ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Aρ. 6654/2021
24 Σεπτεμβρίου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α. A. A.
Αιτήτρια
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Α. Μιχαήλ (κα) για Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόρος για την αιτήτρια
Α. Φιλίππου (κος), Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την προσφυγή της η αιτήτρια, με το αιτητικό A) αιτείται την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 25/08/2021, η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια στις 09/09/2021 μέσω επιστολής ημερ. 08/09/2021 είναι άκυρη, παράνομη και στερούμενη έννομου αποτελέσματος και με την οποία να αναγνωρίζει την αιτήτρια ως πρόσφυγα. Εναλλακτικά, η αιτήτρια με το αιτητικό Β) αιτείται απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η ανωτέρω απόφαση να κριθεί άκυρη και να αναγνωρίζεται η ίδια, ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας. Εναλλακτικά, η αιτήτρια με το αιτητικό Γ) αιτείται απόφαση από το Δικαστήριο με την οποία να κρίνεται παράνομη, άκυρη και στερούμενη έννομου αποτελέσματος η απόφαση επιστροφής της αιτήτριας ως παραβιάζουσα την αρχή της μη επαναπροώθησης καθώς υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ώστε να παραβιαστεί το δικαίωμά της στη ζωή και/ή να υποστεί βασανιστήρια, απάνθρωπη και ταπεινωτική ή/και εξευτελιστική τιμωρία ή/και μεταχείριση κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ. Επίσης, με το αιτητικό Δ) αιτείται απόφαση του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο παρεμπίπτοντος ελέγχου, να κριθεί παράνομος ο καθορισμός της Νιγηρίας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής από τον Υπουργό Εσωτερικών δυνάμει της Κ.Δ.Π. 198/2020. Τέλος, η αιτήτρια αιτείται, με το αιτητικό Ε) οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και κατάλληλη υπό τις περιστάσεις.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, η αιτήτρια είναι ενήλικη υπήκοος Νιγηρίας και στις 10/06/2019 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 06/08/2021 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην αιτήτρια από αρμόδια λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum, στο εξής: «E.U.A.A.»).
Στις 17/08/2021, η αρμόδια λειτουργός της E.U.A.A. υπέβαλε σχετική Έκθεση Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της αίτησης ασύλου της αιτήτριας, η οποία εγκρίθηκε στις 25/08/2021 από εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιο διοικητικό λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 08/09/2021, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική επιστολή ενημέρωσης περί της απόρριψης του αιτήματος της αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την ίδια στις 09/09/2021 σε γλώσσα κατανοητή για την αιτήτρια, μαζί με την σχετική αιτιολογία αυτής.
Στη συνέχεια, η αιτήτρια μέσω της συνηγόρου της καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου δυνάμει εγκριθείσας δωρεάν νομικής αρωγής.
Στις 19/05/2022, η αιτήτρια κατόπιν διορισμού νέου δικηγόρου δυνάμει της ήδη εγκριθείσας δωρεάν νομικής αρωγής, καταχώρησε αίτηση τροποποίησης της προσφυγής. Η αίτηση τροποποίησης έγινε δεκτή από το παρόν Δικαστήριο, κατόπιν της σύμφωνης γνώμης των Καθ' ων η αίτηση και στις 27/05/2022 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης. Στις 02/08/2022 καταχωρήθηκε η τροποποιημένη προσφυγή.
Η συνήγορος της αιτήτριας προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης επί της αιτήσεως ακυρώσεως (προσφυγής) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται και αναλύονται στη Γραπτή Αγόρευση της αιτήτριας που επακολούθησε. Οι ισχυρισμοί που εν τέλει προωθούνται στη γραπτή αγόρευση της αιτήτριας είναι οι εξής:
Α) Η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας.
Β) Μη εξατομικευμένη εξέταση της αίτησης της αιτήτριας καθότι δεν υποβλήθηκαν επαρκείς ερωτήσεις στην αιτήτρια για να μπορέσει να εξηγήσει το αίτημα της μιας και η συνέντευξη μεσολάβησε 2 χρόνια μετά την υποβολή της αίτησης της.
Β) Oι καθ’ ων η αίτηση παρερμήνευσαν τα λεγόμενα της αιτήτριας και υπέπεσαν σε πλάνη περί τα πράγματα.
Γ) Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη.
Δ) Θα έπρεπε να αναγνωριστεί στην αιτήτρια το ευεργέτημα της αμφιβολίας.
E) Παρανόμως κρίθηκε ο καθορισμός της Νιγηρίας ως ασφαλούς χώρα καταγωγής από τον Υπουργό Εσωτερικών με την Κ.Δ.Π. 198/2020 μιας και από πουθενά δεν προκύπτει στη βάση ποιων στοιχείων ο Υπουργός Εσωτερικών εξέδωσε την εν λόγω πράξη, διάταγμα το οποίο προσβάλλεται παρεμπίπτοντος, αφού η Νιγηρία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ασφαλής χώρα καταγωγής.
Στ) Παρανόμως εκδόθηκε η απόφαση επιστροφής μιας και ερείδεται σε λανθασμένη νομική βάση όπως επίσης η αιτήτρια δεν ενημερώθηκε για την δυνατότητα προσβολής της.
Η) Αναρμόδιο το όργανο που έκδωσε την απόφαση επιστροφής.
Θ) Η τυχόν επιστροφή της αιτήτριας στη Νιγηρία παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης υπό τα άρθρα 2 και 3 της ΕΣΔΑ.
Ι) Η αρχή του συμφέροντος του παιδιού δεν εξετάστηκε παρότι η αιτήτρια έχει 2 ανήλικα τέκνα.
Οι καθ΄ ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ΄ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και απορρίπτουν τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους.
Η συνήγορος της αιτήτριας απορρίπτει επίσης μέσω της Γραπτής Απαντητικής Αγόρευσης, με περαιτέρω σχόλια και παραπομπές, τις πιο πάνω θέσεις των καθ' ων η αίτηση, επιμένοντας ουσιαστικά στους ισχυρισμούς, τους οποίους ανέπτυξε στην γραπτή αγόρευση της.
Με την καταχώριση συμπληρωματικής γραπτής αγόρευσης των καθ’ ων η αίτηση στις 21/11/2025, αυτοί απαντούν στον ισχυρισμό της πλευράς της αιτήτριας στο κατά πόσο δύναται να προχωρήσει το Δικαστήριο σε παρεμπίπτων έλεγχο της νομιμότητας της Κ.Δ.Π. 198/2020. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι αυτό το αίτημα της αιτήτριας είναι απαράδεκτο και νομικά αβάσιμο. Αρχικά, υποστηρίζεται ότι το αίτημα δεν έχει δεόντως δικογραφηθεί, αφού δεν περιλήφθηκε στο αρχικό δικόγραφο της προσφυγής και δεν μπορεί να εγερθεί μεταγενέστερα μέσω γραπτής αγόρευσης. Επιπλέον, τονίζεται ότι τέτοιοι λόγοι δεν αποτελούν ζητήματα δημόσιας τάξης ώστε να εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Ακολούθως, και άνευ βλάβης των ανωτέρω, υποστηρίζεται ότι εάν και εφόσον κριθεί από το παρόν Δικαστήριο ότι ο εν λόγω λόγος έχει δικογραφηθεί δεόντως, επισημαίνουν ότι η επίμαχη Κ.Δ.Π. περιβάλλεται με το τεκμήριο της νομιμότητας και ότι δεν μπορεί να προσβληθεί ευθέως, μπορεί μόνο παρεμπιπτόντως υπό την προϋπόθεση ότι η κανονιστική πράξη αποτελεί το νόμιμο έρεισμα της ατομικής. Παρ’ ότι επιτρέπεται παρεμπίπτων έλεγχος κανονιστικών πράξεων, αυτός προϋποθέτει ουσιώδη σύνδεση με την ατομική διοικητική πράξη, δηλαδή σχέση αιτιώδους συνάφειας, όπου η κανονιστική πράξη αποτελεί το νομικό έρεισμα της ατομικής. Στην προκειμένη περίπτωση, υποστηρίζεται ότι τέτοια σύνδεση δεν υπάρχει, αφού η απορριπτική απόφαση δεν βασίστηκε στην Κ.Δ.Π. 198/2020 αλλά σε ανεξάρτητη και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αξιοπιστίας της αιτήτριας και των στοιχείων του αιτήματός της, ενώ η Κ.Δ.Π. 198/2020 δεν αποτελεί το νομικό υπόβαθρο που στηρίχθηκαν οι καθ΄ων με αποτέλεσμα να κριθεί η αιτήτρια ως αναξιόπιστη. Πρόσθετα, ως προβάλλει ο συνήγορος των καθ΄ων δεν προκύπτει ότι η Κ.Δ.Π. 198/20 αποτέλεσε το έρεισμα για έκδοση της απορριπτικής απόφασης της αιτήτριας και από την εισηγητική έκθεση δεν προκύπτει να αναφέρθηκε ούτε επικουρικά το εν λόγω διάταγμα. Συνεπώς, ως προβάλλεται δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παρεμπίπτον έλεγχο.
Στη συνέχεια, η συνήγορος της αιτήτριας στις 22/01/2026 καταχώρησε απαντητική γραπτή αγόρευση επι της συμπληρωματικής αγόρευσης των καθ΄ων η αίτηση. Ειδικότερα, η θέση της αιτήτριας είναι ότι ο εν λόγω ισχυρισμός της είναι δικογραφημένος στο έντυπο της προσφυγής απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό των καθ’ ων η αίτηση. Προωθεί περαιτέρω ότι, παρότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει ρητά ότι στηρίχθηκε σε αυτήν, εντούτοις επηρεάζει το πλαίσιο εντός του οποίου κρίθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Θέση της συνηγόρου της αιτήτριας είναι ότι η νομιμότητα της ατομικής πράξης κρίθηκε σε συνάρτηση με την Κ.Δ.Π. 198/20, ανεξαρτήτως εάν δεν μνημονεύτηκε ρητώς στην αξιολόγηση των καθ΄ων. Ισχυρίζεται δε ότι παρά την μη ρητή επίκληση της Κ.Δ.Π. στην απόφαση των καθ’ων, δεν αποκλείεται ο παρεμπίπτον έλεγχος της ατομικής πράξης καθότι το διάταγμα δεσμεύει κανονιστικά τους καθ΄ων και επηρεάζει το πλαίσιο εντός του οποίου αξιολογήθηκαν οι ισχυρισμοί της αιτήτριας. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ένεκα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου για ex nunc και πλήρους εξέτασης, επιβάλλεται η εφαρμογή του τεκμήριου περί ασφαλούς χώρας.
Έχω εξετάσει προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις και των δύο πλευρών, υπό το φως του περιεχομένου του οικείου διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που έκδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ήτοι την απόφαση επιστροφής, θα εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο, κατά προτεραιότητα, καθότι σύμφωνα με την νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, η αρμοδιότητα του οργάνου αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως που μπορεί να εξετάσει αυτεπάγγελτα το Δικαστήριο ( βλ. σχετικά Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314, Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 255).
Η εκχώρηση εξουσιών που από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σε λειτουργούς είναι καθ΄ όλα νόμιμη και έχει πολλάκις κριθεί νομολογιακά.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Προσφύγων Νόμου, όπου δίνεται η έννοια του Προϊσταμένου (παραθέτω αυτολεξεί): "Προϊστάμενος" σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου·».
Σύμφωνα με τον περί Εκχωρήσεως της ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου, Νόμος του 1962 (Ν. 23/1962), άρθρο 3(2) (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) «(2) Οσάκις δυvάμει Νόμoυ ή διoικητικής πράξεως γεvoμέvης κατ' εξoυσιoδότησιv Νόμoυ Υπoυργός τις ή Αvεξάρτητoς τις Αξιωματoύχoς της Δημoκρατίας ή ετέρα αρχή εv τη Δημoκρατία κέκτηται εξoυσίας εvασκήσεως oιωvδήπoτε εξoυσιώv απoρρεoυσώv εκ τιvoς Νόμoυ, o τoιoύτoς Υπoυργός, Αvεξάρτητoς Αξιωματoύχoς ή αρχή, εκτός εάv διά Νόμoυ ρητώς απαγoρεύεται τoύτo, δύvαται vα εξoυσιoδoτήση εγγράφως oιovδήπoτε πρόσωπov κατέχov αρμoδίαv τιvά θέσιv εις αρμoδίαv υπηρεσίαv εμπίπτoυσαv εvτός της δικαιoδoσίας τoυ τoιoύτoυ Υπoυργoύ, Αvεξαρτήτoυ Αξιωματoύχoυ ή αρχής, όπως εvασκή τας τoιαύτας εξoυσίας εκ μέρoυς τoυ τoιoύτoυ Υπoυργoύ, Αvεξαρτήτoυ Αξιωματoύχoυ ή αρχής, υπό τoιoύτoυς όρoυς, εξαιρέσεις και επιφυλάξεις ως o Υπoυργός, Αvεξάρτητoς Αξιωματoύχoς ή αρχή ήθελεv εv τη τoιαύτη εξoυσιoδoτήσει καθoρίσει.»
Ως διαπιστώνω από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε, η έκθεση εισήγηση έγινε από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Άσυλου. Ακολούθως, εξετάστηκε, και η εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου εγκρίθηκε και υπογράφτηκε από τον κα Αναστασία Ανδρέου, Διοικητικό Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία έχει εξουσιοδοτηθεί γι΄ αυτό από τον Υπουργό Εσωτερικών (βλ. ερυθρό 80 του Διοικητικού Φακέλου). Η επίδικη απόφαση λήφθηκε με την έγκριση της έκθεσης εισήγησης από τον αρμόδια λειτουργό κα Ανδρέου. Ειδικότερα, ως μπορεί να διαπιστωθεί από την έκθεση-εισήγηση, υπάρχει σχετική σφραγίδα στο εμπροσθόφυλλο της η οποία αναφέρει «Υπηρεσία Ασύλου. Η εισήγηση σας για απόρριψη της αίτησης ασύλου εγκρίνεται», η σφραγίδα με το όνομα της εξουσιοδοτημένης από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργού να εκτελεί τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, κας Ανδρέου, η μονογραφή της και η ημερομηνία λήψης της απόφασης.
Ως εκ τούτου φαίνεται καθαρά ότι το πρόσωπο που έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση ήταν η κα Ανδρέου, η οποία ήταν εξουσιοδοτημένη περί τούτου από τον Υπουργό Εσωτερικών με βάση την επιστολή ημερ. 13/10/20 που είναι κατατεθειμένη στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης (ερυθρό 80 του Δ.Φ.).
Συνακόλουθα, η νόμιμα εξουσιοδοτημένη λειτουργός που έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση, προχώρησε και έκδωσε και την απόφαση επιστροφής της αιτήτριας ως ρητά προνοείται στο άρθρο 13 (2) (δ) και 18 (7Β) (Α1) αντίστοιχα του Περί Προσφύγων Νόμου, μιας και ως προβλέπεται εκεί η απόφαση επιστροφής αποτελεί ‘αναπόσπαστο τμήμα της απορριπτικής απόφασης’ και ‘ενσωματώνεται’ σ’ αυτήν.
Ειδικότερα, στο άρθρο 13 του Περί Προσφύγων Νόμου, αναφέρεται (η υπογράμμιση και επισήμανση του παρόντος Δικαστηρίου):
« 13.-(1) Κατά την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων, ο αρμόδιος λειτουργός εξετάζει την αίτηση και προβαίνει σε προσωπική συνέντευξη του αιτητή, εκτός στις περιπτώσεις όπου τέτοια συνέντευξη δυνατό να έχει ήδη πραγματοποιηθεί δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 12Δ.
(2) Ο Προϊστάμενος, μετά την εξέταση της έκθεσης του αρμόδιου λειτουργού, δύναται, με απόφασή του:
(α) Να αναγνωρίσει τον αιτητή ως πρόσφυγα·
(β) να αναγνωρίσει στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας·
(γ) [Διαγράφηκε]·
(δ) να απορρίψει την αίτηση και εκδώσει απόφαση επιστροφής και/ή απομάκρυνσης και/ή διάταγμα απέλασης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής, δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου:
Νοείται ότι, η εκτέλεση της απόφασης επιστροφής και/ή απομάκρυνσης και/ή του διατάγματος απέλασης τελεί υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 4 και 8.
[…]».
Στο άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρεται (η υπογράμμιση και επισήμανση του παρόντος Δικαστηρίου):
« […]
(7Β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος απορρίπτει αίτηση, αναφορικά με το καθεστώς πρόσφυγα ή/και το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας -
(α) Αναφέρει στην απόφασή του τους πραγματικούς και νομικούς λόγους της απόρριψης,
(α1) διατάσσει την επιστροφή και/ή απομάκρυνση και/ή απέλαση του αιτητή, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης του Προϊσταμένου, δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, εφόσον δε υφίσταται ήδη σε ισχύ άλλη απόφαση επιστροφής και/ή απομάκρυνσης και/ή απέλασης, θεωρείται ότι η εν λόγω απόφαση ενσωματώνεται στην απορριπτική απόφαση και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής, και
(β) ενημερώνει διά της απόφασής του τον αιτητή περί του δικαιώματός του να προσφύγει κατά της απόφασης στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για τη φύση και μορφή αυτής της προσφυγής και για την προθεσμία άσκησής της σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο.
[…]».
Περαιτέρω, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η εξουσιοδότηση που παραχωρήθηκε στην Προϊστάμενη της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 10/11/2020 (ερυθρό 79 του Δ.Φ.) από τον Υπουργό Εσωτερικών περιλαμβάνει και τις εξουσίες τις οποίες παρέχουν τα άρθρα 18 ΟΗ και 18ΟΘ του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105). Παραθέτω αυτολεξεί « […] εξουσιοδοτώ την [..] Προϊστάμενη της Υπηρεσίας Ασύλου, να ασκεί εκ μέρους μου τις εξουσίες τις οποίες μου παρέχουν τα άρθρα 18ΟΗ και 18ΟΘ του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105), όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.».
Να σημειωθεί ότι το άρθρο 18ΟΗ του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου ( Κεφ. 105) αφορά την απόφαση επιστροφής και ενόψει τούτου δόθηκε ρητώς η εξουσία στην Προϊστάμενη της Υπηρεσίας Ασύλου να αποφασίζει και να εκδίδει τις αποφάσεις επιστροφής.
Συνακόλουθα, η εξουσιοδότηση που παραχωρήθηκε στην λειτουργό κα Ανδρέου ημερ. 13/10/20 παραχωρεί το δικαίωμα στην εν λόγω να ασκεί όλα τα καθήκοντα του/ης Προϊσταμένου/ης της Υπηρεσίας Ασύλου. Παραθέτω αυτολεξεί: « [..] Κατόπιν των ανωτέρω, εξουσιοδοτώ την κα Αναστασία Ανδρέου και τον […], Διοικητικούς Λειτουργούς Α΄ στην Υπηρεσία Ασύλου για να ασκούν όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελούν όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου, περιλαμβανομένης της έκδοσης αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας. [..]».
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, καταλήγω ότι η κα Ανδρέου είχε ρητή εξουσιοδότηση να εκδώσει την απόφαση επιστροφής καθότι της εκχωρήθηκε ρητώς το δικαίωμα να ασκεί όλες τις εξουσίες της Προϊσταμένης της Υπηρεσίας Ασύλου, μεταξύ των οποίων και των αποφάσεων επιστροφής δυνάμει του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου ( Κεφ. 105) – μιας και η εν λόγω εξουσία παραχωρήθηκε ρητώς στην ίδια την Προϊστάμενη της Υπηρεσίας Ασύλου από τον ίδιο τον Υπουργό ( βλ. εξουσιοδότηση ερυθρό 79 ημερ. 10/11/20), ως παραθέτω ανωτέρω, εξουσία η οποία δόθηκε συνακόλουθα και στην κα Ανδρέου στη βάση της μετέπειτα εκδοθείσας εξουσιοδότησης ημερ. 13/10/20 ( βλ. εξουσιοδότηση ερυθρό 80), όπου στην εν λόγω πέραν της γενικής εξουσιοδότησης που παραχωρείται στην εν λόγω λειτουργό για άσκηση όλων των καθηκόντων της Προϊσταμένης, παραχωρείται και ειδικότερη εξουσιοδότηση ‘ έκδοσης αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας’, όπου ως αναφέρθηκε ανωτέρω οι αποφάσεις επιστροφής ενσωματώνονται σ’αυτές και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος τους.
Συνεπώς, καταλήγω ότι κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης η κα Ανδρέου είχε αρμοδιότητα και ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη να το πράξει τούτο.
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Προτού προχωρήσω στην εξέταση των υπόλοιπων λόγων ακύρωσης, κρίνω σκόπιμο όπως εξετάσω τον ισχυρισμό της συνηγόρου της αιτήτριας περί εξέτασης της νομιμότητας της Κ.Δ.Π. 198/20 (ως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης) που καθόρισε την Νιγηρία ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας καταγωγής, μέσω παρεμπίπτοντος ελέγχου.
Παρότι η εν λόγω πράξη τιτλοφορείται ως κανονιστική διοικητική πράξη και από αυτό και μόνο γίνεται αντιληπτό και τεκμαίρεται ότι η εν λόγω πράξη έχει κανονιστικό περιεχόμενο, εντούτοις εκ του περισσού και για σκοπούς πληρότητας, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η εν λόγω πράξη που η συνήγορος της αιτήτριας επιθυμεί όπως το δικαστήριο εξετάσει παρεμπίπτοντος φέρει ούτως ή άλλως τα γνωρίσματα κανονιστικής διοικητικής πράξης, ως αυτά έχουν νομολογηθεί και αναλύονται λεπτομερώς από την κυπριακή νομολογία που θα παρατεθεί κατωτέρω.
Ενόψει της πιο πάνω τοποθέτησης, παραθέτω κατωτέρω σχετική νομολογία, το πότε μια πράξη της διοίκησης φέρει κανονιστικό περιεχόμενο.
Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπόθεση Σύνδεσμος Υπεραγορών Τροφίμων Κύπρου κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1999) 3 ΑΑΔ 751, αναφέρθηκε (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
« […]
Η διάκριση μεταξύ της κανονιστικής πράξης νομοθετικού περιεχομένου και της εκτελεστής διοικητικής πράξης δεν είναι πάντοτε εύκολη. Όπως παρατηρεί και ο Μ. Στασινόπουλος στο Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων, Έκδοση 1951, σελ. 104, το κριτήριο της διαστολής μεταξύ κανονιστικών και ατομικών πράξεων είναι ουσιαστικό και γι' αυτό και δυσκαθόριστο. Αναμφισβήτητο εσωτερικό γνώρισμα της κανονιστικής πράξης είναι η γενικότητα. Στη γενικότητα έγκειται κυρίως ότι το νομικό περιεχόμενο της πράξης δεν εξαντλείται διά μίας και μόνης εφαρμογής, αλλά διατηρεί τη δυνατότητα να προκαλεί νέες εφαρμογές επί αορίστων και μελλουσών περιπτώσεων που συγκεντρώνουν τις τεθείσες γενικώς από την πράξη προϋποθέσεις.
Τον κανονιστικό χαρακτήρα στην πράξη προσδίδει όχι η τυχαία, η αριθμητική γενικότητα, αλλά η εννοιολογική, η αφηρημένη γενικότητα (Στασινόπουλος, ανωτέρω, σελ. 105). Ο εντοπισμός της κανονιστικής πράξης επί ορισμένων ατόμων ή ακόμα και επί ενός μόνο ατόμου, δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα της, εφ' όσον είναι τυχαίος και διατηρείται η δυνατότητα εφαρμογής της πράξης επί παντός άλλου ατόμου, για το οποίο υπάρχουν βέβαια οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Ούτε ο κατά τόπο περιορισμός των εφαρμογών της κανονιστικής πράξης αίρει το χαρακτήρα της. Ακόμα και ο κατά χρόνο περιορισμός των εφαρμογών της, έστω κι αν φτάνει μέχρι εντοπισμού σε ορισμένη ημέρα, δεν αίρει το χαρακτήρα του κανόνα, εφ' όσον η πράξη εξακολουθεί να απευθύνεται προς αόριστο αριθμό προσώπων.
Η κανονιστική πράξη είναι πράξη που θέτει κανόνες που ως επί το πλείστον είναι κανόνες δικαίου και δημιουργεί, λόγω της φύσης της, καταστάσεις γενικές, απρόσωπες και αντικειμενικές (Kanika Hotels Ltd και άλλοι v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας (1996) 3 Α.Α.Δ. 169). Αντίθετα η ατομική διοικητική πράξη, δημιουργεί υποκειμενικές καταστάσεις εξατομικεύοντας ένα κανόνα δικαίου και εφαρμόζοντάς τον στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (βλέπε Lanitis Farm Ltd v. Republic (1982) 3 C.L.R. 124).
[…]»
Ενόψει του ως έχει παρατεθεί ανωτέρω και έχει διαπιστωθεί η εν λόγω πράξη ήτοι η Κ.Δ.Π. 198/20 είναι κανονιστική διοικητική πράξη αφού φέρει όλα τα γνωρίσματα που αναφέρει η πιο πάνω αυθεντία, γίνεται επομένως εύκολα αντιληπτό ότι η εν λόγω δεν είναι άμεσα προσβλητέα με προσφυγή και η εξέταση της νομιμότητας της μπορεί να εξεταστεί μόνο παρεμπίπτοντος στα πλαίσια εξέτασης ατομικής διοικητικής πράξης, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ως θα παρατεθούν κατωτέρω.
Κατ΄αρχάς, στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω κατωτέρω σχετική νομολογία περί του πότε δύναται ένα δικαστήριο να προβεί σε παρεμπίπτων έλεγχο μιας κανονιστικής διοικητικής πράξης.
Στην απόφαση ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ, ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ v. ΧΑΛΛΟΥΜΙΣ ΠΟΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αναθεωρητική ΄Εφεση Αρ. 103/2015, 4/7/2022, ECLI:CY:AD:2022:C278, λέχθηκαν τα κάτωθι (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«[…]
Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, το ΄Αρθρο 146.1 του Συντάγματος «.. περιορίζει τη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αναθεώρηση πράξεων που ανάγονται στην εκτελεστική ή διοικητική εξουσία του κράτους.» (G.C. School of Careers Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1993) 3 ΑΑΔ 170). Οι κανονιστικές πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, ήτοι οι πράξεις οι οποίες θεσμοθετούν κανόνες δικαίου, δεν μπορούν να προσβληθούν ευθέως ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μπορεί όμως, παρεμπιπτόντως, να εξεταστεί το κύρος μιας κανονιστικής πράξης από το Ανώτατο Δικαστήριο «. κατά την εξέταση μιας προσφυγής η οποία στρέφεται εναντίον ατομικής διοικητικής πράξης που εκδόθηκε κατ΄ εφαρμογήν της κανονιστικής.» (Γενική Ομοσπονδία Παγκύπριων Οργανώσεων Βιοτεχνών Επαγγελματιών ν. Δημοκρατίας, Προσφ. Αρ. 5869/2013 κ.ά., ημερ. 16.3.2016).
[…]».
Στο σύγγραμμα του Απόστολος Γέροντας κ.ά., Διοικητικό Δίκαιο, 2004, σελ. 211, αναφέρονται τα κάτωθι (παραθέτω απόσπασμα):
«[…] Προϋποθέσεις του παρεμπίπτοντος αυτού ελέγχου είναι, πέρα από την κανονιστική φύση της πράξης, που συνίσταται σε μια απρόσωπη ρύθμιση (ΣτΕ 3888/88, 3634/89), η κανονιστική αυτή πράξη να αποτελεί το νόμιμο έρεισμα της ατομικής που ελέγχεται ευθέως, η ατομική πράξη να προσβάλλεται παραδεκτώς (ΣτΕ 2890/89, 2812/90) και να προβάλλονται λόγοι ακύρωσης κατά της κανονιστικής πράξης. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να αφορούν τις συγκεκριμένες διατάξεις επι των οποίων ερείδεται η ατομική πράξη (ΣτΕ 1087/60, 2776/89).
Οι συνέπειες του παρεμπίπτοντος ελέγχου της κανονιστικής πράξης συνίστανται: πρώτον, στο ότι, η μεν κανονιστική πράξη που κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο διαπιστώθηκε παράνομη, θεωρείται ανίσχυρη και, χωρίς να ακυρώνεται, δεν εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση και, δεύτερον, στο ότι η ατομική πράξη, που ερείδεται σε αυτή την κανονιστική, χάνει κατ΄αυτό το τρόπο το νόμιμο έρεισμα της και ακυρώνεται λόγω των πλημμελειών που εντοπίστηκαν στην κανονιστική πράξη. […]».
Στο σύγγραμμα Ν. Χρ. Χαραλάμπους, Εγχειρίδιο Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου, 2016, σελ. 91 αναφέρεται (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
« […] Παρά το ότι μια κανονιστική πράξη δεν μπορεί να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή, εντούτοις η νομιμότητα της μπορεί να εξεταστεί παρεμπιπτόντως, όταν το Δικαστήριο εξετάζει προσφυγή που στρέφεται εναντίον ατομικής πράξης η οποία στηρίζεται στην κανονιστική. [..]».
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, καταλήγω ότι κατά το στάδιο της συνέντευξης της αιτήτριας όπως και κατά την ετοιμασία της έκθεσης εισήγησης, καμία αναφορά δεν γίνεται επι της Κ.Δ.Π. 198/20 και περί του ότι η Νιγηρία καθορίστηκε ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας. Πρόσθετα, ως προκύπτει από τον Διοικητικό Φάκελο, η συνέντευξη δεν διεξήχθη στα πλαίσια ταχύρρυθμης διαδικασίας ως είθισται να συμβαίνει σε αιτητές που προέρχονται από ασφαλή χώρα ιθαγένειας (βλ. σχετικά αρ.12Δ του περί Προσφύγων Νόμου) αλλά η αίτηση της αιτήτριας εξετάστηκε υπό την κανονική διαδικασία (βλ. σχετικά αρ.13 του Νόμου), υποβλήθηκαν στην αιτήτρια ερωτήσεις περί των ισχυρισμών της για να κριθεί η αξιοπιστία της ενώ επίσης ως προκύπτει από την έκθεση εισήγηση, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής της αιτήτριας, παραπέμποντας και σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, χωρίς να παραπέμψει ή να βασιστεί στην Κ.Δ.Π. 198/20, για να καταλήξει στο κατά πόσο η Νιγηρία είναι ασφαλής ή όχι για σκοπούς επιστροφής της αιτήτριας.
Επομένως, από το σύνολο του Διοικητικού Φακέλου, εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί, ότι, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης της αιτήτριας έγινε οιανδήποτε αναφορά στην Κ.Δ.Π. 198/20 ή σε οιονδήποτε άλλο εκδοθέν διάταγμα του Υπουργού δυνάμει του άρθρου 12ΒΤρις του Νόμου που καθόρισε την Νιγηρία ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας και ενόψει τούτου καταλήγω ότι η εν λόγω κανονιστική διοικητική πράξη δεν αποτέλεσε νόμιμο έρεισμα της ατομικής προσβλητέας στην παρούσα προσφυγή πράξης μιας και δεν προκύπτει ότι η εν λόγω ατομική πράξη εκδόθηκε κατ΄ εφαρμογή της κανονιστικής.
Συνεπώς, στην βάση των πιο πάνω αναφερθέντων, η νομιμότητα της Κ.Δ.Π. 198/20 (ή οιονδήποτε άλλο εκδοθέν διάταγμα του Υπουργού δυνάμει του άρθρου 12ΒΤρις του Νόμου, που καθόρισε την Νιγηρία ασφαλή χώρα ιθαγένειας) δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσης προσφυγής μέσω παρεμπίπτοντος ελέγχου, μιας και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ως έχουν παρατεθεί ανωτέρω.
Παρόμοια προσέγγιση επι του εν λόγω ζητήματος ακολούθησε και ο αδελφός μου δικαστής Α. Χριστοφόρου στα πλαίσια της προσφυγής Μ. Α., από Πακιστάν, δια της Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ.307/23, 26/5/2025, το σκεπτικό της απόφασης επι του εν λόγω ζητήματος το οποίο υιοθετώ.
Περαιτέρω, προχωρώ να εξετάσω τα ζητήματα που ανακύπτουν σύμφωνα με την συνήγορο της αιτήτριας όσον αφορά την νομιμότητα της απόφασης επιστροφής.
Όσον αφορά την νομική βάση της απόφασης επιστροφής, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η εν λόγω έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω και παρέλκει η επανάληψη της.
Επί του ισχυρισμού ότι η αιτήτρια εξακολουθούσε να θεωρείται αιτητής διεθνούς προστασίας, και ενόψει τούτου, δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση επιστροφής, συντάσσομαι με την θέση της αδελφής μου δικαστού Κ. Κλεάνθους, στα πλαίσια της υπόθεσης JLM ν. Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 8494/21, 16/4/2024, στην οποία αναφέρεται ότι το ενωσιακό δίκαιο επιτρέπει την παράλληλη έκδοση απόφασης επί αιτήματος διεθνούς προστασίας και απόφασης επιστροφής, εάν και εφόσον υπάρχει αναστολή της εν λόγω απόφασης μέχρι την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής ή εάν και εφόσον ασκηθεί προσφυγή, μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης, νοουμένου επίσης ότι διασφαλίζονται τα δικαιώματα του αιτητή ως αιτούντος διεθνούς προστασίας. Παραθέτω κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα το οποίο υιοθετώ:
« […]
86. Σχετικά με τον ισχυρισμό περί νομιμοποίησης των Καθ' ων η αίτηση να προβούν σε έκδοση απόφασης επιστροφής, ενόψει της ιδιότητας της Αιτήτριας ως Αιτήτριας ασύλου , επισημαίνεται ότι βάσει του άρθρου 18 (7Β) (α1) του Περί Προσφύγων Νόμου (η υπογράμμιση είναι δική μου), έπειτα από την τροποποίηση με τον 142(I)/ 2020 Τροποποιητικό Νόμο «(7Β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος απορρίπτει αίτηση, αναφορικά με το καθεστώς πρόσφυγα ή/και το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας - [.](α1) διατάσσει την επιστροφή και/ή απομάκρυνση και/ή απέλαση του αιτητή, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης του Προϊσταμένου, δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, εφόσον δε υφίσταται ήδη σε ισχύ άλλη απόφαση επιστροφής και/ή απομάκρυνσης και/ή απέλασης, θεωρείται ότι η εν λόγω απόφαση ενσωματώνεται στην απορριπτική απόφαση και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής, [.]».
87. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται η ορθότητα της εναρμόνισης και των εθνικών εναρμονιστικών διατάξεων, οι οποίες είναι αυτές που έχουν άμεση ισχύ καταρχήν και όχι οι διατάξεις της Οδηγίας 2013/32. (Βλ. Α.Ε. Αρ. 56/2010, Sigma Radio T.V. Public v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, ημερ. 3.4.2015, Α.Ε. Αρ. 156/2012, Mustafa Haghilo v. Γενικού Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών, ημερ. 27/2/2018, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 81/19, xxx Alabdala v. Δημοκρατίας, ημερ. 20.7.2021 ECLI:CY:AD:2021:A330, Απόφαση του του ΔΕΕ, της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing S.A, σκέψη 8).
88. Το ΔΕΕ εξάλλου στην απόφαση Gnandi (απόφαση στην υπόθεση C-181/16, Gnandi, ημερ. 19.6.2018, ECLI:EU:C:2018:465) εξετάζοντας νομοθεσία κράτους- μέλους η οποία χορηγούσε αρμοδιότητα έκδοσης απόφασης επιστροφής ήδη από την απόρριψη αίτησης παροχής καθεστώτος διεθνούς προστασίας από την αρμόδια αρχή, έκρινε ότι:
«Η οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και τις διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με την οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, και με γνώμονα την αρχή της μη επαναπροωθήσεως και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, που κατοχυρώνονται με το άρθρο 18, το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι δεν αντιβαίνει σε αυτήν η έκδοση αποφάσεως περί επιστροφής, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος υπέβαλε αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, ήδη από της εκ μέρους της υπεύθυνης αρχής απορρίψεως της αιτήσεως αυτής ή μαζί με αυτήν στο πλαίσιο της ιδίας διοικητικής πράξεως και, ως εκ τούτου, πριν από την εκδίκαση της ένδικης προσφυγής κατά της απορρίψεως αυτής, υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι το οικείο κράτος μέλος διασφαλίζει την αναστολή του συνόλου των εννόμων αποτελεσμάτων της αποφάσεως επιστροφής εν αναμονή της εκδικάσεως της προσφυγής αυτής, ότι ο αιτών αυτός δύναται, κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, να απολαύει των δικαιωμάτων που παρέχονται βάσει της οδηγίας 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη, και να προβάλει οποιαδήποτε μεταβολή των περιστάσεων η οποία επήλθε κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής περί επιστροφής και η οποία δύναται να έχει ουσιώδη σημασία για την εκτίμηση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου βάσει της οδηγίας 2008/115, ιδίως δε του άρθρου της 5, στοιχεία των οποίων η διακρίβωση απόκειται στο εθνικό δικαστήριο.».
89. Λαμβάνοντας υπόψιν την αναστολή της απόφασης επιστροφής και της προθεσμίας οικειοθελούς αναχώρησης μέχρι την έκδοση απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, την οποία η Αιτήτρια πληροφορήθηκε (ερ. 50 διοικητικού φακέλου), ότι δεν λαμβάνει χώρα επίκληση οποιασδήποτε στέρησης των δικαιωμάτων της ως αιτούσας άσυλου, καθώς και την αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου όπως αυτή καθορίζεται από το άρθρο 11(1)(α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, δεν είναι δυνατό παρά να κριθεί ότι ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου προέβη σε έκδοση της απόφασης επιστροφής δρώντας σε συμφωνία με τον περί Προσφύγων Νόμο και το πρωτογενές και παράγωγο ενωσιακό δίκαιο.
[…]».
Επομένως, σύμφωνα με τα πιο πάνω λεχθέντα, εμφαίνεται ξεκάθαρα ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκδωσε την απόφαση επιστροφής σύμφωνα με το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο, συμμορφούμενος με τις επιταγές του καθότι ως μπορεί να διαπιστωθεί από την επιστολή ημερ. 08/09/2021 (ερυθρό 83 του Διοικητικού Φακέλου), η αιτήτρια ενημερώθηκε δεόντως περί του ότι η απόφαση επιστροφής της και η οικειοθελής αναχώρησης της αναστέλλονται είτε μέχρι την λήξη της χρονικής περιόδου που τίθεται για προσβολή της προσβαλλόμενης απόφασης, σε περίπτωση που δεν καταχωρηθεί σχετική προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο είτε με την έκδοση δικαστικής απόφασης από το ΔΔΔΠ όπου απορρίπτεται η προσφυγή. Πρόσθετα, δεν προβλήθηκε από την συνήγορο της αιτήτριας οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι έχει λάβει χώρα οποιαδήποτε στέρηση των δικαιωμάτων της αιτήτριας εν αναμονή της εκδικάσεως της προσφυγής αυτής, ούτως ώστε να χωρούσε επίκληση τέτοιου είδους ισχυρισμού.
Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός της συνηγόρου της αιτήτριας περί του ότι δεν ενημερώθηκε η αιτήτρια για το μέσο προσβολής της εν λόγω απόφασης επιστροφής, το αρμόδιο Δικαστήριο και την σχετική προθεσμία, είναι ανεδαφικός, καθότι ως προκύπτει από την πιο πάνω επιστολή ημερ. 08/09/2021, η αιτήτρια ενημερώθηκε δεόντως για τον τρόπο προσβολής της απορριπτικής απόφασης της επι του αιτήματος διεθνούς προστασίας, συνακόλουθα και της απόφασης επιστροφής που αποτελεί ως έχει αναφερθεί ανωτέρω αναπόσπαστο μέρος της, ενώπιον ποιου Δικαστηρίου μπορεί να προσβάλει την απορριπτική απόφαση όπως επίσης και του χρονικού πλαισίου προσβολής της. Πέραν τούτου, το γεγονός ότι η αιτήτρια προχώρησε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην καταχώρηση προσφυγής, προωθώντας την παρούσα, χωρίς να έχει επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο από οποιαδήποτε τυχόν παράλειψη, καθιστά τον εν λόγω ισχυρισμό αβάσιμο.
Επομένως, ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, οι πιο πάνω ισχυρισμοί απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό της συνηγόρου της αιτήτριας περι μη εξατομικευμένη εξέταση της αίτησης της αιτήτριας καθότι δεν υποβλήθηκαν επαρκείς ερωτήσεις στην αιτήτρια για να μπορέσει να εξηγήσει το αίτημα της.
Κατ΄αρχάς, παρατηρώ από το πρακτικό της συνέντευξης της ότι τέθηκαν στην αιτήτρια αρκετές ερωτήσεις, ενώ η διάρκεια της συνέντευξης της διήρκησε περίπου 6 ώρες.
Σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση του για διεθνή προστασία. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια του Καθεστώτος των Προσφύγων (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«(α) Ο αιτών πρέπει:
(Ι) Να λέει την αλήθεια και να παρέχει κάθε βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του.
(ΙΙ) Να προσπαθεί να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο και να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τυχόν ελλείψεις τους. Εάν παρουσιασθεί ανάγκη, πρέπει να προσπαθήσει να προσκομίσει πρόσθετα αποδεικτικά μέσα.
(ΙΙΙ) Να δώσει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον ίδιο και τις προηγούμενες εμπειρίες του, τόσο λεπτομερειακά όσο είναι αναγκαίο, ώστε να δοθεί στον εξεταστή η δυνατότητα να διαπιστώσει τη συνδρομή των σχετικών γεγονότων. Πρέπει ακόμη να κληθεί να δώσει μια συναφή εξήγηση ως προς όλους τους λόγους που επικαλείται για να υποστηρίξει την αίτηση για το καθεστώς του πρόσφυγα και να απαντήσει σε όσες ερωτήσεις του τεθούν.».
Παραπέμπω επίσης στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποθ. αρ. 1673/2010, Edward Eskandaz και Κυπριακή Δημοκρατία, ημερ. 04/07/2013, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): « …….Ο Νόμος δεν καθορίζει ούτε πότε θα πρέπει να καλέσει η Υπηρεσία Ασύλου τον αιτητή για συνέντευξη, ούτε και πόση διάρκεια θα έχει. Πρόκειται δε για την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων και όχι για την ταχύρρυθμη διαδικασία (βλ. άρθρο 12 Δ), όπου κατά προτεραιότητα και όχι αργότερα από 30 ημέρες από την ημέρα υποβολής της αίτησης εξετάζονται από την Υπηρεσία Ασύλου αιτήσεις που, κατά την κρίση του αρμόδιου λειτουργού, εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 12, 12 Α και 12 Β του Νόμου. Περαιτέρω, ο αιτητής ερωτήθηκε τα σημαντικά στον πυρήνα του αιτήματος του και η αίτησή του εξετάστηκε ενδελεχώς…….»
Στην περίπτωση της αιτήτριας, παρατηρώ από το πρακτικό της συνέντευξης ότι τέθηκαν σε αυτήν αρκετές ερωτήσεις ενώ η συνέντευξη της διήρκησε περίπου 6 ώρες, χωρίς να προκύπτει με οποιοδήποτε τρόπο η μη εξατομικευμένη και επαρκή εξέταση της αίτησης της. Στην περίπτωση της αιτήτριας, παρατηρώ από το πρακτικό της συνέντευξης ότι τέθηκαν σε αυτήν αρκετές ερωτήσεις, και η ίδια δεν ανέφερε οτιδήποτε το οποίο θα υποδήλωσε μια γνήσια περίπτωση προσώπου που χρήζει διεθνούς προστασίας, προκειμένου και ο αρμόδιος λειτουργός να προβεί σε περαιτέρω ερωτήσεις.
Ενόψει των ως έχουν αναφερθεί, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Αναφορικά με τα όσα η αιτήτρια ισχυρίζεται περί μη απόδοσης του ευεργετήματος της αμφιβολίας, σύμφωνα με το άρθρο 13(4) του περί Προσφύγων Νόμου, στο Εγχειρίδιο Για Τις Διαδικασίες Και Τα Κριτήρια Καθορισμού Του Καθεστώτος Των Προσφυγών, Στ' Έκδοση λέγεται (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«203. Παρόλο που όταν ο αιτών έχει καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια για να θεμελιώσει πειστικά την αφήγησή του, είναι δυνατόν ακόμα ορισμένοι ισχυρισμοί του να παραμένουν αναπόδεικτοι. Όπως εξηγήθηκε προηγουμένως (παράγραφος 196), είναι σχεδόν αδύνατο σε έναν πρόσφυγα να «αποδείξει» όλα τα δεδομένα της υπόθεσής του και πραγματικά, εάν κάτι τέτοιο αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση, οι περισσότεροι αιτούντες δεν θα είχαν αναγνωρισθεί ως πρόσφυγες. Είναι γι’ αυτό αναγκαίο να παρέχεται συχνά στον αιτούντα το ευεργέτημα της αμφιβολίας.
204. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει όμως να δίνεται μόνον όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους…».
Επομένως, το ευεργέτημα της αμφιβολίας παραχωρείται στην αιτήτρια όταν κριθεί αξιόπιστη από την Υπηρεσία Ασύλου σε σχέση με το αίτημα της για διεθνή προστασία αλλά παρόλα αυτά δεν έχει τα στοιχεία για να στηρίξει τους ισχυρισμούς της. Στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν ανέκυψε κάποιος ισχυρισμός, ο οποίος θα μπορούσε να γίνει δεκτός στη βάση του ευεργετήματος της αμφιβολίας. Ενόψει τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Προχωρώ να εξετάσω τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της αιτήτριας για έλλειψη δέουσας έρευνας, καθώς και περί του ότι οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν υπό πλάνη περί τα πράγματα που λόγω της συνάφειας τους και της άρρηκτης διασύνδεσης τους αλλά και της κοινής επιχειρηματολογίας στην γραπτή αγόρευση της αιτήτριας, θα εξεταστούν ως σύνολο και συνδυαστικά στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης.
Στην βάση των πιο πάνω, θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματος της για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο έχει προβεί σε δέουσα έρευνα και κατά πόσο έχει υποπέσει σε πλάνη με το να μην λάβει υπόψη του ουσιώδη γεγονότα τα οποία επηρέασαν την τελική του κρίση με την απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας.
Πλάνη περί τα πράγματα υφίσταται όταν η Διοίκηση, σύμφωνα με το άρθρο 46, εδάφιο 1, του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου Ν. 158 (Ι)/1999, λαμβάνει υπόψη της κατά την έκδοση της απόφασης της «πραγματικά γεγονότα και προϋποθέσεις που είναι εξ αντικειμένου ανύπαρκτα ή αν παραλείπει να λάβει υπόψη της ουσιώδη πραγματικά γεγονότα...».
Η ανεπαρκής έρευνα συνεπάγεται τουλάχιστον πιθανολόγηση πλάνης ως προς τα πράγματα, η οποία καθιστά, από μόνη της, την προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώσιμη. Παράλειψη διεξαγωγής της δέουσας έρευνας οδηγεί σε έλλειψη γνώσης ουσιωδών πραγματικών γεγονότων, η οποία ισοδυναμεί με πλάνη περί τα πράγματα. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρυσόστομος Χριστοφή ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 2245:
«Η παράλειψη να γίνει η δέουσα έρευνα, η οποία προξενεί έλλειψη γνώσης των ουσιωδών γεγονότων - (βλ. μεταξύ άλλων, Photos Photiades and Co. and The Republic of Cyprus through The Minister of Finance 102. Μ. Στασινοπούλου "Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων", (1951), σελ. 305) - έχει ως αποτέλεσμα λόγω της παράβασης των αρχών του Διοικητικού Δικαίου, την ακύρωση της σχετικής διοικητικής πράξης. Πλάνη περί τα πράγματα συνίσταται, είτε με τη λήψη υπόψη μη υφισταμένου γεγονότος, είτε με τη μη λήψη υπόψη υπάρχοντος γεγονότος - (Οικονόμου "Ο Δικαστικός Έλεγχος της Διακριτικής Εξουσίας" (1965), σελ. 243).»
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ακόμα και η πιθανότητα πλάνης οδηγεί σε ακύρωση διοικητικής πράξης (Χρύσανθος Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργκών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228). Στην πιθανότητα ότι εμφιλοχώρησε πλάνη στη διαδικασία λήψης διοικητικής πράξης σαν λόγο ακύρωσης αναφέρεται και η υπόθεση Ζένιος ν. Δημοκρατίας (1983) 3 Α.Α.Δ. 1181,1183 και 1184:
«It is clear from our case-law that in order to suceed, in a case of this nature, in annulling the relevant administrative decision an applicant has only to show that there exists a reasonable probability that a misconception has led to the taking of such decision (see, in this respect, inter alia, Kozakis v. The Council of Ministers (1967) 3 C.L.R. 265,268, and Μallourοs v. The Electricity Authority of Cyprus (1974) 3 C.L.R. 220,224).»
Στην απόφαση Κωνσταντίνος Κοντεάτης ν. Δημοκρατίας (1996) 4 Α.Α.Δ. 1416, αναφέρονται τα πιο κάτω:
«Το δικαστήριο ακόμα και όταν βρίσκεται σε αμφιβολία αναφορικά με την ύπαρξη ή μη πλάνης, μπορεί να ακυρώσει την επίδικη διοικητική πράξη ούτως ώστε να παρασχεθεί στη διοίκηση η δυνατότητα επιβεβαίωσης των ορθών γεγονότων κατά τρόπο που να μην αφήνει έδαφος για αμφιβολίες (Skapoulis and Another v. The Republic (1984) 3 C.L.R. 554,565 και Χρύσανθος Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228)»
Περαιτέρω, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Δημοκρατία v. Μαυρομμάτη και Άλλοι (1991) 3 ΑΑΔ 543, ακόμη και η υπόνοια πως η πλάνη λειτούργησε σε βάρος αιτητή είναι αρκετή για να ακυρωθεί η πράξη. Παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:
«.Οι υπόνοιες πως η πλάνη λειτούργησε σε βάρος του εφεσίβλητου ήταν αρκετή για να ακυρωθεί η πράξη που, ας μην το ξεχνάμε, αφορούσε στην πλήρωση όλων ανεξάρτητα των θέσεων που προκηρύχθηκαν και που στη συνέχεια πληρώθηκαν από την Επιτροπή. Όπως παρατηρεί η απόφαση Κουμής Χ"Μακρής και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (1972) 3 Α.Α.Δ. 246, 252:
"According to the principles of administrative law there exists a presumption that an administrative decision is reached after a correct ascertainment of relevant facts; but such presumption can be rebutted if a litigant succeeds in establishing that there exists at least a probability that a misconception has led to the taking of the decision complained of (see, inter alia, Stasinopoulos on The Law of Administrative Acts "Στασινοπούλου Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων" - 1951, p. 304 et seq.)"..............»
Στο σύγγραμμα του Στασινόπουλου, «Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων» (1951), εκεί σελ. 304 και 305 αναφέρεται:
«Ούτως η νομολογία δημιουργεί τεκμήριον κατά της πλάνης, ήτοι τεκμήριον υπέρ της ορθής εξακριβώσεως των πραγματικών περιστατικών. Το τεκμήριον όμως τούτο είναι ιδιόρρυθμον, διότι κάμπτεται αφ' ης στιγμής η χαρακτηριστική εις το συζητητικόν σύστημα δραστηριότης του διαδίκου κατορθώσει να καταστήσει πιθανήν την πλάνην, ήτοι να δημιουργήσει παρά τω δικαστή απλώς αμφιβολίας περί της ορθότητος της διαπιστώσεως του πραγματικού εκ μέρους της Διοικήσεως»
Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματος της για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο έχει προβεί σε δέουσα έρευνα και κατά πόσο έχει υποπέσει σε πλάνη περί τα πράγματα με το να μην λάβει υπόψη του ουσιώδη γεγονότα τα οποία επηρέασαν την τελική του κρίση με την απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας.
Η αιτήτρια κατέγραψε στην αίτησή της για διεθνή προστασία ότι αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της για σπουδές διότι όλα τα νεαρά κορίτσια στην Νιγηρία δέχονται επιθέσεις από την Boko Haram στο χωριό της. Συγκεκριμένα, ανέφερε πως το 2014 απήχθη η μικρότερη αδελφή της μαζί με άλλα κορίτσια από το σχολείο της, με αποτέλεσμα η μητέρα της να την στείλει στο εξωτερικό ώστε να την προστατεύσει. Επεσήμανε δε ότι, όλες οι οικογένειες των απαχθέντων κοριτσιών δέχθηκαν επιθέσεις επειδή διεκδίκησαν την επιστροφή των θυγατέρων τους, το οποίο οδήγησε στον θάνατο της μητέρας της και της γιαγιάς της (βλ. ερ. 3 του Διοικητικού Φακέλου, στο εξής: «Δ.Φ.»).
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης, η αιτήτρια δήλωσε ότι κατάγεται από το Apomu, στην πολιτεία Osun της Νιγηρίας και ως τόπο συνήθους και τελευταίας διαμονής της στη χώρα καταγωγής της πριν από την αναχώρησή της, την πόλη Chibok στην πολιτεία Borno της Νιγηρίας, όπου μετακόμισε το 2010/2011 (βλ. ερ. 42 και 40 του Δ.Φ.). Η αιτήτρια είναι Χριστιανή (ερ. 46 του Δ.Φ.). Αναφορικά με τα τέκνα της η αιτήτρια έχει ως κατέγραψε 2 ανήλικα τέκνα και διαμένουν μαζί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση ανέφερε πως, ο πατέρας της απεβίωσε από ατύχημα όταν η ίδια ήταν περίπου 10 – 11 ετών και η μητέρα της γνωρίζει ότι απεβίωσε σε μία πυρκαγιά περί το 2016 οπότε και σταμάτησε να έχει επικοινωνία μαζί της (βλ. ερ. 43 του Δ.Φ.). Αναφορικά με τα αδέλφια της ανέφερε πως είχε μόνο μόνο μία αδελφή, που απήχθη το 2014 (ερ. 43 του Δ.Φ.). Σε σχέση με το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (βλ. ερ. 44 του Δ.Φ.). Όσον αφορά την εργασιακή της προϋπηρεσία η αιτήτρια δήλωσε ότι έχει εργαστεί για μερικούς μήνες σε μία μπουτίκ (βλ. ερ. 42 του Δ.Φ.).
Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια ανάφερε ότι η μητέρα και ο πατέρας της γνωρίστηκαν στο Apomu, ο πατέρας της ήταν Χριστιανός και η μητέρα της Μουσουλμάνα, η οποία μετεστράφη στον Χριστιανισμό. Όταν ο πατέρας της πέθανε, η ζωή έγινε δύσκολη για την μητέρα της καθότι υπήρχε φυλετικός ρατσισμός εναντίον των ατόμων που προέρχονταν από τον Βορρά, η οποία προσπάθησε να βρει δουλεία αλλά δεν έγινε κατορθωτό λόγω αυτού. Ακολούθως, ενόψει του ότι ήταν δύσκολο να επιβιώσουν, αποφάσισαν με την μητέρα της να πάνε στην πολιτεία Borno. Πρόσθεσε ότι ζούσαν καλά μέχρι του σημείου που απήχθη η αδελφή της το 2014, από την Boko Haram, μαζί με άλλα κορίτσια. Δήλωσε ότι παρέμεινε στο χωριό μέχρι το τέλος του 2014, όπου η μητέρα της αποφάσισε να την φύγει από το χωριό καθότι είχε φοβηθεί για την ζωή της. Ακολούθως, έφυγαν και πήγαν σε ένα φίλο τους στην Abuja όπου την βοήθησε να αιτηθεί για να σπουδάσει στην Κύπρο. Πρόσθεσε ότι όταν η μητέρα της επέστρεφε στο χωριό, έλαβε μέρος σε διαδήλωση με άλλους γονείς των οποίων είχαν εξίσου απαχθεί τα παιδιά τους. Ακολούθως, πρόσθεσε ότι το Σεπτέμβριο του 2016 αντιλήφθηκε σε μία τηλεφωνική επικοινωνία με τον παππού της πως κάτι έχει συμβεί στην μητέρα της, έπειτα περί τον Ιούνιο του 2016 όταν η μητέρα της δεν της τηλεφώνησε για τα γενέθλιά της πληροφορήθηκε από τον παππού της ότι η μητέρα και η γιαγιά της έχασαν τη ζωή τους σε μία πυρκαγιά.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο επιστροφής της στην Νιγηρία, η αιτήτρια ήταν αρνητική, επικαλούμενη την τεταμένη κατάσταση που επικρατεί στις μόνες περιοχές που έχει διαβιώσει (βλ. ερ. 40 του Δ.Φ.). Ο φόβος της σε περίπτωση που επιστρέψει είναι να μην χάσει τα δύο τέκνα της και την ίδια της την ζωή εξαιτίας των επεισοδίων με την οργάνωση Boko Haram και τους Fulani (βλ. ερ. 40 του Δ.Φ.).
Η αιτήτρια ερωτήθηκε αναφορικά με περιοχές κοντά στον κατ΄ ισχυρισμό τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, το Chibok, όπου ανέφερε πως γνωρίζει μόνο το Πανεπιστήμιο Maiduguri που απέχει 3 – 4 ώρες, προσθέτοντας δε πως πρόκειται για ένα πολύ μικρό χωριό με χαμηλό πληθυσμό (βλ. ερ. 40 του Δ.Φ.). Ερωτηθείσα σχετικά με δρόμους του χωριού, ανέφερε πως λόγω της σύντομης παραμονής της εκεί (από το 2010/2011 έως το 2015 που αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της) δεν γνωρίζει καλά την περιοχή και το μόνο που θυμάται είναι πως δεν υπήρχαν όμορφα σπίτια και πως για να βρει κάποιος κάτοικος φαρμακείο ή υπεραγορά θα πρέπει να μεταβεί στο Maiduguri (βλ. ερ. 40 και 39 του Δ.Φ.). Περαιτέρω, δεν θυμόταν που ευρίσκεται η οικία του παππού της, αλλά ανέφερε την ύπαρξη μίας αγοράς “Chibok Market” όπου οι κάτοικοι πωλούν προϊόντα (βλ. ερ. 39 του Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, της τέθηκαν ερωτήσεις αναφορικά με την αδελφή της. Σχετικά με την απαγωγή της μαζί με άλλα κορίτσια περί τον Απρίλιο του 2014, ανέφερε πως ενημερώθηκαν από το σχολείο της αδελφής της, όπου φοιτούσε εσωτερική, και το επόμενο πρωί μετέβησαν με την μητέρα της ώστε να λάβουν περισσότερες πληροφορίες για το συμβάν οπότε και έμαθαν πως συνολικά απήχθησαν 300 κορίτσια. Επίσης, πληροφορήθηκαν από το σχολείο της αδελφής της ότι επρόκειτο να διεξάγουν διαδήλωση με σκοπό η Κυβέρνηση να ασχοληθεί και να εξεύρει λύση για την εν λόγω απαγωγή. Ερωτηθείσα σχετικά, η αιτήτρια δήλωσε ότι το 2016 πληροφορήθηκε από τη μητέρα της πως πέντε από τα κορίτσια απελευθερώθηκαν, τα οποία -ωστόσο- είχαν αισθητή απώλεια βάρους και κατέθεσαν πως τις είχαν κακομεταχειριστεί, τις κακοποίησαν και τις βίασαν. Αναφορικά με το λόγο της απαγωγής των κοριτσιών, η αιτήτρια δήλωσε πως πιστεύει ότι είναι εξαιτίας της διαμάχης μεταξύ της Boko Haram και της Κυβέρνησης, ενώ σε σχετική ερώτηση να εξηγήσει τον λόγο που η Boko Haram απαγάγει κορίτσια, η αιτήτρια δήλωσε άγνοια, προσθέτοντας πως τέτοιου είδους απαγωγές γίνονται κυρίως στο Βορρά όχι μόνο εναντίον του γυναικείου φύλου αλλά γενικά. (βλ. ερ. 39 του Δ.Φ.). Ερωτηθείσα εάν συνέβη οτιδήποτε μετά την απαγωγή, η αιτήτρια δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν συνέβη οτιδήποτε άλλο (βλ. ερ. 38 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με την αναχώρησή της από το Chibok μετά το συμβάν, δήλωσε πως αναχώρησαν περί τον Δεκέμβριο του 2024 (βλ. ερ. 38 του Δ.Φ.).
Σχετικά με τον θάνατο της γιαγιάς και της μητέρας της, ανέφερε πως δεν ξέρει περισσότερες λεπτομέρειες, εκτός από όσα είχε προαναφέρει, επειδή απουσίαζε καθότι ευρισκόταν ήδη στην Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. ερ. 38 του Δ.Φ.). Ακολούθως, σε σχέση με τον παππού της, η αιτήτρια δήλωσε ότι απεβίωσε από φυσικά αίτια το 2018 (βλ. ερ. 38 του Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, κατόπιν υποβολής σχετικού ερωτήματος στην αιτήτρια αναφορικά με την μεταχείριση που δέχθηκε από την κοινότητα τους στην πολιτεία Osun μετά τον θάνατο του πατέρα της, και εάν συνέβη κάτι στην ίδια, πέραν της αδυναμίας να βρούνε εργασία, η αιτήτρια ανέφερε πως δεν είναι ότι η κοινότητα ήταν εναντίον τους, απλά η κοινότητα πίστευε ότι τα άτομα από το Βορρά είναι επικίνδυνα και τα σκότωναν. Κατά τις δηλώσεις της αιτήτριας, ο λόγος που θεωρούν τα άτομα από τον βορρά επικίνδυνα είναι γιατί η κοινότητα Apomu στην πολιτεία Borno θεωρεί ότι όσοι προέρχονται από τον Βορρά συσχετίζονται με την Boko Haram. Ερωτώμενη η αιτήτρια πως στοχοποιήθηκε η οικογένεια της λόγω του ότι η μητέρα της προερχόταν από τον Βορρά, η Αιτήτρια επανέλαβε πως η μητέρα της έχανε κάθε εργασία στην περιοχή. (βλ. ερ. 38 του Δ.Φ.). Ερωτηθείσα αν συνέβη κάτι άλλο πέρα των προαναφερθέντων, η αιτήτρια αποκρίθηκε πως η συμβίωση ήταν δύσκολη επειδή δεν τους μιλούσαν (βλ. ερ. 38 του Δ.Φ.). Κληθείσα να αναφέρει εάν προσωπικά η ίδια είχε βιώσει κάποια διάκριση/κακομεταχείριση στην πολιτεία Osun λόγω της καταγωγής της μητέρας της, δήλωσε πως δεν ήταν σε θέση να συνεχίσει την εκπαίδευσή της επειδή η μητέρα της δεν εργαζόταν και ενόψει τούτου η διατροφή τους ήταν δύσκολο να εξασφαλιστεί (βλ. ερ. 38 του Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα για το ενδεχόμενο επιστροφής της στην Νιγηρία, η αιτήτρια δήλωσε ότι προτιμάει να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία φυλακισμένη, παρά να επιστρέψει, διότι δεν θα είναι ασφαλής εκεί, και όπως δήλωσε όπου κι αν πάει θα βιώσει κακομεταχείριση λόγω της καταγωγής της απορρίπτοντας έτσι το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης (βλ. ερ. 37 του Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τα όσα η αιτήτρια δήλωσε στην συνέντευξη της, κατηγοριοποίησε τους ισχυρισμούς της ως εξής: 1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ της αιτήτριας και 2) Η αιτήτρια αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της λόγω της κατάστασης ασφαλείας στην πολιτεία Borno που οδήγησε στην απαγωγή της αδελφής της.
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας υπήρξαν εσωτερικά αξιόπιστες όσον αφορά την ταυτότητα της και τον τόπο καταγωγής της, καθώς η αιτήτρια προσκόμισε το διαβατήριο από τη χώρα καταγωγής της αλλά και καθώς τα όσα ανέφερε επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ωστόσο, ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε το τμήμα των ισχυρισμών της που αφορούσαν τον κατ΄ ισχυρισμό τελευταίο τόπο διαμονής της ήτοι το Chibok, καθώς ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι η αιτήτρια δεν μπόρεσε να δώσει πληροφορίες που θα της επέτρεπαν να αποδείξει γνώση της εν λόγω περιοχής, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι διέμενε ως δήλωσε για 4/5 χρόνια εκεί, ενώ επίσης διαπίστωσε πως οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν επιβεβαιώνουν τις αναφορές της αιτήτριας σε σχέση με την περιοχή Chibok όπου ισχυρίζεται πως διέμενε από το 2010/2011 έως και το 2014 προτού αναχωρήσει από τη Νιγηρία. Συγκεκριμένα, η αιτήτρια δήλωσε πως πρόκειται για ένα μικρό χωριό με χαμηλό πληθυσμό (βλ. ερ. 40 του Δ.Φ.), ενώ οι εξωτερικές πηγές αναφέρουν πως πρόκειται για πόλη της πολιτείας Borno στο νότιο τμήμα της χώρας έκτασης 1.265 τετραγωνικών χιλιομέτρων (km²) με πληθυσμό 66.333 κατοίκους κατά το 2006 (βλ. ερ. 57 του Δ.Φ.).
Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας χαρακτηρίζονται από γενικότητα, ασάφεια και ανεπάρκεια λεπτομερειών και πληροφοριών. Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια τοποθετήθηκε χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες για την απαγωγή της αδελφή της στο σχολείο της στο Chibok και όταν κλήθηκε να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες, δεν ήταν σε θέση να το πράξει, ενώ δεν μπόρεσε να παραθέσει ούτε πληροφορίες που έλαβε από το σχολείο της αδελφής της (βλ. ερ. 39 του Δ.Φ.). Μη λεπτομερείς ήταν και οι πληροφορίες που παρέθεσε αναφορικά με την στάση της Νιγηριανής Κυβέρνησης αναφορικά με την εν λόγω απαγωγή (βλ. ερ. 38 του Δ.Φ.). Επίσης, σε σχέση με το τι συνέβη με το συμβάν της απαγωγής, η αιτήτρια τοποθετήθηκε με γενικότητα και ασάφεια λέγοντας ότι δεν γνωρίζει και πως η ίδια έφυγε, ωστόσο ως κατέγραψε ο αρμόδιος λειτουργός, θα αναμένετο από την ίδια να είναι σε θέση να αναφερθεί με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στο μετέπειτα των απαγωγών διάστημα καθότι αυτές συνέβησαν τον Απρίλιο του 2014 και εκείνη αναχώρησε περί το τέλος του έτους (βλ. ερ. 39 και 38 του Δ.Φ.).
Σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός μετά από έρευνα επιβεβαίωσε το συμβάν της απαγωγής περί τον Απρίλιο του 2014 εις βάρος κοριτσιών από διαφορετικές πηγές. Με βάση τα ανωτέρω, ο λειτουργός κατέληξε ότι ένεκα της μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας της αιτήτριας δεν δύναται να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι η αδελφή της υπήρξε θύμα των ανωτέρω απαγωγών της Boko Haram στο Chibok στην πολιτεία Borno. Ενόψει τούτου, ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, μιας και δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης συνδεόμενος με την εθνικότητα, τη φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της αιτήτριας, καθότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, δυνάμει του άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου). Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, στη βάση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση που επικρατούσε στη Νιγηρία και συγκεκριμένα στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας, ήτοι το Apomu στην πολιτεία Osun, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι η αιτήτρια και τα τέκνα της θα αντιμετωπίσουν σοβαρή και προσωπική απειλή ως άμαχοι πολίτες κατά την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας.
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, διαπιστώνω ότι οι καθ’ ων η αίτηση έχουν προβεί σε επαρκή έρευνα και φαίνεται να κατέληξαν σε συμπεράσματα τα οποία είχαν εξεταστεί υπό το πρίσμα της εξατομικευμένης έρευνας που όφειλαν να διεξάγουν. Συνακόλουθα, και ενόψει των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός, κατά το στάδιο αξιολόγησης του ενδεχόμενου κινδύνου που θα αντιμετώπιζε η αιτήτρια κατά την επιστροφή της στην χώρα καταγωγής της, όταν ετοιμάστηκε η σχετική εισήγηση, αξιολόγησε ουσιώδη γεγονότα, διερεύνησε το σύνολο των ουσιωδών στοιχείων ως όφειλε και επομένως οι πιο πάνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξής μου, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.
Καταρχάς, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε αξιόπιστος και έγινε αποδεκτός ο πρώτος ισχυρισμός της αιτήτριας περί των προσωπικών της στοιχείων και του τόπου καταγωγής της μετά από αξιολόγηση της εσωτερικής και εξωτερικής της αξιοπιστίας.
Περαιτέρω, όσον αφορά την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση για τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας, εξετάζοντας τις δηλώσεις της αιτήτριας αναφορικά με την περιοχή Chibok στην πολιτεία Borno σε σύγκριση με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, διαπιστώνεται η αδυναμία της αιτήτριας να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό της με το ότι διέμενε στην εν λόγω περιοχή καθότι οι δηλώσεις της έρχονται σε αντίφαση με τις διαθέσιμες πληροφορίες για την περιοχή. Ειδικότερα, ως προκύπτει από τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης, η περιοχή Chibok είναι πόλη και όχι χωριό[1] και ο πληθυσμός της πόλης Chibok εκτιμάται ότι ανέρχεται στις 106,942 κατοίκους[2], γεγονότα τα οποία έρχονται σε αντίθεση με το τι ειπώθηκε από την αιτήτρια στην συνέντευξη της περί του ότι επρόκειτο για χωριό με χαμηλό πληθυσμό. Πρόσθετα, η αιτήτρια δήλωσε ότι δεν γνωρίζει την διεύθυνση του σπιτιού του παππού της στην οποία διέμενε όπως επίσης κανένα σημαντικό δρόμο στην περιοχή ούτε κάποιο σημαντικό μέρος τριγύρω της περιοχής πέραν του πανεπιστημίου Maiduguri καθώς και ότι το να βρεις φαρμακείο ή υπεραγορά πρέπει να πας στο Maiduguri παρότι διέμενε ως δήλωσε στην εν λόγω περιοχή για 4/5 χρόνια. Κατόπιν σχετικής έρευνας, έχει εντοπιστεί επίσης ότι στην εν λόγω περιοχή υπάρχουν εγκαταστάσεις υγείας[3] καθώς και φαρμακείο[4], στοιχεία τα οποία έρχονται σε αντίθεση με τις δηλώσεις της αιτήτριας.
Επομένως, όσον αφορά τον τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας υιοθετώ επίσης το σκεπτικό και την κατάληξη του αρμόδιου λειτουργού και καταλήγω ότι ο τελευταίος τόπος διαμονής της αιτήτριας αποτελεί ο τόπος καταγωγής της ήτοι το Apomu στην πολιτεία Osun της Νιγηρίας.
Όσον αφορά τον δεύτερο προβαλλόμενο ισχυρισμό της αιτήτριας, λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις της αιτήτριας, ως αυτές προβλήθηκαν καθ' όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της και οι οποίες παρατέθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι αυτή υπέπεσε σε πολλές ασάφειες και παρείχε ανεπαρκείς πληροφορίες, σημεία τα οποία πλήττουν καίρια την αξιοπιστία της.
Ορθώς λοιπόν θεωρώ κρίθηκε από τους καθ' ων η αίτηση ότι, τα όσα προβλήθηκαν στη συνέντευξη της αιτήτριας, ως ανωτέρω καταγράφονται, έθεταν εύλογα εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των λεγόμενων της αιτήτριας, αναφορικά με τα όσα ισχυρίστηκε ανωτέρω σχετικά με τον ισχυρισμό της περί του ότι η αιτήτρια διέφυγε από τη χώρα καταγωγής της λόγω της κατάστασης ασφαλείας στην πολιτεία Borno που είχε ως συνέπεια την απαγωγή της αδελφή της.
Η μη αποδοχή του ισχυρισμού της αιτήτριας περί προηγούμενης διαμονής της στο Chibok στην πολιτεία Borno συνεκτιμάται κατά την αξιολόγηση του ισχυρισμού περί απαγωγής της αδελφής της, χωρίς ωστόσο να προδικάζει αυτοτελώς την αξιοπιστία του τελευταίου. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός εξετάζεται αυτοτελώς κατωτέρω.
Θα προχωρήσω σε ανάλυση των σημείων αναξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού. Εν προκειμένω, λοιπόν, παρατηρώ ότι, αναφορικά με την απαγωγή της αδελφής της, η αιτήτρια παρείχε περιορισμένες και γενικές πληροφορίες, οι οποίες αφορούν την ευρεία εικόνα του συμβάντος και όχι συγκεκριμένα την αδελφή της (βλ. ερ. 39 του Δ.Φ.). Η αιτήτρια ανέφερε μόνο πως πληροφορήθηκαν για το συμβάν από το σχολείο χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες πέραν από το ότι συνέβη η απαγωγή το βράδυ με θύματα περί τα 300 κορίτσια (βλ. ερ. 39 του Δ.Φ.). Θα αναμένετο η αιτήτρια να είναι σε θέση να θυμάται την ημερομηνία του συμβάντος, ωστόσο η ίδια ανέφερε πως αυτό συνέβη περί τα μέσα Απριλίου του 2014 (βλ. ερ. 39 του Δ.Φ.). Όσον αφορά τις δηλώσεις της αιτήτριας αναφορικά με την στάση της Κυβέρνησης, αυτές ήταν φειδωλές, καθώς ανέφερε μόνο τις υποσχέσεις της Κυβέρνησης για τη εξιχνίαση της υπόθεσης χωρίς όμως αποτελέσματα (βλ. ερ. 39 και 38 Δ.Φ.). Αναφορικά με το διάστημα που μεσολάβησε μετά την απαγωγή της αδελφής της, η αιτήτρια δήλωσε πως δεν γνωρίζει τι επακολούθησε και/ή αν συνέβη κάτι άλλο, δήλωση μη εύλογη και αντίθετη προς τη δήλωσή της πως από την περιοχή αναχώρησε με τη μητέρα της περί τον Δεκέμβριο του 2014 (βλ. ερ. 38 του Δ.Φ.). Επίσης μη εύλογη υπήρξε η αναφορά της ότι δεν έφυγαν απευθείας επειδή συνέβη ένα μεμονωμένο περιστατικό (εννοεί την απαγωγή), αλλά το έπραξαν μετά από έναν ακόμη επιθετικό περιστατικό στην περιοχή (βλ. ερ. 38 του Δ.Φ.). Αυτή η δήλωση της αιτήτριας δεν παρουσιάζει λογική συνέπεια με την αναφορά της ότι δεν γνώριζε τι συνέβη μετά την απαγωγή, αλλά και με το γεγονός ότι το συμβάν της απαγωγής καθ’ εαυτόν αποτελεί φόβο και κίνδυνο για τη ζωή της αιτήτριας.
Θα συμφωνήσω επίσης με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας της αιτήτριας και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού της αιτήτριας, το Δικαστήριο αφού προέβη σε έρευνα, διαπίστωσε πως σύμφωνα με έκθεση του 2024 από την Amnesty International επιβεβαιώνεται η απαγωγή 276 κοριτσιών το 2014 και δέκα χρόνια μετά οι επιθέσεις σε σχολεία συνεχίζονται, με τουλάχιστον 1.700 παιδιά να έχουν απαχθεί σε παρόμοια περιστατικά. Η έκθεση καταγγέλλει την έλλειψη πολιτικής βούλησης και αποτελεσματικών μέτρων προστασίας από τις αρχές, επισημαίνοντας ότι τέτοιες επιθέσεις μπορεί να συνιστούν εγκλήματα πολέμου. Παράλληλα, καλεί τις αρχές της Νιγηρίας να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την απελευθέρωση των 82 μαθητριών από το Chibok που παραμένουν αιχμάλωτες από το 2014, όταν απήχθησαν από τη Boko Haram.[5]
Ένα δημοσιογραφικό άρθρο του 2024 από την εφημερίδα The Guardian επιβεβαιώνει επίσης την διάπραξη αυτής της απαγωγής το 2014. Συγκεκριμένα, αναφέρεται πως 276 κορίτσια απήχθησαν στο Chibok από την Boko Haram και πολλά από τα κορίτσια κατάφεραν να διαφύγουν ή απελευθερώθηκαν μέσω διαπραγματεύσεων, ωστόσο περίπου 100 παραμένουν ακόμη αγνοούμενα. Όσα επέστρεψαν αντιμετωπίζουν σοβαρά ψυχολογικά τραύματα, κοινωνικό στιγματισμό και δυσκολίες επανένταξης, ιδιαίτερα όσες γύρισαν με παιδιά που γεννήθηκαν κατά την αιχμαλωσία τους. Την ίδια στιγμή, οι οικογένειες των αγνοουμένων συνεχίζουν να ζουν με αβεβαιότητα και πόνο, χωρίς επαρκή ενημέρωση για την τύχη των παιδιών τους. Παρότι η υπόθεση προκάλεσε παγκόσμια κινητοποίηση, ανέδειξε και τις αδυναμίες της κυβέρνησης στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Συνολικά, το άρθρο τονίζει ότι, παρά τη μείωση της ισχύος της Boko Haram, οι απαγωγές παιδιών και οι επιθέσεις σε σχολεία συνεχίζονται στη Νιγηρία, δείχνοντας ότι το ζήτημα παραμένει άλυτο.[6]
Ως προκύπτει ανωτέρω πολλές από τις δηλώσεις της αιτήτριας δύναται να επιβεβαιωθούν από τις παρατεθείσες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Πρόσθετα, στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι από τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί ότι μεταξύ των θυμάτων της εν λόγω απαγωγής περιλαμβανόταν και η αδελφή της αιτήτριας.
Λαμβάνοντας, ωστόσο, υπ’ όψιν την μη στοιχειοθέτηση της εσωτερικής αξιοπιστίας της αιτήτριας ως προς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος στο σύνολό του και κρίνω ότι ορθώς ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος.
Σημειώνω δε εκ του περισσού ότι ακόμη κι αν ήθελε γίνει αποδεκτός ο εν λόγω ισχυρισμός, δεν προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία κανένας προσωπικός φόβος δίωξης για την αιτήτρια στη βάση του ανωτέρω ισχυρισμού της. Όπως η ίδια δήλωσε δεν επρόκειτο για στοχοποιημένη επίθεση, αλλά συμβάν το οποίο εμπίπτει στα πλαίσια της επιθετικότητας της Boko Haram κατά τα λεγόμενα της αιτήτριας και έχει αποδέκτες τόσο άνδρες όσο και γυναίκες.
Υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της αιτήτριας ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, η αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό της, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Συνακόλουθα παρατηρώ πως η αιτήτρια δεν επικαλέστηκε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, για να της παρασχεθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 (2) (α) και (β) του Περί προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, η αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα της αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στην πόλη Apomu στην πολιτεία Osun, η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
Σύμφωνα δε, με το WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), που αποτελεί διαδικτυακή πληροφοριακή πύλη της Ακαδημίας της Γενεύης (Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights) για την καταγραφή και ανάλυση ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, η Νιγηρία εμπλέκεται από το 2009 στις βορειοανατολικές περιοχές της χώρας, σε δύο μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και του Ισλαμικού Κράτους στην επαρχία της Δυτικής Αφρικής (ISWAP), καθώς επίσης, στη Νιγηρία υπάρχει και μια μη-διεθνής ένοπλη σύρραξη μεταξύ του ISWAP και της Boko Haram.[7]
Ειδικότερα όσον αφορά την πολιτεία Osun, παραθέτω αριθμητικά δεδομένα επί των περιστατικών ασφαλείας στη συγκεκριμένη περιοχή κατά το τελευταίο έτος. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), στην πολιτεία Delta, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 18/09/2026), καταγράφηκαν 65 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 38 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[8]
Σύμφωνα με τις επίσημες προβλέψεις για το 2026, ο πληθυσμός της πολιτείας Osun ανέρχεται σε 5.832.888 κατοίκους.[9]Επομένως, καθίσταται σαφές ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι στην πολιτεία Osun επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων στα πλαίσια οιασδήποτε εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.
Κατά συνέπεια, η πολιτεία Osun της Νιγηρίας, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité του ΔΕΕ[10]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι αυτή συνιστά ενήλικη γυναίκα, υγιή, διαθέτει ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και είναι ικανή προς εργασία στη Νιγηρία.
Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η αιτήτρια θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Επομένως, ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο ισχυρισμός που προβάλει η συνήγορος της αιτήτριας περί παραβίασης της αρχής της επαναπροώθησης απορρίπτεται ως αβάσιμος καθότι ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός της περί κινδύνου δίωξης και /ή βλάβης δεν τεκμηριώθηκε. Η αιτήτρια δεν είχε προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό για να τεκμηριώσει ότι ενδέχεται σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα της να κινδυνεύσει με οποιοδήποτε τρόπο, που να δικαιολογούσε την μη επιστροφή της κατ΄ επίκληση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Πρόσθετα, το παρόν Δικαστήριο, παρότι η χώρα ιθαγένειας της αιτήτριας έχει καθοριστεί ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, προέβη σε εξέταση της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο τελευταίας διαμονής της, και διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε κίνδυνος για την επιστροφή της αιτήτριας.
Τέλος, ως προς τα ανήλικα τέκνα της αιτήτριας, στα πλαίσια αξιολόγησης του προβαλλόμενου ισχυρισμού περί μη εξέτασης του βέλτιστου συμφέροντος των ανήλικων, με βάση όλα τα γεγονότα που είχα ενώπιον μου όπως και των ισχυρισμών της αιτήτριας, καταλήγω και παρατηρώ ότι το ένα εκ των ανήλικων τέκνων βρίσκεται σε νηπιακή ηλικία μιας και γεννήθηκε στις 20/01/2023 – ηλικίας 3 ετών (βλ. ερυθρό 105 - 106 του Δ.Φ.) και το οποίο γεννήθηκε μετά την εξέταση του αιτήματος ασύλου της αιτήτριας. Όσον αφορά τα άλλα 2 ανήλικα τέκνα της αιτήτριας, βρίσκονται σε σχολική ηλικία καθότι η κόρη της γεννήθηκε στις 15/06/2017 (βλ. ερ. 9 του Δ.Φ.) και τώρα είναι ηλικίας 9 χρονών και η υιός της στις 19/02/2020 ( βλ. ερ. 25 του Δ.Φ.) και τώρα είναι ηλικίας 6 ετών, ο πατέρας της κόρης της ως ισχυρίστηκε είναι Γάλλος υπήκοος ενώ ο πατέρας των υιών της, είναι Νιγηριανής καταγωγής και είναι ο σύζυγος της και διαμένουν μαζί στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Καταρχήν, ως παρατηρώ, το ανήλικα βρίσκονται σε νηπιακή και σχολική ηλικία. Από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, οι γονείς και των τριών τέκνων είναι αλλοδαποί, με τον πατέρα των υιών της να είναι ο σύζυγος της Νιγηριανής καταγωγής, ως προκύπτει από τα πιστοποιητικά γέννησης των ανήλικων ( βλ. ερ. 25 και 105 του Δ.Φ.), με τον οποίο διαμένουν ενώ όσον αφορά τον πατέρα της ανήλικης κόρης της, ο οποίος είναι Γάλλος υπήκοος, ως δήλωσε δεν έχουν καμία επαφή. Φρονώ ότι λόγω της ηλικίας των ανήλικων, η προσαρμογή στο περιβάλλον της χώρας καταγωγής της αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής τους, θα είναι ομαλή και δεν θα έχει αρνητική επίδραση στην ευημερία των παιδιών. Λόγω της ηλικίας τους, τα παιδία δεν έχουν δημιουργήσει οποιουσδήποτε δεσμούς με τη χώρα στην οποία διαμένουν, οπότε δεν αναμένεται να αντιμετωπίσουν ιδιαίτερες δυσκολίες όσον αφορά τη γλωσσική επικοινωνία, την σχολική ένταξη, την κοινωνική και προσωπική τους ανάπτυξη, και την πολιτισμική προσαρμογή σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας και ειδικότερα στην χώρα και των 2 γονέων τους, μιας και ο πατέρας των 2 ανήλικων είναι ο ομοεθνής σύζυγος της αιτήτριας.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα όσο και την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018), καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση της αιτήτριας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Ενόψει του γεγονότος ότι η αιτήτρια είναι δικαιούχος νομικής αρωγής, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Τα έξοδα της συνηγόρου της αιτήτριας να καταβληθούν από το Ταμείο Νομικής Αρωγής.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] https://www.viabrachy.com/living-in-chibok-nigeria/ (τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 22/09/2026)
[2] https://worldpopulationreview.com/cities/nigeria/chibok (τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 22/09/2026)
[3] https://www.afro.who.int/countries/nigeria/news/chibok-who-facilitates-revitalization-health-system-ravished-community (τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 22/09/2026)
[4] https://www.goafricaonline.com/ng/1265173-abari-medicine-store-chibok (τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 22/09/2026)
[5] Amnesty International, “Nigeria: Decade after Boko Haram attack on Chibok, 82 girls still in captivity”, 14/04/2024, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2024/04/nigeria-decade-after-boko-haram-attack-on-chibok-82-girls-still-in-captivity/ (assessed on 22/09/2026)
[6] The Guardian, “Ten years on from Chibok, what happened to the 276 Nigerian girls snatched from their school?”, 11/04/2024, https://www.theguardian.com/global-development/2024/apr/11/nigeria-chibok-boko-haram-girls-school-abductions-islamist-militants-borno-yobe-katsina-kaduna (assessed on 22/09/2026)
[7] War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, 'Non-International Armed Conflicts in Nigeria', https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ (τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 23/09/2026)
[8] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, State: Osun, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 23/09/2026)
[9] Current Affairs NG, Nigeria’s Civic Database, Osun State Population 2026, https://currentaffairs.com.ng/state/osun/population (τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 23/09/2026)
[10] Βλ. Απόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο