτο αίτημα ενώποιον της Υπηρεσίας Ασύλου και όχι μεταγενέστερο αίτημα όπως η υπό εξέταση αίτηση. Είναι προφανές πως το πλαίσιο εξέτασης των δύο αυτών αιτημάτων διαφέρουν.
Η συνήγορος των καθ’ων η αίτηση κατά το στάδιο των διευκρινίσεων υποστήριξε πως η νομολογία που έχει προσκομίσει η συνήγορος της αιτήτριας, δεν έχει τα ίδια πραγματικά περιστατικά με την παρούσα υπόθεση. Αρχικά στη μεταγενέστερη αίτηση ημερ. 2/5/22 δεν αναφέρεται το παιδί, ούτε προσκομίστηκε κάποιο πιστοποιητικό γέννησης, ως κύριος λόγος για τον οποίο η αιτήτρια, επιθυμεί να γίνει επανάνοιγμα του φακέλου της στην Υπηρεσία Ασύλου . Τα στοιχεία που υποβάλλει είναι ακριβώς τα ίδια με την πρώτη της αίτηση, ενώ δεν έχει υποβάλει οποιοδήποτε νέο στοιχείο ή πόρισμα που να διαφοροποιεί ουσιωδώς την πρώτη της αίτηση. Οι λόγοι δίωξης που αναφέρονται στο ερ. 89 είναι οι ίδιοι με την πρώτη της αίτηση και η αναφορά για το ανήλικο τέκνο (η μετάφραση είναι στο ερ. 94), αναφέρεται μόνο ως υποθετικός φόβος ποιος θα φροντίσει το παιδί της αν γυρίσει στη χώρα της. Κατά συνέπεια, η κυρία Βασιλάκη εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς που προωθεί η συνήγορος της αιτήτριας. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της πράξης.
Είναι χρήσιμο να παρατεθούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε, μετά από δέουσα έρευνα, εντός των αρμοδιοτήτων της, όπως αυτές οι αρμοδιότητες καθορίζονται από τη σχετική νομοθεσία και έχουν επεξηγηθεί από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου, Διοικητικού και Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιόν μου, η αιτήτρια, κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, καθώς εργαζόταν ως νοσοκόμα στο τμήμα επειγόντων περιστατικών και όταν ξέσπασε η πανδημία του κορωνοϊού, αναγκάζονταν να εργάζονται χωρίς τον απαραίτητο προστατευτικό εξοπλισμό και χωρίς να λαμβάνει ικανοποιητική αμοιβή για διάστημα πέντε μηνών. Λόγω των ανωτέρω, ανέφερε ότι αποφάσισαν να βγουν στους δρόμους προκειμένου να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους, με αποτέλεσμα η αστυνομία της ΛΔΚ να αρχίσει να τους παρακολουθεί και ως εκ τούτου, μετέβη σε χωριό προκειμένου να κρυφτεί. Ακολούθως, δήλωσε ότι η θεία της από την πλευρά της μητέρας της επιχείρησε να την εξαναγκάσει σε γάμο με τον γιο του θείου της και ότι λόγω αυτών των γεγονότων, παρέλυσε η αριστερή πλευρά του προσώπου της. Τέλος, ανέφερε ότι ένας φίλος της, ο οποίος είναι υψηλόβαθμος στη ΛΔΚ, τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης επί της αρχικής αίτησης, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στις περιοχές N’djili και Masina της πόλης Kinshasa, όπου και διέμενε μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της (ερυθρό 18 του διοικητικού φακέλου). Ως προς το θρήσκευμα της δήλωσε ότι είναι Χριστιανή (ερυθρό 20 του διοικητικού φακέλου). Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε και ότι η μητέρα της, μαζί με τους τέσσερις αδελφούς της, διαβιούν στην Kinshasa, αλλά κατά το στάδιο διεξαγωγής της συνέντευξης δεν βρισκόταν σε επικοινωνία μαζί τους, καθώς είχε χάσει τα στοιχεία επικοινωνίας τους (ερυθρό 19 18 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με το μορφωτικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, λαμβάνοντας απολυτήριο με κατεύθυνση στον τομέα των ιατρικών σπουδών (ερυθρό 18 του διοικητικού φακέλου). Ως προς την εργασιακή της εμπειρία, ανέφερε ότι απασχολήθηκε από το 2017-2018 μέχρι και το έτος 2020 ως νοσοκόμα στο νοσοκομείο Cinquantenaire, στην περιοχή Gombe της Kinshasa (ερυθρό 17 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της, δήλωσε ότι πάσχει από παράλυση προσώπου λόγω της ψυχολογικής καταπόνησης που υπέστη (ερυθρό 17 του διοικητικού φακέλου). Όσον αφορά το ταξίδι της προς τη Δημοκρατία, αξίζει να σημειωθεί ότι εγκατέλειψε την χώρα της από το αεροδρόμιο N’Djili και εισήλθε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές (ερυθρό 17 του διοικητικού φακέλου). Τέλος, δήλωσε ότι οργάνωσε το ταξίδι της μέσω οικονομικής βοήθειας που έλαβε από τον θείο ενός φιλικού της προσώπου (ερυθρό 17 του διοικητικού φακέλου).
Η αιτήτρια κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής της, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή την αναζητούσε η αστυνομία. Επιπλέον, δήλωσε ότι δεχόταν πίεση να εξαναγκαστεί σε γάμο με τον ξάδελφο της και ότι η άρνηση της θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στον θάνατο της (ερυθρό 16 1x του διοικητικού φακέλου). Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων αναφορικά με τον πρώτο λόγο που επικαλέστηκε, η αιτήτρια ανέφερε ότι μια ομάδα ατόμων προέβη σε διαδήλωση κρατώντας επιγραφές με τις οποίες ζητούσαν την καταβολή των μισθών τους, καθώς και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, και ότι ο υπεύθυνος του νοσοκομείου κάλεσε την αστυνομία προκειμένου να συλληφθούν (ερυθρό 15 του διοικητικού φακέλου).
Πρόσθεσε ότι κατάφερε να διαφύγει όταν έφτασε η αστυνομία και ότι την επόμενη ημέρα, μετέβη στο χωριό Tungila της επαρχίας Bas Congo για να κρυφτεί. Ανέφερε επίσης ότι η αστυνομία μετέβη κάποιες φορές στην οικία που διαβιούσε με τη μητέρα της και την αναζήτησε (ερυθρό 15 του διοικητικού φακέλου). Ακολούθως, δήλωσε ότι η θεία της την πίεζε να παντρευτεί τον ξάδελφο της, καθώς η ίδια εργαζόταν και θα μπορούσε να τους βοηθήσει οικονομικά. Πρόσθεσε ότι οι εξαναγκαστικοί γάμοι συμβαίνουν στη χώρα της και ότι μια τέτοια κατάσταση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε πράξεις μαγείας, ενώ επισήμανε ότι το άγχος και ο φόβος που βίωνε οδήγησαν στην παράλυση του προσώπου της από την οποία πάσχει (ερυθρό 16 του διοικητικού φακέλου).
Ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της αιτήτριας κατά τη συνέντευξή της, διέκρινε στην έκθεση-εισήγησή του πέντε ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι αφορούν: 1) τα προσωπικά της στοιχεία, 2) το ότι εργάστηκε ως νοσοκόμα σε ιδιωτικό νοσοκομείο, 3) τη συμμετοχή της σε διαδήλωση κατά του ιδιωτικού νοσοκομείου στο οποίο εργαζόταν, 4) το ότι η αστυνομία την καταδιώκει λόγω της συμμετοχής της στη διαδήλωση και 5) τον εξαναγκασμό της σε γάμο με τον ξάδελφό της από την αδελφή της μητέρας της.
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός τον αξιολόγησε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ της, καθώς κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της ήταν ικανοποιητικές και ότι αυτές επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Σημειώνεται ότι η αιτήτρια δήλωσε κατά τη συνέντευξη πως ο πατέρας της απεβίωσε και ότι η μητέρα της και τα αδέλφια της διαμένουν στην πόλη Kinshasa, όπως και τα αδέλφια των γονιών της. Όπως ανέφερε, διατηρεί καλές επαφές με όλη την οικογένεια εκτός από την αδελφή της μητέρας της.
Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό περί εργασίας της αιτήτριας σε ιδιωτικό νοσοκομείο, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο ισχυρισμός της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθώς αφενός η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την εργασία της και το χρονικό διάστημα της πρόσληψης της και αφετέρου οι πληροφορίες που παρείχε δεν τεκμηριώνονται επακριβώς από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό περί συμμετοχής της αιτήτριας σε διαδήλωση κατά του ιδιωτικού νοσοκομείου όπου εργαζόταν, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε επίσης ότι ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθώς η αφήγηση της στερούνταν ευλογοφάνειας και παρουσίαζε χρονικές ασυνέπειες και ασυνέχειες, ενώ οι δηλώσεις της δεν τεκμηριώνονται επαρκώς από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αναφορικά με τον τέταρτο ισχυρισμό περί δίωξης της από την αστυνομία λόγω της συμμετοχής της στη διαδήλωση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθώς η γενεσιουργός αιτία της αναφερόμενης δίωξης ερείδεται στους ουσιώδεις ισχυρισμούς δύο και τρία, οι οποίοι δεν έγιναν αποδεκτοί, και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε ο ισχυρισμός περί δίωξης. Αναφορικά με τον πέμπτο ισχυρισμό περί εξαναγκαστικού γάμου από τη θεία της με τον ξάδελφο της, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθώς οι δηλώσεις της κρίθηκαν ότι στερούνταν επαρκών και ικανοποιητικών πληροφοριών, ενώ δεν τεκμηριώνονται επαρκώς από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Κατόπιν, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας. Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τα προσωπικά στοιχεία της αιτήτριας, έκρινε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής της, θα υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθετήθηκε από τον αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος και απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.
Η αιτήτρια αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου υπέβαλε την προσφυγή υπ’αριθμόν 2915/21 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της από την αιτήτρια στις 13/12/2021. Κατα συνέπεια, η αρχική απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κατέστη τελεσίδικη, αφού η αιτήτρια εξάντλησε ήδη το προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα κατά της πρώτης απορριπτικής απόφασης.
Η αιτήτρια, κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησής της, ανέφερε ότι εργαζόταν ως νοσοκόμα στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου Cinquantenaire στη ΛΔΚ και ότι αντιμετώπισε προβλήματα με τις κρατικές αρχές και τη διοίκηση του νοσοκομείου. Πρόσθεσε ότι είναι επιζώσα εξαναγκαστικού γάμου από την οικογένεια της και ότι είναι πλέον μόνη μητέρα ενός ανήλικου γιου, για τον οποίο είναι υπεύθυνη. Όπως ανέφερε, πάσχει από παράλυση στο πρόσωπο της λόγω βασανισμού από τις αρχές του Κονγκό και την οικογένεια της, ότι ακολουθεί φυσικοθεραπεία στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και ότι έχει χάσει επαφή με την οικογένειά της. Επιπλέον, δήλωσε ότι φοβάται για τη ζωή της επειδή αψήφησε τη μητέρα της αρνούμενη τον γάμο και ότι δεν έχει κάποιον να φροντίσει τον γιο της, καθώς η οικογένεια της είναι πολύ φτωχή.
Η Υπηρεσία Ασύλου, λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία αποφάσισε πως οι σχυρισμοί της αιτήτριας, αξιολογήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό, ο οποίος έκρινε ότι δεν αποτελούν νέα στοιχεία, καθώς είχαν ήδη αναφερθεί κατά την προγενέστερη εξέταση της αίτησής της και δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, η μεταγενέστερη αίτηση κρίθηκε απαράδεκτη και το δικαίωμα παραμονής της αιτήτριας στη Δημοκρατία τερματίστηκε. Με την υπό εξέταση προσφυγή λοιπόν, η αιτήτρια μέσω της συνηγόρου της αμφισβητεί την προαναφερόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Από τα άρθρα 16Δ και 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, μόνο εφόσον ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία. Στην υπό εξέταση περίπτωση, διαφαίνεται πως η αιτήτρια λόγω δικής της υπαιτιότητας δεν προέβαλε και δεν στοιχειοθέτησε τον καινοφανή ισχυρισμό περί κινδύνου κατά της ζωής της από τα άτομα που της δάνεισαν χρήματα. Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου συνάγεται πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα, αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης της αιτήτριας, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης και είναι ικανά να προσδώσουν καθεστώς διεθνούς προστασίας στην αιτήτρια.
Έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή όλο το ιστορικό που τέθηκε ενώπιόν μου. Οι ισχυρισμοί περί εργασίας στο νοσοκομείο, συμμετοχής σε διαδηλώσεις, προβλημάτων με τις κρατικές αρχές και εξαναγκαστικού γάμου αποτελούν επανάληψη ουσιωδών ισχυρισμών που είχαν ήδη προβληθεί και αξιολογηθεί κατά την εξέταση της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας και δεν συνιστούν νέα στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου. Ο ισχυρισμός της περί παράλυσης του προσώπου επίσης είχε αναφερθεί και προηγουμένως. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της περί φυσικοθεραπευτικής αγωγής, της ιδιότητας ως μονογονέα και απώλειας επαφής με την οικογένειά της, ακόμη και αν θεωρηθούν νέα πραγματικά περιστατικά, αυτά δεν αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα αναγνώρισης της αιτήτριας ως πρόσφυγα ή ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας, καθόσον δεν τεκμηριώνουν πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης ούτε αναιρούν τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι αρμόδιες αρχές κατά την εξέταση της αρχικής αίτησης για τους λόγους που θα επεξηγήσω πιο κάτω.
Ως νέο αποδεικτικό στοιχείο η αιτήτρια προσκόμισε ιατρικό έγγραφο από το φυσικοθεραπευτικό τμήμα των ιατρικών υπηρεσιών το οποίο φέρει ημερομηνίες του έτους 2021. Εντούτοις, από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου δεν προκύπτει οποιαδήποτε σύνδεση της πάθησης με τους ισχυρισμούς της περί βασανιστηρίων ή δίωξης στη χώρα καταγωγής της, ούτε τεκμηριώνεται ότι αυτή αποτελεί συνέπεια των επικαλούμενων γεγονότων, τα οποία ούτως ή άλλως δεν έγιναν αποδεκτά στη διαδικασία που προηγήθηκε και η αιτήτρια δεν προώθησε την προσφυγή που είχε καταχωρήσει επί της αρχικής της αίτησης προκειμένου να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της. Ως εκ τούτου, το εν λόγω έγγραφο, ακόμη και αν θεωρηθεί νέο στοιχείο, δεν συνιστά στοιχείο που αυξάνει την πιθανότητα αναγνώρισης της αιτήτριας ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας, εφόσον δεν επικαλέστηκε οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με το ζήτημα αυτό που να την εμποδίζει να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της.
Κατόπιν μελέτης της Έκθεσης-Εισήγησης, σε σχέση με το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας, παρατηρώ ότι πέραν από την αποδοχή της ύπαρξής του στα προσωπικά στοιχεία του προφίλ της, από κανένα άλλο σημείο της Έκθεσης-Εισήγησης δεν εντοπίζεται να έχει διενεργηθεί οποιαδήποτε αξιολόγηση σε σχέση με το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου υπό το πρίσμα και του κινδύνου που ενδεχομένως να διατρέχει σε σχέση με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της μητέρας του, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ της μητέρας του, ως αυτό έχει διαμορφωθεί από τα λεγόμενά της.
Στην αιτιολογική σκέψη υπ΄ αριθμόν 18 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, προβλέπεται πως «Το «μείζον συμφέρον του παιδιού» θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα δικαιώματα του παιδιού.».
Επιπρόσθετα, το άρθρο 10 (1Α) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως «Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου οι οποίες αφορούν τη διεθνή προστασία και τους ανηλίκους.». Σε όλες τις ενέργειες που σχετίζονται με τα παιδιά πρέπει να γίνεται αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού προτού ληφθεί απόφαση η οποία δύναται να τα επηρεάσει (βλ.απόφαση του ΕΔΔΑ no. 8687/08, Rahimi vs. Ελλάδας, ημερομηνίας 5/7/2011).
Στη βάση των όσων εκτίθενται ανωτέρω, αλλά και μετά από παραδοχή των καθ’ων η αίτηση ότι δεν εξετάστηκε το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, κατά το στάδιο της αξιολόγησης και πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να το εξετάσω στο πλαίσιο βεβαίως στο οποίο τέθηκε ενώπιόν μου. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την ανεπαρκή αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης, επιτυγχάνει με αποτέλεσμα να πάσχει η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης εξαιτίας του ζητήματος αυτού.
Ωστόσο, η κατάληξη μου ως προς το ότι πάσχει η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, δεν καθορίζει την τύχη της υπό κρίση προσφυγής, ενόψει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να προβαίνει σε έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν μέχρι και το σημείο του παραδεκτού της εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Διαφαίνεται από τα στοιχεία που έχω παραθέσει ανωτέρω πως η αιτήτρια το μόνο που ανέφερε για το παιδί της στην μεταγενέστερη αίτηση, ήταν πως αν επιστρέψει στη χώρα της ότι δεν θα φροντίσει κανένας το παιδί της γιατί η οικογένειά της είναι πολύ φτωχή. Ανέφερε μάλιστα πως έχασε κάθε επαφή με την οικογένειά της. Η αναφορά της ότι έχασε επαφή με την οικογένειά της είναι αντιφατική με τα όσα δήλωσε στη συνέντευξή της, εν πάση περιπτώση δεν υπάρχει επαρκής τεκμηρίωση επί τούτου και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Διαφαίνεται λοιπόν από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου πως η αιτήτρια έχει υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της.
Από το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων δεν προκύπτει ότι, σε περίπτωση επιστροφής, η αιτήτρια θα βρεθεί χωρίς οποιαδήποτε μορφή υποστήριξης. Αντιθέτως, η ύπαρξη της μητέρας της, των αδελφών της και των υπόλοιπων συγγενών της, ως διαθέσιμου οικογενειακού δικτύου υποστήριξης, σε συνδυασμό με τα λοιπά χαρακτηριστικά και τις περιστάσεις που συνθέτουν το προσωπικό της προφίλ, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι εύλογο να αναμένεται πως, κατά την επιστροφή της, θα έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει, τουλάχιστον κατά το αρχικό χρονικό διάστημα, στοιχειώδεις συνθήκες διαμονής και υποστήριξης.
Η σχετική εξέταση πρέπει να επικεντρώνεται στο κατά πόσο, λαμβανομένης πάντοτε δεόντως υπόψη της ανηλικότητας του τέκνου, η επιστροφή του, μαζί με τη μητέρα του, θα το εξέθετε σε κίνδυνο που εμπίπτει στις μορφές προστασίας οι οποίες προβλέπονται από το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο, σε κίνδυνο δίωξης, σοβαρής βλάβης ή επαναπροώθησης. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου οποιοσδήποτε συγκεκριμένος και εξατομικευμένος ισχυρισμός αναφορικά με το ανήλικο τέκνο, από τον οποίο να προκύπτει ότι αυτό αντιμετωπίζει, αυτοτελώς ή σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της μητέρας του, ιδιαίτερο κίνδυνο κατά την επιστροφή. Ούτε προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία κάποια ιδιαίτερη περίσταση ή συνθήκη η οποία, λόγω της ανηλικότητάς του, να καθιστά την επιστροφή του ασύμβατη με το βέλτιστο συμφέρον του. Η εξέταση, επομένως, του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου πραγματοποιείται στο πραγματικό πλαίσιο της επιστροφής του μαζί με τη μητέρα του και υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων περιστάσεων που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, λαμβάνοντας υπόψη το ανήλικο τέκνο στα πλαίσια αξιολόγησης του προφίλ της αιτήτριας.
Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω, και ιδίως την ύπαρξη διαθέσιμου οικογενειακού δικτύου υποστήριξης, καθώς και την απουσία οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου που να καταδεικνύει ιδιαίτερο κίνδυνο για το ανήλικο τέκνο, δεν διαπιστώνω ότι η απομάκρυνση της αιτήτριας, συνοδευόμενης από το τέκνο της, δημιουργεί εύλογη πιθανότητα έκθεσης είτε της ίδιας είτε του ανηλίκου σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Ομοίως, στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων, δεν προκύπτει ότι η απομάκρυνση του ανηλίκου μαζί με τη μητέρα του αντίκειται στο βέλτιστο συμφέρον του. Ελλείψει δε συγκεκριμένου ισχυρισμού, πραγματικού περιστατικού ή άλλου στοιχείου που να καταδεικνύει ότι η επιστροφή του ανηλίκου στη χώρα καταγωγής, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, θα είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή των δικαιωμάτων ή του βέλτιστου συμφέροντός του, δεν συντρέχει περαιτέρω ζήτημα προς εξέταση υπό την πτυχή αυτή, πέραν όσων έχουν ήδη διαπιστωθεί ανωτέρω. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο ισχυρισμός που προέβαλε γενικά και αόριστα η αιτήτρια για την ύπαρξη του ανήλικου τέκνου της, στο μεταγενέστερό της αίτημα και η αναφορά της ότι η οικογένεια της είναι φτωχή δεν δικαιολογούν την εισήγησή της ότι το αίτημά της θα έπρεπε να γίνει παραδεκτό, ενόψει των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου. Η ύπαρξη του παιδιού ως γεγονός από μόνο του διαφοροποιεί το προφίλ της αιτήτριας αλλά δεν αποτελεί λόγο αυτόματης απόδοσης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω την παράγραφο 55 της απόφασης στην υπόθεση του ΔΕΕ C 563-22, SN, LN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 13/6/2024, σύμφωνα με την οποία αναφέρθηκαν τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
"55. Πράγματι, η αρμόδια αποφαινόμενη αρχή πρέπει να περιορίζεται να ελέγχει, αφενός, αν υφίστανται, προς στήριξη της ως άνω αιτήσεως, στοιχεία ή πορίσματα που δεν εξετάσθηκαν στο πλαίσιο της απρόσβλητης πλέον αποφάσεως επί της προηγούμενης αιτήσεως και, αφετέρου, αν τα νέα αυτά στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν αφ' εαυτών ουσιωδώς την πιθανότητα υπαγωγής του αιτούντος σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, μόνον κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού της μεταγενέστερης αιτήσεως [πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C‑921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 50]. Κατά τα λοιπά, ακόμη και κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού μεταγενέστερης αιτήσεως, τα νέα στοιχεία ή πορίσματα δεν πρέπει να εκτιμώνται κατά τρόπο εντελώς ανεξάρτητο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, περιλαμβανομένης και της περιπτώσεως κατά την οποία το εν λόγω πλαίσιο δεν μεταβλήθηκε κατόπιν της απορρίψεως της προηγούμενης αιτήσεως με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη."
Κατά συνέπεια, το μεταγενέστερο αίτημα της αιτήτριας είναι απαράδεκτο, καθότι η αιτήτρια δεν υπέβαλε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να ανατρέψει την εικόνα που δημιουργήθηκε προηγουμένως, αλλά αντιθέτως υπέβαλε εκ νέου τους ίδιους ισχυρισμούς, τους οποίους είχε κάθε ευκαιρία να προωθήσει και να εξειδικεύσει σε προηγούμενα στάδια της εξέτασης της αίτησής της. Η αιτήτρια ενώ υπέβαλε προσφυγή στο Δικαστήριο αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής της αίτησης στη συνέχεια δεν την προώθησε. Επομένως, δεν θα μπορούσε τώρα να επανέλθει σε ζητήματα που η ίδια με τη συμπεριφορά της τα έχει καταστήσει τελεσίδικα. Κατόπιν προσεκτικής αξιολόγησης του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, εξετάζοντας την ύπαρξη του ανήλικου τέκνου της αιτήτριας και λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, η οποία δεν υπέβαλε στοιχεία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία να αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καταλήγω ότι δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε νέο στοιχείο από την αιτήτρια που να ήταν ικανό να ανατρέψει την εικόνα που έχει ήδη προηγηθεί.
Ως προς το ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας, διαφαίνεται ότι, υπό τα συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, η εξέταση της κατάστασής του δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά τρόπο αποκομμένο από την τύχη της αίτησης διεθνούς προστασίας της μητέρας του. Και τούτο, διότι το ανήλικο δεν προέβαλε αυτοτελώς οποιουσδήποτε ισχυρισμούς περί προσωπικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ούτε τέθηκαν ενώπιον του αρμόδιου οργάνου στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων που θα επέβαλλαν την αυτοτελή αξιολόγηση της ανάγκης παροχής διεθνούς προστασίας στο πρόσωπό του. Επιπρόσθετα αναφέρεται πως το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας δεν είναι αιτητής στην υπο εξέταση αίτηση ακυρώσεως.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η εξάρτηση του ανηλίκου από τη μητέρα του καθιστά αναγκαία την αξιολόγηση της θέσης του στο πλαίσιο των πραγματικών και νομικών δεδομένων που διέπουν την αίτηση της τελευταίας. Η προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου, η οποία αποτελεί αυτοτελή παράμετρο που οφείλει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση υποθέσεων που τον αφορούν, δεν συνεπάγεται, ελλείψει συγκεκριμένων προσωπικών ισχυρισμών ή περιστάσεων, ότι το Δικαστήριο οφείλει να αναζητήσει αυτεπαγγέλτως διαφορετική βάση διεθνούς προστασίας από εκείνη που τέθηκε προς εξέταση. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει από το ενώπιον μου υλικό ότι το ανήλικο τέκνο αντιμετωπίζει, λόγω προσωπικών χαρακτηριστικών ή ειδικών περιστάσεων που αφορούν αποκλειστικά το ίδιο, διαφορετικό ή πρόσθετο κίνδυνο από εκείνον που προβλήθηκε προς θεμελίωση της αίτησης της μητέρας του. Συνεπώς, η νομική του θέση τελεί σε άμεση συνάρτηση με την αίτηση της Αιτήτριας, από την οποία και εξαρτάται στην παρούσα διαδικασία. Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, καταλήγω ότι το μεταγενέστερο αίτημα της αιτήτριας είναι απαράδεκτο.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω. Ενόψει της κατάληξής μου αναφορικά με την πάσχουσα νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να μην επιδικάσω έξοδα.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο